Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

ΑΥΤΟΣ Ο ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΛΑΟΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΠΕΙΡΑ ΣΤΑ ΟΙΚΙΑΚΑ ΤΟΥ…


Κι όλο ξαφνιάζεται και όλο βάζει τις φωνές / Σαν νιόπαντρη νοικοκυρά που εντοπίζει /Μυρωδιά καμένου άστρου στο τηγάνι της
Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:
Εχ
θροί του νερού και του χώματος. / Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι. / Βγαλμένοι από ένα κόκκινο πανί / Που ποιος ξέρει τι τύλιξαν μέσα.

Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ και Οι ΡΙΖΕΣ, δυο ποιήματα από τη συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου  Πώς Αυτοκτονούν Οι Ασσύριοι, εκδόσεις Πατάκη 2010: μια συλλογή όπου η ποιήτρια, γράφοντας με εμμονή στην αναζήτηση μιας ποιητικής αλήθειας,  για Ασσύριους, Χαλδαίους, Φοίνικες και Έλληνες, για λαούς δηλαδή και τα φαντάσματά τους, για πεποιθήσεις και τους τρόπους τους, για ανθρώπους και τους ίσκιους τους, για νεκρούς και τη τρυφερή αναπόλησή τους, ξέρει πως όλα αυτά, σαν βγαίνουν απ’ της ψυχής τα βάθη, θα εξακολουθούν και τώρα και εις τον αιώνα τον άπαντα, να λένε κάτι για τους αιωνίως λαβωμένους ομαδικούς ενθουσιασμούς μας!..

Με αφορμή, λοιπόν, ποιήματα που θα αγγίζουν και θα σχολιάζουν δίχως μικροκομματικές σκοπιμότητες  το φαύλο κύκλο μιας ανακυκλούμενης επικαιρότητας, μια διδακτική ιστορία του κ. Κόυνερ από το ομότιτλο βιβλίο του Μπέρτολτ Μπρεχτ με επιμύθιο:  «Πάντα θα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα» ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ ένας α-νους δεκάλογος του Ντίνου Λυρικού     

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΒΛΑΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΝΙΚΗΤΗ (μια ιστορία του Μπέρτολτ Μπρεχτ με επιμύθιο: «Πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα):
Ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα; ρώτησαν κάποτε τον κ. Κόινερ. Αυτό που τον κάνει ακατανίκητο, ανυπέρβλητα κακό και πάντα νικητή;

«Το μεγάλο μυστικό του βλάκα, για να σκεφτώ λίγο. Ε, μάλλον ότι δεν του περνά καν από το μυαλό, δεν διανοείται ότι μπορεί για μια στιγμή να ‘χει άδικο. Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το μυαλό, γρήγορα τη διώχνει. Αυτός βλαξ; Ποτέ των ποτών. Οι άλλοι είναι πάντα. Έτσι γίνεται αδίσταχτα θρασύς, υπέροχα επικίνδυνος, ανυπέρβλητα αλαζονικός. Και πείθει. Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα. Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία, γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν.»

Άραγε η βλακεία οδηγεί στην κακία ή η κακία οδηγεί στην βλακεία;
«Ούτε το ένα ούτε το άλλο, απάντησε ο κ. Κόινερ. Και τα δυο δεν είναι παρά συμπτώματα. Η βαθύτερη αιτία είναι η δυσανεξία απέναντι σε ένα Απύθμενο εσωτερικό κενό. Ο Βλάξ το Υποψιάζεται, αλλά καθώς αδυνατεί να το παραδεχτεί, το Απωθεί. Το παραγεμίζει είτε σωματικά -λαιμαργία- είτε στρεφόμενος προς τον εξωτερικό κόσμο: με κακία. Προσπαθώντας να επιβάλλει την εξουσία του ελπίζει να ξεχάσει την εσωτερική του κενότητα, αλλά εκείνη επιστρέφει τα βραδιά καθώς ετοιμάζεται να κοιμηθεί ή τα πρωινά λίγα δευτερόλεπτα πριν ανοίξει τα ματιά του. Φαύλος κύκλος».

Ποιες δραστηριότητες επιλέγει συνήθως ο Βλάκας;
«Επειδή είναι ανασφαλής επιλεγεί δραστηριότητες που του δίνουν μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας. Καθώς είναι περιορισμένος στην Βλακεία του, διαθέτει και ορισμένα πλεονεκτήματα: Οργανωτικότητα, επιμονή και υπομονή, Τα καταφέρνει συνήθως να οικειοποιείται δουλειές άλλων. Εξάλλου διαθέτει και ένα σπάνιο χάρισμα: δεν έχει καθόλου την αίσθηση της Ευγνωμοσύνης. Επειδή επίσης είναι και βλάκας, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κάνει κάτι το κακό, όταν καρπώνεται τον πνευματικό ή μη μόχθο, άλλων».

Ποια Ύπαρξη ενοχλεί περισσότερο τον Βλάκα;
«Η αλογόμυγα. Γιατί τον βάζει σε υποψίες αυτογνωσίας».
Ναι, κύριε Κόινερ, αλλά γιατί από την άλλη η αλογόμυγα πάει και κολλάει στα μούτρα του Βλάκα;
«Διότι δεν μπορεί να ανεχτεί την Βλακεία. Αυτή είναι η μοίρα της αλογόμυγας».
Και γιατί ο Βλάκας, παρόλο που είναι πιο δυνατός, δεν εξοντώνει την Αλογόμυγα;
«Γιατί είναι βλάκας και υπερβολικός. Προσπαθεί να την εξοντώσει με κανονιές. Μόνο ένας βλάκας θα προσπαθούσε να εξοντώσει μια Αλογόμυγα με κανόνι».
Και ποια θα ήταν η λύση;
«Η λύση θα ήταν να έπαυε να είναι Βλάκας. Αλλά, επειδή αυτό είναι αδύνατον, δυστυχώς δεν υπάρχει λύση:  Ούτε για τον βλάκα, αλλά και ούτε για την Αλογόμυγα».
Και δεν είναι Τραγικό για τον Βλάκα να πρέπει να υποφέρει διαρκώς την ενοχλητική του Αλογόμυγα;
«Ε, όχι και τόσο. Τι να πούνε και όσοι θα πρέπει να υποφέρουνε τον βλάκα;»

Πώς είναι δυνατόν ο Βλάξ να μην έχει καθόλου την αίσθηση του χιούμορ;
«Στην ουσία η έκλειψη χιούμορ προστατεύει τον βλάκα. Διότι αν είχε στοιχειώδη αίσθηση του Χιούμορ δεν θα έπαιρνε και τον εαυτό του τόσο σοβαρά, οπότε θα έπαυε να’ ναι και βλάκας».

