Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2018

ΣΥΛΛΕΓΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ, ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΑΝ ΣΦΡΑΓΙΔΟΛΙΘΟΥΣ, ΠΑΣΧΙΖΕΙ Ν’ ΑΝΑΣΤΗΣΕΙ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΕΝΟΤΗΤΑΣ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΕΧΕΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ:


Από τη στιγμή που στρέφεται στα μύχια της κοινότητας, το πρώτο πράγμα που συνειδητοποιεί με παλμό καρδίας ο Παπαδιαμάντης είναι ότι τα πάντα γύρω του, έμψυχα αλλά και άψυχα, του αφηγούνται ιστορίες. Τα έρημα γιαλόξυλα, ασπρουδερά και σαπρά, λείψανα παλαιών αγνώστων ναυαγίων διηγούνται «αφώνους ιστορίας συμφορών και πνιγμών και ολέθρου» Στο βραχώδες Δρασκαλειό, «κάθε βράχος διηγείται μίαν ιστορίαν των μαθητικών μας χρόνων». Όσο για το λαζαρέτο, «έμεινεν ερείπιον, διηγούμενον εις τον εννοούντα την μυστηριώδη γλώσσαν του επισκέπτη».
Η διάκριση είναι σαφής: η διήγηση ψιθυρίζεται σαν πολύκλωνο μουρμουρητό, αλλά δεν είναι για όλα τα ώτα, ζητάει ειδικό αποδέκτη, τον «εννοούντα», που εξάπαντος πρέπει να είναι μέλος της κοινότητας. Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί την παπαδιαμαντική διηγηματογραφία από το ευρέως διαδιδόμενο ηθογραφικό πνεύμα της εποχής.
Ο αφηγητής δεν σπεύδει στην επαρχία για να περισώσει τον «ατέλειωτο θησαυρό», γεμίζοντας «τους κόρφους του», δεν ακούει τα ντόπια ήθη να του λένε «πάρε μας, φωτογράφισέ μας, πριν σβήσουμε· η άλλη γενιά δεν θα μας προλάβει», όπως τόσο χαρακτηριστικά έγραφε ο Καρκαβίτσας. Η περίπτωσή του είναι διαφορετική. Δεν εισάγεται στην πολίχνη σαν ξένος, ένα είδος επήλυδος εθιμογράφου που έπεσε «αγαθη τη τύχη» σε φλέβα χρυσού. Η φλέβα υπήρχε, μόνο που και ο ίδιος κρατούσε από το δικό της αίμα. Γηγενής κι αυτός, ξεσκολισμένος στο ντόπιο ήθος, δεν συνέλεγε λαίμαργα ιστορίες: κυρίως πάσχιζε να θυμηθεί.
Όταν με αφέλεια ομολογεί: «Γράφω απλώς τας αναμνήσεις και εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας μου», καταλαβαίνουμε ότι αυτός που γράφει μιλάει εξ ιδίων, είναι γέννημα θρέμμα και όχι φερτό βλέμμα. Αυτό το μοναδικό προνόμιο, να ενέχεται στις ιστορίες των άλλων και συνάμα να τους υπονοεί μιλώντας για τη δική του ιστορία, είναι μια σπάνια λογοτεχνική άδεια, την οποία ο αφηγητής θα ενστερνιστεί σαν προσωπική μοίρα. Έτσι, σε δεύτερο ή σε τρίτο πρόσωπο, γυρνώντας από σοκάκι σε σοκάκι, από αιγιαλό σε αιγιαλό, εκτελώντας χρέη ξεναγού, τοπιογράφου, ιστορικού με θαυμαστά αποθέματα παρελθούσης ζωής, ο αφηγητής αναδεικνύεται σε λογοτεχνικό κηδεμόνα της πολίχνης, αρχείο των ψυχών και ταμείο των αληθειών. Δεν είναι τυχαίο ότι, μιλώντας για τον εαυτό του, γράφει: «οι άνθρωποι οι μη έχοντες να κάμουν τίποτε». Έτσι τον θέλει η λογοτεχνική παράδοση τον αφηγητή: άεργο άνθρωπο, χαρά της χώρας. «Μονήρη φευ! και άεργον περιπατητήν»
(απόσπασμα από τη 4η ενότητα στο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη ΑΛΑΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ εκδόσεις Καστανιώτη όπου με τίτλο Ο ΑΦΗΓΗΤΗΣ σχολιάζονται αφηγηματικές τεχνικές με αναφορές σε επιλεγμένα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη – με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του συγγραφέα λεπτομέρειες για τις αφηγηματικές τεχνικές του Παπαδιαμάντη με αναφορές στο Χριστόψωμο τον Αμερικάνο κι άλλα διηγήματά του)



ΓΡΑΦΩ ΑΠΛΩΣ ΤΑΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ 
Στο πρώτο κιόλας διήγημα, Το Χριστόψωμο, που ασφαλώς κρύβει κάτι κανονιστικό για όλα όσα θ’ ακολουθήσουν, ο αφηγητής φανερώνει τα μέσα του. Μια κακή πεθερά, η Καντάκαινα, δεν μπορεί να συγχωρήσει τη στειρότητα της νύφης της και αποφασίζει να τη φαρμακώσει. Αποτέλεσμα; Φαρμακώνει το ίδιο το παιδί της. Το διήγημα είναι αδρό στη σύνθεσή του, πέρα από το διδακτισμό, επιτρέπει να φανταστούμε πού θα βασιστεί η συνέχεια.  Βλέπουμε εκεί ναυτικούς να στοιχηματίζουν στην αγορά για έναν απόπλου· βλέπουμε τη γυναίκα, που αναμένει την έλευση του συζύγου, να κοιμάται «μετά τινος δεκαετούς παιδίσκης γειτονοπούλας, ήτις τη έκαμνε συντροφίαν οσάκις έλειπεν ο σύζυγός της». Μαθαίνουμε ότι η παρακοιμωμένη θα έφευγε μόλις σήμαινε Όρθρος, για να πάει στους δικούς της  -εκεί, δηλαδή, πλάι, μια και «αι δυο οικίαι εχωρίζοντο δια τοίχου κοινού».

Αγορά, εκκλησία, μεσοτοιχίες, πάθη. Η αφηγητική ματιά δεν κάνει μεγάλα ταξίδια για να διεκπεραιώσει το έργο της. «Από το παράθυρον εις αυλόπορταν, από εξώστην εις δώμα, από χαμώγειον εις ανώγειον…». Η πολίχνη θυμίζει κυψέλη, κανονικό ρόδι. Κάθε παράθυρο ανοίγει στο αντικρινό παράθυρο, όπως κάθε ιστορία οδηγεί σε μια άλλη ιστορία. όσο, λοιπόν, κι αν είναι αισθητή η ανάγκη της «αυτοβιογράφησης» του αφηγητή, το πολυκέφαλο θέαμα της κοινότητας υπερτερεί. Είναι βέβαιο ότι ο Παπαδιαμάντης είχε συλλάβει από νωρίς την αινιγματική βαθύτητα της αυτοτελούς κοινωνίας. Ένας κόσμος μερικών χιλιάδων ψυχών, εσωστρεφής, αποκομμένος, έθετε το ζήτημα του μικρόκοσμου, μέσα στη ζωή του οποίου μπορούσε κανείς να διαβάσει όλες τις ανθρώπινες αλήθειες. Έστω και ασυνειδήτως, ο αφηγητής υπηρετούσε μια κυκλική παρουσίαση προσώπων που δεν ήταν αθροιστική, αλλά ανίχνευε μέσα από τις μικροπαραλλαγές του βιωμένου μια βαθύτητα που όλοι τη ζούσαν και κανείς δεν μπορούσε να την εκφράσει με σαφήνεια. Τι άλλο χρειάζεται ένας συγγραφέας για να διαπρέψει;

Μεσούντος του 19ου αιώνα, είχε διατυπωθεί η άποψη ότι ο συγγραφέας είναι «γραμματέας» μιας κοινωνίας που του υπαγορεύει τα μυστικά της. Μέσα στην πολίχνη, ο Παπαδιαμάντης δεν ένιωθε διαφορετικά. Αυτή του σιγοψιθύριζε τις ιστορίες, και εκείνος τους έδινε το λογοτεχνικό ένδυμα. Όσο, λοιπόν, κι αν είναι φαιδρό να υποστηρίζουμε ότι ήταν ο Μπαλζάκ του Αιγαίου, άλλο τόσο άδικο θα ήταν να μη δεχθούμε ότι κι αυτός στήνει με τα δικά του μέσα μια οιονεί «ανθρώπινη κωμωδία». Το σημαντικό σ’ αυτές τις συλλήψεις είναι η θέαση της ολότητας, όχι τα μέσα. Από τη στιγμή που η πολίχνη έσκασε μέσα στην καρδιά του σαν ρόδι, αποκλειόταν να απαρνηθεί αυτό το έργο. Συλλέγοντας πρόσωπα, γεγονότα και αισθήματα σαν σφαγιδόλιθους, θα πασχίσει να ανασυστήσει μια εικόνα ενότητας – που, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν απέχει και πολύ από το νόημα του Θεού.

Η ευφορία που προκαλεί ένα παρόμοιο έργο είναι μεγάλη, όπως ανυπολόγιστοι είναι και οι όροι της οικονομίας του. Τι μπορεί να ειπωθεί και τι πρέπει να παραλειφθεί; Από την πένα μάλιστα ενός ανθρώπου που επιμένει ότι «δεν επινοεί τίποτε»; Ο αφηγητής μπορεί κάλλιστα νε λέει την ίδια ιστορία με πολλούς τρόπους, αλλά αφού η αφήγηση ενός συμβάντος συνιστά, καθώς λένε, και την ιστορία αυτής ταύτης της αφήγησης, ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να επινοήσει τις ανάλογες μεθοδεύσεις της γραφής του. Είναι μήπως ένας αθώος θεατής που περιφέρεται μέσα στις ζωές των άλλων, θυμίζοντας το «εχάνετο δια ξένας υποθέσεις»; Είναι ένας μάρτυρας που «κατά τύχη, ως σύνηθες εις τα παραμύθια» συμβαίνει να περνά από ’κει;  Όπως ξέρουμε, ο Παπαδιαμάντης θα απαιτήσει σταδιακά όλα τα αφηγηματικά δικαιώματα: του τριτοπρόσωπου μάρτυρα, του εξομολογούμενου αλλά και του «λογοτέχνη» που, επωνύμως, περνά φευγαλέα μέσα από το διήγημα, απλώς και μόνο γιατί είναι ο κηδεμόνας αυτού του κόσμου.

Ο ρόλος του παντεπόπτη, αρχικά τουλάχιστον, φαίνεται πως έλυνε ικανοποιητικά τα προβλήματα της αφηγηματικής σύμβασης. Στον «Αμερικάνο», ο ξένος  -«άνθρωπος υψηλός, καλοφορεμένος, ως σαρανταπέντε ετών, εξυρισμένος μύστακα και γένειον, πλην ολίγων τριχών υπό τον πώγωνα και προς τον λαιμόν, με παχείαν χρυσήν καδέναν επί του στήθους, αφ’ ης εκρέμαντο μικρόν εγκόλπιον και τινες βώλοι χρυσού» - είχε εισέλθει απρόβλεπτα στο καφενείο του Μπέρδε, που εκείνο το απόβραδο θύμιζε «βάρκα φουρτουνιασμένη». Παλιός Σκιαθίτης ο νεοφερμένος, θα παραμείνει ανεξήγητη φιγούρα επί ώρες, αφήνοντας τους θαμώνες του καφενείου «πλέοντες εις μεγαλύτερον πέλαγος αγνοίας». Βγαίνοντας, ο ξένος θα πάρει τον δρόμο προς το παλιό του σπίτι, που είχε καταντήσει πλέον ερείπιο. Στον στενό δρομίσκο δεν υπάρχει μάτι για να τον δει. Εκεί, ακριβώς, ο ακοίμητος αφηγητής σπεύδει να προσθέσει χαρακτηριστικά: «Εάν εν τούτοις τον παρακολούθει τις…»

Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι αυτός ο «τις» εκτός από τον εντεταλμένο αφηγητή; Ο Παπαδιαμάντης θα εκτελέσει με άκρα συνέπεια αυτό το καθήκον. Τονίζοντας συχνά το χάσμα ανάμεσα στην περιρρέουσα γνώμη και στη δική του (κατά τινα κυκλοφορήσασαν φήμην  -κατά την αυθεντικήν όμως έκδοσιν, την οποίαν ακολουθεί ο γράφων), θα επιδοθεί στην ολοκλήρωση των ξένων αφηγήσεων, στην παρακολούθηση  κάθε τι δυσπαρακολούθητου, ταμιεύοντας και τον παραμικρό λόγο. Αλλά δεν είναι «χειρ αοράτως γράφουσα εις τον αέρα». Όσο πιο ανάερη η παρουσία του γράφοντος, τόσο πιο επίμοχθη η δουλεια. Το αποθησαυρισμένο υλικό μπορεί από μόνο του να αποτελεί μια έτοιμη «λογοτεχνία».

Αλλά ποιος εγκωμιάζει την κοινή παράσταση; Ο συγγραφέας που βλέπει ό,τι βλέπουν όλοι, που δεν κατασκοπεύει μόνο τις ψυχές αλλά και τα στόματα, είναι αόματος και άλαλος. Στην πιο απλή ιστορία οι παρεμβάσεις είναι περίτεχνες. Πάντως το αρχικό υλικό έχει δοθεί…

 [απόσπασμα από τη 4η ενότητα στο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη ΑΛΑΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ εκδόσεις Καστανιώτη όπου με τίτλο Ο ΑΦΗΓΗΤΗΣ σχολιάζονται αφηγηματικές τεχνικές με αναφορές σε επιλεγμένα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη]

Ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε για ν’ αποδείξει κάτι, αλλά για να υπηρετήσει το κοινό ελληνικό αίσθημα, τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων, αυτόν τον τρόπο που σήμερα πολεμάμε μ’ όλες μας τις δυνάμεις, μπλεγμένοι στην άρνηση της ζωής και στην αισθητικοποίηση του θανάτου. Ο άνθρωπος αυτός δέχτηκε να σηκώσει ένα βάρος χωρίς να κερδίσει τίποτα και η φήμη που του παραχωρούμε σήμερα περισσότερο δείχνει τι προσπαθούμε να κερδίσουμε εμείς χωρίς κανέναν απολύτως κόπο, όλοι εμείς που δεν δεχόμαστε ότι υπάρχει κάποιο σημάδι ή κάποιο νήμα που να μας οδηγεί σ’ αυτό που είμαστε και όχι σ’ εκείνο που θέλουμε να είμαστε βιάζοντας τον εαυτό μας. Με δυο λόγια, εμείς πρέπει να πλησιάσουμε τον Παπαδιαμάντη και όχι να προσπαθήσουμε να τον φέρουμε στα νερά μας (Χρήστος Βακαλόπουλος, Από το Χάος στο Χαρτί)


Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

ΟΤΑΝ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΔΕ ΧΤΥΠΗΣΕ, ΗΞΕΡΑ ΠΩΣ ΗΣΟΥΝΑ ΕΣΥ («Αναμονή» του Ντόροθι Πάρκερ)


«Η συντομία είναι η αδελφή του ταλέντου» υποστήριζε ο Άντον Τσέχοφ και το αποδείκνυε ο ίδιος. Εκτός από τα διηγήματά του, έγραψε και μικρές ιστορίες, πολλές φορές μικρότερες από πέντε αράδες, όπως για παράδειγμα τον ΕΡΑΣΤΗ: «Ο Ν. πληροφορείται ότι η γυναίκα του τον απάτησε. Είναι εξοργισμένος, άρρωστος, ωστόσο διστάζει, σωπαίνει. Σωπαίνει και το πράγμα τελειώνει όταν δανείζεται χρήματα από τον εραστή, εξακολουθώντας να θεωρεί τον εαυτό του αξιοσέβαστο άνθρωπο»!..
Υπάρχει ένα πολύ γνωστό απόφθεγμα του Γούντι Άλλεν: «Κάποτε έκανα μαθήματα  γρήγορης ανάγνωσης και μετά διάβασα το Πόλεμος και Ειρήνη σε είκοσι λεπτά»! Γιατί να μην δοκιμάσουμε και το αντίθετο; Να διαβάζουμε δηλαδή αργά, όπως πάντα, αλλά να προτιμάμε τις γρήγορες ιστορίες…
Η συντομότερη σύντομη ιστορία που έχει γραφτεί ποτέ είναι ο ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΣ του συγγραφέα της Γουατεμάλας, Αουγκούστο Μοντερόζο: «Όταν ξύπνησε, ο δεινόσαυρος, ήταν ακόμα εκεί»!..
Κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης του εν λόγω συγγραφέα, μια γυναίκα από το κοινό του είπε: «Κύριε Μοντερόζο, διαβάζω τώρα την ιστορία με το δεινόσαυρο». Ο Μοντερόζο τότε ρώτησε τη γυναίκα αν της άρεσε και πήρε την απάντηση: «Δεν ξέρω. Έχω διαβάσει μόνο τη μισή»!
Μ’ αυτό το σκεπτικό: καθίστε αναπαυτικά και διαβάστε με την ησυχία σας!.. Για παράδειγμα να  ο ΕΡΩΤΑΣ 77 του Χούλιο Κορτάσαρ: «Κι όταν είχανε κάνει όλα όσα κάνουνε, σηκώνονται, μπανιάρονται, ντύνονται και σιγά-σιγά γίνονται και πάλι αυτό που δεν είναι»!..
Υπάρχουν όμως και  διδακτικές Μικρές Ιστορίες (κάτι έξυπνες, ίσως, παραλλαγές Μύθων του Αισώπου) όπως η  ιστορία του Τζέημς Θέρμπερ για μια, τάχα, πολύ έξυπνη μύγα (με επιμύθιο που ταιριάζει γάντι και για πολλούς ξερόλες από μας):  Μην εμπιστεύεσαι τις πλειοψηφίες, αλλά ούτε και κανέναν άλλο. Διαβάστε την ιστορία και θα καταλάβετε γιατί.  Εξίσου διδακτική και η Επανάσταση του Σλάβομιρ Μπρόζεκ για «μοιραίους» επαναστάτες που σε καιρούς πλήξης πια  θυμούνται τις παλιές εκείνες εποχές που η… «χαμένη» Νιότη τους, προ-οικονομούσε τάχα πως θα γίνονταν κάποιοι άλλοι!!! Αποδελτιώνονται, μαζί με άλλες Μικρές Ιστορίες, από το βιβλίο Μεγάλοι Συγγραφείς γράφουν τις πιο Μικρές Ιστορίες του Κόσμου, εκδόσεις Γνώση 2013:



Τζέημς Θέρμπερ, Η Αρκετά ευφυής μύγα
Μια μεγάλη αράχνη, σ’ ένα παλιό σπίτι, είχε απλώσει έναν όμορφο ιστό για να πιάσει μύγες. Κάθε φορά που μια μύγα προσγειωνόταν και πιανόταν στον ιστό της, η αράχνη την έτρωγε, ώστε η επόμενη μύγα να έχει την εντύπωση πως ο ιστός είναι ένα ήσυχο και τερπνό λιμανάκι. Ωστόσο, μια μέρα, μια αρκετά ευφυής μύγα βούιζε ώρα πάνω από τον ιστό, χωρίς να προσγειώνεται, οπότε παρουσιάστηκε η αράχνη και της είπε: «Κατέβα κι έλα να καθίσεις». Η μύγα όμως ήταν πιο πονηρή από την αράχνη. Της είπε: «Δεν πηγαίνω πουθενά όταν δεν βλέπω άλλες μύγες, και σ’ αυτό το σπίτι δεν βλέπω άλλες μύγες». Συνέχισε λοιπόν να πετάει, κι έφτασε σ’ ένα σημείο, όπου είχαν συγκεντρωθεί πολλές πάρα πολλές μύγες. Αμέσως θέλησε να πάει κοντά τους, όταν πέρασε από κει μουγκρίζοντας μια μέλισσα και της είπε: «Πρόσεχε, ηλίθια! Είναι μυγόχαρτο! Οι μύγες έχουν πέσει όλες στην παγίδα» -«Ανοησίες» είπε η μύγα, «αυτές χορεύουν»! Κι αμέσως κάθισε και κόλλησε στο μυγόχαρτο σαν όλες τις άλλες.
Συμπέρασμα: Μην εμπιστεύεσαι τις πλειοψηφίες, αλλά ούτε και κανέναν άλλο.

