Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Η ΦΛΟΓΑ ΕΧΕΙ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΦΛΟΓΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΣΤΑΧΤΗ ΤΗΣ:

«Έσβησα κατόπιν. Έσβησα πάει να πει ότι υπήρξα φλόγα, ότι συμπεριφέρθηκα σαν φλόγα, ότι φωτίστηκα και φώτισα, ότι έκαψα και κάηκα μαζί. Σημαίνει ότι ερωτεύτηκα εκείνον που δεν έπρεπε να ερωτευτώ. Η φλόγα έχει τη δική της μνήμη. Και η μνήμη της φλόγας είναι η στάχτη της. Όπως και τούτη δω η στάχτη, μπρος μου, απομεινάρι από τη χθεσινή φωτιά που ζέσταινε τον έρωτα με τον Θησέα. Με ένα ξερόκλαδο από αλμυρίκι τη σκαλίζω. Όχι πως θέλω να ξαναφουντώσει τώρα που μεσουρανεί ο ήλιος, μα επειδή η στάχτη είναι η μνήμη της φλόγας. Το χέρι μου πίσω από τούτο το κλαδί γράφει κύκλους αραιώνοντας τη στάχτη. Ζωγραφίζοντας έναν τεφρό ερωτικό λαβύρινθο. Πώς με κυκλώνει τούτη η λέξη, πιο επίμονα από τη σκιά του σκοτωμένου δίπλα στον φονιά του. Πιο παράξενα και από τον τρόπο που έρχεται και με κοιτάζει ο σφαγμένος αδελφός» Μονόλογος της Αριάδνης, όπως τον επινόησε η Ρέα Γαλανάκη στη νουβέλα της «Εγώ, η Αριάδνη», στο βιβλίο ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΔΥΟ ΘΕΕΣ, εκδόσεις Καστανιώτη 2017. Το ερωτικό πάθος της Αριάδνης για το ξένο και εχθρό στη μινωική Κνωσό εξιστορεί με το μοναδικό δικό της τρόπο η συγγραφέας. Η αφήγηση διαφέρει από το μύθο που μας παρέδωσε η ελληνική αρχαιότητα. Όχι μόνον επειδή παίρνει το λόγο μια γυναίκα, αλλά κι επειδή δίπλα στην ερωτευμένη κόρη αναδύεται το κύρος μιας πριγκίπισσας, ιέρειας και θεάς. Ωσάν να έπρεπε να κάνουν τα πράγματα τον μοιραίο, τον τελετουργικό κύκλο, ακόμη και σ’ έναν κόσμο που έφθινε καθώς αναδυόταν ο καινούργιος. Τι μπορεί όμως να κρύβει ο μύθος της δραματικής ερωτικής ιστορίας μιας μινωικής πριγκίπισσας, δήθεν «αθώας» κοπέλας, που έκλαιγε και έκλαιγε επειδή την εγκατέλειψε άσπλαχνα σε τόπο άγνωστο, μετά το πρώτο βράδυ, ο εραστής της, αυτός ο ξένος κι εχθρός, ενώ αυτή τον είχε βοηθήσει να νικήσει και να ζήσει σκοτώνοντας τον θηριώδη αδελφό της;  Δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον κατά Ρέα Γαλανάκη  μονόλογο της Αριάδνης που δίνει μια άλλη διάσταση στο μύθο φωτίζοντάς τον κι απ’ την οπτική γωνία της νικημένης Γυναίκας -   με ΚΛΙΚστο κολάζ ART by Herbert von Reyl Hanisch Ariadni



ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΩΡΑΙΟ ΞΕΝΟ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ
Τέτοιους λαβυρινθώδεις κύκλους έκανε, θυμάμαι, και ο τελετουργικός χορός, που τον χορέψαμε όλοι μαζί οι νέοι της Κνωσού και της Αθήνας, στο χοροστάσι της μεγάλης αλαβάστρινης αυλής μπροστά σε πλήθος κόσμου, αυλικών και μη. Το «χοροστάσι της Αριάδνης», το μέρος του τελετουργικού χορού, ήταν το πρώτο έργο του Δαίδαλου, του Μεγαλοφυούς και δόλιου αρχιτέκτονα. Την ίδια ιδέα, ενός κύκλου ατέρμονος στον χορό, επανέλαβε κι αργότερα, όταν του ανατέθηκε να κτίσει τον μέγιστο λαβύρινθο –ποιος ξέρει εάν επανέλαβε το μοτίβο του κύκλου και στο εσωτερικό της ξύλινης εκείνης αγελάδας που φιλοξένησε τη μάνα μου όσο τη βάτευε ο ταύρος, καθώς αυτή η ιδέα του είχε γίνει εμμονή. Με άλλα λόγια, ο χορός μας ανακαλούσε τον μέγιστο λαβύρινθο, όπου είχε κλειστεί, αναίτια, ο τερατώδης αδελφός μου.

Εκεί λοιπόν, στους κύκλους ενός χορού που είχε γεννήσει την ιδέα του λαβύρινθου, εκεί μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω στον ωραίο ξένο, τον προορισμένο να νικήσει ή να σκοτωθεί. Βρεθήκαμε αρκετές φορές ο ένας απέναντι στον άλλο, ακολουθώντας του χορού τους επινοημένους κύκλους. Θα σε σώσω, αλλά θα με πάρεις φεύγοντας γυναίκα σου, μαζί σου. Έγνεψε χωρίς δισταγμό πως συμφωνούσε, ήξερε ότι δεν είχε άλλη λύση. Άνοιξαν σε κάτι σαν χαμόγελο τα χείλια, άστραψαν τ’ άσπρα του δόντια.

Εγώ νόμιζα πως ο Θησέας συγκατένευσε με τόση ευκολία επειδή υπέκυψε στην ομορφιά μου, στη βασιλική καταγωγή μου, στο γεγονός ακόμη ότι θα λατρευόμουν στο εξής ως η πάναγνη θεά, η Αριάγνη, σ’ αυτή την πλούσια και μεγάλη νήσο. Σίγουρα θα είχε φροντίσει να τα πληροφορηθεί όλα αυτά, αφού αποδείχθηκε άνθρωπος που αντιλαμβάνεται αμέσως, και βαθιά, τις καταστάσεις, προκειμένου να τις εκμεταλλευτεί. Προκειμένου να νικήσει.

Και γιατί να μη συμφωνήσει; Το καταλαβαίνω τώρα. Εκείνος κόμιζε στον παλιό μας κόσμο το ισχυρό καινούριο Δωδεκάθεο και τη νέα τάξη των πραγμάτων, εκείνος θ’ άλλαζε τις παλιές ισορροπίες σε στεριά και θάλασσα εγκαθιστώντας νέες: θα σκότωνε το βασιλιά πατέρα του με τη, δήθεν αθώα, παράλειψη να αλλάξει τα πανιά του καραβιού του από μαύρα σε άσπρα κατά την επιστροφή του στην Αθήνα, θα έπαιρνε το θρόνο, θα ταυτιζόταν με την πόλη του, θα κυριαρχούσε στη γη του, ενώ οι δώδεκα θεοί, οι δικοί του δηλαδή θεοί, κάποτε θα τον καλοδέχονταν στα ουράνια, τοποθετώντας τον στην τάξη των ηρώων.

Το πιο σπουδαίο, εκείνος ήταν που θα εξιστορούσε όλα αυτά τα γεγονότα με το καινούριο του ελληνικό αλφάβητο. Η εξιστόρησή του δεν θα χαριζόταν στον εχθρό του, τον θαλασσοκράτορα πατέρα μου, ούτε και σε μένα βέβαια, τη για μια νύχτα αγαπητικιά του. Εκείνος θα έγραφε για όλα αυτά με τέτοιο τρόπο, που θα γινόταν ανά τους αιώνες πιστευτός. Επειδή θα είχε νικήσει.

Κατάλαβα, καθώς τον ξαναπλησίασα στον επόμενο κύκλο του χορού, ότι εκείνος όριζε πλέον το παιχνίδι αναμεταξύ μας. Το καταλάβαινε κι ο ίδιος πως με είχε κατακτήσει, μολονότι βρισκόταν περίπου σαν αιχμάλωτος μπροστά μου, γιος ενός βασιλιά υποτελούς, αναγκασμένου για Τρίτη, λέγανε, φορά να στείλει τον φόρο αίματος στον πατέρα μου, τον Μίνωα. περίπου σαν αιχμάλωτος, και με μηδενική προοπτική να επιζήσει, τη στιγμή που απέναντί του εγώ ορθωνόμουν βασιλοπούλα, ιέρεια πια, μέσα στο κραταιό κι ευφρόσυνο βασίλειο μου.

Είχε, μου πέταξε σ’ άλλη στροφή, μακρινές ρίζες από τον Ποσειδώνα και την Αμφιτρίτη. Μπορεί να είχε σκεφτεί ότι εγώ, η απόγονος του Δία, πιο εύκολα θα του δινόμουν αν είχε κι εκείνος μια κάποια θεϊκή καταγωγή, αλλά κι ότι πιο εξασφαλισμένη θα ήταν έτσι η βοήθεια μου. Δεν ενδιαφέρθηκα να τον ρωτήσω περισσότερα. Κι όταν σε μιαν επόμενη στροφή ξανασυναντηθήκαμε, με ρώτησε επιτακτικά τι έπρεπε να κάνει:  Θα σου πω και θα σου δώσω εγώ και θα σου δώσω όσα χρειάζεσαι. Γερό νήμα να το ξετυλίξεις για να μη χαθείς, ένα χρυσό στεφάνι να σου φέγγει μέσα στα σκοτάδια. Φτάνει να με πάρεις φεύγοντας γυναίκα σου, μαζί σου.

«Σε θέλω» ήταν η μόνη λέξη που ήθελα να του πω, αλλά την έντυσα μέσα σε άλλες λέξεις, για να μην του φανώ ολότελα γυμνή.

ΣΙΓΟΥΡΑ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΞΕΘΥΜΑΙΝΕΙ ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΡΑ:
Όσο για τον εραστή Θησέα, αυτός στάθηκε τραχύς μαζί μου. Αλλιώς είχα ονειρευτεί στο χοροστάσι το πρώτο μας σμίξιμο. Βιαζόταν ο Θησέας, πάντα βιάζονται οι νικητές, περισσότερο οι δήθεν σε όλα νικητές. Κι εγώ εκπροσωπούσα τον εχθρικό σ’ εκείνον παλιό κόσμο, που είχε επιβάλει φόρο αίματος στην πατρίδα του Αθήνα, εκπροσωπούσα και τους δύοντες θεούς της Κρήτης, ακόμη και μια κοινωνία όπου οι γυναίκες στέκονταν πιο σεβαστές, πιο ιερές, πιο ελεύθερες απ’ ό,τι στα διά του μέρη. Πάνω απ’ όλα ήξερε πως η νίκη δεν οφείλονταν μόνο στη γενναιότητά του.

Μπορεί και να σκεφτόταν ότι μέσα στο καράβι τον περίμενε, καλά κρυμμένο, το εράσμιο φως της αδελφής μου.

Το πιθανότερο είναι ότι δεν του άρεσα και γι’ αυτό βιάστηκε να διεκπεραιώσει την υποχρέωσή του προς εκείνη που τον είχε βοηθήσει, τη σχεδόν διαταραγμένη από τον πόθο. Εκείνη που δεν θα μπορούσε πια να ζήσει στο βασίλειο της, αφού θα μαθευόταν γρήγορα ότι βοήθησε τον νικητή και δολοφόνο του αδελφού της, πρόδωσε τα μυστικά της οικογένειας για τον μέγιστο λαβύρινθο, μυστικά που λίγο πολύ εξασφάλιζαν την κληρονομική μας βασιλεία.

Μετά τον έρωτά μας δεν είμαι ακριβώς εκείνη που ήμουν, είτε ως πάναγνη θεά της Κρήτης Αριάγνη, είτε σαν μια απλή κοπέλα ερωτευμένη. Είχα μυηθεί, είχα ενηλικιωθεί, έγινα γυναίκα. Ο Θησέας βέβαια θα διακηρύξει, και θα τον ακούσουν όλοι οι κατοπινοί αιώνες, όλοι οι μελλοντικοί θεοί και άνθρωποι, πως ήμουν μια γυναίκα σκοτεινή, περήφανη, που ναι μεν τον βοήθησα, ωστόσο πρόδωσα τον τόπο μου και έπρεπε, ίσως, να τιμωρηθώ γι’ αυτό. Ακόμη και των πιο προσωπικών στιγμών μου η ιστορία θα γραφτεί από τον νικητή, που θα φροντίσει βέβαια να αφαιρέσει από την αφήγησή του το αγκάθι της δικής του ατιμίας. Μοιάζει σαν να ορίζει με το ξίφος του ο νικητής μια νέα γλώσσα, αλλάζοντας το νόημα όσων λέξεων επιθυμεί, λόγου χάριν έρωτας, ατιμία, ενοχή, εξουσία, προδοσία. Του Θησέα τα ελληνικά θα επιζήσουν, οι δικές μου κρυπτικές πανάρχαιες γραφές μάλλον θα χαθούν.

Μιλώ, λοιπόν, στη θάλασσα, κι ας μην ακουστούν οι πανάρχαιες, οι σιβυλλικές μου λέξεις ποτέ κι από κανέναν. Μιλώ και λέω ότι ο Θησέας σφάλλει αν με νομίζει νικημένη, εμένα, την Αριάδνη. Σ’ αυτή την ακτή εγκατέλειψε μια νεαρή κοπέλα ερωτευμένη.

Υπήρξα κι έτσι. Όχι όμως μόνον έτσι.

Από τα παιδικά μου χρόνια φαίνεται πως έχει ξεκινήσει το ενδιαφέρον μου για την «Αριάδνη», καθώς γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ηράκλειο της Κρήτης. Λίγα χιλιόμετρα έξω από το Ηράκλειο είναι τα ερείπια της Κνωσού, όπου πηγαίναμε με κάθε ευκαιρία εκδρομή με το σχολείο, με τους γονείς, βόλτες με τους φίλους!.. Η επίσκεψη, όμως, στο Αρχαιολογικό Μουσείο, που βρισκόταν στην άκρη της τότε πόλης, ήταν πιο σημαντική, αφού εκεί μπορούσε να πάει κανείς και μόνος του. Κι εκεί με περίμεναν να τους επισκεφτώ η «Παριζιάνα», ο πρίγκιπας με τα φτερά και τα κρίνα, δυνατοί όμορφοι ταύροι, πέρδικες μέσα στις φτέρες κι άλλα πανέμορφα περίεργα. Ο πάνω όροφος με τις ζωγραφιές του μινωικού πολιτισμού ήταν για μένα μια μυσταγωγία, ένα σύμπαν ονείρων κι επιθυμιών. Το παραμύθι της Κνωσού, οι πρωταγωνιστές και το σκηνικό το ίδιο, χάριζαν στην παιδική ζωή μου μια παράλληλη διάσταση… Εκεί, στον πάνω όροφο του παλιού Μουσείου, έβλεπα τις εξαίσιες ζωγραφιές γυναικών αγέρωχων, ιερατικών, κυρίαρχων, ερωτικών, με παράστημα και κίνηση, πανέμορφων ακόμη και με σύγχρονα κριτήρια. Έτσι φανταζόμουν και την Αριάδνη στο πιο προσιτό για μας, τα παιδιά, παραμύθι, καθώς η «μάνα» και «γιαγιά» της, η Πασιφάη και η Ευρώπη, δεν απέκτησαν ποτέ για μας τέτοιο  αγέρωχο ύφος, ούτε καν πρόσωπο –ωσάν αποσιωπημένες κι ανεικόνιστες από τα «ανεπίτρεπτα» ερωτικά τους πάθη… Η Αριάδνη ήταν, λοιπόν, για μας η πιο «κανονική» κι ίσως γι’ αυτό η πιο αγαπητή. Αρκετά κορίτσια βαφτιζόμασταν στο Ηράκλειο με το όνομά της… Ωριμάζοντας, που πάει να πει με τα συμβάντα της ζωής και με όπλο τα διαβάσματα, άρχισα να γίνομαι καχύποπτη με τους μύθους. Άλλα μας έδειχναν κι άλλα μας έκρυβαν, άλλα μας έλεγαν κι άλλα εννοούσαν, μπορεί και να μας ειρωνεύονταν, ενώ μας καταμάγευαν. Έγινα καχύποπτη και με τη δραματική ερωτική ιστορία της Αριάδνης και του Θησέα, που είναι, βέβαια, ένας μύθος της ελληνικής αρχαιότητας. Ως μύθος  δεν έχει ορισμένο χρόνο, ούτε απόδειξη, συνδέεται όμως με τόπο και με κοινωνίες. Ωστόσο, για τους ανθρώπους της εποχής που δημιουργεί ένα μύθο και τον εντάσσει μέσα στο επεξεργασμένο μυθικό της σύμπαν, κάθε μύθος θα πρέπει να σημαίνει πολλά και σημαντικά –αλλιώς δεν θα είχε νόημα η δημιουργία του: για παράδειγμα μια θεογονία, μια αφήγηση καταγωγής, ένα υψηλό παράδειγμα ορίων και παραβάσεων, μια μεταφορά για τις κοινωνικές αλλαγές, μια εξήγηση για τα φαινόμενα της γης και του ουρανού ή, αντίθετα, για τα ανομολόγητα που κρύβει η ανθρώπινη ψυχή, και άλλα. Για να αφήσει λες σε μας, τους ανυποψίαστους κληρονόμους, κάθε μύθος –εκτός από την ασύγκριτη γοητεία του- την ψευδαίσθηση μιας δυνατότητας παρέμβασης, το μικρό δικαίωμα μιας κάποιας ερμηνείας του… (αποσπάσματα από το Επίμετρο  του βιβλίου ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΔΥΟ ΘΕΕΣ, Εκδόσεις Καστανιώτη 2017)

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΔΙ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (αλλά μήπως και ξέρω πόση είναι η αλήθεια που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών;):

Πώς ξάφνου μίκρυνες έτσι, Ιωάννη, και μου έγινες δέκα χρονών αγόρι; Φοβάσαι ακόμη τούτον εδώ τον άγριο άνεμο; Σκέψου ότι, σαν μεγαλώσεις, θα τον βάλεις πίσω από τις ωραίες σου ζωγραφιές να φυσά και να φουσκώνει κύματα βουνά, να μαστιγώνει άλογα συννέφων.  Μπλάβη η φουρτούνα κάτω, κι από πάνω καθρέφτης ο ουράνιος θυμός. Άσπρο κουρέλι ένα πανί, το καραβάκι επιστρέφει στο λιμάνι. Ο παππούς σου, ο Γιάννης Μπούμπουρας στέκεται στο τιμόνι. Το καραβάκι θα σωθεί. Μα ποτέ δεν θέλησε ο καπετάνιος να εικονιστεί η μορφή του σε καράβι, αφού δια βίου κράτησε το δέος ενός αγράμματου ανθρώπου μπροστά στη σπουδαγμένη τέχνη της ζωγραφικής. Μάνα κι αγαπημένος γιος, ωστόσο, γνωρίζουμε τα πνεύματα που ενοικούν στους πίνακές μας. Αόρατος ο Γιάννης Μπούκουρας σώζει τα ζωγραφιστά σου πλοία από τη συντριβή. Και κάπου-κάπου, όταν στρώνει ο καιρός, ο Γιάννης Μπούκουρας βγαίνει από τα πλοία κι έρχεται δίπλα στο χεράκι σου, Ιωάννη, που συνέχεια ζωγραφίζει. Τότε ο παππούς σου εξηγεί και σ’ ερμηνεύει πώς έπεφτε άλλοτε το φως πάνω σ’ αυτή τη θάλασσα, πώς να ζωγραφίσεις τις ναυμαχίες όπου έλαβε κι εκείνος μέρος, πώς ήτανε του Γιβραλτάρ οι βράχοι κλείνοντας τη μια θάλασσα κι ανοίγοντας την άλλη, πώς έσμιγε ομορφιά και θάνατος σε κάθε γάμο της θαλάσσης με τους ναύτες της. Σου λέει ακόμη πως της θάλασσας το σώμα έχει το δικό του μετρημένο χρόνο και την αμέτρητη δική του αθανασία. Πνίγει τον αγαπητικό, ναύτη ή ζωγράφο, που δεν το εννοεί. Αυτά τα δυο ανέκαθεν της θάλασσας, αθανασία και μετρημένος χρόνος, έπρεπε να μπουν στις ζωγραφιές σου, όχι μονάχα όπως τα έζησε εκείνος, μα και όπως τα είχε παραλάβει από τους γεροντότερους. Αλλιώς οι ζωγραφιές σου δεν θα γίνονταν καλές (κι άλλα αποσπάσματα από το Η κεφάλαιο του μυθιστορήματος της Ρέας Γαλανάκη Ελένη ή ο Κανένας, εκδόσεις Άγρα 1998 και Καστανιώτη 2004 – ART by vladimir kush paintings)



ΤΟΤΕ ΦΥΣΗΞΕ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ, ΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΥΛΙΞΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ (αποσπάσματα από το Η κεφάλαιο του μυθιστορήματος της Ρέας Γαλανάκη Ελένη ή ο Κανένας)
Παιδιά ακούσαμε τα ίδια παραμύθια από τον καπετάνιο, γιε μου, παρόλο που κυλίσανε δεκαετίες από όταν τα ’λεγε σε μένα και μετά σε σένα. Τούτο δεν στάθηκε αρκετό να διώξει το κακό από το διάβα και των δυο μας. Άραγες να φταίει που εγώ ποτές μου δεν υπήρξα παλικάρι αληθινό; Αλλά και μήπως ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών; Πάντως θυμάμαι, απορροφημένη κάποτε από την εικόνα σου καθώς στεκόσουν και ζωγράφιζες θάλασσες και πλοία –τότε, όμως, θα ήσουν μεγάλος πια και θα είχες επιστρέψει σ’ αυτό το μικρό νησί από τις σπουδές σου στην Καλλιτεχνική Ακαδημία της Κοπεγχάγης – σκέφτηκα μήπως ο γιος μου, εσύ, ήσουνα το ακέραιο σύμπαν της λειψής εκείνης μίμησης, που είχα αποτολμήσει όντας νεαρή. Σε ζήλεψα. Και δεν το λέω μόνον επειδή εγώ, όποια και να φορούσα ρούχα, ίσως ποτέ δεν είχα το ταλέντο και την ομορφιά σου, όσο γιατί άθελά σου, με την πληρότητα που απέπνεες, μου έδειξες ένα δύσκολο κομμάτι της ζωής μου μισό, ιερόσυλο, αν όχι και γελοίο. Την ίδια ώρα όμως σε καμάρωνα, σαν από μόνη μου να σ’ είχα γεννήσει, αφού είχα ζήσει και ως γυναίκα και ως άνδρας. Αντιστεκόμουν, φαίνεται, με αυτό το σόφισμα στην ιδέα του ανέμου που με τυραννούσε.

Μα και τι γνώριζαν οι παιδικές σου ζωγραφιές απ’ του Σαβέριο τον άνεμο; Τίποτε. Αφού ούτε κι εσύ, ο γιος του δεν τον γνώριζες, δεν τον θυμόσουν καν. Κι ίσως γι’ αυτό φοβόσουν ως παιδί πολύ τους άγριους ανέμους.
Ο φόβος του παιδιού είναι κλειδί για παραμύθι. Εκείνο που σου άρεσε θα ξαναπώ απόψε, για να σε παρηγορήσω. Για μια κοπέλα –Ελληνίδα ήταν- όπου ντύθηκε σαν παλικάρι για να περιπλανηθεί στον κίνδυνο και να γνωρίσει την αλήθεια. Το πρώτο αληθινό ήταν που έμαθε καλά μια τέχνη. Το δεύτερο ήταν που αγάπησε έναν άνδρα, έναν ζωγράφο, αλλά δεν κάτεχε ούτε πώς να του το πει ούτε πώς να τον κάνει να την αγαπήσει. Φρόντισε λοιπόν και γίναν φίλοι, αυτή πάντοτε ντυμένη σαν παλικαράκι. Μαζί τριγύρναγαν σε λόφους στρογγυλούς με ελιές και κυπαρίσσια στην Τοσκάνη, μαζί μπαίναν στις εκκλησιές της Ιταλίας για να προσκυνήσουν και να σχεδιάσουν τους αγίους, μαζί ζωγράφιζαν τα ίδια γυμνά μοντέλα στο εργαστήριο του ζωγράφου, μαζί ξεκίναγαν από νωρίς τις συζητήσεις με άλλους καλλιτέχνες σε ωραία καφενεία για να τις τελειώσουν κάτω απ’ το φεγγάρι στα παλιά γεφύρια του Άρνου, μαζί διαβάζανε μυθιστορήματα και στίχους και καθημερινές εφημερίδες. Ώσπου μια μέρα έγινε γιορτή μεγάλη. Πήγανε στη γιορτή οι δυο τους, πήγανε και πολλοί άλλοι για την αγάπη Ελλάδας κι Ιταλίας, γιατί είχανε κοινά σημεία οι δυο χώρες τότε. Φάγανε, ήπιανε κι ήρθε η ώρα για να τραγουδήσουν. Μια άγνωστη κοπέλα σηκώθηκε και είπε ένα ελληνικό τραγούδι. Τότε η Ελληνίδα, η ντυμένη παλικάρι, έχασε τα λογικά της, γιατί αυτό ακριβώς ήταν το αγαπημένο της τραγούδι, και για χρόνια δεν το είχε ακούσει. Έλεγε εκείνο το τραγούδι «Σαν τη σπίθα κρυμμένη στη στάχτη, εκρυβόταν για μας λευτεριά. Ήρθε η μέρα, πετιέται, ανάφτει, εξανοίχτη σε κάθε μεριά». Ο κόσμος γύρισε τ’ επάνω κάτω, καθώς η Ελληνίδα η ντυμένη παλικάρι, σπάραζε για τη μακρινή πατρίδα της. Και για όσα, βάζοντας τα αντρίκεια ρούχα, είχε από την καρδιά της ξεριζώσει., για να πετύχει το σκοπό της, να βρει την αλήθεια. Όρμησε, αγκάλιασε και φίλησε την άγνωστη κοπέλα, που είχε τραγουδήσει το αγαπημένο της τραγούδι.

Κόντεψε τότε να γενεί καβγάς. Πώς ένας ξένος άντρας τόλμησε, λέγανε στην παρέα της άλλης κοπέλας, πώς έλαβε δικαίωμα να φιλήσει την άγνωστή του κόρη; Χρηστήκανε στα δυο τα έθνη και οι φίλοι, δώθε Ρωμιοί, κείθε Ιταλιάνοι. Και η Ελληνίδα, η ντυμένη παλικάρι, κατάλαβε πως τώρα είχε φτάσει πια η ώρα της τρίτης αλήθειας, εκείνης που στα παραμύθια είναι πάντα η αποφασιστική. Αυτή ορίζει πλέον, είτε χτίζοντας το βίο είτε ρίχνοντάς τον. Καμιά φορά ορίζει να συμπορεύονται σ’ άγνωστο δρόμο και τα δυο μαζί, γιατί –μπορεί να είσαι μικρός, μάθε το όμως από τώρα Ιωάννη – τίποτα στη ζωή δεν είναι πάντα μόνο ένα. Ως και σ’ αυτό το κεφάλι που χαϊδεύω, το χέρι μου αγγίζει του Σαβέριο το χέρι, κι ας μην τον έχω ξαναδεί για τόσα χρόνια.

Η τρίτη, η αποφασιστική αλήθεια ήταν του ανέμου. Η Ελληνίδα, η ντυμένη παλικάρι, ανέβηκε σε μια καρέκλα –στην αρχή φοβήθηκε, πρέπει να σου πω – και ζήτησε να γίνει ησυχία. Σοβαρή, συγκινημένη είπε δυνατά για να την ακούσουν όλοι οι άνθρωποι της γης, ως και οι κάτω από τη γη ακόμη, ότι ο άνδρας που έβλεπαν μπροστά τους, που μερικοί τον γνώριζαν από καιρό, δεν ήταν άνδρας μα γυναίκα. Ότι βρέθηκε αναγκασμένη να ντυθεί με τέτοια ρούχα για να μπορεί να τριγυρίσει και να αναζητήσει την αλήθεια. Είχε πιστέψει σ’ άλλα παραμύθια, που έλεγαν πως όταν ένα παλικάρι βγει σ’ αυτό το φιλοκίνδυνο ταξίδι, στο τέλος βρίσκει την αλήθεια: παντρεύεται με την καλή του, γίνεται βασιλιάς, κάνει παιδιά και ζει ευτυχισμένο. Ήτανε όμως απαγορευμένο στις γυναίκες να βγουν σ’ αυτή την περιπλάνηση. Ποιος ξέρει αν, με το αλλιώτικο μυαλό τους, δεν ανακάλυπταν στο τέλος πως η ποθητή αλήθεια δεν έχει μόνο μία όψη μα πολλές; Μαγεία, αμαρτία, τρέλα, ανατροπή αντί του γάμου, της εξουσίας, της συνέχειας, της ευτυχίας – ιδού το αποτέλεσμα, που θα μπορούσε να ’χει η περιπλάνηση γυναίκας. Η Ελληνίδα όμως εκείνη, σαν Αρβανίτισσα ήταν πεισματάρα, είχε τον τρόπο και πολλά πνευματικά εφόδια, ντύθηκε άνδρας και ξεκίνησε να μάθει. Είπε τελειώνοντας την αποκάλυψή της ότι ακόμη μάθαινε, αφού το ταξίδι της δεν είχε ακόμη τελειώσει. Μπορεί να τέλειωνε σε τούτο το σημείο. Και τώρα, που όλοι γνώριζαν, μπορούσαν να την τιμωρήσουν ή να την αγαπήσουν.
Ελένη ήταν το όνομά της.

Αμέσως την αγάπησε ο ζωγράφος, που κι εκείνη αγαπούσε. Η αγάπη του στάθηκε μαζί και τιμωρία, όπως είναι καμιά φορά η αγάπη των ανδρών. Αυτό δεν εφαινόταν από την αρχή, όταν ο άνεμός του την εσήκωσε σε δυνατή και τρυφερή αγκάλη, και την ταξίδεψε για λίγο στους εφτά ουρανούς. Εκεί γεννήθηκαν και οι δυο μου άγγελοι – εσύ, Ιωάννη, που αποκοιμήθηκες πάνω στο παραμύθι και η αδελφή σου η Σοφία. Κι έπειτα ο τρίτος, ο Αλέξανδρος, που κάπου σε μια ξένη γη θα ζει ακόμη. Αν ζει, γιατί έχει χρόνια να μου στείλει γράμμα.
Χτύπησε πάλι πάνω το παντζούρι – ίσως λάβω γράμμα. Είναι αργά. Πάρε, πατέρα, εσύ στην αγκαλιά σου τον κοιμισμένο Ιωάννη, για να τοβ βάλεις να πλαγιάσει. Έτσι έκανες κάθε βράδυ και στο σπίτι μας στην Πλάκα, όταν μεγάλωναν εκεί ο Ιωάννης και η Σοφία. Σε βλέπω, εσύ θέλεις να πιστεύεις πιο πολύ και από μικρό παιδί στα παραμύθια μου. Τα διηγιέμαι και για σένα, για να γαλουχήσω τα γεράματά σου. Μα και για μένα. Ας επιτρέπουμε σε τέτοια παραμύθια να μας παρηγορούνε και να μας διαπλάθουν.
Αύριο, μην ξεχάσεις, στερέωσε, αν μπορείς, εκείνο το παντζούρι. Ρήμαξε αυτό το σπίτι, που έχτισες σαν αποθήκη κι όπου χρόνια και χρόνια ζω κλεισμένη. Η Λασκαρίνα δεν τα καταφέρνει πια.
Αύριο, μόλις ξημερώσει ένα άλλο χθες.

ΕΛΕΝΗ ή ο ΚΑΝΕΝΑΣ: «τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνο τον καιρό»
 «Εκείνο το ανόητο κορίτσι, που ντύθηκε άνδρας για να πάει στην Ιταλία να παντρευτεί. Πιο μακριά από τα γεράματα δεν θα μπορούσε να βρεθεί. Από το ατελείωτο παρόν τους, που άλλο δεν κάνει από το ανασυντάσσει όλες τις γυναίκες κι όλους τους άνδρες μιας ζωής, ό,τι υπήρξε και ό,τι δίπλα του έμοιαζε να υπάρχει, για να τραβήξει στο άδηλο τότε μέλλον του. Ένα κορίτσι που έπαιζε τον άνδρα, αλλά μόλις ντύθηκε στα φράγκικα έκοψε το χέρι, καθώς μάζευε τα κομματάκια του καθρέπτη από το χώμα. Γρουσουζιά και αίμα. Γιατί αμέσως δεν σταμάτησα; Γιατί δεν ξαναφόρεσα τα μακριά φορέματα για να ξαναγυρίσω στ’ αρβανίτικα και στα ελληνικά μου; Κι ας έδεσε το χέρι μου με καθαρό μαντίλι, ας με παρηγορούσε αυτός που με συνόδευε –ευχαριστώ πατέρα. Καλωσόρισες κι απόψε, ντυμένος στα νησιώτικά σου όπως τότε, που με συνόδευες για να με παραδώσεις νύφη σε άλλον άνδρα. Τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνον τον καιρό. Κυριολεκτικά ένας Κανένας.… Αλλά μήπως και ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών;»
 Στα νιάτα της η Σπετσιώτισσα Eλένη Mπούκουρα ντύθηκε άντρας για να μπορέσει να σπουδάσει ζωγραφική στην Iταλία, παντρεύτηκε τον ζωγράφο Σαβέριο Aλταμούρα, γέννησε τα παιδιά της (ανάμεσά τους και τον θαλασσογράφο Iωάννη Aλταμούρα), επέστρεψε εγκαταλειμμένη από τον άντρα της στην Aθήνα και εργάστηκε ως ζωγράφος. Στα γεράματά της έζησε δυο δεκαετίες μόνη και έγκλειστη στο παραθαλάσσιο σπίτι των Σπετσών, παροπλισμένη πια ζωγράφος και χαροκαμένη μάνα, τριγυρισμένη από ψιθύρους για άσκηση μαγείας και για τρέλα. Δραματική, προκλητική, με πολλές ανατροπές και αντιφάσεις κύλησε η ζωή της πρώτης Eλληνίδας ζωγράφου, για την οποία δεν διαθέτουμε ακόμη όλα τα κλειδιά. Το μυθιστόρημα Eλένη ή ο Kανένας προσπάθησε να προσεγγίσει τον βίο και τον μύθο αυτής της υπαρκτής, της πάντα επίκαιρης Eλένης, με τα δικά του αντικλείδια (αποσπάσματα από το ΣΤ κεφάλαιο του μυθιστορήματος Ελένη ή ο Κανένας της Ρέας Γαλανάκη, Εκδόσεις Άγρα με ΚΛΙΚ):

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ: (μια αξιόπιστη μέθοδος αναζήτησης απαντήσεων επί παντός του επιστητού):

Οι Χριστιανοί του παλιού καιρού συνήθιζαν, όταν δεν είχαν εύκαιρο τον πνευματικό τους, να ανοίγουν στην τύχη την «Αγία Γραφή», σε μια οποιαδήποτε σελίδα της, και να αναζητούν, στην πρώτη φράση στην οποία έπεφτε το μάτι τους, παρηγοριά και ανακούφιση, προστασία από τον πειρασμό ή, ίσως, απαντήσεις σε όποιο ερώτημα βασάνιζε τον νου τους. Και, ως εκ θαύματος, η παρηγοριά και οι απαντήσεις βρίσκονταν πάντα εκεί. Το παράξενο αυτό φαινόμενο, που εφαρμόζεται, εννοείται, και με οποιοδήποτε άλλο βιβλίο, ονομάζεται Άγγελος της Βιβλιοθήκης κι είναι αρκετά κοινό στους κύκλους των βιβλιόφιλων. Εγώ εδώ και πολλά χρόνια έχω τη συνήθεια κάθε πρωτοχρονιά, μετά τις εορταστικές εκδηλώσεις, να εμπιστεύομαι τον Άγγελο της Βιβλιοθήκης, ζητώντας του να μου υποδείξει τις απαντήσεις στα ερωτήματα που του θέτω σχετικά με τον νέο χρόνο – ακόμα κι αν καμιά φορά δεν έχω κανένα συγκεκριμένο ερώτημα να του θέσω. Το ίδιο κάνω και σε άλλες κρίσιμες ώρες της ζωής μου, όταν έχω δηλαδή ανάγκη από μια δεύτερη γνώμη, αλλά και σε στιγμές βαρεμάρας ή εκνευρισμού. Στις «Χυδαίες ορχιδέες», τη νέα συλλογή διηγημάτων της Έλενας Μαρούτσου, ο Άγγελος της Βιβλιοθήκης κάνει δύο φορές, αν θυμάμαι καλά, την εμφάνισή του. Η πρακτική εδώ ονομάζεται, με μεγαλύτερη σαφήνεια, βιβλιομαντεία και περιγράφεται ως εξής: «Όταν με απασχολεί κάτι», λέει μία από τις ηρωίδες του βιβλίου, «ανοίγω ένα οποιοδήποτε βιβλίο σε μια τυχαία σελίδα και με κλειστά τα μάτια βάζω το χέρι πάνω σε μια γραμμή. Εκεί βρίσκω την απάντηση». Αποφάσισα, ξεκινώντας να γράφω αυτό εδώ το κείμενο, να ζητήσω τη συνδρομή του Άγγελου της Βιβλιοθήκης χρησιμοποιώντας, βέβαια, τις «Χυδαίες ορχιδέες». Άνοιξα λοιπόν το βιβλίο τυχαία σε μια σελίδα -ήταν η σελίδα 111- και διάβασα την πρώτη φράση στην οποία έπεσε το μάτι μου: «Απώτερος στόχος μας», λέει ένας από τους ήρωες του βιβλίου, «ήταν να γράψουμε μόνοι μας το σενάριο του θεατρικού που θα ανεβάζαμε. Τους είχα αναθέσει μάλιστα να φέρουν διάφορα κείμενα που τους ενέπνεαν ώστε, βασισμένοι σε αυτά, να φτιάξουμε κάτι σαν κολάζ. Το θέμα των κειμένων είχαμε αποφασίσει να είναι οι οικογενειακές σχέσεις» [η μέθοδος, λοιπόν είναι απλή: ΚΛΙΚ σ’ ένα βιβλίο της φωτογραφίας και ο ΑΓΓΕΛΟΣ της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ θα βρει τις λέξεις-κλειδιά που πετυχαίνουν διάνα στον πηγαιμό τους για το «παγκάκι» με τις «Χυδαίες Ορχιδέες», τη συλλογή διηγημάτων της Έλενας Μαρούτσου - για τη συλλογή γράφει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος]


Νομίζω πως ο Άγγελος της βιβλιοθήκης πέτυχε διάνα, και αυτή τη φορά.
Τα κείμενα, καταρχάς, που εμπνέουν τους ήρωες του αποσπάσματος και θα τους βοηθήσουν να συνθέσουν το δικό τους έργο, η μέθοδος,  ύστερα, του κολάζ την οποία θα χρησιμοποιήσουν για να το ολοκληρώσουν και οι οικογενειακές σχέσεις, τέλος, που θα είναι το βασικό τους θέμα βρίσκονται, τηρουμένων των αναλογιών εννοείται, και στις «Χυδαίες ορχιδέες» της Έλενας Μαρούτσου. Ας τα δούμε ένα-ένα.

Όποιος διαβάζει τις κριτικές που δημοσιεύονται στις εφημερίδες και τα περιοδικά ξέρει πως όταν γίνεται λόγος για μια συλλογή διηγημάτων, η συζήτηση, αργά ή γρήγορα, αναπόφευκτα όμως απ’ ό,τι φαίνεται, φτάνει τελικά στην ικανότητα ή όχι του συγγραφέα να γράψει και μυθιστόρημα. Η Μαρούτσου το τεστ αυτό φαίνεται να το έχει περάσει με επιτυχία, καθώς στα τέσσερα βιβλία που είχε δημοσιεύσει μέχρι τις «Χυδαίες ορχιδέες» περιλαμβάνονται μεν δύο συλλογές διηγημάτων, το 1998 και το 2004, και μία νουβέλα, το 2010, αλλά και ένα βραβευμένο μυθιστόρημα, το 2008. Σε αυτό μάλιστα το τελευταίο, με τον οικείο τίτλο «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», η ηρωίδα που είναι συγγραφέας δέχεται τη μομφή πως ποτέ δεν θα μπορέσει να γράψει ένα μυθιστόρημα, αλλά είναι καταδικασμένη να ζει γράφοντας σκόρπιες, ασύνδετες ιστορίες – ένας φόβος που κατέτρεχε, ενδεχομένως, και τη Μαρούτσου, εκείνη την εποχή τουλάχιστον.

Συλλογή διηγημάτων είναι βέβαια και οι «Χυδαίες ορχιδέες». Τα έντεκα συνολικά διηγήματα που συγκροτούν τον τόμο μπορούν να χωριστούν σε δύο ομάδες ανάλογα με την έκτασή τους: έξι από αυτά είναι εκτενή, φτάνοντας ή και υπερβαίνοντας τις πενήντα σελίδες, έτσι που προσεγγίζουν το μέγεθος της νουβέλας και δίνουν στη συγγραφέα τη δυνατότητα να χτίσει έναν οιονεί μυθιστορηματικό κόσμο που προσφέρεται και για ανάλογη αργή και διεισδυτική ανάγνωση· ενώ τα υπόλοιπα πέντε είναι σύντομα, το μικρότερο από αυτά μόλις που ξεπερνάει τις δύο σελίδες, στοχεύοντας περισσότερο στην αστραπιαία εντύπωση κατά την ανάγνωση και στο στοιχείο της έκπληξης και της ανατροπής που συχνά εμφανίζεται στην τελευταία φράση του κειμένου.

Το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί, ωστόσο, το βιβλίο της Μαρούτσου από άλλες συλλογές διηγημάτων είναι ότι τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα διηγήματα που συγκροτούν τις «Χυδαίες ορχιδέες» συμπλέκονται μεταξύ τους με δύο τουλάχιστον τρόπους. Απ’ τη μία, πολλοί χαρακτήρες μεταφέρονται από τη μία ιστορία στην άλλη άλλοτε δίνοντάς μας μια διαφορετική οπτική των γεγονότων, μια άλλη διάσταση της αφηγημένης πραγματικότητας, και άλλοτε διηγούμενοι ένα άλλο επεισόδιο, συμμετέχοντας σε μια διαφορετική ιστορία, χρονικά προγενέστερη ή μεταγενέστερη της πρώτης, συμπληρωματική εκείνης ή όχι. Κι απ’ την άλλη, κοινή είναι σε όλα τα διηγήματα η θεματική μήτρα και η ιδεολογική, ας την πούμε έτσι, θεώρηση της συγγραφέως. Έτσι που, θα έλεγε κανείς, το σε άλλες περιπτώσεις ετερόκλητο αφηγηματικό υλικό των διηγημάτων, συνδέεται στις «Χυδαίες ορχιδέες» δημιουργώντας μια νέα σύνθεση, αν όχι κάτι σαν μυθιστόρημα, ίσως όμως «κάτι σαν κολάζ», όπως ήταν η διατύπωση που συναντήσαμε νωρίτερα με τη βοήθεια της βιβλιομαντείας.

Την αίσθηση του κολάζ ενισχύει και η διακειμενικότητα που προγραμματικά και ομολογημένα χαρακτηρίζει τη συλλογή. Όλα τα διηγήματα του βιβλίου συνομιλούν με ποικίλους τρόπους με γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι», τη «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ, τον «Έρωτα στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη, τον «Βασιλιά Ληρ», το δημοτικό τραγούδι «Του γιοφυριού της Άρτας», το μικρό πεζό του Κάφκα με τον τίτλο «Γέφυρα», το «Ένα δικό σου δωμάτιο» της Βιρτζίνια Γουλφ και άλλα ακόμη, τα περισσότερα από τα οποία με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο δηλώνονται από τη συγγραφέα.

Η διακειμενικότητα δεν είναι, εξάλλου, κάτι καινούριο για τη Μαρούτσου: στο μυθιστόρημά της «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας» κάθε κεφάλαιο βασίζεται σε έναν πίνακα, διαφορετικό κάθε φορά, του βέλγου υπερρεαλιστή ζωγράφου Ρενέ Μαγκρίτ, ενώ η εκτενής νουβέλα της «Το νόημα» στήνεται πάνω στα δύο μυθιστορήματα του Λιούις Κάρολ «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και «Μες στον καθρέφτη». Ο τρόπος, ωστόσο, που λειτουργεί το διακειμενικό παιχνίδι στις «Χυδαίες ορχιδέες» δεν είναι αυτός της αντιγραφής αλλά ούτε αυτός της αντίθεσης. Η Μαρούτσου ούτε πατάει με ακρίβεια πάνω στα περασμένα έργα ούτε όμως επιχειρεί να τα αναποδογυρίσει. Κατά περίπτωση τα παραλλάσσει, τα επεκτείνει, τα ερμηνεύει, τα μεταφέρει και τα επανεγγράφει στο παρόν. Οι ιστορίες που διαβάζει τελικά ο σημερινός αναγνώστης, ακόμη κι αν παραπέμπουν στο παγκόσμιο λογοτεχνικό παρελθόν, είναι ιστορίες σημερινές.

Μια γυναίκα που ζει τη συνήθη τακτοποιημένη, όπως λέμε, ζωή των περισσότερων ζευγαριών δίνεται ερωτικά στον κηπουρό που φρόντιζε τις ορχιδέες στο θερμοκήπιό της, κι η γυναίκα αυτή είναι η εγγονή της Λαίδης Τσάτερλυ και του εραστή της: «Μέχρι σήμερα σκεφτόμουν», μας εκμυστηρεύεται η ίδια, «πως ο άντρας μου είχε κάποια κοινά με τον κηπουρό: τη ρώμη, την απλότητα, την ευθύτητα του χαρακτήρα. Του έλειπαν όμως το μυστήριο, το σκοτεινό παρελθόν και η λαγνεία που πότιζαν κάθε κίνηση του εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ και που τώρα τα έβρισκα στον δικό μου εραστή ή -ας είμαστε ακριβείς- στον επίδοξο εραστή μου». Μια νεαρή χορεύτρια, δεκαεπτά χρονών, γοητεύεται, στις διακοπές που περνάει με τον πατέρα της στη Ρόδο, από την προσωπικότητα μιας χορεύτριας και πόρνης από την Αφρική και τον οδηγεί στο μπαρ όπου εκείνη εκτελεί το ερωτικό της σόου. Μια ελληνίδα φοιτήτρια φωτογραφίας στο Λονδίνο συναντιέται και ελκύεται από μια γυναίκα που δραστηριοποιείται στον αγώνα για την ισότιμη θέση της γυναίκας στην κοινωνία μας, ενώ ένας ψυχολόγος και ένας σκηνοθέτης, σε δύο διαφορετικά διηγήματα, αφήνονται να παρασυρθούν από τα λάθος κατά τα φαινόμενα πρόσωπα μιας νοσοκόμας, στην πρώτη περίπτωση, και μιας τοξικομανούς, στη δεύτερη.

Νομίζω όμως πως καλύτερα είναι να μην επεκταθούμε περισσότερο στις ιστορίες του βιβλίου, καθώς πολύ συχνά η ανατροπή και η έκπληξη, όπως και οι απρόβλεπτοι αφηγητές κάποτε, παίζουν σημαντικό ρόλο στην αναγνωστική απόλαυση – όχι βέβαια τον κύριο. Να επισημάνουμε μόνο το τελευταίο κείμενο του τόμου που με τον τίτλο «Η μοναδική απόχρωση του λευκού» αποτελεί μια αναφορά σε όλα τα προηγούμενα διηγήματα ενισχύοντας έτσι την εντύπωση της ενότητας που χαρακτηρίζει έτσι κι αλλιώς, όπως είδαμε, τη συλλογή. Κι ας βασίζεται, όπως εγκαίρως μας ειδοποίησε ο Άγγελος της Βιβλιοθήκης, σε διάφορα κείμενα που ενέπνευσαν τη συγγραφέα.

Οι οικογενειακές σχέσεις, το τελευταίο στοιχείο που ήρθε στην επιφάνεια από τη χρήση της βιβλιομαντείας που επιχειρήσαμε, δεν αποτελούν, είναι η αλήθεια, το μοναδικό ή το κύριο θέμα του βιβλίου της Μαρούτσου. Ωστόσο σε κάθε σχεδόν διήγημα εμπλέκονται μέλη μιας οικογένειας οι σχέσεις των οποίων δύσκολα θα χαρακτηρίζονταν αποκλειστικά ως οι ιδανικές σχέσεις αγάπης και αλληλοκατανόησης που συνήθως ευχόμαστε και επιδιώκουμε. Γονείς και παιδιά, μητέρες κατά κύριο λόγο με τις κόρες τους, σύζυγοι και εραστές, συμπλέκονται, συγκρούονται, συμβιώνουν και απομακρύνονται, αναγνωρίζονται και αντιτίθενται, δημιουργούν και αισθάνονται ενοχές, μετανιώνουν και επαναστατούν σε κάθε σελίδα του βιβλίου και αποτελούν, έτσι, την κύρια πληθυσμιακή ομάδα που εμφανίζεται στα διηγήματα.

Βασικό θέμα του βιβλίου, ωστόσο, δεν αποτελούν οι οικογενειακές σχέσεις αλλά, σύμφωνα και με τη διατύπωση που βρίσκουμε στο οπισθόφυλλο του, «η ταυτότητα των χαρακτήρων» και «ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται, μεταβάλλεται ή ανατρέπεται». Ήδη, πιστεύω, από τα λίγα διηγήματα την υπόθεση των οποίων σκιαγραφήσαμε προηγουμένως, φαίνεται ξεκάθαρα η αναζήτηση της προσωπικής ταυτότητας που οι ήρωες των ιστοριών επιχειρούν ή της μεταβολής της προσωπικής τους ταυτότητας με την οποία έρχονται αντιμέτωποι. Πρόκειται, στις περισσότερες ίσως περιπτώσεις, για τη σεξουαλική τους ταυτότητα, έτσι που το βιβλίο να γίνεται μια τοιχογραφία ερωτικών πραγματώσεων και μεταμορφώσεων και να εμφανίζεται σε αυτό κάθε μορφή έρωτα – υπερβάλλω φυσικά, αφού ως γνωστόν υπάρχουν τόσες μορφές ερωτικής επιθυμίας και πράξης όσες και οι άνθρωποι και οι μεταξύ τους συνδυασμοί. Γεγονός που δεν μειώνει καθόλου την αναγνωστική απόλαυση που χαρίζει η ερωτική τόλμη της Έλενας Μαρούτσου, γνωστή και από τα προηγούμενα βιβλία της εξάλλου.


Όπως γνωστή είναι, και αποδεικνύεται άλλη μια φορά στις «Χυδαίες ορχιδέες» και η ικανότητά της να ισορροπεί ιδανικά μεταξύ προκλητικού και αποδεκτού, ας το πούμε έτσι, ερωτισμού, μεταξύ κωμικού και τραγικού στοιχείου, μεταξύ μικρής και μεγάλης φόρμας, μεταξύ του αναμενόμενου και του αναπάντεχου. Και σε αυτό το «μεταξύ», όπως ξέρουμε, έχουν γραφτεί μερικά από τα ωραιότερα έργα της λογοτεχνίας [Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος]

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΕΛΕΝΗ ή ο ΚΑΝΕΝΑΣ: «τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνο τον καιρό»

 «Εκείνο το ανόητο κορίτσι, που ντύθηκε άνδρας για να πάει στην Ιταλία να παντρευτεί. Πιο μακριά από τα γεράματα δεν θα μπορούσε να βρεθεί. Από το ατελείωτο παρόν τους, που άλλο δεν κάνει από το ανασυντάσσει όλες τις γυναίκες κι όλους τους άνδρες μιας ζωής, ό,τι υπήρξε και ό,τι δίπλα του έμοιαζε να υπάρχει, για να τραβήξει στο άδηλο τότε μέλλον του. Ένα κορίτσι που έπαιζε τον άνδρα, αλλά μόλις ντύθηκε στα φράγκικα έκοψε το χέρι, καθώς μάζευε τα κομματάκια του καθρέπτη από το χώμα. Γρουσουζιά και αίμα. Γιατί αμέσως δεν σταμάτησα; Γιατί δεν ξαναφόρεσα τα μακριά φορέματα για να ξαναγυρίσω στ’ αρβανίτικα και στα ελληνικά μου; Κι ας έδεσε το χέρι μου με καθαρό μαντίλι, ας με παρηγορούσε αυτός που με συνόδευε –ευχαριστώ πατέρα. Καλωσόρισες κι απόψε, ντυμένος στα νησιώτικά σου όπως τότε, που με συνόδευες για να με παραδώσεις νύφη σε άλλον άνδρα. Τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνον τον καιρό. Κυριολεκτικά ένας Κανένας.… Αλλά μήπως και ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών;»
 Στα νιάτα της η Σπετσιώτισσα Eλένη Mπούκουρα ντύθηκε άντρας για να μπορέσει να σπουδάσει ζωγραφική στην Iταλία, παντρεύτηκε τον ζωγράφο Σαβέριο Aλταμούρα, γέννησε τα παιδιά της (ανάμεσά τους και τον θαλασσογράφο Iωάννη Aλταμούρα), επέστρεψε εγκαταλειμμένη από τον άντρα της στην Aθήνα και εργάστηκε ως ζωγράφος. Στα γεράματά της έζησε δυο δεκαετίες μόνη και έγκλειστη στο παραθαλάσσιο σπίτι των Σπετσών, παροπλισμένη πια ζωγράφος και χαροκαμένη μάνα, τριγυρισμένη από ψιθύρους για άσκηση μαγείας και για τρέλα. Δραματική, προκλητική, με πολλές ανατροπές και αντιφάσεις κύλησε η ζωή της πρώτης Eλληνίδας ζωγράφου, για την οποία δεν διαθέτουμε ακόμη όλα τα κλειδιά. Το μυθιστόρημα Eλένη ή ο Kανένας προσπάθησε να προσεγγίσει τον βίο και τον μύθο αυτής της υπαρκτής, της πάντα επίκαιρης Eλένης, με τα δικά του αντικλείδια (αποσπάσματα από το ΣΤ κεφάλαιο του μυθιστορήματος Ελένη ή ο Κανένας της Ρέας Γαλανάκη, Εκδόσεις Άγρα με ΚΛΙΚ στην εικόνα)



ΤΟΤΕ ΦΥΣΗΞΕ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ, ΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΥΛΙΞΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ:  
Ένα παντζούρι χτύπησε στον τοίχο. Ένα κύμα έσκασε στο γιαλό κάτω απ’ το σπίτι. Είπα στη Λασκαρίνα να σύρει και να κλείσει το παντζούρι. Απάνω θα ’ταν. Έπειτα να φέρει κι άλλα ξύλα. Άνεμος δυνατός. Κύματα το ένα μετά το άλλο.

Άνεμος ήτανε και πριν από τα σαρανταεννέα χρόνια. Έριξε κάτω το μικρό καθρέφτη και τον έσπασε. Μα έπρεπε κι εκείνο το κορίτσι να τον είχε στερεώσει πιο καλά πάνω στο δένδρο. Ήτανε συκιά; Σίγουρα ένα δένδρο από τη Νάπολη.

Τότε φύσηξε πρώτη φορά ο άνεμος του. Αύρα που τύλιξε την κόρη και την έδωσε στον έρωτα του. Γύρισε στρόβιλος αργότερα και άνοιξε δυο μνήματα στης γης τον πάτο. Αλλά τίποτε δεν εμάντεψε η κόρη πρωτοβλέποντάς τον, γιατί ποια νεαρή γυναίκα μαντεύει στο πρόσωπο ενός ωραίου άνδρα του ανεμοστρόβιλου το μέλλον; Να είχα τουλάχιστον φορέσει ενωρίτερα τα άρματα των αντρίκειων ρούχων και να τον έβλεπα έτσι οπλισμένη.

Όμως όχι, πήγαινα με την αφέλεια της ηλικίας. Πόση να ήμουν άραγες, δεκαπέντε, δεκαεφτά χρονών ντυμένη με σούρες και με ζακετάκια, όταν του πήγα τη συστατική επιστολή στη Νάπολη και τον αντίκρισα πρώτη φορά; Πρέπει να ήμουν πολύ πιο μεγάλη, διότι εξηγούσε η επιστολή πως εγώ, η κομίζουσα, ήξερα να ζωγραφίζω άριστα. Υπέγραφε ο Ραφαέλο Τσέκολι, ο δάσκαλός μου στην Αθήνα. Ο άνεμος άνοιξε το γράμμα και το διάβασε. Εγώ άνοιξα το μεγάλο χαρτοφύλακα, που έφερα μαζί μου από την Ελλάδα στη Νάπολη, κι άρχισα να δείχνω στους κυρίους ζωγράφους τα έργα μου. Μου συμπαραστέκονταν στη δύσκολη ώρα εκείνος που με εμπιστευότανε σε ξένα χέρια – πες μου, λοιπόν, πατέρα, αν αντιλήφθηκες κι εσύ, ο γεννημένος ναύτης, το άγγιγμα εκείνου του παράξενου ανέμου, την ανατριχίλα μου στη θέα του άνδρα, στον οποίο χωρίς να το καταλαβαίνεις με παρέδιδες γυναίκα, του πατέρα των παιδιών μου. Αν τον ένιωσες, θα έβαλες ίσως σαν θαλασσινός στο νου σου όλο εκείνο το ταξίδι που επρόκειτο να κάνω. Αλλά δεν μίλησες, γιατί ήταν πια πολύ αργά. Και δεν μπορούσες να με αρπάξεις, να με σπρώξεις στο πρώτο πλοίο και να γυρίσουμε αμέσως πίσω, σαν δειλοί. Εσύ περίμενες ούριο τον άνεμο μου, αν ποτέ του επέτρεπα να μ’ αγγίξει, κατανοούσες όμως και την εξουσία της μοίρας, που έρχεται ώρα και δαμάζει σε έρωτα ή σε θάνατο ακόμη και τους πιο ανυπόταχτους, τους πιο γενναίους. Βέβαια αρνήθηκες, ενόσω ζούσες, να τον ξαναδείς. Μόνο στο πρόσωπο του πρώτου γιου μου, του Ιωάννη, αόριστα θα τον ανακαλούσες κάπου-κάπου – καλωσόρισες κι εσύ απόψε αγαπημένε μου Ιωάννη.

Άνεμος ήταν και διασκόρπισε το φύτρο του. Μα και από αέρινους, από αθώρητους γεννήτορες ερχόταν, που εγώ, η έστω και για τόσο λίγο νύφη τους στη Φλωρεντία, ποτέ δεν αξιώθηκα να δω. Πώς άλλωστε να γίνει κάτι τέτοιο, αφού εκείνος δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Βασίλειο των δύο Σικελιών. Και οι γονείς του έμειναν για πάντα στην πόλη Φότζια, όπου είχε γεννηθεί ο άνεμος Φραντζέσκο Σαβέριο Αλταμούρα και τ’ αδέλφια, τα ξαδέλφια του και όλοι οι πρόγονοι της αστικής του οικογένειας. Οι γονείς τους, όπου κι αν έστρεψαν το βλέμμα γύρω-τριγύρω από την πολιτεία της Φότζια, έβλεπαν παντού τη γη τους ολόισια, καρπερή, έναν απέραντο σιτοβολώνα. Πάχνη την άνοιξη και το φθινόπωρο, η αντηλιά το καλοκαίρι και πυκνά πέπλα βροχής κατά τη διάρκεια του χειμώνα τους τύλιγαν μέσα σε όλες τις μεταμορφώσεις των νερών. Έτσι έμειναν αδιάκοπα φυλακισμένοι στον ανοιχτό σιτοβολώνα του ορίζοντός τους, κλεισμένοι μέσα  τα ουράνια νερά ο πατέρας του, ο ανώτερος υπάλληλος Ραφαέλο ντ’ Αλταμούρα, και η μάνα του, η ελληνικής καταγωγής Σοφία Περηφάνου.
Η καταγωγή της μητέρας του Σοφίας, που το όνομα της θα έπαιρνε αργότερα η θυγατέρα μας, ήταν ο λόγος που σταμάτησε ο άνεμος κι έπιασε κουβέντα με μια συνομήλικη ζωγράφο, που ερχόταν από το μύθο μιας Ανατολής. Διότι ερχόμουνα από πολύ παλιά, από την άγνωστη σ’ αυτόν, και στη μητέρα του ακόμη, γη του πανάρχαιου μητρικού του νήματος. Άλλωστε ήταν τέτοιοι οι καιροί, που όλοι τους τότε στην Εσπερία συλλογίζονταν πώς άραγε να έμοιαζε αυτή η επαναστατημένη και απελευθερωμένη γη των αιώνιων συμβόλων. Είδε λοιπόν τα έργα μου. Είδε ακόμη ότι μ’ αγαπούσε ο κύρης μου και κατάλαβε πως ήμουνα ταγμένη στη ζωγραφική, γιατί αυτή η επιλογή έχει ανάγκη την αγάπη ενός άνδρα. Είπε μετά πως ήταν καλή η ζωγραφική μου: ερειπιώνες, όμορφα τοπία, αρχαιότητες, Έλληνες οπλισμένοι με ασημένια λάφυρα, με χρυσά γιλέκα και με φέσια βαθυκόκκινα. Όλα ωραία και εξωτικά, πρόσθεσε, ενώ μέσα του θα σκεφτόταν πως έτσι πρέπει να είναι ο κόσμος από την πλευρά της μάνας του. Ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες θα μπορούσε να είχε σταθεί κι εκείνη, αν γεννιόταν στη σημερινή Ελλάδα. Άνεμος και ζωγράφος ήταν, γι’ αυτό μπορούσε να γλιστρά δεκαετίες, αιώνες πίσω απ’ της μάνας του το σώμα. Και να το ξαναφέρνει εμπρός του, έχοντας αντικρίσει ακριβώς εκείνο που ήθελε να δει.

Είπα στη Λασκαρίνα ν’ αφήσει κοντά στο τζάκι το δεμάτι με τα ξύλα και να μου κάνει ένα ζεστό, πριν πάω να κοιμηθώ. Ας κάνει ένα και για πάρτη της. Έφυγε τραβώντας το ποδάρι. Γριά και κουτσή, μα Λασκαρίνα το όνομά της. Λέω καμιά φορά μην είναι η ίδια η Κυρά. Έτσι που γύρισαν ανάποδα τα πράγματα, λέω μήπως κατέβηκε από τις ζωγραφιές της για να μου κάνει συντροφιά και να γερνά μαζί μου. μες στην ασάφεια του δικού της και δικού μου χρόνου. Μήπως κατέβηκε να με υπηρετεί, εμένα την ασήμαντη μπροστά της, με τη μεγαθυμία των παλιών ηρώων. Διότι πάντοτε κάναμε καλή παρέα, εκείνη και όλες οι Ελένες που υπήρξα εγώ.
Είπε ακόμη ο άνεμός μου ότι αρκετά καλά απέδωσα το σώμα των μαρμάρινων ανθρώπων, το τυλιγμένο σε πτυχώσεις ιματίων και χιτώνων. Σούρες και ζακετάκια και αφέλεια – του εξήγησα ότι ο δάσκαλός μου Τσέκολι είχε αρχίσει να σπουδάζει την ιατρική, πριν αφοσιωθεί στην τέχνη των εικόνων, κι έτσι γνώριζε την ανατομία καλά. Ένα χαμόγελο ζυγίστηκε στα χείλη του Σαβέριο, φως από δυο ανοιχτά φτερά σε νήνεμη ώρα. Συνέχισε λέγοντάς μου πως κι αυτόν η ίδια ανεμική τον σήκωσε από το ανατομικό τραπέζι και τον έστησε μπροστά στο καβαλέτο. Γιατρό τον προόριζαν οι δικοί του, στέλνοντάς τον πριν από χρόνια στην πρωτεύουσα του βασιλείου, τη Νάπολη. Να μη φοβάμαι, με συμβούλεψε, όταν πρωτόφθασε κι αυτός στη Νάπολη, θαμπώθηκε από το κάλλος της παράκτιας πόλης. Άρχισε τότε να μου εξιστορεί ότι κάπως άργησε να εθιστεί στην ομορφιά της πόλης και στην καινούργια του ζωή. Ότι του έλειπε η μητέρα του τον πρώτο καιρό που έμεινε μαζί με έναν ιερωμένο, γνώριμο της οικογένειάς του. Ότι παρασυρμένος από τα σύγχρονά του γαλλικά μυθιστορήματα, άρχισε να τριγυρνά και ν’ αναζητεί γοτθικά στοιχεία στις εκκλησίες της Νάπολης, και βαθύτερα ένα άλλο νόημα στη ζωή. Χάρηκε, μπορώ να πω ότι ξαφνιάστηκε, σαν έμαθε ότι κι εγώ, από τα βάθη της Ανατολής μου, γνώριζα τη γαλλική, την ιταλική και την αγγλική λογοτεχνία. Κάτι ψιθύρισε για τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων, ή μήπως είπε Ελληνίδων, μα εγώ, ασυνήθιστη ακόμα στην καινούργια γλώσσα, δεν το διέκρινα. Οι ομιλίες των άλλων ζωγράφων, καθώς πλησίαζαν, σκέπασαν τα λόγια που και ο άνεμος ίσως δεν ήθελε να αντιληφθώ. Κι ενώ απορούσα για ποιόν λόγο μου εκμυστηρευόταν όλα τούτα ένας άγνωστος και ξένος, αυτός συνέχιζε να λέει ότι διάβαζε μ’ ευχαρίστηση τα θεωρητικά ιατρικά μαθήματα, αλλά τον εβασάνιζε το ανατομείο, ώσπου μια μέρα μπήκε στο Ινστιτούτο των Καλών Τεχνών. Αυτό ήταν. Από τότε άρχισε να ζωγραφίζει ασταμάτητα, συνδέθηκε με νεαρούς ζωγράφους, ιδιαίτερα με τον Ντομένικο Μορρέλι, με τον οποίον είχαν πάρει πρόσφατα και μια υποτροφία για ένα εργαστήριο της Ρώμης.

Τον άκουγα δίχως να τον προσέχω πια. Αμφέβαλα αν στεκότανε μπροστά μου άνθρωπος με θέρμη και ψυχή ή ένα από τα ελληνικά μου αγάλματα έλαβε ξαφνικά ζωή. Δένοντας τις ζωγραφιές μου στον μεγάλο χαρτοφύλακα, φρόντισα να αγγίξω την άκρη της μακριάς του άσπρης πουκαμίσας, που φορούν όταν δουλεύουν οι ζωγράφοι. Το ύφασμά της ήταν υπαρκτό, μπαμπακερό, άρα κι αυτός ο ωραίος άνδρας ζούσε. Του ζήτησα συγγνώμη, ενώ χαμογελώντας μου ξανά ο Σαβέριο με αποχαιρετούσε.

Αν είχα κρατήσει την επιστολή του Τσέκολι, θα μπορούσα εκ των υστέρων να αποδείξω το πίσω από τις καλλιγραφημένες αράδες κρυφό μήνυμα, που ο δάσκαλος έστελνε στον παραλήπτη της: Να επιστρέψει με το πρώτο πλοίο η κομίστρια. Δεν πείραζε αν στο μεταξύ την είχε καταλάβει έρωτας, αφού το αίσθημα είναι η περιουσία του καλλιτέχνη. Όμως να επιστρέψει αμέσως, προτού θυσιάσει τα μακριά μαλλιά, προτού φορέσει παντελόνια, προτού μπει να μάθει τη ζωγραφική ως σπουδαστής στο μοναστήρι των Ναζαρηνών στη Ρώμη. Πιστεύω ότι ο Σαβέριο μπόρεσε να διαβάσει πίσω από τις λέξεις το κρυφό μήνυμα του συμπατριώτη του πρώην γιατρού και μετέπειτα ζωγράφου, αφού εκείνος ήτανε ο παραλήπτης. Τίποτα όμως δεν μου είπε από τούτα. Από τη μεριά μου πάλι δεν κατάλαβα, απονήρευτη όπως στάθηκα μπροστά του, τι έκρυβαν τα πολλά χαμόγελά του. Έτσι κι αλλιώς θα τον κολάκευε η προοπτική ότι, βαδίζοντας κατά τη μεριά της Ρώμης, μια Ελένη, μια γνήσια Ελληνίδα θα είχε αφοσιωθεί στη σκέψη του, μολονότι κωμική μέσα στα ανδρίκεια ρούχα.

Έτσι ταράχθηκα από μιαν άγνωστη γυναίκα, που κατέφθασε μια μέρα από τη Αθήνα στο νησί ζητώντας να συναντήσει τη ζωγράφο Ελένη Αλταμούρα… Αναρωτιόμουν ποιαν από όλες τις Ελένες που υπήρξα εννοούσε ακριβώς, και τι άραγε θα της ζητούσε… Εγώ της απάντησα μόνο σε ό,τι αφορούσε τη ζωγράφο Ελένη, εκείνη που επέμενε πως ήρθε για να συναντήσει, λες και επρόκειτο για κάτι τόσο απλό… Ναι, ήταν αλήθεια ότι ντύθηκα άνδρας για να αποκτήσω ένα πτυχίο, μα και για να μελετήσω με γυμνό μοντέλο. Υπήρξε άλλωστε μια φωτογραφία μου ως μιας Ελένης άντρα και ζωγράφου. Δεν είχα άλλο τρόπο να παραβιάσω το απαγορευμένο. Παλιότερα καμάρωνα πιο πολύ γι’ αυτό. Ακόμη, ότι κρατούσα φυλαχτό κάτω απ’ τα ανδρικά μου ρούχα του πατέρα μου τα λόγια, ωσότου τα απορρόφησε το δέρμα μου και πια δεν ήξερα αν ήταν ευχή ή κατάρα το να μην ξεχνώ πως είμαι Ελληνίδα. Ήμουν η πρώτη γυναίκα στο νεαρό ελληνικό κράτος που είχε σπουδάσει και μετά ασκήσει τη ζωγραφική… (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ΕΛΕΝΗ ή Ο ΚΑΝΕΝΑΣ, Εκδόσεις Άγρα)


Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

ΠΙΣΩ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ (γιατί οι άνθρωποι είναι πόρτες κι αυτοί, άλλες κλειδωμένες κι άλλες ορθάνοιχτες που σε σπρώχνει η περιέργεια να τις ανοίξεις):

Έρχεται πρώτα στον Ποιητή η λέξη «Πολιτεία». Γεμάτη πρόσωπα που δεν γνωρίζουμε, στενάχωροι δρόμοι, πανύψηλα τείχη τριγύρω, Κατόπιν η λέξη «καράβι» που σημαίνει ελπίδα κι η λέξη «αετός» που παριστάνει τον ουρανό. Σύμβολα της μοναξιάς στρογγυλά σαν χαλίκια στην ακρογιαλιά ανεπανόρθωτα σαν τον ήλιο. Τριγύρω τα περικλείνει η λέξη «θάλασσα» που είναι το πρόσωπο της Παναγιάς απέραντη όσο είναι ο πόνος μας. Δίπλα σ’ αυτήν ένας καβαλάρης που τη μορφή του μου είναι αδύνατο να διακρίνω χαμένος παντοτινά μέσα στην νύχτα των Ονείρων. Είναι το άστρο που λαχταράμε να μας φωτίσει, το χέρι που κάποτε θα ’ρθει να σμίξει με το δικό μας! Πίσω μας είναι τα πρόσωπα εκείνων που αγαπήσαμε!.. Ντυμένοι ανάλογα με τις αναμνήσεις που έχουμε από αυτούς:  άλλοτε με την πορφύρα των Βασιλειάδων ή τους χιτώνες των ηρώων κι άλλοτε σιδηρόφρακτοι σαν πολεμιστές του Μεσαίωνα. Το βλέμμα τους στραμμένο πάντοτε στο ηλιοβασίλεμα απαράλλαχτοι με τις υποσχέσεις που δώσαμε, με τους όρκους που δεν κρατήσαμε στο γυρισμό των ανέμων. Μπροστά μας είναι μια πόρτα σαν άνθρωπος, γιατί οι άνθρωποι είναι πόρτες κι αυτοί, άλλες κλειδωμένες κι άλλες ορθάνοιχτες και σε σπρώχνει η περιέργεια να τις ανοίξεις, η δίψα να τις διαβείς κι η ελπίδα σε τυραννάει πως ίσως κάποτε από αυτές να ’τανε μια που θα σ’ έβγαζε στον ήλιο!.. Και μιαν άλλη που ’χε τα γιασεμιά της κρυμμένα ή μια τρίτη που δεν μπόρεσες τότε να την ανοίξεις και τώρα είναι πια αργά, είναι αδύνατο να γυρίσεις γιατί άλλαξε ο ποταμός τόσες φορές τα νερά του κι οι άνεμοι που φυσούν σε σπρώχνουν ολοένα μακρύτερα από την πατρική σου γη!.. [ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΑ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ και με ΚΛΙΚ στον πίνακα που υπογράφεται από Jerzy Głuszek κι άλλα ΑΠΟΚΡΥΦΑ θέματα του ποιητή περί των κόπων του ανθρώπου  που μπορεί να πάνε χαμένοι και το ταξίδι να μείνει  μια πρόφαση. Τι φταίνε όμως αν δίνουν φτερά οι Θεοί και νύχια οι άνθρωποι;]



ΤΙ ΦΤΑΙΩ ΑΝ ΜΟΥ ΔΙΝΟΥΝ ΦΤΕΡΑ ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΝΥΧΙΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ:  
Κάθονται οι άνθρωποι αυτοί πάντοτε στην απέναντι όχθη, χωρίς να κλαίνε, χωρίς να γελάνε, με συννεφιασμένα πρόσωπα. Ακουμπισμένοι μερικοί στις ασπίδες, άλλοι καθαρίζοντας τα ντουφέκια τους. Ακίνητοι σαν αγάλματα παρακολουθούνε τον ποταμό. Κατεβαίνουμε τότες κι εμείς κι αγναντεύουμε από την άλλη όχθη τα σκουριασμένα κανόνια τους, τα τυφλά τους άλογα, τα παμπάλαια σπαθιά τους, και προσπαθούμε αδιάκοπα με χειρονομίες, με φωνές, με συνθήματα να συνεννοηθούμε, να ’ρθούμε σε συμφωνία, να πάψει η ατέλειωτη αυτή αγωνία. Ανώφελες όλες μας οι προσπάθειες. Εκείνοι δεν ενδιαφέρονται για μας. Δε σκοτίζονται. Ίσως να αγνοούν και την ύπαρξή μας. Ίσως να είναι ένα παιχνίδι που θα τελειώσει μια μέρα. Ίσως να είμαστε ακόμα ανώριμοι να τους δεχτούμε. Κι όμως ο καθένας από τον άλλον κρυφά, έχουμε όλοι βαθιά μας μια φρικτή υποψία που γίνεται πια βεβαιότητα: οι άνθρωποι αυτοί είμαστε εμείς οι ίδιοι [ΑΠΟΚΡΥΦΑ Ι, από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ]

ΒΑΡΒΑΡΟ ΧΕΡΙ ΑΠΛΩΘΗΚΕ Ν’ ΑΡΠΑΞΕΙ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕ ΜΕΙΝΕΙ:
Είχαν περάσει αρκετές μέρες κι ακόμα δεν παρατήρησα καμιά αλλαγή στις εκφράσεις, στους τρόπους ή στις χειρονομίες τους. Έβρεχε συνεχώς απ’ το πρωί ως το βράδυ. Κανένα σημάδι να δείξει, ή τουλάχιστον μια επιγραφή, σε άλλη γλώσσα πάνω στον τοίχο. Ακόμα τίποτα. Οι φίλοι, οι συνάδελφοί μου, το μεσημέρι στα γεύματα, κρατούσαν τα προσχήματα. Οι επιθεωρητές κάθε πρωί στη θέση τους μας παρακολουθούσαν, την ώρα που μπαίναμε. Ο ένας σημείωνε με το μολύβι ένα κόκκινο σημάδι δίπλα στο όνομα, ο άλλος μετρούσε. Στις δώδεκα, την ώρα που φεύγαμε, πάλι ατάραχοι μετρούσαν και σημείωναν. Όταν άδειαζε το κτίριο, όταν έκλειναν τα γραφεία, έμπαιναν οι θυρωροί και σκούπιζαν, έκαιγαν τα πεταμένα χαρτιά και δοκίμαζαν τα κουδούνια. Κατόπιν έφευγαν κι αυτοί και πήγαιναν στα σπίτια τους να γευματίσουν με την οικογένεια. Χαμπάρι δεν είχαν [[ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΙV, από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ]

Οι κόποι μας χαμένοι λοιπόν και τα ταξίδι μια πρόφαση
Γαλανά μάτια με τυλίγανε
Όπως τυλίγει ο ουρανός τη θάλασσα
Όπως τυλίγεται σ’ ένα βουνό ένα σύννεφο
Όπως ξετυλίχθηκε η ζωή μου
……………………….
Το μυστικό της Αλχημείας είναι πώς
Ν’ ανάψεις στην καρδιά ένα φως
Που να την καίει σιγά-σιγά
Ώσπου να γίνει θαλασσιά

Μέσα στο ηλεκτροφώτιστο δοχείο
Η αλήθεια ανάβλυζε σαν νερό
Απ’ την πηγή του εαυτού της
Η αλήθεια που αγαπούσα με φανατισμό

[αποσπάσματα από το ποίημα ΕΣΤΙΕΣ ΜΙΚΡΟΒΙΩΝ που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή]

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ ΓΙΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΥΠΝΟΥ ΧΙΛΙΑ ΕΥΡΩ ΤΟ ΜΗΝΑ (αλλά οι αληθινές αγκαλιές είναι δωρεάν)

Η αγγελία στην τοπική εφημερίδα ήταν πολύ συγκεκριμένη: «Ζητείται γυναίκα 30-40 ετών, αποκλειστικά για συντροφιά ύπνου. Οκτάωρη νυχτερινή απασχόληση, μισθός χίλια ευρώ»!.. Έξι γυναίκες πήραν τηλέφωνο και συναντήθηκα με όλες για τις απαραίτητες διευκρινήσεις: όχι σεξ, μόνο αγκαλιά ύπνου, ωράριο εργασίας δώδεκα τα μεσάνυχτα έως οκτώ το πρωί (περιλαμβάνεται και η προετοιμασία πρωινού), υποχρεωτική μεταξωτή νυχτικιά και όχι πιτζάμα, μπάνιο με συγκεκριμένο αφρόλουτρο πριν απ’ το ύπνο!.. [μια φανταστική ιστορία κάποιου πετυχημένου ασφαλιστή, χωρισμένου με μια κόρη στα εννιά, που μη θέλοντας να παντρευτεί ξανά, αποφασίζει να βρει μια λύση αλλιώτικη αντί «να κοιμάται αγκαλιά με τις γυναίκες που αλλάζει συχνά»!.. Με ΚΛΙΚ στην εικόνα η συνέχεια της ιστορίας και το ανεπάντεχο τέλος με μήνυμα άκρως διδακτικό!...] ART by  Kalfas Christos



ΕΙΜΑΙ 38 ΧΡΟΝΩΝ, ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΣ, ΧΩΡΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΜΙΑ ΚΟΡΗ ΣΤΑ ΕΝΝΙΑ:
Δουλεύω σχεδόν όλη μέρα, κάθε βράδυ βγαίνω με φίλους, γυναίκες αλλάζω συχνά, όμως έχω αποφασίσει να μην παντρευτώ ποτέ ξανά μετά τον αποτυχημένο γάμο μόνο που τις νύχτες δεν μπορώ να κοιμηθώ μονάχος –στροφογυρνάω για χρόνια άυπνος στο κρεβάτι- και αυτές είναι οι μοναδικές οκτώ ώρες που μου χαλούν την ευτυχία. Κι αποφάσισα να βρω μια λύση γι’ αυτό. Το να κοιμάμαι αγκαλιά με τις γυναίκες που αλλάζω συχνά, το δοκίμασα και μου προκαλεί χειρότερους εφιάλτες
Η Μάριον είναι τριάντα έξι ετών. Την απέλυσαν απ’ τη δουλειά της ως πωλήτρια καλλυντικών τρεις μήνες πριν και έκτοτε είναι άνεργη. Έχει μια μητέρα να φροντίσει, ένα στεγαστικό δάνειο στο όνομά της κι έναν σύζυγο εξαφανισμένο. ‘Όταν έλεγε κάθε βράδυ στη μητέρα της: «Πρέπει να βρω μιαν οποιαδήποτε δουλειά», δεν φανταζόταν ότι θα γνωρίσει εμένα ως υποψήφιο εργοδότη.

Συζήτησα εξαντλητικά μαζί της, της εξή­γη­σα το πρό­βλη­μά μου και τις α­παι­τή­σεις μου κι απο­φα­σί­σα­με να δο­κι­μά­σου­με για μερι­κές μέ­ρες Στις δώ­δε­κα ακριβώς κά­θε βρά­δυ μου χτυ­πούσε το κου­δού­νι, περ­νά­γα­με κά­να μι­σά­ω­ρο στον καναπέ λέ­γον­τας τα νέ­α της η­μέ­ρας, μετά έκα­νε ένα μπά­νιο με το α­φρό­λου­τρο που είχα δι­α­λέ­ξει, φορούσε τη μεταξωτή νυχτικιά που της είχα αγοράσει και ξάπλωνε για να μου διαθέσει τον ώμο της. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά είχα ηρεμήσει και κοιμόμουν ήσυχα ύστερα από μια κουραστική μέρα.

Ούτε μια νύχτα δεν πέρασε ίχνος πονηρής σκέψης απ’ το μυαλό μου, η Μάριον δεν ήταν ο τύπος μου άλλωστε και οι γυναίκες που διαρκώς άλλαζα ήταν σαφώς ομορφότερες. Τη συν­τρο­φι­κό­τη­τα ήθελα, τη ζε­στα­σιά στο κρε­βά­τι μου αποζητούσα, αυτό μου έλειπε μόνο απ’ τη ζωή μου και αυτό αγόραζα με χί­λια ευρώ τον μήνα, για να μπορέσω να κοιμηθώ. Ακριβό ή φθηνό δεν ξέρω, εμένα αυτό μου ’λειπε, όχι τα χρήματα. Πολύ γρήγορα κατάλαβε κι εκείνη, πως ήταν η πιο εύκολη δουλειά που θα μπορούσε να βρει: χίλια ευρώ το μήνα για να κοιμάται απλώς δίπλα σ’ έναν ανασφαλή, χωρισμένο, κουρασμένο εργένη.

Κι ο ύπνος μου έγινε ήρεμος κι εγώ αμέσως άρχισα να νιώθω καλύτερα. Και στη δουλειά μου έγινα αποδοτικότερος και με τους φίλους μου πιο ευδιάθετος και στις γυναίκες πιο περιζήτητος. Και σαν πατέρας έγινα καλύτερος, τις ώρες που περνούσα με την μικρή μου. Η ιδέα να προσλάβω γυναίκα για συντροφιά ύπνου απέδιδε εξαιρετικά. Ήμουν πάντα καλός στη διαχείριση των προβλημάτων.  

        Ώσπου ένα βρά­δυ, πε­ρί­που δύ­ο μήνες με­τά, δεν χτύ­πη­σε το κου­δού­νι της εξώπορτας στις δώ­δε­κα και η Μά­ριον δεν φά­νη­κε. Την πήρα στο κι­νη­τό της, όμως το ’χε κλει­στό. Ανησύχησα και δεν κοι­μή­θη­κα κα­θό­λου εκείνο το βρά­δυ. Αλλά δεν ήρθε ούτε το επόμενο, ούτε κανένα άλλο βράδυ και το τηλέφωνό της ήταν μονίμως κλειστό κι εγώ έπαψα να κοιμάμαι τα βράδια χωρίς την αγκαλιά της.

Και αφού απογοητεύτηκα, έβαλα ξανά την ίδια αγγελία και συναντήθηκα με καινούργιες κοπέλες για διερευνητικές συζητήσεις. Δοκίμασα να κοιμηθώ με δύο από αυτές, αλλά δεν προσέλαβα καμία, γιατί δεν μου άρεσε καθόλου η αγκαλιά τους και το αφρόλουτρο δεν κατάφερε να κρύψει τη μυρωδιά τους – η μια μάλιστα ανάσαινε εκνευριστικά βαριά. Και τώρα έχω πάλι μέρες να κοιμηθώ σαν άνθρωπος κι είναι να σπάσει το κεφάλι μου και καπνίζω όλες τις νύχτες νευρικά βλέποντας τηλεόραση.

Σήμερα το πρωί στις οκτώ ακριβώς χτύπησε το κουδούνι κι ένας πιτσιρικάς από κούριερ μου παρέδωσε ένα φάκελο. Τον άνοιξα και βρήκα μέσα ένα σημείωμα: «Δεν κάνουν χίλια ευρώ τον μήνα οι αληθινές αγκαλιές. Δωρεάν είναι»!.. Μαζί είχε σε δεσμίδα όλα τα λεφτά που της είχα δώσει. Έχει κλειστό πάλι το κινητό, και τώρα ήρθα εδώ στην εφημερίδα, αλλά ζορίζομαι, γιατί δεν ξέρω πώς να γράψω στην αγγελία αυτό που θέλω να της πω!..

ΠΗΓΗ: Γιάννης Φαρσάρης, από τη συλλογή Φόβος Κανένας, 29 Μικροδιηγήματα, Openbook 2015