Και ποια είναι τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της Βλακείας;
«Ας τα πάρουμε ένα-ένα. Πρώτα απ’ όλα ο Βλάξ δεν έχει καμιά ικανότητα μεταφορικής σκέψης. Τα παίρνει όλα κυριολεκτικά. Έτσι αδυνατεί να καταλάβει πότε ο συνομιλητής του μεταφέρει μια άποψη άλλων από την άποψη του ιδίου του συνομιλητή του. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την εντός εισαγωγικών φράση. Παράδειγμα, λέει η Βίβλος «Ο Άφρων είπε: Δεν υπάρχει Θεός»  και λέει ο Άφρων (δηλαδή ο Βλάξ) «Είδατε; Το λέει και η Βίβλος. Δεν υπάρχει θεός»
Δηλαδή τι θέλετε να μας πείτε, κ. Κόινερ; Ότι υπάρχει Θεός;

«Αγαπητό μου, παιδί. Δεν ξέρω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός. Εκείνο για το οποίο είμαι Βέβαιος είναι ότι η Ανθρώπινη Βλακεία είναι Ακατανίκητη, κυριολεκτικά».


ΚΙ ΕΝΑΣ Α-ΝΟΥΣ ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ (περί ακατανίκητης βλακείας πάλι):  
Ο Α-Νους δεν αντιλαμβάνεται ότι 140 χώρες στον κόσμο έχουν αναγνωρίσει τα Σκόπια ως ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ.
Ο Α-Νους δεν αντιλαμβάνεται ότι ανάμεσα σε αυτές τις χώρες είναι και οι μεγαλύτερες του κόσμου: Οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα.
Ο Α-Νους δεν αντιλαμβάνεται ότι όλοι οι διεθνείς οργανισμοί (Ε.Ε, ΟΗΕ κ.ά.) ονομάζουν αυτή τη χώρα FYROM, δηλαδή Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ.
Ο Α-Νους δεν μπορεί να καταλάβει τα λάθη που έχουν γίνει μέχρι τώρα, ούτε μπορεί να αποδώσει ευθύνες σε αυτούς που έχουν την ευθύνη της χρήσης του όρου ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ.
Ο Α-Νους δεν θέλει να καταλάβει ότι είναι προτιμότερο αυτή η χώρα να λέγεται Βόρεια Μακεδονία (γραμμένο στα σλάβικα) και όχι ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, όπως ήδη λέγεται.
Ο Α-Νους αρνείται να καταλάβει ότι αυτή η χώρα θα χρησιμοποιεί πλέον στο εσωτερικό της το όνομα Βόρεια Μακεδονία όπως και οι 140 χώρες που ήδη τη λένε ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ σκέτο.
Ο Α-Νους αδυνατεί να καταλάβει ότι καμία χώρα δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλει στους πολίτες μιας άλλης χώρας το πως θα προσδιορίζονται εθνοτικά: δεν μπορεί δηλαδή να καταλάβει ότι υπάρχουν οι Μακεδόνες (Έλληνες) και οι Makedonski (Σλάβοι).
Ο Α-Νους δεν ξέρει ότι η Μακεδονία είναι μια περιοχή που εκτείνεται γεωγραφικά σε τρεις χώρες: Ελλάδα (το μεγαλύτερο ποσοστό), FYROM και Βουλγαρία.
Ο Α-Νους δεν μπορεί και δεν θέλει να καταλάβει ότι είναι προς το συμφέρον της χώρας μας να υπάρχει μια χώρα ελατήριο (FYROM = Σλάβοι 70% και Αλβανοί 30%) στην περιοχή και ότι η διάλυσή της ξυπνά τις εθνικιστικές εμμονές των Αλβανών.
Τέλος, ο Α-Νους θεωρεί ότι όσοι είναι υπέρ της λύσης που δόθηκε (σύνθετη ονομασίας, erga-omnes χρήσης του ονόματος και συνταγματική αλλαγή) είναι χαρούμενοι για τη χρήση του ονόματος Μακεδονία – τόσο ηλίθιος είναι! από το ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ του Ντίνου Λυρικού] Ντίνος Λυρικός


Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΠΑΓΑΛΙΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΑΙΔΕΙΑΣ (της κατ’ ευφημισμόν… «αριστείας»)


 Οι εξετάσεις που έχουμε επιλέγουν αυτούς που έχουν μάθει να χειρίζονται επιδέξια το συγκεκριμένο διαγωνισμό με τη βοήθεια των φροντιστηρίων.
Συζητούσα τις προάλλες με φίλους το περίφημο Επιχείρημα του Κινέζικου Δωματίου (Chinese Room Argument) που διατύπωσε πρώτη φορά ο φιλόσοφος John Searle (Σερλ), ένα νοητικό πείραμα στο οποίο κάποιος που δεν ξέρει κινέζικα βρίσκεται κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο και απαντά μηχανικά, ακολουθώντας ορισμένους κανόνες χειρισμού συμβόλων, σε ερωτήματα διατυπωμένα σε κινέζικους χαρακτήρες που του δίνονται κάτω από την πόρτα. Ό,τι ερώτημα τού τίθεται το απαντά σωστά ακολουθώντας τους κανόνες, όπως περίπου κάνει ένας υπολογιστής, με αποτέλεσμα να δημιουργεί την εντύπωση στους έξω από το δωμάτιο ότι ξέρει κινέζικα ενώ αυτός αναγνωρίζει απλώς το σχήμα των χαρακτήρων χωρίς καν να καταλαβαίνει αν είναι κινέζικοι χαρακτήρες ή π.χ., ιαπωνικοί. Ένα από τα συμπεράσματα του επιχειρήματος είναι ότι ο επιτυχημένος χειρισμός συμβόλων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην κατανόηση. «Ακριβώς ό,τι συμβαίνει στις εξετάσεις στο σχολείο», είπε ο εκπαιδευτικός της παρέας. Τα παιδιά μαθαίνουν να απαντούν σε συγκεκριμένες ερωτήσεις χωρίς πράγματι να κατανοούν το ερώτημα ή την απάντηση που δίνουν. Ένα «άριστο» σύστημα δηλαδή («έξυπνη εφαρμογή»
στη γλώσσα των υπολογιστών) για να κόβουμε αυτούς που δεν χωράνε στο πανεπιστήμιο, ο αριθμός των οποίων αποφασίζεται με βάση το εκάστοτε κυβερνητικό/ κομματικό/ πελατειακό συμφέρον




ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΔΕΝ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ ΚΑΤ’ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΑΞΙΟΥΣ, ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ «ΑΣΚΗΘΗΚΑΝ» ΝΑ ΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΙ ΕΠΙΔΕΞΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ:  
Αυτό το καταλαβαίνουμε μετά στο πανεπιστήμιο όταν στις εξετάσεις οι φοιτητές δυσκολεύονται πολύ να απαντήσουν ερωτήματα τα οποία δεν επιδέχονται απαντήσεις παπαγαλίας. Εγώ π.χ., αποφεύγω να αναφέρω ονόματα φιλοσόφων στα ερωτήματα που θέτω διότι οι φοιτητές πολύ συχνά παραβλέπουν εντελώς τι ρωτάω, καθώς δεν το κατανοούν, κι αρχίζουν να γράφουν ό,τι έχουν αποστηθίσει για τον φιλόσοφο έστω κι αν αυτό που γράφουν δεν έχει σχέση με το θέμα.