Κουρτ Τουχόλσκι, Ο Ψύλλος
Στο νομό Γκαρντ –πολύ σωστά εκεί που βρίσκεται η Νιμ και η Γέφυρα του Γκαρντ στη Νότια Γαλλία- εκεί, σ’ ένα ταχυδρομικό γραφείο, ήταν υπάλληλος μια αρκετά ηλικιωμένη δεσποινίδα, που είχε μια κακή συνήθεια: άνοιγε λιγουλάκι τα γράμματα και τα διάβαζε. Αυτό το ’ξερε όλος ο κόσμος. Αλλά στη Γαλλία τα πράγματα έτσι έχουν: ο θυρωρός, το τηλέφωνο και το ταχυδρομείο είναι ιεροί θεσμοί, που μπορούμε βεβαίως να τους αγγίξουμε, αλλά δεν μπορούμε να τους θίγουμε, και κανείς δεν διανοείται να το κάνει.
Η δεσποινίς λοιπόν διάβαζε τα γράμματα και με την αδιακρισία της αυτή στεναχωρούσε αφάνταστα πολύ κόσμο.
Στο νομό κατοικούσε, σ’ έναν όμορφο πύργο, ένας έξυπνος κόμης. Οι κόμητες στη Γαλλία τυχαίνει μερικές φορές να είναι έξυπνοι. Κι αυτός ο κόμης μια μέρα έκανε το εξής: κάλεσε στον πύργο του έναν δικαστικό επιμελητή και μπροστά του έγραψε ένα γράμμα σ’ ένα φίλο του:
Αγαπητέ φίλε,
Επειδή γνωρίζω ότι η ταχυδρομική υπάλληλος ‘Εμιλι Ντυπόν ανοίγει και διαβάζει όλα τα γράμματα, γιατί την τρώει η περιέργεια, και για να της κόψω τη συνήθεια αυτή, σου εσωκλείω έναν ζωντανό ψύλλο.
Με πολλούς εγκάρδιους χαιρετισμούς, κόμης Κοκς.
Και το γράμμα αυτό το έκλεισε παρουσία του δικαστικού επιμελητή. Αλλά δεν έβαλε μέσα ψύλλο.
Όταν το γράμμα έφτασε στον παραλήπτη, μέσα υπήρχε ένας ψύλλος.

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Οι σκαντζόχοιροι
Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, μια παρέα σκαντζόχοιροι στριμώχθηκαν κοντά κοντά για να ζεσταθούν και να μην ξεπαγιάσουν. Όμως με το που άρχισαν να αγκυλώνονται, πάλι απομακρύνθηκαν. Κάθε φορά λοιπόν που είχαν ανάγκη να ζεσταθούν, συνέβαινε το δεύτερο κακό… Έτσι πήγαιναν πίσω μπρος από το ένα βάσανο στο άλλο, μέχρι που βρήκαν μεταξύ τους των δύο κακών μια λογική απόσταση, από την οποία μπορούσαν να τα αντέξουν.
Κι αυτή την απόσταση την ονόμασαν ευγένεια και καλούς τρόπους.

Χαβιέρ Τομέο, Το σκουλήκι
Κι εσύ; Ποιος είσαι εσύ; ρωτάω το μικροσκοπικό πλάσμα, που ανακαλύπτω στα πόδια μου.
Είμαι το σκουλήκι, μου αποκρίνεται. Ένα αργό κι αργοκίνητο ζωάκι. Ανασαίνω από το δέρμα μου κι ο πεπτικός μου σωλήνας διατρέχει ολόκληρο το σώμα μου. Η μητέρα μου μου είπε όταν γεννήθηκα: Μη σκας, Φρειδερίκο. Ούτε έξυπνος είσαι, ούτε ωραίος. Δεν έχεις φτερά. Ούτε καν πόδια δεν έχεις. Έρποντας όμως μπορείς να φτάσεις παντού. 

Σώμερσετ Μωμ, Ζήτημα τιμής
Ένας Ιταλός που δεν είχε φάει, έφτασε στη Νέα Υόρκη και σε λίγο βρήκε δουλειά ως οδοκαθαριστής. Τη γυναίκα του, που την αγαπούσε παράφορα, την είχε αφήσει πίσω στην Ιταλία. Όταν κάποτε, άκουσε φήμες, πως η γυναίκα του επρόκειτο να κοιμηθεί με τον ανεψιό του, λύσσαξε. Επειδή δεν είχε χρήματα να επιστρέψει στην Ιταλία, έγραψε στον ανεψιό του και τον κάλεσε να έρθει στη Νέα Υόρκη, όπου θα μπορούσε να βγάλει χρήματα. Ο ανιψιός ήρθε, και το βράδυ της άφιξής του ο σύζυγος τον σκότωσε. Αμέσως τον συνέλαβαν. Έφεραν τη γυναίκα του στη Νέα Υόρκη για να την ανακρίνουν. Αυτή για να τον απαλλάξει, ψευδομαρτύρησε ότι ο ανιψιός υπήρξε εραστής της. Ο άνδρας καταδικάστηκε σε φυλάκιση και πολύ σύντομα αποφυλακίστηκε με αναστολή. Η γυναίκα του τον περίμενε. Ήξερε ότι δεν τον είχε απατήσει, αλλά η ομολογία της είχε κλονίσει σοβαρά το γάμο τους, σαν να επρόκειτο για αλήθεια. Αυτό τον εξόργιζε. Της έκανε φοβερές σκηνές, και τελικά βλέποντας αυτή πως δεν είχε άλλη διέξοδο, κι επειδή τον αγαπούσε, του ζήτησε απελπισμένα να την σκοτώσει. Αυτός της έμπηξε το μαχαίρι στο στήθος. Η τιμή του είχε επιτέλους αποκατασταθεί.

Αντρέα Καμιλέρι, Το παιχνίδι των μυγών
Το παίξαμε από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο, όταν ο ήλιος στέγνωνε τις παραλίες, που ήταν υγρές από τις φθινοπωριάτικες βροχές. Μαζευόμασταν από έξι μέχρι δέκα, ξαπλώναμε κυκλικά μπρούμυτα στην παραλία, και βάζαμε στο κέντρο, μπροστά από το κεφάλι μας, μια εικοσάρα. Ο κάθε παίχτης έφτυνε πάνω στο νόμισμά του, και μετά μέναμε ξαπλωμένοι ακίνητοι, καμιά φορά για ώρες, και περιμέναμε κάποια μύγα να καθίσει σε μία από τις εικοσάρες. Ο κάτοχος της εικοσάρας που επέλεγε η μύγα κέρδιζε της εικοσάρας όλων των υπόλοιπων.
Μερικές φορές τύχαινε, για ένα ολόκληρο πρωινό ή και απόγευμα, να μη φανεί ούτε μια μύγα: σ’ αυτές τις περιπτώσεις το παιχνίδι επαναλαμβανόταν επακριβώς την επόμενη μέρα. Τότε επιτρεπόταν να εμπλουτίζουμε το σάλιο μας με κάτι που θα ευχαριστούσε τις μύγες, ας πούμε μέλι, σταφυλόζουμο ή ζάχαρη. Ο Μπενίτο Ζάπουλα κέρδιζε συνέχεια για κάμποσες απανωτές ημέρες. Τότε ανακαλύψαμε ότι ανακάτευε το σάλιο του με τα σκατά του. Αμέσως αποκλείστηκε.
Στη διάρκεια του παιχνιδιού το διάβασμα απαγορευόταν αυστηρά: Το θρόισμα από το γύρισμα των σελίδων θα μπορούσε να διώξει τις μύγες ή να τις κάνει ν’ αλλάξουν πορεία. Οι ομιλίες απαγορεύονταν επίσης. Είμαι απολύτως σίγουρος ότι, κατά τη διάρκεια αυτού του παιχνιδιού, που κράτησε πολλά χρόνια, γράφτηκε η μοίρα όλων μας: Ξοδέψαμε άπειρο χρόνο διαλογιζόμενοι για τους ίδιους και τον κόσμο ολόκληρο. Κι έτσι ο ένας έγινε γκάνγκστερ, ένας άλλος ναύαρχος, κι ένας τρίτος έγινε πολιτικός. Εγώ, επειδή έλεγα όλο αληθινές ή και φανταστικέ ιστορίες όσο περίμενα τη μύγα, έγινε σκηνοθέτης και συγγραφέας.

Άλφρεντ Πόλγκαρ, Κοινωνική Αταξία
«Τι επιθυμείτε να φάτε το βράδυ;» ρώτησε ο διευθυντής της φυλακής τον φτωχό αμαρτωλό που πρόκειται την επόμενη μέρα να πεθάνει στο ικρίωμα. «Έχετε το δικαίωμα να φάτε και πιείτε ό,τι θέλετε κι όσο θέλετε».
«Κρίμα!» είπε ο μελλοθάνατος. «Κρίμα!.. Αν με είχατε ρωτήσει τρεις μήνες νωρίτερα, η ληστεία και ο φόνος δεν θα είχαν συμβεί»

Σλαβομιρ Μπρόζεκ, Η Επανάσταση
Στο δωμάτιο μου το κρεβάτι βρισκόταν εδώ, η ντουλάπα εκεί και το τραπέζι ανάμεσά τους.
Μέχρι που το βαρέθηκα. Έσυρα το κρεβάτι προς τα εκεί και την ντουλάπα προς τα εδώ!..
Για ένα διάστημα ένιωσα τη ζωογόνο αύρα του καινούριου. Αλλά σε λίγο καιρό και πάλι πλήξη.
Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η αιτία της πλήξης ήταν το τραπέζι ή μάλλον η θέση του στο κέντρο, που είχε μείνει αμετάβλητη.
Γι’ αυτό έσπρωξα το τραπέζι εκεί και το κρεβάτι στο κέντρο. Αντικομφορμιστικά!,,
Το ανανεωμένο με αναζωογόνησε, κι όσο κράτησε αυτό, ήμουνα ευχαριστημένος με την αντικομφορμιστική, άβολη κατάσταση που προέκυψε. Γιατί τώρα δεν μπορούσα πια να κοιμάμαι με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο, που ήταν πάντα η αγαπημένη μου στάση.
Ωστόσο, μετά από λίγο καιρό, το καινούργιο έπαψε να είναι καινούργιο, και παρέμενε μόνο η άβολη κατάσταση. Γι’ αυτό και έσπρωξα το κρεβάτι προς τα εδώ και την ντουλάπα στο κέντρο.
Ήταν επιτέλους μια ριζική αλλαγή. Γιατί η ντουλάπα στο κέντρο του δωματίου, αυτό κι αν ήταν αντικομφορμιστικό. Ήταν σχεδόν πρωτοποριακό.
Αλλά μετά από κάποιο διάστημα… Αχ, και να μην υπήρχε αυτό το «μετά από κάποιο διάστημα»!.. Για να μην πολυλογώ, και η ντουλάπα στο κέντρο του δωματίου έπαψε να είναι για μένα κάτι καινούργιο και ασυνήθιστο.
 Έπρεπε να κάνω μια ανατροπή, να πάρω μια μεγάλη απόφαση. Αν μέσα στο δεδομένο πλαίσιο είναι αδύνατο να υπάρξει μια πραγματική αλλαγή, πρέπει κανείς να βγει εντελώς από το πλαίσιο. Αν το αντικομφορμιστικό δεν επαρκεί, αν το πρωτοποριακό είναι αναποτελεσματικό, πρέπει να προχωράει κανείς στην επανάσταση.
Αποφάσισα να κοιμάμαι μέσα στην ντουλάπα. Όποιος το έχει δοκιμάσει καμιά φορά, να κοιμηθεί όρθιος μέσα στην ντουλάπα, ξέρει ότι σ’ αυτή την άβολη στάση είναι αδύνατο ν’ αποκοιμηθείς, για να μην πούμε για τη φαγούρα στα πόδια και τους πόνους στην πλάτη.
Ναι, αυτή ήταν η σωστή απόφαση. Η απόλυτη επιτυχία, η ολοκληρωτική νίκη. Γιατί αυτή τη φορά η γνωστή αίσθηση «μετά από λίγο καιρό» δεν προέκυψε. Μετά από λίγο καιρό, όχι μόνο δεν συνήθισα την αλλαγή, η αλλαγή παρέμενε αλλαγή, απεναντίας αισθανόμουνα την αλλαγή όλο και πιο έντονα, μιας και όσο περνούσε ο καιρός οι πόνοι γίνονταν συνεχώς εντονότεροι.
Κι έτσι όλα θα ήταν υπέροχα, αν οι ψυχικές μου αντοχές δεν αποδεικνύονταν πολύ περιορισμένες. Μια νύχτα δεν το άντεξα πια. Παράτησα την ντουλάπα και ξάπλωσα στο κρεβάτι.
Κοιμήθηκα τρία εικοσιτετράωρα. Μετά έσπρωξα την ντουλάπα στον τοίχο και το τραπέζι στο κέντρο, γιατί η ντουλάπα στο κέντρο του δωματίου μ’ ενοχλούσε.
Τώρα το κρεβάτι βρίσκεται πάλι εδώ, η ντουλάπα πάλι εκεί και το τραπέζι ανάμεσά τους. Όταν με κυριεύει η πλήξη, θυμάμαι τις εποχές, που ήμουνα επαναστάτης.

Στο βιβλίο ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΙΣ ΠΙΟ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ έχουν συγκεντρωθεί 140 σύντομες ιστορίες απ’ όλο τον κόσμο, μικρές ιστορίες μεγάλων συγγραφέων όπως είναι οι Άντον Τσέχωφ, Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, Σόμερσετ Μωμ, Φρανς Κάφκα, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Πατρίτσια Χάισμιθ και πολλοί άλλοι. Ιστορίες συναρπαστικές, συγκινητικές, γκροτέσκιες, αισιόδοξες, που είτε τελειώνουν σε λίγες αράδες, είτε διαβάζονται σε πέντε λεπτά το πολύ. Ιστορίες για χαλάρωμα από την ένταση, για διάβασμα στο μετρό ή στο λεωφορείο, στην αίθουσα αναμονής ή στην ουρά. Τόσο γρήγορα δεν έχετε ξαναδιαβάσει τόσο καταπληκτικές ιστορίες!.. Παραδείγματος χάριν ο ΜΙΚΡΟΣ ΜΥΘΟΣ του Φραντς Κάφκα «Αχ» είπε ο ποντικός, «μέρα τη μέρα ο κόσμος γίνεται και πιο στενός. Στην αρχή ήταν τόσο μεγάλος, που με φόβιζε, έτρεχα κι έτρεχα και ήμουνα πανευτυχής που επιτέλους, μακριά πολύ μακριά δεξιά κι αριστερά μου, έβλεπα τοίχους, αλλά αυτοί οι ατέλειωτοι τοίχοι πλησιάζουν με τέτοια ταχύτητα ο ένας τον άλλο, που βρίσκομαι ήδη στο τελευταίο δωμάτιο, κι εκεί στη γωνία υπάρχει η παγίδα, όπου τρέχω να χωθώ». Γιατί δεν άλλαζες διαδρομή;» είπε η γάτα και τον καταβρόχθισε.


Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

ΑΛΛΑ Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗΜΕΝΑ


Σ’ ένα μικρό νησί του Αιγαίου, που βρίθει αλιέων και ναυτίλων, τι πιο μοιραίο γεγονός από τον πνιγμό; Το καΐκι που βούλιαξε -«βάρκα μεγάλη, σκαμπαβία φορτηγός» - ανήκε σε δύο αδέλφια, τον Γιάννη και τον Κωνσταντή του Σταματάκη, και έπλεε από τη Σαλονίκη προς τη Ζαγορά «και έμπαλιν, φορτωμένον και ξαναφορτωμένον» Μετέφερε μήλα, πατάτες και κάστανα για τους Εβραίους της Σαλονίκης, κι από κει πάλι φόρτωνε άλλα είδη, «όσπρια ανακατωμένα, ολίγα πρόσφατα της χρονιας, όσον δια δείγμα, και πολλά περυσινά και προπέρσινα σαπρακωμένα». Τυχεροί έμποροι! Κι όμως ο αφηγητής προλαβαίνει να μας πληροφορήσει ότι αμφότερα τα αδέλφια ήταν θύματα της τοκογλυφίας, που εσχάτως είχε μολύνει το νησί∙ με τα θαλασσοδάνεια και το 36% «είχε εξανδαποδίσει όλον τον λαόν». Τα δυο αδέλφια «θαλάσσωναν», «παράδερναν» χειμώνα καιρό, μόνο και μόνο για να προλάβουν τα χρέη τους. Αλλά η τρικυμία δεν ήταν στα συμφωνημένα. «Μίαν νύκτα, την προτελευταίαν του Νοεμβρίου, ημέραν του φεγγαριού, όπου ήτο φοβερά ταραχή και τρικυμία… και το μεν πρώτον  εσάλευσεν εκ βάθρων, δηλ. εκ της τροπίδος, την βάρκαν, το δεύτερον κύμα την εγέμισε νερά, δια να πλέη ίσα με την επιφάνειαν της θαλάσσης, το δε τρίτον κύμα, το σφοδρότερον, την εσπλαχνίσθη, και της έδωκεν τον τελειωτικόν κτύπον, την κατεπόντισεν»
(απόσπασμα από τη 2η ενότητα στο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη ΑΛΑΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ εκδόσεις Καστανιώτη όπου με τίτλο Η ΜΙΚΡΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ σχολιάζονται τα πρώτα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Εδώ κριτική παρουσίαση του διηγήματος Νεκρός Ταξιδιώτης)


Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ 
Στη ζωή μαζί, στον θάνατο χώρια τα δυο άτυχα αδέλφια δεν είχαν την ίδια μοίρα. Φορώντας μόνο υποκάμισο και σκελέα, ο Γιάννης πάλεψε με τα κύματα, μωλωπίστηκε, πρήστηκε και μισοπαγωμένος έφτασε στην ακτή της Αγυιάς. Φιλάνθρωποι βοσκοί τον φιλοξένησαν πρόθυμα. Τον έθαλψαν στην καλύβα τους , τον αναζωογόνησαν, του πρόσφεραν κάπα, βλαχόκαλτσες και τσαρούχια. Όσο για τον αδελφό του, παρέμενε άφαντος. «Οι καλοί άνθρωποι έψαξαν σ’ όλους τους γείτονες αιγιαλούς, μήπως εύρωσι πτώμα ναυαγού ή ναυάγιον ή ανθρωπον ζώντα ακόμη. Πουθενά τίποτε»

Ένας λιγότερος; Μόνο όταν ο διασωθείς ναυαγός επέστρεψε μετά από δέκα μέρες στο νησί, «οιονεί από τον άλλο κόσμον ερχόμενος» μαθεύτηκε η τύχη του πνιγμένου. Διαβάτες οδοιπόροι που γύριζαν στα σπίτια τους από τα χωράφια, είδαν τον πνιγμένο, «πτώμα φουσκωμένον, μισοσφιγμένον από την άλμην, και όχι πολύ οδωδός», στο ακροθαλάσσι. Βρισκόταν στα ρηχά, κοντά στα βράχια της ακτής, σε αμφίβια θέση: με τα πόδια αναπαυμένα στην άμμο, ενώ το κεφάλι και το στήθος λικνίζονταν ακόμα στο κύμα. Η αναγνώριση είχε γίνει. Τι άλλο απέμεινε από τον θρήνο και την ταφή; Σε μια πολίχνη που, εκτός από το έθιμο, έχει και τον νόμο, αν ο ζωντανός είναι ελεύθερος να γυρίσει στους δικούς του, ο νεκρός δεν ανήκει πια στον εαυτό του, δεν έχει καν το δικαίωμα ν’ αναπαυθεί παρευθύς στην αιώνια κατοικία του. «Έστειλαν είδησιν εις τας αρχάς», μας λέει ο αφηγητής, «πριν τον θίξουν». Από κείνη τη στιγμή αρχίζει το αστυνομικό δαιμόνιο:

-«Μήπως ο Γιάννης ο αδελφός του είχε φέρει τον νεκρόν μαζί του, όταν έφτασεν χθες το πρωί, με το βαποράκι τον «Καφηρέα» και τον είχερίψει λάθρα εκεί εις τον αιγιαλόν»;
-«Κάποιος ναυβάτης, αλιεύς ή πορθμεύς, με πέραμα ή με βάρκαν, κάποια ψαροπούλα ή τράτα, θα εύρεν ίσως τον πνιγμένον πλέοντα εις το πέλαγος, μίλια μακράν, τον ώκτειρε, και ηθέλησε να τον φέρη έως εδώ, δια να τύχη χριστιανικής ταφής ο ατυχής ποντοπόρος. Και αφού τον έφερεν έως εδώ, τον άφησε σιμά εις τον γιαλόν, έκθετον»
-«Και διατί να λάβη τον κόπον να τον φέρη έως εδώ, κι ύστερα να τον αφήση λαθραίως και να φύγη; Τι είδους λαθρεμπόριον ήτον αυτό; …..
-«Μη τον εσκότωσες ή τον έπνιξες; και τώρα μας εκουβαλήθηκες εδώ για να βγης λάδι; Κοίταξε καλά. Μη θαρρης πως θα μας γελάσης. Όλοι Ρωμιοί είμαστε»

Δεν είναι δύσκολο ν’ αντιληφθούμε την εξαίσια άνεση που νιώθει ο Παπαδιαμάντης με αυτό το σπάνιο θέμα. Εφόσον τρέφει απόλυτα αισθήματα για το βαθύτερο στοιχείο της μικρής κοινότητας, πέρα από αρχές και εξουσίες, κάθε αφορμή που του δίνει την ευκαιρία να αναδείξει τη φυσιογνωμία της είναι ευπρόσδεκτη.

Μπροστά στο θέαμα του πνιγμένου συγχωριανού, οι στάσεις είναι δύο και ξεκάθαρες:
α) οι πονηρευόμενοι δεν επείσθησαν
β) το γνησιότερον μέρος του απλού λαού επίστευσεν εις το θαύμα.

Προφανώς οι «πονηρευόμενοι» δεν είναι άλλοι από τον Ειρηνοδίκη και το Νωματάρχη, τις αρχές του τόπου, που «απεφάνθησαν» ότι έπρεπε να μείνει ολονυχτίς άταφος, επειδή ήτο ανάγκη να τον σχίσουν οι γιατροί, δια να βεβαιωθή αν ήτον πνιγμένος ή δεν ήτον». Πού βρίσκεται τάχα το αξιοπερίεργο;Αν σήμερα δεν μας εντυπωσιάζει η νεκροψία και η νεκροτόμηση, για τα παλιά ήθη του νησιού -το διήγημα γράφτηκε το 1909- αποτελούσαν κατάφωρη βεβήλωση που προσέβαλλε τα πάντα. Το σημείο όπου βρέθηκε ο πνιγμένος -«ακριβώς κάτω από τον βράχον του Κοιμητηρίου, ανάμεσα εις την Μεγάλην Άμμον κι εις τον Ταρσανάν» - τα κύματα «που φαίνονται να τραγουδούν μυστηριώδες νανούρισμα εις τους νεκρούς»-, τις γύρω εκκλησιές.

Εφόσον οι πονηρευόμενες αρχές σφάλλουν, όπως σφάλλει κι αποκλίνει καθετί ξενόφερτο μέσα σ’ αυτόν το μικρό κόσμο, τότε ποιο ήταν το «θαύμα» που πίστεψε το «γνησιώτερον τμήμα του απλού λαού;». Πέρα απ’ τις προθέσεις του πιστού, που ελάχιστη ισχύ έχουν στη λογοτεχνία, ο δημιουργός μόνο μέσα στους κόλπους του πλασματικού μπορεί να αξιωθεί την αλήθεια του. Υπολογίζοντας σωστά την εσωτερική ελευθερία του αναγνώστη, μας υπόσχεται μέσα σε ελάχιστες σελίδες μια κατανυκτική αποκάλυψη. Πράγματι, «καθώς επνίγετο» ο Κωνσταντής παρακάλεσε τη Μητέρα του Θεού «να τον αξιώση να ταφή εις το χώμα της πατρίδος του, και να μην επιτρέψη να τον φαν τα ψάρια». Είναι δυνατόν μια παρόμοια παράκληση να μην εισακουσθεί; Στη στιγμή αρχίζει μια από τις πιο περιπαθείς θαλασσοπορίες της ελληνικής λογοτεχνίας.

«Ο άνθρωπος αφήκε την τελευταίαν του πνοήν υπό το κύμα… είτα το νεκρόν σώμα ανέδυ εις την επιφάνειαν και έβαλε πλώρην… κατά την νοτιάν» - προς την κατεύθυνση του νησιού του. Για την οικονομία του διηγήματος, ο πνιγμένος από δω και μπρος, δε λογαριάζεται για πτώμα, απλό έρμαιο των κυμάτων, αλλά για θαυματουργό πλεούμενο. «Ο θαλασσοπόρος νεκρός, ως να είχεν ακόμη πυξίδα και πηδάλιον εις αυτό το σκέλεθρό του, δεν έχασε ποτέ την κατεύθυνσίν του». Αρμένισε πολλά μίλια, ώσπου έφτασε στο θαλάσσιο τρίστρατο μεταξύ του Αρτεμισίου, της Σηπιάδος άκρας του Παγασαίου κόλπου, και των Σποράδων. Εκεί ταλαντεύτηκε, άλλοτε συρόμενος από τα ρεύματα, άλλοτε ωθούμενος από τα απόγεια της ξηράς και τις θαλάσσιες αύρες, ωσότου βάλει και πάλι πλώρη κατά το λεβάντη και το σορόκο. Το θαυμάσιο είναι ότι αυτός ο «διαπόντιος» νεκρός, που δεν έγινε ποτέ «υποβρύχιος», πλέει με ασφάλεια σε μια οικία θάλασσα που τον αναγνωρίζει. Τα κύματα τον σπρώχνουν μαλακά στον πένθιμο δρόμο του, τα αφρόψαρα πηδάνε γύρω του χωρίς να τον πλησιάζουν, τα δελφίνια τον παρακάμπτουν με ευλάβεια, οι φώκιες κρύβονται στα υποβρύχια άνδρα τους, τα σκυλόψαρα υποχωρούν στη διάβασή του.

Χωρικά ύδατα, χωρικοί άνεμοι, χωρικά ψάρια… Για να αναδείξει τον πνιγμένο σε πρωτάκουστο νοσταλγό (και την κοινότητα σε απερίγραπτη συνύπαρξη νεκρών και ζωντανών), ο αφηγητής του αποδίδει τις πιο αληθοφανείς προθέσεις. Δεν πήγε να σκαλώσει σε κάποιον απόμακρο όρμο, σε κανέναν έρημο γιαλό του νησιού, δεν αναπαύθηκε σε κάποιο ύφαλο, αλλά πορεύτηκε κατευθείαν στο θαλάσσιο λόφο του κοιμητηρίου. Αν και νεκρός, φέρθηκε σαν ζωντανός. Άλλωστε «η ζωή του ήτο αθόρυβος, ταπεινή και μετριόφρων. Εις τον θάνατόν του δεν ήθελεν να δώση κόπον εις τους ανθρώπους».

Πού ακούστηκε ένας νεκρός να πηγαίνει μόνος του στο νεκροταφείο και να προσδοκά δύο χριστιανούς  «να σκάψουν δυο τρεις σπιθαμές εις το χώμα να τον καλύψουν;». Τη βαθύτητα αυτής της διάθεσης την εννοούμε μόνον αν αναλογισθούμε τι σκληρό θέατρο τον αναμένει στην ακτή: υποψίες, ανακρίσεις, νεκροψία κ.τ.τ.

Η εχθρική σχέση ανάμεσα στο οικείο, το ντόπιο, στην εσωστρέφεια της κοινότητας και σε κάθε τι φερτό, κίβφηλο, νεωτεριστικό, δεν ανταποκρίνεται μόνο στην τυπική αντίθεση ανάμεσα στο παλαιό και στο νέο. Όταν κάτι ανθίσταται λόγω παλαιότητας, αργά ή γρήγορα ενδίδει. Μόνο που εδώ το ζήτημα δεν είναι η παλαιότητα. Αντιπροτάσσοντας την πλοήγηση ενός πνιγμένου σε μια δράκα καχύποπτων νεκροτόμων, ο αφηγητής εκμαιεύει το μέγιστο επιχείρημα. Όταν συνάπτει αριστουργηματικά την ψυχογραφία με τη γεωγραφία, αποσκοπεί να δείξει ότι αυτό που πλήττεται είναι μια εσώτερη ζωή, αυτή που συνδέει την ποντοπορία με τον πρότερο βίο του.

Τι ήταν ο «ταξιδιώτης» προτού παραδοθεί στα κύματα; Σύζυγος και πατέρας. Το παιδί όμως πέθανε βυζανιάρικο, όσο για τη μάνα «εφονεύθη πεσούσα από του εξώστου, εν εκστάσει φρενών» Χήρος και άκληρος από τότε, ο Κώστας καθόταν με σκυμμένο κεφάλι, κάπνιζε, έπινε καφέ και δεν έβγαζε μιλιά από το στόμα του.

Γενικά στον παπαδιαμαντικό κόσμο, οσάκις μια καρδιά ραγίζει και απομακρύνεται από τους άλλους, βρίσκεται πολύ κοντά στην αλήθεια. Όντως αυτός ο σιωπηλός, μέσα στην ανημπόρια και τη συντριβή του, δεν οδηγείται στην καταρράκωση, αλλά αποκτά ένα απροσδόκητο θέλγητρο. Πελαγωμένος στην πάλη του με τον θαλάσσιο Χάρο, δεν παύει ν’ αντικρίζει τον έρημο ναΐσκο της Παναγίας της Κ’νιστριώτισσας. Αν αναρωτηθούμε, λοιπόν: τι φέρνει πίσω τον πνιγμένο; η Παναγία; τα νερά; Η απάντηση είναι απλή: Οι άγιοι, οι τόποι, οι ψυχές και οι άνεμοι δένονται με αόρατα νήματα.

Δεν έχει νόημα να σπεύσουμε να ονομάσουμε αυτό το όραμα Πατρίδα. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο Παπαδιαμάντης γράφει τα διηγήματά του με μόνιμα στραμμένο το νου του σ’ αυτόν τον επαπειλούμενο κόσμο. Σε κάθε αφορμή -και οι αφορμές δεν λείπουν- πλέκει το νόημα αυτού του κινδύνου με τα ήθη που οφείλει να υπερασπιστεί.

Τι σχέση, λόγου χάρη, θα μπορούσαν να έχουν τα κόλλυβα με την αντίθεση του ντόπιου προς τον ξένο; Και πώς ταράζει η θρησκευτική «μαγειρική» τη ζωή των νησιωτών;

Ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε για ν’ αποδείξει κάτι, αλλά για να υπηρετήσει το κοινό ελληνικό αίσθημα, τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων, αυτόν τον τρόπο που σήμερα πολεμάμε μ’ όλες μας τις δυνάμεις, μπλεγμένοι στην άρνηση της ζωής και στην αισθητικοποίηση του θανάτου. Ο άνθρωπος αυτός δέχτηκε να σηκώσει ένα βάρος χωρίς να κερδίσει τίποτα και η φήμη που του παραχωρούμε σήμερα περισσότερο δείχνει τι προσπαθούμε να κερδίσουμε εμείς χωρίς κανέναν απολύτως κόπο, όλοι εμείς που δεν δεχόμαστε ότι υπάρχει κάποιο σημάδι ή κάποιο νήμα που να μας οδηγεί σ’ αυτό που είμαστε και όχι σ’ εκείνο που θέλουμε να είμαστε βιάζοντας τον εαυτό μας. Με δυο λόγια, εμείς πρέπει να πλησιάσουμε τον Παπαδιαμάντη και όχι να προσπαθήσουμε να τον φέρουμε στα νερά μας (Χρήστος Βακαλόπουλος, Από το Χάος στο Χαρτί)


Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΕΝΟΣ ΑΠΕΙΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΕ Ν’ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΕΞΙΣΟΥ ΑΠΕΙΡΟ ΟΠΟΤΕ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΝΑ ΤΟ ΚΡΥΨΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ:


Ο αριθμός των σελίδων σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι παραπάνω ή παρακάτω από άπειρος. Καμιά από αυτές τις σελίδες δεν είναι πρώτη και καμιά τελευταία. Δεν ξέρω γιατί είναι αριθμημένες μ’ αυτό τον αυθαίρετο τρόπο. Για να υποδηλώσουν ίσως, πως τα μέλη μιας άπειρης σειράς μπορούν να δεχτούν κάθε αριθμό… Αν το διάστημα είναι άπειρο, μπορεί να βρισκόμαστε σε οποιοδήποτε σημείο του διαστήματος... Αν ο χρόνος είναι άπειρος, μπορεί να βρισκόμαστε σε οπουδήποτε χρονικό σημείο!..
«Στην ηλικία μου δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα περισσότερο από μερικές παραλλαγές πάνω σ’ αγαπητά θέματα. Όπως ξέρει όλος ο κόσμος αυτή είναι η κλασική διέξοδος από την αθεράπευτη μονοτονία… ΤΟ ΒΙΛΙΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ περιέχει 13 ιστορίες. Ο αριθμός είναι συμπτωματικός ή μοιραίος αλλά όχι μαγικός.. Σ’ αυτές τις ασκήσεις ενός τυφλού προσπάθησα να συνδυάσω ένα απλό και καμιά φορά κοινότυπο σχεδόν ύφος, με μια αλλόκοτη πλοκή.. Ένα παράδειγμα είναι και η ιστορία για το ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ που ακολουθεί:
Η ευθεία αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό σημείων, το επίπεδο από ένα άπειρο αριθμό ευθειών, ο όγκος από ένα άπειρο αριθμό επιπέδων, ο υπερόγκος από ένα άπειρο αριθμό όγκων… Όχι, αναντίρρητα, αυτός δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να αρχίσω την ιστορία μου. Ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία είναι στις μέρες μας η λογοτεχνική σύμβαση που βρίσκεται πίσω από κάθε φτιαχτή ιστορία. Η δική μου, πάντως, είναι αληθινή. [η συνέχεια για ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ, από το ομότιτλο βιβλίο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Νεφέλη 1982 με ΚΛΙΚ στην εικόνα)


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ (από το ομότιτλο βιβλίο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Νεφέλη 1982)
Ζω μόνος σ’ ένα διαμέρισμα του 4ου ορόφου, στην οδό Μπελγρανο, στο Μπουένος Άιρες. Αργά ένα βράδυ, πριν μερικούς μήνες, άκουσα ένα χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξα και είδα έναν ξένο. Ψηλός μ’ ακαθόριστα χαρακτηριστικά ή ίσως έφταιγε η μυωπία μου που μου φάνηκε έτσι. Ντυμένος στα γκρίζα, κουβαλώντας μια γκρίζα βαλίτσα, μ’ ένα ύφος σεμνό κι ανεπιτήδευτο. Είδα αμέσως πως ήταν ξένος. Στην αρχή μου φάνηκε γέρος, αργότερα διαπίστωσα πως είχα παρασυρθεί απ’ τα λεπτά ξανθά μαλλιά του που, όπως των Σκανδιναβών καμιά φορά, ήταν σχεδόν άσπρα. Στη διάρκεια της συνομιλίας μας, που δεν κράτησε ούτε μιαν ώρα, έμαθα πως ερχόταν απ’ τα νησιά Όρκεϋ.

Τον κάλεσα μέσα και του πρόσφερα κάθισμα. Έμεινε σιωπηλός για λίγο, κι ύστερα άρχισε να μιλάει. Ανάδινε κάτι σαν μελαγχολία – σαν αυτή που αναδίνω τώρα εγώ.
-Πουλάω Βίβλους, είπε.

Μ’ ένα τόνο λιγάκι δασκαλίστικο είπα: «Σ’ αυτό το σπίτι υπάρχουν αρκετές Εγγλέζικες εκδόσεις της Βίβλου, περιλαμβανομένης και της πρώτης – του Τζων Γουίκλιφ. Έχω επίσης τη Βίβλο του Σιμριάνο δε Βαλέρια και του Λούθηρου – η οποία, από φιλοσοφική άποψη, είναι η χειρότερη – κι ένα αντίτυπο της Λατινικής Βουλγάτας. Όπως βλέπετε, δεν πάσχω από Βίβλους».
Ύστερα από μερικές στιγμές σιωπής, είπε: «Δεν πουλάω μόνο βίβλους. Μπορώ να σας δείξω ένα ιερό βιβλίο που το βρήκα τυχαία στα περίχωρα του Μπικανέρ. Μπορεί να σας ενδιαφέρει».
Άνοιξε τη βαλίτσα κι ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι. Ήταν ένας τόμος σε σχήμα όγδοο, πανόδετος. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως είχε περάσει από πολλά χέρια. Καθώς τον εξέταζα, με ξάφνιασε το ασυνήθιστο βάρος του. Στη ράχη του ήταν γραμμένες οι λέξεις «Αγία γραφή», κι από κάτω, «Βομβάη».

-Δέκατος ένατος αιώνας, πιθανώς, παρατήρησα.
-Δεν ξέρω, είπε. Ποτέ δεν έμαθα.
Άνοιξα το βιβλίο στην τύχη. Τα στοιχεία μου ήταν ξένα και ασυνήθιστα. Οι σελίδες, φθαρμένες και τυπογραφικά φτωχές, ήταν στοιχειοθετημένες σε δυο στήλες, όπως στη Βίβλο. Το κείμενο ήταν πυκνοτυπωμένο, σε διάταξη στίχων. Στις πάνω γωνίες των σελίδων υπήρχαν αραβικοί αριθμοί. πρόσεξα πως μια σελίδα στ’ αριστερά, έφερε τον αριθμό (ας πούμε) 40, 514 και η σελίδα που ήταν απέναντί της, στα δεξιά, τον αριθμό 999. Γύρισα το φύλλο, ήταν αριθμημένο μ’ ένα οκταψήφιο αριθμό. Έφερε, επίσης, μια μικρή εικόνα, του είδους που βλέπουμε στα λεξικά – μια άγκυρα σχεδιασμένη με πένα και μελάνι, σαν καμωμένη απ’ το αδέξιο χέρι ενός μαθητή.
Τότε ήταν που ο ξένος είπε: «Κοιτάξτε καλά την εικόνα. Δεν θα την ξαναδείτε ποτέ».

Σημείωσα το μέρος κι έκλεισα το βιβλίο. Ευθύς αμέσως το ξανάνοιξα. Μάταια έψαξα, σελίδα προς σελίδα, για την εικόνα της άγκυρας. «Μοιάζει σαν μετάφραση των γραφών σε κάποια απ’ τις γλώσσες των Ινδιών, έτσι δεν είναι;», είπα για να κρύψω την ανησυχία μου.

Όχι, απάντησε. Έπειτα, σα να εμπιστευόταν κάποιο μυστικό, χαμήλωσε τη φωνή. Απόχτησα το βιβλίο σε μια πόλη στον κάμπο, για μερικές ρουπίες και μια βίβλο. Ο ιδιοκτήτης του δεν ήξερε να διαβάσει. Υποψιάζομαι πως έβλεπε το Βιβλίο των Βιβλίων σαν φυλαχτό. Ανήκε στην  κατώτατη κάστα, κανείς εκτός από τους άλλους παρίες, δε θα μπορούσε να πατήσει τον ίσκιο του χωρίς να μολυνθεί. Μου είπε πως το βιβλίο του λεγόταν το Βιβλίο της Άμμου, γιατί ούτε το βιβλίο ούτε η άμμος έχουν αρχή και τέλος.
Ο ξένος μου ζήτησε να βρω την πρώτη σελίδα. Έβαλα το αριστερό μου χέρι στο εξώφυλλο και προσπαθώντας να βάλω τον αντίχειρα στο λευκό εσώφυλλο, άνοιξα το βιβλίο. Μάταια. Κάθε φορά που προσπαθούσα, μερικές σελίδες έμπαιναν ανάμεσα στο εξώφυλλο και στον αντίχειρά μου. Ήταν σαν να φύτρωναν συνεχώς απ’ το βιβλίο.
Βρέστε, τώρα, την τελευταία σελίδα
Απέτυχα και πάλι. Με μια φωνή που δεν ήταν η δική μου κατάφερα να ψελλίσω: «Αυτό δεν μπορεί να…»

Μιλώντας πάντα σιγανά, ο ξένος είπε: «Δεν μπορεί, αλλά συμβαίνει. Ο αριθμός των σελίδων σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι παραπάνω ή παρακάτω από άπειρος. καμιά απ’ αυτές τις σελίδες δεν είναι πρώτη και καμιά τελευταία. Δεν ξέρω γιατί είναι αριθμημένες μ’ αυτό τον αυθαίρετο τρόπο. Για να υποδηλώνουν, ίσως, πως τα μέλη μιας άπειρης σειράς μπορούν να δεχτούν κάθε αριθμό». Έπειτα, σα να σκεφτόταν φωναχτά, είπε: «Αν το διάστημα είναι άπειρο, μπορεί να βρισκόμαστε σε οποιοδήποτε σημείο του διαστήματος. Αν ο χρόνος είναι άπειρος, μπορεί να βρισκόμαστε σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο»

Οι διαλογισμοί του με εκνευρίσανε. «Είστε θρήσκος, βεβαίως», παρατήρησα.
Ναι, είμαι Περουβιανός. Η συνείδησή μου είναι καθαρή. Είμαι βέβαιος σχεδόν πως δεν εξαπάτησα εκείνον τον ιθαγενή όταν του έδωσα το Λόγο του Κυρίου σ’ αντάλλαγμα για το σατανικό βιβλίο».
Τον διαβεβαίωσα πως δεν υπήρχε τίποτε για το οποίο θα ’πρεπε να μέμφεται τον εαυτό του και τον ρώτησα αν ήταν περαστικός από τα μέρη μας. Απάντησε πως σχεδίαζε να επιστρέψει στην πατρίδα του σε λίγες μέρες. Τότε ήταν που έμαθα πως ήταν Σκωτσέζος από τα νησιά του Όρκνεϋ. Του είπα πως είχα μεγάλη συμπάθεια για τη Σκωτία, εξαιτίας της αγάπης μου για τον Στήβενσον και τον Χιουμ.

Εννοείετε τον Στήβενσον και τον Ρόμπερτ Μπερνς, με διόρθωσε.
Όσο μιλούσαμε εξακολουθούσα να περιεργάζομαι το άπειρο βιβλίο. Με προσποιητή αδιαφορία ρώτησα: «Σκοπεύετε να προσφέρετε αυτό το παράξενο πράμα στο Βρετανικό Μουσείο;

Όχι, το προσφέρω σε σας, είπε, κι όρισε ένα σεβαστό ποσό για το βιβλίο.
Απάντησα με κάθε ειλικρίνεια πως ένα τέτοιο ποσό ήταν έξω από τις δυνατότητές μου κι άρχισα να σκέφτομαι. Σε δυο λεπτά μου ήρθε μια ιδέα. «Προτείνω μιαν ανταλλαγή» είπα. «Αποκτήσατε αυτό υο βιβλίο για μια χούφτα ρουπίες κι ένα αντίτυπο της Βίβλου. Θα σας προσφέρω το ποσό της μηνιάτικης σύνταξής μου, που μόλις τώρα σήκωσα, και τη Βίβλο του Γουίκλιφ με τα γοτθικά στοιχεία. Την κληρονόμησα απ’ τους προγόνους μου.

Γοτθικός Γουίκλιφ, ψιθύρισε.
Πήγα στο δωμάτιο μου και του ’φερα τα λεφτά και το βιβλίο. Το ξεφύλλιζε και εξέτασε τη σελίδα του τίτλου με το πάθος ενός πραγματικού βιβλιόφιλου.
Σύμφωνοι, είπε.
Με εξέπληξε που δεν έκανε παζάρια. Μόνο αργότερα συνειδητοποίησα πως είχε μπει στο σπίτι μου αποφασισμένος να πουλήσει το βιβλίο. Έβαλε τα χρήματα στην τσέπη του, χωρίς να τα μετρήσει.
Μιλήσαμε για την Ινδία, για τα νησιά Όρκνεϋ και για τους Νορβηγούς ευγενείς που ήταν παλιά οι άρχοντες των νησιών. Είχε νυχτώσει για καλά όταν έφυγε. Δεν τον ξανάδα από τότε, ούτε έμαθα το όνομά του.

Είχα σκεφτεί να βάλω το Βιβλίο της Άμμου στη θέση που ήταν η Βίβλος του Γουίκλιφ, αλλά τελικά αποφάσισα να το κρύψω πίσω απ’ τους τόμους μιας ελλιπούς σειράς του Χίλιες και μια Νύχτες. Πήγα στο κρεβάτι αλλά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Γύρω στις τρεις με τέσσερις το πρωί, άναψα το φως. Κατέβασα το απίθανο αυτό βιβλίο κι άρχισα να το φυλλομετρώ. Σε κάποια σελίδα είδα τυπωμένη μια μάσκα. Στην επάνω γωνιά της σελίδας ήταν ένας αριθμός, που δε θυμάμαι πια, υψωμένος στην ενάτη δύναμη.

Δεν έδειξα σε κανέναν το θαυμασμό μου. Ήταν μεγάλη τύχη να το αποκτήσω, αλλά είχα και το φόβο μήπως μου το κλέψουν, καθώς και ένα δυσάρεστο προαίσθημα πως δεν ήταν στ’ αλήθεια άπειρο. Οι δυο αυτοί φόβοι ενέτειναν την παλιά μου μισανθρωπία. Μου είχαν απομείνει ελάχιστοι φίλοι, τώρα σταμάτησα να βλέπω ακόμα κι αυτούς. Δέσμιος του βιβλίου, δεν έβγαινα έξω σχεδόν καθόλου πια μελετώντας μ’ ένα μεγεθυντικό φακό τη φθαρμένη ράχη και τα καλύμματά του, απέρριψα εντελώς την πιθανότητα να επρόκειτο για κάποιο τέχνασμα ή κάποιο κόλπο. Οι μικρές εικόνες καθώς διαπίστωσα, έπεφταν δυο χιλιάδες σελίδες μακριά η μία απ’ την άλλη. Βάλθηκα να τις καταγράψω με αλφαβητική σειρά και σε λίγο γέμισα ένα ολόκληρο σημειωματάριο. Ούτε μια φορά δεν επαναλαμβανόταν κάποια εικόνα. Τη νύχτα, στα σύντομα διαστήματα που μου επέτρεπε η αϋπνία μου, ονειρευόμουν το βιβλίο.

Το καλοκαίρι ήρθε κι έφυγε, και συνειδητοποίηση πως το βιβλίο ήταν τερατώδες. Σε τι με ωφελούσε να σκέφτομαι ότι εγώ που το έβλεπα με τα μάτια μου, που το κρατούσα στα χέρια μου ήμουν λιγότερο τερατώδης; Αισθανόμουν πως το βιβλίο ήταν ένα εφιαλτικό αντικείμενο, ένα αποτρόπαιο πράγμα που πρόβαλε και μόλυνε την ίδια την πραγματικότητα.

Σκέφτηκα τη φωτιά, αλλά φοβήθηκα πως το κάψιμο ενός άπειρου βιβλίου μπορούσε να αποδειχθεί εξίσου άπειρο και να πνίξει τον πλανήτη με καπνό. Κάπου είχα διαβάσει πως το καλύτερο μέρος για να κρύψεις ένα βιβλίο είναι το δάσος. πριν πάρω σύνταξη, δούλευα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αργεντινής, στην οδό Μεξικού, που έχει εννιακόσιες χιλιάδες τόμους. Ήξερα πως δεξιά της εισόδου υπάρχει μια στριφτή σκάλα που οδηγεί κάτω στο υπόγειο, όπου φυλάγονται βιβλία, χάρτες και περιοδικά. Μια μέρα πήγα εκεί και, αποφεύγοντας με τρόπο ένα φύλακα – αποφεύγοντας συνάμα να προσέξω το ύψος του σημείου ή την απόστασή του από την πόρτα – έχωσα το βιβλίο σ’ ένα από τα μουχλιασμένα ράφια του υπογείου.

Οποιοδήποτε απ’ τα σύντομα, ως επί το πλείστον, δοκίμια του Μπόρχες μοιάζουν με αναπτήρες: τη φλόγα δεν την σπαταλούν, ενυπάρχουσα για θαυμαστά τινάγματα. Ο Μπόρχες- δοκιμιογράφος κάνει τις κινήσεις ενός ατίθασου και φανταστικού εκκρεμούς προς εκατό, να πούμε, κατευθύνσεις… «Με το να είμαι τυφλός, γράφει, ζω μέσα στη μοναξιά. Έχω φίλους, βέβαια, αλλά δεν είναι δυνατόν να μου αφιερώνουν όλο το χρόνο τους. Έτσι, περνώ ένα μεγάλο διάστημα της μέρας μου μόνος. Όλες αυτές τις ώρες, τις περνώ ονειροπολώντας. Έχω πάντα στο νου μου μια ιστορία, που θα γίνει διήγημα ή ποίημα. Έχω την τάση να μετατρέπω τα πάντα σε λογοτεχνία. Δεν θα ’λεγα πως είναι το επάγγελμά μου. Είναι η μοίρα μου. Ζω μέσα στη λογοτεχνία.


Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

ΕΧΩ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΝΟΥ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΔΙΗΓΗΜΑ ή ΠΟΙΗΜΑ:


Δεν χασομέρησε ποτέ στις απολαύσεις της μνήμης· οι εντυπώσεις γλιστρούσαν από πάνω του, φευγαλέες και ζωηρές. Το κόκκινο του αγγειοπλάστη, το στερέωμα πλημμυρισμένο απ’ τα άστρα, που ήταν και θεότητες, το φεγγάρι απ’ όπου έπεσε ένα λιοντάρι…  η γεύση της σάρκας του αγριογούρουνου, που του άρεσε να κομματιάζει με γερές δαγκωματιές, μια φοινικική λέξη, ο μαύρος ίσκιος που ρίχνει ένα κοντάρι πάνω στην κίτρινη άμμο, το ζύγωμα της θάλασσας ή των γυναικών, το δυνατό κρασί που κόβεται η αψάδα του με το μέλι, το καθένα χωριστά κι όλα μαζί, να γεμίσουν την έκταση της ψυχής του… Ήξερε τι θα πει φόβος, όμως και τι θα πει θυμός και θάρρος και, καμιά φορά, σκαρφάλωσε πρώτος σ’ ένα εχθρικό τείχος.  Ακόρεστος, περίεργος, ανυπόμονος, με μόνη αρχή του την απόλαυση και την αδιαφορία που έρχεται μετά, ταξίδεψε σε διάφορα μέρη και είδε, στη μια και την άλλη άκρη της θάλασσας, τις πολιτείες και τα παλάτια των ανθρώπων. Σε αγορές πολύβουες ή στη ρίζα ενός βουνού που η κορφή του χάνονταν στην καταχνιά και που, κάποτε, ίσως να ’ζησαν εκεί κένταυροι, άκουσε συγκεχυμένες ιστορίες που τις δεχόταν όπως δεχόταν την πραγματικότητα, δίχως να ψάχνει αν ήταν αληθινές ή φτιαχτές... Αυτός είναι ο Δημιουργός, δηλαδή ο Χόρχε Λουις Μπόρχες, που όπως αυτοσυστήνεται μόνος του ζει μέσα στη μοναξιά του: «έχω φίλους βέβαια, αλλά δεν είναι δυνατόν να μου αφιερώνουν όλο το χρόνο τους. Έτσι, περνώ ένα μεγάλο διάστημα της μέρας μόνος μου. Όλες αυτές τις ώρες, τις περνώ ονειροπολώντας. Έχω πάντα στο νου μια ιστορία, που θα γίνει διήγημα ή ποίημα. Έχω την τάση να μετατρέπω τα πάντα σε λογοτεχνία. Δεν θα ’λεγα πως είναι το επάγγελμά μου. Είναι η μοίρα μου. Ζω μέσα στη λογοτεχνία. Δεν γράφω για μια μικρή ελίτ που δεν την υπολογίζω, ούτε γι’ αυτό το αφηρημένο και τόσο παινεμένο πλατωνικό σύνολο που αποκαλούμε Μάζα. Δεν πιστεύω σ’ αυτές τις δύο γενικότητες, τις τόσο αγαπητές στους δημαγωγούς. Γράφω για μένα, για τους φίλους μου και για ν’ απαλύνω τη ροή του χρόνου»  [σε εισαγωγικά η δήλωση του συγγραφέα από το οπισθόφυλλο του βιβλίου Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ κι άλλα κείμενα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ύψιλον/ βιβλία 1980 και μικρό απόσπασμα από την πρώτη ιστορία που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο – με ΚΛΙΚ στην εικόνα των «δημιουργών» - art by Jerzy Głuszek - η συνέχεια και το τέλος της ιστορίας του Δημιουργού, που, σιγά-σιγά, το σύμπαν μ’ όλη του την ομορφιά, άρχισε να τον εγκαταλείπει]


Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ: ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ, ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ Μ’ ΟΛΗ ΤΟΥ ΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ, ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΤΟΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ:
Μια καταχνιά επίμονη σκοτείνιαζε τις γραμμές του χεριού του, η νύχτα απογυμνώθηκε από τα αστέρια της, το έδαφος έγινε λιγότερο σταθερό κάτω από τα βήματά του. Όλα απομακρύνονταν και συγχέονταν. Όταν κατάλαβε πως άρχισε να τυφλώνεται, έκλαψε. Η στωική εγκαρτέρηση δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί κι ο Έκτορας μπορούσε να το βάλει στα πόδια χωρίς να ντροπιαστεί. «Δεν πρόκειται» ένιωσε «ούτε τον ουρανό να ξαναδώ, γεμάτο με το μυθολογικό του δέος, ούτε τούτο το πρόσωπο που θα το μεταμορφώσουν τα χρόνια». Μέρες και νύχτες πέρασαν πάνω από την απελπισμένη σάρκα του. Ύστερα, ξυπνώντας ένα πρωί, κοίταξε (χωρίς φόβο πια) τα συγκεχυμένα πράγματα που τον τριγύριζαν. Ένιωσε ανεξήγητα, έτσι όπως αναγνωρίζει κανείς μια μελωδία ή μια φωνή, πως όλα αυτά του είχανε ξανασυμβεί και τα ’χε αντικρίσει έντρομος αλλά ταυτόχρονα και με χαρά, με ελπίδα και περιέργεια. Βυθίστηκε λοιπόν στη μνήμη του, που του φάνηκε απύθμενη και κατάφερε ν’ ανασύρει από αυτή του τη σκοτοδίνη, τη χαμένη του ανάμνηση, που έλαμπε σα νόμισμα στο φεγγαρόφωτο, ίσως γιατί δεν την είχε ποτέ αντικρίσει άλλη φορά εκτός, μπορεί, μέσα σε κάποιο όνειρο.

Η ανάμνηση ήταν η ακόλουθη: τον είχε προσβάλει κάποιο άλλο παιδί κι είχε τρέξει στον πατέρα του να του πει. Ο πατέρας του τον άφησε να μιλήσει, σαν να μην άκουγε ή να μην καταλάβαινε και, μετά, ξεκρέμασε από τον τοίχο ένα μπρούτζινο στιλέτο, όμορφο κι όλο δύναμη, που το παιδί μυστικά το λαχταρούσε. Τώρα το κρατούσε στα χέρια του και, η έκπληξη που ένιωσε αποχτώντας το, έσβησε την προσβολή που είχε δεχτεί. Αλλά η φωνή του πατέρα του έλεγε: Δείξε πως είσαι άνδρας κι είχε μια προσταγή αυτή η φωνή. Η νύχτα σκοτείνιαζε τα δρομάκια. Σφίγγοντας το στιλέτο, που το ’νιωθε προικισμένο με μια δύναμη μαγική, κατηφόρισε την απότομη πλαγιά που τύλιγε το σπίτι κι έτρεξε στην ακροθαλασσιά, νιώθοντας Αίαντας ή Περσέας και γεμίζοντας με πληγές και μάχες την αρμύρα της σκοτεινιάς. Η γεύση ακριβώς εκείνης της στιγμής ήταν αυτό που γύρευε και τώρα. Τα υπόλοιπα δεν τον ένοιαζαν: οι προσβολές της πρόκλησης, η άτσαλη πάλη, ο γυρισμός με τη λεπίδα ματωμένη.
Απ’ την ανάμνηση αυτή ξεπήδησε μια άλλη, που πάλι είχε να κάνει με νύχτα και με κάποια περιπέτεια που θα επακολουθούσε. Μια γυναίκα, η πρώτη που του έστειλαν οι θεοί, τον περίμενε στη σκιά ενός υπόγειου και την έψαχνε μέσα σε στοές που έμοιαζαν με πέτρινα υφάδια και σε κατηφοριές που βυθιζόταν μέσα στο σκοτάδι. Γιατί τάχα ξαναγύριζαν οι αναμνήσεις αυτές και γιατί του ξανάρχονταν, δίχως πίκρα, έτσι απλά σαν να προεικόνιζαν το παρόν;
Το κατάλαβε μαζί με το τελικό σκοτάδι. Σ’ αυτή τη νύχτα που κατέβαιναν τώρα τα θνητά μάτια του, τον περίμενε ο έρωτας κι ο κίνδυνος μαζί, ο Άρης και η Αφροδίτη, γιατί διαισθανόταν κιόλας –επειδή είχε αρχίσει ήδη να τον τριγυρίζει – κάποιαν υπόνοια για δόξες και εξάμετρα, μια αίσθηση ανθρώπων που υπερασπίζονται ένα ναό που οι θεοί δεν πρόκειται να σώσουν και για καράβια μαύρα που γυρεύουν στις θάλασσες ένα αγαπημένο νησί, μια νύξη για Ιλιάδες και Οδύσσειες που του ’χε η μοίρα του να δημιουργήσει και να τις αφήσει κληρονομιά, ν’ αντηχούν μέσα στην κοίλη μνήμη των ανθρώπων. Όλα αυτά τα ξέρουμε, δεν ξέρουμε μονάχα το τι ένιωσε καθώς βυθιζόταν στο απόλυτο σκοτάδι.

ARGUMENTUM ORNITHOLOGICUM: Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιά. Το όραμα διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, ίσως και λιγότερο. Ο αριθμός του ήταν ορισμένος ή όχι; Το πρόβλημα αυτό, περικλείνει το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Αν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι ορισμένος, γιατί ο Θεός ξέρει πόσα πουλιά είδα. Αν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός δεν είναι ορισμένος, γιατί κανείς δεν μπορεί να τα μετρήσει. Στην περίπτωση αυτή, είδα έναν αριθμό πουλιών, ας πούμε λιγότερα από δέκα και περισσότερα από ένα, αλλά δεν είδα εννιά, οχτώ, εφτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία ή δύο πουλιά. Είδα έναν αριθμό μεταξύ δέκα και ένα, που δεν είναι εννιά, ούτε οκτώ, ούτε επτά, ούτε έξι, ούτε πέντε κ.ο.κ. Ο αριθμός αυτός, στο σύνολό του είναι ασύλληπτος. ΑΡΑ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ
Οποιοδήποτε απ’ τα σύντομα, ως επί το πλείστον, δοκίμια του Μπόρχες μοιάζουν με αναπτήρες: τη φλόγα δεν την σπαταλούν, ενυπάρχουσα για θαυμαστά τινάγματα. Ο Μπόρχες- δοκιμιογράφος κάνει τις κινήσεις ενός ατίθασου και φανταστικού εκκρεμούς προς εκατό, να πούμε, κατευθύνσεις.