Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΕΛΕΝΗ ή ο ΚΑΝΕΝΑΣ: «τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνο τον καιρό»

 «Εκείνο το ανόητο κορίτσι, που ντύθηκε άνδρας για να πάει στην Ιταλία να παντρευτεί. Πιο μακριά από τα γεράματα δεν θα μπορούσε να βρεθεί. Από το ατελείωτο παρόν τους, που άλλο δεν κάνει από το ανασυντάσσει όλες τις γυναίκες κι όλους τους άνδρες μιας ζωής, ό,τι υπήρξε και ό,τι δίπλα του έμοιαζε να υπάρχει, για να τραβήξει στο άδηλο τότε μέλλον του. Ένα κορίτσι που έπαιζε τον άνδρα, αλλά μόλις ντύθηκε στα φράγκικα έκοψε το χέρι, καθώς μάζευε τα κομματάκια του καθρέπτη από το χώμα. Γρουσουζιά και αίμα. Γιατί αμέσως δεν σταμάτησα; Γιατί δεν ξαναφόρεσα τα μακριά φορέματα για να ξαναγυρίσω στ’ αρβανίτικα και στα ελληνικά μου; Κι ας έδεσε το χέρι μου με καθαρό μαντίλι, ας με παρηγορούσε αυτός που με συνόδευε –ευχαριστώ πατέρα. Καλωσόρισες κι απόψε, ντυμένος στα νησιώτικά σου όπως τότε, που με συνόδευες για να με παραδώσεις νύφη σε άλλον άνδρα. Τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνον τον καιρό. Κυριολεκτικά ένας Κανένας.… Αλλά μήπως και ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών;»
 Στα νιάτα της η Σπετσιώτισσα Eλένη Mπούκουρα ντύθηκε άντρας για να μπορέσει να σπουδάσει ζωγραφική στην Iταλία, παντρεύτηκε τον ζωγράφο Σαβέριο Aλταμούρα, γέννησε τα παιδιά της (ανάμεσά τους και τον θαλασσογράφο Iωάννη Aλταμούρα), επέστρεψε εγκαταλειμμένη από τον άντρα της στην Aθήνα και εργάστηκε ως ζωγράφος. Στα γεράματά της έζησε δυο δεκαετίες μόνη και έγκλειστη στο παραθαλάσσιο σπίτι των Σπετσών, παροπλισμένη πια ζωγράφος και χαροκαμένη μάνα, τριγυρισμένη από ψιθύρους για άσκηση μαγείας και για τρέλα. Δραματική, προκλητική, με πολλές ανατροπές και αντιφάσεις κύλησε η ζωή της πρώτης Eλληνίδας ζωγράφου, για την οποία δεν διαθέτουμε ακόμη όλα τα κλειδιά. Το μυθιστόρημα Eλένη ή ο Kανένας προσπάθησε να προσεγγίσει τον βίο και τον μύθο αυτής της υπαρκτής, της πάντα επίκαιρης Eλένης, με τα δικά του αντικλείδια (αποσπάσματα από το ΣΤ κεφάλαιο του μυθιστορήματος Ελένη ή ο Κανένας της Ρέας Γαλανάκη, Εκδόσεις Άγρα με ΚΛΙΚ στην εικόνα)



ΤΟΤΕ ΦΥΣΗΞΕ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ, ΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΥΛΙΞΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ:  
Ένα παντζούρι χτύπησε στον τοίχο. Ένα κύμα έσκασε στο γιαλό κάτω απ’ το σπίτι. Είπα στη Λασκαρίνα να σύρει και να κλείσει το παντζούρι. Απάνω θα ’ταν. Έπειτα να φέρει κι άλλα ξύλα. Άνεμος δυνατός. Κύματα το ένα μετά το άλλο.

Άνεμος ήτανε και πριν από τα σαρανταεννέα χρόνια. Έριξε κάτω το μικρό καθρέφτη και τον έσπασε. Μα έπρεπε κι εκείνο το κορίτσι να τον είχε στερεώσει πιο καλά πάνω στο δένδρο. Ήτανε συκιά; Σίγουρα ένα δένδρο από τη Νάπολη.

Τότε φύσηξε πρώτη φορά ο άνεμος του. Αύρα που τύλιξε την κόρη και την έδωσε στον έρωτα του. Γύρισε στρόβιλος αργότερα και άνοιξε δυο μνήματα στης γης τον πάτο. Αλλά τίποτε δεν εμάντεψε η κόρη πρωτοβλέποντάς τον, γιατί ποια νεαρή γυναίκα μαντεύει στο πρόσωπο ενός ωραίου άνδρα του ανεμοστρόβιλου το μέλλον; Να είχα τουλάχιστον φορέσει ενωρίτερα τα άρματα των αντρίκειων ρούχων και να τον έβλεπα έτσι οπλισμένη.

Όμως όχι, πήγαινα με την αφέλεια της ηλικίας. Πόση να ήμουν άραγες, δεκαπέντε, δεκαεφτά χρονών ντυμένη με σούρες και με ζακετάκια, όταν του πήγα τη συστατική επιστολή στη Νάπολη και τον αντίκρισα πρώτη φορά; Πρέπει να ήμουν πολύ πιο μεγάλη, διότι εξηγούσε η επιστολή πως εγώ, η κομίζουσα, ήξερα να ζωγραφίζω άριστα. Υπέγραφε ο Ραφαέλο Τσέκολι, ο δάσκαλός μου στην Αθήνα. Ο άνεμος άνοιξε το γράμμα και το διάβασε. Εγώ άνοιξα το μεγάλο χαρτοφύλακα, που έφερα μαζί μου από την Ελλάδα στη Νάπολη, κι άρχισα να δείχνω στους κυρίους ζωγράφους τα έργα μου. Μου συμπαραστέκονταν στη δύσκολη ώρα εκείνος που με εμπιστευότανε σε ξένα χέρια – πες μου, λοιπόν, πατέρα, αν αντιλήφθηκες κι εσύ, ο γεννημένος ναύτης, το άγγιγμα εκείνου του παράξενου ανέμου, την ανατριχίλα μου στη θέα του άνδρα, στον οποίο χωρίς να το καταλαβαίνεις με παρέδιδες γυναίκα, του πατέρα των παιδιών μου. Αν τον ένιωσες, θα έβαλες ίσως σαν θαλασσινός στο νου σου όλο εκείνο το ταξίδι που επρόκειτο να κάνω. Αλλά δεν μίλησες, γιατί ήταν πια πολύ αργά. Και δεν μπορούσες να με αρπάξεις, να με σπρώξεις στο πρώτο πλοίο και να γυρίσουμε αμέσως πίσω, σαν δειλοί. Εσύ περίμενες ούριο τον άνεμο μου, αν ποτέ του επέτρεπα να μ’ αγγίξει, κατανοούσες όμως και την εξουσία της μοίρας, που έρχεται ώρα και δαμάζει σε έρωτα ή σε θάνατο ακόμη και τους πιο ανυπόταχτους, τους πιο γενναίους. Βέβαια αρνήθηκες, ενόσω ζούσες, να τον ξαναδείς. Μόνο στο πρόσωπο του πρώτου γιου μου, του Ιωάννη, αόριστα θα τον ανακαλούσες κάπου-κάπου – καλωσόρισες κι εσύ απόψε αγαπημένε μου Ιωάννη.

Άνεμος ήταν και διασκόρπισε το φύτρο του. Μα και από αέρινους, από αθώρητους γεννήτορες ερχόταν, που εγώ, η έστω και για τόσο λίγο νύφη τους στη Φλωρεντία, ποτέ δεν αξιώθηκα να δω. Πώς άλλωστε να γίνει κάτι τέτοιο, αφού εκείνος δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Βασίλειο των δύο Σικελιών. Και οι γονείς του έμειναν για πάντα στην πόλη Φότζια, όπου είχε γεννηθεί ο άνεμος Φραντζέσκο Σαβέριο Αλταμούρα και τ’ αδέλφια, τα ξαδέλφια του και όλοι οι πρόγονοι της αστικής του οικογένειας. Οι γονείς τους, όπου κι αν έστρεψαν το βλέμμα γύρω-τριγύρω από την πολιτεία της Φότζια, έβλεπαν παντού τη γη τους ολόισια, καρπερή, έναν απέραντο σιτοβολώνα. Πάχνη την άνοιξη και το φθινόπωρο, η αντηλιά το καλοκαίρι και πυκνά πέπλα βροχής κατά τη διάρκεια του χειμώνα τους τύλιγαν μέσα σε όλες τις μεταμορφώσεις των νερών. Έτσι έμειναν αδιάκοπα φυλακισμένοι στον ανοιχτό σιτοβολώνα του ορίζοντός τους, κλεισμένοι μέσα  τα ουράνια νερά ο πατέρας του, ο ανώτερος υπάλληλος Ραφαέλο ντ’ Αλταμούρα, και η μάνα του, η ελληνικής καταγωγής Σοφία Περηφάνου.
Η καταγωγή της μητέρας του Σοφίας, που το όνομα της θα έπαιρνε αργότερα η θυγατέρα μας, ήταν ο λόγος που σταμάτησε ο άνεμος κι έπιασε κουβέντα με μια συνομήλικη ζωγράφο, που ερχόταν από το μύθο μιας Ανατολής. Διότι ερχόμουνα από πολύ παλιά, από την άγνωστη σ’ αυτόν, και στη μητέρα του ακόμη, γη του πανάρχαιου μητρικού του νήματος. Άλλωστε ήταν τέτοιοι οι καιροί, που όλοι τους τότε στην Εσπερία συλλογίζονταν πώς άραγε να έμοιαζε αυτή η επαναστατημένη και απελευθερωμένη γη των αιώνιων συμβόλων. Είδε λοιπόν τα έργα μου. Είδε ακόμη ότι μ’ αγαπούσε ο κύρης μου και κατάλαβε πως ήμουνα ταγμένη στη ζωγραφική, γιατί αυτή η επιλογή έχει ανάγκη την αγάπη ενός άνδρα. Είπε μετά πως ήταν καλή η ζωγραφική μου: ερειπιώνες, όμορφα τοπία, αρχαιότητες, Έλληνες οπλισμένοι με ασημένια λάφυρα, με χρυσά γιλέκα και με φέσια βαθυκόκκινα. Όλα ωραία και εξωτικά, πρόσθεσε, ενώ μέσα του θα σκεφτόταν πως έτσι πρέπει να είναι ο κόσμος από την πλευρά της μάνας του. Ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες θα μπορούσε να είχε σταθεί κι εκείνη, αν γεννιόταν στη σημερινή Ελλάδα. Άνεμος και ζωγράφος ήταν, γι’ αυτό μπορούσε να γλιστρά δεκαετίες, αιώνες πίσω απ’ της μάνας του το σώμα. Και να το ξαναφέρνει εμπρός του, έχοντας αντικρίσει ακριβώς εκείνο που ήθελε να δει.

Είπα στη Λασκαρίνα ν’ αφήσει κοντά στο τζάκι το δεμάτι με τα ξύλα και να μου κάνει ένα ζεστό, πριν πάω να κοιμηθώ. Ας κάνει ένα και για πάρτη της. Έφυγε τραβώντας το ποδάρι. Γριά και κουτσή, μα Λασκαρίνα το όνομά της. Λέω καμιά φορά μην είναι η ίδια η Κυρά. Έτσι που γύρισαν ανάποδα τα πράγματα, λέω μήπως κατέβηκε από τις ζωγραφιές της για να μου κάνει συντροφιά και να γερνά μαζί μου. μες στην ασάφεια του δικού της και δικού μου χρόνου. Μήπως κατέβηκε να με υπηρετεί, εμένα την ασήμαντη μπροστά της, με τη μεγαθυμία των παλιών ηρώων. Διότι πάντοτε κάναμε καλή παρέα, εκείνη και όλες οι Ελένες που υπήρξα εγώ.
Είπε ακόμη ο άνεμός μου ότι αρκετά καλά απέδωσα το σώμα των μαρμάρινων ανθρώπων, το τυλιγμένο σε πτυχώσεις ιματίων και χιτώνων. Σούρες και ζακετάκια και αφέλεια – του εξήγησα ότι ο δάσκαλός μου Τσέκολι είχε αρχίσει να σπουδάζει την ιατρική, πριν αφοσιωθεί στην τέχνη των εικόνων, κι έτσι γνώριζε την ανατομία καλά. Ένα χαμόγελο ζυγίστηκε στα χείλη του Σαβέριο, φως από δυο ανοιχτά φτερά σε νήνεμη ώρα. Συνέχισε λέγοντάς μου πως κι αυτόν η ίδια ανεμική τον σήκωσε από το ανατομικό τραπέζι και τον έστησε μπροστά στο καβαλέτο. Γιατρό τον προόριζαν οι δικοί του, στέλνοντάς τον πριν από χρόνια στην πρωτεύουσα του βασιλείου, τη Νάπολη. Να μη φοβάμαι, με συμβούλεψε, όταν πρωτόφθασε κι αυτός στη Νάπολη, θαμπώθηκε από το κάλλος της παράκτιας πόλης. Άρχισε τότε να μου εξιστορεί ότι κάπως άργησε να εθιστεί στην ομορφιά της πόλης και στην καινούργια του ζωή. Ότι του έλειπε η μητέρα του τον πρώτο καιρό που έμεινε μαζί με έναν ιερωμένο, γνώριμο της οικογένειάς του. Ότι παρασυρμένος από τα σύγχρονά του γαλλικά μυθιστορήματα, άρχισε να τριγυρνά και ν’ αναζητεί γοτθικά στοιχεία στις εκκλησίες της Νάπολης, και βαθύτερα ένα άλλο νόημα στη ζωή. Χάρηκε, μπορώ να πω ότι ξαφνιάστηκε, σαν έμαθε ότι κι εγώ, από τα βάθη της Ανατολής μου, γνώριζα τη γαλλική, την ιταλική και την αγγλική λογοτεχνία. Κάτι ψιθύρισε για τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων, ή μήπως είπε Ελληνίδων, μα εγώ, ασυνήθιστη ακόμα στην καινούργια γλώσσα, δεν το διέκρινα. Οι ομιλίες των άλλων ζωγράφων, καθώς πλησίαζαν, σκέπασαν τα λόγια που και ο άνεμος ίσως δεν ήθελε να αντιληφθώ. Κι ενώ απορούσα για ποιόν λόγο μου εκμυστηρευόταν όλα τούτα ένας άγνωστος και ξένος, αυτός συνέχιζε να λέει ότι διάβαζε μ’ ευχαρίστηση τα θεωρητικά ιατρικά μαθήματα, αλλά τον εβασάνιζε το ανατομείο, ώσπου μια μέρα μπήκε στο Ινστιτούτο των Καλών Τεχνών. Αυτό ήταν. Από τότε άρχισε να ζωγραφίζει ασταμάτητα, συνδέθηκε με νεαρούς ζωγράφους, ιδιαίτερα με τον Ντομένικο Μορρέλι, με τον οποίον είχαν πάρει πρόσφατα και μια υποτροφία για ένα εργαστήριο της Ρώμης.