Άρχισα να συνειδητοποιώ το πρόβλημα όταν κάποτε εξεταζόταν η φιλοσοφία στις πανελλήνιες εξετάσεις και ήμουν για δυο χρόνια μία από αυτούς που έβαζαν θέματα. Την πρώτη φορά πήγα αποφασισμένη να μην βάλουμε θέματα παπαγαλίας αλλά προσγειώθηκα απότομα όταν μου είπαν «και ποιος θα διορθώσει τα γραπτά;». Έπρεπε να υπάρχει η αντικειμενική μεζούρα των συγκεκριμένων σελίδων της ύλης. Μετά επιλέξαμε ένα θέμα αυξημένης δυσκολίας που απαιτούσε την κατανόηση ενός φιλοσοφικού αποσπάσματος. «Είναι αρκετά δύσκολο», είπα. «Εγώ χρειάζομαι μισή ώρα να το σκεφτώ πριν το απαντήσω». «Α, μην ανησυχείτε», μου απάντησε μία εκπαιδευτικός. «Θα δουν τα παιδιά ότι είναι του τάδε φιλοσόφου και θα απαντήσουν ό,τι λέει το βιβλίο». Δεν είχε σημασία τι ακριβώς έλεγε το απόσπασμα, δεν είχε σημασία τι ρωτούσαμε εμείς, σημασία είχε να αναπαραγάγουν οι μαθητές ένα συγκεκριμένο χωρίο από το βιβλίο για να μπορέσει να διορθωθεί «αντικειμενικά». Δεν είναι ν’ απορεί κανείς με τις επιδόσεις μας στην κατανόηση κειμένου στον διαγωνισμό PISA!

Τι επιτυγχάνουμε έτσι; Έχουμε βρει έναν τρόπο για να κόβουμε αυτούς που δεν χωράνε στο πανεπιστήμιο, ο αριθμός των οποίων αποφασίζεται με βάση το εκάστοτε κυβερνητικό συμφέρον. Η δυσκολία ή η ευκολία των θεμάτων είναι εντελώς αδιάφορη καθώς ο αριθμός των εισαγομένων είναι κλειστός και συζητείται μόνο για να βγάζουν ανακοινώσεις οι σύλλογοι διδασκόντων. Οι εξετάσεις που έχουμε δεν επιλέγουν κατ’ ανάγκην τους πιο άξιους, επιλέγουν αυτούς που έχουν μάθει να χειρίζονται επιδέξια τον συγκεκριμένο διαγωνισμό κυρίως με τη βοήθεια των φροντιστηρίων που έχουν καταστήσει τις τελευταίες τάξεις του λυκείου πρακτικά περιττές. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν ενδιαφέρεται για τη μόρφωση των παιδιών αλλά για τη διεκπεραίωση μιας διαδικασίας με συνεχείς εξετάσεις που καταλήγουν στην απονομή διπλωμάτων και πτυχίων. Όσο τα πτυχία χρησιμοποιούνταν ως εισιτήριο για το δημόσιο, είχαν κάποια αξία έστω και ως απλό χαρτί χωρίς απαραίτητα αντίκρισμα. Τι γίνεται όμως τώρα;

Κλειδί για να γίνουν τα σχολεία μας χώροι μόρφωσης είναι δύο σχετιζόμενες αλλαγές που φαίνονται μεν μικρές αλλά είναι, κατά τη γνώμη μου, κρίσιμες: (1) να μην ταυτίζεται η διδακτέα με την εξεταστέα ύλη (αντίθετα με την υπόσχεση του Υπουργείου να επεκτείνει από του χρόνου την ταύτιση σε όλες τις τάξεις του λυκείου) και (2) να μην ορίζει το Υπουργείο με ακρίβεια σελίδων από ένα διδακτικό εγχειρίδιο το αναλυτικό πρόγραμμα και την εξεταστέα ύλη. Το Υπουργείο θα πρέπει να δίνει απλώς τις κατευθυντήριες γραμμές και στη συνέχεια οι εκπαιδευτικοί να προσδιορίζουν τι ακριβώς και πώς θα διδάσκεται στο σχολείο τους. Με αυτόν το τρόπο θα διαμορφώνεται η ειδική φυσιογνωμία κάθε σχολείου και δεν θα καταδυναστεύεται η εκπαιδευτική διαδικασία από το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο που ακυρώνει τον ρόλο και την ευθύνη των καθηγητών. Θα μπορούν να χρησιμοποιούνται διαφορετικά, περισσότερα και καλύτερα βιβλία από τα σημερινά. Οι σχολικές μονάδες και οι καθηγητές θα αξιολογούνται για το έργο τους με κριτήρια που θα περιλαμβάνουν και το πώς αποδίδουν οι μαθητές τους στα πανελλαδικά εξεταζόμενα μαθήματα χωρίς κλειστή ύλη. Έτσι θα στραφεί η διδασκαλία όχι στην αποστήθιση αλλά στην ουσία, έτσι θα δίνεται προσοχή στις ειδικές ανάγκες και τις ικανότητες των μαθητών και μαθητριών και δεν θα ισοπεδώνονται όλα στον Προκρούστη του εξαντλητικά ορισμένου (και αναχρονιστικού) αναλυτικού προγράμματος. Υπάρχουν πολλά που μπορεί και πρέπει να γίνουν στην εκπαίδευση αλλά οι δύο αυτές κινήσεις είναι βασικές

[ΠΗΓΗ: Βάσω Κιντή, Το κινέζικο δωμάτιο και η παπαγαλία, επιφυλλίδα που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 08-06-2014]

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΕΙΝΑΙ ΑΛΑΦΡΕΣ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ, ΣΤΕΓΝΕΣ ΚΙ ΑΝΑΛΑΦΡΕΣ, ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΤΟΥΝ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ…


