Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΜΕ ΝΟΗΜΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΕΦΕΥΡΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ (και μετά να... ξεχάσουμε ότι το έχουμε εφεύρει)


Στην ταινία «Ο κήπος του Γιάλομ: η φιλοσοφία μιας ζωής», ο κορυφαίος ψυχοθεραπευτής αυτοαναλύεται και αυτοβιογραφείται. Κεντρικοί ήρωες (με τη σειρά), ο μετανάστης παντοπώλης πατέρας του, η «δύσκολη» μητέρα του, η επί 60 χρόνια γυναίκα του Μέριλιν Koenic (επίσης συγγραφέας και ακαδημαϊκός), τα τέσσερα παιδιά του, τα εγγόνια του και οι σχέσεις ανάμεσα σε όλους αυτούς. Σαν να προσπαθεί να «διδάξει» - αυτήν τη φορά μέσα από το παράδειγμα της δικής του ζωής. Γιος Ρωσοεβραίων στην Αμερική του ’30, ο Irvin Yalom μεγάλωσε σε μια γειτονιά μαύρων στην Ουάσιγκτον. Επειδή εκείνη η περιοχή της πόλης δεν ήταν ασφαλής για υπαίθριο παιχνίδι, πήγαινε συχνά με το ποδήλατό του στη δημόσια βιβλιοθήκη, όπου βυθιζόταν στην ανάγνωση. Ως εκπαιδευόμενος στο Johns Hopkins γρήγορα απέρριψε την ψυχανάλυση και τη βιολογική ψυχολογία ως ανεπαρκείς θεωρίες και ξεκίνησε τη φιλοσοφική αναζήτησή του και την έρευνά του στον τομέα της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας. Είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Stanford στην Καλιφόρνια από τη δεκαετία του ’60 και συγγραφέας πολλών μπεστ σέλερ βιβλίων. Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απαντήσεις που δίνει σε… «καυτά» ερωτήματα όπως: Ποιο είναι το νόημα της ζωής, Αγάπη ή Έρωτας; Πόσο μπορεί να διαρκεί το πάθος σ’ ένα μεγάλο έρωτα, Γιατί προτιμούμε τη «βαρεμάρα» μιας καλής σχέσης από το πάθος, Είναι καλύτερα να παιδεύεσαι με τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα ή να ζεις ευτυχισμένος μέσα στην άγνοια σου; (και άλλα πολλά με ΚΛΙΚ στην εικόνα της ανάρτησης αλιευμένη από το διαδίκτυο):  



Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΔΙΑΡΚΕΙ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΝΑ ΤΟΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΟΥΜΕ Σ’ «ΑΞΙΟΠΡΕΠΗ» ΑΓΑΠΗ (Irvin Yalom)

Μετά από τόση υπαρξιακή αναζήτηση έχετε καταλάβει ποιο είναι το νόημα της ζωής; 
Η ζωή δεν... έρχεται με νόημα. Πρέπει να εφεύρουμε εμείς το νόημα και μετά να... ξεχάσουμε ότι το έχουμε εφεύρει.

Ποιο νόημα έχετε δώσει στη δική σας ζωή; 
Είμαι γιατρός, δάσκαλος και γονέας. Προσπαθώ να είμαι δημιουργικός ως συγγραφέας ώστε να βοηθάω και άλλους, περισσότερους ανθρώπους. 

Η αγωνία για «αιώνια» αναγνώριση αποτελεί κίνητρο σε ό,τι κάνετε; 
Είναι ωραίο για μένα να γνωρίζω ότι η ζωή μου υπήρξε χρήσιμη. Αλλά πόσους από εμάς θα μας θυμούνται πραγματικά οι επόμενες γενιές, μετά τα παιδιά και τα εγγόνια μας;

Τι λέτε σε κάποιον που δεν μπορεί να «εφεύρει» κανένα νόημα για την ύπαρξή του; 
Όταν κάποιος μου λέει ότι δεν έχει κανένα νόημα να ζει, προσπαθώ να εξερευνήσω τις σχέσεις του: Ποιους συναντά στην καθημερινότητά του; Τι τον εμποδίζει στην επικοινωνία; Για μένα, ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους ύπαρξης είναι η ουσιαστική διασύνδεση με άλλους ανθρώπους και η αγάπη.

Η αγάπη ή ο έρωτας; 
Η αγάπη για άλλους ανθρώπους, για τα παιδιά μας, για τους φίλους μας. Αναφέρομαι σε μια πιο σταθερή αγάπη και όχι στην κατάσταση της ερωτικής τρέλας.

Ο έρωτας είναι υπερεκτιμημένος στις μέρες μας; 
Σίγουρα η ιδέα τού να ερωτεύεσαι παρουσιάζεται ως ένα υπέροχο συναίσθημα στη λογοτεχνία και στις ταινίες. Μόνο που συνήθως δεν διαρκεί. Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μετατρέψουμε τον έρωτα σε μια πιο «αξιοπρεπή» αγάπη: να αγαπάμε τον άλλο όπως είναι και όχι όπως τον ονειρευόμαστε.

Γιατί να μην ερωτευόμαστε ξανά και ξανά άλλους ανθρώπους, ώστε να παραμένουμε συνέχεια ερωτευμένοι;
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια δυστυχισμένη ζωή.

Εσείς ερωτευτήκατε τη γυναίκα σας;
Όταν ήμασταν έφηβοι, ζήσαμε μια ολοκληρωμένη ρομαντική εμπειρία. Όμως, ευτυχώς, η αγάπη μας συμπεριλάμβανε και άλλα στοιχεία και έτσι -μετά από τους πρώτους μήνες έντονης συγκίνησης- εξακολουθήσαμε να ενδιαφερόμαστε ο ένας για τον άλλο.

Τα κοινά ενδιαφέροντα είναι το μυστικό του γάμου σας;
Σεβόμαστε ο ένας τον άλλο, έχουμε μια μεγάλη οικογένεια, πολλά εγγόνια, μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για τα βιβλία. Πρόκειται για μια καλή μακροχρόνια σχέση. Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζω καμία καλύτερη.

Οπότε προτιμήσατε τη «βαρεμάρα» μιας καλής σχέσης από το πάθος;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει μεταξύ μας το τυφλό πάθος όπου θέλουμε οπωσδήποτε να βγάλουμε τα ρούχα μας, αλλά υπάρχει πολύ πάθος! Χαίρομαι να είμαι με τη γυναίκα μου.
Το σεξ είναι σημαντικό σε ένα γάμο, σύμφωνα με την επιστημονική σας άποψη; Η κακή σεξουαλική ζωή προξενεί μεγάλη θλίψη στους ανθρώπους. Περνάμε πολλές ώρες στην ψυχοθεραπεία προσπαθώντας να καταλάβουμε γιατί το σεξ δεν λειτουργεί και θα μπορούσα να αναφέρω μια ολόκληρη λίστα από λόγους. Η σεξουαλικότητα είναι σημαντικό μέρος του δεσμού ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα.

Πώς εξηγείτε ότι οι γάμοι όλων των παιδιών σας κατέληξαν σε διαζύγια;
Το θέμα είναι και λίγο πολιτιστικό. Όταν εγώ παντρεύτηκα, δεν είχα καν ακούσει τη λέξη «διαζύγιο». Όλοι οι καλοί μου φίλοι από το γυμνάσιο παραμένουν παντρεμένοι.

Η εβραϊκή σας καταγωγή έπαιξε ρόλο στη ζωή σας;
Δεν παίρνω τη θρησκεία πολύ στα σοβαρά. Η θρησκεία μπορεί να βοηθήσει πολλούς ανθρώπους, αλλά μπορεί και να βλάψει πολλούς ανθρώπους.

Προτιμάτε έναν ευσπλαχνικό ιερέα ή έναν ψυχρό ψυχοθεραπευτή;
Εάν ο ιερέας είναι ευσπλαχνικός και σοφός, σίγουρα θα τον προτιμούσα.

Καλύτερα να παιδεύεσαι με τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα ή να ζεις ευτυχισμένος μέσα στην άγνοιά σου;
Σίγουρα συμφωνώ με τον Σωκράτη στο ότι, για να ζήσει κανείς μια ολοκληρωμένη ζωή, πρέπει πρώτα να καταλάβει τον εαυτό του. Όμως δεν χρειάζεται να μελετάς υπαρξιακή φιλοσοφία για να είσαι χαρούμενος!

Τα χάπια βοηθούν;
Τα χάπια δεν είναι λύση εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως η κατάθλιψη που οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες. Δυστυχώς, όμως, υπάρχει αυτή η τάση προς τη φαρμακευτική θεραπεία. Λίγοι ψυχίατροι διδάσκονται πλέον πώς να είναι ψυχοθεραπευτές.

Γιατί;
Για τα λεφτά. Οι ασφαλιστικές εταιρείες απαιτούν από τους γιατρούς να κουράρουν τους ασθενείς τους όσο το δυνατόν γρηγορότερα και οικονομικότερα.

Εσείς εξακολουθείτε να αυτοαναλύεστε;
Βρίσκομαι συχνά με μια παρέα φίλων ψυχιάτρων. Εμείς οι ίδιοι είμαστε το καλύτερο εργαλείο που διαθέτουμε για να δουλεύουμε με τους ασθενείς μας. 

Νιώθετε καλύτερα τώρα ή όταν ήσαστε νέος;
Μου λείπει που δεν μπορώ πια να παίζω τένις... αλλά νιώθω πολύ πιο άνετα και ευχαριστημένος από τον εαυτό μου. Όταν ο ήλιος δύει, αρχίζεις να βλέπεις άλλα πράγματα στον ουρανό. Σήμερα απολαμβάνω τα αστέρια.

Έχετε κατορθώσει να βοηθήσετε τον εαυτό σας να μη φοβάται το θάνατο;
Φυσικά λυπάμαι που θα αφήσω αυτή την καλή ζωή σύντομα, αλλά δεν διακατέχομαι από τρόμο. Εχω ζήσει μια γεμάτη ζωή και αισθάνομαι πολύ τυχερός.

Η οικονομική κρίση επηρεάζει υπαρξιακά τους ανθρώπους;
Δημιουργεί περισσότερη δυστυχία. Είναι σημαντικό να μην ξεπέφτουμε οικονομικά, να μας αρέσει η δουλειά μας, να έχουμε υγεία... Μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι η κατάθλιψη και το άγχος δεν έχουν οικονομικό υπόβαθρο.
[ΠΗΓΗ: Κατερίνα Μπακογιάννη, Καθημερινή]

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

ΑΝ ΛΑΧΤΑΡΑΤΕ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ, ΝΗ ΣΠΑΤΑΛΑΤΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΕΛΙΚΑ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΑΝΑΓΚΗ


«Το πρόβλημα Σπινόζα» μέσα από τα μάτια του Ίρβιν Γιάλομ (Irvin D. Yalom):
Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν στην αναζήτηση της σοφίας και στις συμφορές που ακολουθούν όποιον είναι αρκετά θαρραλέος -ή αρκετά ανόητος- ώστε να αποπειραθεί να ζήσει σαν φιλόσοφος δηλαδή με αρμονία ψυχής
Οι παράλληλοι βίοι δύο εντελώς αντίθετων προσωπικοτήτων απασχολούν τον Ίρβιν Γιάλομ στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Το πρόβλημα Σπινόζα». Από την μία η ασκητική ζωή του Σπινόζα, ενός από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών και στον αντίποδα ο Ναζί καταθλιπτικός τυχοδιώκτης, Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ. Εστιάζει το βλέμμα του στον Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, το Ναζί ιδεολόγο που ευθυνόταν κυρίως για το διανοητικό πρόγραμμα του κόμματος του. Ο Ρόζενμπεργκ κατατρύχεται από την πνευματική κληρονομιά του ήρωα του, του Γκαίτε, από την στιγμή που ανακαλύπτει ότι ο ποιητής έτρεφε θαυμασμό για τον Σπινόζα: έναν αποσυνάγωγο Εβραίο, που η κοινότητα του τον κατηγόρησε ως αιρετικό και για τον οποίο ο Ρόζενμπεργκ νοιώθει σεβασμό και απώθηση μαζί. Πραγματικότηα ή μυθοπλασία; Ο ίδιος ο Ίρβιν Γιάλομ διευκρινίζει: επιχείρησα να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να είχε συμβεί. Παραμένοντας όσο γίνεται πιο κοντά στα ιστορικά γεγονότα, άντλησα στοιχεία από την επιστημονική μου ιδιότητα του ψυχιάτρου για να φανταστώ τον ψυχικό κόσμο των ηρώων μου, του Μπέντο Σπινόζα (17ο αιώνας) και του Άλφρεντ Ρόζεμπεγκ (20ος αιώνας). Επινόησα και δυο φανταστικούς χαρακτήρες, τον Φράνκο και τον Φρήντριχ, για να χρησιμεύουν ως πύλες εισόδου στην ψυχή των πρωταγωνιστών μου. Όλες οι σκηνές στις οποίες εμφανίζονται αυτοί οι ήρωες είναι βεβαίως φανταστικές. Ιδού δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:


ΑΜΣΤΕΡΔΑΜ 1656:  ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΖΩΗΣ: Η ΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ (διάλογος περί ευδαιμονίας – αποσπάσματα από το ενδέκατο κεφάλαιο του βιβλίου)
Ο Βαν ντεν Έντεν ξεκίνησε την ανάλυσή του στο μάθημα των Ελληνικών αναφωνώντας: «Ευδαιμονία». Ας εξετάσουμε ις δυο ρίζες: «ευ;». Έβαλε το χέρι πλάι στο αυτί και περίμενε. Οι μαθητές απάντησαν δειλά «καλό», «φυσιολογικό», «ευχάριστο». Ο Βαν ντεν Έντεν επανέλαβε την ερώτηση με τη λέξη «δαίμων», στην οποία η αντίδραση πιο θαρραλέα και ομόφωνη: «πνεύμα», «δαιμόνιο», «ελάσσων θεότητα»

«Ναι, ναι, ναι. Και τα τρία είναι σωστά, σε συνδυασμό όμως με το «ευ» η σημασία κλίνει περισσότερο προς την «αγαθή τύχη», επομένως η ευδαιμονία συνήθως υποδηλώνει την «ευζωία», την «ευτυχία» ή την «ευημερία». Είναι όμως αυτά συνώνυμα; Εκ πρώτης όψεως έτσι δείχνουν, στην πραγματικότητα όμως αμέτρητοι φιλόσοφοι έχουν αναλύσει τις διαφορετικές τους αποχρώσεις. Η ευδαιμονία είναι άραγε μια ψυχική κατάσταση; Ή ένας τρόπος ζωής;». Χωρίς να περιμένει απάντηση, ο Βαν ντεν Έντεν πρόσθεσε: «Ή μήπως είναι απλώς ηδονιστική απόλαυση; Ή μήπως συνδέεται με την έννοια της αρετής που σημαίνει;» Έβαλε πάλι το χέρι του στο αυτί και περίμενε ώσπου δυο μαθητές απάντησαν συγχρόνως «Ηθική»

«Ναι, ακριβώς, και πολλοί αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ενσωματώνουν την αρετή στην έννοια της ευδαιμονίας, εξυψώνοντάς τη ίσως έτσι από την υποκειμενική κατάσταση του να νιώθεις ευτυχής στο υψηλότερο ζήτημα του να ζεις μία ηθική, ενάρετη, επιθυμητή ζωή. Ο Σωκράτης είχε ορισμένες πολύ έντονες απόψεις γύρω από αυτό το θέμα: θυμηθείτε τα όσα διαβάσαμε την περασμένη εβδομάδα στην ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ, όπου ο Σωκράτης προσεγγίζει έναν Αθηναίο συμπολίτη του και θέτει το ζήτημα της αρετής με τα παρακάτω λόγια…». Στο σημείο αυτό ο Βαν ντεν Έντεν παίρνει μια θεατρική πόζα, απαγγέλει Πλάτωνα στα Ελληνικά κι έπειτα μεταφράζει αργά στα Λατινικά για τον Ντιρκ και τον Μπέντο: «Δεν ντρέπεσαι για τη λαχτάρα σου να κατέχεις όσο δυνατόν περισσότερο πλούτο, φήμη και τιμές, ενώ δεν νοιάζεσαι ούτε σε απασχολεί η σοφία ή αλήθεια ή η καλύτερη δυνατή κατάσταση της ψυχής σου;»

Μην ξεχνάτε ότι τα πιο πρώιμα έργα του Πλάτωνα αντανακλούν τις ιδέες του δασκάλου του, του Σωκράτη, ενώ στο πιο όψιμο έργο του, την ΠΟΛΙΤΕΙΑ, βλέπουμε ν’ αναδύονται οι δικές του ιδέες, οι οποίες υπογραμμίζουν ορισμένα απόλυτα μέτρα που αφορούν τη δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές στη μεταφυσική σφαίρα. Πώς συλλαμβάνει ο Πλάτωνας τον θεμελιώδη σκοπό μας στη ζωή; Κατά την γνώμη του ο σκοπός αυτός είναι να κατακτήσουμε την υψηλότερη μορφή γνώσης. Έτσι αντιλαμβανόταν την έννοια του «καλού», από τα οποία αντλούν την αξία τους όλα τα υπόλοιπα. Μόνο τότε, λέει ο Πλάτων, είμαστε ικανοί ν’ αγγίξουμε την ευδαιμονία – που κατά τη δική του άποψη είναι μια κατάσταση αρμονίας της ψυχής. Θα επαναλάβω τη φράση «αρμονία της ψυχής», αξίζει να τη θυμάστε. Μπορεί να σας φανεί πολύ χρήσιμη στη ζωή σας.
Ας πάμε τώρα στον επόμενο μεγάλο φιλόσοφο, τον Αριστοτέλη, ο οποίος σπούδασε πλάι στον Πλάτωνα για είκοσι περίπου χρόνια. Είκοσι χρόνια! Να το θυμάστε αυτό, όσοι από σας κλαψουρίζετε ότι το δικό μου εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι πολύ δύσκολο και διαρκεί πολύ.

Στα χωρία από τα ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ που θα διαβάσετε αυτή την εβδομάδα θα δείτε ότι ο Αριστοτέλης έχει ορισμένες έντονες απόψεις για το τι σχηματίζει καλή ζωή. Ήταν βέβαιος ότι η καλή ζωή δεν συνίσταται στις απολαύσεις των αισθήσεων ούτε στη φήμη ή τα πλούτη. Ποιον θεωρούσε ο Αριστοτέλης σκοπό μας στη ζωή; Πίστευε ότι σκοπός μας είναι να πραγματώσουμε τη μοναδική εσώτερη λειτουργία μας. «Τι είναι εκείνο», ρωτάει ο Αριστοτέλης «που μας διακρίνει από τις άλλες μορφές ζωής;» «Θέτω σε σας αυτό το ερώτημα».
Η τάξη δεν είχε έτοιμες απαντήσεις. Ύστερα από λίγη ώρα ένας μαθητής λέει: «Εμείς γελάμε, τα άλλα ζώα δεν μπορούν» και προκαλεί μερικά γελάκια στους υπόλοιπους. Ένας άλλος λέει «περπατάμε με δύο πόδια».
«Το γέλιο και τα πόδια – αυτή είναι η καλύτερη σας απάντηση;» φώναξε ο Βαν ντεν Έντεν. «Τόσο επιπόλαιες απαντήσεις υποβιβάζουν αυτή τη συζήτηση. Σκεφτείτε! Ποιο είναι το μείζον χαρακτηριστικό που μας διακρίνει από τις κατώτερες μορφές ζωής;» Ξαφνικά γυρίζει στον Μπέντο: «Θέτω την ερώτηση σ’ εσένα, Μπέντο Σπινόζα».

Χωρίς να σκεφτεί ούτε μια στιγμή, ο Μπέντο λέει: «Πιστεύω πως είναι η μοναδική μας ικανότητα για λογική σκέψη».
«Ακριβώς. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι ο ευτυχέστερος άνθρωπος είναι εκείνος που πραγματώνει σε μεγαλύτερο βαθμό αυτήν ακριβώς τη λειτουργία».
«Επομένως το ανώτερο και ευτυχέστερο εγχείρημα είναι να γίνεις φιλόσοφος;» ρώτησε ο Αλφόνς, ο πιο έξυπνος μαθητής της τάξης των Ελληνικών, που ενοχλήθηκε από την γρήγορη και εύστοχη απάντηση του Μπέντο. «Δεν μοιάζει ιδιοτελές για έναν φιλόσοφο να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο;»

«Ναι, Αλφονς, και δεν είσαι ο πρώτος στοχαστής που φτάνει σ’ αυτό το συμπέρασμα. Αυτή η παρατήρησή σου μας οδηγεί στον Επίκουρο, έναν άλλο σπουδαίο Έλληνα στοχαστή που εισήγαγε μερικές ιδέες ριζικά διαφορετικές σχετικά με την ευδαιμονία και με την αποστολή του φιλοσόφου. Σε δύο βδομάδες θα διαβάσετε Επίκουρο και θα δείτε πώς κι αυτός μιλούσε για καλή ζωή αλλά χρησιμοποιούσε μία εντελώς άλλη λέξη. Ο Επίκουρος μιλάει πολύ για την «αταραξία» που μεταφράζεται…» πάλι ο Βαν ντεν Έντεν περιμένει απάντηση.
Ο Αλφόνς απαντάει αμέσως «γαλήνη» και σε λίγο και άλλοι προσθέτουν «ηρεμία» και «ψυχική γαλήνη».
«Ναι, ναι, πολύ ωραία» είπε ο Βαν ντεν Έντεν, εμφανώς όλο και πιο ευχαριστημένος από την επίδοση της τάξης του. Για τον Επίκουρο η αταραξία ήταν η μοναδική αληθινή ευτυχία. Και πώς την επιτυγχάνουμε; Όχι μέσα από την αρμονία της ψυχής του Πλάτωνα ούτε μέσα από την κατάκτηση της λογικής του Αριστοτέλη αλλά απλώς με την εξάλειψη της ανησυχίας και του άγχους. Αν σας μιλούσε αυτή τη στιγμή ο Επίκουρος, θα σας προέτρεπε ν’ απλοποιήσετε τη ζωή σας. Να πως θα το διατύπωνε, αν στεκόταν μπροστά σας σήμερα.
Ο Βαν ντεν Έντεν καθάρισε το λαιμό του και μίλησε με ύφος συντροφικό:

«Φίλοι μου, οι ανάγκες σας είναι λίγες, ικανοποιούνται εύκολα και ο όποιος αναγκαίος πόνος είναι εύκολα ανεκτός. Μη περιπλέκετε τη ζωή σας με ασήμαντους στόχους όπως τα πλούτη και η φήμη: είναι εχθροί της αταραξίας. Η φήμη, για παράδειγμα, προκύπτει από τις γνώμες των άλλων και απαιτεί να ζήσουμε τη ζωή μας όπως οι άλλοι το επιθυμούν. Για να κατακτήσουμε και να διατηρήσουμε τη φήμη, χρειάζεται να μας αρέσουν εκείνα που αρέσουν στους άλλους και ν’ αποφεύγουν ό,τι αποφεύγουν εκείνοι. Μακριά λοιπόν από μια ζωή με καλή φήμη δηλαδή μια ζωή με πολιτική! Όσο για τα πλούτη; Αποφύγετέ τα! Είναι παγίδα! Όσο πιο πολλά έχουμε τόσο πιο πολλά λαχταράμε και τόσο πιο βαθιά είναι η θλίψη μας, όταν η λαχτάρα μας δεν ικανοποιείται. Ακούστε με, φίλοι μου: αν λαχταράτε την ευτυχία, μη σπαταλάτε τη ζωή σας στον αγώνα για πράγματα τα οποία τελικά δεν έχετε ανάγκη.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ του διαλόγου για την ευδαιμονία και τη ψυχική γαλήνη στη 131 σελίδα του βιβλίου.

ΕΣΘΟΝΙΑ -1918: ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ Ο ΚΛΑΔΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΝΟΖΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕ ΠΩΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΕΧΟΥΝ ΜΙΑ ΑΙΤΙΑ ΠΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΜΠΟΡΕΙ Ν’ ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΕΙ (αποσπάσματα από το δωδέκατο κεφάλαιο του βιβλίου)
Την επόμενη της πρώτης του συνάντησης με τον Φρήντριχ, ο Άλφρεντ καθόταν στην μπιραρία με το βλέμμα καρφωμένο στην είσοδο και μόλις τον διέκρινε πήδηξε όρθιος για να τον χαιρετήσει.
«Χαίρομαι που σε βλέπω, Φρήντριχ. Σ’ ευχαριστώ που βρήκες χρόνο για μένα».
Πήραν την μπίρα τους και κάθισαν στο ίδιο ήσυχο γωνιακό τραπέζι. Ο Άλφρεντ είχε πάρει την απόφαση να μη βρεθεί πάλι στο επίκεντρο της όλης κουβέντας, γι’ αυτό άρχισε να ρωτάει: «Πώς είστε η μητέρα σου κι εσύ;»

«Η μητέρα μου εξακολουθεί να είναι σοκαρισμένη, προσπαθεί ακόμα να συλλάβει την ιδέα πως ο πατέρας μου έχει φύγει από τη ζωή. Μερικές φορές μοιάζει να ξεχνά πως δεν υπάρχει πια. Δύο φορές της φάνηκε πως τον διέκρινε σε μια ομάδα ανθρώπων που στέκονταν έξω από το σπίτι. Το πιο παράξενο όμως είναι η άρνηση που έχει στα όνειρά της! Όταν ξύπνησε σήμερα το πρωί, είπε ότι ήταν τρομερό για κείνη να πρέπει ν’ ανοίξει τα μάτια: χαιρόταν τόσο πολύ που στο όνειρό της περπατούσε και μιλούσε με τον πατέρα μου, γι’ αυτό δεν της άρεσε καθόλου που ξύπνησε και βρέθηκε σε μια πραγματικότητα, στην οποία εκείνος εξακολουθούσε να είναι νεκρός»
«Όσο για μένα», συνέχισε ο Φρήντριχ, «αγωνίζομαι σε δύο μέτωπα σαν το γερμανικό στρατό. Δεν είναι μόνο η προσπάθεια να δεχθώ το γεγονός του θανάτου του αλλά σ’ αυτό το σύντομο διάστημα που βρίσκομαι εδώ χρειάζεται να βοηθήσω και τη μητέρα μου. Κι αυτό είναι ζόρικο».
«Τι εννοείς ζόρικο;» ρώτησε ο Άλφρεντ.

Για να βοηθήσεις κάποιον, πιστεύω πως χρειάζεται να μπεις στο δικό του κόσμο. Όποτε όμως προσπαθώ να το κάνω αυτό με τη μητέρα μου, το μυαλό μου φτερουγίζει μακριά, και μέσα σε δύο-τρία δευτερόλεπτα έχω αρχίσει να σκέφτομαι κάτι εντελώς διαφορετικό. Πριν από λίγο έκλαιγε και, καθώς την αγκάλιασα για να την παρηγορήσω, παρατήρησα πως οι σκέψεις μου ήδη στρέφονταν στη συνάντηση που θα είχα μαζί σου. Για μία στιγμή ένιωσα ενοχή. Τότε υπενθύμισα στον εαυτό μου πως δεν είμαι παρά άνθρωπος και πως εμείς οι άνθρωποι διαθέτουμε μία εγγενή τάση προς τον προστατευτικό περισπασμό. Με απασχολεί που δεν μπορώ να παραμείνω συγκεντρωμένος στο θάνατο του πατέρα μου. Πιστεύω, επειδή με φέρνει αντιμέτωπο με το δικό μου θάνατο, κι αυτό το ενδεχόμενο είναι υπερβολικά τρομακτικό για να το αντέξω. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη εξήγηση. Εσύ τι γνώμη έχεις;» Ο Φρήντριχ σταμάτησε και κοίταξε τον Άλφρεντ ίσια στα μάτια.
«Αυτά τα πράγματα δεν τα γνωρίζω αλλά το συμπέρασμα σου μοιάζει εύλογο. Κι εγώ δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να σκεφτεί βαθιά το θάνατο. Πάντα απεχθανόμουν την επιμονή του πατέρα μου να με πηγαίνει στον τάφο της μητέρας μου».

Ο Φρήντριχ έμεινε σιωπηλός ώσπου να βεβαιωθεί ότι ο Άλφρεντ δεν σκόπευε να πει περισσότερα και τότε είπε: «Σου έδωσα λοιπόν μια μακροσκελή απάντηση στην ερώτηση πώς είμαι, όπως βλέπεις όμως μ’ αρέσει πολύ να παρατηρώ και να συζητώ όλους αυτούς τους μηχανισμούς του νου. Μήπως η απάντησή μου ήταν πολύ πιο προσωπική απ’ όσο περίμενες ή απ’ όσο επιθυμούσες;»
«Ήταν πράγματι πιο μεγάλη απ’ όσο περίμενα αλλά ήταν αληθινή, βαθιά και πηγαία. Σε θαυμάζω που αποφεύγεις τόσο πολύ την επιφανειακότητα. που είσαι τόσο πρόθυμος να μοιραστείς τις σκέψεις σου ειλικρινά και χωρίς να νιώθεις ντροπή».
«Κι εσύ Άλφρεντ, στο τέλος της χθεσινής συζήτησης προχώρησες βαθιά μέσα στον εαυτό σου. Είχε επιπτώσεις αυτό;»
«Ομολογώ ότι με αναστάτωσε… Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω την κουβέντα μας».
«Ποιο μέρος της δεν σου ήταν σαφές;»
«Δεν μιλώ για τη σαφήνεια των εννοιών αλλά για την παράξενη αίσθηση που είχα μιλώντας μαζί σου. Κουβεντιάσαμε πολύ λίγη ώρα –πόσο ήταν;-, τρία τέταρτα, κάτι τέτοιο. Κι όμως ανακάλυψα τόσα πολλά κι ένιωσα τόσο συνδεδεμένος, τόσο παράξενα… κοντά. Σαν να σε γνώριζα στενά όλη μου τη ζωή»
«Ήταν δυσάρεστο αυτό το αίσθημα;»
«Και ναι και όχι. Ήταν ωραίο, γιατί αμβλύνει την αίσθησή μου ότι δεν έχω ρίζες, ότι δεν έχω σπίτι. Ήταν όμως και δυσάρεστο, γιατί η χθεσινή συζήτηση ήταν εξαιρετικά αλλόκοτη –όπως σου ξαναείπα, ποτέ δεν έχω ξαναμιλήσει τόσο προσωπικά ούτε έχω ποτέ εμπιστευτεί έναν άγνωστο τόσο γρήγορα».
«Δεν είμαι όμως άγνωστος, αφού είμαι φίλος του Όιγκεν. Ή ας πούμε ότι είμαι γνώριμος άγνωστος που απέκτησε πρόσβαση στα πιο κρυφά δωμάτια του σπιτιού της παιδικής σου ηλικίας».
«Σε σκέφτηκα πολλές φορές από χθες, Φρήντριχ. προέκυψε ένα ζήτημα κι αναρωτιέμαι αν θα μου επέτρεπες μια προσωπική ερώτηση…»
«Μα φυσικά. Δεν χρειάζεται να ρωτάς – μου αρέσουν οι προσωπικές ερωτήσεις».

«Όταν σε ρώτησα πώς απέκτησες τέτοιες δεξιότητες στη συζήτηση και στη διερεύνηση του νου, απάντησες πως οφείλονται στις ιατρικές σπουδές σου. Σκεφτόμουν όμως όλους τους γιατρούς που έχω γνωρίσει και κανείς τους, ούτε ένας, δεν διέθετε ποτέ ίχνος από το δικό σου ενδιαφέρον και διάθεση επαφής. Μ’ αυτούς είναι δουλειά – κάνουν μερικές βιαστικές ερωτήσεις, δεν μπαίνουν ποτέ σε προσωπική διερεύνηση, έπειτα γράφουν σύντομα κάποια μυστήρια συνταγή στα λατινικά κι ακολουθεί το «Ο επόμενος, παρακαλώ». Εσύ πώς είσαι τόσο διαφορετικός, Φρήντριχ;»
«Δεν υπήρξα απόλυτα ειλικρινής μαζί σου, Άλφρεντ» απάντησε ο Φρήντριχ, κοιτώντας τον στα μάτια με τη συνηθισμένη του ευθύτητα. «Είναι αλήθεια ότι είμαι γιατρός αλλά σου έκρυψα κάτι – έχω ήδη ολοκληρώσει την εκπαίδευσή μου στην ψυχιατρική και ακριβώς η εμπειρία αυτή διαμόρφωσε τον τρόπο που σκέφτομαι και μιλώ».
«Μοιάζει τόσο αθώο. Γιατί να μπεις στον κόπο να το κρύψεις;»

«Στις μέρες μας όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να νιώθουν ανήσυχοι και κάνουν πίσω αναζητώντας οδό διαφυγής, όταν μαθαίνουν πως είμαι ψυχίατρος. Τους μπαίνει η ανόητη ιδέα ότι οι ψυχίατροι μπορούν να διαβάσουν τη σκέψη και να μάθουν όλα τα σκοτεινά τους μυστικά».
Ο Άλφρεντ συμφώνησε. «Ίσως να μην είναι και τόσο ανόητη, Χθες έμοιαζε πράγματι σαν να διαβάζεις τη σκέψη μου».
«Όχι, όχι, όχι. Μαθαίνω όμως να διαβάζω τη δική μου σκέψη και μέσα απ’ αυτή την εμπειρία μπορεί να χρησιμεύσω σαν οδηγός, για να διαβάσεις εσύ τη δική σου. Αυτή είναι η κυριότερη κατεύθυνση τώρα στον κλάδο μου».

«Πρέπει να ομολογήσω ότι είσαι ο πρώτος ψυχίατρος που γνωρίζω. Δεν ξέρω τίποτε για τον κλάδο σου».
«Για πολλούς αιώνες οι ψυχίατροι έκαναν κυρίως διαγνώσεις και συνόδευαν στα άσυλα ψυχωτικούς ασθενείς, σχεδόν πάντοτε ανίατους. Την τελευταία δεκαετία όμως όλα αυτά άλλαξαν. Η αλλαγή ξεκίνησε με τον Ζίγκμουντ Φρόυντ στη Βιέννη, ο οποίος επινόησε μία ομιλητική θεραπεία που ονομάστηκε ψυχανάλυση και μας επιτρέπει να βοηθάμε τους ασθενείς να ξεπεράσουν τα ψυχολογικά τους προβλήματα. Σήμερα μπορούμε να θεραπεύσουμε παθήσεις όπως το ακραίο άγχος ή το διαρκές πένθος ή κάτι το οποίο ονομάζουμε «υστερία» - μία πάθηση στην οποία η ασθενής έχει σωματικά συμπτώματα ψυχολογικής προέλευσης. Οι δάσκαλοί μου στη Ζυρίχη, ο Καρλ Γιουνγκ και ο Όιγκεν Μπλόιλερ, είναι πρωτοπόροι σ’ αυτόν τον τομέα. Η προσέγγισή τους με ενθουσιάζει και σε λίγο θα ξεκινήσω μία πιο προχωρημένη εκπαίδευση στην ψυχανάλυση στο βερολίνο με τον Καρλ Άμπραχαμ, έναν καθηγητή που χαίρει πολύ μεγάλης εκτίμησης».   
«Έχω ακούσει μερικά πράγματα για την ψυχανάλυση. Έχω ακούσει να την αποκαλούν μία ακόμα εβραϊκή συνωμοσία. Όλοι σου οι δάσκαλοι είναι Εβραίοι;»
«Οπωσδήποτε όχι ο Γιούνγκ και ο Μπλόιλερ».
«Όμως, Φρήντριχ, γιατί να μπεις σ’ ένα κλάδο που τον νέμονται οι Εβραίοι;»
«Θα τον νέμονται οι Εβραίοι, αν δεν μπούμε σ’ αυτόν κι εμείς οι Γερμανοί. Ή να το πω αλλιώς. Παραείναι σημαντικός για να τον αφήσουμε στους Εβραίους».
«Γιατί όμως να μολυνθείς; Γιατί να γίνεις μαθητής Εβραίων;»

«Είναι κλάδος της επιστήμης. Άκου, Άλφρεντ, σκέψου το παράδειγμα ενός άλλου επιστήμονα, του γερμανοεβραίου Άλμπερτ Αϊνστάιν. Όλη η Ευρώπη μιλάει γι’ αυτόν – το έργο του θα αλλάξει για πάντα την όψη της Φυσικής. Δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις τη σύγχρονη Φυσική εβραϊκή Φυσική, Η Φυσική είναι Φυσική. Στην ιατρική σχολή ένας από τους καθηγητές μου στην ανατομία ήταν Εβραίος της Ελβετίας – δεν μου δίδαξε όμως εβραϊκή ανατομία. Κι αν ο μεγάλος Ουίλλιαμ Χάρβεϋ ήταν Εβραίος και πάλι δε θα πίστευες πως το αίμα κυκλοφορεί; Αν ο Κέπλερ ήταν Εβραίος, πάλι δεν θα πίστευες ότι η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο; Η επιστήμη είναι επιστήμη άσχετα ποιος κάνει την συγκεκριμένη ανακάλυψη»

«Με τους Εβραίους είναι διαφορετικά» αντέκρουσε ο Άλφρεντ. «Οι Εβραίοι διαφθείρουν, μονοπωλούν, εξαντλούν κάθε τομέα. Πάρε την πολιτική. Είδα με τα μάτια μου τους Εβραίους μπολσεβίκους να υπονομεύουν ολόκληρη τη ρωσική κυβέρνηση. Είδα το πρόσωπο της αναρχίας στους δρόμους της Μόσχας. Πάρε τις τράπεζες. Είδες ποιο ρόλο παίζουν οι Ρότσιλντ σ’ αυτό τον πόλεμο; Κινούν τα νήματα κι όλη η Ευρώπη χορεύει. Πάρε το Θέατρο. Μόλις το αναλάβουν αυτοί, δεν επιτρέπουν να δουλέψουν παρά μόνο Εβραίοι»
«Άλφρεντ, σε όλους μας αρέσει να μισούμε τους Εβραίους, εσύ όμως τους μισείς με τόση… ένταση. Τους αναφέρεις τόσο συχνά στις πολύ σύντομες κουβέντες μας. Για να δούμε… ανέφερες εκείνο τον εβραίο λοχία στην απόπειρά σου να καταταγείς, τον Χούσσερλ, τον Φρόυντ, τους μπολσεβίκους. Τι θα έλεγες αν προχωρούσαμε σε μία φιλοσοφική διερεύνηση αυτής της έντασης;»

«Τι εννοιείς;»
«Ένα από τα πράγματα που μ’ αρέσουν στην ψυχιατρική είναι ότι ρέπει προς τη Φιλοσοφία, αντίθετα με κάθε άλλο κλάδο της Ιατρικής. Όπως οι φιλόσοφοι, έτσι κι εμείς οι ψυχίατροι βασιζόμαστε στη λογική διερεύνηση. Βοηθάμε τους ασθενείς όχι μόνο να προσδιορίσουν και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους αλλά επιπλέον ρωτάμε «γιατί»; Ποια είναι η πηγή τους; Γιατί αναδύονται στο νου ορισμένα συμπλέγματα; Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα ο κλάδος μας ξεκίνησε από τον Σπινόζα, ο οποίος πίστευε πως τα πάντα ακόμα και τα συναισθήματα και οι σκέψεις, έχουν μία αιτία που με την κατάλληλη διερεύνηση μπορεί ν’ αποκαλυφθεί».

Βλέποντας την απορημένη έκφραση στο πρόσωπο του Άλφρεντ, ο Φρήντριχ συνέχισε: «Δείχνεις ν’ απορείς. Θα προσπαθήσω να γίνω πιο σαφής. Σκέψου την πολύ σύντομη μικρή διαδρομή μας σε κάτι που σε στοιχειώνει – στο αίσθημα ότι «δεν βρίσκεσαι στο σπίτι σου». Χθες, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά άτυπης κουβέντας, καταλήξαμε σε διάφορες πηγές από τις οποίες προέρχεται η αίσθησή σου ότι δεν έχεις ρίζες. Για θυμήσου: μίλησες για την απουσία της μητέρας σου και τον άρρωστο απόμακρο πατέρα σου. Έπειτα είπες ότι διάλεξες λάθος ακαδημαϊκό κλάδο κι έπειτα μίλησες για την έλλειψη αυτοεκτίμησης που έχει σαν αποτέλεσμα να μην νιώθεις οικεία με τον ίδιο σου τον εαυτό – σωστά; Με παρακολουθείς;
Ο Άλφρεντ έγνεψε ναι.
«Φαντάσου τώρα πόσο πιο πλούσια θα ήταν η ανασκαφή μας, αν είχαμε στη διάθεσή μας πολλές πολλές ώρες στη διάρκεια αρκετών εβδομάδων, για να διερευνήσουμε πιο ολοκληρωμένα τις πηγές αυτές. καταλαβαίνεις;»
«Ναι κατάλαβα».
«Έτσι λειτουργεί ο κλάδος μου. Κι εκείνο που υπέθεσα νωρίτερα ήταν ότι ακόμη κι αυτό το ιδιαίτερα έντονο μίσος σου για τους Εβραίους θα πρέπει να έχει ψυχολογικές ή φιλοσοφικές ρίζες».
Κάνοντας ελαφρά πίσω, ο Άλφρεντ είπε: «Εδώ διαφέρουμε. Εγώ προτιμώ να πω ότι έχω την τύχη να είμαι αρκετά φωτισμένος, για να κατανοώ τους κινδύνους που αντιπροσωπεύουν οι Εβραίοι για τη φυλή μας και τη ζημιά που έκαναν σε μεγάλους πληθυσμούς στο παρελθόν».
«Θα ήθελα να με καταλάβεις, Άλφρεντ, ότι δεν πρόκειται να με δυσαρεστήσουν τα συμπεράσματά σου. Έχουμε παρόμοια αισθήματα για τους Εβραίους. Λέω απλώς ότι εσύ τα νιώθεις πολύ έντονα και με ασυνήθιστο πάθος. Η αγάπη για φιλοσοφία που μοιραζόμαστε εσύ κι εγώ, υπαγορεύει ότι μπορούμε να εξετάσουμε τη λογική βάση κάθε σκέψης και πεποίθησης. Δεν ισχύει αυτό;»
«Εδώ δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί σου, Φρήντριχ. Δεν σε καταλαβαίνω. Φαίνεται σχεδόν χυδαίο να υποβάλει κανείς τόσο προφανή συμπεράσματα σε φιλοσοφική διερεύνηση. Είναι σαν να αναλύεις γιατί βλέπεις τον ουρανό γαλάζιο ή γιατί σ’ αρέσει η μπίρα ή τα γλυκά».
«Χμ, ναι, Άλφρεντ, ίσως να ’χεις δίκιο». Θυμήθηκε τον Μπλόιλερ που τον νουθετούσε πολλές φορές: «Η ψυχανάλυση, νεαρέ, δεν είναι πολιορκητικός κριός: δεν σφυροκοπούμε μέχρι τελικής πτώσεως, ώσπου το εξαντλημένο εγώ να υψώσει κουρελιασμένη τη λευκή σημαία ότι παραδίνεται. Υπομονή, υπομονή. Κερδίστε την εμπιστοσύνη του ασθενούς. Αναλύστε και κατανοήστε την αντίστασή του – αργά ή γρήγορα η αντίσταση θα υποχωρήσει κι ο δρόμος προς την αλήθεια θα ανοίξει».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ του διαλόγου για την ευδαιμονία και τη ψυχική γαλήνη στη 148 σελίδα του βιβλίου.

Ποιος ήταν ο Σπινόζα; Αυτή η θαρραλέα μορφή του 17ου αιώνα, αυτός ο μεγαλοφυής φιλόσοφος που με το έργο του επηρέασε την παγκόσμια σκέψη, και ο οποίος σε ηλικία εικοσιτριών ετών μετατράπηκε σε αποσυναγωγό για ολόκληρη την εβραϊκή κοινότητα του Άμστερνταμ, καθώς και για την ίδια του την οικογένεια; Ποιά ήταν η εσωτερική του ζωή; Σε τι οφειλόταν, ακριβώς δύο αιώνες αργότερα, η έλξη που άσκησε στον «φιλόσοφο» των Ναζί ο Σπινόζα; Γιατί λεηλάτησαν τη βιβλιοθήκη του, αλλά δεν έκαψαν τα βιβλία του; Ποιό ήταν το «πρόβλημα Σπινόζα» στο οποίο αναφερόταν; Αυτά τα ερωτήματα απασχολούν εδώ και πάρα πολλά χρόνια τον ψυχίατρο και μυθιστοριογράφο Ίρβιν Γιάλομ. Στο συναρπαστικό καινούργιο του μυθιστόρημα, «Το πρόβλημα Σπινόζα», δεν εξανθρωπίζει μόνο τον φιλόσοφο αλλά αποκαλύπτει την αφετηρία και το νόημα αυτής της ισχυρής μα αινιγματικής εμμονής.


ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ (κοινωνικές εκδοχές υποταγής αλά Όργουελ στην πραγματικότητα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας):


Τα εγγόνια του Διαφωτισμού κατοικούν στην Δυτική Ευρώπη. Ναζιστές, φασίστες, τρομοκρατημένοι μικροαστοί, μπακαλόγατοι της ζωής, που ρυπαίνουν την ανθρώπινη ιστορία με την δυσωδία της «υποτακτικής ελευθερίας» τους.  Ο ευρύτατα διαδεδομένος μύθος περί της ελεύθερης επιλογής που παρέχει ο καπιταλισμός, καταρρέει υπό το αβάστακτο βάρος της πραγματικότητας. Κάποιος είναι ελεύθερος, στον βαθμό που η διεκδίκηση της ελευθερίας του δεν αμφισβητεί τις απρόσιτες περιφράξεις του συστήματος εξουσίας.  Οποιοσδήποτε είναι ελεύθερος, αρκεί να διαθέτει την ελευθερία του, στην υπηρεσία των σκοπών της κυρίαρχης εξουσίας!.. Η αμφισβήτηση του κανονιστικού πλαισίου εξουσίας δεν συνιστά αυταπόδεικτη άσκηση ελευθερίας, αλλά απόπειρα αποδόμησης του «κοινά αποδεκτού» κανόνα ελευθερίας, για αυτό και στιγματίζεται ως παράλογη, ανεδαφική, μη ρεαλιστική, και καταστέλλεται, με συνοπτικές διαδικασίες. Στην κοινωνία, στην πολιτική, στην οικονομία και στον πολιτισμό, η καπιταλιστική ελευθερία δεν είναι παρά η υλική αποκρυστάλλωση της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Με αυτόν τον τρόπο, η λογική της ελεύθερης αγοράς είναι μονόδρομος, η εκδοχή της δημοκρατίας ως καπιταλιστική, είναι το τελικό όριο της δημοκρατικής έκφρασης ατομικής και συλλογικής, η πρωτοκαθεδρία της οικονομίας έναντι των ανθρώπινων αναγκών είναι αδιαμφισβήτητη, τα τηλεοπτικά, κινηματογραφικά, θεατρικά και έντυπα σκουπίδια που γίνονται viral και best seller, συνιστούν την μοναδικά αποδεκτή πολιτισμική έκφραση της κοινωνίας. Έτσι ο παραδομένος στην χυδαία καθημερινότητα μικροαστός καταναλωτής, και άβουλος χειροκροτητής, θεωρεί ότι η κοινωνική και πολιτική ελευθερία, ταυτίζεται με τον πεπερασμένο ορίζοντα της ματιάς του [εισαγωγικό απόσπασμα από το κείμενο με τίτλο ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ που υπογράφει ο Χρήστος Μιάμης  με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία λεπτομέρειες από τα σχόλια και τους στοχασμούς  του για τη μορφή και το περιεχόμενο της «Ελευθερίας» στη σημερινή οικονομική και πολιτική πραγματικότητα του δυτικού πολιτισμένου κόσμου]


ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΗΝ «ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΗ» ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Η ελευθερία στον καπιταλισμό έχει πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο και λαμβάνει πολύ συγκεκριμένη μορφή. Είσαι ελεύθερος να μεταναστεύσεις στον «πολιτισμένο» δυτικό κόσμο αρκεί να διαθέτεις αρκετά τιμαλφή ώστε να εξαγοράσεις την ελευθερία σου, είσαι ελεύθερος να εκφράζεις την άποψη σου, αρκεί αυτή να μην αμφισβητεί έμπρακτα το καθεστώς εξουσίας, είσαι ελεύθερος να επιλέξεις οποιαδήποτε πηγή ενημέρωσης από μια πλειάδα απόλυτα όμοιων εκδοχών, είσαι ελεύθερος να αγοράζεις ότι αγοράζεται και να πουλάς ότι πωλείται, κυρίως την συνείδησή σου, και αν είναι εφικτό σε καλή τιμή, είσαι τελικά ελεύθερος, να επιλέγεις τον τρόπο και την μέθοδο ενσωμάτωσης στην κανονικότητα του κυρίαρχου καθεστώτος. Οι κοινωνικές εκδοχές υποταγής και υπακοής του Όργουελ, μοιάζουν ξεφτισμένες και αδύναμες, όταν αναμετρώνται με την πραγματικότητα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Το δυτικό υπόδειγμα πολιτικής, οικονομίας και πολιτισμού, τα περιβόητα ιδεώδη του Διαφωτισμού, η μυθοπλασία της υπεροχής του δυτικού καπιταλιστικού υποδείγματος ελευθερίας, καταρρέει, αποσαθρώνεται και αποκαλύπτεται, με το απεχθές πρόσωπο των ναζιστών που κλέβουν, κυνηγούν και δολοφονούν μετανάστες, των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων που κλείνουν τα σύνορα στον πόνο και την δυστυχία, ενώ τα ανοίγουν διάπλατα στην ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων που γεννούν τον πόλεμο και την βία, στον μικροαστικό σκοταδισμό που απαιτεί την ακύρωση μιας θεατρικής παράστασης ενώ η μόνη του σχέση με τον θέατρο, εξαντλείται στην καλύτερη των περιπτώσεων στην κατανάλωση παραστάσεων που παριστάνουν την επιθεώρηση, ενώ την ευτελίζουν ώστε να συνάδουν στην ποιότητα του κοινού τους.

Τα εγγόνια του Διαφωτισμού κατοικούν στην Δυτική Ευρώπη. Ναζιστές, φασίστες, τρομοκρατημένοι μικροαστοί, μπακαλόγατοι της ζωής, που ρυπαίνουν την ανθρώπινη ιστορία με την δυσωδία της υποταγής τους.

Δεν υπάρχει δυτικό υπόδειγμα πολιτικής, οικονομίας και πολιτισμού που οι άνθρωποι οφείλουν να υπερασπιστούν. Όποιος υπερασπίζεται την Ευρώπη που δολοφονεί, εξαθλιώνει, δημιουργεί ορδές φτωχών, ανέργων και απέλπιδων , υπερασπίζεται το σύγχρονο καθεστώς του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Η θέση του κόσμου της εργασίας βρίσκεται δίπλα στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, στα θύματα του διαρκούς εσωτερικού και εξωτερικού πολέμου που διεξάγουν οι καπιταλιστικές ελίτ σε όλο τον κόσμο. Η θέση του κόσμου της εργασίας βρίσκεται απέναντι στις κυβερνήσεις που διαχέουν τον τρόμο και την υποταγή, στις ορδές εθελόδουλων μικροαστών που μετρούν το όριο της ανθρώπινης ελευθερίας με γνώμονα τον ατομικό τους βαθμό άγνοιας, υπακοής και δουλοπρέπειας.
[ΠΗΓΗ: Χρήστος Μιάμης – αναρτήθηκε στο ιστολόγιο: Radical Marxism Project]

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

ΟΤΑΝ Ο ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΤΑΚΕΡΑΥΝΩΝΕ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΘΝΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ:


«Επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν» (Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (3/1/1885)

Mια απρόσμενη έκπληξη περιμένει τον καλοπροαίρετο πατριώτη που θ’ ανατρέξει στον πατέρα της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας για να ελέγξει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των τελευταίων ημερών περί Βορείου Μακεδονίας. Αναφερόμαστε φυσικά στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, το πολύτομο έργο που κυκλοφόρησε μεταξύ 1860 και 1874 διαμορφώνοντας την εικόνα που οι κατοπινοί Έλληνες έχουμε -κυρίως μέσω του σχολείου- για το συλλογικό ιστορικό μας παρελθόν. Στην πρώτη παράγραφο περί Μακεδονίας πληροφορούμαστε πως υπήρξαν δυο διαδοχικές οριοθετήσεις της αρχαίας εκείνης χώρας. Η αρχική περιλάμβανε μόνο την ενδοχώρα της σημερινής ελληνικής Δυτικής Μακεδονίας και τη νοτιοδυτική ΠΓΔΜ, δίχως να φτάνει καν μέχρι τη θάλασσα. Η δεύτερη οριοθέτηση, μετά τις κατακτήσεις του Φιλίππου, είναι αυτή που καθιερώθηκε στη συνέχεια παγκοσμίως ως «Μακεδονία» −και προς βορράν έφτανε μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), τα σύνορα δηλαδή ΠΓΔΜ και Κοσσυφοπεδίου. Επί λέξει: «Επί Φιλίππου η Μακεδονία έλαβεν έκτασιν μεγάλην, η δε αρχαιοτέρα Μακεδονία ήτο πολύ μικροτέρα. Η αρχαία μικρά αύτη Μακεδονία δεν έφθανεν, ως βραδύτερον, μέχρι του Θερμαϊκού κόλπου, αλλά περιωρίζετο εις τας περί τον άνω Αλιάκμονα και τον άνω Εριγώνα χώρας [...]. Και ούτος μεν ήτο ο πυρήν της Μακεδονίας. Η δε ευρυτέρα χώρα εις ην μετεδόθη βραδύτερον το όνομα εκείνο, καίτοι ορεινή ούσα και διατεμνομένη υπό πολλών πλαγίων κλάδων του Σκάρδου όρους, περιλαμβάνει τρία μεσόγεια πεδία. Εκ τούτων το βορειότατον είναι το πεδίον το σήμερον καλούμενον Τέτοβο ή Καλκάνδερε» (εκδ. Γαλαξία, τ.6ος, Αθήνα 1969, σ.7). Πώς ταιριάζουν όλα αυτά με το εθνικό δόγμα των τελευταίων δυόμισι δεκαετιών, που κυριάρχησε στη χώρα μας μετά το 1992 και σύμφωνα με το οποίο οι βόρειοι γείτονές μας «δεν δικαιούνται» να θεωρούν τη χώρα τους τμήμα -έστω- της Μακεδονίας; Η απάντηση είναι πολύ απλή: δεν ταιριάζουν! Όπως θα δούμε στο σημερινό αφιέρωμα, το θεώρημα που θέλει την επικράτεια της νυν ΠΓΔΜ (και οσονούπω Βόρειας Μακεδονίας) εκτός μακεδονικού χώρου δεν υπήρξε κάποια επιστημονική αλήθεια αλλά μια αυθαίρετη κατασκευή του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών εν έτει 1884, με καθαρά πρακτικό σκοπό: τη νοερή αποκοπή των βορειότερων (ουδόλως ελληνικών) μακεδονικών εδαφών από τα νοτιότερα, όπου υπήρχε αξιόλογη ελληνική παρουσία ή επιρροή, προκειμένου ν’ αποφευχθεί η κοινή πολιτική εξέλιξή τους προς ανεπιθύμητες κατευθύνσεις. Το ιδεολόγημα αυτό δεν έγινε τότε καθολικά δεκτό από τους ελληνικούς κύκλους που διαχειρίζονταν το Μακεδονικό, απορρίφθηκε δε κατηγορηματικά από τον ίδιο τον Παπαρρηγόπουλο, με τη διττή ιδιότητά του ως εθνικού ιστορικού και προέδρου του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» (της τότε ελληνικής μυστικής υπηρεσίας στον οθωμανικό χώρο). Ανασύρθηκε όμως από τη ναφθαλίνη επί Σαμαρά για να επιβληθεί σε μια παραζαλισμένη κοινή γνώμη, μέσα στο κλίμα εθνικιστικής υστερίας του 1992-1994, σαν εξ αποκαλύψεως αλήθεια. (με ΚΛΙΚ στην εικόνα του χάρτη… η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ από τις πηγές χωρίς υστερικές ανιστόρητες κραυγές):


Αρχαίοι και νεότεροι

Η οριοθέτηση που επικαλείται στην «Ιστορία» του ο Παπαρρηγόπουλος δεν ήταν καινούργια.
Πηγή του ίδιου και των συγχρόνων του αποτελούσαν οι μεγάλοι γεωγράφοι της αρχαιότητας:
Ο Στράβων (1ος αι. μ.Χ.) περιγράφει ως βόρειο σύνορο της Μακεδονίας τη νοητή γραμμή Σκάρδου - Ορβήλου [σημ. Πιρίν] - Ροδόπης (Strabonis Geographica, Βερολίνο 1852, τ.Α΄, σ.376-7).
Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) ως όριο Μακεδονίας - Ιλλυρίδας - Ανω Μοισίας αναφέρει κι αυτός τον Σκάρδο (Claudii Ptolemaei Geographia, Λειψία 1843, τ.Α΄, σ.192-3, 132-3 & 180-1).
Ο Παυσανίας, επίσης του 2ου αιώνα, δεν ασχολήθηκε πάλι καθόλου με τη Μακεδονία. Το δεκάτομο έργο του «Ελλάδος περιήγησις» αφορά μόνο την Πελοπόννησο και τη σημερινή Στερεά.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η παράδοση αυτή καθόρισε την οριοθέτηση της Μακεδονίας και στα νεότερα χρόνια, όταν η ευρωπαϊκή διανόηση ανακάλυψε ξανά την αρχαιότητα και τις ιστορικές ονομασίες των περιοχών της «Ευρωπαϊκής Τουρκίας».
Υπενθυμίζουμε πως ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» στα βυζαντινά χρόνια είχε μετακομίσει στην Ανατολική Θράκη (πατρίδα, μεταξύ άλλων, των Αρμενίων αυτοκρατόρων της «Μακεδονικής δυναστείας»), ενώ στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαφανίστηκε εντελώς από το επίσημο λεξιλόγιο.
DOTATION CARNEGIE, «ENQUÊTE DANS LES BALKANS» (Παρίσι 1914)
Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900). Κριτήριο ταξινόμησης αποτελεί η μητρική γλώσσα: όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. Η εδαφοποιημένη απεικόνιση υποτιμά σαφώς τους πληθυσμούς των αστικών κέντρων (κυρίως μουσουλμανικούς και δευτερευόντως ελληνικούς) προς όφελος της υπαίθρου, η γεωγραφική όμως έκταση της ελληνοφωνίας αποτυπώνεται με αξιοσημείωτη ακρίβεια
«Με το όνομα Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι στη γαλλική Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του ΙΘ΄ αι., «αντιλαμβανόμαστε σήμερα το κεντρικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας που ορίζεται προς βορράν από το Σαρ-Νταγ [=τον Σκάρδο] και το Καρά-Νταγ, προς ανατολάς από τον Νέστο, προς νότον από το Αιγαίο πέλαγος και προς δυσμάς από μιαν ασαφή γραμμή που, υπερβαίνοντας τις λίμνες Πρέσπα και Οχρίδα, τη διαχωρίζει από την Αλβανία» (La Grande Encyclopédie, τ.22, σ.864).
Την ίδια ακριβώς οριοθέτηση ακολουθούν επίσης οι Ελληνες γεωγράφοι και ιστορικοί μέχρι τα τέλη του ΙΘ΄ αιώνα.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
● Ο Μελέτιος Μήτρου (1661-1714) θεωρεί «άπασα την Μακεδονίαν» τμήμα της Ελλάδας, με όριο προς βορράν «τα Σαρδικά όρη» («Γεωγραφία παλαιά και νέα», Εν Βενετία 1807, σ.250 και 248). Ως μακεδονικές πόλεις μνημονεύει επίσης τα κυριότερα αστικά κέντρα της σημερινής ΠΓΔΜ: το Βέλες, το Στιπ, τον Περλεπέ, το Τίκφες [σημ. Καβαντάρτσι], την Παλάνκα, το Κουμάνοβο (σ.467 και 471).
● Κατά τον Αθανάσιο Ψαλλίδα (1764-1829), η Μακεδονία «ξεχωρίζεται από την Θράκη με το βουνό Ροδόπη, από την Βουλγαρίαν και Σερβίαν με το βουνό Σκάρδος» κ.ο.κ. («Ηπειρωτικά Χρονικά», τχ. 6, 1931, σ.55).
● Τον Σκάρδο, τη Ρίλα και τον Ορβηλο περιγράφει ως «φυσικό σύνορο» της Μακεδονίας και ο στρατιωτικός χαρτογράφος Βασίλειος Νικολαΐδης («Les Turcs et la Turquie contemporaine», Παρίσι 1859, τ.Α΄, σ.17, και «Στρατιωτική γεωγραφία», Αθήνα 2018, σ.111).
● Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας εξηγεί πως «από Φιλίππου και επί των διαδόχων βασιλέων, καθώς και επί των Ρωμαίων», η Μακεδονία «φυσικά όρια έσχε προς βορράν τον Σκάρδον, τον Ορβηλον, το Σκόμιον ή Σκόμβρον [σημ. Ρίλα] και εν μέρει τον Αίμον» («Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας. Μέρος Α΄. Χωρογραφία», Αθήνησι 1870, σ.5).
● Ο Ιωάννης Καλοστύπης ξεκαθαρίζει -κι αυτός- πως «η Μακεδονία ορίζεται προς βορράν υπό του Σκάρδου, του βορείου Ορβήλου και του Σκομίου» («Μακεδονία», Εν Αθήναις 1886, σ.9).
● Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινούνται και οι ελληνικές σχολικές γεωγραφίες του ΙΘ΄ αι. Τον Σκάρδο αναφέρουν ρητά ως βουνό της Μακεδονίας η «Γεωγραφία Στοιχειώδης» του Ιωάννη Κοκκώνη (Εν Αθήναις 1839, σ.137, και 1861, σ.103-4) και η «Γεωγραφία Αρχαίας Ελλάδος» της Πολυτίμης Κούσκουρη (Αθήνησιν 1854, σ.91), ως φυσικό δε σύνορό της προς βορράν η «Ιστορική Γεωγραφία» του Γεωργίου Κρέμμου (Αθήνησι 1878, σ.24), τα «Στοιχεία Γεωγραφίας» του Π. Παπαρρούση (Εν Κων/πόλει 1884, σ.281), η «Στοιχειώδης Γεωγραφία» των Κωνσταντίνου Ζαχαριάδη και Ανδρέα Σπάθαρη (Εν Κων/πόλει 1888, έκδοση Πατριαρχικού Τυπογραφείου, σ.80), το «Εγχειρίδιον Γεωγραφίας» του Δημ. Ολυμπίου (Εν Αθήναις 1892, σ.456), το «Γεωγραφικόν Εγχειρίδιον» του Β.Α. Μυστακίδη (Εν Κων/πόλει 1893, σ.133) κ.ά. Τα Σκόπια περιγράφονται ρητά ως πόλη της Μακεδονίας και στα σχολικά «Γεωγραφικά» του Αναστασίου Πολυζωίδη −του δικαστή που αρνήθηκε να καταδικάσει τον Κολοκοτρώνη, γεννημένου στο Μελένικο της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας (Εν Αθήναις 1859, τ.Β΄, σ.136).

Ένα υπαρκτό πρόβλημα
Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί  
Αυτά όσον αφορά την αρχαία οριοθέτηση της Μακεδονίας και τη λόγια αναβίωσή της τους τελευταίους αιώνες.
Η πραγματικότητα όμως αυτή δεν αναιρούσε το βασικό πολιτικό πρόβλημα του ελληνικού εθνικισμού, από τα μέσα του ΙΘ΄ αι. και μετά. Το γεγονός δηλαδή ότι, ανεξαρτήτως της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, οι ενδιάμεσες πληθυσμιακές μεταβολές από την εποχή των σλαβικών εγκαταστάσεων του 6ου αι. μ.Χ. δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα τις ελληνικές βλέψεις στην περιοχή.
Το διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, από τις παρατηρήσεις των Ευρωπαίων περιηγητών που επισκέπτονται τη Μακεδονία με τα εγχειρίδια των αρχαίων γεωγράφων ανά χείρας, αναζητώντας τα κατάλοιπα της αρχαιότητας, και καταλήγουν σε αναπόφευκτες συγκρίσεις με το εθνολογικό τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους.
Το πιο εύγλωττο παράδειγμα τέτοιων συγκρίσεων πρόσφερε το σλαβόφωνο τσιφλίκι Αγιοι Απόστολοι (Ποστόλ ή Αλά Κλισέ), η σημερινή δηλαδή Πέλλα, ως η κατεξοχήν ενσάρκωση αυτής της μεταβολής.
«Εξήντα καλύβια κατοικούμενα από Βουλγάρους, ένας πυργίσκος που περικλείει μια φρουρά δώδεκα Αλβανών κάτω από τη διοίκηση ενός σούμπαση: ιδού τι απέμεινε από την Πέλλα, από τη δόξα της· ιδού ο πληθυσμός και οι στρατιωτικές δυνάμεις που έχουν διαδεχθεί τους Μακεδόνες!», θρηνεί έτσι χαρακτηριστικά ο Πουκεβίλ («Voyage dans la Grèce», Παρίσι 1820, τ.Β΄, σ.451-2).
Η μεταβολή αυτή θ’ αναγνωριστεί, και μάλιστα στο επισημότερο δυνατό επίπεδο, από τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Απαντώντας στο επίσημο ερώτημα των Μεγάλων Δυνάμεων (9/10/1828), «ποια οριοθέτηση θα εξυπηρετούσε περισσότερο την Ελλάδα, χορηγώντας της ευδιάκριτα χερσαία σύνορα, εύκολα υπερασπίσιμα, και θα επέφερε τον καλύτερο δυνατό πληθυσμιακό διαχωρισμό», ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους υπέδειξε στις 10/23 Νοεμβρίου 1828 ως «φύσει οριστική» ελληνοτουρκική μεθόριο τη γραμμή Ολυμπος-Αλιάκμονας-Μέτσοβο, με το εξής σκεπτικό:
«Τούτο το όριον διεχώριζε και το πάλαι την Ελλάδα από τα βόρεια γειτονικά μέρη. Κατά τον μεσαιώνα, και ακόμη κατά τους νεωτέρους χρόνους, η Θεσσαλία εφυλάχθη πάντοτε ελληνική, ενώ η Μακεδονία εκυριεύθη από τους Σλάβους και από πολλάς άλλας φυλάς» («Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, τ.Δ΄, Αθήναι 1973, σ.275).
Όταν το παραπάνω κείμενο γνωστοποιήθηκε στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση (16/7/1829), οι πέντε πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων κατέθεσαν υπόμνημα (4/8/1929) με το οποίο ζητούσαν, εν ονόματι της συμμετοχής της «μεσημβρινής» (= Νότιας) Μακεδονίας στην εθνεγερσία και των θυσιών που είχαν υποστεί οι πρόσφυγές της στη Νότια Ελλάδα, την «αδιαχώριστον ένωσιν» των πατρίδων τους με το νεοσύστατο κράτος.
Ως «μακεδονική Ελλάς», που μετείχε στην επανάσταση κι εκπροσωπούνταν στην εθνοσυνέλευση, κατονομάζονται εκεί ρητά δυο μόνο περιοχές: η «ανατολικομεσημβρινή Μακεδονία» (Χαλκιδική) και η «δυτικομεσημβρινή Μακεδονία» (Εδεσσα-Νάουσα) (ό.π., σ.641-3).
Η έκκληση διαβιβάστηκε στον Καποδίστρια, δίχως ορατό αποτέλεσμα («Πρακτικά της εν Αργει τετάρτης Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως», Εν Αιγίνη 1829, σ.99-100).
Μερικές δεκαετίες αργότερα, το πολιτικό πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας, για την οικοδόμηση μιας «ελληνικής αυτοκρατορίας» εκατέρωθεν του Αιγαίου με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θ’ ανατρέψει εκ βάθρων αυτές τις εκτιμήσεις.
Ανεξαρτήτως πληθυσμιακής σύνθεσης, η Μακεδονία εκλαμβάνεται πια ως ο απαραίτητος διάδρομος που συνδέει τον Όλυμπο με τους πυκνούς ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολικής Θράκης και την περιπόθητη Πόλη −κι επιπλέον, ως η μόνη γεωπολιτική διέξοδος του μικροσκοπικού βασιλείου:
«Αν ποτέ το Ελληνικόν βασίλειον μέλλη να λάβη έκτασιν χωρογραφικήν κατά τας υποδούλους ελληνικάς χώρας», διαβάζουμε σε έκθεση του Παπαρρηγόπουλου προς τον Υπ.Εξ. Αλέξανδρο Κοντόσταυλο (11/3/1884), «η έκτασις αύτη δεν ωφελεί να επέλθη διά της προσλήψεως μόνον των μη αμφισβητουμένων ελληνικών νήσων. Απαραίτητον είναι να προσλάβωμεν ήπειρον χώραν προ πάντων, ήτοι χώραν ικανήν να αποτελέση τον κορμόν κράτους αξίου να λαμβάνηται υπ’ όψιν εν τη Ανατολή, αξίου να διεκδική και τα περαιτέρω εύλογα του Ελληνισμού εθνικά δικαιώματα. [...] Μόνον ηπειρωτικός όγκος αξιόλογος δύναται να αποκαταστήση την Ελλάδα κράτος ικανόν να ωφεληθή και εκ των θαλασσίων και νησιωτικών αυτής πλεονεκτημάτων. Τον όγκον αυτόν δεν δύναται να εύρη άλλοθι ή εν Μακεδονία» (Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, φ.214, εγγρ.7).
Σκοπός της ίδιας έκθεσης, που συνυπογράφεται από τον γραμματέα του ΣΔΕΓ Ι. Ζολώτα και συντάχθηκε μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργείου, ήταν η χάραξη «των εν Μακεδονία ορίων, εντός των οποίων δύνανται να υποστηριχθώσιν αποτελεσματικώς αι ημέτεραι αξιώσεις».
Ο Παπαρρηγόπουλος χώρισε επί χάρτου την τότε Μακεδονία σε τρεις ζώνες:
(α) μια «αναμφισβήτως ελληνικήν», ίση με το νοτιότερο μισό της νυν ελληνικής Μακεδονίας,
(β) μια βορειότερη, «αναμφισβήτως αλλοτρίαν του Ελληνισμού», η οποία περιλάμβανε τα 2/3 της ΠΓΔΜ και της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας, και
(γ) μια ενδιάμεση λωρίδα «αμφισβητουμένη υπό Ελλήνων και Βουλγάρων καθ’ όλον αυτής το πλάτος», οι κάτοικοι της οποίας «είναι εν γένει ειπείν Βουλγαρόφωνοι κατά το πλείστον αυτής μήκος, από Ροδόπης μέχρι των λιμνών Πρέσπης και Αχρίδος».
Επισημαίνει δε ότι, παρά την ύπαρξη τουρκικών, βλαχόφωνων ή αλβανόφωνων νησίδων στη μεσαία ζώνη, «τα στοιχεία ταύτα ουδαμού διακόπτουσι σπουδαίως την συνέχειαν των Βουλγαροφώνων» και πως «ουδαμού ομιλείται η Ελληνική γλώσσα ως μητρική, πλην του Μελενίκου και εν μέρει του Νευροκόπου».
Ο έλεγχος αυτής της μεσαίας ζώνης (κι ενός τμήματος της νότιας) θ’ αποτελέσει την ελληνοβουλγαρική πτυχή του Μακεδονικού κατά τις επόμενες δεκαετίες, ενώ της βόρειας το διακύβευμα της αντίστοιχης βουλγαροσερβικής διαμάχης.

Μια φαεινή ιδέα
Ένας παράγοντας που ανησυχούσε τους σχεδιαστές της ελληνικής πολιτικής ήταν η ενδεχόμενη επιβολή των αυτοδιοικητικών μεταρρυθμίσεων που πρόβλεπε το άρθρο 23 της συνθήκης του Βερολίνου (1878) και δεν εφαρμόστηκαν τελικά ποτέ.
Φοβούμενος ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε επικράτηση των Βουλγάρων, ο Έλληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη Νικόλαος Γεννάδης θα εισηγηθεί τον Δεκέμβριο του 1884 την επανοριοθέτηση της επίμαχης περιοχής σύμφωνα με τις ελληνικές βλέψεις: ενώ «οι Πανσλαυισταί μίαν και αδιαίρετον θέλουσι την Μακεδονίαν», γράφει, «συμφέρον μέγα είχομεν και έχωμεν να πλάσωμεν νέον γεωγραφικόν όρον εν Μακεδονία, ήτοι να διαιρέσωμεν την Μακεδονίαν εις βόρειον και νότιον, και την τελευταίαν ταύτην να διεκδικήσωμεν ως ελληνικήν χώραν» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Ν. Γεννάδης προς Υπ.Εξ., Εν Φιλιππουπόλει 3/12/1884, αρ.933).
Η ιδέα υιοθετήθηκε ταχύτατα από τον παραλήπτη υπουργό, που με επιστολή του ζήτησε από τον Παπαρρηγόπουλο να συνδράμει την υλοποίησή της: «Παρακαλούμεν υμάς να υποβάλητε εις το Υπουργείον ιδίαν όσον οίον τε σαφή και εύληπτον μελέτην, δι’ ής ως ιστορικός να υποστηρίξητε ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι τα της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή οπωσδήποτε επικρατών» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Αλ. Κοντόσταυλος προς ΣΔΕΓ, Εν Αθήναις 12.12.1884, αρ.1854 εμπ.).
Η απάντηση του εθνικού μας ιστορικού δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον «Ιό» πριν από χρόνια («Ελευθεροτυπία» 24/2/2011) κι αναπαράγεται αυτούσια εδώ, καθώς το περιεχόμενό της αποδεικνύεται επίκαιρο όσο ποτέ.
Εν συντομία, ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα μετονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, εξηγώντας ότι «τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον» κάτι τέτοιο και πως η ενοχλητική οριοθέτηση δεν «είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας», καθολικά αποδεκτά από τους πάντες: «Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι».
Ενδεχόμενη επινόηση νέου όρου, κατέληγε, δεν θα γινόταν πιστευτή από κανέναν.
Παρά τη σθεναρή αντίθεση του Παπαρρηγόπουλου, η όλη ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε. Στο γύρισμα του αιώνα, οι περισσότεροι μακεδονολογούντες και μακεδονομάχοι θα υιοθετήσουν τελικά το όλο θεώρημα −κατηγορούμενοι, πάντως, σαν «μειοδότες» από ουκ ολίγους επίσης ομόφρονές τους, που οραματίζονται την προσάρτηση όλου του μακεδονικού χώρου.
«Ουδείς ήθελε αποδεχθή νέον γεωγραφικόν όρον...»
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ» (Αθήνα 1986) / ΙΑΥΕ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Εν Αθήναις 3 Ιανουαρίου 1885
Αρ. πρωτ. 1738
Κύριε Υπουργέ
Διά της από 12 παρελθόντος μηνός υπ’ αριθ. 1854 εμπ[ιστευτικής] υμών επιστολής παρακαλέσατε τον Σύλλογον «να υποστηρίξη ιστορικώς ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών».
Τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον την απόδειξιν του θέματος τούτου, ως δηλούται εκ των συνημμένων υπό στοιχ. Α σημειώσεων. Η κατά πρώτον γνωστή γενομένη Μακεδονία περιωρίζετο εις τα περί Βιτώλια και Γρεβενά πεδία, μη αφικνουμένη μέχρι της θαλάσσης. Η δ’ επί Φιλίππου ηπλώθη διά μιας από του Ολύμπου μέχρι της Μοισίας (ήτοι της Σερβίας και της Βουλγαρίας) και της Ιλλυρίας και Ηπείρου μέχρι της Θράκης και του Αιγαίου Πελάγους.
Επειτα, επί της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η επαρχία του Ιλλυρικού περιέλαβε την Μακεδονίαν του Φιλίππου και την Θεσσαλίαν.
Βραδύτερον δε, εν τη ακμή του μεσαιωνικού ημών κράτους, το όνομα Μακεδονία μετηνάστευσεν από της πατρίδος αυτού εις την Θράκην, περιλαβόν μάλιστα εφ’ ικανόν χρόνον και αυτήν την Βουλγαρίαν.
Τελευταίον επί Τουρκοκρατίας το όνομα της Μακεδονίας όλως εξέλιπεν από της διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους.
Τα όρια λοιπόν τα οποία οι Βούλγαροι αποδίδουν εις την Μακεδονίαν είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας. Αλλά η αναβίωσις των ορίων τούτων δεν είναι έργον των Βουλγάρων.
Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι;Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι.
Οσασδήποτε διοικητικάς μετωνυμίας και αν έλαβε η χώρα αύτη εν διαστήματι δισχιλίων περίπου ετών, το όνομα αυτής και η δοθείσα αυτώ επί Φιλίππου έκτασις περιεσώθη, μετά τινος μικράς μόνον τροπολογίας, εν τη συνειδήσει του Ελληνισμού. Περί τούτων έχομεν απόδειξιν ανατρέχουσαν μέχρι της δεκάτης εβδόμης εκατονταετηρίδος.
Ο ημέτερος Μελέτιος, εν τη Γεωγραφία αυτού, λέγει την Μακεδονίαν οριζομένην προς βορράν υπό της Δαλματίας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Θράκης, προς ανατολάς υπό του Αιγαίου Πελάγους, προς μεσημβρίαν υπό της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, προς δυσμάς δε υπό του Ιονίου Πελάγους· ο έστιν περιλαμβάνει εν τη Μακεδονία, εκτός των σήμερον αποδιδομένων αυτή χωρών, και την Αλβανίαν, διότι λέγει αυτήν οριζομένην προς τοις άλλοις υπό της Δαλματίας προς βορράν, υπό της Ηπείρου προς νότον και υπό του Ιονίου Πελάγους προς δυσμάς.
Εκ των ιστορικών τούτων γεγονότων και της σημασίας καθ’ ην υφ’ ημών αυτών γίνεται χρήσις του ονόματος Μακεδονία, καθίσταται πρόδηλον ότι ουδένα έχομεν τρόπον να αποδείξωμεν ως πλάσμα των Βουλγάρων τα υπ’ αυτών εις την χώραν ταύτην αποδιδόμενα όρια και επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν επί τω υφ’ υμών υποδεικνυομένω σκοπώ.
Εάν γράφοντες προς το Υπουργείον διηρέσαμεν την Μακεδονίαν εις τρία τμήματα, επράξαμεν τούτο διά να ορίσωμεν πού αυτής ουδεμίαν έχομεν ελπίδα επιτυχίας, πού αναμφισβήτως πλεονεκτούμεν και πού ανταγωνιζόμεθα προς τους Βουλγάρους μετά τινος πιθανότητος ότι θέλομεν κατισχύση, αν όχι καθ’ ολοκληρίαν, τουλάχιστον εφ’ ικανόν μέρος.
Νέον όμως γεωγραφικόν όρον, οίον προτείνει ο κύριος Γεννάδης, ούτε ότε συνετάσσομεν τον Πίνακα των Ελληνικών χωρών, εδημιουργήσαμεν, ούτε νυν ηθέλομεν συμβουλεύση πλασθή, διά τον απλούστατον λόγον ότι ουδείς ήθελε αποδεχθή αυτόν· ούτε οι Βούλγαροι, οις και δεν συμφέρει, ούτε οι Οθωμανοί, οίτινες κανενός είδους Μακεδονίαν δεν γνωρίζουσιν ή τουλάχιστον δεν αναγνωρίζουσιν· ούτε ίσως αυτοί οι φίλα ημίν φρονούντες, αφού είναι βέβαιον ότι και ημείς αυτοί ελέγομεν άχρι τούδε Μακεδονίαν ό,τι και οι Βούλγαροι.
Πολύ σπουδαιότερον και πρακτικώτερον δυνάμεθα να ωφεληθώμεν εκ των υπό στοιχ. Β συνημμένων σημειώσεων αίτινες συνετάχθησαν επί τη βάσει της προφορικής ημών διαλέξεως ότε επ’ εσχάτων έλαβον την τιμήν να σας ίδω εν τω υπουργείω.
Μετά βαθέος σεβασμού
Ο Πρόεδρος
Κ. Παπαρρηγόπουλος

Από τον Δραγούμη στο ΙΜΧΑ
Αυτά όσο η Μακεδονία, ως τμήμα ακόμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε μήλον της Έριδος των αντίζηλων βαλκανικών αλυτρωτισμών.
Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 και η μοιρασιά της περιοχής μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας (μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας), οι ανταλλαγές πληθυσμών και η δραστική μεταβολή του εθνολογικού τοπίου.
Στη νότια (ελληνική) Μακεδονία, όπου το 1912 οι «ελληνόφρονες» δεν ξεπερνούσαν κατά τους επίσημους ελληνικούς υπολογισμούς το 42% του πληθυσμού (οι δε ελληνόφωνοι κυμαίνονταν γύρω στο 30%), η προσφυγική εγκατάσταση Μικρασιατών και Ποντίων εξελλήνισε μετά το 1922 τη χώρα σε ποσοστό 89%.
Εξελληνισμός που ολοκληρώθηκε στα επόμενα χρόνια με το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, τον Εμφύλιο, τις μεταπολεμικές διώξεις και τα αφομοιωτικά προγράμματα του ελληνικού κράτους.
Σ’ αυτές τις συνθήκες, η Αθήνα δεν είχε πλέον λόγο (ούτε δυνατότητα) ν’ αρνείται την ύπαρξη τριών Μακεδονιών, ενσωματωμένων σε ισάριθμα κράτη.
Ακόμη και η συνταγματική ονομασία «Σ.Δ. Μακεδονίας» εμφιλοχώρησε έτσι μεταπολεμικά σε ελληνικά ΦΕΚ και σχολικά βιβλία.
Η παλιά γραμμή διατηρήθηκε ωστόσο παράλληλα εν υπνώσει, με τη διακριτική αντιδιαστολή «γεωγραφικής» και «ιστορικής» Μακεδονίας −όπου η μεν πρώτη περιλάμβανε το σύνολο του μακεδονικού χώρου, ενώ η δεύτερη μόνο την ελληνική Μακεδονία και μια στενή λωρίδα βορείως των ελληνικών συνόρων.
Από τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (1930) μέχρι τη ναυαρχίδα της ημιεπίσημης εθνικόφρονος μεταπολιτευτικής μακεδονονολογίας, το συλλογικό έργο «Μακεδονία. 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού» (1982), η αντιδιαστολή αυτή θα εμπεδωθεί με δραστική αναθεώρηση της αφήγησης του Παπαρρηγόπουλου, δίχως φυσικά αυτό να δηλωθεί πουθενά.

[αποσπάσματα από το ΑΦΙΕΡΩΜΑ με τίτλο ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΙΑ ΤΗΣ "ΜΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - Εφημερίδα των Συντακτών 23-24 Ιουνίου 2018 - Επιμέλεια αφιερώματος: Τάσος Κωστόπουλος]