Τον άκουγα δίχως να τον προσέχω πια. Αμφέβαλα αν στεκότανε μπροστά μου άνθρωπος με θέρμη και ψυχή ή ένα από τα ελληνικά μου αγάλματα έλαβε ξαφνικά ζωή. Δένοντας τις ζωγραφιές μου στον μεγάλο χαρτοφύλακα, φρόντισα να αγγίξω την άκρη της μακριάς του άσπρης πουκαμίσας, που φορούν όταν δουλεύουν οι ζωγράφοι. Το ύφασμά της ήταν υπαρκτό, μπαμπακερό, άρα κι αυτός ο ωραίος άνδρας ζούσε. Του ζήτησα συγγνώμη, ενώ χαμογελώντας μου ξανά ο Σαβέριο με αποχαιρετούσε.

Αν είχα κρατήσει την επιστολή του Τσέκολι, θα μπορούσα εκ των υστέρων να αποδείξω το πίσω από τις καλλιγραφημένες αράδες κρυφό μήνυμα, που ο δάσκαλος έστελνε στον παραλήπτη της: Να επιστρέψει με το πρώτο πλοίο η κομίστρια. Δεν πείραζε αν στο μεταξύ την είχε καταλάβει έρωτας, αφού το αίσθημα είναι η περιουσία του καλλιτέχνη. Όμως να επιστρέψει αμέσως, προτού θυσιάσει τα μακριά μαλλιά, προτού φορέσει παντελόνια, προτού μπει να μάθει τη ζωγραφική ως σπουδαστής στο μοναστήρι των Ναζαρηνών στη Ρώμη. Πιστεύω ότι ο Σαβέριο μπόρεσε να διαβάσει πίσω από τις λέξεις το κρυφό μήνυμα του συμπατριώτη του πρώην γιατρού και μετέπειτα ζωγράφου, αφού εκείνος ήτανε ο παραλήπτης. Τίποτα όμως δεν μου είπε από τούτα. Από τη μεριά μου πάλι δεν κατάλαβα, απονήρευτη όπως στάθηκα μπροστά του, τι έκρυβαν τα πολλά χαμόγελά του. Έτσι κι αλλιώς θα τον κολάκευε η προοπτική ότι, βαδίζοντας κατά τη μεριά της Ρώμης, μια Ελένη, μια γνήσια Ελληνίδα θα είχε αφοσιωθεί στη σκέψη του, μολονότι κωμική μέσα στα ανδρίκεια ρούχα.

Έτσι ταράχθηκα από μιαν άγνωστη γυναίκα, που κατέφθασε μια μέρα από τη Αθήνα στο νησί ζητώντας να συναντήσει τη ζωγράφο Ελένη Αλταμούρα… Αναρωτιόμουν ποιαν από όλες τις Ελένες που υπήρξα εννοούσε ακριβώς, και τι άραγε θα της ζητούσε… Εγώ της απάντησα μόνο σε ό,τι αφορούσε τη ζωγράφο Ελένη, εκείνη που επέμενε πως ήρθε για να συναντήσει, λες και επρόκειτο για κάτι τόσο απλό… Ναι, ήταν αλήθεια ότι ντύθηκα άνδρας για να αποκτήσω ένα πτυχίο, μα και για να μελετήσω με γυμνό μοντέλο. Υπήρξε άλλωστε μια φωτογραφία μου ως μιας Ελένης άντρα και ζωγράφου. Δεν είχα άλλο τρόπο να παραβιάσω το απαγορευμένο. Παλιότερα καμάρωνα πιο πολύ γι’ αυτό. Ακόμη, ότι κρατούσα φυλαχτό κάτω απ’ τα ανδρικά μου ρούχα του πατέρα μου τα λόγια, ωσότου τα απορρόφησε το δέρμα μου και πια δεν ήξερα αν ήταν ευχή ή κατάρα το να μην ξεχνώ πως είμαι Ελληνίδα. Ήμουν η πρώτη γυναίκα στο νεαρό ελληνικό κράτος που είχε σπουδάσει και μετά ασκήσει τη ζωγραφική… (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ΕΛΕΝΗ ή Ο ΚΑΝΕΝΑΣ, Εκδόσεις Άγρα)


Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

ΠΙΣΩ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ (γιατί οι άνθρωποι είναι πόρτες κι αυτοί, άλλες κλειδωμένες κι άλλες ορθάνοιχτες που σε σπρώχνει η περιέργεια να τις ανοίξεις):

Έρχεται πρώτα στον Ποιητή η λέξη «Πολιτεία». Γεμάτη πρόσωπα που δεν γνωρίζουμε, στενάχωροι δρόμοι, πανύψηλα τείχη τριγύρω, Κατόπιν η λέξη «καράβι» που σημαίνει ελπίδα κι η λέξη «αετός» που παριστάνει τον ουρανό. Σύμβολα της μοναξιάς στρογγυλά σαν χαλίκια στην ακρογιαλιά ανεπανόρθωτα σαν τον ήλιο. Τριγύρω τα περικλείνει η λέξη «θάλασσα» που είναι το πρόσωπο της Παναγιάς απέραντη όσο είναι ο πόνος μας. Δίπλα σ’ αυτήν ένας καβαλάρης που τη μορφή του μου είναι αδύνατο να διακρίνω χαμένος παντοτινά μέσα στην νύχτα των Ονείρων. Είναι το άστρο που λαχταράμε να μας φωτίσει, το χέρι που κάποτε θα ’ρθει να σμίξει με το δικό μας! Πίσω μας είναι τα πρόσωπα εκείνων που αγαπήσαμε!.. Ντυμένοι ανάλογα με τις αναμνήσεις που έχουμε από αυτούς:  άλλοτε με την πορφύρα των Βασιλειάδων ή τους χιτώνες των ηρώων κι άλλοτε σιδηρόφρακτοι σαν πολεμιστές του Μεσαίωνα. Το βλέμμα τους στραμμένο πάντοτε στο ηλιοβασίλεμα απαράλλαχτοι με τις υποσχέσεις που δώσαμε, με τους όρκους που δεν κρατήσαμε στο γυρισμό των ανέμων. Μπροστά μας είναι μια πόρτα σαν άνθρωπος, γιατί οι άνθρωποι είναι πόρτες κι αυτοί, άλλες κλειδωμένες κι άλλες ορθάνοιχτες και σε σπρώχνει η περιέργεια να τις ανοίξεις, η δίψα να τις διαβείς κι η ελπίδα σε τυραννάει πως ίσως κάποτε από αυτές να ’τανε μια που θα σ’ έβγαζε στον ήλιο!.. Και μιαν άλλη που ’χε τα γιασεμιά της κρυμμένα ή μια τρίτη που δεν μπόρεσες τότε να την ανοίξεις και τώρα είναι πια αργά, είναι αδύνατο να γυρίσεις γιατί άλλαξε ο ποταμός τόσες φορές τα νερά του κι οι άνεμοι που φυσούν σε σπρώχνουν ολοένα μακρύτερα από την πατρική σου γη!.. [ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΑ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ και με ΚΛΙΚ στον πίνακα που υπογράφεται από Jerzy Głuszek κι άλλα ΑΠΟΚΡΥΦΑ θέματα του ποιητή περί των κόπων του ανθρώπου  που μπορεί να πάνε χαμένοι και το ταξίδι να μείνει  μια πρόφαση. Τι φταίνε όμως αν δίνουν φτερά οι Θεοί και νύχια οι άνθρωποι;]



ΤΙ ΦΤΑΙΩ ΑΝ ΜΟΥ ΔΙΝΟΥΝ ΦΤΕΡΑ ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΝΥΧΙΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ:  
Κάθονται οι άνθρωποι αυτοί πάντοτε στην απέναντι όχθη, χωρίς να κλαίνε, χωρίς να γελάνε, με συννεφιασμένα πρόσωπα. Ακουμπισμένοι μερικοί στις ασπίδες, άλλοι καθαρίζοντας τα ντουφέκια τους. Ακίνητοι σαν αγάλματα παρακολουθούνε τον ποταμό. Κατεβαίνουμε τότες κι εμείς κι αγναντεύουμε από την άλλη όχθη τα σκουριασμένα κανόνια τους, τα τυφλά τους άλογα, τα παμπάλαια σπαθιά τους, και προσπαθούμε αδιάκοπα με χειρονομίες, με φωνές, με συνθήματα να συνεννοηθούμε, να ’ρθούμε σε συμφωνία, να πάψει η ατέλειωτη αυτή αγωνία. Ανώφελες όλες μας οι προσπάθειες. Εκείνοι δεν ενδιαφέρονται για μας. Δε σκοτίζονται. Ίσως να αγνοούν και την ύπαρξή μας. Ίσως να είναι ένα παιχνίδι που θα τελειώσει μια μέρα. Ίσως να είμαστε ακόμα ανώριμοι να τους δεχτούμε. Κι όμως ο καθένας από τον άλλον κρυφά, έχουμε όλοι βαθιά μας μια φρικτή υποψία που γίνεται πια βεβαιότητα: οι άνθρωποι αυτοί είμαστε εμείς οι ίδιοι [ΑΠΟΚΡΥΦΑ Ι, από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ]

ΒΑΡΒΑΡΟ ΧΕΡΙ ΑΠΛΩΘΗΚΕ Ν’ ΑΡΠΑΞΕΙ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕ ΜΕΙΝΕΙ:
Είχαν περάσει αρκετές μέρες κι ακόμα δεν παρατήρησα καμιά αλλαγή στις εκφράσεις, στους τρόπους ή στις χειρονομίες τους. Έβρεχε συνεχώς απ’ το πρωί ως το βράδυ. Κανένα σημάδι να δείξει, ή τουλάχιστον μια επιγραφή, σε άλλη γλώσσα πάνω στον τοίχο. Ακόμα τίποτα. Οι φίλοι, οι συνάδελφοί μου, το μεσημέρι στα γεύματα, κρατούσαν τα προσχήματα. Οι επιθεωρητές κάθε πρωί στη θέση τους μας παρακολουθούσαν, την ώρα που μπαίναμε. Ο ένας σημείωνε με το μολύβι ένα κόκκινο σημάδι δίπλα στο όνομα, ο άλλος μετρούσε. Στις δώδεκα, την ώρα που φεύγαμε, πάλι ατάραχοι μετρούσαν και σημείωναν. Όταν άδειαζε το κτίριο, όταν έκλειναν τα γραφεία, έμπαιναν οι θυρωροί και σκούπιζαν, έκαιγαν τα πεταμένα χαρτιά και δοκίμαζαν τα κουδούνια. Κατόπιν έφευγαν κι αυτοί και πήγαιναν στα σπίτια τους να γευματίσουν με την οικογένεια. Χαμπάρι δεν είχαν [[ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΙV, από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ]

Οι κόποι μας χαμένοι λοιπόν και τα ταξίδι μια πρόφαση
Γαλανά μάτια με τυλίγανε
Όπως τυλίγει ο ουρανός τη θάλασσα
Όπως τυλίγεται σ’ ένα βουνό ένα σύννεφο
Όπως ξετυλίχθηκε η ζωή μου
……………………….
Το μυστικό της Αλχημείας είναι πώς
Ν’ ανάψεις στην καρδιά ένα φως
Που να την καίει σιγά-σιγά
Ώσπου να γίνει θαλασσιά

Μέσα στο ηλεκτροφώτιστο δοχείο
Η αλήθεια ανάβλυζε σαν νερό
Απ’ την πηγή του εαυτού της
Η αλήθεια που αγαπούσα με φανατισμό

[αποσπάσματα από το ποίημα ΕΣΤΙΕΣ ΜΙΚΡΟΒΙΩΝ που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή]

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ ΓΙΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΥΠΝΟΥ ΧΙΛΙΑ ΕΥΡΩ ΤΟ ΜΗΝΑ (αλλά οι αληθινές αγκαλιές είναι δωρεάν)

Η αγγελία στην τοπική εφημερίδα ήταν πολύ συγκεκριμένη: «Ζητείται γυναίκα 30-40 ετών, αποκλειστικά για συντροφιά ύπνου. Οκτάωρη νυχτερινή απασχόληση, μισθός χίλια ευρώ»!.. Έξι γυναίκες πήραν τηλέφωνο και συναντήθηκα με όλες για τις απαραίτητες διευκρινήσεις: όχι σεξ, μόνο αγκαλιά ύπνου, ωράριο εργασίας δώδεκα τα μεσάνυχτα έως οκτώ το πρωί (περιλαμβάνεται και η προετοιμασία πρωινού), υποχρεωτική μεταξωτή νυχτικιά και όχι πιτζάμα, μπάνιο με συγκεκριμένο αφρόλουτρο πριν απ’ το ύπνο!.. [μια φανταστική ιστορία κάποιου πετυχημένου ασφαλιστή, χωρισμένου με μια κόρη στα εννιά, που μη θέλοντας να παντρευτεί ξανά, αποφασίζει να βρει μια λύση αλλιώτικη αντί «να κοιμάται αγκαλιά με τις γυναίκες που αλλάζει συχνά»!.. Με ΚΛΙΚ στην εικόνα η συνέχεια της ιστορίας και το ανεπάντεχο τέλος με μήνυμα άκρως διδακτικό!...] ART by  Kalfas Christos



ΕΙΜΑΙ 38 ΧΡΟΝΩΝ, ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΣ, ΧΩΡΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΜΙΑ ΚΟΡΗ ΣΤΑ ΕΝΝΙΑ:
Δουλεύω σχεδόν όλη μέρα, κάθε βράδυ βγαίνω με φίλους, γυναίκες αλλάζω συχνά, όμως έχω αποφασίσει να μην παντρευτώ ποτέ ξανά μετά τον αποτυχημένο γάμο μόνο που τις νύχτες δεν μπορώ να κοιμηθώ μονάχος –στροφογυρνάω για χρόνια άυπνος στο κρεβάτι- και αυτές είναι οι μοναδικές οκτώ ώρες που μου χαλούν την ευτυχία. Κι αποφάσισα να βρω μια λύση γι’ αυτό. Το να κοιμάμαι αγκαλιά με τις γυναίκες που αλλάζω συχνά, το δοκίμασα και μου προκαλεί χειρότερους εφιάλτες
Η Μάριον είναι τριάντα έξι ετών. Την απέλυσαν απ’ τη δουλειά της ως πωλήτρια καλλυντικών τρεις μήνες πριν και έκτοτε είναι άνεργη. Έχει μια μητέρα να φροντίσει, ένα στεγαστικό δάνειο στο όνομά της κι έναν σύζυγο εξαφανισμένο. ‘Όταν έλεγε κάθε βράδυ στη μητέρα της: «Πρέπει να βρω μιαν οποιαδήποτε δουλειά», δεν φανταζόταν ότι θα γνωρίσει εμένα ως υποψήφιο εργοδότη.

Συζήτησα εξαντλητικά μαζί της, της εξή­γη­σα το πρό­βλη­μά μου και τις α­παι­τή­σεις μου κι απο­φα­σί­σα­με να δο­κι­μά­σου­με για μερι­κές μέ­ρες Στις δώ­δε­κα ακριβώς κά­θε βρά­δυ μου χτυ­πούσε το κου­δού­νι, περ­νά­γα­με κά­να μι­σά­ω­ρο στον καναπέ λέ­γον­τας τα νέ­α της η­μέ­ρας, μετά έκα­νε ένα μπά­νιο με το α­φρό­λου­τρο που είχα δι­α­λέ­ξει, φορούσε τη μεταξωτή νυχτικιά που της είχα αγοράσει και ξάπλωνε για να μου διαθέσει τον ώμο της. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά είχα ηρεμήσει και κοιμόμουν ήσυχα ύστερα από μια κουραστική μέρα.

Ούτε μια νύχτα δεν πέρασε ίχνος πονηρής σκέψης απ’ το μυαλό μου, η Μάριον δεν ήταν ο τύπος μου άλλωστε και οι γυναίκες που διαρκώς άλλαζα ήταν σαφώς ομορφότερες. Τη συν­τρο­φι­κό­τη­τα ήθελα, τη ζε­στα­σιά στο κρε­βά­τι μου αποζητούσα, αυτό μου έλειπε μόνο απ’ τη ζωή μου και αυτό αγόραζα με χί­λια ευρώ τον μήνα, για να μπορέσω να κοιμηθώ. Ακριβό ή φθηνό δεν ξέρω, εμένα αυτό μου ’λειπε, όχι τα χρήματα. Πολύ γρήγορα κατάλαβε κι εκείνη, πως ήταν η πιο εύκολη δουλειά που θα μπορούσε να βρει: χίλια ευρώ το μήνα για να κοιμάται απλώς δίπλα σ’ έναν ανασφαλή, χωρισμένο, κουρασμένο εργένη.

Κι ο ύπνος μου έγινε ήρεμος κι εγώ αμέσως άρχισα να νιώθω καλύτερα. Και στη δουλειά μου έγινα αποδοτικότερος και με τους φίλους μου πιο ευδιάθετος και στις γυναίκες πιο περιζήτητος. Και σαν πατέρας έγινα καλύτερος, τις ώρες που περνούσα με την μικρή μου. Η ιδέα να προσλάβω γυναίκα για συντροφιά ύπνου απέδιδε εξαιρετικά. Ήμουν πάντα καλός στη διαχείριση των προβλημάτων.  

        Ώσπου ένα βρά­δυ, πε­ρί­που δύ­ο μήνες με­τά, δεν χτύ­πη­σε το κου­δού­νι της εξώπορτας στις δώ­δε­κα και η Μά­ριον δεν φά­νη­κε. Την πήρα στο κι­νη­τό της, όμως το ’χε κλει­στό. Ανησύχησα και δεν κοι­μή­θη­κα κα­θό­λου εκείνο το βρά­δυ. Αλλά δεν ήρθε ούτε το επόμενο, ούτε κανένα άλλο βράδυ και το τηλέφωνό της ήταν μονίμως κλειστό κι εγώ έπαψα να κοιμάμαι τα βράδια χωρίς την αγκαλιά της.

Και αφού απογοητεύτηκα, έβαλα ξανά την ίδια αγγελία και συναντήθηκα με καινούργιες κοπέλες για διερευνητικές συζητήσεις. Δοκίμασα να κοιμηθώ με δύο από αυτές, αλλά δεν προσέλαβα καμία, γιατί δεν μου άρεσε καθόλου η αγκαλιά τους και το αφρόλουτρο δεν κατάφερε να κρύψει τη μυρωδιά τους – η μια μάλιστα ανάσαινε εκνευριστικά βαριά. Και τώρα έχω πάλι μέρες να κοιμηθώ σαν άνθρωπος κι είναι να σπάσει το κεφάλι μου και καπνίζω όλες τις νύχτες νευρικά βλέποντας τηλεόραση.

Σήμερα το πρωί στις οκτώ ακριβώς χτύπησε το κουδούνι κι ένας πιτσιρικάς από κούριερ μου παρέδωσε ένα φάκελο. Τον άνοιξα και βρήκα μέσα ένα σημείωμα: «Δεν κάνουν χίλια ευρώ τον μήνα οι αληθινές αγκαλιές. Δωρεάν είναι»!.. Μαζί είχε σε δεσμίδα όλα τα λεφτά που της είχα δώσει. Έχει κλειστό πάλι το κινητό, και τώρα ήρθα εδώ στην εφημερίδα, αλλά ζορίζομαι, γιατί δεν ξέρω πώς να γράψω στην αγγελία αυτό που θέλω να της πω!..

ΠΗΓΗ: Γιάννης Φαρσάρης, από τη συλλογή Φόβος Κανένας, 29 Μικροδιηγήματα, Openbook 2015

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΩΝ ΡΕΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

«… οι Έλληνες απέφευγαν να χαράξουν δρόμους, σε κάθε περίπτωση που το νερό είχε την καλοσύνη να αναλάβει αυτό το έργο. Σε τούτη τη χώρα, όπου ο άνθρωπος ελάχιστα αντιτίθεται στη δουλειά που κάνει η φύση, οι χείμαρροι είναι δρόμοι βασιλικοί, τα ρυάκια δρόμοι επαρχιακοί και τα χαντάκια δρόμοι κοινοτικοί. Οι καταιγίδες έχουν αναλάβει το έργο των μηχανικών που κατασκευάζουν γέφυρες κι η βροχή συντηρεί, χωρίς έλεγχο, τους δρόμους μεγάλης και μικρής κυκλοφορίας» (Ε. Αμπού, 1968, Ο βασιλεύς των ορέων, Αθήνα: Γαλαξίας, μτφ. Α. Φραγκιά, γαλλική έκδοση 1853)… Το νερό υπήρξε ιστορικά μια καθοριστική παράμετρος για τη χωροθέτηση οικισμών στην Αττική. Η ευνοϊκή μορφολογία του εδάφους και σημαντικές φυσικές πηγές συνέβαλαν στο σχηματισμό ενός μεγάλου αριθμού ρεμάτων, από τα οποία σήμερα δεν μπορούν να εντοπιστούν περισσότερα από το 10% (περίπου 70 από τα 700). Το εύφορο έδαφος κοντά στα ρέματα προσέλκυσε ανθρώπινους οικισμούς από την αρχαιότητα. Κατά την αρχαιότητα τα ρέματα και τα ποτάμια εθεωρούντο ιεροί χώροι και πολλά ιερά έχουν βρεθεί κατά μήκος των διαδρομών τους. Ήταν περιοχές για ειρηνικούς περιπάτους και αναψυχή. Μάλιστα ο Πλάτωνας αναφέρεται στην ομορφιά του τοπίου του Ιλισσού, όπου ο Σωκράτης έκανε φιλοσοφικές συζητήσεις με τους μαθητές του. Μέχρι περίπου το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, οι όχθες των ρεμάτων και των ποταμών διατηρούσαν το χαρακτήρα τους ως «φύση» και ως χώροι αναψυχής για τους κατοίκους της πόλης. Το τοπίο της Αττικής δεν είχε σημαντικά αλλοιωθεί και ένα πυκνό δίκτυο ρεμάτων αποτελούσε σημαντικό χαρακτηριστικό του… Τι έγινε κι όλα άλλαξαν. Οι ειδικοί, Ντίνα Βάιου, αρχιτέκτων-πολεοδόμος και Μάχη Καραλή, αρχιτέκτων καθηγήτρια ΕΜΠ,  καταθέτουν τα αντικειμενικά στοιχεία για τη σημερινή κατάσταση και τις αιτίες της προτείνοντας μια εναλλακτική προσέγγιση του όλου θέματος (από τη σελίδα του Δασαρχείου με φωτογραφία συμβολικά σχετική με τα πρόσφατα γεγονότα ART byCaras Ionut]  