(ακόμα κι όταν στις πετούν, δεν είναι αυτές που σε σκοτώνουν, αλλά των λιθοβολιστών το μίσος. Έχεις πεθάνει πριν σ’ αγγίξουνε οι πέτρες...)
Αν πάρουμε στα σοβαρά την Παλαιά Διαθήκη (και γιατί όχι, αφού πρόκειται για θεόπνευστο βιβλίο), ο πρώτος, παγκοσμίως, φονιάς ήταν ο τρίτος άνθρωπος που ενεφανίσθη επί Γης, δηλαδή ο Κάιν, πρωτότοκος γιος του  Αδάμ και της Εύας, γεωργός το επάγγελμα, ο οποίος εφόνευσε τον τέταρτο επί Γης άνθρωπο, δευτερότοκο γιο του Αδάμ και της Εύας, δηλαδή τον αδελφό του Άβελ, ποιμένα το επάγγελμα. Αιτία; Όσο κι αν φαίνεται γελοία, η προτίμηση του Κυρίου στα κοψίδια, που του προσέφερε ο Άβελ, και όχι στους καρπούς της γης, που του προσέφερε ο Κάιν… Έτσι, ο πονηρός αγρότης επεκράτησε του πονηρού βοσκού και, παρά το γεγονός ότι εξορίστηκε από τον Κύριο ανατολικά της Εδέμ, είναι αυτός που, με τις ευλογίες  του ιδίου Κυρίου, συνέχισε πράγματι τη διαιώνιση του φονικού είδους των ανθρώπων.
Η κατάληξή τους αυτή ήταν, βεβαίως, γραμμένη ήδη στα ονόματά τους ή στο DNA τους, όπως θα λέγαμε σήμερα. Κάιν, στα εβραϊκά, σημαίνει «απόκτημα», δηλαδή κελεπούρι, ενώ Άβελ στην ίδια γλώσσα, σημαίνει «πνοή», «μηδαμινότητα», δηλαδή αέρας, ίσον τίποτε.
Τελικά, φαίνεται ότι η ύπαρξη μας πάνω στη γη οφείλεται, αφενός, στην απάτη του Σατανά και, αφετέρου, στον αφανισμό ενός τίποτε.
Τώρα, πώς ο Κάιν, εξόριστος στη χώρα Ναιδ, ανατολικά της Εδέμ, κατάφερε προς χάριν μας να βρει γυναίκα και να τεκνοποιήσει είναι ένα ζήτημα που, επί μακρόν αλλά δίχως αποτέλεσμα, απασχόλησε και πολύ φοβούμαι ότι θα συνεχίσει να απασχολεί τους ένθεους θεολόγους και τους άθεους φυσιοδίφες. Ας αφήσουμε όμως αυτούς τους κυρίους στην αέναη διαμάχη τους και ας εξετάσουμε ένα άλλο σκοτεινό και αδιευκρίνιστο ζήτημα: ποιο ήταν το όπλο με το οποίο ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ; Η Βίβλος γράφει απλώς: και είπε Κάιν προς Άβελ τον αδελφόν αυτού, διέλθωμεν εις το πεδίον. Και εγένετο εν τω είναι αυτούς εν τω πεδίω, ανέστη Κάιν επί Άβελ τον αδελφόν αυτού και απέκτεινεν αυτόν… [για τις τρεις επικρατέστερες ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ σχετικά με το φονικό όργανο του πρώτου επί γης εγκλήματος γράφει ο Αργύρης Χιόνης στο Περί Μαχαιριών δοκίμιο του - βιβλίο ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ και άλλες Τρελές Ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη 2016 - Αποσπάσματα αμέσως παρακάτω με ΚΛΙΚ εδώ):   


ΤΡΕΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ:
Ο Θεός, που, ως τα πανθ’ ορών, ήταν αυτόπτης μάρτυς και εν συνεχεία κριτής, θεώρησε περιττό να ενημερώσει τον θεόπνευστο συγγραφέα της Γεννέσεως σχετικά με το όργανο του εγκλήματος. Δεν μας απομένει, ως εκ τούτου, παρά να κάνουμε διάφορες υποθέσεις, ξεκινώντας από το γεγονός ότι τα δύο αυτά αδέλφια ήσαν πολύ, αφάνταστα πολύ πρωτόγονα και, συνεπώς, ήταν αδύνατο να κατέχουν οποιαδήποτε οπλική τεχνογνωσία. Από τις διάφορες, λοιπόν, υποθέσεις, τρεις  είναι οι επικρατέστερες:

ΠΡΩΤΗ: Ο Κάιν χρησιμοποίησε ως όπλο τα χέρια του, δηλαδή στραγγάλισε τον αδελφό του. Πρόκειται για σοβαρή υπόθεση, αλλά χωλαίνει ως προς το ότι αυτός ο τρόπος δολοφονίας λαμβάνει χώρα εν βρασμώ ψυχής και κατόπιν πάλης. Το έγκλημα όμως του Κάιν ήταν σαφώς προμελετημένο («Πάμε μια βόλτα στα χωράφια», είπε στον Άβελ και, βέβαια, δεν είχε κατά νουν να μαζέψουν μαζί λουλούδια),ο δε Άβελ, ως ποιμήν το επάγγελμα, πρέπει να ήταν εξίσου δυνατός με τον αδελφό του, αν όχι δυνατότερος από αυτόν, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να αντιστρέφονταν οι όροι θύτη και θύματος.

ΔΕΥΤΕΡΗ: Ο Κάιν είχε κρύψει, μέσα στα χόρτα ή στις  καλαμιές, μια κλάρα από δένδρο και, δοθείσης της ευκαιρίας, την άρπαξε και βάρεσε κατακέφαλα τον αδελφόν αυτού.
Εδώ, ωστόσο, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι τα κρανία εκείνων των πολύ πρωτόγονων ήταν πολύ πιο σκληρά από τα δικά μας, που τσακίζονται, με το παραμικρό, σαν αυγότσουφλα. Οπότε, και σ’ αυτή την περίπτωση, μετά από μια παροδική ζάλη, θα είχαμε πάλη, με αμφίβολο πάλι αποτέλεσμα. 

ΤΡΙΤΗ: Ο δολοφόνος είχε σκεφτεί να στραγγαλίσει το θύμα του, έχει επίσης, καλού κακού, κρύψει μια κλάρα μέσα στα χόρτα ή μες στις καλαμιές, αλλά, καθώς βαδίζουν στα χωράφια, σκοντάφτει σε μια μεγάλη, ιδιαίτερα αιχμηρή κοτρώνα, που του πληγώνει το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ή (αδιάφορο) του αριστερού ποδιού. Το σωρευμένο στην ψυχή του μίσος, ο πόνος απ’ το πληγωμένο πόδι και το αίμα που τινάζεται απ’ την πληγή ακυρώνουν την προμελέτη και προκαλούν σφοδρό βρασμό ψυχής. Σκύβει, λοιπόν, χωρίς δεύτερη σκέψη, αρπάζει τη βαριά και αιχμηρή κοτρόνα, την σηκώνει ψηλά, την κατεβάζει με τρομερή δύναμη και συνθλίβει, εκ των όπισθεν, το κρανίο του προπορευόμενου, αμέριμνου αδελφού του.

Η Τρίτη αυτή υπόθεση, είναι κατά την άποψή μου, , η πιο κοντινή στην αλήθεια. Πρέπει, ωστόσο, να ομολογήσω ότι μεροληπτώ, κατά κάποιον τρόπο, υπέρ αυτής, καθότι υπηρετεί, περισσότερο απ’ τις άλλες δύο, την πρόθεσή μου να μιλήσω για τα μαχαίρια –εργαλεία και όργανα φονικά, άγνωστα τότε, πασίγνωστα σήμερα- η βιομηχανία των οποίων  αρχίζει από τη Λίθινη Εποχή, μια εποχή δηλαδή πολύ, μα πάρα πολύ μεταγενέστερη από εκείνη των πρωτοπλάστων και των δευτεροπλάστων, η οποία εντούτοις, αν η πεποίθησή μου ότι ο Κάιν σκόνταψε πάνω σ’ ένα αιχμηρό κερατόλιθο ή πυριτόλιθο είναι βάσιμη, αξιοποίησε εκείνη την εν βρασμώ ψυχής εφεύρεση του πρώτου φονιά, αφού τα πρώτα μαχαίρια κατασκευάστηκαν από κερατόλιθο ή πυριτόλιθο ή silex, όπως τον αναφέρουν σήμερα στις προθήκες των Μουσείων με σχετικά εκθέματα. Με άλλα λόγια, αυτές οι δύο, τόσο απομακρυσμένες μεταξύ τους, εποχές συνδέονται με άρρηκτους δεσμούς αίματος…
[απόσπασμα από το ΠΕΡΙ ΜΑΧΑΙΡΩΝ δοκίμιο/αφήγημα του Αργύρη Χιόνη, που περιέχεται στο βιβλίο του ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ και άλλες τρελές ιστορίες, εκδόσεις ΚΙΧΛΗ 2016]

ΑΚΟΜΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΕΤΡΕΣ (για να διαλέξεις πια θα ρίξεις πίσω ο αναμάρτητος…)


Η πέτρα που κάποιος έριξε πίσω του και κάποιος άλλος μάζεψε για να χτίσει ένα σπίτι
Οι πέτρες που αλέθουνε τις νύχτες το μυαλό, που κονιορτοποιούν τα όνειρα κι όταν ξυπνάς την άλλη μέρα δεν θυμάσαι παρά μιαν άσπρη σκόνη
Η πέτρα θεμέλιο της σιγουριάς
Η πέτρα που σπάει το τζάμι της φρονιμάδας
Η πέτρα ανάμεσα στα δόντια
Η πέτρα στα νεφρά
Η πέτρα στην καρδιά
Η πέτρα με μια καρδιά σκαλισμένη πάνω της
Η αναίσθητη πέτρα που γίνεται κόρη όλο αίσθημα στα χέρια του γλύπτη
Η πέτρα στο λαιμό του απελπισμένου
Η πέτρα στο πόδι του βουτηχτή
Η πέτρα η τετράγωνη για χτίσιμο
Η πέτρα η στρογγυλή για χάδι
Η πέτρα η ά-σχημη για κλότσημα
Η πέτρα κάτω απ’ το λαιμό του Ισαάκ
Η πέτρα κάτω απ’ το λαιμό της Ιφιγένειας
Η πέτρα βωμός βαμμένη μ’ αίμα αθώων ανθρώπων ή ζώων πιο αθώων ακόμα μια κι έπρεπε αθώους ν’ αντικαταστήσουμε ανθρώπους
Η πέτρα της ενοχής των θεών
Η πέτρα που ρίχνει πρώτος ο αναμάρτητος κι επιστρέφει στο μέτωπό του
Η πέτρα που χτυπάει τον αμαρτωλό κι είναι αυτή που ματώνει
Η πέτρα που πετάς ψηλά και ξαναπέφτει
Η πέτρα που πετάς ψηλά και δεν ξαναπέφτει
Η πέτρα της σφεντόνας που σκοτώνει το πουλί
Η πέτρα της σφεντόνας που γίνεται πουλί και χάνεται
Η πέτρα στην έρημο
Η πέτρα στον έρημο γιαπωνέζικο κήπο
Η έρημη πέτρα στον πράσινο κήπο
Η πέτρα που πάνω της σκοντάφτει ο κυνηγημένος και πιάνεται απ’ τον κυνηγό
Η πέτρα που πάνω της σκοντάφτει ο κυνηγός
Η πέτρα που πάνω της δεν σκοντάφτει κανένας και βλέπει να περνάνε ο κυνηγημένος κι ο κυνηγός
Η πέτρα που ήταν άνθρωπος που πέτρωσε
Η πέτρα που ήταν λάβα που πέτρωσε
Η πέτρα προσφάι των νεκρών
Η πέτρα προσκέφαλο των νεκρών
Η πέτρα κουβέρτα των νεκρών
Η πέτρα διαβρωμένη αργά-αργά απ’ τη βροχή
Η πέτρα θρυμματισμένη ξαφνικά απ’ το φουρνέλο
Η πέτρα στα χείλια του πηγαδιού
Η πέτρα στον πάτο του κόσμου
Η πέτρα που βρήκε κατακούτελα το φεγγάρι κι έχυσε όλο το αίμα του
Οι πέτρες που ακολουθούσαν τον Ορφέα
Οι πέτρες που κυνηγούσαν τον Ορφέα
Οι πολύτιμες πέτρες φυλακισμένες σε χρηματοκιβώτια ή δεμένες σε δαχτυλίδια
Οι ευτελείς πέτρες ελεύθερες στους δρόμους
Η πέτρα βουνό κι η αδελφή της η πέτρα κόκκος άμμου
Η πέτρα που πετάς στη λίμνη για να δεις τους κύκλους που θα γράψει στο νερό και τη βυθίζεις για πάντα
Η πέτρα που πρασινίζει απ’ τα μούσκλα κι ονειρεύεται πως έβγαλε ρίζες
Η αλαφρόπετρα που κάνει την πέτρα αλλά επιπλέει
Η πέτρα ανερμήνευτος χρησμός
Η βουβή πέτρα
Η πέτρα που κάποτε μίλησε κανείς δεν την κατάλαβε και δεν ξαναμίλησε
 [ΠΗΓΗ: Αργύρης Χιόνης, ΠΕΤΡΕΣ από τη συλλογή ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983 -  ARTWORK: Paul Bond]

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ, ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (γράφω γιατί αυτό είναι το χρέος μου)


