Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΕΙΝΑΙ ΑΛΑΦΡΕΣ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ, ΣΤΕΓΝΕΣ ΚΙ ΑΝΑΛΑΦΡΕΣ, ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΤΟΥΝ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ…


(ακόμα κι όταν στις πετούν, δεν είναι αυτές που σε σκοτώνουν, αλλά των λιθοβολιστών το μίσος. Έχεις πεθάνει πριν σ’ αγγίξουνε οι πέτρες...)
Αν πάρουμε στα σοβαρά την Παλαιά Διαθήκη (και γιατί όχι, αφού πρόκειται για θεόπνευστο βιβλίο), ο πρώτος, παγκοσμίως, φονιάς ήταν ο τρίτος άνθρωπος που ενεφανίσθη επί Γης, δηλαδή ο Κάιν, πρωτότοκος γιος του  Αδάμ και της Εύας, γεωργός το επάγγελμα, ο οποίος εφόνευσε τον τέταρτο επί Γης άνθρωπο, δευτερότοκο γιο του Αδάμ και της Εύας, δηλαδή τον αδελφό του Άβελ, ποιμένα το επάγγελμα. Αιτία; Όσο κι αν φαίνεται γελοία, η προτίμηση του Κυρίου στα κοψίδια, που του προσέφερε ο Άβελ, και όχι στους καρπούς της γης, που του προσέφερε ο Κάιν… Έτσι, ο πονηρός αγρότης επεκράτησε του πονηρού βοσκού και, παρά το γεγονός ότι εξορίστηκε από τον Κύριο ανατολικά της Εδέμ, είναι αυτός που, με τις ευλογίες  του ιδίου Κυρίου, συνέχισε πράγματι τη διαιώνιση του φονικού είδους των ανθρώπων.
Η κατάληξή τους αυτή ήταν, βεβαίως, γραμμένη ήδη στα ονόματά τους ή στο DNA τους, όπως θα λέγαμε σήμερα. Κάιν, στα εβραϊκά, σημαίνει «απόκτημα», δηλαδή κελεπούρι, ενώ Άβελ στην ίδια γλώσσα, σημαίνει «πνοή», «μηδαμινότητα», δηλαδή αέρας, ίσον τίποτε.
Τελικά, φαίνεται ότι η ύπαρξη μας πάνω στη γη οφείλεται, αφενός, στην απάτη του Σατανά και, αφετέρου, στον αφανισμό ενός τίποτε.
Τώρα, πώς ο Κάιν, εξόριστος στη χώρα Ναιδ, ανατολικά της Εδέμ, κατάφερε προς χάριν μας να βρει γυναίκα και να τεκνοποιήσει είναι ένα ζήτημα που, επί μακρόν αλλά δίχως αποτέλεσμα, απασχόλησε και πολύ φοβούμαι ότι θα συνεχίσει να απασχολεί τους ένθεους θεολόγους και τους άθεους φυσιοδίφες. Ας αφήσουμε όμως αυτούς τους κυρίους στην αέναη διαμάχη τους και ας εξετάσουμε ένα άλλο σκοτεινό και αδιευκρίνιστο ζήτημα: ποιο ήταν το όπλο με το οποίο ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ; Η Βίβλος γράφει απλώς: και είπε Κάιν προς Άβελ τον αδελφόν αυτού, διέλθωμεν εις το πεδίον. Και εγένετο εν τω είναι αυτούς εν τω πεδίω, ανέστη Κάιν επί Άβελ τον αδελφόν αυτού και απέκτεινεν αυτόν… [για τις τρεις επικρατέστερες ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ σχετικά με το φονικό όργανο του πρώτου επί γης εγκλήματος γράφει ο Αργύρης Χιόνης στο Περί Μαχαιριών δοκίμιο του - βιβλίο ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ και άλλες Τρελές Ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη 2016 - Αποσπάσματα αμέσως παρακάτω με ΚΛΙΚ εδώ):   


ΤΡΕΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ:
Ο Θεός, που, ως τα πανθ’ ορών, ήταν αυτόπτης μάρτυς και εν συνεχεία κριτής, θεώρησε περιττό να ενημερώσει τον θεόπνευστο συγγραφέα της Γεννέσεως σχετικά με το όργανο του εγκλήματος. Δεν μας απομένει, ως εκ τούτου, παρά να κάνουμε διάφορες υποθέσεις, ξεκινώντας από το γεγονός ότι τα δύο αυτά αδέλφια ήσαν πολύ, αφάνταστα πολύ πρωτόγονα και, συνεπώς, ήταν αδύνατο να κατέχουν οποιαδήποτε οπλική τεχνογνωσία. Από τις διάφορες, λοιπόν, υποθέσεις, τρεις  είναι οι επικρατέστερες:

ΠΡΩΤΗ: Ο Κάιν χρησιμοποίησε ως όπλο τα χέρια του, δηλαδή στραγγάλισε τον αδελφό του. Πρόκειται για σοβαρή υπόθεση, αλλά χωλαίνει ως προς το ότι αυτός ο τρόπος δολοφονίας λαμβάνει χώρα εν βρασμώ ψυχής και κατόπιν πάλης. Το έγκλημα όμως του Κάιν ήταν σαφώς προμελετημένο («Πάμε μια βόλτα στα χωράφια», είπε στον Άβελ και, βέβαια, δεν είχε κατά νουν να μαζέψουν μαζί λουλούδια),ο δε Άβελ, ως ποιμήν το επάγγελμα, πρέπει να ήταν εξίσου δυνατός με τον αδελφό του, αν όχι δυνατότερος από αυτόν, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να αντιστρέφονταν οι όροι θύτη και θύματος.

ΔΕΥΤΕΡΗ: Ο Κάιν είχε κρύψει, μέσα στα χόρτα ή στις  καλαμιές, μια κλάρα από δένδρο και, δοθείσης της ευκαιρίας, την άρπαξε και βάρεσε κατακέφαλα τον αδελφόν αυτού.
Εδώ, ωστόσο, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι τα κρανία εκείνων των πολύ πρωτόγονων ήταν πολύ πιο σκληρά από τα δικά μας, που τσακίζονται, με το παραμικρό, σαν αυγότσουφλα. Οπότε, και σ’ αυτή την περίπτωση, μετά από μια παροδική ζάλη, θα είχαμε πάλη, με αμφίβολο πάλι αποτέλεσμα. 

ΤΡΙΤΗ: Ο δολοφόνος είχε σκεφτεί να στραγγαλίσει το θύμα του, έχει επίσης, καλού κακού, κρύψει μια κλάρα μέσα στα χόρτα ή μες στις καλαμιές, αλλά, καθώς βαδίζουν στα χωράφια, σκοντάφτει σε μια μεγάλη, ιδιαίτερα αιχμηρή κοτρώνα, που του πληγώνει το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ή (αδιάφορο) του αριστερού ποδιού. Το σωρευμένο στην ψυχή του μίσος, ο πόνος απ’ το πληγωμένο πόδι και το αίμα που τινάζεται απ’ την πληγή ακυρώνουν την προμελέτη και προκαλούν σφοδρό βρασμό ψυχής. Σκύβει, λοιπόν, χωρίς δεύτερη σκέψη, αρπάζει τη βαριά και αιχμηρή κοτρόνα, την σηκώνει ψηλά, την κατεβάζει με τρομερή δύναμη και συνθλίβει, εκ των όπισθεν, το κρανίο του προπορευόμενου, αμέριμνου αδελφού του.

Η Τρίτη αυτή υπόθεση, είναι κατά την άποψή μου, , η πιο κοντινή στην αλήθεια. Πρέπει, ωστόσο, να ομολογήσω ότι μεροληπτώ, κατά κάποιον τρόπο, υπέρ αυτής, καθότι υπηρετεί, περισσότερο απ’ τις άλλες δύο, την πρόθεσή μου να μιλήσω για τα μαχαίρια –εργαλεία και όργανα φονικά, άγνωστα τότε, πασίγνωστα σήμερα- η βιομηχανία των οποίων  αρχίζει από τη Λίθινη Εποχή, μια εποχή δηλαδή πολύ, μα πάρα πολύ μεταγενέστερη από εκείνη των πρωτοπλάστων και των δευτεροπλάστων, η οποία εντούτοις, αν η πεποίθησή μου ότι ο Κάιν σκόνταψε πάνω σ’ ένα αιχμηρό κερατόλιθο ή πυριτόλιθο είναι βάσιμη, αξιοποίησε εκείνη την εν βρασμώ ψυχής εφεύρεση του πρώτου φονιά, αφού τα πρώτα μαχαίρια κατασκευάστηκαν από κερατόλιθο ή πυριτόλιθο ή silex, όπως τον αναφέρουν σήμερα στις προθήκες των Μουσείων με σχετικά εκθέματα. Με άλλα λόγια, αυτές οι δύο, τόσο απομακρυσμένες μεταξύ τους, εποχές συνδέονται με άρρηκτους δεσμούς αίματος…
[απόσπασμα από το ΠΕΡΙ ΜΑΧΑΙΡΩΝ δοκίμιο/αφήγημα του Αργύρη Χιόνη, που περιέχεται στο βιβλίο του ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ και άλλες τρελές ιστορίες, εκδόσεις ΚΙΧΛΗ 2016]

ΑΚΟΜΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΕΤΡΕΣ (για να διαλέξεις πια θα ρίξεις πίσω ο αναμάρτητος…)