Η ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΣΤΗ ΓΗ ΚΑΙ Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΡΕΜΑΤΩΝ:  
Με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και, ειδικότερα, με την επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας, το πρόσωπο της Αττικής μεταβλήθηκε ταχύτατα, τόσο που σήμερα δεν αναγνωρίζεται και οι διαδρομές των ρεμάτων δεν διακρίνονται, ούτε βέβαια μπορούν να τις ακολουθήσουν οι φυσιολάτρες περιπατητές.
Τρεις χρονικές τομές στην ιστορία της Αθήνας είναι σημαντικές για να κατανοήσει κανείς, αφ’ ενός τις διαδικασίες ανάπτυξης της πόλης και αφ’ ετέρου την τύχη των ρεμάτων ως τμήματος της φύσης μέσα στην πόλη: η επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ανεξάρτητου κράτους το 1834. η εγκατάσταση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία μετά το 1922. και η μεταπολεμική ανοικοδόμηση.α πρωτεύουσα
Την εποχή που ιδρύθηκε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος το 1830, Η Αθήνα ήταν ένας μικρός οικισμός 9.000 κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους την είχαν εγκαταλείψει στην διάρκεια του πολέμου και άρχιζαν τότε να επιστρέφουν στις εστίες τους. Όμως η Αθήνα έπαιζε ένα σημαντικό ιδεολογικό ρόλο ως λίκνο της δημοκρατίας και ως σύμβολο ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος έπρεπε με κάθε μέσο να αποσυνδεθεί από την οθωμανική παράδοση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Αθήνα ήταν η κατ’ εξοχήν θέση για την πρωτεύουσα του νέου κράτους (Ο Τσιώμης λέει πως, ακόμη κι αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να επινοηθεί).
Στη σύντομη περίοδο ανάμεσα στο 1830 και το 1831, η γη στην Αττική άλλαξε χέρια, από τις οθωμανικές ιδιωτικές και δημόσιες ιδιοκτησίες στους Έλληνες της διασποράς. Το κράτος την εποχή εκείνη, μη διαθέτοντας τα οικονομικά μέσα και τα θεσμικά εργαλεία, έχασε μια μοναδική ευκαιρία να αποκτήσει τον έλεγχο της γης και της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης (∆ρίκος, 1994). Όταν έγινε γνωστό ότι η Αθήνα είχε επιλεγεί ως πρωτεύουσα, οι αγοραπωλησίες πολλαπλασιάστηκαν. Ενώ συντάσσονταν σχέδια για τη νέα πρωτεύουσα, η ζήτηση αστικών οικοπέδων αυξήθηκε δραματικά και οι ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων άρχισαν να τις υποδιαιρούν σε μικρά οικόπεδα και να τις πουλούν στην αγορά γης (Μπίρης, 1966).
Ήδη από αυτή την περίοδο διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό της αστικής γαιοκτησίας στην Ελλάδα, δηλαδή η κατάτμησή της σε πολύ μικρά οικόπεδα. Η ιδιοκτησία γης θεωρείται ως η μόνη υγιής βάση για την εθνική οικονομική ανάπτυξη και περνάει ένας μεγάλος αριθμός νόμων για την προώθηση και την προστασία της. Η ελπίδα ήταν ότι μια ευάριθμη «τάξη» μικροϊδιοκτητών θα υποστήριζε το θρόνο και την κρατική εξουσία (Πετρόπουλος, Κουμαριανού, 1977). Μέσα από την πρόσβαση στην ιδιοκτησία γης μεγάλες ομάδες του πληθυσμού απέφυγαν την περιθωριοποίηση και διαμόρφωσαν στρατηγικές επιβίωσης γύρω από την ιδιοκατοίκηση και την εκμετάλλευση της γης.
Όλος ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την παραγωγή σχεδίων για τη νέα πρωτεύουσα. Υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία γύρω από τις αρχές και τα χαρακτηριστικά των σχεδίων, όπως και για το ρόλο τους στο πλαίσιο της ιδεολογίας εκσυγχρονισμού που ήταν κυρίαρχη (δες, ανάμεσα σε πολλά, Αθήνα Ευρωπαϊκή Υπόθεση, 1985, Μπίρης, 1966, Μαντουβάλου, 1989). Όμως, την ίδια περίοδο, ο ρυθμός και οι κατευθύνσεις ανάπτυξης της πόλης καθορίστηκαν από συγκυριακές (ad hoc) επεκτάσεις του αστικού χώρου, μέσα από τις κατατμήσεις μεγάλων ιδιοκτησιών και την αυθαίρετη δόμηση στην περιφέρεια.
Η γεωμετρία του νεοκλασσικού αστικού σχεδιασμού σε μεγάλο βαθμό αγνοούσε το δίκτυο των ρεμάτων πάνω στο οποίο τοποθετούνταν τα σχέδια. Όσο για τις επεκτάσεις που προέκυπταν από τις αγοραπωλησίες γης, αυτές δεν εμποδίστηκαν καθόλου από τα ρέματα. Κατατμήθηκαν και αυτά και συχνά οικοδομήθηκαν.
Εκτός από τις ατομικές πρωτοβουλίες επίλυσης των επειγόντων προβλημάτων στέγης ενός πληθυσμού που αυξανόταν με ταχείς ρυθμούς, δύο ακόμη ζητήματα σχετίζονται με την τύχη των ρεμάτων:
(α) η ανάγκη κατασκευής ενός δικτύου συγκοινωνιών και επικοινωνίας που θα συνέβαλε στην αποτελεσματική λειτουργία της αστικής οικονομίας, και
(β) το πρόβλημα της ύδρευσης και, πολύ περισσότερο, της αποχέτευσης ομβρίων και λυμάτων, τα οποία συνδέονταν με τη δημόσια υγεία.
Το 1896 ο πληθυσμός της Αθήνας είχε φτάσει τις 176.000, οι επιδημίες ήταν συχνό φαινόμενο, ενώ εκείνη τη χρονιά πνίγηκαν 17 άτομα σε πλημμύρα (Αθήνα Ευρωπαϊκή Υπόθεση, 1985, Leontidou, 1981). Οι διαδρομές πολλών ρεμάτων ενσωματώθηκαν στο οδικό δίκτυο, ορισμένες έμειναν ανοιχτές και οι κοίτες χρησιμοποιήθηκαν ως προνομιακός χώρος για την εγκατάσταση δικτύων. Μια λεπτομερής μελέτη των χαρτών από διαφορετικές χρονολογίες δείχνει τη σταδιακή εξαφάνιση των ρεμάτων.ιξη των προσφύγων
Το 1923, με τη Συνθήκη της Λωζάννης, έλαβε χώρα μια άνευ προηγουμένου αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών. 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής ήρθαν στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια (πληθυσμός της Ελλάδας το 1920: 5,5 εκ). Η πλειοψηφία των προσφύγων προερχόταν από αστικές περιοχές και επεδίωκε να εγκατασταθεί σε μεγάλες πόλεις, κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, παρά την προτεραιότητα που έδινε το κράτος στην αγροτική αποκατάσταση στη Βόρεια Ελλάδα (Γκιζελή, 1984). Ο πληθυσμός της Αθήνας σχεδόν διπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1920 και το 1928 – μια ένδειξη των κολοσσιαίων προβλημάτων, όχι μόνο κατοικίας, αλλά και οικονομικής και κοινωνικής ένταξης των προσφύγων.
Για την αποκατάσταση των προσφύγων, το ελληνικό κράτος αναζήτησε βοήθεια από τη διεθνή κοινότητα. Με τη συμβολή της Κοινωνίας των Εθνών, συστάθηκε το 1924 η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), για να διαχειριστεί την εγκατάσταση των προσφύγων στη χώρα. Η πολιτική στην Αθήνα ήταν να κατασκευαστούν προσφυγικοί συνοικισμοί σε απόσταση από την τότε πόλη και όχι μέσα σ’ αυτήν. Η πολιτική χωροθέτησης της ΕΑΠ καθόρισαν τις κατευθύνσεις αστικής επέκτασης στην Αθήνα για πολλές δεκαετίες. Αλλά ο όγκος και ο ρυθμός της επέκτασης της πόλης ήταν έξω από τον έλεγχο της ΕΑΠ και του κράτους (Leontidou, 1990).
Οι πρόσφυγες υπήρξαν σημαντική δύναμη για την οικονομία και συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου στην πρωτεύουσα, όσο και στη χώρα στο σύνολό της. Οι αναπτυσσόμενες οικονομικές δραστηριότητες στη δεκαετία 1920 και τα δημόσια έργα για την ύδρευση, τον εξηλεκτρισμό και τις συγκοινωνίες προσέλκυσαν όχι μόνο πρόσφυγες αλλά και εσωτερικούς μετανάστες, των οποίων το πρόβλημα στέγης δεν ήταν λιγότερο οξύ. Αυτη ήταν μια περίοδος ακμής της κερδοσκοπίας πάνω στη γη, τόσο στα ανώτερα όσο και στα κατώτερα στρώματα. Τότε συγκεκριμενοποιήθηκαν οι διαδικασίες και το θεσμικό πλαίσιο που σημάδεψαν την ανάπτυξη της Αθήνας και οδήγησαν σε όλο και μεγαλύτερη κατάτμηση και εκμετάλλευση της αστικής ιδιοκτησίας. Η αυθαίρετη εκτός σχεδίου δόμηση, δηλαδή η νόμιμη ιδιοκτησία αλλά παράνομη χρήση «αγροτεμαχίων» για την ανοικοδόμηση κατοικιών, γενικεύθηκε ως διαδικασία απόκτησης κατοικίας από την εργατική τάξη και τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Οι διαδοχικές νομιμοποιήσεις, δηλαδή «εντάξεις στο σχέδιο» των αυθαιρέτων, έγιναν η κατ’ εξοχήν διαδικασία αστικής επέκτασης (Μαυρίδου, 1987). Σ’ αυτή την περίοδο έντονης αστικής ανάπτυξης, η προστασία της φύσης, συμπεριλαμβανομένων και των ρεμάτων, δεν αποτελούσε ζήτημα. Στις περιοχές αυθαιρέτων, όπου έλλειπε στοιχειώδης εξοπλισμός και υποδομές, και στους προσφυγικούς συνοικισμούς, τα ρέματα είτε έμειναν ανοιχτά είτε χτίστηκαν. Σε σπανιες περιπτώσεις, κυρίως στη «νόμιμη πόλη», τα ρέματα καλύφθηκαν αφού έγιναν οι κατάλληλες προβλέψεις για την απορροή των ομβρίων και την αποχέτευση των λυμμάτων.ταπολεμική ανοικοδόμηση
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η αστικοποίηση στην Αθήνα ξαναβρήκε τους προπολεμικούς ρυθμούς της, με την αυθαίρετη δόμηση και τις διαδοχικές νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων στην εκάστοτε περιφέρεια της πόλης. Μόλις ένα οικόπεδο εντάσσεται στο σχέδιο, αποκτάει δυνατότητα μεγαλύτερης εκμετάλλευσης (μέσω του σδ) και πολυκατοικίες γρήγορα αντικαθιστούν τις μονοκατοικίες. Ερευνητές υπολογίζουν ότι περίπου 500.000 άτομα στεγάστηκαν με τέτοιες διαδικασίες στην περίοδο 1945/8-1970 (Mantouvalou, 1980, Leontidou, 1990). Σ’ αυτή την πορεία δεν εξαιρέθηκαν τα ρέματα. Ο όγκος και η ένταση της αστικής ανάπτυξης τα «κατάπιε» εντελώς ή τα άφησε ως υπόλοιπο, όπου συχνά εναποτίθενται σκουπίδια και απόβλητα.
Οι ανθυγιεινές και δυσάρεστες συνθήκες που προέκυψαν από τέτοιες πρακτικές νομιμοποίησαν μια στάση απέναντι στα ρέματα ως εστίες βρωμιάς, ως ένα δυσμενές χαρακτηριστικό του αστικού περιβάλλοντος που έπρεπε να καλυφθεί και να εξαφανιστεί. Η οικοδόμηση πάνω στα ρέματα ή η παρεμβολή εμποδίων στη διαδρομή τους, χωρίς κατάλληλες διευθετήσεις για το νερό, προκάλεσε πολλές καταστροφές και απομάκρυνε ακόμη περισσότερο τις απόψεις των υπηρεσιών και των κατοίκων από μια αντίληψη των ρεμάτων ως τμήματος της φύσης μέσα στην πόλη. Η διευθέτηση και κάλυψη των ρεμάτων ταυτίστηκε με τον εκσυγχρονισμό και την εξυγείανση και οδήγησε στη θεώρηση των ρεμάτων ως αντικείμενο δημοσίων έργων – μια προσέγγιση που, ακόμη και σήμερα, είναι κυρίαρχη (δες, μεταξύ άλλων, ΤΕΕ-Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας, 1994, Υπουργείο Συντονισμού, 1980, Βουζαράς κ.ά., 1994)

ΤΑ ΡΕΜΑΤΑ ΣΗΜΕΡΑ
Ως αποτέλεσμα των διαδοχικών φάσεων έντονης αστικοποίησης, πολύ μικρό μέρος από το κάποτε πυκνό δίκτυο ποταμών και ρεμάτων μπορεί ακόμη να εντοπιστεί. Οχι πια ένα δίκτυο, αλλά μάλλον κομμάτια του είναι ακόμη ορατά μέσα στον αστικό χώρο, απομακρυσμένα το ένα από το άλλο. Αλλα κομμάτια μπορεί να τα διακρίνει κανείς κάτω από τους πιο φαρδείς δρόμους, ιδιαίτερα αυτούς που έχουν νησίδα στη μέσα – μια αλάθητη ένδειξη καλυμμένου ρέματος. Είναι όμως πολύ δύσκολο να εντοπιστούν πλήρως οι διαδρομές των ρεμάτων, αφού σε μεγάλο μέρος του μήκους τους εχουν καλυφθεί απόκτίρια ή έχουν διευθετηθεί και αποτελούν μέρος του αποχετευτικού δικτύου (κάτω από την επιφάνεια του εδάφους) ή μέρος του οδικού δικτύου (στο επίπεδο του εδάφους.
Πολλές βιομηχανίες και βιοτεχνίες έχουν συστηματικά χρησιμοποιήσει τα ρέματα και τα ποτάμια για τη διάθεση των αποβλήτων τους από το μεσοπόλεμο. Ο Κηφισσός είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ, μια και διασχίζει μια από τις σημαντικότερες βιομηχανικές συγκεντρώσεις στην Αθήνα. Αλλά όλα τα διευθετημένα και καλυμμένα ρέματα είναι μέρος του αποχετευτικού δικτύου για τα αστικά και τα βιομηχανικά απόβλητα. Ετσι, η λειτουργία τους ως φυσικών χώρων έχει καταργηθεί.
Στον πυκνοχτισμένο ιστό της πόλης, όπου η αύξηση της κυκλοφορίας αυτοκινήτων δεν είχε προβλεφθεί, τα ρέματα που παραμένουν ανοιχτά και αδόμητα δέχονται «επιθέσεις» από τους κυκλοφοριολόγους: είναι σπάνιοι γραμμικοί άξονες με ικανό πλάτος και πολλά υποσχόμενοι ως αρτηρίες. Με αυτή τη λογική, μπορεί κανείς να εντοπίσει διαφόρων τύπων διευθετήσεις, από συνολική κάλυψη και απόδοση στην κυκλοφορία, μέχρι διευθέτηση της κοίτης και χρήση των οχθών για την κυκλοφορία (Καραλή κ.ά., 1995). Οι αρτηρίες ακολουθούν τις διαδρομές των μεγαλύτερων ρεμάτων, ενώ τα μικρότερα χάνονται κάτω από την αστικοποιημένη περιοχή.
Σ’ ό,τι αφορά στον περιαστικό χώρο, οι ανθρώπινες επεμβάσεις έχουν συντελέσει στην καταστροφή του γεωλογικού χαρακτήρα των λεκανών των ρεμάτων, της δασικής χλωρίδας και της πανίδας, του φυσικού χαρακτήρα των περιοχών γύρω από τα ρέματα. Η βοσκή, η εκχέρσωση, οι πυρκαγιές, η άναρχη επέκταση λατομείων και μεταλλείων, το χωρίς τεχνικά έργα οδικό δίκτυο, το μπάζωμα στις πλαγιές για τη δημιουργία οικοπέδων – όλα έχουν συμβάλει στην αύξηση των απορροών σε δομημένους χώρους, παρ’ όλο που αυτές δεν ευνοούνται από τις γεωμορφολογικές και κλιματικές συνθήκες. Τα δημόσια (υδρονομικά) έργα εστιάζονται κυρίως στην αντιπλημμυρική προστασία, με διάφορες παρεμβάσεις στα πεδινά τμήματα των διαδρομών των ρεμάτων (δες και Κωτούλας, 1978).
Στις περιπτώσεις όπου τα ρέματα παραμένουν ανοιχτά, διάφορες παρεμβάσεις μπορούν να εντοπιστούν, που περιλαμβάνουν συνολικές διευθετήσεις της κοίτης και των οχθών με μπετόν, κατασκευές διαφόρων τύπων και μεγεθών στις όχθες, απόρριψη μπάζων και/ή αποβλήτων, φυτεύσεις κοκ. Σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να διακρίνει πια κανείς τη φυσική οντότητα του ρέματος.
Από την ανάλυση που προηγήθηκε, προκύπτουν τα παρακάτω σημεία:
• η κερδοσκοπία πάνω στη γη, οι παράνομες (και εν συνεχεία νομιμοποιούμενες) επεκτάσεις της πόλης και η εντατική εκμετάλλευση κάθε ιδιοκτησίας οδήγησαν στην εξαφάνιση του μεγαλύτερου μέρους του δικτύου ρεμάτων στην Αθήνα
• η καταστροφή των ρεμάτων ως τμήμα της φύσης νομιμοποιήθηκε από την αντιμετώπισή τους ως «βρώμικων» και επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία, που προέκυψε από την πρακτική απόρριψης στα ρέματα αποβλήτων και σκουπιδιών
• το κράτος έχει αντιμετωπίσει τα ρέματα ως αρτηρίες του κυκλοφοριακού δικτύου, ιδιαίτερα όταν αποτελούσαν τις μοναδικές δημόσιες εκτάσεις σε περιοχές όπου χρειάζονταν κυκλοφοριακά έργα. Η αντιμετώπιση αυτή, μαζί με την πρακτική κάλυψηςτων ρεμάτων και ένταξής τους στο αποχετευτικό δίκτυο, οδήγησε στη θεώρηση των ρεμάτων ως δημόσιο έργο.
Μαζί με τα παραπάνω, πρέπει να υπογραμμίσει κανείς και την έλλειψη συντονισμού καθώς και τις αλληλοεπικαλυπτόμενες και συχνα συγκρουόμενες αρμοδιότητες διαφόρων υπηρεσιών της διοίκησης – πράγμα που δεν επέτρεψε την επεξεργασία εναλλακτικών στρατηγικών για τα ρέματα στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια τάση προστασίας της φύσης μέσα στον αστικό χώρο, στα πλαίσια της οποίας ό,τι έχει απομείνει από τα ρέματα αρχίζει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά.

ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Ο αγώνας για τη φύση μέσα στην πόλη έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει. Οι διαδικασίες αστικής ανάπτυξης που οδήγησαν από μια κωμόπολη 9.000 κατοίκων σε μια μητρόπολη 3 εκατομμυρίων είναι ακόμη κυρίαρχες, αν και με διαφορετική ένταση. Ο,τι έχει απομείνει ως ανοιχτός, αδόμητος χώρος απειλείται από επεμβάσεις διαφορετικής τάξης. Μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά έργα και κυκλοφοριακά έργα απειλούν τα τελευταία κομμάτια φύσης μέσα στην πόλη και τα αντιμετωπίζουν ως άχτιστα οικόπεδα. Ομως, όλο και πιο συχνά οι πολίτες αντιστέκονται σε μεγάλα έργα και μικρές πρωτοβουλίες και κινητοποιούνται για περιβαλλοντικά ζητήματα.
Μια τέτοια αναδυόμενη προσέγγιση δίνει ελπίδες και για την προστασία της διαδρομής των ρεμάτων ως ελεύθερων, φυσικών χώρων. Στην κατεύθυνση αυτή είναι απαραίτητη από την πλευρά του κράτους η διαμόρφωση νέας πολιτικής και η ευαισθητοποίησή του στην περιβαλλοντική σημασία των ρεμάτων, αλλά και, στην επιστημονικά τεκμηριωμένη, ορθότερη λειτουργία τους όταν διατηρείται ο φυσικός τους χαρακτήρας. Σε πολλές περιπτώσεις η αποβιομηχάνιση διευκολύνει τα πράγματα, μιας και ο όγκος των αποβλήτων που χυνόταν στα ρέματα έχει σημαντικά μειωθεί, ενώ επιστρέφουν φυτά και πουλιά στις όχθες.
Μια εναλλακτική προσέγγιση προϋποθέτει να παραμείνουν ανοικτά και να προστατευθούν τα ρέματα που έχουν καταφέρει να διασωθούν από τις προηγούμενες φάσεις αστικής ανάπτυξης. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να αρθρωθεί γύρω από τρεις αρχές (για μια παρεμφερή προσέγγιση, δες Μπλιώνης, 1995): ενιαίου χαρακτήρα του ρέματος
Αυτό είναι προϋπόθεση για μια εναλλακτική προσέγγιση. Το ρέμα είναι ενιαίο σύνολο με αλληλοεξαρτώμενα στοιχεία και είδη και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Μια συνολική προσέγγιση χρειάζεται και το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο που θα εξασφαλίζει την προστασία. Ακόμη χρειάζεται συντονισμό από την πλευρά των φορέων που εμπλέκονται και συνεργασία με ειδικούς και ομάδες πολιτών. Ετσι, μπορούν να προκρίνονται παρεμβάσεις που δεν θέτουν σε κίνδυνο την ενότητα και «φυσικότητα» του ρέματος. Ο συντονισμός φορέων και ομάδων, όσο κι αν ακούγεται δύσκολος, είναι απαραίτητος για μια συνολική και αποτελεσματική πολιτική.
Προστασία της φυσικής οντότητας του ρέματος
Αυτό δεν είναι απλά αισθητική προσέγγιση, αλλά κυρίως πρακτική, αφού το ρέμα μπορεί να προσφέρει αντιπλημμυρική προστασία μόνο όταν διατηρεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη φυσική του οντότητα. Ο πυρήνας του ρέματος, καθώς και μια ικανού μεγέθους ζώνη γύρω από αυτόν, έχει ανάγκη προστασίας από κάθε είδους παρεμβάσεις. Ακόμη και οι περιοχές που γειτνιάζουν με το ρέμα πρέπει να θεωρηθούν ως μεταβατική ζώνη που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και, σε κάθε περίπτωση, αποτελούν μέρος ενός σχεδίου προστασίας. Οι τεχνικές βελτιώσεις και φυτεύσεις, για να εξασφαλίζουν την προστασία και καλή λειτουργία του ρέματος, χρειάζεται να εκτείνονται σε όλο το μήκος της διαδρομής του, από τις ορεινές αφετηρίες μέχρι τις πεδινές λεκάνες απορροής. Η αναδάσωση και αναθάμνωση στις πλαγιές που έχουν υποστεί καταστροφές από ανθρώπινες επεμβάσεις, η διαμόρφωση φυσικών φίλτρων για τις φερτές ύλες, η διατήρηση ανοιχτών χώρων μέσα στον αστικό ιστό δίπλα στα ρέματα, που μπορούν να λειτουργήσουν ως λεκάνες εκτόνωσης των πλημμυρών, είναι μερικά από τα στοιχεία που μπορούν να συμβάλλουν στην προστασία της φυσικής οντότητας των ρεμάτων.αξιολόγηση των ρεμάτων ως
Τούτο προϋποθέτει τα προηγούμενα δύο σημεία και ακόμη έχει ως στόχο την προστασία του ιδιαίτερου χαρακτήρα της χλωρίδας και πανίδας κάθε περιοχής. Μια τέτοια επαναξιολόγηση είναι δυνατή μόνο όπου τα ρέματα είναι ανοιχτά. Κατά μήκος της διαδρομής και σε επιλεγμένες θέσεις, ώστε να μην διαταραχτεί η φυσιογνωμία και λειτουργικότητα του ρέματος, μπορεί να ενταχθούν στοιχεία για πολλαπλές χρήσεις, που θα αποτελέσουν πόλους έλξης με εποχιακό χαρακτήρα. Τέτοια στοιχεία περιλαμβάνουν εμπλουτισμό της φύτευσης (ιδιαίτερα εκεί όπου έχει καταστραφεί), μονοπάτια για πεζούς, παρατηρητήρια, μικρούς αμφιθεατρικούς χώρους, ελαφρές κατασκευές για παιχνίδι παιδιών, υπαίθριες εκθέσεις κλπ. Τα καθορισμένα σημεία εισόδου και διαδρομές πεζών είναι απαραίτητα για να εξασφαλίζεται η προστασία του χώρου παρά την παρουσία του επισκέπτη. Είναι αυτονόητο ότι επιβάλλεται η χρήση υλικών που προέρχονται από τη φύση (πέτρα, ξύλο, λάσπη, φυτικές ίνες, πανί, δέρμα κλπ).
Αυτές οι αρχές προβάλλουν την ανάγκη λεπτομερούς μελέτης κάθε εναπομένοντος ρέματος. Μια τέτοια μελέτη, της οποίας κεντρικός άξονας είναι η φυσική λειτουργία του ρέματος, περιλαμβάνει εκτεταμένη έρευνα πεδίου (συστηματική παρατήρηση, αποτύπωση και φωτογραφική καταγραφή), μαζί με οικονομική και περιβαλλοντική αξιολόγηση. Μια συνολική μέθοδος μελέτης επιτρέπει να αξιολογήσει κανείς την κατάσταση του ρέματος και της γύρω περιοχής και να εκτιμήσει τις δυνατότητες επέμβασης (από αποψη κόστους και εργαλείων).

ΑΝΑΛΑΜΠΕΣ ΕΛΠΙΔΑΣ;
Η προσέγγιση που σχηματικά παρουσιάστηκε προϋποθέτει μια θετική αξιολόγηση της σημασίας των ρεμάτων ως στοιχείων επικοινωνίας ανάμεσα σε ελεύθερους χώρους μέσα και έξω από την πόλη και ως στοιχείων σύνδεσης αστικών λειτουργιών. Σημαντικές αλλαγές στις χρήσεις γης, στους τρόπους παραγωγής και τα πρότυπα κατανάλωσης, στις πολιτιστικές τάσεις και τους τρόπους ζωής κάνουν επιτακτική τη διατήρηση και προστασία των τμημάτων φύσης που έχουν απομείνει μέσα στην πόλη – και τα ρέματα είναι ένα σημαντικό τέτοιο κομμάτι.
Οι διαδρομές των ρεμάτων στην Αθήνα, όπως και σε όλες τις ελληνικές πόλεις, έχουν χαθεί κάτω από στρώματα μπετόν και διαδοχικές φάσεις αστικής ανάπτυξης. Η προστασία αυτού που απομένει είναι, σ’ αυτό το πλαίσιο, πολιτικό ζήτημα, από την άποψη ότι απαιτεί την εγκατάλειψη των πελατειακών κριτηρίων και την τοποθέτηση των περιβαλλοντικών κριτηρίων στο προσκήνιο των πρωτοβουλιών. Σ’ αυτή την κατεύθυνση οι πολίτες, οι ειδικοί και οι αρχές χρειάζεται να μεταβάλλουν τους τρόπους προσέγγισήςτους. Από την πλευρά των πολιτών πρωτοβουλίες υπάρχουν, έστω και σε μικροκλίμακα. Οι ειδικοί άρχισαν να μεταβάλλουν ερωτήματα και προσεγγίσεις. Οι φορείς παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, εγκλωβισμένοι στην αδράνεια των καθιερωμένων πρακτικών και στις αντιφάσεις των αλληλοεπικαλυπτόμενων και/ή συγκρουόμενων αρμοδιοτήτων τους.
[Ντίνα Βαϊου, Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος, Επίκ. Καθηγήτρια ΕΜΠ 
Μάχη Καραλή, Αρχιτέκτων, Επίκ. Καθηγήτρια ΕΜΠ

Από την ιστοσελίδα του Δασαρχείου όπου κανείς μπορεί να διαβάσει κι άλλα σχετικά άρθρα για το ίδιο θέμα: https://dasarxeio.com/

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

ΟΙ ΚΟΠΟΙ ΜΑΣ ΧΑΜΕΝΟΙ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑ ΠΡΟΦΑΣΗ

Μετά την επανάσταση την επαύριον κιόλας, βρέθηκαν κρεμασμένοι δυο άγνωστοι σ’ ένα σοκάκι. Ο ένας φαίνεται πως ήταν Ιουδαίος, ίσως ο μόνος άνθρωπος που πέθανε δύο και περισσότερες φορές. Ο άλλος ήταν κάποιος άγνωστος περιηγητής, Βρετανός το επώνυμο. Οι κάτοικοι του Χαλεπιού χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν θρηνούσαν τους ηρωικούς νεκρούς. Από παντού άκουγες μοιρολόγια και στεναγμούς, που ήτανε να σου σπάει η καρδιά. Όπου να πήγαινες τα μαγαζιά κλειστά. Ωστόσο οι γυναίκες παραδίνονταν αυθόρμητα στον πρώτο περαστικό που τις ζητούσε. Ήταν κι αυτό δείγμα πένθους. Από τα νεκροταφεία ακούγονταν μακρόσυρτες φωνές που διαρκούσαν ολόκληρες εβδομάδες. Μετά τα μεσάνυχτα κανείς δεν τολμούσε πια να κοιμηθεί μην προσβληθούν οι ψυχές των νεκρών και εγκαταλείψουν την  πολιτεία στην τύχη της. Αυτά ίσαμε τις πρωινές ώρες που χτυπούσε το κανόνι. Το αίμα των θυμάτων μύριζε ακόμα φοβερά. Οι κινηματογράφοι ήταν ασφυκτικά γεμάτοι και ήταν αδύνατο να πλησιάσεις χωρίς ειδικό εισιτήριο που δίνονταν μονάχα στους μυημένους. Ταινία βέβαια δεν δείχνονταν. κι αυτές οι αγγλικές αρχές, οι τόσο ατάραχες είχαν αρχίσει ν’ ανησυχούν, με τις ασυνήθιστες αυτές εκδηλώσεις του πλήθους, τέτοια εποχή του χρόνου. Η αγωνία κορυφώθηκε όταν εμφανίστηκε μυστηριωδώς στο κέντρο της πόλης, ένας καινούριος παραπόταμος του Δούναβη, γνωστός με το ψευδώνυμο Ιλισσός. Όμως όλοι καταλάβαιναν κι απλώνονταν τότε από τη μια άκρη της πόλης ίσαμε την άλλη ένα κατάμαυρο χαλί, που στα μέρη αυτά ονομάζεται Σιγή. Εμφανίσου λοιπόν. Κι εμφανίζονταν, Συνοδευόμενος από τους νεκρούς, ο μεγαλέξανδρος!.. [μια ιστορία από τον ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΧΑΛΕΠΙΟΥ του Νάνου Βαλαωρίτη και με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Άδωνι (adonis and the blood red anemone by axellie) ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΩΝ, ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ, ΑΔΩΝΙΣ κι άλλες ιστορίες από το ίδιο βιβλίο]



ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΩΝ
Όταν το τρένο σταμάτησε απότομα, οι επιβαίνοντες διαπίστωσαν με φρίκη πως σταθμός δεν υπήρχε. Ματιές άρχισαν ν’ ανταλλάσσονται με τους απέναντι καθημένους πλήρεις υποχρεώσεων και κατάφορτοι έρωτος. Το τρένο θα ξεκινούσε άραγες ξανά; Οι καρδιές θα εδονούντο ξανά όπως άλλοτες πλήρεις συγκινήσεως; Τα μάτια της θα διατηρούσαν την προς αυτόν αφοσίωσίν τους; Η έκρηξις θα συντελείτο σύμφωνα με τους υπολογισμούς; Αυτά κι άλλα πολλά παρόμοια ενοσήλευον διαρκώς οι ανήσυχες ψυχές των. . Κι όταν το τρένο ξεκινούσε όλοι διερωτώντο το όνομα του οδηγού, όταν εισήρχετο εις σήραγγα, τ’ όνομά της γυναικός του,  όταν εξήρχετο τηλεφωνούσαν να φέρουν το γιατρό, όταν το τρένο περνούσε ενδιάμεσους σταθμούς χωρίς να σταματήσει, οι κυρίες έσπευδαν στ’ αποχωρητήρια, όταν το τρένο άλλαζε γραμμή να περάσει άλλος συρμός, όλοι ερωτοτροπούσαν με τον ωραίο θαλαμηπόλο, όταν το τρένο περνούσε από γέφυρα ποταμού, ξυπνούσαν παλιές αναμνήσεις κι ερόδιζε το στερέωμα προς δυσμάς χωρίς ο ήλιος διόλου ν’ ανακατεύεται, όταν περνούσε από βιομηχανική πόλη, ο νέος εκοιμάτο εις στρατιωτική κλίνην, το δεξί του χέρι λαβωμένο εντός επιδέσμου και γύρω οι σύντροφοί του έκλαιον απαρηγόρητοι, όταν περνούσε από πόλη παραλιακή, αν επρόκειτο περί λουτροπόλεως, τα κορίτσια έπεφταν αμέσως εις το νερό σκανδαλωδώς χειρονομούσαι και ελάχιστα ενδεδυμέναι, αν επρόκειτο περί λιμανιού οι άνδρες εστέκονταν με τα ψηλά καπέλα στην προκυμαία και αποχαιρετούσαν, στα μάτια των διακρίνονταν δάκρυα, στο βάθος το υπερωκεάνιο, ηλιοβασίλεμα. Αν διήρχετο άλλην λουτρόπολιν πλησίον των Άλπεων, την ώραν του γεύματος εισήρχετο αστυνομικοί και εξετέλουν συλλήψεις, αν σταματούσε το τρένο στα σύνορα, εσυλλαμβάνοντο μόνον οι σιδηροδρομικοί. Όταν πολλά τρένα συγχρόνως διέσχιζαν μεγαλούπολιν, αν ακούγονταν οι σφυρίχτρες θα ξημέρωνε ημέρα βροχερή, αν ακούγονταν μονάχα οι ατμομηχανές, η επέμβασις ίσως να απέβαινε προς όφελος τρίτου, αν ακούγονταν ο θόρυβος του τρένου ασυνήθως εκκωφαντικός, ωσάν να διέσχιζε αυτό τούτο το δωμάτιο του ασθενούς, τότε θα απέπλεον, τα ιστιοφόρα κενά πληρωμάτων, αν πάλι το τρένο σταματούσε δυο χιλιοστά του μέτρου προ της κοιμωμένης και ανυπόπτου κόρης, τα ιστιοφόρα θα επανήρχοντο άθικτα εις τας βάσεις των. Αν αργοπορούσε το τρένο και οι επιβάτες αναγκάζονταν να περιμένουν εις τον σταθμόν πέραν της δωδεκάτης, την επομένην εις τον τύπον θα απεσιωπάτο, εντέχνως το επεισόδιο. Αν οι σιδηροδρομικοί κατήρχοντο σύσσωμοι εις απεργίαν, αιτούντες την απελευθέρωσιν του συναδέλφου των, ο τύπος θα υπεκρίνετο το πρόσωπον του διαιτητού. Αν επωλούντο αίφνης και χωρίς προειδοποίησιν αι ατμομηχαναί, ο τύπος θα παρεπονείτο διότι δεν εζητήθη η γνώμη του κοινού.

Αν εις κινηματογράφον τρένο εξετροχιάζετο υπό Ινδών ερυθροδέρμων πίπτον εις γκρεμόν, η μικρή θα εζήτει από τη μητέρα της να συγκοιμηθή μετ’ αυτής και του πατρός της εις την αυτήν κλίνην.

Εάν δύο τρένα ταξιδεύοντα με την αυτήν περίπου ιλιγγιώδη ταχύτητα και εις αντιθέτους κατευθύνσεις συνεκρούοντο προ νοσοκομείου η μικρή θα απεποιήτο το βραδινό της φαγητό. Αν έτρωγε έστω και το ήμισυ του φαγητού προ της επιμονής της μητρός της, την επομένην ασφαλώς θα ηξίοι από τον πατέρα της ως δώρον παιδικόν συρμόν κατά προτίμησιν ηλεκτροκίνητον. Αν ο τύπος διενοείτο ν’ αναμιχθεί εις την υπόθεσιν, παρά τας υπάρχουσας αυστηράς διατάξεις, η μικρή θα επυρπόλει πάραυτα τα γραφεία της εφημερίδος. Αν τέλος εκείνο το απόγευμα κανένα τρένο δεν διέσχιζε την ερειπωμένην πολιτεία, ουδείς θόρυβος θα ήρχετο να ταράξει τους εραστάς εις την παράφορον περίπτυξιν των οποίων εδίδοντο ασυστόλως, τα μαλακά, λευκά, και ημίγυμνα κρυφά κορμιά των κοριτσιών του γειτονικού παρθεναγωγείου μέσα εις τα χαλάσματα και τους σωρούς, κενά που αφήκε φεύγοντας ο πόλεμος.

ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ
Ένας-ένας έφυγαν απ’ τα ψηλά οροπέδια κι έμεναν έρημα και το βουνό και το σπίτι καθώς βυθίζονταν το τρένο τολμηρά στις αχανείς εκτάσεις.
Τα πεύκα τριγύρω έμοιαζαν παιχνίδια, οι θάμνοι γεμάτοι σαύρες και φίδια παραμέριζαν καθώς περνούσαμε. Κανείς δεν εφαίνονταν στον ορίζοντα μήτε καβαλάρης μήτε πεζός. Ο κρότος εγίνονταν σιγά-σιγά ανυπόφορος καθώς μάζευε το τρένο ταχύτητα στον κατήφορο. Βροντούσαν οι ρόδες πάνω στον κατήφορο, τσακίζονταν τα χώματα και ξεψυχούσαν οι άνθρωποι σ’ όλη την έκταση του απαίσιου κάμπου. Τέλος όταν φτάσαμε στα χαμηλότερα στρώματα, στις υγρότερες περιοχές, βγήκε και στάθηκε χλωμός στην πόρτα του εξώστη.

Η σελήνη έλουζε την όψη του και τα μαλλιά του έπεφταν μακριά και μαύρα στους ώμους του. Με συγκρατημένη ταραχή, χωρίς όμως τίποτα να φανεί, φόρεσε τα βελούδινα γάντια του και ψιθύρισε: «Κεκλεισμένων των θυρών» και ερρίφθη κάτω με ορμή κι εχάνονταν στο μελανό νερό, κι έπεφταν μαζί του όλες οι ελπίδες μας σαν γυμνές παραδουλεύτρες και βυθίζονταν ο συρμός βαθύτερα στο αόρατο νερό και τα πουλιά και οι πολιτείες, όλα στροβιλίζονταν μες το μυαλό του κοιμισμένου εφήβου, κι αναφλέγονταν τα ξερά κλαριά της σκεπής, οι θύρες, και εχώνονταν στην κλίνη της έντρομα τα λιοντάρια, κι αυτή τα θώπευε απαλά στους μηρούς, ενόσω έξω μαίνονταν ο χαρτοπόλεμος και οι αστραπές αυλάκωναν το στερέωμα χωρίς ν’ ακούγεται  μήτε ψίθυρος μήτε η βροχή που αμείλικτη ράπιζε τα τζάμια. Κάτω στις μεγάλες έρημες αίθουσες όλες οι φωτιές ήταν αναμμένες και εθέρμαιναν τα μάρμαρα τους πίνακες και τ’ αγάλματα των αυτοκρατόρων.
Εδώ συναντήθηκαν πρώτη φορά εκείνος κι εκείνη κι αγαπήθηκαν εντελώς παράφορα παρόλη την υγρασία. Και εν τούτοις με πόση τέχνη ήταν ζωγραφισμένη πάνω στα χείλη τους η περιφρόνησις.

ΑΔΩΝΙΣ
Στη μικρή παραθαλάσσια πόλη της Αχαΐας κοντά στην τοποθεσία Μπουράκι διαδραματίζονται συγκινητικές στιγμές την Άνοιξη. Όμως τηρείται γύρω του άκρα μυστικότης. Μερικά μόνον έμπιστα πρόσωπα ξεκινούν τα χαράματα και πηγαίνουν σε μια ερειπωμένη έπαυλη μέσα στις καλαμιές. Στο στόμιο της στέρνας σταματούν και ρίχνουν κάτω τους κουβάδες και τον ανεβάζουν επάνω. Τον αλείβουν με λάδι τού χτενίζουν τα μακριά μαύρα μαλλιά, τον τρίβουν σε όλο το κορμί με διάφορα αρωματικά βοτάνια και αλοιφές και τέλος ένας-ένας φυσάνε μέσα στο στόμα του για να του δώσουν αναπνοή.

Όμως εκείνος κοιμάται. Δεν ξυπνάει εύκολα. Φέρνουν τότες τα τρυφερότερα κορίτσια επάνω ακριβώς στον οργασμό της ήβης τους, τα γδύνουν και τ’ αμολάνε σαν περιστέρια επάνω του. Όμως μάταια φτερουγίζουν γύρω του, μάταια ιδρώνουν λαχανιάζουν και βογκάνε όπως η θάλασσα στις σκοτεινές σπηλιές και στην αγκαλιά κατόπιν η μια της άλλης γυρεύουν να εκπληρώσουν τον τυφλό πόθο που του τρέφουν. Χαμπάρι δεν παίρνει από τη θύελλα των αισθήσεων που μαίνεται γύρω του, την απεγνωσμένη τρικυμία της σάρκας που πασκίζει να ξυπνήσει τη σάρκα τους. Τί κι αν χτυπάει που πάει να σπάσει σαν δυναμόμετρο η καρδιά τους; Τί κι αν βουίζει το αίμα στ’ αυτιά τους όπως ο άνεμος μέσα στα πεύκα. Τί κι αν σπαράζουν επάνω του σαν χέλια οι λυγερές. Τί κι αν προσφέρουν σαν ολοκαύτωμα το σγουρό το θηλυκότερο κομμάτι της νιότης τους; Τί κι αν παραδίνουν δίχως άλλες διαπραγματεύσεις τα χείλια της πιο κρυφής σχισμής που τρέλανε η λαχτάρα;

Τί κι αν παθαίνουν, μες στους πυκνούς ελαιώνες των τριχών που φυτρώνουν σαν παρθένο δάσος στην κοιλιά, τις φοβερές εκείνες σεισμικές δονήσεις που τραντάζουν και τα βαθύτερα θεμέλια της ύπαρξής τους;
Αυτός κοιμάται αναίσθητος και ωραίος. Μήτε θυσίες βοδιών μήτε εκατόμβες πουλιών ή ανθρώπων μπορούν να τον συνεφέρουν. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να ξυπνήσει — όπως αποκοιμήθηκε κατά τύχην. Μα το Θεό δε γελάστηκα.

Κι από το πλήθος που θρηνούσε απελπισμένο γύρω του ένας μικρός ξεχώρισε και τον παρατηρούσε με περιέργεια. Σπάζοντας τότες ένα στάχυ από τη γης πλησίασε και του γαργάλησε το ρουθούνι. Όμως τη στιγμή που ορμούσαν οι παριστάμενοι να τον σκοτώσουν στο ξύλο ίσως και για να τον κάνουν κομμάτια, ακούστηκε ένα φτέρνισμα. Η χαρούμενη είδηση μεταδόθηκε σαν αστραπή. Ποιός φτερνίστηκε, ρώτησε ένας μαραγκός. Ο Θεός Άδωνις, του πέταξαν αστειευόμενοι μερικά πειραχτήρια που δεν είχαν ιδέα πως έλεγαν την αλήθεια. «Άδωνις;» επανέλαβε ο μαραγκός, δίχως να πολυπιστεύει. «Γιατί όχι;» του είπαν αυτοί; «Δίχως άλλο» είπε ο μαραγκός με ακόμη μεγαλύτερη δυσπιστία «Δίχως άλλο» για να τους ξεφορτωθεί και με το δίκιο του, νομίζοντας πως τον κορόιδευαν [Λονδίνο 1948]


(Ιστορίες του Νάνου Βαλαωρίτη από το βιβλίο του Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΧΑΛΕΠΙΟΥ, αδημοσίευτη συλλογή, από τον τόμο ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1 1944-1964, Ύψιλον / βιβλία)

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Σ’ ΕΝΑ ΣΥΜΠΑΝ ΣΤΕΡΗΜΕΝΟ ΞΑΦΝΙΚΑ ΑΠΟ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΦΩΤΑ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΝΙΩΘΕΙ ΣΑΝ ΞΕΝΟΣ:

Σ’ αυτήν την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσπαση του ανθρώπου από την ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παραλόγου. (Αλμπέρ Καμύ, Ο Μύθος του Σισύφου) «Ο Σίσυφος-Ξένος διάκειται υπεροπτικά απέναντι στα ιστορικά ή θεολογικά διδάγματα που θέλουν οι Άλλοι να του μεταφέρουν, διότι του είναι Ακατανόητα εν συγκρίσει με το απλούστατο φαινόμενο της ζωής. Ο Σίσυφος, όπως και όλοι οι χαρακτήρες που έπλασε ο Καμύ, δεν μπορεί να κατηγορήσει τον εαυτό του ότι είναι αδέξιος ή ότι απευθύνει ανόητες εκκλήσεις προς τον κόσμο που τον περιπτύσσει.  Οι ερωτήσεις του, αντιθέτως είναι εύστοχες, πλην όμως δεν πρόκειται να τύχουν αποκρίσεως, εφόσον το ασαφές σύμπαν, όπου αυτές απευθύνονται, είναι Παράλογο και Αδιάφορο». Η σημαντική αυτή παρατήρηση του Αλέξη Ζήρα στο δοκίμιό του για τον Καμύ «Μαθητεία στο Παράλογο», αποκτά άλλη βαρύτητα, νοηματοδοτείται εκ νέου, εάν κάνουμε την εξής μετατόπιση: είναι παρά-λογο το σύμπαν, διότι ο Λόγος των προσώπων του Καμύ, η θέαση του κόσμου, η οπτική τους πάνω στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων, είναι διαφορετικά από αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε μέσον όρο. Κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει παρα-λογισμός και α-λογία.  Υπάρχουν πολλές διαφορετικές λογικές, με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και διαφορετικές οδούς προσέγγισης. Παράλογος είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να κατανοήσει αυτήν την διαφορετικότητα και να την αποδεχθεί ως υπαρκτή, αναμενόμενη και φυσιολογική. Παράλογο είναι το μονοδιάστατο σύμπαν που διαμορφώνουν οι βεβαιότητες της μιας αλήθειας, του ενός και μόνου Λόγου… Η ανάγνωση του Ξένου, με όποιον τρόπο εν τέλει κι αν γίνει, αποτελεί μια σπουδή στον ανθρώπινο ψυχισμό, μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία, αυτού του άλυτου αλγόριθμου της αναζήτησης της τελείωσης και της ευτυχίας. [Άννα Αφεντουλίδου, «Ο Ξένος του Albert Camus, μια καταβύθιση στον κόσμο του αυτισμού»: Πόσο μπορούμε να κατανοήσουμε εμείς ως φυσιολογικοί τον διαφορετικό κόσμο του αυτισμού. Πόσο ο δικός μας κόσμος αποτελεί τον κανόνα, πόσο μετουσιώνει τους νόμους της λογικής και πόσο ο κόσμος ενός άλλου που αντιλαμβάνεται διαφορετικά τις ανθρώπινες σχέσεις και που η επικοινωνία έχει γι’ αυτόν τους δικούς της κανόνες, είναι παράλογος – με ΚΛΙΚ στην εικόνα αποσπάσματα με πληροφορίες για τη μελέτη της Άννας Αφεντουλίδου]


Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ «ΞΕΝΟΥ»: ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥ ΑΥΤΙΣΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ:
Ο Α. Καμύ ολοκληρώνει τον Ξένο τον Μάιο του 1940 και τον εκδίδει το 1942. Έναν χρόνο μετά, το 1943, ο Leo Kanner θα δημοσιεύσει μια έρευνα για τον «πρώιμο βρεφικό αυτισμό» και δύο χρόνια αργότερα, το 1944, ο Hans Asperger θα δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της έρευνάς του πάνω σε μια ομάδα παιδιών που παρουσίαζαν μια μορφή αναπτυξιακής διαταραχής, μιλώντας για «αυτιστική ψυχοπάθεια». Σαράντα σχεδόν χρόνια αργότερα, το 1981, η Lorna Wing θα μιλήσει για σύνδρομο Asperger περιγράφοντας μια ομάδα παιδιών και ενηλίκων με παράξενες κοινωνικές, γλωσσικές και γνωσιακές δεξιότητες. Τα τελευταία είκοσι χρόνια περίπου, ο όρος χρησιμοποιείται από τους ειδικούς, όταν αναφέρονται σε διαταραχές του φάσματος του αυτισμού που παρατηρούνται σε άτομα ικανά νοητικά, με ευχέρεια λόγου (Βάγια Παπαγεωργίου 2005). Σήμερα, αρκετοί άνθρωποι, λίγο ή πολύ, έχουμε ακούσει για αυτήν τη νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από σοβαρή απόκλιση στην αμοιβαία κοινωνική αλληλεπίδραση και στην επικοινωνία (Klin κ.α.2000). Πρόκειται για μια αυτιστική διαταραχή, όπως έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε αυτό που παρεκκλίνει από τον μέσο όρο του «νευροτυπικού», του φυσιολογικού ανθρώπου. Από την άλλη μεριά, για τον Αυτισμό έχουμε ακούσει όλοι. Πόσο μπορούμε να κατανοήσουμε εμείς ως φυσιολογικοί τον διαφορετικό κόσμο του αυτισμού; Πόσο ο δικός μας κόσμος αποτελεί τον κανόνα, πόσο μετουσιώνει τους νόμους της λογικής και πόσο ο κόσμος ενός Άλλου που αντιλαμβάνεται διαφορετικά τις ανθρώπινες σχέσεις και που η επικοινωνία έχει γι’ αυτόν τους δικούς της κανόνες, είναι παράλογος; Εάν η πλειοψηφία των ανθρώπων είχε τα χαρακτηριστικά της διαταραχής αυτής, τότε ο θεωρούμενος φυσιολογικός, ο μέσος, ο νευροτυπικός  άνθρωπος, θα ήταν ο διαταραγμένος. Εκείνος εν τέλει θα ήταν ο Ξένος.

Ο Καμύ, παρόλο που υποθέτουμε πως δεν γνώριζε τίποτε για τον αυτισμό και πολύ περισσότερο ήταν εντελώς αδύνατον να γνωρίζει οτιδήποτε για το σύνδρομο Asperger, ωστόσο ψυχογραφώντας την προσωπικότητα του Ξένου, κάνει την πρώτη σκιαγράφηση του πνευματικού και συναισθηματικού κόσμου του Αυτιστικού ανθρώπου, ιδιαίτερα αυτού που δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος, γιατί διαθέτει δημιουργικό λόγο και υψηλό νοητικό οπλισμό.

Πού, όμως, μπορεί πραγματικά μια τέτοια διαπίστωση να στηριχθεί; Πόσο τεκμηριωμένη επιστημονικά, πόσο δικαιολογημένη ιστορικά και προ πάντων κατά πόσο δικαιωμένη λογοτεχνικά ενδέχεται να είναι; Ξεκινώντας με το πρώτο: σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα για τον έλεγχο των διαταραχών ανάπτυξης DSM-IV (APA 1994), για να τεθεί η διάγνωση του Αυτισμού σε έναν άνθρωπο, είτε παιδί είτε ενήλικα, θα πρέπει να υπάρχουν, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, τουλάχιστον έξι από τα παρακάτω «συμπτώματα» (με τον περιορισμό να υπάρχουν δύο τουλάχιστον από τον πρώτο τομέα και τουλάχιστον από ένα στους άλλους δύο τομείς):

1. Ποιοτική έκπτωση στην κοινωνική συναλλαγή, όπως εκδηλώνεται με τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα: 
α. έκδηλη έκπτωση στη χρήση εξωλεκτικών συμπεριφορών, όπως το κοινωνικό χαμόγελο, η βλεμματική επαφή, η έκφραση του προσώπου και οι χειρονομίες για την ρύθμιση της κοινωνικής συναλλαγής, 
β.αποτυχία στην ανάπτυξη ανάλογων με το αναπτυξιακό επίπεδο σχέσεων με τους συνομηλίκους, γ. έλλειψη αυθόρμητης επιδίωξης συμμετοχής σε απολαύσεις, ενδιαφέροντα ή επιτεύγματα με άλλους ανθρώπους, δ. έλλειψη κοινωνικής ή συγκινησιακής αμοιβαιότητας.

2. Ποιοτική έκπτωση στην επικοινωνία, όπως εκδηλώνεται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: 
Α. καθυστέρηση στην ανάπτυξη της ομιλούμενης γλώσσας, ή σε άτομα με επαρκή ομιλία: α. έκπτωση της ικανότητας να αρχίσουν ή να συνεχίσουν μια συζήτηση με άλλους, β. χρήση ιδιοσυγκρασιακής γλώσσας, 
Β. έλλειψη ποικίλλοντος αυθόρμητου παιχνιδιού με παίξιμο ρόλων ή κοινωνική μίμηση.
3. Περιορισμένα, επαναληπτικά και στερεότυπα πρότυπα συμπεριφοράς, ενδιαφερόντων και δραστηριοτήτων, όπως εκδηλώνονται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: 
α. ενασχόληση με περιορισμένα και στερεότυπα πρότυπα ενδιαφέροντος, η οποία είναι μη φυσιολογική είτε σε ένταση είτε σε εστίαση, 
β. εμμονή σε ειδικές μη λειτουργικές συνήθειες ή “τελετουργίες', στερεότυποι και επαναληπτικοί κινητικοί μανιερισμοί, γ. επίμονη ενασχόληση με τμήματα αντικειμένων ή δευτερεύουσες λεπτομέρειες. (Ε.Κακούρος- Κ.Μανιαδάκη 2002)

Τι σημαίνουν όμως οι όροι: έκπτωση, ποιότητα, έλλειψη, στερεότυπο, φυσιολογικό, πρότυπο, περιορισμένο; Με ποιον τρόπο ορίζονται, σταθμίζονται και μετριούνται; Αν θελήσουμε να διαγράψουμε από την μνήμη μας ό, τι μάς έμαθε η συμβίωσή μας με άτομα που σκέπτονται, αισθάνονται και επικοινωνούν με έναν συγκεκριμένο  τρόπο, ο οποίος επικράτησε, γιατί βολεύει ή ταιριάζει ίσως στους πιο πολλούς, θα δούμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όπως φαίνονται εξ αρχής… Δύσκολα θα μπορούσε ν’ αμφισβητήσει κανείς την ύπαρξη αρκετών από τα παραπάνω χαρακτηριστικά στον «Ξένο» του Αλμπέρ  Καμύ…

Να είμαστε ευχαριστημένοι ως άνθρωποι που κατέρρευσε η μακρόχρονη εξαπάτησή μας και είδαμε αυτό που μάς απειλεί. Να είμαστε ευχαριστημένοι ως καλλιτέχνες που απαλλαγήκαμε από την νάρκη και την κουφότητα… ενώπιον της αθλιότητας, των φυλακών, του αίματος (Αλμπέρ Καμύ)

Αντί επιλόγου
Ένας κόσμος που μπορούμε να τον εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά μέσα σ’ ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νιώθει σαν Ξένος. Σ’ αυτήν την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσπαση του ανθρώπου από την ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παραλόγου. (Αλμπέρ Καμύ, Ο Μύθος του Σισύφου)

Ένας άνθρωπος που αισθάνεται ότι δεν ανήκει πουθενά, σαν να προέρχεται από έναν άλλον κόσμο, όπου όλα είναι απλά, εξηγήσιμα, κυριολεκτικά, όπου όλοι λένε ακριβώς ό, τι σκέπτονται χωρίς τα φίλτρα του κοινωνικού συναισθήματος, όπου η σκέψη για την σκέψη είναι πολύ πιο εύκολη από την σκέψη για την δράση, όπου ο χρόνος έχει τους δικούς του εσωτερικούς ρυθμούς, όπου οι άνθρωποι μιλούν μόνο όταν είναι ανάγκη ή μιλούν μόνο για ό, τι πραγματικά επιθυμούν… και ξαφνικά διαπιστώνει πως βρίσκεται ανάμεσα σε όντα που δεν ενοχλούνται από τους δυνατούς θορύβους, τα έντονα χρώματα και το φως, τα οποία μάλιστα πολλές φορές τα θεωρούν και ως μέρος της ψυχαγωγίας τους, που «άλλα λένε και άλλα εννοούν»· που οι λέξεις τους ως κύριο μέσο επικοινωνίας, αλλάζουν σημασίες ανάλογα με τον επιτονισμό και την χροιά της φωνής τους, το βλέμμα ή την έκφραση του προσώπου, τις χειρονομίες και την στάση του σώματος· που η επικοινωνία τους καθορίζεται από το πού βρίσκονται, ποιος είναι ο σκοπός, το μέσον, ο αποδέκτης του μηνύματος, που θα πρέπει να καθορίζουν το ύφος του επικοινωνιακού τους οργάνου από τις κάθε φορά περιστάσεις. Ένας κόσμος τόσο πολύπλοκος, για να ειπωθεί ακόμα και το πιο απλό πράγμα… Πού βρίσκεται ο πολιτισμός από τον οποίο προήλθε; Τι μέλλον έχει σ’ έναν κόσμο τόσο διαφορετικό, που τους κανόνες του δεν μπορεί να κατανοήσει, πόσο μάλλον να αφομοιώσει, που τον αισθάνεται παράλογο κι εκείνος τον αντιμετωπίζει ως Ξένο; Η απάντηση, όπως και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί μέσα από την γνώση, την συνειδητότητα, την ανατοποθέτηση του Εγώ και του Άλλου.

Από την άλλη πλευρά, δεν θα πάψουμε να αναρωτιόμαστε, αλλά και να θαυμάζουμε το πώς κατάφερε ο Καμύ να αποτυπώσει με τέτοιαν ακρίβεια αυτόν τον επιφανειακά απλό αλλά κατά βάθος τόσο πολύπλοκο ψυχισμό, χωρίς να μπορεί βέβαια να γνωρίζει τις έρευνες που θα γίνονταν στον τομέα αυτόν από την επιστήμη της Ψυχιατρικής τα 70 χρόνια που ακολούθησαν την πρώτη έκδοση του Ξένου. Αλλά η απάντηση σε μιαν τέτοιαν αναρώτηση δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Είτε αποδώσουμε το παραπάνω γεγονός στην διορατική παρατηρητικότητά του, είτε σε εσωτερικά του στοιχεία είτε σε χαρακτηριστικά ανθρώπων του άμεσου περιβάλλοντός του είτε απλά και μόνο στην αφηγηματική του ιδιοφυία, τίποτε κατ’ ουσίαν δεν αλλάζει. Ο Καμύ έχει δημιουργήσει έναν (αντι)ήρωα-σύμβολο του ανθρώπου που καταδικάζεται, γιατί δεν τηρεί τους κανόνες, ενός που είναι Ξένος στην κοινωνία όπου ζει:

Ο ήρωας του βιβλίου καταδικάζεται, γιατί δεν τηρεί τους κανόνες. Με την έννοια αυτή είναι ξένος στην κοινωνία που ζει. Ζει στο περιθώριο, στα περίχωρα της ιδιωτικής, μοναχικής αισθησιακής ζωής. (Αλμπέρ Καμύ, Πρόλογος στην αγγλική έκδοση του Ξένου)

Ο «απροσάρμοστος» στις συλλογικές συμβάσεις κινεί στην πρώτη ευκαιρία τους διωκτικούς μηχανισμούς της κοινωνίας, η οποία εφαρμόζει μιαν εξοντωτική στρατηγική έναντί του, που εξυπηρετεί, σύμφωνα με τα πρωτογονικά ακόμη, στο στοχαστικό τους πυρήνα, ένστικτά της, την αυτοπροστασία της. Όποιος δεν εφαρμόζει τον Κανόνα εξοντώνεται: ας  παραδειγματιστούν όσοι υποψιάζονται πως η θεσμική αυτή λογική, κάπου χωλαίνει.

Η πεποίθηση του Γάλλου συγγραφέα ότι το άτομο είναι αθώο μπροστά στην πολυπλοκότητα και το παράδοξο του κόσμου, τον οδηγεί στη σκέψη ότι η μοναδική διέξοδος από την εμπλοκή βρίσκεται στο γεγονός της εξέγερσης… Η εξέγερση για τον Καμύ ισοδυναμεί με κατάφαση στο γεγονός της ζωής. Παραπαίοντας, στερημένος καθ’ ολοκληρίαν από την δυνατότητα αναγωγής σε σταθερές αξίες, ο σύγχρονος άνθρωπος αναζητεί κάποιο λόγο συνύπαρξης με τον κόσμο… Οι ελάχιστα ήρωες των έργων του Καμύ ουδέποτε διαθέσιμοι σε περιπέτειες που έχουν ως αυτοσκοπό την δράση αναζητούν απλώς την δικαίωση της καθημερινής τους ζωής. (Αλέξης Ζήρας, «Μαθητεία στο Παράλογο»)

Πόσο δραστικότερα προβάλλουν τα παραπάνω, εάν τα θεωρήσουμε μέσα από την ματιά του ανθρώπου που, αθώος από την συμβατικότητα της κοινωνικότητας, από το ειθισμένο της συνύπαρξης, αναζητά το λελογισμένο, το αποδεκτό, το κατανοητό, που γι’ αυτόν η εξέγερση συνιστά την κατάφαση στο δικαίωμα τού να είναι κανείς διαφορετικός. Γι’ αυτό και για τον Καμύ η επανάσταση γίνεται αποδεκτή, όσο διαρκεί ως πράξη εναντίωσης του ατόμου στο συλλογικά καθιερωμένο και αποδεκτό. Όταν αυτή δημιουργεί μιαν καινούργια νόρμα, όπου η ατομικότητα καλείται να καθυποταχθεί στις επιταγές ενός νέου μαζικού κανόνα, παύει να αποτελεί εξέγερση. Το διαφορετικό άτομο εξακολουθεί να παραμένει ένας παρίας…

Ο Αντρέ Μαλρώ με εξαιρετική οξυδέρκεια θα παρατηρήσει για το μυθιστόρημα αυτού του νέου συγγραφέα: «Μόλις τελείωσα τα χειρόγραφα του Καμύ… Όσον αφορά τον Ξένο, πρόκειται εμφανώς για κάτι το σημαντικό. Η δύναμη και η απλότητα των μέσων που τελικά αναγκάζουν τον αναγνώστη να δεχτεί την άποψη του ήρωα αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία στο βαθμό που η τύχη του βιβλίου εξαρτάται από το κατά πόσον τούτος ο χαρακτήρας είναι πειστικός ή όχι. Κι αυτό που έχει να πει ο Καμύ πείθοντάς μας παράλληλα δεν είναι αμελητέο.» Θα γράψει στον ίδιο: «Αυτό που έχει σημασία είναι πως και με τα δύο βιβλία (τον Ξένο και τον Μύθο του Σίσυφου) συγκαταλέγεστε μεταξύ των συγγραφέων που υπάρχουν, έχουν φωνή και σύντομα θα έχουν αναγνώστες και παρουσία. Δεν είναι και τόσο πολλοί… Κάνετε ένα είδος ηθικής αλληγορίας για το παράλογο. Δεν έχετε παρά να ασχοληθείτε και με την ψυχολογία».

Με τον Ξένο ο Καμύ αναμφισβήτητα σφράγισε την πορεία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας υιοθετώντας μιαν ιδιαίτερη και παράδοξη για τους περισσότερους αφηγηματική οπτική. Με την πρωτοτυπία και τον ριζοσπαστισμό της σκέψης του καθόρισε την εξέλιξη του ευρωπαϊκού στοχασμού, θέτοντας με έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο τον αυτοκαθορισμό του Εγώ μέσα από τον Άλλον, την έννοια και τις διαστάσεις της εξέγερσης.

Ως εκ τούτου οι ελάχιστα ήρωες του Καμύ διεκδικούν στο όνομα όλων μας, αλλά για τον καθένα χωριστά, αυτό που δεν κατάφεραν οι συλλογικότητες μέχρι στιγμής να επιτύχουν: τον σεβασμό στο μοναδικό πρόσωπο, την ατομική ιδιοσυγκρασία, το δικαίωμα να αισθάνεται, να σκέπτεται και να δρα κανείς με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, σε μια κοινωνία που θα αποδέχεται το διαφορετικό όχι ως δικαίωμα, αλλά ως αναγκαστικό, ως μόνο τρόπο ολοκλήρωσης του Εαυτού. Η ανάγνωση του Ξένου, με όποιον τρόπο εν τέλει κι αν γίνει, αποτελεί μια σπουδή στον ανθρώπινο ψυχισμό, μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία, αυτού του άλυτου αλγόριθμου της αναζήτησης της τελείωσης και της ευτυχίας.

`


[ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, «Ο Ξένος του Albert Camus, μια καταβύθιση στον κόσμο του αυτισμού», εκδ. .poema…, 2014 - Άννα Αφεντουλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία. Σε μεταπτυχιακό επίπεδο ασχολήθηκε με την ποίηση του Α. Εμπειρίκου και τη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία. Ζει στην Πρέβεζα και εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η ποιητική της συλλογή Ελλείπον Σημείο (2010) ήταν στη μικρή λίστα υποψήφιων βιβλίων για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περ. «διαβάζω». Συμμετείχε στην ανθολογία διηγήματος Θεσσαλονίκη 2012 (Ιανός) καθώς και στην ανθολογία The Red Thread, Contemporary tales from Athens to Essex (AutoPrint, Essex 2013). Πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι η ποιητική συλλογή Ιστορίες εικονικής ισορροπίας(Εκδόσεις Γαβριηλίδης) ]