«Ποίημα δεν είναι οι λέξεις με το μελάνι στο χαρτί, το ποίημα είναι πλάσμα ζωντανό και ελλοχεύει μέσα στην ομίχλη…», είναι ο ορισμός του Τόλη Νικηφόρου με τον οποίο προλογίζει τις Ιστορίες Ποιημάτων στο τελευταίο βιβλίο του που με τίτλο ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΣΑΝ ΘΑΥΜΑ ΞΑΦΝΙΚΑ κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας. Και συνεχίζοντας τους αφορισμούς του για την ποίηση γράφει στο ίδιο εισαγωγικό κείμενο: «Ποίηση είναι ένα χάραμα, ένα κορίτσι όταν χαμογελάει ή όταν δακρύζει, η φλαμουριά που αγγίζει το μπαλκόνι μου, το ωραίο, ίσως κάποτε και το αποτρόπαιο και η φωτιά που ανάβει μέσα μας. Και ποιος είναι εκείνος που μπορεί να συνθέσει αληθινά ποιήματα; Μια από τις πολλές απορίες που αιωρούνται στο μυαλό μου είναι αν η πρωτοβουλία της γραφής είναι πράγματι δική μου ή αν τα ίδια τα ποιήματα τελικά αποφασίζουν ν’ αναδυθούν στο φως από το μυστικό τους κόσμο, αν τα ποιήματα επιλέγουν το χρόνο για να γεννηθούν:
«το ποίημα… είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας
κυκλοφορεί στο υπόγειο και λούζεται με το φως στο υπερώο
διαβάζει ένα-ένα τα χειρόγραφά μας
αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές που ταξιδεύουν μέσα μας
και πίνει για να μεγαλώσει γι’ αυτό και είναι πάντα μεθυσμένο
το ποίημα επιλέγει το δικό του χρόνο για να γεννηθεί
όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει».
Ο ποιητής έχει χαρακτηριστεί ως ο «ιερέας του αόρατου» και οι σπάνιες στιγμές της γνήσιας ποιητικής έμπνευσης είναι στιγμές έκστασης, στιγμές θρησκευτικού δέους. Διαισθάνομαι ότι πρόκειται για την επικοινωνία με το κάτι εκείνο που μας υπερβαίνει συντριπτικά. Ίσως ποίηση να είναι η γλώσσα που μιλάει το φως. Το φως ή η ψυχή μας που είναι φως. Και το άγνωστο εκείνο που εκπέμπει το φως, η αρχική αιτία των πάντων.
ΤΟ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟ ΡΙΓΟΣ: 
«Προσφέρεται στη μοναξιά και στη σιγή
στις παρυφές του ονείρου την ώρα που οι νεκροί υφαίνουν έξω το σκοτάδι
και εισρέει από τις χαραμάδες σαν κόκκινο κρασί η ανάσα τους
με δέος προφέρεται η ποίηση
καθώς προφέρει ανθίζοντας ένα ξερό κλαδί, το προαιώνιο ρίγος του»…
Στο βιβλίο αυτό, λοιπόν, έχει συγκεντρώσει ο Τόλης Νικηφόρου μερικές από τις ιστορίες των ποιημάτων που έχει γράψει.  Μότο του βιβλίου η ρήση του Πλάτωνα: «Τα ωραία ποιήματα δεν είναι ανθρώπινα ούτε εξ ανθρώπων αλλά θεία και εκ θεών και οι ποιητές τίποτα άλλο από υπηρέτες των θεών, κατεχόμενοι από τον θεό εκείνο από τον οποίο ο καθένας διακατέχεται». Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι πολλά από τα πεντακόσια τόσα ποιήματά του ήταν εμπνεύσεις της στιγμής με άγνωστη πηγή, άλλα πάλι αναδύθηκαν από μισοξεχασμένες εμπειρίες ζωής και έχουν τη δική τους ιστορία… Οι ιστορίες του βιβλίου είναι ενδεικτικές περιγραφές των συνθηκών που έδωσαν το έναυσμα για ν’ αναδυθεί εκ των υστέρων το ποίημα από τα μυστικά εργαστήρια της ψυχής. Είναι ιστορίες από τα παιδικά χρόνια, από τα ταξίδια, από τους ανθρώπους που αγάπησε, από τους έρωτες, τα πάθη και τα λάθη. Μια από αυτές τις ιστορίες με τίτλο «Καμιά φορά σαν δένδρο ή σαν πουλί» από τη σελ. 71 του βιβλίου επιλέγουμε γι’ αυτή την παρουσίαση. Σ’ αυτήν έχουμε και την «απολογία»/ ομολογία του ποιητή, απάντηση στο εναγώνιο ερώτημα: ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ;
«Γράφω για ν’ απλώσω ένα χέρι, ν’ ανάψω ένα φως. Γράφω γιατί αυτό είναι το χρέος μου κι ακόμα γράφω για να γεμίσω ένα τεράστιο χάσμα μέσα μου. Ένα κενό, μια απουσία που δεν γεμίζει όσα ποιήματα, όσα βιβλία κι αν γράψω, όση αγάπη κι αν δώσω, όση αγάπη κι αν μου δοθεί. Κι ακόμα γράφω γιατί είμαι ερωτευμένος με τη ζωή και μόνον έτσι μπορώ να νικήσω προσωρινά το θάνατο…»




ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΝ ΔΕΝΔΡΟ Ή ΣΑΝ ΠΟΥΛΙ
(μια ιστορία από το βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου Από το Τίποτα σαν Θαύμα ξαφνικά, εκδόσεις μανδραγόρας 2018):
Τι περισσότερες φορές συμβαίνει χωρίς να το καταλάβω. Απλώς συμβαίνει. Σαν μια βαθύτερη ανάγκη, μια παρόρμηση, κάτι εντελώς φυσιολογικό. Χρειάστηκαν μερικές δεκαετίες για να το συνειδητοποιήσω και τότε αφού το είχαν παρατηρήσει και μου το είχαν αναφέρει κάποιοι άλλοι. Σε μελέτες, σε κριτικές, σε σχόλια.

Υποθέτω ότι ο κάθε ποιητής, και όχι μόνο, έχει τις εμμονές του. Οι εμμονές αυτές εκφράζονται με λέξεις. Λέξεις όπως κόκκινο και βαθύ γαλάζιο, επανάσταση, ουτοπία, αγάπη, έρωτας, αθωότητα, μνήμη, απώλεια, θάνατος, μοναξιά, λέξεις όπως ψυχή όπως φως. Η δική μου συντριπτικά κυρίαρχη εμμονή είναι η λέξη φως και όλα όσα εκφράζει, όλα όσα σημαίνει.

υπάρχει μέσα μου ένα φως
καμιά φορά σαν δένδρο ή σαν πουλί
ή ξέφτι απ’ το γαλάζιο στο περβάζι σου
υπάρχει μέσα μου ένα φως
που όλα τα ξέρει
κι όλα τα αισθάνεται
μοναχικό που ταξιδεύει
απ’ την αρχή του χρόνου
που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίνεται

Από καιρό ήθελα να μετρήσω πόσες φορές εμφανίζεται η λέξη φως στις ποιητικές συλλογές μου και επιτέλους το έκανα τον Ιανουάριο του 2013. Η λέξη φως λοιπόν εμφανίζεται 168 φορές στις 15 ως τότε συλλογές μου, δηλαδή 11 φορές περίπου σε κάθε συλλογή. Από τότε εκδόθηκαν δύο ακόμα πρωτότυπες συλλογές με τη λέξη φως να εμφανίζεται άλλες 37 φορές συνολικά. Φαίνεται ότι, όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο πιο έντονη γίνεται η ανάγκη μου για το φως. Στην καταμέτρηση αυτή, μάλιστα, δεν περιλαμβάνονται τα παράγωγα του φωτός, όπως φωτεινός, πάμφωτος, κατάφωτος, ούτε οι λέξεις που υποδηλώνουν την παρουσία φωτός, όπως ήλιος, χάραμα, ανατολή. Έφτασα στο σημείο να αποπειραθώ να γράψω ένα ποίημα με τη λέξη φως και μόνο.

Συνειδητά ή υποσυνείδητα λοιπόν, η λέξη αναδύεται από τη ψυχή μου και παίρνει τη θέση της στο ποίημα. Συχνά βρίσκεται στον τελευταίο στίχο ή και στον τίτλο, κυριαρχεί και καθορίζει το νόημα του ποιήματος. Εναρμονισμένη θα έλεγα με αυτά που πιστεύω για τη θέση και τον προορισμό μου στη λογοτεχνία και τη ζωή.