Η πέτρα που κάποιος έριξε πίσω του και κάποιος άλλος μάζεψε για να χτίσει ένα σπίτι
Οι πέτρες που αλέθουνε τις νύχτες το μυαλό, που κονιορτοποιούν τα όνειρα κι όταν ξυπνάς την άλλη μέρα δεν θυμάσαι παρά μιαν άσπρη σκόνη
Η πέτρα θεμέλιο της σιγουριάς
Η πέτρα που σπάει το τζάμι της φρονιμάδας
Η πέτρα ανάμεσα στα δόντια
Η πέτρα στα νεφρά
Η πέτρα στην καρδιά
Η πέτρα με μια καρδιά σκαλισμένη πάνω της
Η αναίσθητη πέτρα που γίνεται κόρη όλο αίσθημα στα χέρια του γλύπτη
Η πέτρα στο λαιμό του απελπισμένου
Η πέτρα στο πόδι του βουτηχτή
Η πέτρα η τετράγωνη για χτίσιμο
Η πέτρα η στρογγυλή για χάδι
Η πέτρα η ά-σχημη για κλότσημα
Η πέτρα κάτω απ’ το λαιμό του Ισαάκ
Η πέτρα κάτω απ’ το λαιμό της Ιφιγένειας
Η πέτρα βωμός βαμμένη μ’ αίμα αθώων ανθρώπων ή ζώων πιο αθώων ακόμα μια κι έπρεπε αθώους ν’ αντικαταστήσουμε ανθρώπους
Η πέτρα της ενοχής των θεών
Η πέτρα που ρίχνει πρώτος ο αναμάρτητος κι επιστρέφει στο μέτωπό του
Η πέτρα που χτυπάει τον αμαρτωλό κι είναι αυτή που ματώνει
Η πέτρα που πετάς ψηλά και ξαναπέφτει
Η πέτρα που πετάς ψηλά και δεν ξαναπέφτει
Η πέτρα της σφεντόνας που σκοτώνει το πουλί
Η πέτρα της σφεντόνας που γίνεται πουλί και χάνεται
Η πέτρα στην έρημο
Η πέτρα στον έρημο γιαπωνέζικο κήπο
Η έρημη πέτρα στον πράσινο κήπο
Η πέτρα που πάνω της σκοντάφτει ο κυνηγημένος και πιάνεται απ’ τον κυνηγό
Η πέτρα που πάνω της σκοντάφτει ο κυνηγός
Η πέτρα που πάνω της δεν σκοντάφτει κανένας και βλέπει να περνάνε ο κυνηγημένος κι ο κυνηγός
Η πέτρα που ήταν άνθρωπος που πέτρωσε
Η πέτρα που ήταν λάβα που πέτρωσε
Η πέτρα προσφάι των νεκρών
Η πέτρα προσκέφαλο των νεκρών
Η πέτρα κουβέρτα των νεκρών
Η πέτρα διαβρωμένη αργά-αργά απ’ τη βροχή
Η πέτρα θρυμματισμένη ξαφνικά απ’ το φουρνέλο
Η πέτρα στα χείλια του πηγαδιού
Η πέτρα στον πάτο του κόσμου
Η πέτρα που βρήκε κατακούτελα το φεγγάρι κι έχυσε όλο το αίμα του
Οι πέτρες που ακολουθούσαν τον Ορφέα
Οι πέτρες που κυνηγούσαν τον Ορφέα
Οι πολύτιμες πέτρες φυλακισμένες σε χρηματοκιβώτια ή δεμένες σε δαχτυλίδια
Οι ευτελείς πέτρες ελεύθερες στους δρόμους
Η πέτρα βουνό κι η αδελφή της η πέτρα κόκκος άμμου
Η πέτρα που πετάς στη λίμνη για να δεις τους κύκλους που θα γράψει στο νερό και τη βυθίζεις για πάντα
Η πέτρα που πρασινίζει απ’ τα μούσκλα κι ονειρεύεται πως έβγαλε ρίζες
Η αλαφρόπετρα που κάνει την πέτρα αλλά επιπλέει
Η πέτρα ανερμήνευτος χρησμός
Η βουβή πέτρα
Η πέτρα που κάποτε μίλησε κανείς δεν την κατάλαβε και δεν ξαναμίλησε
 [ΠΗΓΗ: Αργύρης Χιόνης, ΠΕΤΡΕΣ από τη συλλογή ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983 -  ARTWORK: Paul Bond]

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ, ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (γράφω γιατί αυτό είναι το χρέος μου)


«Ποίημα δεν είναι οι λέξεις με το μελάνι στο χαρτί, το ποίημα είναι πλάσμα ζωντανό και ελλοχεύει μέσα στην ομίχλη…», είναι ο ορισμός του Τόλη Νικηφόρου με τον οποίο προλογίζει τις Ιστορίες Ποιημάτων στο τελευταίο βιβλίο του που με τίτλο ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΣΑΝ ΘΑΥΜΑ ΞΑΦΝΙΚΑ κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας. Και συνεχίζοντας τους αφορισμούς του για την ποίηση γράφει στο ίδιο εισαγωγικό κείμενο: «Ποίηση είναι ένα χάραμα, ένα κορίτσι όταν χαμογελάει ή όταν δακρύζει, η φλαμουριά που αγγίζει το μπαλκόνι μου, το ωραίο, ίσως κάποτε και το αποτρόπαιο και η φωτιά που ανάβει μέσα μας. Και ποιος είναι εκείνος που μπορεί να συνθέσει αληθινά ποιήματα; Μια από τις πολλές απορίες που αιωρούνται στο μυαλό μου είναι αν η πρωτοβουλία της γραφής είναι πράγματι δική μου ή αν τα ίδια τα ποιήματα τελικά αποφασίζουν ν’ αναδυθούν στο φως από το μυστικό τους κόσμο, αν τα ποιήματα επιλέγουν το χρόνο για να γεννηθούν:
«το ποίημα… είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας
κυκλοφορεί στο υπόγειο και λούζεται με το φως στο υπερώο
διαβάζει ένα-ένα τα χειρόγραφά μας
αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές που ταξιδεύουν μέσα μας
και πίνει για να μεγαλώσει γι’ αυτό και είναι πάντα μεθυσμένο
το ποίημα επιλέγει το δικό του χρόνο για να γεννηθεί
όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει».
Ο ποιητής έχει χαρακτηριστεί ως ο «ιερέας του αόρατου» και οι σπάνιες στιγμές της γνήσιας ποιητικής έμπνευσης είναι στιγμές έκστασης, στιγμές θρησκευτικού δέους. Διαισθάνομαι ότι πρόκειται για την επικοινωνία με το κάτι εκείνο που μας υπερβαίνει συντριπτικά. Ίσως ποίηση να είναι η γλώσσα που μιλάει το φως. Το φως ή η ψυχή μας που είναι φως. Και το άγνωστο εκείνο που εκπέμπει το φως, η αρχική αιτία των πάντων.
ΤΟ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟ ΡΙΓΟΣ: 
«Προσφέρεται στη μοναξιά και στη σιγή
στις παρυφές του ονείρου την ώρα που οι νεκροί υφαίνουν έξω το σκοτάδι
και εισρέει από τις χαραμάδες σαν κόκκινο κρασί η ανάσα τους
με δέος προφέρεται η ποίηση
καθώς προφέρει ανθίζοντας ένα ξερό κλαδί, το προαιώνιο ρίγος του»…
Στο βιβλίο αυτό, λοιπόν, έχει συγκεντρώσει ο Τόλης Νικηφόρου μερικές από τις ιστορίες των ποιημάτων που έχει γράψει.  Μότο του βιβλίου η ρήση του Πλάτωνα: «Τα ωραία ποιήματα δεν είναι ανθρώπινα ούτε εξ ανθρώπων αλλά θεία και εκ θεών και οι ποιητές τίποτα άλλο από υπηρέτες των θεών, κατεχόμενοι από τον θεό εκείνο από τον οποίο ο καθένας διακατέχεται». Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι πολλά από τα πεντακόσια τόσα ποιήματά του ήταν εμπνεύσεις της στιγμής με άγνωστη πηγή, άλλα πάλι αναδύθηκαν από μισοξεχασμένες εμπειρίες ζωής και έχουν τη δική τους ιστορία… Οι ιστορίες του βιβλίου είναι ενδεικτικές περιγραφές των συνθηκών που έδωσαν το έναυσμα για ν’ αναδυθεί εκ των υστέρων το ποίημα από τα μυστικά εργαστήρια της ψυχής. Είναι ιστορίες από τα παιδικά χρόνια, από τα ταξίδια, από τους ανθρώπους που αγάπησε, από τους έρωτες, τα πάθη και τα λάθη. Μια από αυτές τις ιστορίες με τίτλο «Καμιά φορά σαν δένδρο ή σαν πουλί» από τη σελ. 71 του βιβλίου επιλέγουμε γι’ αυτή την παρουσίαση. Σ’ αυτήν έχουμε και την «απολογία»/ ομολογία του ποιητή, απάντηση στο εναγώνιο ερώτημα: ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ;
«Γράφω για ν’ απλώσω ένα χέρι, ν’ ανάψω ένα φως. Γράφω γιατί αυτό είναι το χρέος μου κι ακόμα γράφω για να γεμίσω ένα τεράστιο χάσμα μέσα μου. Ένα κενό, μια απουσία που δεν γεμίζει όσα ποιήματα, όσα βιβλία κι αν γράψω, όση αγάπη κι αν δώσω, όση αγάπη κι αν μου δοθεί. Κι ακόμα γράφω γιατί είμαι ερωτευμένος με τη ζωή και μόνον έτσι μπορώ να νικήσω προσωρινά το θάνατο…»




ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΝ ΔΕΝΔΡΟ Ή ΣΑΝ ΠΟΥΛΙ
(μια ιστορία από το βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου Από το Τίποτα σαν Θαύμα ξαφνικά, εκδόσεις μανδραγόρας 2018):
Τι περισσότερες φορές συμβαίνει χωρίς να το καταλάβω. Απλώς συμβαίνει. Σαν μια βαθύτερη ανάγκη, μια παρόρμηση, κάτι εντελώς φυσιολογικό. Χρειάστηκαν μερικές δεκαετίες για να το συνειδητοποιήσω και τότε αφού το είχαν παρατηρήσει και μου το είχαν αναφέρει κάποιοι άλλοι. Σε μελέτες, σε κριτικές, σε σχόλια.

Υποθέτω ότι ο κάθε ποιητής, και όχι μόνο, έχει τις εμμονές του. Οι εμμονές αυτές εκφράζονται με λέξεις. Λέξεις όπως κόκκινο και βαθύ γαλάζιο, επανάσταση, ουτοπία, αγάπη, έρωτας, αθωότητα, μνήμη, απώλεια, θάνατος, μοναξιά, λέξεις όπως ψυχή όπως φως. Η δική μου συντριπτικά κυρίαρχη εμμονή είναι η λέξη φως και όλα όσα εκφράζει, όλα όσα σημαίνει.

υπάρχει μέσα μου ένα φως
καμιά φορά σαν δένδρο ή σαν πουλί
ή ξέφτι απ’ το γαλάζιο στο περβάζι σου
υπάρχει μέσα μου ένα φως
που όλα τα ξέρει
κι όλα τα αισθάνεται
μοναχικό που ταξιδεύει
απ’ την αρχή του χρόνου
που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίνεται

Από καιρό ήθελα να μετρήσω πόσες φορές εμφανίζεται η λέξη φως στις ποιητικές συλλογές μου και επιτέλους το έκανα τον Ιανουάριο του 2013. Η λέξη φως λοιπόν εμφανίζεται 168 φορές στις 15 ως τότε συλλογές μου, δηλαδή 11 φορές περίπου σε κάθε συλλογή. Από τότε εκδόθηκαν δύο ακόμα πρωτότυπες συλλογές με τη λέξη φως να εμφανίζεται άλλες 37 φορές συνολικά. Φαίνεται ότι, όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο πιο έντονη γίνεται η ανάγκη μου για το φως. Στην καταμέτρηση αυτή, μάλιστα, δεν περιλαμβάνονται τα παράγωγα του φωτός, όπως φωτεινός, πάμφωτος, κατάφωτος, ούτε οι λέξεις που υποδηλώνουν την παρουσία φωτός, όπως ήλιος, χάραμα, ανατολή. Έφτασα στο σημείο να αποπειραθώ να γράψω ένα ποίημα με τη λέξη φως και μόνο.

Συνειδητά ή υποσυνείδητα λοιπόν, η λέξη αναδύεται από τη ψυχή μου και παίρνει τη θέση της στο ποίημα. Συχνά βρίσκεται στον τελευταίο στίχο ή και στον τίτλο, κυριαρχεί και καθορίζει το νόημα του ποιήματος. Εναρμονισμένη θα έλεγα με αυτά που πιστεύω για τη θέση και τον προορισμό μου στη λογοτεχνία και τη ζωή.

Γράφω για ν’ απλώσω ένα χέρι, ν’ ανάψω ένα φως. Γράφω γιατί αυτό είναι το χρέος μου κι ακόμα γράφω για να γεμίσω ένα τεράστιο χάσμα μέσα μου. Ένα κενό, μια απουσία που δεν γεμίζει όσα ποιήματα, όσα βιβλία κι αν γράψω, όση αγάπη κι αν δώσω, όση αγάπη κι αν μου δοθεί. Κι ακόμα γράφω γιατί είμαι ερωτευμένος με τη ζωή και μόνον έτσι μπορώ να νικήσω προσωρινά το θάνατο.

Στην προσπάθεια μου αυτογνωσίας, να καταλάβω δηλαδή πώς και γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, έγραψα και το παρακάτω ποίημα:

γιατί το φως
υμνώ το φως
για να ξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω από το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

ΚΑΙ ΠΑΛΙ  ΕΓΩ ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΩ: Όταν το κάτι αυτό, το οτιδήποτε για μένα θα τελειώσει και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει, το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα στην ψυχή, η απαλή καμπύλη στο αύριο, το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας. Όταν το κάτι αυτό το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει, θα σας αγγίζει απαλά, θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο  [από το βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου ]


Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΦΥΣΙΚΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΗΡΕ ΔΡΟΜΟ (μεταφορικά, κυριολεκτικά, ανακούρκουδα, ανφάς, προφίλ και ασκαρδαμυκτί)


Η δεσποινίς Δενκαταλαβαίνωτιμουλεςγίνεπιοσαφήςσεπαρακαλώ και ο Δημήτρης  ο Πολιορκητής που παρουσιάζεται μόνο μέσω ονείρων και κρυσταλλομαντείας… Δρόμο, της είπα. Δηλαδή πάρε δρόμο, ξεκουμπίσου, άμε στο διάβολο, πνίξου, κάνε χαρακίρι, εξαφανίσου, άει σιχτίρ. Αυτά της είπα. Δηλαδή της είπα δρόμο, αλλά έτρεμα από σύγχυση, φαινόταν, ήταν γελοίο να θεωρήσει την έκφραση κυριολεκτική-να νομίσει, για παράδειγμα, πως εννοώ να πάρει το δρόμο αγκαλιά ή να αγοράσει ένα δρόμο ή να κάνει σεξ στο δρόμο. Γελοία πράγματα. Όταν λέμε δρόμο, η έκφραση γίνεται μεταφορική, και του δημοτικού να είσαι καταλαβαίνεις. Αυτή όμως εκεί. Να επιμένει πως δεν ήμουν σαφής, πως δεν κατάλαβε τη μεταφορική έννοια και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά. Φυσικά στο τέλος πήρε δρόμο μεταφορικά, κυριολεκτικά, ανακούρκουδα, ανφάς, προφίλ και ασκαρδαμυκτί. Πήρε δρόμο, ξεκουμπίστηκε, εξατμίστηκε, εξαερώθηκε, μου άδειασε τη γωνιά, μάζεψε κάτι λαχανάκια Βρυξελλών που κόντευαν να σαπίσουν, μια σακούλα κονσέρβες, μια κούτα βιβλία, το κίτρινο αδιάβροχο που αγοράσαμε στις εκπτώσεις, οδοντόβουρτσα, πετσέτες, κάτι βρακιά, έναν Βούδα, κάτι ληγμένα και τρεις φωτογραφίες του σκατόψυχου- στη μία να λιάζεται, στην άλλη να ξύνεται στην παράλη να χτενίζεται. Μπήκε στο πρώτο ταξί.  Bγήκα στη βεράντα και κρυφόβλεπα, της έπεφταν πακέτα, κόρναραν, ήταν και πρωί-πρωί, κίνηση, να πάει ο κόσμος στη δουλειά του ήθελε, δεν είχαν όρεξη να βλέπουν τις κυλόττες της, δηλαδή να βλέπουν τη συγκεκριμένη μαντάμ να μαζεύει τις κυλόττες που έπεφταν απ’ τις σακούλες και να τους κάνει και νόημα να περιμένουν-έλεος. Πήρε δρόμο κι ήταν ακόμα οκτώ και κάτι, ο σκυλοκαυγάς ξεκίνησε αξημέρωτα, δεν είχα όρεξη, ψόφησα, φώναζα , τσίτωσα, τώρα ήθελα να κοιμηθώ εκατόν πενήντα χρόνια και διακόσιες εικοσιεφτά ημέρες - τόσο με εξόντωσε η δεσποινίς Δενκαταλαβαίνωτιμουλεςγίνεπιοσαφήςσεπαρακαλώ. [απόσπασμα από μια ιστορία της Γλυκερίας Μπασδέκη -  συνέχεια με ΚΛΙΚ στην εικόνα ART by Hannah Höch photomontage]:


Όταν ξύπνησα ήταν μαύρη νύχτα. Σκόνταψα για τις παντόφλες, πίσσα, αραπιά, έψαχνα τον διακόπτη, δεν τον έβρισκα, σα να είχα ξυπνήσει σ’ άλλο σπίτι. Κατευθείαν έφτιαξα καφέ-άνοιξα και καινούργιο πακέτο, είχα αφήσει το γυρισμένο με την ευχή κάπου αλλά εξαφανίστηκε, τίποτε δεν ήταν στη θέση του, άτιμη μέρα, της εξοντώσεως. Στο τρίτο τσιγάρο θυμήθηκα και το όνειρο. Ήμουν, λέει, στο μανάβικο της γωνίας, αγόραζα κάτι ξινόμηλα εισαγωγής, πέρασε από μπροστά ο Πολιορκητής, κρατούσε μια Ελευθεροτυπία, πήγα να δαγκώσω τη γλώσσα μου γιατί ήταν πολύ όμορφος κι ήθελα να ουρλιάξω και να τον μυρίσω και να τον γλείψω εκεί μπροστά στους πάγκους κι αυτός ήρθε δήθεν αμέριμνα, μου ’κλεισε το δρόμο, δεν μπορούσα να στρίψω, ήταν και τα καφάσια με τα καρπούζια αριστεροδέξια, με λένε Δημήτρη μου ψιθύρισε στ΄αυτί, σταμάτα να με λες Πολιορκητή, εγώ κοκκίνισα, μου ’πεσαν τα μήλα, κάτι κυριούλες έκαναν τσσσσσσς, ο μανάβης αγρίεψε, πάρτε δρόμο γκάριζε, έπεσαν και τα καρπούζια, τρέχαμε, τρέχαμε ώσπου βγήκαμε μπροστά στο μετρό της Πανόρμου. Ψιλοβλακεία όνειρο, δεν είχε ούτε φιλιά, ούτε τίποτε το αισθησιακό, ούτε σεξ, ούτε. Είχε πάλι δρόμο, όμως. Αυτός μου έκλεισε το δρόμο, ο μανάβης μας διέταξε να πάρουμε δρόμο, εμείς τρέχαμε στους δρόμους. Πολύς δρόμος, σήμερα, σκεφτόμουνα και κάπνιζα και δεν ήξερα πώς να σκοτώσω την ώρα και ήμουν μόνη καλοκαιριάτικα με την καλύτερη μου φίλη να ’χει πάρει δρόμο και τον κύριο Πολιορκητή να παρουσιάζεται μόνο μέσω ονείρων και κρυσταλλομαντείας.

Βγήκα στο δρόμο με τις σαγιονάρες και το νυχτικό. Ήθελα τσιγάρα και ντεπόν. Ήθελα να με περιμαζέψουν τίποτε καλές κυρίες, να με πάρουν σπίτι τους, να μου φτιάξουν ζεστό γάλα με κουλουράκια βουτύρου, να μου πoύνε ότι είμαι πολύ γλυκό κορίτσι και δεν πρέπει να γυρίζω τέτοια ώρα στους δρόμους με το νυχτικό και τις παντόφλες και να με βάλουν για ύπνο και τα σεντόνια να μυρίζουν αύρα ωκεανού κι εγώ να τους δώσω το τηλέφωνο του Πολιορκητή και να τον ξυπνήσουν και να έρθει αλαφιασμένος να με πάρει και να τις ευχαριστήσει πολύ τις καλές κυρίες που βοήθησαν το κορίτσι του και κάτι τέτοιο στο περίπου . Για την άλλη ούτε λόγος. Δεν την ήθελα ούτε στα σενάρια, ούτε στα όνειρα, ούτε μέσα στο σπίτι μου-έπρεπε να πάρει δρόμο από καιρό, από τότε που την έπιασα να σκαλίζει τα γράμματα του και να φοράει τα σουτιέν μου. Περπατούσα, το λοιπόν, περπατούσα, οι δρόμοι άδειοι, ούτε καλές κυρίες, ούτε ναυτοπρόσκοποι, ούτε επιδειξίες, ούτε ανώμαλοι, ούτε μάρτυρες του Ιεχωβά. Κανείς. Σα να βρέθηκα σε άλλη πόλη. Σε άλλη χώρα. Ακόμη και οι δρόμοι, τα ονόματα των δρόμων δεν μου θύμιζαν τίποτε. Οδός Γιατρού Ινεότη, οδός Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου, οδός Γενιάς του Ιδιωτικού Οράματος, οδός Γενιάς του ‘70, οδός Φιλοθεάμονος κοινού, οδός Στήλης για τη μουσική εφημερίδος Ελευθεροτυπίας, οδός Οικογενείας Στουπάθη, Οδός Ντιριντάουα, Οδός Διακοπών Χωρίς Πτώμα, οδός Βασιλίσσης Φρίκης. Δεν ήμουν στα καλά μου, προφανώς.

Στο περίπτερο, ο τύπος κοιμόταν. Ψιτ, ψιτ, τον σκούντηξα κανά δυο φορές, τζίφος. Ήθελα να βάλω τα κλάματα. Όλα στραβά Τριγύρω κανείς. Άνοιξα το πορτάκι, μπήκα, πήρα μια κούτα άφιλτρα και τρεις αναπτήρες με μουσική. Αν μ’ έπιαναν δεν θα ’ξερα τι να πω, δεν ξυπνούσε όμως με τίποτε, τι μπορούσα να κάνω; Έπιασα το παγκάκι προς το σιντριβάνι κι άκουγα μουσική απ’ τους αναπτήρες. Οι δύο έπαιζαν το Xάπυ Mπέρθντει του γιού, ο άλλος το Κόπα Καμπάνα. Είχαν πλάκα, μου ’φτιαξαν τη διάθεση, ήταν σαν πάρτι πριβέ, ξέχασα και τους έρημους δρόμους και τους δρόμους που πήρα και τους δρόμους που άφησα, τα ξέχασα σχεδόν όλα και κάπνιζα από την κλεμμένη κούτα και ανοιγόκλεινα τους αναπτήρες κι ήταν πολύ σούπερ και στο διάβολο να πάει κι η καλύτερη μου φίλη κι ο Πολιορκητής που δεν θέλει να τον λέω Πολιορκητή αλλά Δημήτρη και τα τρία νοίκια που χρωστούσα και το βράδυ της Ανάστασης που μ’ έστησε με τη λαμπάδα και τα κόκκινα αυγά και το άλλο βράδυ που μ’ έβγαλε απ’ το μπαλκόνι και ζήτω του περιπτερά και ζήτω σ’ αυτόν που ανακάλυψε τους μουσικούς αναπτήρες και ζήτω σ’ όλους τους πολεοδόμους και τους αρχιτέκτονες και στους εργάτες και στις γυναίκες τους και στα παιδιά τους και στο σόι τους όλο. Άρχισα να κρυώνω και δεν περνούσε κανείς να με σφάξει, να με βιάσει, να με συλλάβει, να με ψήσει για καμιά αίρεση, να μου απαγγείλει τον Θούριο του Ρήγα, να με καλέσει στη γκαρσονιέρα του για καλούα με τριμμένο πάγο και καμιά ανωμαλία στα πεταχτά. Ο ύπνος πρέπει να με πήρε με το τσιγάρο αναμμένο.

Ο ήλιος έκαιγε κάθετα και ξύπνησα απότομα. Το στόμα μου κολλούσε. Ήθελα νερό, καφέ, περίθαλψη, ήθελα να γυρίσω γρήγορα σπίτι. Δεν είχα ρολόι, αλλά απ’ το θόρυβο κατάλαβα ότι περνούσαν τα πρώτα λεωφορεία. Η κούτα εξαφανισμένη. Είχα παρέα το βράδυ, σκέφτηκα κατηφορίζοντας την Κεφαλληνίας, Οι δρόμοι γεμάτοι. Κόσμος με σακούλες, κόσμος χωρίς σακούλες, κόσμος αγκαζέ, κόσμος μόνος του. Κανείς δεν μου έδινε σημασία. Περπατούσα με το ροζ νυχτικό και τις σαγιονάρες και τους τρεις μουσικούς αναπτήρες στο χέρι, χωρίς τσιγάρα, αλλά χαλάλι του σ’ όποιον τα πήρε, να τα καπνίσει και να τα χαρεί και να τον χαίρεται η μανούλα του. Περπατούσα, περπατούσα κι ήμουνα κομμάτι του μεγάλου δρόμου κι όλων των δρόμων οριζοντίως και καθέτως κι αυτών που περπάτησα κι αυτών που θα περπατούσα κι αυτών που θα κατάπινα κι αυτών που θα με κατάπιναν.

Στάθηκα στη βιτρίνα με τα ηλεκτρικά. Χρειαζόμουν επειγόντως ένα μιξεράκι. Καλές τιμές, θα ξαναπερνούσα. Πάτησα τον αναπτήρα με το Χάππυ Μπέρθντει -να να να να να να,να να να να να να-τα γενέθλια μου ήθελαν καμία δεκαριά μήνες ακόμη αλλά δεν ήταν κακή ιδέα να παραγγείλω μια τούρτα για το βραδάκι.
[Γλυκερία Μπασδέκη,  Η μέρα που η καλύτερή μου φίλη πήρε δρόμο,  αναρτήθηκε στην Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη]

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

ΟΛΑ ΜΟΥ ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΗΧΟ ΚΙΘΑΡΑΣ ΠΙΣΩ ΤΟΥΣ. ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΟΥΒΕΛΕΣ:


Θα ανοίξουμε μια πλωτή διώρυγα για ερωτευμένους, τα μάτια σου θα είναι πάλι κατάμαυρα και θα δεσπόζουν στους δρόμους, θα φοράς εκείνη την κοντή φουστίτσα που πήρες στην Αίγινα, θα φοράω το μακό της Κεφαλονιάς, θα έχω μακρύνει τα μαλλιά μου πολύ, θα έχεις διαβάσει Ρολάν Μπαρτ, θα έχω αντέξει την πίεση των ημερών, θα μου έχεις αγοράσει ένα καινούργιο βραχιολάκι, θα σου αφήνω cd του Van Morrison κάτω απ ‘το μαξιλάρι μαζί με σοκολάτες υγείας και σημειώματα «μ’ αγαπάς;», τα πρωινά θα μου σερβίρεις κέικ βανίλια με παγωτό σε στρογγυλούς δίσκους, θα έχω δερμάτινο παντελόνι, δερμάτινα βιβλία, δερμάτινο βλέμμα, ο χρόνος θα επιπλέει μέσα μας σα φελλός, όταν ξημερώνει θα με παίρνεις αγκαλιά και θα πηγαίνουμε βόλτα στη θάλασσα, θα φτιάχνουμε γοργόνες στην άμμο, θα τις ζωντανεύουμε και θα μας ταξιδεύουν μακριά, τα βράδια, όταν θα πέφτει σκοτάδι πηχτό, θα με κολλάς στο σώμα σου σαν αυτοκόλλητο σηματάκι από παιδικό παιχνίδι, εγώ θα σου διαβάζω ποιήματα του Ελυάρ και δοκίμια του Ντεμπόρ και του Πας, θα είσαι απροσδόκητα όμορφη, θα είμαι απροσδόκητα τυχερός, θα βλέπω στα μάτια σου όλες τις συναυλίες των Who, θα βλέπεις στα χέρια μου όλες τις τροχιές των άστρων, δεν θα σταματήσεις ποτέ να αγαπάς την σιωπή, δεν θα σταματήσω ποτέ να καπνίζω, δεν θα χρειάζεται πια να μιλάω, θα σου λέω στίχους από τραγούδια και συ θα τα καταλαβαίνεις όλα, όταν ζαλίζεσαι θα σου αγοράζω σκουλαρίκια από πλανόδιους ή αλυσιδίτσες για τη μέση, όταν απελπίζομαι θα μου κλείνεις το μάτι και θα χαμογελάς πονηρά, τα όνειρα που θα κάνουμε θα τα αριθμούμε και θα τα κρεμάμε πόστερ στους τοίχους, θα πιστεύεις ότι ο έρωτας καταβροχθίζει το χρόνο, σε όλα τα παραμύθια θα πέφτει χρυσόσκονη ανακατεμένη με αθωότητα, τα ρολόγια στους πίνακες του Νταλί 


δεν θα λειώνουν γιατί ο χρόνος θα’ ναι αιώνιος, ένα απόγευμα θα χτυπήσει η πόρτα και θα μπει η Patti Smith, θα σου χαρίσει το άσπρο φόρεμα που φοράει στο εξώφυλλο του Wave, θα κρατήσω τα περιστέρια, οι επόμενες κόπιες του άλμπουμ θα εκδοθούν χωρίς περιστέρια και με την Patti Smith γυμνή, το «Dancing Barefoot» θα κοπεί απ’ την λογοκρισία γιατί θα έχουν προστεθεί στίχοι που θα λένε για μας, θα συναντιόμαστε κρυφά στη χώρα των θαυμάτων κάτω από ουρανούς με μαρμελάδα και μεγάλα σοκολατένια βουνά, μέσα σε κίτρινα υποβρύχια, εκεί θα μας περιμένουν οι καρδιές του λοχία Πέπερ που δεν θα είναι μοναχικές, μανταρινιές από σελοφάν και η μικρή Αλίκη, μια μέρα με λιακάδα θα καβαλήσουμε τη μηχανή και θα χωθούμε στα σύννεφα, δεν θα φοβάσαι στις στροφές, θα φτιάξω ένα ροκ συγκρότημα και θα το πω «Διαμαντένια Προβλήτα», θα παίζεις μπάσο και θα γράφουμε τους στίχους μαζί, τα καλοκαίρια θα περιοδεύουμε σε τουρνέ, τους χειμώνες θα αγοράζεις τελάρα και θα ζωγραφίζουμε τις ψυχές μας, θα ζούμε ακόμα τόσο μακριά που θα μπορείς να απλώσεις το χέρι σου και να κατεβάσεις τον ήλιο, θα σου πω «το τέλος δεν είναι παρά μόνο η αρχή», θα μ’ αγαπήσεις ως την άκρη του χρόνου. 
Κι έτσι αποκοιμήθηκα, ενώ ο ήλιος ξεφλουδιζόταν. 

[ΠΗΓΗ: Σταύρος Σταυρόπουλος,
LEONARD COHEN, ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ, Απόπειρα, 2005 - https://www.youtube.com/watch?v=fZ_Om_VI_hY ]

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

ΚΑΘΕ ΣΟΒΑΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΠΑΡΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΗΝ (πρώην μαρξιστής, πρώην σωτήρας της ανθρωπότητας, πρώην μεγάλος εραστής κ.λπ):


Εφόσον κάθε ωρίμανση βασίζεται στα σφάλματα της νεότητας, η σοβαρότητα, όπως και αν την καταλάβουμε, έχει πάντα ένα αμφίβολο παρελθόν. Σαν τους αυτοδημιούργητους μεγιστάνες που ξεκίνησαν πένητες αλλά ευφάνταστοι, σαν τις ηρωίδες του Ντοστογιέφσκι που τρέφουν την ιταμή τους περηφάνια με την οργή για το ταπεινωμένο τους παρελθόν, υπάρχει κάποια σημαντική καμπή στη ζωή τους. Προφανώς δεν ισχύουν γενικοί και απαράβατοι κανόνες. Είναι γνωστό ότι στα τέλη της ζωής του ο Πλάτων συνέγραψε τους «Νόμους», ήτοι ένα ρεαλιστικό κείμενο και άφησε σε χρυσή θήκη την «Πολιτεία». Επίσης ο Χούσερλ της ώριμης περιόδου θεωρούσε τη φαινομενολογία «χαμένο όνειρο». Αλλά υπάρχουν και οι περιπτώσεις του Χέγκλε και του Κίρκεγκωρ που βεβαιώνουν το αντίθετο. Ωστόσο, όπως κι αν δούμε το μάκρος μιας ζωής, σαν ενότητα ή σαν ρήξη, δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε μιαν άξια του εαυτού της ωρίμανση, που να μην αναγνωρίζει –στο παρελθόν– μιαν εποχή πλάνης και ειρήσθω εν παρόδω κωμωδίας που αντιμετωπίζει τον εαυτό της στα σοβαρά. Η θεωρία, η δράση, η συγγραφή, κάθε λογής δραστηριότητα τέλος πάντων που αναμετράται με τη ζωή, για να εκδηλωθεί έχει ανάγκη ένα ποσοστό ζωτικής απειρίας. Διαφορετικά δυσκολεύει την αναπνοή και τον βηματισμό της. Αυτή ακριβώς η αφέλεια, η οποία είναι ανορθόλογος παράγοντας άγνοιας, θυμικών ενορμήσεων, ασύνειδων διαθέσεων, θα γίνει κατά την ώριμη ηλικία το βήμα απ’ όπου κανείς κατακεραυνώνει τον εαυτό του. Όταν τα ανθρώπινα έργα αποτυγχάνουν, δηλαδή αυτοκατηγορούνται, έρχεται και η ώρα των πικρών, και γι’ αυτό ρεαλιστικών διαπιστώσεων. Κάθε σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι πρώην. Πρώην μαρξιστής, πρώην φαινομενολόγος, πρώην σωτήρας της ανθρωπότητας, πρώην εθνικιστής κ.λπ. Ολόκληρος θρύλος υπάρχει για την απέχθεια που γεννούσε στον Ρεμπώ η σκέψη των νεανικών του σκαλαθυρμάτων. Για τη συγκατάβαση του Πάουντ έναντι στο ποιητικό του έργο και τη σκοτεινή παραγγελία του Κάφκα που υπαγόρευε το απλούστερο των πραγμάτων: Κάφτε τα! [απόσπασμα από άρθρο του Κωστή Παπαγεώργη που συνεχίζει ακάθεκτος το συλλογισμό του με επίκληση πολλών παραδειγμάτων που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: πρώην άνθρωποι του πάθους λυπούνται το οξυγόνο που ξόδεψαν κυνηγώντας ίσκιους ή συγγραφείς που έγραφαν εκατοντάδες σελίδων στην «καθισιά» που έχουν τώρα πια ως ύφος τον σεβασμό της λευκής σελίδας]   


ΠΡΩΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΛΥΠΟΥΝΤΑΙ ΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΠΟΥ ΞΟΔΕΨΑΝ ΞΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΙΣΚΙΟΥΣ:
Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι κάποτε –τα χρόνια της πολλής δουλειάς και του λειψού ρεαλισμού– οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι παθιάζονταν με πίστη και αυτοπεποίθηση. Η πλάνη γεννάει πάντα γόνιμες διαθέσεις και κοπιαστικές προσπάθειες. Και τα μεγάλα πάθη, όσο ευτελή κι αν είναι τα αποτελέσματά τους, είναι πολύτιμα διότι γεννούν μεγάλες μετάνοιες. Με άλλα λόγια, όποιον άνθρωπο κι αν συναντήσουμε με κάποιο ίχνος σοβαρότητας, αναγνωρίζουμε χαρακτηριστικά του πρώην. Ο μεγάλος χαρτοπαίκτης που σπατάλησε χρήμα, καρδιά, φιλίες και χρόνο για το πάθος του, έρχεται η στιγμή που καίει τα χέρια του, που κλείνει τις πόρτες, πετάει τις μάρκες, ξεχνάει τον κύκλο των συμπασχόντων και αποχωρεί. Ενδέχεται να ακούει για τις ολονυχτίες, τα μεγάλα κέρδη, τους άθλους αυτού ή εκείνου. Αλλά κινείται πλέον έξω από το δίχτυ. Άσχετο αν είναι πια κάτι παραπάνω ή κάτι παρακάτω από αυτό που ήταν, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η απόσταση από το παρελθόν. Το νυν όπου κατοικεί τον ενδιαφέρει από το ένδοξο άλλοτε.

Η στρατιά των ανθρώπων που αισθάνονται καλά μόνο αν πλάι τους χάσκει κάποιο κενό, συνήθως ακολουθούν τον ίδιο δρόμο. Για κάποια εποχή πωλούν ακόμα και τα χρυσά δόντια της μάνας τους ικανοποιώντας το πάθος τους. Για κάποια άλλη εποχή, ζουν αναπολώντας και μετανοώντας. Ίσως έτσι αφτιασίδωτοι, καταγγέλλοντας ό,τι υπηρέτησαν (την εξυπνάδα, τις στρατηγικές, τον εγωτισμό και την πλεονεξία), να συνάπτουν καλύτερες σχέσεις με τη ζωή. Όσο για την πολυσυζητημένη μουτσούνα τους, όλοι σχεδόν, τη βρίσκουν όχι στο παρόν (όπου τους περιθάλπει η απραξία και η φρόνιμη ζωή), αλλά το παρελθόν της σπατάλης και της ανάλωσης.

Μπορεί κανείς να φανταστεί μια λέσχη απροσδιόριστων ορίων που να απαρτίζεται από διάφορους πρώην: θεωρητικοί που τώρα πια γιατρεύονται με τη σιωπή καθότι πια ξέρουν ότι γνώρισμα της ειλικρίνειας είναι η αυτοκαταγγελία. Άνθρωποι του πάθους που τώρα λυπούνται το οξυγόνο που ξόδεψαν κυνηγώντας ίσκιους. Πρώην μεγάλους εραστές και ερωμένες. Πρώην συγγραφείς που τώρα πια έχουν ως ύφος τον σεβασμό της λευκής σελίδας.
Μέσα σε μια παρόμοια λέσχη με ραγισμένες καρδιές και ψαλιδισμένες γλώσσες, ενδέχεται να βρει κανείς τους φίλους του.

[ΠΗΓΗ: Κωστής Παπαγιώργης, ΟΙ ΠΡΩΗΝ, ένα άρθρο των πρωταγωνιστών – αναρτήθηκε στο http://www.protagon.gr/  ]

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

ΤΗΡΩ ΤΙΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (τι βέβηλο ψέμα!.. – πρέπει που και που να κάνουμε το δικηγόρο του διαβόλου):


Άγρια μεσάνυχτα. Χτυπούσα κουδούνια, θυροτηλέφωνα, ρόπτρα. Χτυπούσα το κεφάλι μου σε μπαλκονόπορτες και φεγγίτες. Μέχρι την κόλαση έφτασα. Κανείς δεν άνοιξε. Μονάχα ο Θεός κοίταξε απ’ το ματάκι και με διαολόστειλε. Χωρίς ν’ ακούσει τι είχα να του πω.

– Χωρίς ν’ ακούσει;

Γίνομαι άδικος. Θεός είναι. Ξέρει από πριν τι πρόκειται ν’ ακούσει. Πρέπει που και πού να κάνουμε  το δικηγόρο του διαβόλου. Και τον ύψιστο, κι αυτόν, διαόλια τον περιτριγυρίζουν. Κάποιος πιστός, εύπιστος άνθρωπος του καλού, θα έλεγε πως ακόμα κι η ματιά που έριξε θαύμα ήταν. Απ’ τα πολλά που κάνει ο Θεός για να περνά την ώρα του.  Γιατί ούτε τζόγο, ούτε γυναίκες, ούτε ιππόδρομο επιτρέπει η θέση του.

– Τι γύρευε στην κόλαση τέτοια ώρα;, αναρωτιέται ο άπιστος, ο πρόστυχος εαυτός μου.
– Ήθελε. Άθελά του ήθελε. Αυτό του απαντώ.

Είναι δύσκολο να θέλεις, να μπορείς και να μην πράττεις. Κακά τα ψέματα. Κανείς δεν διαθέτει την εγκράτεια του Θεού.

– Κακά τα ψέματα;

Όχι πάντα. Ψεύδομαι ακατάπαυστα. Πολλές φορές ψεύδομαι στον ίδιο μου τον εαυτό. Το ψέμα είναι φροντίδα. Φροντίζω λοιπόν κι εγώ να διατηρώ τον εαυτό μου. Τηρώ τις αποστάσεις. Κλέβω στο ζύγι. Την αλήθεια. Αλήθεια, τι βέβηλο ψέμα. Η αλήθεια μ’ έφτασε εδώ. Να χτυπώ πόρτες αγνώστων. Να ψάχνω κάποιον να του εκμυστηρευτώ.

– Με κυνηγάει. Μ’ ακούς; Με κυνηγάει.

Θέλει να μπήξει το μαχαίρι του. Στο στέρνο μου. Του αρέσει η διαδρομή από την μία πλευρά της σάρκας στην άλλη. Ο μεταλλικός θόρυβος του μαχαιριού. Το σμίξιμο της λάμας με την καρδιά. Το σιντριβάνι του αίματος. Τα κέρματα που πετά μετά τη σφαγή. Οι ευχές.

– Εύχομαι να ερωτεύεσαι ξανά και ξανά, λέει και πετά το κέρμα.  

Καμιάς ευχής ο πόνος δεν είναι τόσο δυνατός. Δεν είναι η λάμα που τον κάνει ανυπόφορο. Είναι η καρδιά. Που βρίσκει τρόπο να θεριεύει.

– Εύχομαι να αναστηθούν όλοι οι ερωτευμένοι.

Αυτό φωνάζω κάθε φορά. Για να αντέχω τον πόνο. Είναι η εκδίκηση που με κρατά ζωντανό. Μια μέρα θα ξεκοιλιάσω τον έρωτα. Με το ίδιο του το μαχαίρι. Θα πάρω το αίμα μου πίσω. Με την καρδιά του στα χέρια θα χτυπήσω ξανά την πόρτα. Εκείνου που παριστάνει τον προστάτη. Θα τον διατάξω να τη μοιράσει στο Κυριακάτικο εκκλησίασμα. Αντίδωρο στη σφαγή. Του έρωτα.

Χτυπώ κουδούνια, θυροτηλέφωνα, ρόπτρα. Χτυπώ την πόρτα του Θεού.
– Ψάχνω ένα μέρος να κρύψω την καρδιά μου, φωνάζω απελπισμένα.
Δεν άνοιξε ποτέ.
Κανείς

[Ο ΘΟΡΥΒΟΣ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΙΟΥ του Αντώνη Τσόκου - αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΜΟΝΟΚΛ/ αναγνώσεις – art by Josef Sudek]

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΤΟΛΜΗΡΗ ΠΟΙΗΣΗ


Με την ερωτική ποίηση ασχολήθηκαν γνωστοί και λιγότερο γνωστοί Γάλλοι ποιητές, όπως για παράδειγμα οι Marot, Regnier, Mallarme, Gautier και άλλοι. Το είδος αυτό γοήτευσε και ποιητές άλλων χωρών, όπως τον Σαίξπηρ, ο οποίος σε ορισμένα ερωτικά σονέτα του χρησιμοποιεί ιδιαιτέρως συναισθηματικό λόγο, χωρίς όμως να επιλέγει λέξεις τολμηρές και «άσεμνες». Ενδεικτικά επιλέγεται ένα από αυτά, σε μετάφραση του Δ. Καψάλη, εκδόσεις Άγρα, για να φανεί και η διαφορά με την Γαλλική ποίηση:
« Μοιάζει χειμώνας ο καιρός που έχω φύγει / και τη χαρά του χρόνου έχασα, εσένα· / πόσο σκοτάδι έχω νιώσει, πόσα ρίγη, πόσο Δεκέμβρη / σε τοπία ερημωμένα. / Κι ήταν ο απόδημος ο χρόνος καλοκαίρι, / μεστό φθινόπωρο μέσα στο γέννημά του, / που όλο της άνοιξης το λάγνο βάρος φέρει, / σαν μήτρα πλήρης μες στο πένθος του θανάτου. / Τόση πληθώρα, αποκύημα της λύπης ήταν για μένα, / και καρπός χωρίς πατέρα· / το καλοκαίρι ξέρει εσένα, κι όταν λείπεις/ όλα σωπαίνουν τα πουλιά στον άδειο αέρα. / Κι αν κελαηδήσουν, λένε πένθιμο κανόνα, / κι ωχρούν τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα.  (Σονέτο 97)
Η ερωτική ποίηση διαφέρει από αυτήν που ασχολείται με τον ρομαντικό έρωτα, μιας και στην πρώτη κυριαρχούν η τόλμη στη χρήση της γλώσσας, και οι περιγραφές που παραπέμπουν στον σαρκικό έρωτα. Οι Γάλλοι ποιητές παίζουν με τις λέξεις, αφηγούνται με χάρη, ακόμα  και με κομψότητα, παρ’ όλη την υπερβολή και τις αισθησιακές ζουμερές στιγμές που περιγράφουν, ιδιωτικές στιγμές ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, αλλά και σε άτομα του ίδιου φύλου, εν προκειμένω γυναίκες. Με πόση άνεση και ζωντάνια η μικρή υπηρετριούλα μιλάει για τις χάρες της και τις επιτυχίες της στους άντρες ή αλλού ο «αφηγητής» οικτίρει τις δυο κοπέλες που δεν απολαμβάνουν τον έρωτα με τους κυρίους. Ή σε άλλο ποίημα, η κυρία απολαμβάνει τον έρωτα με τον υπηρέτη φορώντας τις γόβες που τις χάρισε ο σύζυγος, ο οποίος δεν παίρνει είδηση για το τι συμβαίνει στο ίδιο του σπίτι (Grecourt,1683-1743, Οι γόβες). Τα περισσότερα ποιήματα έχουν αστείο τόνο και σε κάποια ο «αφηγητής» γίνεται δηκτικός με την υποκρισία. Πάντως, αυτό που παρατηρείται είναι η απόλυτη ελευθερία στο λόγο, η οποία αντανακλά την απόλυτη ελευθερία στο κυνήγι της ηδονής. Η σεμνοτυφία, οι κοινωνικές δεσμεύσεις και οι κανόνες υποχωρούν για να δώσουν χώρο στην απόλαυση και το ξεφάντωμα.. Έχουν επιλεγεί κατά το δυνατόν σύντομα ποιήματα για να αποδοθεί η ανάπτυξη μιας χαριτωμένης ιδέας ή η αστεία έκβαση της σύντομης ερωτικής «ιστορίας». Οι επιλογές αφορούν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στον 16ο, τον 17ο και τον 18ο αιώνα, γιατί η ποίηση αυτών των αιώνων  χαρακτηρίζεται από χάρη, κομψότητα και μέτρο, χωρίς την έξαρση του πάθους των ρομαντικών ή την λεπτεπίλεπτη ευαισθησία του Charles Baudelaire και των συμβολιστών. Μολονότι τα ποιήματα αυτά διακρίνονται για την τόλμη τους, δεν προσβάλλουν και δεν προκαλούν. Αντιθέτως, ο αναγνώστης παρασύρεται από το κέφι και την ευθυμία των «πρωταγωνιστών». π.χ. Theophile Gautier (1811-1872) Ο Αφαλός: «Μ’ αρέσεις, άσπρο της κοιλιάς, αφάλι, τρύπα σε μάρμαρο άσπρο λαξευμένη που ο έρωτας στη μεση έχει βάλει του κούφιου του ιερού, όπου μόνος μπαίνει, μια ηδονή για να εύρει ονειρεμένη»   Ή Το Μυτερό Σονέτο (Sire de Chamblay 1856-1941): «Ξάπλωσε πάνω μου ξανά!.. Το ανήμερο θεριό του έρωτά σου ορθώνεται κι εγώ του ανοίγω πάλι τον πόθο μου. Σιγά-σιγά… Μην αρχινάς την πάλη… Νοιώθω ως το βάθος του κορμιού το βάρος σου, γλυκό. Μη βιάζεσαι ψυχή μου… Αγάλι-αγάλι, το φλογερό σου άρμονισε παλμό με του λικνίσματός μου το ρυθμό, του μεθυσιού να μην τελειώσει η ζάλη. Γρήγορα τώρα σε γυρεύω! Λυώνω, μεθώ, μ’ έπιασε τρέλλα. Ναι… Τώρα… Σε λατρεύω… Έλα! Έλα! Έλα! Ξανά! Α!»  
[κείμενα και σχόλια Χρύσας Σπυροπούλου στη συνέχεια ανθολογούνται αντιπροσωπευτικά ποιήματα από την ανάρτηση στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ από τους παρακάτω γάλλους ποιητές: Francois de Meyard (1582-1646), Melin de Saint-Gelais (1446-1507), Clement Marot (1495-1544), Guilaume Colletet (1596-1641), Saint-Ravin (1595-1670), Alexis Piron [1689-1773], Olivier de Magny [1529-1561], Isaac de Benserade [1612-1691], Alfred Delvau [1825-1867] Stephane Mallarme (1842-1898) - περισσότερα στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ- ART by Gabriel Pacheco



 Francois de Meynard [1582-1646]
 Τα ρόδα σου μαράθηκαν, σου ασπρίσαν τα μαλλιά.
Το σώμα σου έχει χάσει κάθε χάρη.
Η θέση σου, αλί, είναι στο πατάρι
Όπου φυλάν τα ρούχα τα παλιά.
Όλη η ευγλωττία σου δε φτάνει,
Όσο κι αν θέλεις, να με κάνει
Την κρύα σου να ζεστάνω κλίνη.
Ιωάννα, μη με παίρνεις για παιδί.
Όσο κι αν το χαϊδεύεις, δε θα γίνει
Το πράμα μου των γερατειών σου το ραβδί.
  
Μαργκό, κοίταξε το πουλί μου!
Είναι καιρός ν’ αγαπηθούμε,
Τι ποιος μπορεί να πει, καλή μου,
Πως αύριο το πρωί θα ζούμε;
Ο Χάρος καρτεράει, αλί.
Όταν στα δίχτυα του πιαστούμε
Βαθειά κάτω απ’τη γη θα μπούμε
Και τότε αργά πολύ πια θα ’ναι.
Δε λέει πουθενά η Αγία Γραφή
Στον άλλο κόσμο πως πηδάνε.

Ο Ρομπέν, που τις κάμπιες κυνηγούσε
Και τα κορίτσια τρόμαζε πολύ
Είχε ένα τοσοδούτσικο πουλί.
Μια μέρα που στο δάσος περπατούσε
Βλέπει τη Λίζα, που τρελλά αγαπούσε.
Κι όπως στη χλόη ξαπλώνουνε, πλάι -πλάι,
Στο μπούτι της το πράμα του ακουμπάει.
«Ε, του φωνάζει αυτή, πάρε από δω
Τούτο το πράμα, σε παρακαλώ.»
«Τι έχεις,» της απαντάει, «καλή μου;
Είναι μονάχα το πουλί μου.»
«Α,» κάνει η Λίζα χαμηλοβλεπούσα,
«Κάμπια πως ήτανε θαρρούσα.»

Τι ωφελεί η αναβολή;
Άσε το νυχτικό σου
Να σηκώσω, και δώσου
Σε ζάλη έρωτα τρελή.
Τι τι θαρρείς η θεία
Πως λέει η μελωδία
Του αηδονιού, καλή μου;
Ότι μεγάλη είναι απονιά
Την ακριβή σου παρθενιά
Ν’ αρνιέσαι στο πουλί μου.

Γιάννα, μικρή μου αγαπημένη
Μην κοκκινίζεις, μη φοβάσαι.
Του έρωτα η φλόγα σε θερμαίνει.
Άφοβη σε προστάζει να ’σαι
Και να κερνάς την ηδονή.
Σα χάσεις όλη σου τη χάρη
Θα ’χεις καιρό να ’σαι σεμνή.
Ο χρόνος, που θα σε μαράνει
Έτσι φαρδύ το πράμα σου θα κάνει
Που θα περσεύει και για ένα μουλάρι.

Melin de Saint-Gelais [1446-1512]
 Η πονηρή σιγανοπαπαδιά
Δειπνούσε με τον εραστή της μια βραδιά.
Και καθώς πάει να κόψει το ψωμί
Πάνω του ρίχνει κατά λάθος το μαχαίρι.
Σκύβοντας να το πιάσει, ένα σκληρό
Ξίφος ανακαλύπτει. Στη στιγμή
Τραβάει βιαστικά το χέρι.
«Φίλη μου, μήπως κόπηκες;» ρωτάει
Ο άντρας της. «Μου φαίνεσαι χλωμή.
Πρόσεξε, τι πολύ είναι κοφτερό.»
«Δεν είναι τίποτα,» του απαντάει.
«Το ’πιασα ευτυχώς απ’ τη λαβή.»

Μια μέρα που η κυρία τριγυρίζει,
Την καμαριέρα ο κύριος κανονίζει.
Κι εκείνη, που αγαπάει το χορό,
Κουνάει ρυθμικά τον πισινό.
Σαν τέλειωσαν, του λέει καμαρωτή.
«Κύριε, μεγάλη έχω απορία.
Το κάνω πιο καλά από την κυρία;»
«Μα ναι, της απαντάει, αναμφιβόλως.»
«Σας πιστεύω,» του λέει τότε αυτή,
«Γιατί μου το ’χει πει οι κόσμος όλος.»

Clement Marot [1495-1544]
 Μια μέρα του Δεκέμβρη ο Ρομπέν
Πάει την όμορφη Μαργκό να βρει
Και την παρακαλάει, αν μπορεί,
Το παγωμένο πράμα του, που δεν
Καταφέρνει κεφάλι να σηκώσει
Με τη φωτιά της να το ξεπαγώσει.
Αυτή από σκέτη δέχεται σπλαχνιά.
Κι αφού έχουν για καλά τα μέλη μπλέξει,
«Ε,» του λέει, «σα να φεύγει η παγωνιά.»
«Βέβαια,» της απαντάει, «μα θα βρέξει.»
  
Ένας παπάς, με κόκκινη μαγούλα
Προσπαθούσε ένα βράδυ να περάσει
Μέσα απ’ της κάμαράς του το καφάσι
Μια όμορφη χωριατοπούλα.
Περνάν τα μπράτσα, το κεφάλι
Το στήθος, αλλά κόλλησε το αφάλι.
Τραβάει αυτός, σπρώχνει κι αυτή
Μα τίποτα. Τότε της λέει στο αυτί.
«Αν δεν περάσει ο πισινός σου
Γύρισε πίσω στο χωριό σου.
Χωρίς αυτόν δεν γίνεται γιορτή.»

Guillaume Colletet [1596-1641]
Όταν της Λίζας το δεξί
Βυζί φιλάω, θυμωμένα
Μου λέει: «Δεν είναι αυτό για σένα,
Είναι του αντρός μου το βυζί.
Μπορείς αν θες να μου φιλάς
Το αριστερό ώσπου να χορτάσεις.
Κι ούτε απ’ τη μοιρασιά θα χάσεις:
Είναι το μέρος της καρδιάς.»

Γλυκό το σώμα της κυράς μου το αεράτο,
Γλυκό το κοίταγμα των πλάνων της ματιών,
Γλυκό το μέτωπο, το γέλιο της το ακράτο,
Γλυκό το φίλημα των λάγνων της χειλιών.

Γλυκός ο λόγος της, κελάρυσμα δροσάτο,
Κι ο χείμαρρος των μεταξένιων της μαλλιών,
Γλυκό το στήθος της, που ανατριχιάζει κάτω
Από το χάδι των καυτών μου των χεριών.

Γλυκό το πόδι της, το εξαίσιο της αφάλι
Κι η λεία της κοιλιά, που ’χω για μαξιλάρι,
Γλυκιά κι η κάθε κίνησή της, όλο χάρη.
Μα πιο γλυκό βρίσκω απ’ τα όσα της τα κάλλη
Των λαγονιών της το μεθυστικό ρυθμό…

Saint-Pavin [1595-1670]
Η Αλίνα, καλοχτενισμένη,
Σινάμενη και κουνιστή
Στο σπίτι μου ήρθε γελαστή
Σ’ αγόρι μεταμφιεσμένη.

Γιατί φοβόταν, η κουτή,
Αν ήταν γυναικεία ντυμένη,
Πως θα την άφηνα να μένει
Έξω απ’ την πόρτα την κλειστή.

Ομολογώ πως αρχικά
Εθύμωσα πραγματικά.
Μα ήταν χαριτωμένη τόσο
Που απ’ τη ντροπή για να τη σώσω
Της φέρθηκα καθώς σε κόρη
Που θέλει να περνάει για αγόρι.

Δυο φίλες τη λαχταριστή
Κι ονειρεμένη παραζάλη
Του έρωτα ψάχνουν στη ζεστή
Η μια της άλλης την αγκάλη.

Τ’ αθώα τους σπαταλώντας κάλλη
Παίζουν με χάρη ζηλευτή
Άλλοτε η μια κι άλλοτε η άλλη
Ρόλο ερωμένης, εραστή.

Μ’ αλοίμονο, ό,τι και να κάνουν
Τις όμορφές τους μέρες χάνουν.
Ποτέ τους δεν ικανοποιούνται.
Όσο κι αν προσπαθούν, να βρουν
Στο αγκάλιασμά τους δεν μπορούν
Την ηδονή που μας αρνιούνται.

Grecourt [1683-1743]
 Η μέρα του καλοκαιριού ζεστή
Στου ύπνου έχει πέσει η Λίζα την αγκάλη.
Κι είναι έτσι τροφαντή, λαχταριστή
Που άγιο μπορεί σε πειρασμό να βάλει.
Το μισοσηκωμένο νυχτικό της
Στα έκθαμβα μάτια αφήνει να φανεί
Ο θησαυρός της άγουρής της νιότης
Και μέσα μου φουντώνει η ηδονή.
Πάνω της λαύρος πέφτω. Αυτή θαρρεί
Πως κάποιο πράμα μέσα της σαλεύει.
Ξυπνάει ευθύς και λέει: «Τι τυχερή
Κοιμάμαι εγώ κι η τύχη μου δουλεύει.»

Alexis Piron [1689-1773]
 Δυο εραστές τρελό παιχνίδι στήσαν
Στου δάσους μιαν απόμερη γωνιά
Νομίζοντας πως ολομόναχοι ήσαν,
Με τις ξανθιές δρυάδες συντροφιά.
Μα στην πιο κρίσιμη στιγμή ακούνε
Βήματα. Τότε εκείνος της φωνάζει
«Πάμε να φύγουμε, τι θα μας δούνε.»
«Όχι, μη σταματάς» του αναστενάζει.
«Μα έρχεται κόσμος.» «Ε, και τι μ’αυτό;
Δεν διακρίνω μήτε ένα μου γνωστό».

Ένας νεαρός με μια κυρά στοιχηματίζει
Πως δώδεκα φορές θα της το κάνει.
Εκείνη δέχεται, και μάνι μάνι
Στο στρώμα πέφτουν και το γλέντι αρχίζει.
Μα όταν αυτός μετράει ως τις οχτώ,
«Το μέτρημα,» του λέει, «δεν ειν σωστό.
Με κλέβεις μια. Χωρίς να σε προσβάλω
Θαρρώ πως δεν αντέχεις άλλο
Και να ξεφύγεις προσπαθείς.»
Κι ο τύπος απαντάει ευθύς:
«Εγώ πάντα μετράω με προσοχή
Μα αν θέλεις, ξεκινάμε απ΄την αρχή.»  

Olivier de Magny [1529-1561]
 Την άνοιξη τι μου αρέσει ευθύς θα σας το πω:
Γύρω μου να ευωδιάζουνε τα ρόδα, το θυμάρι,
Στίχους να γράφω, και μαζί με τα πουλιά τη χάρη
Να τραγουδάω ολημερίς εκείνης που αγαπώ.

Το καλοκαίρι, ξαπλωμένος στο ζεστό χορτάρι
Να τη φιλάω, στο στήθος της το χέρι ν’ακουμπώ,
Μιας αχλαδιάς να γεύομαι το ζουμερό καρπό
Και να μεθάω με κρασί στιλπνό σαν κεχριμπάρι.

Σαν έρθουν του φθινόπωρου οι πρώτες κρύες μέρες
Παρέα με φίλους γκαρδιακούς κάστανα στη φωτιά
Να ψήνουμε, κι ευχάριστες να κάνουμε βεγγέρες.
Και το χειμώνα, που κλεισμένος μες στο σπίτι θα ’μαι
Να χουζουρεύω πρωί βράδυ πλάι στην πυροστιά
Και στης καλής μου τη θερμήν αγκάλη να κοιμάμαι.

Isaac de Benserade [1612-1691]
Κυρία, θα σας χαρίσω ένα πουλί
Που έχει ανεκτίμητη στ’ αλήθεια αξία.
Αρρώστια αν νοιώσετε ή κούραση πολλή
Αμέσως θα σας δώσει την υγεία.

Ημικρανία, κοιλόπονο, χολή,
Τα πάντα θεραπεύει μ’ ευκολία.
Μα προ παντός να φύγει συντελεί
Απ’ την καρδιά η βαριά μελαγχολία.

Κάποια το ’δε κυρά που το κρατούσα
Κι ευθύς εζήτει, χαμηλοβλεπούσα
Μ’ όλο της γης το βιος να τ’ αγοράσει.
Γιατί στ’ άλλα πουλιά δεν έχει μοιάσει.
Τόσο πολύ του αρέσει το κλουβί
Που κλαίει από χαρά, μέσα αν βρεθεί.

Lattaignant [1697-1779]
Τραγούδι στη μαρκησία de la Courcelle
 Όταν κανείς ερωτευτεί
Τίποτα δεν τον συγκρατεί.
Θα ’θελα να ’μαι καλτσοδέτα,
Τσατσάρα, μπικουτί, φουρκέτα,
Κάλτσα, σουτιέν, γιακάς, μανίκι,
Κολιέ, βραχιόλι, σκουλαρίκι,
Σκυλάκι, γάτα, παπαγάλος,
Ή έστω ένα πόδι σου, ένας κάλος.

Θα’ θελα να ’μουνα, στ’ αλήθεια,
Το ρόδο που έχεις μες στα στήθια,
Το κοκκινάδι που στο στόμα
Ύπουλα σε φιλάει, ακόμα
Κι αυτός ο ψύλλος που σου πίνει
Το αίμα στη ζεστή σου κλίνη
Πριν θυμωμένα τον τσακώσουν
Τα δάχτυλά σου και τον λυώσουν.

De Sigogne [1560-1611]
 Ωδή στην Αφροδίτη
Ω εσύ, θεά που όλους εμάς
Τις δύστυχες γυναίκες βοηθάς,
Γλυκιά του Έρωτα μητέρα,
Αν ήταν δυνατόν μια μέρα
Μες στο κρεβάτι μου να βρω
Έναν νιο Πρίαπο, βαρβάτο,
Κι αμέσως, ρίχνοντάς με κάτω
Με το θαυματουργό του υγρό
Να με δροσίσει ¨ κι αν επίσης
Μπορούσες απ’τις απαιτήσεις
Να μ’απαλλάξεις του δικού μου Ηφαίστου
Και να κοιμήσεις τις ορμές του¨
Τότε κι εγώ, για να σ’ ευχαριστήσω
Θα πήγαινα να σου στολίσω
Μ’ άνθη μυρτιάς το ιερό σου
Και ν’ αποθέσω στο βωμό σου
Ένα ομοίωμα του θείου
Και αξιολάτρευτου εργαλείου
Που φέρνει ερωτικό μεθύσι
Και κάνει υπέροχη τη ζήση.    

Alfred Delvau [1825-1867]
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ:
Θωρώντας τα γυμνά σου κάλλη, θέλω
Καθημερνά σονέτα να σου γράφω.
Σίγουρα ιδανικό θα ’σουν μοντέλο
Και για τον πιο απαιτητικό ζωγράφο.

Της ομορφιάς ο ήλιος ανατέλλει
Σκορπίζοντας τη θέρμη της φωτιάς της.
Τα στρουμπουλά και ροδαλά σου μέλη
Λες τα ’κανε δεινός ζαχαροπλάστης.

Τα εξάμετρά μου θε να ξεχειλίζουν
Με στίχους πιο λαμπρούς κι απ’ το τοπάζι
Που θα μεθάν, θα λυώνουν, θα ηλεκτρίζουν
Και θα ξανάβουν όποιον τους διαβάζει.

Η ΝΕΑ ΚΟΠΕΛΑ
Κράτα τους στίχους σου για μια άλλη μούσα.
Αγαπητέ, λιγότερο ποιητής
Και πιο θερμός κι έμπειρος εραστής
Να ’σουν ειλικρινά θα προτιμούσα.

Προδότη, μου ’δειξες του παραδείσου
Την πόρτα, μου ξεσήκωσες το νου
Και σύξυλη στα κρύα του λουτρού
Μ’ άφησες. Το ανήμπορο πουλί σου

Σήκωσε, και κατέβασε τη λύρα.
Αυτό που λογαριάζει στο κρεβάτι
Είναι του άντρα η ορμή η βαρβάτη
Που αφήνει πίσω της σωστή πλημμύρα.

Ω, δεν αντέχω, η πεθυμιά με σφάζει.
Το γείτονά μου φέρτε, που ’ναι τόσο
Λαύρος, το νιο του το πουλί να νοιώσω
Μες στη ζεστή φωλιά μου να σφαδάζει.

Stephane Mallarme [1842-1898]
 Mysticis Umbraculis
 Κοιμόταν και τρεμάμενο το φίνο δάχτυλό της,
Σπρωγμένο από όνειρο γλυκό της ροδαλής της νιότης,
Ετράβηξε το νυχτικό πάνω απ’τον αφαλό της.

Στο φως το αχνό του φεγγαριού η άσπρη της κοιλιά
Με χιόνι μοιάζει, όπου σοφού ζωγράφου η πινελιά
Πρόσθεσε τρελλοκότσυφα τη μαλλιαρή φωλιά.


Γαλλική ερωτική τολμηρη ποίηση σε μετάφραση του Ο. (της    Χρύσας Σπυροπούλου) περισσότερα κείμενα στην ανάρτηση στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ: