Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

ΑΓΡΙΕΨΕ ΤΟ ΜΑΤΙ ΜΟΥ Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (στα πόδια μου μπερδεύονται ουρανοί, ορίζοντα όμως ούτε βλέπω, ούτε ακούω):

Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ, να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό. Τρέχει η νύχτα Σκύβω να πιω, να ξεχάσω. Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο. Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν φωτιά. Όλα τα άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα. Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν. και μεγαλώνουν, αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και την τριγωνομετρία… Όλες οι εικόνες που βλέπεις σήμερα δεν έχουν αντίκρισμα. Είναι σκάρτες. Αλλά τι θα πει σήμερα; Σήμερα είναι νύχτα και πώς τα βγάζω πέρα, μόνο εγώ το ξέρω και τα τσιγάρα μου. Χαλασμένα τραγούδια. Χαλασμένες κονσέρβες. Χαλασμένες ιδέες. Μόνο η νωπογραφία της νύχτας ξέρει τι σημαίνει η λέξη κίνδυνος όλες τις εποχές. Μην νομίζεις ότι ο κόσμος χαμογελάει απλούστατα δείχνει τα δόντια του (ΜΟΝΤΑΖ 40 και 42, από τα ΣΧΕΔΙΑ για ΔΙΗΓΗΜΑ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ 1977 κι άλλα παρόμοια σχέδια του ποιητή κατ’ επιλογήν με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία  – ART by Oxana Yambykh eye]



(μοντάζ 5):  ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΩΝ ΞΑΝΘΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
Ο αγαπημένος μου ποιητής χτυπημένος από το αίμα στην καρδιά, κείτεται μόνο με το σλιπ πάνω στα νερά. Στην άκρη του κρεβατιού, ο μικρός μου αδελφός κι εγώ κοιτάμε το καλοκαίρι. Μια κυρία από τη Γαλλία μας μιλάει για σουρεαλισμό. Εσύ κοιμάσαι μέσα στα χόρτα, πλάι σε μια λίμνη με πολλούς φαντάρους

(μοντάζ 8):  ΤΑ ΕΠΙΠΛΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΗ ΣΚΟΝΗ, ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΟ ΤΥΧΑΙΟ ΑΓΓΙΓΜΑ
Πολλές φορές γνωρίζουν τις κινήσεις, ακόμα και τις διαθέσεις σου. Αναπνέουν αθόρυβα όπως τα φύλλα. Στο σκοτάδι μετακινούνται σε άλλους παραλλήλους. Συνήθως είναι κατοικίδια ζώα. Σπάνια τρελαίνονται και πέφτουν από τα παράθυρα.

(μοντάζ 15): ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΞΕΤΥΛΙΓΕΤΑΙ ΤΡΙΧΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΙΜΟ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΥ
Και ο κρεμασμένος μπορεί την τελευταία στιγμή να γλιτώσει. Εσύ όμως που λες το τραγούδι είναι βέβαιο ότι θα πεθάνεις, μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα -χωρίς να ξέρεις ότι είναι το τελευταίο σου- μιλώντας ακατάπαυστα για καθημερινές βλακείες, για πολιτική οικονομία, για δημόσια οικονομική. Θα πέσεις άπνους με το τσιγάρο αναμμένο, το κασκόλ στον αέρα και το αλκοόλ χυμένο στο παντελόνι. Η φωνή σου δεν θα απειλεί κανέναν πια και η τελευταία σου λέξη θα ’ναι μια λέξη μπηγμένη στο χώμα.

(μοντάζ 21): ΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ ΣΤΗ ΦΛΩΡΙΝΑ
Το παράξενο δεν είναι τα λιοντάρια στη Φλώρινα και η σόμπα για τη δημιουργία τροπικής ατμόσφαιρας, αλλά οι λύκοι οι κλεισμένοι σε κλουβιά μέσα στην πόλη. Ως γνωστόν η περιοχή είναι γεμάτη λύκους. Μυρίζανε τους φυλακισμένους και κατεβαίνανε όλο πιο συχνά ουρλιάζοντας. Τα λιοντάρια δεν παίρνανε μέρος σ’ αυτή τη συνωμοσία. Δεν τα ενδιέφερε. Ένα βράδυ ο φύλακας στη βιασύνη του να κλείσει καλά τα κλουβιά των πιθήκων, ξέχασε ανοιχτά τα άλλα. Πετάχτηκαν έξω οι λύκοι και ενώθηκαν με το κοπάδι, σχίζοντας τη χάρτινη ησυχία. Τα λιοντάρια ούτε καταδέχθηκαν να κινηθούν. Μείνανε πλάι στη σόμπα μισοπαγωμένα. Τότε άρχισε να χιονίζει και γέμισαν οι δρόμοι υπνοβάτες με κόκκινα πουκάμισα. Όλα ξεχάστηκαν με τα θερμόμετρα υπό το μηδέν.

(μοντάζ 25): ΑΡΤΕΣΙΑΝΑ ΝΕΡΑ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΠΟΥ ΠΙΝΩ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΙΚΡΑ ΤΥΦΛΑ ΣΚΥΛΙΑ:
Ανυπεράσπιστα ζεστά κουτάβια, άσπρα και μαύρα. Όσα γλιτώσουν το πέταμα στο οικόπεδο, μεγαλώνουν σε λίγες ώρες, γίνονται κάτι λυκόσκυλα μέχρι κει πάνω. Πεινασμένα και διψασμένα δεν γνωρίζουν κανένα. Έτσι λοιπόν περιμένουμε να περάσει το καλοκαίρι και να ’ρθει ο Οκτώβριος. Αν μπορέσω να κρατήσω ζωντανές μέχρι τότε τις λέξεις «ναυαγοσώστης», «τα δυο μου μάτια» και «χλωρά τα μαλλιά σου», σώθηκα. Και δεν θα γυρνάω στις ερημίες μ’ αυτό το σκυλολόι παραμιλώντας. 

(μοντάζ 28): ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΜΕΤΑΚΙΝΗΘΗΚΕ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ…
βγάζοντας καπνούς-φωτιές και άρχισε να ταξιδεύει σφυρίζοντας. Φεύγει ιλιγγιωδώς. Τώρα το βλέπουν άλλοι και δεν υποψιάζονται ότι έβαλες κι εσύ ένα χέρι για να γίνει αυτή η μετακίνηση, αυτή η μουσική - Βασικά πρέπει να ελέγχεις τη γεωγραφική θέση της κατοικίας σου και της ζωής σου. Όπως ο πελεκάνος ξέρει την ευτυχία που κρύβει στη σακούλα κάτω απ’ το λαιμό του, γεμάτη ψάρια- Δύσκολα παπούτσια σε πάνε αλλού και χάνεις το τοπίο και το στίγμα σου και δεν ξέρεις πού είσαι τώρα και πού αύριο

(μοντάζ30): ΜΕΓΑΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΡΕΧΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Ένα νησί ανάποδα στο Αιγαίο με τα πετρέλαια, το ουράνιο, τους χίλιους διαβόλους και την αναδυόμενη Αφροδίτη ακρόπρωρο σ’ ένα αεροπλανοφόρο. Ο φίλος μου κάνει μεγάλη τη φωνή του για να φαίνεται ψηλός. Σ’ αυτό το ειδυλλιακό ηφαίστειο καπνίζεις αρειμανίως λες και δεν συμβαίνει τίποτα. Τίποτα και το φιτίλι τελειώνει. Κάπου στο βάθος είμαι κι εγώ!.. Μουγγός, καμπούρης με φωτιά και καπνούς στα μαλλιά – παγωμένος

(μοντάζ 32): ΠΙΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΓΑΛΑ: ΤΟ ΓΑΛΑ ΚΑΝΕΙ ΟΜΟΡΦΟ ΔΕΡΜΑ, ΔΗΛΑΔΗ ΟΜΟΡΦΟ ΤΟΜΑΡΙ:
Παλιοτόμαρα δίχως μάτια. Ανακριτές και πουτάνες στα σκοτεινά. Έχετε με το μέρος σας τις μονόχρωμες κοινωνίες και φτιάχνετε την ιστορία όπως θέλετε. Έτσι τρώτε τον χορτάτο σκύλο και την πίτα. Κατακλυσμό δεν φοβάστε, γιατί εσείς βγάζετε τα μετεωρολογικά δελτία. Επανάσταση δεν περιμένετε, γιατί είστε οι ίδιοι επαναστάτες. Σαν να λέμε τα έχετε κανονίσει όλα ρολόι. Τα έχετε ρυθμίσει όλα στο χρόνο της ευδαιμονίας, γι’ αυτή και την άλλη ζωή. Τρέμετε όμως και ο πανικός ανεβαίνει, όταν βλέπετε το χέρι μου έτοιμο να γυρίσει το διακόπτη που θα σας πνίξει στο φως.

(μοντάζ 36): ΠΑΛΙ ΠΕΡΝΑΝΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ ΑΛΑΦΙΑΣΜΕΝΑ ΑΛΟΓΑ ΚΑΙ ΤΡΕΝΑ ΚΑΙ ΤΡΕΧΟΥΝ  ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ:
Πατάνε τον τόπο μου, παίρνουν ό,τι θέλουν, λένε ακατάληπτα λόγια. Ένας μάλιστα σταματάει, με κοιτάει και βγάζει ένα σύντομο πολιτικό λόγο. Φεύγουν όλοι κι όλα  προς άγνωστη κατεύθυνση. Σκέφτεσαι: λες να φύγουν όλοι και να μείνουμε μόνοι επιτέλους; Και πάλι σκέφτεσαι: τι σχέση έχω εγώ με όλα αυτά; Και φαντάσου έχεις στα χέρια το λυχνάρι του Αλαντίν και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Το τρίβεις και δεν βγαίνει από μέσα τίποτα. Απλούστατα γιατί είναι ένα συνηθισμένο λυχνάρι και σε λίγο θα τελειώσει το λάδι του και θα ’σαι σ’ άγνωστο μέρος και θα γκρεμιστείς.

(μοντάζ 45): ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΟΛΕΣ ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ:

Το χάδι, το μαχαίρι, ο στραγγαλισμός, το παγωμένο βλέμμα. Κυρίως όμως οι λεγόμενες πολιτικές και πνευματικές ελευθερίες. Οργανωμένες όπως εκείνα τα ηλίθια τοπία στην εξοχή, με τα μικρά άσπρα σπιτάκια, τον ανεμόμυλο, τη θάλασσα, τον ήλιο να δύει και τον αγρότη με το γάιδαρο φορτωμένο οπώρας. Οπώρας, λοιπόν, αλλά οι λύκοι ξεθάρρεψαν και κατεβαίνουν καλοκαιριάτικα μέσα στα σπίτια. Το δωμάτιο γεμάτο λύκους. Είναι γύρω στους σαράντα πέντε -αν μετράω καλά… Βρωμάνε, γρυλίζουν. Τώρα λένε ανέκδοτα και γελάνε. Τραβάω ενός τη μάσκα και είναι πιο λύκος από μέσα. Και δεν θέλουν οπώρας, αλλά κρέας  

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΠΟΙΗΣΗ και ΛΟΓΟΣ: Η ποίηση ήταν, είναι και θα παραμείνει ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς… μια πόρτα ανοιχτή.

Πάντα θα γράφονται ορισμοί για την ποίηση - και σχεδόν πάντοτε (θα) έχουν ενδιαφέρον. Γλώσσα, ψυχή, φύση, κοινωνία είναι τα υλικά του ποιητή' η ενόραση (το ένθεον) ακολουθεί (άλλοι υποστηρίζουν ότι προηγείται...). Σκοπός της ποίησης -εάν υπάρχει- φαίνεται να είναι η βελτίωση του ανθρώπου και της καθημερινότητας. Μπορεί η ποιητική κατάσταση να γίνει συλλογική συνείδηση; Χρειάζεται μια αρμονία στις κοινωνικές σχέσεις και τι θέση έχει ανάμεσά τους η ποίηση; Τι συμβαίνει μετά την ανάγνωση ενός ποιήματος; Επέρχεται κάποια εσωτερική ή διανοητική δόνηση που θα προκαλούσε ανατροπές στην καθημερινότητα; Ή μήπως παραμένει πάντα ένα υπόλοιπο και άρα το αίνιγμα δεν λύθηκε; Μήπως η ποίηση δείχνει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος; Είναι τάχα η έκφραση του ημιτελούς; Πώς εισέρχονται εντός της το πάθος και η ηθική, η ειρωνεία και ο διδακτισμός; Εξακολουθούν η Ιστορία και η Φιλοσοφία να είναι υποδεέστερες, όπως αποφαίνονται σημαντικοί στοχαστές; Έχει η κάθε εποχή τη δική της ποίηση;  Όλα αυτά δεν είναι θέμα μόνο των ποιητών. σημασία έχει η ποιητικότητα και πώς μπορεί κανείς να ζει μαζί της κάθε μέρα. Αντέχεται όμως σε τέτοια συχνότητα ο πυρετός που εμπεριέχεται στην ποιητικότητα; Εξυπακούεται ότι η ποίηση δεν ταυτίζεται με τη μοναξιά διότι ουδείς θα της έδινε σημασία. Η ποίηση γράφεται για να επεμβαίνει, να παρεμβαίνει έστω και να αποκαθιστά τον τεμαχισμό του λόγου, να εκδιώκει την αδράνεια, να διδάσκει τον χορό (σώματος, λέξεων, φράσεων και λοιπά). Έχει άρα η ποίηση μαζί της τον κοινό άνθρωπο και τον χρόνο. οι μεγάλοι ποιητές κοινοί άνθρωποι είναι κι αυτοί, με τις ιδιορρυθμίες τους, τα πάθη και ελαττώματά τους. Από κει ξεφυτρώνουν τα άνθη της, το αίμα της, οι κραυγές της, όταν όλα αυτά αγκαλιάζουν την αρχιτεκτονική, την αισθητική. Δεν έχει επίσης σχέση με τον θάνατο ούτε προσπαθεί να τον ξορκίσει. Ένα παιχνίδι υψηλών απαιτήσεων μου φαίνεται η ποίηση, μια μύηση στον χρόνο. Κάπως σαν το απόσταγμα των σταφυλιών που είναι ο οίνος. Έτσι και η ποίηση: απόσταξη της ζύμωσης πνεύματος και ύλης. Μια ωραία κατάκτηση του ανθρώπου. [προλογικό  σημείωμα του Γιώργου Σταματόπουλου για την παρουσίαση του βιβλίου Περί Ποιήσεως του Θ Βάσση, στο οποίο με αφετηρία τα ποιήματα ΜΟΝΟ ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ της Μαρίας Πολυδούρη, ΠΟΙΗΣΗ 1948 του Νίκου Εγγονόπουλου και ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ του Γιώργη Παυλόπουλου έχουμε μια απόπειρα προσέγγισης του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου αλλά και αντικειμένου…  Στον επίλογο των φιλολογικών μελετημάτων του ο συγγραφέας συμπεραίνοντας μας προτρέπει να αφήσουμε την τέχνη ν’ ανθίσει όποια κι αν είναι η εποχή. Και ειδικά στην εποχή μας που η αυτό-αποξένωση έχει φτάσει σε εκείνον το βαθμό που μας επιτρέπει να βιώσουμε την εκμηδένισή μας ως αισθητική απόλαυση πρώτης τάξεως – ART by Peter Paul Rubens Allegory of immortality]



ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ… ΠΟΙΗΣΗ: Μόνο γιατί μ’ αγάπησες (Μαρία Πολυδούρη), Ποίηση 1948 (Νίκος Εγγονόπουλος), Αντικλείδια (Γιώργης Παυλόπουλος):
Τα φιλολογικά μελετήματα του Θ. Βάσση δεν είναι θεωρητικά παρά ένα βιβλίο για την ποίηση. Με μια δεύτερη όμως ματιά είναι κάτι παραπάνω, μια απόπειρα προσέγγισης του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου αλλά και του αντικειμένου του. Αν και όλα ξεκινάν με την ερμηνεία τριών φαινομενικά διαφορετικών ποιητών (Πολυδούρη, Εγγονόπουλος, Παυλόπουλος) το βάρος ωστόσο πέφτει στο ποιητικό είναι και πράττειν τους για το οποίο ο συγγραφέας -ενάντια στην κυρίαρχη (μεταμοντέρνα) αφήγηση- παίρνει θέση!

Το βιβλίο, λοιπόν, εστιάζοντας στα ιστορικά συμφραζόμενα τριών γενεών, ξεδιπλώνεται αριστουργηματικά με οδηγό, κατά κύριο λόγο, τους στίχους (Μόνο γιατί μ’ αγάπησες, Πολυδούρη – Ποίηση 1948, Εγγονόπουλος – Αντικλείδια, Παυλόπουλος). Τι θέλω, κατ’ ουσίαν, να πω;
Απλώς ότι το βιβλίο του Θ. Βάσση έχει πλεχτεί με μια -σε διαλεκτική συνέχεια- αφήγηση, έτσι που ο αναγνώστης να έχει σαφή αίσθηση ότι η μελέτη της λογοτεχνίας συνιστά επιστήμη αμιγώς ιστορικο-ερμηνευτική που δεν θα μπορούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να ιδωθεί σε αποσπάσματα και κόπιες αποσπασμένη από τη γενεσιουργό αιτία της, το ανεπανάληπτο δηλαδή ξεδίπλωμα της ιστορικότητας, αν όχι της Ιστορίας.

Αυτό ακριβώς εννοώ: «ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση». Τα τρία, λοιπόν, ποιήματα που αναλύονται δεν είναι αποσπασμένα γεγονότα. Είναι ποιήματα από την ελληνική Ιστορία και για την Ιστορία, είναι, συνεπώς, μια ποίηση εντός των ιστορικών γεγονότων και, τελικά, πέραν αυτών.
Με την ερμηνευτική αυτή έννοια, το «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες» της Πολυδούρη ενέχει τη βαθιά υπαρξιακή αγωνία μιας γενιάς που η μοίρα της ήταν να ζήσει ή μάλλον να πεθάνει μεταξύ πολέμων και τα καταληκτικά «Αντικλείδια» του Παυλόπουλου φανερώνουν την πυξίδα της απεμπλοκής από την τυραννία των πολέμων και της ταυτόχρονης, βέβαια, εμπλοκής σε μια άλλη τυραννία, ανίκανη να αφουγκραστεί τους υπαρξιακούς στεναγμούς της Πολυδούρη.

Μα -θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης- αφήσαμε απ’ έξω τον Εγγονόπουλο; Το «Ποίηση 1948» δεν είναι παρά στο ενδιάμεσο της διαδρομής. Κρατιέται σαφώς η ποιητική «θρασύτητα» του δημιουργού του αναμεμιγμένη όμως, χρονολογικά, με το πριν και το μετά: επικοινωνεί με την εποχή της Πολυδούρη σε υπαρξιακή τροχιά και με τη γενιά του Παυλόπουλου, κάτω από τον βαθύ ρεαλισμό που σκοτεινιάζει την ταραγμένη ατμόσφαιρα της εποχής μας.
Στην πρώτη περίπτωση αξίζει να προσέξουμε ότι στον ποιητικό λόγο του Εγγονόπουλου διαχέονται οι ρίζες μιας απόκοσμης αισθητικής. Το απόκοσμο, αναντίρρητα, δεν είναι το έξω από τον κόσμο αλλά –αντίθετα– είναι το από τον κόσμο και το μέσα σε αυτόν.

Είναι πάντοτε dasein και όχι απλώς sein, γι’ αυτό άλλωστε το Ποίηση 1948 χαρακτηρίζεται από τη δυναμική έννοια της διάρκειας και όχι από τη στατική ιδιοσυγκρασία του χρόνου. Ενας διαρκής αναστοχασμός με βαθιά βιωματική διάρκεια αναδύεται σε αυτό το ποίημα. Αρκεί να εξετάσει κανείς μόνο τα τρία ρήματα που μετέχουν.
Ο ποιητής, με τις λόγιες χρήσεις του, αξιοποιεί το ποιόν ενέργειας σε κλίμα εσωτερικής ενδοσκόπησης με τις γραμματικές παραλλαγές συνοπτικού – μη συνοπτικού, εστιάζοντας, τελικά, στην εσωτερική του βιωματική -ψυχική θα έλεγα- διάρκεια.
Στη δεύτερη περίπτωση; Τι μπορεί να συνδέει το «Ποίηση 1948» (χρονολογία της «ήττας») με το 1988 που δημοσιεύονται τα «Αντικλείδια», δηλαδή με τη δική μας εποχή… του τέλους της «ηττοπάθειας»(;)

Ας σκεφτούμε μόνο τους πρώτους στίχους του Παυλόπουλου: «Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε». Ερμηνεύοντας ο Βάσσης τη ριζική διάκριση μεταξύ «βλέπω» και «κοιτάζω» μας παραπέμπει άμεσα στη φθαρμένη ουσία των ημερών μας, καθώς αμέτοχοι -πολλαπλώς αλλοτριωμένοι- κοιτάμε γύρω μας τον κόσμο που αλλάζει.

Δεν είμαστε άλλωστε, κατά Guy Debord, ο καταναλωτής που δεν κουράζεται να θεάται, ακατάπαυστα, αυτό το ίδιο το αισθητικό θέαμα, απαλλαγμένο από την πολιτική και πνευματική ουσία του; Δεν χρειάζεται να απαντήσουμε εμείς, απαντά ο Εγγονόπουλος (για εμάς) από το μακρινό 1948: «σαν πάει κάτι να γραφή είναι ως αν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου».
Περί ποιητικού υποκειμένου λοιπόν ο λόγος, γι’ αυτό και κλείνω με ένα σχόλιο στον επίλογο του συγγραφέα και με τα λόγια του Βάλτερ Μπένγιαμιν:

«Αφήστε την Τέχνη ν’ ανθήσει – Αφήστε τον κόσμο να καταστραφεί λέει ο φασισμός […]. Η αυτοαποξένωσή [μας] έχει φτάσει σε εκείνον τον βαθμό που [μας] επιτρέπει [να βιώσουμε την εκμηδένισή μας] ως αισθητική απόλαυση πρώτης τάξεως».
Ο Βάσσης μάλλον αφουγκράζεται καλά τη λειτουργία της τέχνης στη φασιστική αισθητικοποίηση της πολιτικής αλλά και την άμεση σύνδεσή της με την κοινωνία του θεάματος, γι’ αυτό κλείνει το κείμενό του στο όνομα της αισθητικής επαναφόρτισης της μπενγιαμινικής aura χωρίς… να αναζητάει αντικλείδια. Παραποιώ τον Παυλόπουλο συνοψίζοντας το πολυσημικό καταστάλαγμα του Βάσση απαντώ, εν κατακλείδι, στο ερώτημα του τίτλου:
Η ποίηση ήταν, είναι και θα παραμείνει ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς… μια πόρτα ανοιχτή.


 ΠΗΓΗ: Χρήστος Νεδελκόπουλος, συγγραφέας – υποψ. διδάκτωρ Φιλοσοφίας Παν/μίου Ιωαννίνων - Εφημερίδα των Συντακτών 3/10/2016] 

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Η ΖΗΛΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Η κοινή σιωπή συνεχίζεται και είναι δική μου υποχρέωση να τη διακόψω. Πρέπει να συστηθώ, να βγάλω το χέρι από την τσέπη και να το απλώσω για να τον χαιρετήσω ή, αλλιώτικα, να τραβήξω το πιστόλι και να πυροβολήσω… Βγάζω το περίστροφο και πατάω τη σκανδάλη. Εκείνος σωριάζεται, κι ενώ βρίσκεται ξαπλωμένος στο έδαφος, του ρίχνω τρεις σφαίρες ακόμα, για περισσότερη σιγουριά!.. Από το παράθυρο του τρένου βλέπω ένα σμήνος από πολίτες ντυμένους με κουστούμια να περπατούν βιαστικοί, να δρασκελίζουν το πτώμα του και να συνεχίζουν το δρόμο τους. Κανένας δεν παρατηρεί πως τον έχουν πυροβολήσει, σ’ αυτούς τους δρόμους οι ιδιοφυΐες πεθαίνουν σαν τις μύγες, καμιά εκατοστή την ημέρα. Μέχρι τον τελευταίο σταθμό καταφέρνω να συμπληρώσω στο σταυρόλεξο τις λύσεις που γνωρίζω, οι υπόλοιπες είναι έτσι κι αλλιώς χαμένες για πάντα για μένα… Τι συμβαίνει τώρα; Ένας συγγραφέας κρατείται όμηρος από τρεις άνδρες. Δεν θέλουν να τον ληστέψουν, αλλά ούτε και να τον σκοτώσουν. Αυτό που απαιτούν είναι να τους διηγηθεί μια ιστορία. Κι αυτός θα αποπειραθεί να ικανοποιήσει την παράδοξη απαίτησή τους λέγοντάς τους μια ιστορία για έναν συγγραφέα ο οποίος κρατείται από τρεις άνδρες που του ζητούν να τους διηγηθεί μια ιστορία. «Αυτή δεν είναι μια ιστορία. Αυτή είναι μια μαρτυρία. Είναι ακριβώς ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Ακριβώς αυτό που προσπαθούμε να αποφύγουμε.. Χρησιμοποίησε τη φαντασία σου, φίλε, δημιούργησε, επινόησε, φτάσε μέχρι το τέρμα», θα του πει ένας από αυτούς και ο συγγραφέας - φανταστικός και πραγματικός - θα τον ακούσει. [Έτγκαρτ Κέρετ, λάτρης της μικρής φόρμας και θιασώτης του αλόκοτου με όπλο του το χιούμορ, ο ισραηλινός συγγραφέας του βιβλίου «Το κορίτσι στο ψυγείο», Εκδόσεις Καστανιώτη από το οποίο μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω την ιστορία με τίτλο  Η ΖΗΛΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ]: 

  
ΝΑ ΒΓΑΛΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΑΠ’ ΤΗ ΤΣΕΠΗ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΑΠΛΩΣΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΧΑΙΡΕΤΗΣΩ ή ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ, ΝΑ ΤΡΑΒΗΞΩ ΠΙΣΤΟΛΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΩ:  
Η κυρία στο τμήμα φύλαξης αντικειμένων ξαφνιάζεται όταν φτάνω στο γκισέ και ζητώ να εναποθέσω το φορτίο μου. Σίγουρα της φαίνομαι περίεργος. Σταγόνες ιδρώτα λάμπουν στο μέτωπό μου μέσα στο παγωμένο δεκεμβριανό κρύο, ενώ το μοναδικό μου φορτίο είναι ένα βιβλίο που κρατάω στα χέρια μου, με το δάχτυλο ακόμη ανάμεσα στις σελίδες, ένα είδος πρόχειρου σελιδοδείκτη. Προσπαθεί να μου πάρει το βιβλίο απ’ τα χέρια, αλλά, παρόλο που το έχω πλέον αφήσει, το δάχτυλό μου παραμένει εγκλωβισμένο στα πεισματωμένα δόντια του. Τραβάω το χέρι μου με όλη μου τη δύναμη και το βιβλίο απομένει στα δικά της χέρια.
Το Homo Faber, τι καταπληκτικό βιβλίο!, λέει, κάνοντας σαν να μην συνέβη τίποτα.
Εγώ πιπιλάω το αίμα από το πληγωμένο μου δάχτυλο και σωπαίνω, οι λέξεις είναι δόλια κατασκευάσματα.
Υπέροχο βιβλίο, ειδικά το τέλος, δεν νομίζετε; κάνει ακόμα μια προσπάθεια, ενώ μου δίνει την απόδειξη για τη φύλαξη.
Δεν ξέρω. Δεν έχω φτάσει στο τέλος.
Της γυρνάω την πλάτη και βαδίζω προς την πλατφόρμα.

Εκείνος στέκεται στην άκρη της πλατφόρμας, φοράει ένα μαύρο κουστούμι, είναι ψηλότερος απ’ όσο φανταζόμουν. Σκουπίζω τον ιδρώτα από το μέτωπο με την αναστροφή του αριστερού μου χεριού, αφού δεν έχω ούτε πετσέτα ούτε μαντίλι, και το δεξί μου χέρι βρίσκεται βαθιά μέσα στην τσέπη του παλτού μου. Μας χωρίζουν μόνο δεκαπέντε βήματα, τα διασχίζω.
Κύριε Φρις, ρωτάω.
Εκείνος γυρίζει το πρόσωπό του προς τη μεριά μου, η φάτσα του μοιάζει ακριβώς σαν εξώφυλλο του Ταρτάκοβερ
Ναι, απαντάει ευγενικά. Πώς μπορώ να βοηθήσω τον κύριο…
Περνούν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής, το δεξί μου χέρι βρίσκεται ακόμα στην τσέπη του παλτού, μια κίνηση αγενής, σχεδόν ανατολίτικη. Δεν κάνω τίποτα προς απάντησή του, μόνο χαμηλώνω το βλέμμα ντροπαλά. Η κοινή σιωπή συνεχίζεται και είναι δική μου υποχρέωση να τη διακόψω. Πρέπει να συστηθώ, να βγάλω το χέρι απ’ την τσέπη και να το απλώσω για να τον χαιρετήσω, ή αλλιώτικα, να τραβήξω το πιστόλι και να πυροβολήσω. Να πυροβολήσω, δεν υπάρχει αμφιβολία, καλύτερα να πυροβολήσω. Βγάζω το περίστροφο και πατάω τη σκανδάλη. Εκείνος σωριάζεται, κι ενώ βρίσκεται ξαπλωμένος στο έδαφος, του ρίχνω τρεις σφαίρες ακόμα, για περισσότερη σιγουριά.

Ποτέ δε θα μάθω να γράφω όπως έγραφε αυτός ο μπάσταρδος. Όλες εκείνες οι λέξεις με τις οποίες εγώ μάχομαι και ποτέ δεν καταφέρνω να υποτάξω του παραδόθηκαν οικειοθελώς, κουνώντας την ουρά τους σαν εκπαιδευμένα κουταβάκια, σχημάτισαν τέλειες προτάσεις, ακριβώς όπως τις ήθελε. Ο παρανοϊκός Ελβετός σίγουρα δεν θα μπορούσε καν να καταλάβει πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να εργάζεται επί οχτώ μήνες πάνω σ’ ένα έργο, να διαλύεται από την αρχή κάθε μέρα γι’ αυτό, να του δίνεται ψυχή τε και σώματι. Οχτώ γαμημένοι μήνες, για ποιο λόγο; Για ένα βιβλίο μέτριο. Και πώς θα μπορούσε να καταλάβει; Αυτουνού το κλασικό του τρέχει απ΄ τα μπατζάκια. Έτσι είναι οι Ελβετοί, όλα τους έρχονται τόσο εύκολα, πώς να μην τους μισείς; Δεν ξέρουν τι είναι πόλεμος, όλη την ώρα τρώνε σοκολάτα, δεν έχουν πάει ποτέ στο στρατό.
Για να είμαι απόλυτα σίγουρος, του ρίχνω ακόμα μια σφαίρα.

Από το παράθυρο του τρένου βλέπω ένα σμήνος από πολίτες ντυμένους με κουστούμια να περπατούν βιαστικοί, να δρασκελίζουν το πτώμα του και να συνεχίζουν το δρόμο τους. Κανένας δεν παρατηρεί πως τον έχουν πυροβολήσει, σ’ αυτούς τους δρόμους οι ιδιοφυΐες πεθαίνουν σαν τις μύγες, καμιά εκατοστή την ημέρα. Μέχρι τον τελευταίο σταθμό καταφέρνω να συμπληρώσω στο σταυρόλεξο τις λύσεις που γνωρίζω, οι υπόλοιπες είναι έτσι κι αλλιώς χαμένες για πάντα για μένα.

Κατεβαίνω απ’ το τρένο και μπαίνω σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Πάνω στο ράφι υπάρχει το βιβλίο του Σάλιντζερ μ’ ένα άσχημο εξώφυλλο, με περιμένει ανυπόμονα, με τη ράχη του κυρτή, έτοιμο να τιναχτεί πάνω μου. Και πριν καταλάβω τη συμβαίνει, βρίσκεται ήδη στα χέρια μου, ανοίγει διάπλατα τις δαγκάνες του, στη σελίδα 7, κι εγώ αγωνίζομαι να ελευθερωθώ, μάχομαι, προσπαθώ να δραπετεύσω, αρκεί να μη διαβάσω, στο τέλος όμως υποτάσσομαι. Αυτός ο Σκάλιντζερ, άλλος μπάσταρδος, την ερχόμενη εβδομάδα θα πεταχτώ να τον επισκεφτώ κι αυτόν.

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

GAME OVER: Ο πρίγκιπας, η ξυπόλυτη γκόμενα κι ο κλέφτης που χάνει τις γόβες σ’ ένα παιχνίδι που τρέχει στο χρόνο

Ο πρίγκιπας καβάλα σε μια μηχανή γυρίζει τον κόσμο να ψάξει την ξυπόλυτη. Οι γόβες σχεδόν αφόρετες στα χέρια του, άκομψες στα πόδια της. Και τότε δυο πόδια με τρίχες και κάλλους μπαίνουν στα γοβάκια κι αρχίζουν να τρέχουν όπως ένας Dalton με γόβες…  Και οι τρεις όμως ξέρουν από πριν ότι στις δώδεκα ακριβώς το παιχνίδι τελειώνει… (ενώ με ΚΛΙΚ εδώ αρχίζει το γνωστό παραμύθι στην εκδοχή που η φαντασία του Πέτρου Βερβερή είδε την Γκόμενα να καλπάζεi ευχαριστημένη, όταν πια τα ξυπόλητα πόδια  ταίριαζαν με τις  οπλές  του γαϊδάρου – Στη φωτογραφία η συνταγή για Γοβάκια Σταχτοπούτας]


 Και οι τρεις ξέρανε από πριν, ότι στις δώδεκα το παραμύθι τελειώνει και η γυαλιστερή λίμο θα μεταμορφωθεί σε γαϊδούρι. Κι η Γκόμενα ανέβηκε πρώτη πάνω πετώντας τις γόβες στο δρόμο. Πες το χυδαιότητα, πες το αμαρτία. Όπως κι αν το πεις, ένα είναι σίγουρο. Πως όταν η Γκόμενα πετάξει τα γοβάκια της ενισχύει τον ρόλο του πρίγκιπα – κάτι σαν διαμαρτυρία. 

- Πόσες ώρες μένουν ακόμη;

Ο Πρίγκιπας καβάλα σε μια μηχανή γυρίζει τον κόσμο να ψάξει την ξυπόλυτη. Οι γόβες σχεδόν αφόρετες. Αφόρητες στα χέρια του, άκομψες στα πόδια της. Χιλιάδες δάχτυλα ποδιών, όπως τα πόδια μιας αράχνης, κοιτάζουν τον Πρίγκιπα, του κλείνουν το μάτι και του λένε προκλητικά: «Έλα». 

Ένα μεθύσι απίστευτο ξεκινά κάπου εδώ στην ιστορία.
- Πόσες ώρες μένουν ακόμη;

Τα μάτια του Πρίγκιπα γυαλίζουν κι η λάμψη δεν τον αφήνει να εστιάσει στα υποψήφια πόδια. Τώρα η αράχνη παίζει μαζί του, τον χαϊδεύει, τον γαργαλάει, τον τσιμπάει κι αυτός μεθάει όλο και πιο πολύ κι αφήνει την τσάντα με τις γόβες εκεί κάτω που τις άφησε κι η Γκόμενα.

Και τότε δυο πόδια, με τρίχες και κάλλους μπαίνουν στα γοβάκια κι αρχίζουν να τρέχουν. Όπως ένας Dalton με γόβες. 
Τρέχει. Τρέχει να προλάβει να εξαργυρώσει έστω τη μία για να ’χει να ζήσει το υπόλοιπο. Τρέχει απέναντι στο χρόνο. Κι ο χρόνος τρέχει μαζί του. Τρέχει όλο και πιο πολύ. Τρέχει να ξεχάσει. Τρέχει να προδώσει. Τρέχει να ματώσει. Τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει…

- Πόσες ώρες μένουν ακόμη; 

Τρέχει και ρωτάει τους περαστικούς που δεν υπάρχουν. Τρέχει και φωνάζει στους περαστικούς. Τρέχει. Τρέχει. Τρέχει. Βρέχει. Κι είναι δύσκολο να τρέξει τον βρεγμένο δρόμο πάνω σε δυο γόβες. Αρχίζει να λυπάται που ο χρόνος τρέχει και τελειώνει. Θέλει να κρατήσει την τελευταία άμμο της κλεψύδρας στα χέρια του, να την κάνει ό,τι νομίζει αυτός καλύτερο. Κι εκείνη τη στιγμή μια λίμο πετάει λασπόνερα έτσι όπως πήρε την στροφή και τον κάνει μούσκεμα από πάνω μέχρι κάτω. 
Η αράχνη ακόμα χαϊδεύει τον πρίγκιπα.

- Έμεινε καθόλου χρόνος; 

---GAME OVER---
Ο Πρίγκιπας δέχεται να πιεί το δηλητήριο της αράχνης μέχρι τέλους.
Ο Κλέφτης χάνει τις γόβες.
Η Γκόμενα καλπάζει πάνω στο ζώο ευχαριστημένη όσο ποτέ, τώρα που τα ξυπόλυτα πόδια της ταιριάζουν με τον γάιδαρο.

[ΠΗΓΗ:  Πέτρος Βερβερής, ΝΤΟΥέΝΤΕ http://duendemagazine.gr/ ]

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

ΣΕ ΜΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΔΙΕΞΟΔΑ:

… Και βγήκε στο μπαλκόνι εν μέσω επευφημιών, «πατριώτες, αγαπητοί συμπολίτες»…
«Έχουμε φέρει και τα παιδιά μας» ακούστηκε βροντώδης αντρική φωνή.
«Αγαπητοί συμπολίτες, πατριώτες, γλυκά μου παιδιά» – «έχουμε φέρει και τα σκυλάκια μας» τον διέκοψε άλλη βροντώδης φωνή…
«Αγαπητοί συμπολίτες, πατριώτες, γλυκά μου παιδιά, χαριτωμένα σκυλάκια» –
 «έχουμε και τις γάτες μας» ακούστηκε άλλη βροντώδης φωνή. Απτόητος και χαμογελαστός ο δικός σου συνέχισε: «Αγαπητοί συμπολίτες, πατριώτες, γλυκά μου παιδιά, γατούλες και σκυλάκια» –
 «έχουμε φέρει και τους αγαπημένους μας νεκρούς!»…
 Σιγά μην κωλώσει, προσφώνησε και τους νεκρούς, δίνοντας έτσι ένα μάθημα ψυχραιμίας, αυτοκυριαρχίας και ειρωνείας υψηλού επιπέδου. Ήταν μια μεγαλειώδης συγκέντρωση με ζητωκραυγές, νιαουρίσματα και γαβγίσματα, που έκαναν τους νεκρούς να θέλουν να ξαναπεθάνουν, αν πιστέψουμε ότι παρέστησαν πράγματι νεκροί. Και γιατί όχι; Σε μια Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα!... Αναφώνησε δε ο Θεός απαυδισμένος: «Ρε, δεν πάτε όλοι σας να συνευρεθείτε (αλλιώς το είπε) μ’ έχετε πρήξει πια». Και φωνή τραχεία, εξίσου απαυδισμένη, απάντησε στα ίσα: «Να πας εσύ να συνευρεθείς» (άλλο ρήμα ακούστηκε)…  [απόσπασμα από το βιβλίο του Μάριου Πόντικα «Κουταμάρες (και μια εξυπνάδα)» - άλλη μια «ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ» από την Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 με ΚΛΙΚ στην «εξυπνάδα» του Γιώργου Καραϊσκάκη να εκδηλώνει το μίσος του προς τους εχθρούς με βρισιές αναφορικές της γενετήσιας πράξης ή απειλές αναγραφής αυτού του μίσους στην επιφάνεια των γεννητικών του οργάνων – Αντίστιξη ο πίνακας του Ντελακρουά ΕΛΛΑΔΑ που συνοδεύει αυτή την ανάρτηση)


 «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» 1826, Ευγένιος Ντελακρουά, εμπνευσμένος από την τρίτη πολιορκία. Ελαιογραφία σε καμβά, Μουσείο καλών τεχνών στη Μπορντό... 

ΚΟΥΤΑΜΑΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ
Πράγματι, ο Καραϊσκάκης ήταν βωμολόχος. Οι βρισιές του έχουν μείνει στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 και είναι χαρακτηριστικές για τη σεξουαλικότητά τους. Η γενετήσια πράξη ως απειλή, τα γεννητικά όργανα ως επιφάνειες αναγραφής του μίσους και της περιφρόνησής του για τους Τούρκους κλπ. Εκείνο όμως που δεν αναφέρεται, ούτε από τον ιστορικό Κασομούλη, είναι οι φοβερές βρισιές της μάνας του της Καλογριάς, από την οποία κόλλησε και το χούι του υβρίζειν χυδαϊστί. Εν τούτοις οι βρισιές του γιού αποτελούν αθώους αστεϊσμούς μπροστά στα αποτρόπαια μπινελίκια της μάνας του. Αποτρόπαια, εφιαλτικά, αβυσσαλέας και διεστραμμένης επινοητικότητας. Σύγκρυο και οξύς πυρετός κυρίευαν όποιον είχε την ατυχία να διαπληκτιστεί μαζί της, και μάλιστα βράδυ, χωρίς φεγγάρι μάλιστα. Όχι Τούρκος, ούτε Άγιος δεν τολμούσε να τις αντιπαρατεθεί. Ο Τούρκος πέταγε τα όπλα του και έτρεχε να κρυφτεί, ο Άγιος γύριζε την εικόνα του ανάποδα για να μην βλέπει και να μην ακούει την Καλόγρια. Ως και ο στρατηγός Καραϊσκάκης ντρεπόταν, όταν την άκουγε να βλαστημάει. Αμάν ρε μάνα, σ’ ακούει ο μπούτσος μου και μικραίνει, της έλεγε, όπως λένε αυτόπτες μάρτυρες, των οποίων τα λεγόμενα έφτασαν πες-πες μέχρι τα νεώτερα χρόνια. Είναι φυσικό λοιπόν να μην έχουν καταγραφεί αυτές οι κατασκότεινες βρισιές της Ζωής –αυτό ήταν το βαφτιστικό όνομα της Καλογριάς μητέρας. Μόνον ό,τι πρόλαβε να διασώσει η προφορική παράδοση, τι να διασώσει όμως, αφού το 1835 οι αντιβασιλείς Άρμανσμπεργ, Μάουερ και Έυδεκ διέταξαν –εν ονόματι του βασιλέως- να κόβεται η γλώσσα όποιου τολμούσε να κάνει λόγο για τα γαμοσταυρίδια της Ζωής Ντιμισκή –αυτό ήταν το πατρικό όνομα της αθυρόστομης Καλογριάς, να ’ναι καλά εκεί που βρίσκεται, παρέα με λυγερόκορμους καυλιάρηδες αρματολούς της ευχόμαστε και όχι με τίποτα νταουνιαρηδες διανοούμενους του εσαεί νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, με τίποτα λαϊφστυλάκηδες νεόπλουτους, δαφνοστεφανομένους κερατάδες, αγαθολούληδες ηθικολόγους –ο Θεός να μας συγχωρέσει. Αλλά ούτε ένα Δημοτικό τραγούδι για πάρτη της, γαμώ τους αποθησαυριστές της δημώδους ποιήσεως; Του Κίτσου η μάνα τραγούδι υπάρχει, και καλώς. Καλώς και του Λιβίνη, του Βλαχοθανασάκη, του Γιώτη, του Γιάννη του Στάθη, του Ζαχαράκη, της Λιάκαινας. Τη Ζωής της Καλογριάς, τίποτα; Της μάνας του Καραϊσκάκη, ρε γιαταγάνια του φαγητού;

[από το βιβλίο του Μάριου Πόντικα ΚΟΥΤΑΜΑΡΕΣ και μια ΕΞΥΠΝΑΔΑ, Α΄ τόμος, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012]

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΠΩΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΘΥΜΩΜΕΝΟ ΘΑ ΤΗΝ ΠΝΙΞΕΙ:

Τώρα, όσο κι αν λαχταρώ, δεν θα είμαι ποτέ πια Καθαρή απ’ αυτό που γεννιέται αδιάκοπα μέσα μου!.. Και κανείς δε δείχνει Έλεος σε κάποιον που ένιωσε έναν Έρωτα αταίριαστο, όπως της Φαίδρας. Το μόνο που μπορούν να σου επιτρέψουν είναι επιεικώς μια Ψύχωση, για να χαράσσεις τα βράδια τους μηρούς σου και να αφήνεις μαύρο το αίμα να κυλά, διώχνοντας τις ψυχές που μαζεύονται διψασμένες. Μία και μοναδική φορά βρήκα το θάρρος να την αναζητήσω Και τότε οι άλλοι, όλοι αυτοί οι ανυπόφοροι άλλοι, δεν με άφησαν. Είχαν ήδη αποφασίσει αν και πώς θα ζήσω. Γιατί, λένε, δεν έχω δικαίωμα στη μη-ζωή. Να καταβροχθίσω τον Άλλον ναι, αλλά όχι τον εαυτό μου Έτσι λοιπόν εκείνο το βράδυ, με τράβηξαν πίσω με το ζόρι, όπως τραβούν ένα μωρό που ’ρχεται ανάποδα κι έχει σκαλώσει στα σκέλια της μάνας του, πεισματικά αρνούμενο να βγει έξω στο κρύο. Μπάτσισαν το μπλάβο κορμί μου, χώνοντάς του σωλήνες και βελόνες και μόλις άρχισα να πονάω πολύ, ν’ αναπνέω ξανά και να κλαίω, με παράτησαν ήσυχη. Ήμουν ζωντανή. Τι κι αν έκλαιγα μελανιασμένη γοερά; Ανέπνεα και πάλι. Τι κι αν είχα ξεράσει χίλιες φορές τον κόσμο τους; Ήμουν εκεί. Μαζί τους. Άρα μία από αυτούς. Κι  αυτό τους αρκούσε… Ξαναδιαβάζω τα ποιήματά της κι ας μου το έχουν απαγορεύσει. Τα έχω γερά κλειδωμένα στη μνήμη μου. Κλείνω τα μάτια και τα διαβάζω. Κάθε λέξη γίνεται απτή, ανάγλυφη, εισχωρεί μέσα απ’ τα λεπτά νεύρα του μυαλού και της γλώσσας και εξαπλώνεται. Με πονά το άγριο πάθος, η υποδόρια θλίψη της…  [Άννα Αφεντουλίδου UNDEAD στη Serah Kane – και με ΚΛΙΚ στην εικόνα η συνέχεια της ιστορίας  - ART by 11 Constantine Gedal]



Με πονά το άγριο πάθος, η υποδόρια θλίψη της.

«…Ο ήλιος πασχίζει να ξεγελάσει. Τα σύννεφα ψύχραιμα τον διαψεύδουν. Ο ιδρώτας δεν είναι πια τόσο αλμυρός, τα μάτια δεν καίνε. Το φθινόπωρο ύπουλο διαβρώνει τα πάντα. Η μέρα συνεχίζει να ψυχορραγεί.

     Ξανθά κοντοκουρεμένα μαλλιά, φαρδιά πουκάμισα, κατακόκκινα χείλη. Ελαφρά κυρτωμένοι ώμοι, γεροδεμένα πόδια. Κυκλοφορούσε συνεχώς με ποδήλατο.

    -Μην τα διαβάζεις δυνατά! Μου έλεγε όταν μου έδινε τα κείμενά της. Της άρεσε να παρακολουθεί τα μάτια μου να κυλούν πάνω στις λέξεις της, με τα χείλη σιωπηλά να ανοιγοκλείνουν ανεπαίσθητα.

     Συνήθιζε τα λόγια της να τα βάζει στα στόματα άλλων. Ξαναπλάθοντας κόσμους, όπου άλλοι είχαν τους ρόλους της. Κι εγώ σαγηνευμένη ακολουθούσα. Πάντα ένα βήμα πίσω. Μένοντας συνεχώς στο κατώφλι.

     Κάθε φορά που ολοκλήρωνε ένα έργο της ένιωθα να μ’ αγγίζει βαθύτερα, να με δένει μαζί της αναπότρεπτα. Και ταυτόχρονα να ξεμακραίνει μ’ έναν τρόπο παράδοξο. Μετά το πέμπτο της έργο, που «ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων» κι αυτό, δήλωσε πολύ κουρασμένη. Ήθελε να ταξιδέψει. Την τελευταία φορά που την είδα, τα μάτια της κοίταζαν θλιμμένα, μακριά. Δεν είχα την τόλμη να φύγω μαζί της. Μα δεν είναι απλά ότι δεν την ακολούθησα· αλλά το πώς την εγκατέλειψα. Χωρίς δισταγμό. Χωρίς σκέψη…»

Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα που ήταν δίπλα στο κάτασπρο κρεβάτι. Το παράθυρο σχετικά μικρό, αλλά άφηνε σπάταλα το φως να μπαίνει μέσα. Λευκές οι κουρτίνες, το ίδιο κι οι τοίχοι. Λίγα λουλούδια σ’ ένα άθραυστο βάζο. Στα τζάμια κάγκελα. Ήταν όλα απόλυτα ασφαλή και σιωπηλά. Οι διάδρομοι αυτών των νοσοκομείων σα μονωμένο στούντιο τηλεόρασης. Αθέατος στους άλλους ο ανθρώπινος πόνος· βουβός. Βημάτισε για λίγο μες στο μικρό δωμάτιο και κάθισε πάλι μισοζαλισμένη από τα φάρμακα. Άνοιξε το τετράδιο αρχίζοντας ξανά να γράφει.

«…Τώρα, όσο κι αν Λαχταρώ, δεν θα είμαι ποτέ Πια Καθαρή απ’ αυτό που γεννιέται αδιάκοπα μέσα μου. Και κανείς δε δείχνει Έλεος σε κάποιον που ένιωσε έναν Έρωτα αταίριαστο, όπως της Φαίδρας. Το μόνο που μπορούν να σου επιτρέψουν είναι επιεικώς μια Ψύχωση, για να χαράσσεις τα βράδια τους μηρούς σου και να αφήνεις μαύρο το αίμα να κυλά, διώχνοντας τις ψυχές που μαζεύονται διψασμένες.

     Μία και μοναδική φορά βρήκα το θάρρος να την αναζητήσω Και τότε οι άλλοι, όλοι αυτοί οι ανυπόφοροι άλλοι, δεν με άφησαν. Είχαν ήδη αποφασίσει αν και πώς θα ζήσω. Γιατί, λένε, δεν έχω δικαίωμα στη μη-ζωή. Να καταβροχθίσω τον Άλλον ναι, αλλά όχι τον εαυτό μου

     Έτσι λοιπόν εκείνο το βράδυ, με τράβηξαν πίσω με το ζόρι, όπως τραβούν ένα μωρό που ’ρχεται ανάποδα κι έχει σκαλώσει στα σκέλια της μάνας του, πεισματικά αρνούμενο να βγει έξω στο κρύο. Μπάτσισαν το μπλάβο κορμί μου, χώνοντάς του σωλήνες και βελόνες και μόλις άρχισα να πονάω πολύ, ν’ αναπνέω ξανά και να κλαίω, με παράτησαν ήσυχη. Ήμουν ζωντανή. Τι κι αν έκλαιγα μελανιασμένη γοερά; Ανέπνεα και πάλι. Τι κι αν είχα ξεράσει χίλιες φορές τον κόσμο τους; Ήμουν εκεί. Μαζί τους. Άρα μία από αυτούς. Κι  αυτό τους αρκούσε.

     Τώρα έβαλαν να με φρουρούν δεσμοφύλακες. Κρατώντας μακριά μου κάθε τι που θα μπορούσε να εκπληρώσει την κατάρα που με έδεσε για πάντα μαζί της. Κορδόνια, λεπίδες, δηλητήρια. Μόνο που αγνοούν πως αυτό ακριβώς συνιστά και την εκπλήρωσή της.
     Γιατί, έτσι ύπουλοι και φθονεροί που είναι, φόρτωσαν με τόσα φάρμακα το κορμί μου, με τόσα χημικά, ώστε επήλθε ένα είδος μετάλλαξης, κι αντί να τρέφομαι  με τις σάρκες των άλλων, τρώω τις δικές μου· δεν παύω ωστόσο να έχω την κατάρα των Undead …»

Έκλεισε το σημειωματάριό της και το άφησε μαζί με το μικρό της μολύβι πάνω στο κρεβάτι. Πήγε κοντά στο παράθυρο και το άνοιξε. Δροσερός ο αέρας της νύχτας που πλησίαζε, την έκανε ν’ ανατριχιάσει. Η πόλη βαριανάσαινε, άγρυπνη και κουρασμένη. Έπιασε με τα δυο της χέρια τα κάγκελα και έσκυψε το κεφάλι. Ακούμπησε το μέτωπο στο στενό περβάζι. Τα μαλλιά της έπεσαν μπροστά σκεπάζοντάς της το πρόσωπο κι αποκαλύπτοντας χλωμό και αδύνατο τον αυχένα. Έσφιξε τα δάχτυλα γύρω από το κρύο μέταλλο, έκλεισε τα μάτια. Έβγαλε την υγρή της γλώσσα ανάμεσα από δυο στεγνά άχρωμα χείλη. Και την δάγκωσε με όλη της την δύναμη απανωτά, μέχρι που το αίμα τινάχθηκε πίδακας. Βογκώντας ελαφρά πλησίασε στο κρεβάτι και ξάπλωσε.

     Είχε την ελπίδα πως αυτή τη φορά το αίμα της θυμωμένο θα την πνίξει. Ή, έστω, κουρασμένο θα έχει τελειώσει ως το πρωί.
______________

[ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, BOOKSTAND, Περιοδικό για το βιβλίο και την ανάγνωση]

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΔΕΙΝΑ αλλά «ΟΥΔΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΕΙΝΟΤΕΡΟΝ ΠΕΛΕΙ» (κι ο «Προμηθέας» με Το Φως που Καίει σκοτάδια μεσαιωνικά άφαντος):

Αρχικά, ας σκεφτούμε την αποφθεγματική παραπάνω ρήση του Σοφοκλή (από την Αντιγόνη του). Κι ας συμφωνήσουμε ότι, πράγματι, θαυμαστή και φοβερή, είναι από τότε μέχρι σήμερα, η «δεινότητα» του ανθρώπου να εφευρίσκει «εργαλεία» και «μηχανές» που αλλάζουν άρδην τα δεδομένα της ζωής του…  Φαίνεται, όμως, πως παράλληλα και «εν αγνοία του» (;) ελευθέρωνε μηχανισμούς που έκαμναν πιο εύκολο τον εξανδραποδισμό του (πολλοί το λένε αλλοτρίωση).  Και το πιο εντυπωσιακό σημείο στην πορεία κατακτήσεων και αλλαγών, σταθμός στις ΛΕΞΕΙΣ και τα ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ήταν ένα άλλο «Δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού» (με αντίδωρο τον Απαγορευμένο Καρπό του): η αντίληψη  για τον κόσμο μπορεί να μεταφέρεται ως εικόνα στο «σκληρό δίσκο της διαρκούς μνήμης» (μπορεί και στην ειδική εκείνη περιοχή που την είπαν υποσυνείδητο)  με κάποιο πλάγιο τρόπο, χωρίς τη μεσολάβηση των αισθήσεων. «Μονοπάτι» πλάγιο και πονηρό που παρακάμπτει  τον ευθύ δρόμο της γνώσης…- μεσολαβεί κενό και μεγάλο χρονικό άλμα- Το πιο τρομακτικό εύρημα των σύγχρονων επιστημών για τη διαδικασία αυτή της γνώσης είναι πως οι εικόνες/ παραστάσεις για τον Κόσμο και τους Κανόνες του εισχωρούν στο υποσυνείδητό χωρίς κάποιο υποτυπώδη λογικό έλεγχο κι από κει, πανταχού παρούσες, προσδιορίζουν πλαγίως τη συμπεριφορά μου π.χ. για «τη γραβάτα που θα διαλέξω», για τα χρώματα με τα οποία θα ντύσω την Άνοιξη μου, για τις μουσικές με τις οποίες θα τα συνοδέψω, για τις ξανθιές που ενδόμυχα θα επιθυμώ υποτιμώντας ωστόσο την ευστροφία τους…  (χα, χα, χα…) (και φτάνοντας αισίως στα χρόνια της χολέρας των μνημονίων… ΚΛΙΚ στην εικόνα του ESCHER  για ένα κείμενο με αλλεργία σε ανέξοδα like που επιδέχεται όμως πολλαπλές αναγνώσεις όταν ο χρόνος είναι πραγματικά ελεύθερος για προβληματισμό Έχεις χρόνο και κότσια για προβληματισμό περί των Βαρβάρων, που όπως πολύ σωστά το προφήτεψε ο ποιητής, δεν υπάρχουν πια κι αδίκως τους περιμένουμε στους… καναπέδες συναθροισμένοι!.. Ήταν κι αυτοί ένα καλοφτιαγμένο άλλοθι πίσω από το οποίο κρύψαμε επιμελώς τη χρόνια αδράνεια μας, το πρόσχημα των Μοιραίων που θα περιμένουν εσαεί «άνωθεν» το Μεσσία της σωτηρίας τους από την Υπόγεια Ταβέρνα με την κραυγή Κάθαρση να παραμένει άναρθρη και χωρίς επιστροφή ήχου.  Για τη συνέχεια μονό ΚΛΙΚ στην εικόνα και διπλό στο ρεφρέν: «που ’σαι νιότη που ΄δειχνες πως θα γινόμουν άλλος)



(και φτάνοντας αισίως στα χρόνια της χολέρας των μνημονίων…)
… για το μνημόνιο που είναι αναγκαίο κακό και δεν πρέπει ούτε μπορώ να το αμφισβητήσω… και τα λοιπά και τα λοιπά…
Άλλη μια «δαγκωνιά» στο «μήλο της γνώσης» και θα βλέπω με άλλο τρόπο αυτό που από καιρό υποψιαζόμουνα για τις πλασματικές/ τεχνητές ανάγκες που, πρώτα, μ’ έκαναν να τις πιστέψω ως πραγματικές κι ύστερα να τις βάλω κορώνα στον κόσμο των αξιών μου…
Δηλαδή, είναι βέβαιο πια, πως  δυνατότητα του ανθρώπινου μυαλού να εξαπατά τον εαυτό του είναι αναδρομική κι ατέρμονη...
Ο μηχανισμός αυτός είναι βαθιά χτισμένος στις αντιληπτικές, διανοητικές, συναισθηματικές κι ενστικτώδεις δυνατότητες του ανθρώπινου όντος. Το μόνο που κάνει η τεχνολογία είναι να υλοποιεί και στον κόσμο των τεχνημάτων αυτή την ενσωματωμένη του ιδιότητα και φυσικά να την προεκτείνει, να την αναβαθμίζει και να την τελειοποιεί.
Αλλά ας μην ξεγελιόμαστε άλλο... ο κόσμος της τεχνολογίας είναι ένας ριζικά διαφορετικός κόσμος, προέκταση και υλοποίηση της ίδιας συνειδησιακής καμπύλης του ιστορικού Συνειδέναι…
ΟΠΟΤΕ; θρυμματίζοντας την πραγματικότητα, θα καταγραφεί ως κραυγή «μοιραίου» η διαπίστωση του Wittgenstein; 

πράγματι «τα μεγάλα προβλήματα της ζωής δε λύνονται στην επιφάνεια, αλλά μονάχα στο βυθό. Σε επιφανειακές διαστάσεις παραμένουν άλυτα»;
(κι άλλο ερωτηματικό, θαυμαστικό και αποσιωπητικά…)
Τώρα, λοιπόν, που αρχίζω να καταλαβαίνω ότι η γνώση αυτή για τη δύναμη της «υποσυνείδητης εικόνας» είναι από καιρό το βασικό εργαλείο στα χέρια της επικοινωνιακής πολιτικής του άδικου λόγου της εξουσίας και, το ξέρω καλά, ότι μια τέτοια δύναμη εξουσιαστικής γλώσσας μπορεί να μεταβάλλει, σε αγέλες προδομένων παλιάτσων τα ανθρώπινα πλάσματα (τη στιγμή μάλιστα που αυτό μπορεί να συμβαίνει σήμερα περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά, αφού σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά η εξουσία έχει μελετήσει και έχει αναγάγει σε επιστήμη αυτόν τον τρόπο διοίκησης), σηκώνω τα χέρια και σου κραυγάζω κύριε καθηγητά, ειδήμονα στοχαστή, ιθύνων νου, φιλόσοφε της ιδέας του Αγαθού και ανήσυχο πνεύμα του ανθρωπισμού:

ΚΑΘΑΡΣΗ, ΚΑΘΑΡΣΗ, ΚΑΘΑΡΣΗ… (δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την τοιούτων παθημάτων…)
Δεν μου αρκεί που ξύπνησα ένα πρωί και συνειδητοποίησα ότι οι σκιές που βλέπω στο βάθος της σπηλιάς δεν είναι ο αληθινός κόσμος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αλλά είναι μόνο το πρώτο μισό βήμα. Πρέπει επειγόντως να βρω κατάλληλο κι αντίστοιχο «πρόγραμμα», (anti-Virus, antimalware),  που θα με βοηθήσει να ξεριζώσω δια παντός τους «ιούς» της σκέψης, τα έτοιμα σχήματα δηλαδή, τα στερεότυπα, τις αυθαίρετες και βεβιασμένες γενικεύσεις.
Ζητείται επειγόντως  «Προμηθέας με φωτιές» που θα καίει πάσης φύσεως σκοτάδια μεσαιωνικά! Ζητείται ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ!!!  (γιατί, τελικά, όπως φαίνεται, μόνο ο Ποιητής μένει να ξεσκεπάζει τη φθορά του εκμεταλλευτικού αστικού καθεστώτος και να οραματίζεται το φως που θα φωτίζει το δρόμο των δεσμωτών του σπηλαίου και με τη φωτιά του λόγου και τη σαρκαστική ειρωνεία θα καίει το εποικοδόμημα του αντιδραστικού κοινωνικού καθεστώτος- ΒΑΡΝΑΛΗΣ βέβαια)

Τα αίτια λοιπόν της κρίσης της γλώσσας (και της γλώσσας της εξουσίας) παραπέμπουν στα αίτια της κρίσης της παιδείας, τα οποία με τη σειρά τους παραπέμπουν στην κρίση του ανθρώπου. Ένας φαυλεπίφαυλος κύκλος, που αν κι αυτός είναι κάτω από το διακριτικό έλεγχο των διαχειριστών της εξουσίας, τη βάψαμε, κύριε καθηγητά. Λες, και πάλι, το δίκιο να είναι με το μέρος των Ποιητών;

«Σ’ όλες τις γλώσσες το αδύνατον διαρκεί… Μετρά εκείνο που μένει. Το ίδιο που δεν βρίσκεται ποτέ μέσα στο άθροισμα. Μπορεί με ευθείες να χαράζεται ο Μεσημβρινός αλλ΄ η αλήθεια πάντοτε με τεθλασμένες. Λιγότερο από νου και περισσότερο από χουν είναι η δεύτερη και η τρίτη μέσα μας υπόσταση» (Οδυσσέας Ελύτης, Δυτικά της λύπης)
(ίσως) «Υπεροψία και μέθην; Όχι όμως – μάλλον σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων»; Πάντα επίκαιρο το δίλημμα του ποιητή Φερνάζη, που επινόησε ο Καβάφης στον «ΔΑΡΕΙΟ» του, για να μας πει μ’ άλλο τρόπο εκεί, πως

οι ΒΑΡΒΑΡΟΙ δεν υπάρχουν! Ήταν κι αυτοί ένα καλοφτιαγμένο ΑΛΛΟΘΙ πίσω από το οποίο κρύψαμε επιμελώς τη χρόνια αδράνεια μας, το πρόσχημα των ΜΟΙΡΑΙΩΝ που θα περιμένουν εσαεί  «άνωθεν» το Μεσσία της σωτηρίας τους. Κι έτσι η κραυγή ΚΑΘΑΡΣΗ (που λέγαμε πιο πάνω) θα παραμένει άναρθρη (και χωρίς επιστροφή ήχου!!!):
«που ’σαι νιότη που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος»

ΟΠΟΤΕ; (να αφήσουμε την τύχη μας στους Ποιητές, σ’ αυτούς τους Ύποπτους Θαυματοποιούς που πυροβολούν τις Λέξεις και γίνονται Πουλιά; Στο ζαβό το ριζικό ή στο θεό που μας μισεί;)
(εγώ ψηφίζω δαγκωτό ΠΟΙΗΣΗ, που μπορεί να διαφέρει απ’ τα άλλα «όπλα» των σημερινών Μοιραίων μόνο στον τύπο είναι όμως τελικά το πιο αυθεντικό και αμόλυντο απ’ τα παράσιτα του νόθου «πολιτισμού»)
Ναι, μόνη χαραμάδα φωτός η Ποίηση: «γι’ αυτό, σου λέω, ας εγκιβωτιστούμε σ’ ένα Ποίημα, κι όπως περπατάμε, ας το αφήσουμε να πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Αύριο, μεθαύριο θα το βρουν ξεθωριασμένο απ’ τη βροχή και τότε θα ’χει πάρει όλο το νόημά του» (Τάσος Λειβαδίτης)
 «Όσοι από σας βαρεθήκατε πια στον κόσμο αυτόν τον άδικο και τον βλακώδη να άγεσθε και να φέρεστε από τους ψεύτες, από τους σοφιστάς και λαοπλάνους…
… όσοι πια βαρεθήκατε οι δεσμοφύλακές σας σαν τόπια ταλαίπωρα να σας εξαποστέλλουν εις τον Καϊάφα και πριν από αυτόν στον Άννα, προσμένοντας να έλθει η Ώρα η χρυσαυγής, η πολυύμνητος κι ευλογημένη, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, όσοι την σημερινήν ελεεινήν πραγματικότητα να αλλάξετε ποθείτε, προσμένοντας να έλθει η Ώρα, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, ελάτε κι ας ανακράξωμεν μαζί (νυν και αεί) σαν προσευχή και σαν παιάνα, ας ανακράξωμεν μαζί, με μια φωνή, με μια φωνή – ΟΚΤΑΝΑ! (Ανδρέας Εμπειρίκος)

ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ/ συμπέρασμα Α-ΠΟΡΙΑΣ:
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί -πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους...
«ΣΚΥΤΑΛΟΔΡΟΜΙΑ» (ή «διελκυστίνδα»… στίχων που προβλέπουν πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε… )

«Άφησε με να ’ρθω μαζί σου λίγο πιο κάτω, ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια και αέρινη, ασβεστωμένη με φαγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη και άυλη, τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησέ με…»
(και από το σημείο αυτό η «Σονάτα του Σεληνόφωτος» δίνει τη σκυτάλη στους Τρώες…)

… να σου πω πως «οι προσπάθειες μας είναι των συφοριασμένων… Κομμάτι κατορθώνουμε, κομμάτι παίρνουμε επάνω μας κι αρχίζουμε να ’χουμε θάρρος και καλές ελπίδες… Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά… Είναι στιγμές που θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά, κι έξω στεκόμεθα ν’ αγωνιστούμε!.. Αλλά όταν η μεγάλη κρίση έλθει, η τόλμη και η απόφασή μας χάνονται, ταράττεται η ψυχή μας παραλύει κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή. Όμως η πτώση μας είναι βεβαία. Επάνω στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος. Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κι αισθήματα…»!.. Ρίτσος και Καβάφης συνομιλούν για να δώσουν ερεθίσματα για στοχασμούς αυτό-αναφοράς και τίποτα πιο πέρα πια… Αντιστεκόμαστε ηλεκτρονικά με ΚΛΙΚ και Like και ανακράζουμε «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους!!!)