Γράφω για ν’ απλώσω ένα χέρι, ν’ ανάψω ένα φως. Γράφω γιατί αυτό είναι το χρέος μου κι ακόμα γράφω για να γεμίσω ένα τεράστιο χάσμα μέσα μου. Ένα κενό, μια απουσία που δεν γεμίζει όσα ποιήματα, όσα βιβλία κι αν γράψω, όση αγάπη κι αν δώσω, όση αγάπη κι αν μου δοθεί. Κι ακόμα γράφω γιατί είμαι ερωτευμένος με τη ζωή και μόνον έτσι μπορώ να νικήσω προσωρινά το θάνατο.

Στην προσπάθεια μου αυτογνωσίας, να καταλάβω δηλαδή πώς και γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, έγραψα και το παρακάτω ποίημα:

γιατί το φως
υμνώ το φως
για να ξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω από το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

ΚΑΙ ΠΑΛΙ  ΕΓΩ ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΩ: Όταν το κάτι αυτό, το οτιδήποτε για μένα θα τελειώσει και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει, το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα στην ψυχή, η απαλή καμπύλη στο αύριο, το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας. Όταν το κάτι αυτό το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει, θα σας αγγίζει απαλά, θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο  [από το βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου ]


Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΦΥΣΙΚΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΗΡΕ ΔΡΟΜΟ (μεταφορικά, κυριολεκτικά, ανακούρκουδα, ανφάς, προφίλ και ασκαρδαμυκτί)


Η δεσποινίς Δενκαταλαβαίνωτιμουλεςγίνεπιοσαφήςσεπαρακαλώ και ο Δημήτρης  ο Πολιορκητής που παρουσιάζεται μόνο μέσω ονείρων και κρυσταλλομαντείας… Δρόμο, της είπα. Δηλαδή πάρε δρόμο, ξεκουμπίσου, άμε στο διάβολο, πνίξου, κάνε χαρακίρι, εξαφανίσου, άει σιχτίρ. Αυτά της είπα. Δηλαδή της είπα δρόμο, αλλά έτρεμα από σύγχυση, φαινόταν, ήταν γελοίο να θεωρήσει την έκφραση κυριολεκτική-να νομίσει, για παράδειγμα, πως εννοώ να πάρει το δρόμο αγκαλιά ή να αγοράσει ένα δρόμο ή να κάνει σεξ στο δρόμο. Γελοία πράγματα. Όταν λέμε δρόμο, η έκφραση γίνεται μεταφορική, και του δημοτικού να είσαι καταλαβαίνεις. Αυτή όμως εκεί. Να επιμένει πως δεν ήμουν σαφής, πως δεν κατάλαβε τη μεταφορική έννοια και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά. Φυσικά στο τέλος πήρε δρόμο μεταφορικά, κυριολεκτικά, ανακούρκουδα, ανφάς, προφίλ και ασκαρδαμυκτί. Πήρε δρόμο, ξεκουμπίστηκε, εξατμίστηκε, εξαερώθηκε, μου άδειασε τη γωνιά, μάζεψε κάτι λαχανάκια Βρυξελλών που κόντευαν να σαπίσουν, μια σακούλα κονσέρβες, μια κούτα βιβλία, το κίτρινο αδιάβροχο που αγοράσαμε στις εκπτώσεις, οδοντόβουρτσα, πετσέτες, κάτι βρακιά, έναν Βούδα, κάτι ληγμένα και τρεις φωτογραφίες του σκατόψυχου- στη μία να λιάζεται, στην άλλη να ξύνεται στην παράλη να χτενίζεται. Μπήκε στο πρώτο ταξί.  Bγήκα στη βεράντα και κρυφόβλεπα, της έπεφταν πακέτα, κόρναραν, ήταν και πρωί-πρωί, κίνηση, να πάει ο κόσμος στη δουλειά του ήθελε, δεν είχαν όρεξη να βλέπουν τις κυλόττες της, δηλαδή να βλέπουν τη συγκεκριμένη μαντάμ να μαζεύει τις κυλόττες που έπεφταν απ’ τις σακούλες και να τους κάνει και νόημα να περιμένουν-έλεος. Πήρε δρόμο κι ήταν ακόμα οκτώ και κάτι, ο σκυλοκαυγάς ξεκίνησε αξημέρωτα, δεν είχα όρεξη, ψόφησα, φώναζα , τσίτωσα, τώρα ήθελα να κοιμηθώ εκατόν πενήντα χρόνια και διακόσιες εικοσιεφτά ημέρες - τόσο με εξόντωσε η δεσποινίς Δενκαταλαβαίνωτιμουλεςγίνεπιοσαφήςσεπαρακαλώ. [απόσπασμα από μια ιστορία της Γλυκερίας Μπασδέκη -  συνέχεια με ΚΛΙΚ στην εικόνα ART by Hannah Höch photomontage]:


Όταν ξύπνησα ήταν μαύρη νύχτα. Σκόνταψα για τις παντόφλες, πίσσα, αραπιά, έψαχνα τον διακόπτη, δεν τον έβρισκα, σα να είχα ξυπνήσει σ’ άλλο σπίτι. Κατευθείαν έφτιαξα καφέ-άνοιξα και καινούργιο πακέτο, είχα αφήσει το γυρισμένο με την ευχή κάπου αλλά εξαφανίστηκε, τίποτε δεν ήταν στη θέση του, άτιμη μέρα, της εξοντώσεως. Στο τρίτο τσιγάρο θυμήθηκα και το όνειρο. Ήμουν, λέει, στο μανάβικο της γωνίας, αγόραζα κάτι ξινόμηλα εισαγωγής, πέρασε από μπροστά ο Πολιορκητής, κρατούσε μια Ελευθεροτυπία, πήγα να δαγκώσω τη γλώσσα μου γιατί ήταν πολύ όμορφος κι ήθελα να ουρλιάξω και να τον μυρίσω και να τον γλείψω εκεί μπροστά στους πάγκους κι αυτός ήρθε δήθεν αμέριμνα, μου ’κλεισε το δρόμο, δεν μπορούσα να στρίψω, ήταν και τα καφάσια με τα καρπούζια αριστεροδέξια, με λένε Δημήτρη μου ψιθύρισε στ΄αυτί, σταμάτα να με λες Πολιορκητή, εγώ κοκκίνισα, μου ’πεσαν τα μήλα, κάτι κυριούλες έκαναν τσσσσσσς, ο μανάβης αγρίεψε, πάρτε δρόμο γκάριζε, έπεσαν και τα καρπούζια, τρέχαμε, τρέχαμε ώσπου βγήκαμε μπροστά στο μετρό της Πανόρμου. Ψιλοβλακεία όνειρο, δεν είχε ούτε φιλιά, ούτε τίποτε το αισθησιακό, ούτε σεξ, ούτε. Είχε πάλι δρόμο, όμως. Αυτός μου έκλεισε το δρόμο, ο μανάβης μας διέταξε να πάρουμε δρόμο, εμείς τρέχαμε στους δρόμους. Πολύς δρόμος, σήμερα, σκεφτόμουνα και κάπνιζα και δεν ήξερα πώς να σκοτώσω την ώρα και ήμουν μόνη καλοκαιριάτικα με την καλύτερη μου φίλη να ’χει πάρει δρόμο και τον κύριο Πολιορκητή να παρουσιάζεται μόνο μέσω ονείρων και κρυσταλλομαντείας.

Βγήκα στο δρόμο με τις σαγιονάρες και το νυχτικό. Ήθελα τσιγάρα και ντεπόν. Ήθελα να με περιμαζέψουν τίποτε καλές κυρίες, να με πάρουν σπίτι τους, να μου φτιάξουν ζεστό γάλα με κουλουράκια βουτύρου, να μου πoύνε ότι είμαι πολύ γλυκό κορίτσι και δεν πρέπει να γυρίζω τέτοια ώρα στους δρόμους με το νυχτικό και τις παντόφλες και να με βάλουν για ύπνο και τα σεντόνια να μυρίζουν αύρα ωκεανού κι εγώ να τους δώσω το τηλέφωνο του Πολιορκητή και να τον ξυπνήσουν και να έρθει αλαφιασμένος να με πάρει και να τις ευχαριστήσει πολύ τις καλές κυρίες που βοήθησαν το κορίτσι του και κάτι τέτοιο στο περίπου . Για την άλλη ούτε λόγος. Δεν την ήθελα ούτε στα σενάρια, ούτε στα όνειρα, ούτε μέσα στο σπίτι μου-έπρεπε να πάρει δρόμο από καιρό, από τότε που την έπιασα να σκαλίζει τα γράμματα του και να φοράει τα σουτιέν μου. Περπατούσα, το λοιπόν, περπατούσα, οι δρόμοι άδειοι, ούτε καλές κυρίες, ούτε ναυτοπρόσκοποι, ούτε επιδειξίες, ούτε ανώμαλοι, ούτε μάρτυρες του Ιεχωβά. Κανείς. Σα να βρέθηκα σε άλλη πόλη. Σε άλλη χώρα. Ακόμη και οι δρόμοι, τα ονόματα των δρόμων δεν μου θύμιζαν τίποτε. Οδός Γιατρού Ινεότη, οδός Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου, οδός Γενιάς του Ιδιωτικού Οράματος, οδός Γενιάς του ‘70, οδός Φιλοθεάμονος κοινού, οδός Στήλης για τη μουσική εφημερίδος Ελευθεροτυπίας, οδός Οικογενείας Στουπάθη, Οδός Ντιριντάουα, Οδός Διακοπών Χωρίς Πτώμα, οδός Βασιλίσσης Φρίκης. Δεν ήμουν στα καλά μου, προφανώς.

Στο περίπτερο, ο τύπος κοιμόταν. Ψιτ, ψιτ, τον σκούντηξα κανά δυο φορές, τζίφος. Ήθελα να βάλω τα κλάματα. Όλα στραβά Τριγύρω κανείς. Άνοιξα το πορτάκι, μπήκα, πήρα μια κούτα άφιλτρα και τρεις αναπτήρες με μουσική. Αν μ’ έπιαναν δεν θα ’ξερα τι να πω, δεν ξυπνούσε όμως με τίποτε, τι μπορούσα να κάνω; Έπιασα το παγκάκι προς το σιντριβάνι κι άκουγα μουσική απ’ τους αναπτήρες. Οι δύο έπαιζαν το Xάπυ Mπέρθντει του γιού, ο άλλος το Κόπα Καμπάνα. Είχαν πλάκα, μου ’φτιαξαν τη διάθεση, ήταν σαν πάρτι πριβέ, ξέχασα και τους έρημους δρόμους και τους δρόμους που πήρα και τους δρόμους που άφησα, τα ξέχασα σχεδόν όλα και κάπνιζα από την κλεμμένη κούτα και ανοιγόκλεινα τους αναπτήρες κι ήταν πολύ σούπερ και στο διάβολο να πάει κι η καλύτερη μου φίλη κι ο Πολιορκητής που δεν θέλει να τον λέω Πολιορκητή αλλά Δημήτρη και τα τρία νοίκια που χρωστούσα και το βράδυ της Ανάστασης που μ’ έστησε με τη λαμπάδα και τα κόκκινα αυγά και το άλλο βράδυ που μ’ έβγαλε απ’ το μπαλκόνι και ζήτω του περιπτερά και ζήτω σ’ αυτόν που ανακάλυψε τους μουσικούς αναπτήρες και ζήτω σ’ όλους τους πολεοδόμους και τους αρχιτέκτονες και στους εργάτες και στις γυναίκες τους και στα παιδιά τους και στο σόι τους όλο. Άρχισα να κρυώνω και δεν περνούσε κανείς να με σφάξει, να με βιάσει, να με συλλάβει, να με ψήσει για καμιά αίρεση, να μου απαγγείλει τον Θούριο του Ρήγα, να με καλέσει στη γκαρσονιέρα του για καλούα με τριμμένο πάγο και καμιά ανωμαλία στα πεταχτά. Ο ύπνος πρέπει να με πήρε με το τσιγάρο αναμμένο.

Ο ήλιος έκαιγε κάθετα και ξύπνησα απότομα. Το στόμα μου κολλούσε. Ήθελα νερό, καφέ, περίθαλψη, ήθελα να γυρίσω γρήγορα σπίτι. Δεν είχα ρολόι, αλλά απ’ το θόρυβο κατάλαβα ότι περνούσαν τα πρώτα λεωφορεία. Η κούτα εξαφανισμένη. Είχα παρέα το βράδυ, σκέφτηκα κατηφορίζοντας την Κεφαλληνίας, Οι δρόμοι γεμάτοι. Κόσμος με σακούλες, κόσμος χωρίς σακούλες, κόσμος αγκαζέ, κόσμος μόνος του. Κανείς δεν μου έδινε σημασία. Περπατούσα με το ροζ νυχτικό και τις σαγιονάρες και τους τρεις μουσικούς αναπτήρες στο χέρι, χωρίς τσιγάρα, αλλά χαλάλι του σ’ όποιον τα πήρε, να τα καπνίσει και να τα χαρεί και να τον χαίρεται η μανούλα του. Περπατούσα, περπατούσα κι ήμουνα κομμάτι του μεγάλου δρόμου κι όλων των δρόμων οριζοντίως και καθέτως κι αυτών που περπάτησα κι αυτών που θα περπατούσα κι αυτών που θα κατάπινα κι αυτών που θα με κατάπιναν.

Στάθηκα στη βιτρίνα με τα ηλεκτρικά. Χρειαζόμουν επειγόντως ένα μιξεράκι. Καλές τιμές, θα ξαναπερνούσα. Πάτησα τον αναπτήρα με το Χάππυ Μπέρθντει -να να να να να να,να να να να να να-τα γενέθλια μου ήθελαν καμία δεκαριά μήνες ακόμη αλλά δεν ήταν κακή ιδέα να παραγγείλω μια τούρτα για το βραδάκι.
[Γλυκερία Μπασδέκη,  Η μέρα που η καλύτερή μου φίλη πήρε δρόμο,  αναρτήθηκε στην Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη]