Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ, ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ, ΟΤΑΝ ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΟΤΙ ΑΚΟΥΩ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ…

 Ακριβώς απέναντι, κεραίες, απειλητικά δάχτυλα επίκρισης, ψυχρές επιταγές σιωπής. Τριγύρω τους σκόρπια δέντρα απλώνουν απελπισμένα κλαδιά μνήμης, ζητώντας να ξυπνήσω τη λήθη τους. Παράθυρα κλειστά, κοιμούνται ακόμα. Ρούχα πολύχρωμα απλωμένα. Ταράτσες παλιές ξεφτισμένες. Η βεράντα μου σαν πάρκο του μεσοπολέμου. Παγκάκια, κούνιες, φανοστάτες και πέργκολες, ξύλινοι φράχτες με κισσούς, ο ουρανός ελεύθερος σε κοιτάζει με δέος, με θλίψη καμιά φορά και με συμπόνια. Κάποιος... Σσσς! Ακούτε; Ροκανίζει τα σπλάχνα μου… Αυτός ο θόρυβος της σιωπής μ’ εμποδίζει ν’ ακούσω… Βοηθήστε με! [απόσπασμα από τη ΘΕΡΑΠΕΙΑ, διήγημα της Άννας Αφεντουλίδου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΘΡΑΚΑ τευχος 5-6 –και  με ΚΛΙΚ στον πίνακα Στο Ντιβάνι με το Λακάν του SCHIELE Egon από την αρχή όλη η ιστορία της μιας ψυχοθεραπείας όπου οι ρόλοι ασθενούς –ιατρού αλλάζουν δραματικά με απρόβλεπτη Έξοδο):


Από την πρώτη ήδη φορά είχε παραβιάσει την ως είθισται διαδικασία.
Μόλις είχε βγει από το γραφείο του νέου της ψυχοθεραπευτή. Ήταν τυχερή. Ήταν σίγουρα αρκετά έμπειρος. Καθόταν διακριτικά απέναντί της προσέχοντας οι κινήσεις του να είναι αδιόρατες. Κάθε που εκείνη πήγαινε να δακρύσει, έστρεφε το βλέμμα του αλλού, για να μην της προκαλεί αμηχανία. Το κουτί με τα χαρτομάντιλα ήταν ήδη στο γραφείο, σε απόσταση που να μπορεί εύκολα να το φτάσει, μόλις το χρειαζόταν. Το αδιαφανές ντουλάπι στη βιβλιοθήκη πίσω του έκρυβε μπουκαλάκια με νερό, υγρά χαρτομάντιλα, πλαστικά ποτήρια. Ήταν σίγουρα ένας προνοητικός και προβλεπτικός ψυχοθεραπευτής. Ήταν ό,τι αυτή χρειαζόταν.

     Τα ρούχα του συνηθισμένα, να μην παγιδεύουν τα βλέμματα, τα μάτια του φιλικά κι ευγενικά, οι τρόποι του κάπως απόμακροι, ώστε να μην υπάρχει φόβος για κάποια δύσκολη οικειότητα. Κι όμως. Από την πρώτη ήδη φορά είχε παραβιάσει την ως είθισται διαδικασία. Τον είχε αναγκάσει πολύ πρώιμα να της κάνει αδιάκριτες ερωτήσεις. Μόνο δύο, είναι η αλήθεια. Αλλά από εκείνες τις πιεστικές ερωτήσεις που κάνουν τον ασθενή να κουμπωθεί ξανά, τη στιγμή που η ψυχή του μόλις έχει αρχίσει δειλά δειλά να φαίνεται μέσα από τα ρήγματα μιας αβέβαιης και διστακτικής αφήγησης. Γεγονός ασυγχώρητο για έναν ειδικό. Την επόμενη φορά το βλέμμα του σταμάτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε μπροστά, στο σημείο όπου ανεπαίσθητα άνοιγε η μπλούζα της στο ύψος του στήθους. Σαν το πιασμένο στα δίχτυα αγρίμι παλεύεις να πάρεις ανάσα κι αυτά τα μάτια είναι μια ελπίδα ότι μπορεί κάποιος να σε ελευθερώσει. Αυτός νόμιζε πως κατέγραφε τις αντιδράσεις της και κρατούσε σημειώσεις στο επαγγελματικό του ντοσιέ. Αλλά ήταν εκείνη που τον μελετούσε. Άγγιξε με τα δάχτυλά της απαλά το γραφείο κατά μήκος της κόψης του αμμοβολισμένου γυαλιού. Ήταν παγωμένο. Η κίνησή της αυτή τον έκανε να καθυστερήσει λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε, για να βρει την ημερομηνία στο επόμενό τους ραντεβού. Ίσως απλώς να ήταν πολύ νέος για ψυχοθεραπευτής.

Είχε κάνει εύκολα τη διάγνωσή του. Επρόκειτο για μια κλασική περίπτωση διπολικής διαταραχής. Χρειάζονταν, στην πρώτη φάση τουλάχιστον, ισχυρά αντικαταθλιπτικά, με την συνδρομή ίσως υπνοαγωγών ή τουλάχιστον αγχολυτικών φαρμάκων. Ήταν πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Αν και η καινούρια του ασθενής ώρες-ώρες τον έκανε να αισθάνεται κάπως άβολα. Έδιωξε βιαστικά αυτή του τη σκέψη. Δεν ήθελε να βασανίζεται άσκοπα. Όλα θα πήγαιναν μια χαρά. Είχε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν.

Ήταν πάντα πολύ μελετηρή. Το τελευταίο διάστημα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, διάβαζε εγχειρίδια κλινικής ψυχιατρικής, δοκίμια ψυχαναλυτικής θεωρίας, πραγματείες ιατρικών ερευνών. Κανείς δεν απορούσε για τα καινούργια της ενδιαφέροντα. Με τον πυρετό του ενθουσιασμού. Με το πάθος μιας ένθεης μανίας. Ο καινούριος της στόχος ήταν ένας ειδικός. Αδαής αν και γνώστης. Αφελής αν και έξυπνος. Άντρας. Αρκετό καιρό μετά την πρώτη τους συνεδρία, χαμογελούσε ευχαριστημένη σχεδόν ειρωνικά. Με τον σαρκασμό μιας πολύ βαθιάς γνώσης, που μπορεί να βασίζεται μόνο στην προσωπική εμπειρία. Στην ίδια τη ζωή που ανάσαινε με δυσκολία μέσα της. Είχε πονέσει πολύ. Αλλά τώρα ήξερε.

      Έπρεπε να του αφήσει λίγη ώρα, για να παρατηρήσει το πρόσωπό της και ταυτόχρονα να δείξει τον αναμενόμενο δισταγμό για μια πολύ προσωπική διήγηση. Εξάλλου, δεν βιαζόταν. Είχε μάθει πια καλά πως η αδημονία μπορεί να χαλάσει αστραπιαία ό,τι με πολύ κόπο έχτιζες για καιρό. Κοίταξε, λοιπόν, στρέφοντας αργά το βλέμμα έξω από το παράθυρο. Γνώριζε πως χρειαζόταν αυτό ακριβώς το στοχαστικό βλέμμα. Κισσοί σκαρφάλωναν πάνω στους τοίχους. Το ιατρείο του έβλεπε στην πίσω αυλή μιας παλιάς μονοκατοικίας.

  —Θέλω να σας ρωτήσω για τη δραματοθεραπεία. Του είπε όλο αθωότητα.
 —Τι ακριβώς θέλετε; 
 —Ποια είναι η γνώμη σας;
  —Γνωρίζω πως σε αρκετές περιπτώσεις είναι πολύ αποτελεσματική, της είπε.
 —Ωραία. Θα θέλατε να το δοκιμάσουμε μαζί; 
—Έχω παρακολουθήσει αρκετά σεμινάρια ανάλογου περιεχομένου, αλλά δεν είχα πολλές κλινικές περιπτώσεις όπου…
 —Δεν πειράζει, απάντησε. Έχω παρακολουθήσει κι εγώ κάτι παρόμοιο και υπάρχει ένα θεατρικό κείμενο που νομίζω πως μπορεί να βοηθήσει.
—Δεν έχω ιδιαίτερη εμπειρία. Δίστασε. Υπάρχουν συνάδελφοι που έχουν ασχοληθεί συστηματικά και θα μπορούσα να σας παραπέμψω σε κάποιον που…
 —Όχι. Τον έκοψε. Θα με αναγκάσετε να περάσω όλη αυτή τη διαδικασία της εκμυστήρευσης από την αρχή; Εξάλλου, για όλους, κάποτε είναι η πρώτη φορά. Καιρός να βελτιώσετε κι εσείς τη θεατρική σας παιδεία, δεν νομίζετε; Του είπε κάπως σκληρά και αμέσως αναρωτήθηκε μήπως το είχε παρακάνει.
 —Έχω πολύ καλή θεατρική παιδεία, είπε ελαφρώς πειραγμένος.
—Και βέβαια, δεν ήθελα να σας προσβάλω, του είπε γλυκά.
—Πολύ καλά, ας προσπαθήσουμε.
 —Σύμφωνοι, είπε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Θα σας φέρω το κείμενο την επόμενη φορά να το διαβάσουμε μαζί. Ξέρετε πως είναι κάτι πολύ εύκολο.

Ανατρίχιασε υποψιαζόμενος πως έπρεπε να είχε πει κάτι άλλο. Αμέσως μετά σκέφτηκε πως πολλοί θεωρητικοί λένε πως το «θεατρικό παιχνίδι» μπορεί να βοηθήσει δραστικά στην αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών κάθε είδους. Ήταν, λοιπόν, καθησύχασε τον εαυτό του, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, να τη δοκιμάσει. 

     Την επόμενη φορά η ασθενής του πήγε με μιαν ομιλητικότητα ασυνήθιστη. «Ωραία», σκέφτηκε ο Θεραπευτής, «έχει αρχίσει να χαλαρώνει». 

—Ξεκινάμε; είπε προσπαθώντας να φαίνεται αμέριμνη. Εσείς θα υποδυθείτε τον Α. και εγώ τη Γ. Διαβάζω δυνατά την ταυτότητα των προσώπων. Και του έτεινε το δικό του αντίτυπο του κειμένου. 

«Γ(υναίκα): Γυναίκα γύρω στα 40. Ούτε όμορφη ούτε άσχημη. Αφανώς “περιποιημένη”. Ντύνεται με απλά, αλλά ακριβά ρούχα. Από αυτές που δεν σταματά το βλέμμα σου πάνω τους, παρά μόνο γιατί έχεις την εντύπωση ότι κάπου την ξέρεις και δεν μπορείς να θυμηθείς από πού. Έχει ακουστικές παραισθήσεις, χωρίς να πάσχει από σχιζοφρένεια. Ακούει φωνές, αποσπασματικούς διαλόγους που την έχουν αποδιοργανώσει. Δεν τους έχει ζήσει, δεν πρόκειται δηλαδή για αναμνήσεις, ωστόσο αναγνωρίζει ανάμεσα στις φωνές και τη δική της. Έχει δοκιμάσει διάφορες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους και κοκτέιλ φαρμάκων, αλλά μάταια. Απεγνωσμένη καταφεύγει σε έναν ψυχοθεραπευτή που χρησιμοποιεί τη μέθοδο της ύπνωσης. Η ίδια υπέρμαχος της επιστημονικής βεβαιότητας θεωρεί την ύπνωση “επιστημονικοφανή τσαρλατανισμό”, γι’ αυτό και αισθάνεται πως έφτασε ως την έσχατη ταπείνωση, αλλά είναι πραγματικά απελπισμένη.

»Α(ντρας): Ψυχοθεραπευτής. Γύρω στα τριάντα πέντε. Αρχικά, φαίνεται να του αρέσει –ή τουλάχιστον συνηθίζει– να κουρεύεται σαν στρατιωτικός. Ντύνεται σαν αντιπρόσωπος φαρμακευτικής εταιρείας, σακάκι, καλογυαλισμένα παπούτσια, άψογα κουμπωμένα όλα, γιακάς, μανσέτες, ζώνη. Φοράει γυαλιά τα οποία βγάζει συχνά, για να πιέσει τη βάση της μύτης του και να τρίψει τα φρύδια του, λες και θέλει κάτι να θυμηθεί ή να ξεχάσει. Στην αρχή το γραφείο του είναι εντελώς απρόσωπο. Σα χειρουργική αίθουσα. Σε κάθε συνεδρία με τη Γυναίκα κάτι αλλάζει. Προστίθεται μια φωτογραφία, μια μολυβοθήκη, ένα επιτραπέζιο φωτιστικό, ένα μισάνοιχτο βιβλίο. Κάθε φορά και ο ίδιος αλλάζει. Λίγο πιο αχτένιστα τα μαλλιά του, ξεκούμπωτο το πουκάμισο στο λαιμό, αθλητικά παπούτσια που η εμφάνισή τους δείχνει πως περπάτησε πολλή ώρα και όχι σε άσφαλτο.

    Η σκηνή διαδραματίζεται στο ιατρείο του. Βρισκόμαστε στη μέση μιας συνεδρίας.»
Την κοίταξε ενοχλημένος.
—Μήπως… θα έπρεπε…
—Λοιπόν, ξεκινάμε; Τον ρώτησε επιτακτικά.
Ένιωσε τον δισταγμό του και τον εξουδετέρωσε προτού δυναμώσει. Το ήξερε καλά πως έπρεπε να πνίξει κάθε του ενδοιασμό όσο ήταν ακόμα καιρός. Έγνεψε αναποφάσιστα αλλά καταφατικά.

 «Γ: Ξέρετε, από τότε που αγάπησα έναν Ποιητή, κάθε πρωί, όταν ανοίγω το παράθυρό μου αισθάνομαι χιλιάδες εγκλωβισμένες σκέψεις, φωνές ανθρώπων που περιμένουν, πώς να τις ακούσω; Ακριβώς απέναντι, κεραίες, απειλητικά δάχτυλα επίκρισης, ψυχρές επιταγές σιωπής. Τριγύρω τους σκόρπια δέντρα απλώνουν απελπισμένα κλαδιά μνήμης, ζητώντας να ξυπνήσω τη λήθη τους. Παράθυρα κλειστά, κοιμούνται ακόμα. Ρούχα πολύχρωμα απλωμένα. Ταράτσες παλιές ξεφτισμένες. Η βεράντα μου σαν πάρκο του μεσοπολέμου. Παγκάκια, κούνιες, φανοστάτες και πέργκολες, ξύλινοι φράχτες με κισσούς, ο ουρανός ελεύθερος σε κοιτάζει με δέος, με θλίψη καμιά φορά και με συμπόνια. Κάποιος... Σσσς! Ακούτε; Ροκανίζει τα σπλάχνα μου… Αυτός ο θόρυβος της σιωπής μ’ εμποδίζει ν’ ακούσω… Βοηθήστε με!

Α: Μη φοβάστε. Θα σας βοηθήσω να βρείτε αυτό που ψάχνετε.
Γ: Είμαι σίγουρη. Γι’ αυτό και σας το αφιερώνω. Ακούστε το.
(απαγγέλλει με στόμφο) 
Ενδιαφέρον επ’ αμοιβή 
οι ώρες σου 
Δώρο σου κάνω
μια βόλτα στων ποιητών την πόλη
(Να ξεγελάσω τη νύχτα πως με νοιάστηκες)
Α: Ακούω αυτά που θέλετε να μου πείτε… Λοιπόν;
Γ: Λοιπόν σκεφτόμουν πως εσείς ξέρετε πάρα πολλά για μένα και εγώ –νομίζετε πως– δεν ξέρω τίποτα για σας.
Α: Τι εννοείτε;
Γ: Μπορώ πολύ εύκολα να υποθέσω ποιος, στην πραγματικότητα, είστε. Ήσασταν καλός μαθητής, όχι όμως Ο άριστος... Έχετε αναμνήσεις δυσαρέσκειας από καθηγητές που σας αδίκησαν. Δεν ήσασταν δημοφιλής στους συμμαθητές σας. Κάποιοι σας πείραζαν, γεγονός που σας ενοχλούσε ιδιαίτερα, αλλά καταφέρνατε να μη το δείχνετε και να το “ξεπερνάτε με αξιοπρέπεια”. Αγαπούσατε τη μητέρα σας, αλλά αρκετές φορές νιώθατε να σας “πνίγει”...
Α: Δεν πρέπει να με εμπλέκετε προσωπικά. 
Γ: Γιατί; Μήπως φοβάστε; 
Α: Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα και το ξέρετε πολύ καλά.
Γ: Είστε σίγουρος;
Α: Αρνούμαι να παίξω αυτό το παιχνίδι μαζί σας.
Γ: Πολύ καλά. Εσείς το θελήσατε.
(Η γυναίκα σηκώνεται πάνω απότομα, σχεδόν θυμωμένη ή απλά αποφασισμένη.)»
Σηκώθηκε σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες του κειμένου κάπως απότομα, αλλά επειδή είδε πως αυτός ξαφνιάστηκε, άλλαξε ύφος και του εξήγησε σιγά καθησυχαστικά, σχεδόν ψιθυριστά.
 —Ας δώσουμε μια μικρή αληθοφάνεια. Στο κάτω-κάτω θέατρο είναι…
Του γύρισε την πλάτη και συνέχισε.

«Γ: Ο πρώτος σας έρωτας ήταν τραυματικός, αλλά το αντέξατε. Όταν γδύνεστε, ποτέ δεν “πετάτε” τα ρούχα σας όπως να ’ναι. Τα τακτοποιείτε, έτσι ώστε να μην τσαλακώνονται. Ποτέ δεν μιλάτε όταν κάνετε έρωτα. Είστε σιωπηλός σαν ψάρι. Όταν φτάνετε σε οργασμό σχεδόν το κρύβετε, ιδιαίτερα, όταν είναι νωρίτερα απ’ ό,τι θα ήθελε η σύντροφός σας (γελώντας). Από το ύφος σας καταλαβαίνω πως “έπεσα μέσα”. Να σας πω και τι σκέφτονται –είμαι σίγουρη– οι ερωμένες σας εκείνη την ώρα;
Α: Ξεπερνάτε τα όρια! Θα με αναγκάσετε να διακόψουμε!

Γ: Συγγνώμη, συγγνώμη, έχετε δίκιο… Με ποιο δικαίωμα; Σας παρακαλώ... σας χρειάζομαι, μη μ’ εγκαταλείπετε κι εσείς. Ξέρετε τη Νίνα από τον Γλάρο του Τσέχοφ; Ήρθε κάποιος και επειδή δεν είχε τι να κάνει σκότωσε τον γλάρο. Αν είμαι κι εγώ κάπως έτσι;  
(Ξαπλώνει αργά, κουρασμένα στο ανάκλιντρο του ιατρείου. Φαίνεται σαν να βυθίζεται σε ύπνωση.)»
Έστρεψε το βλέμμα του ερωτηματικά, μουδιασμένα επάνω της, με τόσην ένταση που το αισθάνθηκε σαν χτύπημα.

     —Σ’ αυτό το σημείο, του εξήγησε απαλά, γίνεται η διαδικασία της ύπνωσης, για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η θεραπεία της Γυναίκας. Να συνεχίσουμε; Ρώτησε με γλυκιά  φωνή. Κούνησε σαστισμένα αλλά και με κρυφή έξαψη το κεφάλι του. Αυτή βυθίστηκε αργά στην πολυθρόνα της ευχαριστημένη. Ήταν ολοφάνερο. Είχε αναστατωθεί.

«Α: Για πείτε μου, τώρα, πού βρίσκεστε;
Γ: Ένα βαρύ, γκρίζο, χιονισμένο τοπίο μου πλακώνει την ψυχή. Ταξίδι μοναχικό, γεμάτο από τις θορυβώδεις σιωπές των ανθρώπων. Ο δρόμος, παράξενο, είναι καθαρός από χιόνι, γεμάτος από την γλιστερή λάσπη της βροχής, θρυμματισμένος καφετί πάγος τρυπάει τ’ αυτιά, τα μάτια, τα κόκαλα.  
Α: Και εκεί τι κάνετε;
Γ:(σχεδόν απελπισμένα) Σε ψάχνω και σε ψάχνω κι εσύ λείπεις με το βλέμμα καρφωμένο στο άνοιγμα της μπλούζας μου. Κάνεις πως διαβάζεις βαρύγδουπα, ξενόγλωσσα βιβλία κι εγώ σε κολακεύω ελπίζοντας πως επιτέλους θα σπάσεις τα δεσμά, και θα φανείς να… (με προσδοκία) Θα έρθει όμως πάλι ο Ποιητής μου. Τόσο γλυκά, αθώα φιλιά. Θα με ταξιδέψει στο όνειρο. Θα με αγαπήσει.

Α: (αλλάζοντας ύφος, λες και ξαφνικά επηρεασμένος κι αυτός από τη διαδικασία της ύπνωσης “έγινε” κάποιος άλλος) Κι εσύ τι κάνεις; Του στέλνεις ερωτικές επιστολές γεμάτες δηλητήριο να τον πονάς. Κι αυτός σε συγχωρεί. Σε συγχωρεί. Σε συγχωρεί.

Γ: Δεν θέλω να με συγχωρούν! Να με ποθούν θέλω! Να με θυμούνται! Με μίσος. Με φθόνο. Με πικρία. Αδιάφορο! Γιατί μόνο έτσι θα είμαι. Θέλω να πεθάνω… Χρόνια το σχεδιάζω. Τι ηδονή στη σκέψη αυτή… Αν δε βρω το κουράγιο για κάτι πιο σκληρό, απλά θα πηδήξω από το μπαλκόνι. Αυτό είναι πιο εύκολο, είναι μια στιγμή, δεν προλαβαίνεις να πονέσεις ή να δειλιάσεις.
(σηκώνεται απότομα, σαν να «ξύπνησε»)

    »Εμπρός! Διαφωνήστε! Προσπαθήστε να με πείσετε! Για την αξία της ζωής, για την παθολογία της απόφασής μου, για το ότι αποτελεί απόρροια της ασθένειας. Αν δεν ήμουν άρρωστη, δεν θα έπαιρνα μια τέτοια απόφαση; Ίσως. Τότε καλύτερα που είμαι άρρωστη, γιατί μου είναι πιο εύκολο. Δεν μπορείτε να καταλάβετε. Όλα ήταν ένα λάθος. Πολύ αργά να γυρίσω πίσω. Τίποτα, ποτέ δεν θα είναι όπως πριν. Πιστέψατε πως μπορείτε να με θεραπεύσετε. Το πίστεψα κι εγώ. Είναι όμως πια αργά. Λυπάμαι.»
Τον είδε έκπληκτη να σηκώνεται από την θέση του και να την πλησιάζει απειλητικά υψώνοντας τον τόνο της φωνής του. Αντιδρούσε πιο έντονα απ’ ό,τι κι αυτή η ίδια περίμενε.     
«Α: Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Ξέρεις ότι θα εναντιωθώ. Μήπως κατά βάθος θέλεις να σε αποτρέψω; Μήπως απλώς κοροϊδεύεις τον εαυτό σου; Ή μήπως εκδικείσαι έτσι έναν άντρα ακόμα; Να τον κάνεις να αισθανθεί ότι απέτυχε: Μια ασθενής μου θα αυτοκτονήσει. Θα προσπαθήσω, αλλά δεν θα μπορέσω να την σώσω.
Γ: Υποκριτή! Τα ήξερες όλα! Από την αρχή! Σπουδαίος Θεραπευτής! (μιμούμενη τη φωνή του Α) “…Οι φωνές που ακούτε είναι, εντέλει, η συνείδηση του εσώτερου εγώ σας, που δεν συμβιβάζεται ηθικά με τις ερωτικές σας επιθυμίες…” (ειρωνικά) Κι εγώ είμαι δυστυχισμένη, γιατί είμαι ανίκανη να πετύχω ένα πήδημα με έναν αληθινό Άντρα.
(Ο Α ορμάει πάνω στη Γ ταρακουνώντας την απ’ τους ώμους)
Α: Ποια νομίζεις ότι είσαι; Τι θέλεις από μένα; Να είμαι ο εραστής που θα σε πηδήξει και θα σε παρατήσει; Κι εσύ θα σκοτώσεις τα παιδιά και τη γυναίκα μου; Τότε θα είσαι ευχαριστημένη;
(Την αρπάζει από το λαιμό και πλησιάζει το στόμα του στο δικό της, για να την φιλήσει)
Ή με θέλεις σύζυγο να σε πνίγει η αγάπη του;
(Την αρπάζει από την βουβωνική περιοχή)
Μήπως με προτιμάς τον γιο που θα σκοτώσεις, γιατί θα αρνηθεί να τρέφεσαι απ’ τη νιότη του; 
Γ: Ποτέ δεν είχα την πολυτέλεια να διαλέξω...
Α: Ψέματα! 
(Την ξαπλώνει στο ανάκλιντρο βίαια)
Γ: Αυτό μπορεί να είναι η καταστροφή σου…
Α: Και η δική σου…»


Η γυναίκα τον απώθησε δυνατά και τότε ο Θεραπευτής συνειδητοποίησε πως κρατούσε ακινητοποιημένη την ασθενή του πάνω στο γραφείο και την φιλούσε βίαια στο στόμα. Και το χειρότερο. Δεν το μετάνιωνε. Εκείνη συνέχιζε να τον απωθεί σταθερά.
     —Η παράσταση τελείωσε. Του είπε με μια περίεργα ήρεμη φωνή.
Ανασηκώθηκε, πήγε κοντά στο παράθυρο, το άνοιξε, οι κισσοί σκαρφάλωναν επεκτατικοί σε όλους τους τοίχους. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβγαλε το σακάκι της, του οποίου άλλα κουμπιά ήταν ήδη ξεκούμπωτα και άλλα μισοξηλωμένα μετά την τόση παραφορά της «πρόβας» τους. Κάτω απ’ το σκούρο της σακάκι ήταν ολότελα γυμνή. Μια λευκόχροη επιδερμίδα, σχεδόν διάφανη. Ο άντρας την κοίταζε αποσβολωμένος. Οι ωμοπλάτες της ριγούσαν παράξενα. Τα κόκαλα φούσκωναν αφύσικα, λες και ζητούσαν να διαρρήξουν το εύθραυστό της κορμί. Ξαφνικά δυο γωνίες πετάχτηκαν σκίζοντας το λεπτό της δέρμα. Εκείνη έσκυψε ελαφρά στενάζοντας με ηδονή. Δυο γκριζωπά κολλώδη φτερά ξεπρόβαλλαν πάνω στην πλάτη της. Ανασηκώνοντας αργά το σώμα της, γύρισε και τον κοίταξε σιωπηλά.

     Αυτός πάγωσε αντικρίζοντας τη νέα της μορφή. Είχε αποκτήσει μεγάλα αχνογάλαζα, σχεδόν άσπρα, μάτια, ολόλευκο πρόσωπο και κατακόκκινα χείλη. Το στήθος της μικρό και σφιχτό, με θηλές ροδαλές κι ολοστρόγγυλες. Τον πλησίασε περπατώντας αργά και ανάλαφρα πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Ο άντρας πισωπάτησε τρομαγμένος. Άπλωσε το χέρι της και τον άγγιξε απαλά. Ένιωσε το άρωμά της να τον ναρκώνει γλυκά. Τα χείλη της τον πλησίαζαν φέρνοντας στη μνήμη του το φιλί της. Εκείνη, λίγο πριν αγγίξει τα χείλη του, έστρεψε απότομα κάπως δεξιότερα το πρόσωπό της και κάρφωσε τα δόντια της στο λαιμό του. Τον αγκάλιασε σφιχτά τυλίγοντάς τον με τα γκρίζα φτερά της, καθώς τα χέρια της χάιδευαν τα μαλλιά του. Έπειτα από λίγο χαλάρωσε τη θανάσιμη αγκαλιά της κι αυτός γλίστρησε άψυχος στο πάτωμα μπροστά στο γραφείο του. Ανασαίνοντας βαθιά σκούπισε τα χείλη της με την ανάστροφη του χεριού της, μάζεψε αργά τα φτερά της και φόρεσε προσεκτικά το σακάκι κουμπώνοντας δύο μόνο κουμπιά. Έριξε μιαν αδιάφορη ματιά στο σώμα του άντρα και μάζεψε από κάτω την τσάντα της. «Περίεργο!» σκέφτηκε. «Δεν αντιστάθηκε καθόλου! Ακριβώς όπως ο Αστέριος. Τελικά όλα τα Τέρατα ίδια είναι!», μουρμούρισε. Και χαμογέλασε ειρωνικά κλείνοντας αθόρυβα πίσω της την πόρτα. 
[ΘΕΡΑΠΕΙΑ, διήγημα της Άννας Αφεντουλίδου που δημοσιεύτηκε στο 5-6 τεύχος του περιοδικού ΘΡΑΚΑ]

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΙΔΕΑ ΠΟΣΟ Σ’ ΕΧΩ ΠΕΘΥΜΗΣΕΙ (με βλέπεις κι εσύ στα όνειρά μου;)

Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε να τη λένε Αφόρητη Μητέρα, Παρεμβατική Μητέρα, Κριτική Μητέρα και τέτοια – μάλιστα ίσως και με ένα άλφα έψιλον στο τέλος όπως στις ανώνυμες εταιρείες, μια και έμοιαζε με εταιρεία, με εργοστάσιο τύψεων και ενοχών με ολόκληρη αλυσίδα επιχειρήσεων Χειριστική Μητέρα Α.Ε., ΕΠΕ, com, αλλά τόση σκέψη φανέρωνε σιγά-σιγά δική μου ανάγκη για απεξάρτηση, ειδικά μετά τα 30, και με τον καιρό δέχτηκα το Αγγελική Πατέρα και απλώς κατάλαβα ότι θα ήταν καλύτερα να μη θυμώνω, όπως με συμβούλευαν γνωστοί, φίλοι και φίλοι φίλων!.. Δεν έχεις ιδέα πόσο σ’ έχω πεθυμήσει –τόσο, που σχεδόν σε επινοώ στο πρόσωπο κάθε γυναίκας. Νομίζω πως αναπνέω κι εκπνέω το όνομά σου. Χθες στο δρόμο προς το σπίτι, ήθελα τόσο πολύ να σε δω, ήθελα τόσο να σε έχω μόλις δει, που σταμάτησα μια περαστική κυρία και ρώτησα αν είσαι εσύ. Ήταν απλώς μια περαστική κυρία, μου είπε. Με βλέπεις κι εσύ στα όνειρά μου; Έχεις καταλάβει ότι μετάνιωσα που έφυγα από κοντά σου, ότι κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να φοβάμαι τη δέσμευση, ότι ξέρω πως είσαι Αυτή, η Μια, η Μοναδική Γυναίκα, η γυναίκα που θα κάνω παιδιά, η γυναίκα που θέλω να με δει να κλαίω στην κηδεία του πατέρα μου κάποτε και να μου χαϊδέψει το σβέρκο; Δεν σταμάτησα μόνο την περαστική κυρία, ήθελα να είσαι ό,τι αναπνέει, ό,τι συνάντησα, ό,τι συναντώ στο δρόμο μου… Θυμάμαι που έλεγες κάποτε ότι θα ήθελες να ζήσεις μια ρομαντική ιστορία αγάπης από αυτές που πια κανείς δεν έχει το χρόνο να ζήσει… Ξέρω ότι σου άρεσε πάντα ο τρόπος που γράφω, πες το και κόλπο αν θες, να σε εντυπωσιάσω, ό,τι μου ’ρθει κάνω. Δεν ξέρω αν έχει νόημα που στο γράφω ποιητικά, όπως σου μιλάω συνήθως, γιατί αυτό που μου είπες πριν χωρίσουμε, ότι στα λόγια καλός είμαι, ήταν σίγουρα ενδεικτικό για το πόσο στερητικός υπήρξα στο να σου δείχνω, να σου κάνω, να σου αποδεικνύω. Θέλω να πάρω πίσω ό,τι σου έχω πει, ακόμα και ό,τι γράφω εδώ, θέλω να το πάρω πίσω και να το ξαναπώ μ’ άλλο τρόπο, με αγκαλιά, με δόσιμο, με δέσμευση, με όσα ξέρω ότι θέλεις να είμαι για σένα!.. [ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ, ΖΩΗ ΧΑΡΙΣΑΜΕΝΗ δυο ιστορίες για τη μητέρα από το βιβλίο της Κατερίνας Έσσλιν Γαμ.υθιστορήματα του ενός λεπτού μαζί με την  εισαγωγική παράγραφο από μια τρίτη ιστορία, πάλι για τη μητέρα, με τίτλο ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ  - ART by Klimt Mother Child]



ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ (μια ιστορία από το βιβλίο Γαμ. υθιστορήματα του ενός λεπτού της Κατερίνας Έσσλιν)
Παίρνει συνήθως εφτά με οκτώ λεπτά από το καλώς την μέχρι το πάντως τα μαλλιά σου θέλουν λίγο κούρεμα εδώ μπροστά, από το σου πάει πολύ το άσπρο μέχρι το σου έχω πει μη φοράς κραγιόν, από το μου έλειψες κόρη μου μέχρι το μπορεί να έχω πεθάνει και να με βρείτε μια εβδομάδα μετά, να μου τηλεφωνείτε συχνότερα, έχω την αίσθηση ότι πάχυνες στους γοφούς. Μου παίρνει εφτά με οχτώ λεφτά από τη χαρά που νιώθω όταν τη βλέπω, ένα ή δύο Σάββατα το μήνα πια, μέχρι την έντονη φυσική ανάγκη να εξαφανιστώ στο μπάνιο και να χώσω το κεφάλι μου στη λεκάνη για όλα τα Σάββατα από δω και πέρα. Ώρες ώρες είναι τόσο αυτόματα ενοχλητικό, τόσο έτοιμο τόσο σαρωτικό, η αίσθηση ότι κάποιος αρνείται να σταματήσει να σε γεννάει κάθε δευτερόλεπτο όλο και πιο τέλεια, που με φαντάζομαι να εξαφανίζομαι πράγματι στο μπάνιο, να κάθομαι στη λεκάνη, κι εκείνη να ’ρχεται, να κατεβάζει το βρακί της, ν’ ανοίγει  τα πόδια της, να κάθεται πάνω μου και να σπρώχνει προς τα έξω όπως στη γέννα ή να ρουφάει προς τα μέσα, εντελώς ανάποδα απ’ τη γέννα.

Τη λένε Αγγελική Πατέρα, κι αυτό, από κάποια ηλικία και μετά, από όταν δηλαδή άρχισα ν’ αναρωτιέμαι αν όταν σε λένε Γιώργο γίνεσαι και Γιώργος και δρας σαν Γιώργος και τρως σαν Γιώργος και πηδάς σαν Γιώργος, άρχισε έντονα να με προβληματίζει, γιατί ούτε πολύ αγγελική με φτερά στην πλάτη ήταν ποτέ ούτε μιλούσε σαν αγγελική ούτε αγκάλιαζε σαν αγγελική ούτε πατέρας βεβαίως ήταν παρότι της είχε τύχει να το προσπαθήσει από νωρίς. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε να τη λένε Αφόρητη Μητέρα, Παρεμβατική Μητέρα, Κριτική Μητέρα και τέτοια – μάλιστα ίσως και με ένα άλφα έψιλον στο τέλος όπως στις ανώνυμες εταιρείες, μια και έμοιαζε με εταιρεία, με εργοστάσιο τύψεων και ενοχών με ολόκληρη αλυσίδα επιχειρήσεων Χειριστική Μητέρα Α.Ε., ΕΠΕ, com, αλλά τόση σκέψη φανέρωνε σιγά-σιγά δική μου ανάγκη για απεξάρτηση, ειδικά μετά τα 30, και με τον καιρό δέχτηκα το Αγγελική Πατέρα και απλώς κατάλαβα ότι θα ήταν καλύτερα να μη θυμώνω, όπως με συμβούλευαν γνωστοί, φίλοι και φίλοι φίλων, και να γίνω Δεκτική Κόρη ή και Αδιάφορη Κόρη ακόμα. Στην τελική, δική μου επιλογή ήταν να παραμένω Κόρη Α.Ε. μέχρι αυτή την ηλικία, δική μου ευθύνη ήταν που εκείνη, εκτός από Μητέρα και Πατέρας (έχοντας πάντα γνώμη, πάντα αρνητική και πάντα για όλα όσα με αφορούσαν), ήθελε να είναι όλοι οι ρόλοι στη ζωή μου: η Δασκάλα, η Φαρμακοποιός, η Φίλη, ο Σύζυγος, ο Σκύλος, το Παιδί μου.

Όμως αυτή η επίσκεψη, παρότι είχε ξεκινήσει ως τέτοια, δεν αποδείχθηκε η τυπική σαββατιάτικη, γιατί γύρω στις 4 χτύπησε το τηλέφωνο και κάποιος τη ρώτησε να ήταν η Αγγελική Πατέρα, γιατί είχε κάτι δυσάρεστο να της πει για τον γιο της, για μια συμπλοκή σε μια πορεία, για μια φωτιά. Μέσα σε λιγότερο από δευτερόλεπτα είδα τη μητέρα μου, την Αγγελική Πατέρα του Δημητρίου, να βγάζει από το στόμα από τα μάτια και από τα χέρια της μια φωνή σπασμένη σε μικροσκοπικά κομμάτια και να φωνάζει όχι, όχι, φυσικά και όχι, φυσικά και δεν είμαι, φυσικά και δεν είμαι η Αγγελική Πατέρα, δεν είμαι η Αγγελική Πατέρα, φυσικά και δεν είμαι η Αγγελική η Μητέρα, είμ… είμαι… είμαι η… είμαι η Ασπασία Βέργου, είμαι η Νίκη Ιωάννου, είμαι η Μαργαρίτα Στέγγου, είμαι η Κατερίνα Παππά, είμαι η Δήμητρα Παύλου, η Νίκη Αγοραστού, η Ελευθερία Βενιεράκη, φυσικά και, δεν, είμαι, η, Αγγελική, Μητέρα, είμαι ανήλικο αγόρι, δεν το καταλαβαίνετε στη φωνή μου; είμαι άνδρας, γράψτε το, είμαι άνδρας, είμαι ο Νίκος Αποστόλου, είμαι ο Γιάννης ο Απέργης, είμαι εσείς, είμαι… εσείς… ποιος είστε εσείς; έχετε γιο εσείς; εσείς είμαι…

Μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο είδα τη μητέρα μου ν’ ανοίγει τα πόδια της, να κατεβάζει το βρακί της και να γεννάει ασταμάτητα ξένους γονείς ξένων παιδιών, να βάζει άλλους να κάνουν τη βάρδια του εαυτού της, να είναι κάποια άλλη, να είναι ξανθιά, κοκκινομάλλα, καστανή, να είναι κάποιος άλλος, να είναι γαλανομάτα, αδύνατη, παχιά, άσχημη, ψηλός αδύνατος, να είναι κάποιος άλλος που ο γιος του κάηκε ζωντανός στη φωτιά. Εκείνο το Σάββατο σταμάτησα για πρώτη φορά να λυπάμαι τη μητέρα μου.
Έκτοτε, εδώ και αρκετά χρόνια πια, κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, νιώθω αισθητή την απουσία της –να κρύβεται στην ντουλάπα μου, με καμένη σάρκα και σπασμένα οστά, και να τρώει σιγά-σιγά, μπουκιά μπουκιά, κομμάτι κομμάτι, ένα καφρεφτάκι μου.

Τα Σάββατα τα κόψαμε γύρω γύρω με το ψαλιδάκι όπως τα ξέφτια.

ΖΩΗ ΧΑΡΙΣΑΜΕΝΗ (μια ιστορία από το βιβλίο Γαμ. υθιστορήματα του ενός λεπτού της Κατερίνας Έσσλιν)
Ξέρω ελάχιστα πράγματα γι’ αυτήν – ίσως της άρεσαν τα μανταρίνια, μπορεί και όχι, θα ’χε πλάκα να της άρεσαν τα μανταρίνια, θα μπορούσαμε να τη λέμε Κλημεντίνη. Της είχε πει θα περάσω να σε πάρω στις πέντε ακριβώς (είχαν ραντεβού για καισαρική στης πεντέμισι, κι ακόμα να φανεί). Ξαφνικά, πέντε και (ψυχή στην πόρτα), έξι παρά τέταρτο (τίποτα). Και ν’ απαντούσε στο κινητό τουλάχιστον… (μα του κάκου, όπως έλεγε χαριτωμένα κι η Ξένια Καλογεροπούλου, κάποτε που διάβαζε παραμύθια). Κατέβηκε τις σκάλες προσεκτικά και μόνη, η στρουμπουλή κοιλίτσα της της έκρυβε τα σέβεντις σαγιοναράκια της (αυτά με τους μεγάλους ηλίανθους), και περπατούσε αστεία σαν παπίτσα. (Το αγοράκι θα το ονόμαζαν Αλέξανδρο). Αλέξανδρος, της είπε τη μέρα που τη γνώρισε ο καλός της, αν και τον έλεγαν Νικόλα. «Χαίρω πολύ, Αλέξανδρε» του απάντησαν τα μεγάλα μάτια της εν χορώ, στάζοντας αμύγδαλα και μέλι στο πεζοδρόμιο, και μετατρέποντας τις πλάκες σε φλωρεντίνες. «Όχι, όχι, δεν κατάλαβες» τη διόρθωσε. Τον γιο μας θα ονομάσουμε έτσι». (Κι ο δρόμος, Ραβέλ και Μπραμς γωνία, ανέβλυζε μουσική, λες και ο φυσικός ήχος των πεζοδρομίων είναι ν’ αχνίζουν βαλσάκια). Ε, τα υπόλοιπα τα φαντάζεστε. Άνθρωποι ενωμένοι με ψυχική κομψότητα (από αυτούς που, όταν ακουμπήσουν ένα καμένο δένδρο, βγάζει γκλασαρισμένα ανθάκια πορτοκαλιάς, σαν αυτά που έβαζε το ’80 στις τούρτες γενεθλίων το ζαχαροπλαστείο Μικές στη Μαβίλη.

Έφτασε στο μαιευτήριο στις έξι και είκοσι χωρίς εκείνον – σαν κάτι να λιγόστευε εκείνο το απόγευμα (δύο ηλίανθοι ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά χωρίς τα γκρι του τα αθλητικά δίπλα-δίπλα, μια εικόνα παράταιρη – σαν να λιγόστευε η κανονικότητα). Είχαν και λίγο κοκκινόχωμα τα αθλητικά του από κάτω, απ’ το προχθεσινό πικνίκ. (Πήγαιναν συχνά για πικνίκ - στον Υμηττό τους. Είχαν φυτέψει κι αληθινό άνηθο σε κάτι γλαστράκια στην κουζίνα. Μια μέρα, πήγαν στην Ακρόπολη κι αρραβώνιασαν τα εσώρουχά τους ακριβώς πίσω απ’ την πινακίδα που γράφει: «Απαγορεύονται οι άσεμνες δραστηριότητες». Είχαν και διθέσιο ποδήλατο). Όμως πού ήταν τώρα; Γιατί αργούσε; Γιατί δεν ήταν εκεί να της κρατάει το φόβο απ’ το λαιμό; Λυπάμαι πολύ. Μόνο αυτό: λυπάμαι πολύ, της είπε μια φωνή στο κινητό της, λίγο πριν μπει ο κύριος Στρατάκης για να προκαλέσει τη διαδικασία του τοκετού με ραντεβού. Δεν θα γεννήσω σήμερα, γιατρέ. Θα έρθω αύριο ή μεθαύριο, ψιθύρισε εκείνη. Ο Νικόλας. Ο Νικόλας.

Κατέβηκε τις σκάλες σαν να μην υπήρχαν σκάλες. (Κάποιοι είπαν ότι είχαν δει τα σαγιοναράκια να εκτοξεύονται από το παράθυρο και να καρφώνονται στο παρκέ του σπιτιού της, περιέχοντάς την).

Ξάπλωσε. (Δεν έστεκε να είναι όρθια, δεν υπήρχε τίποτα όρθιο που να μπορούσε να την κουβαλήσει, κι έφερε το σεντόνι πάνω στο πρόσωπό της – τόσο ώστε να την καλύπτει μέχρι και τη μύτη. Έκλεισε τα μάτια ερμητικά κι άρχισε από το πρώτο δευτερόλεπτο να τα νιώθει ν’ αλλάζουν αργά-αργά χρώμα: από μελί σε πράσινο). Πέρασε ένα εικοσιτετράωρο έτσι. Μετά, δύο. Έξι. Τριάντα πέντε. Κόντευε δέκα μηνών ακίνητη. Θα μείνεις στην κοιλίτσα της μανούλας μέχρι να μεγαλώσεις αρκετά, τα συμφώνησε με το αγοράκι, έχεις νερό, φαγητό, ζεστασιά –πιες με, φάε με, κρατήσου. Έφτασε δώδεκα μηνών. Σπρώξε θα της έλεγε ο γιατρός της προ τριμήνου. Κι αυτή έσπρωχνε (μα προς τα μέσα της). Κι έφτασε δεκαπέντε μηνών. Είκοσι. Σαράντα τεσσάρων. Ιατρικό θαύμα. Χρόνια πολλά κράτησε επί τούτου το νεογέννητο στα μέσα της, εκεί να ψηλώνει, εκεί ν’ απλώνεται, εκεί να κοινωνεί, πριν το φέρει ανορθόδοξα στον κόσμο (λες και δεν ήταν σώμα το σώμα της πια, μα κουκούλι) Ώσπου, ένα πρωί, ο δεύτερος άνθρωπος-περιεχόμενο ψήλωσε πια τόσο πολύ μέσα της, που έγινε ίσος ακριβώς μ’ εκείνη, ολοκληρώνοντας την εξάχνωση της σάρκας της σταδιακά, ερχόμενος λίγο στην επιφάνεια, γεμίζοντάς την, σαν από πίσω από το δέρμα της, ως τη στιγμή που άνοιξαν πλέον τα δικά του μάτια στη θέση των δικών της.

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

(δρυός πεσούσης…): ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ (και μόνο…) ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΝΤΕΣ…

Αν όλοι γνώριζαν τι λέγεται πίσω από την πλάτη τους, δεν θα υπήρχαν ούτε δυο φίλοι σε αυτό τον κόσμο, αποφάνθηκε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ο Πασκάλ. Έχοντας ως βάση αυτή την παραδοχή ο Κωστής Παπαγιώργης δικαίως αναρωτιέται: Και γιατί να μην μπορούμε να πούμε καταπρόσωπο στον άλλο τι είναι ή τουλάχιστον τι πιστεύουμε ότι είναι. Επειδή κανείς σχεδόν δεν το αντέχει ή δεν το έχει ανάγκη ή δεν μπορεί να ζήσει με αυτό. Συνεπώς, για να ζήσει κανείς και να έχει φίλους, είναι πρωταρχικής σημασίας μια μικρή ή μεγάλη δόση ψεύδους στη σχέση του με τον εαυτό του και με τους άλλους. Ειδάλλως το μαγαζί βάζει λουκέτο!.. Αν τα πράγματα ήταν τόσο ξεκάθαρα, θα έπρεπε ο καθένας, σε μια κρίση αυτοκαταστροφικής μεγαλοψυχίας, να πλέξει το εγκώμιο των λαθραίων επικριτών του, γιατί στην ουσία, κατά τις ταραχώδεις συνεδρίες τους, δε χάνουν τον καιρό τους, αλλά ασχολούνται με την «αλήθεια»!.. Τη δική του αλήθεια βέβαια που, ως δική του, δεν την αντέχει και την οποία οι άλλοι φέρουν ανέτως, επειδή ακριβώς είναι δική του και όχι δική τους. Έχουμε με άλλα λόγια έναν ευεξήγητο φαύλο κύκλο: καθένας φέρει άκοπα την αλήθεια των άλλων και είναι ανίκανος να φέρει ή ν’ ακούσει τη δική του. Συνεπώς η ειλικρίνεια και η ευθύτητα διαπρέπουν μόνον αναφορικά με τους άλλους. Όταν ένα άτομο δοκιμάζει να στραφεί στο εγώ του, κατιτί παθαίνει εμπλοκή και η κρίση του παύει να λειτουργεί!.. Έτσι όλα τα πρόσωπα που ζουν στους κόλπους μιας κοινότητας έχουν αναγκαστικά δυο όψεις. Η μία είναι αυτή που προβάλλουν οι ίδιοι, που την ξέρουν και την υποστηρίζουν και η άλλη εκείνη που έχει σχηματιστεί από τα κοινωνικά σχόλια.    [εισαγωγικό απόσπασμα από ΤΑ ΚΟΥΣΕΛΙΑ, κείμενο από την ενότητα ΟΙ ΠΑΡΑΚΕΝΤΕΔΕΣ , από το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΛΕΠΟΥ – ΟΙ ΞΥΛΟΔΑΡΜΟΙ, εκδόσεις Καστανιώτη 1992 όπου ο στοχαστής/ φιλόσοφος Κωστής Παπαγιώργης παρουσιάζει με το γλαφυρό του τρόπο τηART by Igor Zenin Dancing Trees]



ΤΑ ΚΟΥΣΕΛΙΑ (συνέχεια κειμένου για το «Παιχνίδι» της «αλήθειας» στις ανθρώπινες σχέσεις)
Εφόσον ο καθένας είναι ικανός να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας μόνο για τους άλλους και ειδικά τους απόντες, η αλήθεια έχει δικαίωμα ν’ ακούγεται μόνο εν απουσία του κάποιου, αυτού δηλαδή που πληρώνει τα περίφημα «έξοδα παραστάσεως». Στην περίπτωση που όλοι οι παίκτες είναι παρόντες, είτε λένε όλοι ψέματα, είτε –όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές- βρίσκουν κάποιον απόντα για να του φορτώσουν την «αλήθεια» του. Διαφορετικά το παιχνίδι δεν έχει λόγο ύπαρξης.

Φαινομενικά αυτή η ρήτρα θυμίζει λίγο έναν μισαλλόδοξο μονάρχη  του Μοντεσκιέ που, ανίκανος να παραδεχθεί οτιδήποτε αρνητικό για το άτομό του, εξωθούσε όλους τους αυλικούς του στην κολακεία και στο ψέμα, ωσότου εν τέλει καταδίκασε σε θάνατο τον ίδιο του τον εαυτό, εφόσον οι θεράποντες ιατροί του δεν εξαιρούνταν απ’ αυτή την απαγόρευση, αδυνατούσαν –επί ποινή θανάτου- να κάνουν την οιανδήποτε θετική διάγνωση. Τον καθησύχαζαν λοιπόν για την καλή του υγεία ακόμη και τις στιγμές που ψυχορραγούσε. Με τη διαφορά ότι στο παιχνίδι της κοινωνικής υποκρισίας δεν έχουμε έναν μονάρχη και πολλούς ιατρούς, αλλά καθένας μας, ανάλογα με το αν είναι παρών ή απών, εκ περιτροπής, παίρνει τη θέση του μονάρχη ή του γιατρού.

Η απουσία του κρινομένου, για να μιλήσουμε πιο σοβαρά πλέον και χωρίς ιστορικά ανέκδοτα, χαρίζει μια πρωτοφανή άνεση στους επικρίνοντες. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να πεις κάτι που η παρουσία του άλλου το απαγορεύει, αλλά να νιώσεις την ελευθερία να ξεθεμελιώσεις την παρουσία του. Την υπόστασή του. Όσο συμβατικά, δισταχτικά, συγκρατημένα κι αν είναι τα κουσέλια, ουσιαστικά αποσκοπούν στην εξουδετέρωση του κρινομένου. Οι παρόντες, μόνο και μόνο επειδή είναι παρόντες, έχουν μια αδιαμφισβήτητη υπεροχή απέναντι στον απόντα. Και οι διαβουλεύσεις –έτσι συμβαίνει πάντα- δεν αργούν να καταλήξουν στο συνταρακτικό συμπέρασμα: είναι καιρός να τελειώνουμε με την αφεντιά του. Οι ένορκοι δε φείδονται καταδικαστικών αποφάσεων.

Πάντοτε ο απών βρίσκεται υπό σχετική ή απόλυτη δυσμένεια, έστω κι αν είναι ο πιο κοντινός φίλος. Η ίδια η απουσία του τον θέτει σε δεύτερη μοίρα. Κατά μία έννοια είναι λίγο νεκρός. Το όνομά του δίνει σκάρτο ήχο, μοιάζει κάπως με τα αδέσποτα και τα αφύλαχτα πράγματα που δεν σέβεται κανείς (δρυός πεσούσης…). Με άλλα λόγια: περισσεύει στη μοιρασιά. Και η αίσθηση αυτή του υπεράριθμου δε χρειάζεται να είναι φανερή και εκπεφρασμένη. Αρκούν μερικά σμιξίματα των φρυδιών, κάποιοι αργοί κύκλοι με την άκρη του χεριού, μερικά «μμμ…» για να δημιουργηθεί η ανάλογη ατμόσφαιρα. Τα υπόλοιπα είναι ζήτημα χρόνου και ζήλου, στοιχεία που δεν λείπουν ποτέ, ειδικά όταν πρόκειται για τις απολαύσεις που χορηγεί αφειδώς η άρνηση και η απόρριψη.

Όπως με τις καταβολές του φωτός αλλάζουν άρδην τα χρώματα, οι «δικαστές» (μια και κάθε κουτσομπολιό, κάθε επίκριση, κάθε λουφαγμένη καταλαλιά δεν είναι τίποτε άλλο από μια κανονική δίκη) θαυμάζουν τον εαυτό τους όταν καταφέρουν με μερικά επίθετα –τα κατεξοχήν φωτεινά ή σκοτεινά μέρη του λόγου- να ανατρέπουν τις καταστάσεις και να καρπούνται το αποτέλεσμα. Συνεπώς η γλώσσα δεν χάνει σ’ αυτές τις δίκες. Κάθε επιφύλαξη αντίθετα περιορίζεται σε δεύτερους και τρίτους ρόλους. Ο επιφυλακτικός κύριος που αρνείται να συμπράξει, δεν υπολογίζεται. Μετράει μόνον η γοερή ανάγκη της χολωμένης και φιλόψογης καρδιάς που, κινώντας τις φράσεις δίκην ισχυρών βραχιόνων, ζητάει πάση θυσία να αναποδογυρίσει μια κατάσταση πραγμάτων, να φέρει τα πάνω κάτω και ακόμα πιο κάτω.

Αφότου η ζωή ανατίθεται στα γλωσσικά ήθη, δεν παρουσιάζεται πουθενά και σε τίποτα αδιάσειστη. Ο καθένας μπορεί να πει το λογάκι του. Έτσι η γλώσσα κάνει τους πάντες θαυματοποιούς: φτάνει να ισχυριστεί ένας άνθρωπος το πιο απροσδόκητο πράγμα, και παρευθύς σμήνη προσχημάτων και στρεψόδικων επιχειρημάτων θα σπεύσουν προς επίρρωσιν του ισχυρισμού του.

Βάλτε για παράδειγμα υπό δοκιμασία τον οιοδήποτε χρεοκοπημένο της ζωής και αφήστε τον να απολογηθεί. Που σημαίνει: παραχωρήστε του το αναφαίρετο δικαίωμα να παίζει με τα σταθμά των λέξεων και να απονείμει αφεαυτού τη δικαιοσύνη που ξέρει κι επιθυμεί. Είναι βέβαιο ότι με τα γλωσσικά θαλασσοδάνεια –με τα οποία ο καθένας μπορεί να παρουσιάζεται σαν ζάπλουτος – θα αποδείξει ότι στη μεγάλη αλυσίδα των γενεών  ο δικός του κρίκος είναι άλλης τάξεως. Φυσικά δεν υπολογίζεται το αν στην πραγματικότητα –ποια πραγματικότητα χριστιανοί; -είναι ένας φτηνός χαλκάς, το κύριο είναι ότι με τα λόγια μπορεί να δώσει άλλο νόημα στην κακή του τύχη. Γενικά κάθε άνθρωπος, εφόσον του επιτρέπεται να μιλάει, και μάλιστα για τον εαυτό του, και μάλιστα για την τύχη του, δεν χωράει αμφιβολία ότι στρεψοδικοπανούργα θα επιτύχει πανηγυρικά την αθώωση του. Τι μεγαλύτερο δώρο από τη γλώσσα που –πολύ πιο ριζικά από το αλκοόλ- χαρίζει στον καθένα τη στολή που επιθυμεί, τον βγάζει στην κοινωνία με άλλο πρόσωπο και τον στήνει στα πόδια του.

Γιατί, όπως εύκολα εικάζουμε, αυτές οι δίκες που στήνονται στο πρώτο σπίτι ή στο πρώτο καφενείο –και στην πρώτη εφημερίδα καμιά φορά- δεν αποσκοπούν σε μια όποια απονομή δικαιοσύνης. Όποια εισαγγελικά σύνδρομα κι αν καταδιώκουν ένδοθεν έναν άνθρωπο, όταν μαίνεται εναντίον κάποιου, ουσιαστικά γυρεύει φάρμακα για την πληγή του. Ποτέ δεν μαινόμαστε για κάποιον που μας είναι αδιάφορος. Απεναντίας, όπου βλέπουμε αφρούς –και οι στενόκαρδοι άνθρωποι ξεχειλίζουν εύκολα- έχουμε να κάνουμε με λαβωμένους εγωισμούς που «παντί σθένει» κυνηγούν τα χαμένα. Αυτά τα χαμένα (που συνήθως σχετίζονται με το πλαστό κύρος της προσωπικότητας) εξαρτώνται από την αδελφότητα στην οποία ανήκει ο πληγείς, από το πραγματικό ή προσχηματικό επάγγελμα, αλλά πάνω απ’ όλα επιδιώκουν υποδόρια την αμυντική θωράκιση του κάθε ψυχισμού. Το συμπέρασμα συνάγεται από μόνο του: αν οι αδύναμοι άνθρωποι είναι τόσο εμπαθείς, αυτό συμβαίνει γιατί πληγώνονται εύκολα και κατά μοιραία συνέπεια ικανοποιούνται δύσκολα.

Και μολονότι ο λόγος για αδύναμους και ισχυρούς, για λαβωματιές και για εμπάθειες, το προκείμενο δεν είναι οι εχθρικές παρατάξεις όπου τα αρνητικά αισθήματα είναι δεδηλωμένα και τα στρατηγήματα θεμιτά. Καμιά ραδιουργία που εξυφαίνεται γύρω από τον επιφανή, σαν κι αυτές που βλέπουμε στις σαιξπηρικές ή άλλες αυλές. Η κοινότητα εδώ αφορά την πασίγνωστη κοινωνία των πολιτών –την καθημερινή ζωή- ήτοι την ξεδοντιασμένη από τον νόμο ύπαρξη που, άοπλη, και στερούμενη την αυτοδικία, ορίζει και περιφρουρεί την ατομικότητά της με τα όπλα του λόγου και της σιωπής. Δεν μιλάμε για ξένους και εχθρούς, αλλά για «φίλους» και «ομόσταβλους». Μόνο μέσα σε μια κοινότητα όπου τα κάθε λογής « συν» χοροστατούν (συνεργάτης, συνάδελφος, σύντροφος, συγγραφέας) έχει νόημα η σπερμολογία, ο ταρτουφισμός και η αναξιοπιστία.

Επεισοδιακά έστω, αξίζει να κάνουμε λόγο για τις αδελφότητες των επαγγελμάτων που αποτελούν κανονικά κλουβιά με φρενιασμένα τρωκτικά. Έμποροι, επιχειρηματίες, πολιτικοί, υπάλληλοι, δικηγόροι, γιατροί, τραγουδιστές, ηθοποιοί που αλληλοτρώγονται με τις ευλογίες της κοινωνικής χάριτος. Για τον κόσμο των γραμμάτων όμως η μνεία πρέπει να είναι διεξοδικότερη, γιατί στους κόλπους του η αξία –ποιού άλλου; της γραφής – έχει άλλη λειτουργία. Ανέχεται κανείς να είναι κακός επαγγελματίας (συχνά το κουδουνίζει  σαν τίτλο τιμής), αλλά κακός συγγραφέας; Ποτέ. Επειδή λοιπόν μόνο το πρωτείο μετράει στον κόσμο των γραμμάτων ο φθόνος και η σπερμολογία είναι πράγματα που σοβούν επιδημικά.

Γύρω από το αριστείο των γραμμάτων ξεσπάει μεγάλη μάχη. Σηκώνεται μεγάλος κουρνιαχτός. Και δικαίως αν πρόκειται για άμιλλα. Και δικαίως αν ανταγωνίζονται δοκιμασμένες ικανότητες που δεν υποχωρούν σε θέματα γοήτρου. Όταν όμως στήνεται μια απερίγραπτη μουνταρία από αυτοσχέδιους δημιουργούς και κάθε λογής αβερνίκωτα μούτρα, πώς να μην καταλήξει όλος αυτός ο ορυμαγδός να γλωσσοδέρνεται και να καταφεύγει ανελλιπώς στους «ορθοφοιτοσυκοφαντοδικοταλαίπωρους» τρόπους; Η νεοελληνική κάστα των γραμμάτων έχει μεγάλη πείρα σ’ αυτά τα καμώματα, καθώς επίσης και διάσημα θύματα (τον Συκουτρή για παράδειγμα). Και τα ιερατεία της είναι μόνο δύο: το πανεπιστήμιο από τη μια μεριά, τη θεσμική, και από την άλλη, τη λαϊκότερη, η «ποίηση»!..

Σε ό,τι σημαντικό πετύχουν οι άνθρωποι είναι σίγουρο ότι θα ωριμάσουν περνώντας μέσα από ένα μικρό ή μεγάλο διάστημα φιλονικίας και καβγά. Και στην Ελλάδα –χώρα του τρίτου κόσμου αναντίρρητα- δεν είναι παράξενο ότι διανύουμε ακόμα την περίοδο του καβγά. Δεν έχουν άδικο εκείνοι που τα πανεπιστημιακά συγγράμματα των καθηγητών τα βγάζουν στην πλειοψηφία τους «ντάρα». Ο θώκος είναι το παν, το σύγγραμμα δεν μετράει. Στην «ποίηση» όμως, όπου (συμφορά μας) υπάρχουν ατράνταχτες διεθνείς διακρίσεις και αναγνωρίσεις –πάντα η Ευρώπη ήταν γενναιόδωρη απέναντι στις επαρχίες της- ο καβγάς παίρνει άλλες διαστάσεις, γιατί έχει καταντήσει πανελλήνια νεύρωση. Ο υπάλληλος, ο επιχειρηματίας, ο ηθοποιός, ο υποαπασχολούμενος, ο δημοσιογράφος – έχουν όλοι τις ποιητικές τους συλλογές. Και τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες του φυσικά. Γιατί ο παστουρμάς δεν νοείται χωρίς αλάτι.

Θα άξιζε κάποτε ένας άνθρωπος με μάτι να καταπιαστεί με τη συγγραφή, όχι της ιστορίας (που αυτή η «ποίηση» έγραψε), αλλά με το πολύκροτο χρονικό του νεοελληνικού καβγά γύρω από τη στιχουργική τέχνη. Για τους «εν αμαρτίαις» γηράσαντες, για τους ταχυπειθείς και οψιμαθείς ή αμαθείς που αρχοντοπιάνονται, για ανθρώπους που οπλίζονται με μικροσκόπιο όταν ακούνε το καλό και ανασύρουν το μεγεθυντικό φακό όταν οσμίζονται το κακό, για άτομα κάθε ηλικίας που η βύρσα τους θρανεύεται, για τις χειραψίες «εν μέση οδώ» που διαρκούν ημίωρα και βάλε, για ένα όργιο κουσκουσουριάς και ματαιόδοξης περιαυτολογίας που έφθειρε γενεές επί γενεών, για όλους αυτούς δηλαδή που –αναγκαίο κακό σε κάθε λογοτεχνία- είχε υπόψη του ο Ντοστογιέφσκι όταν έγραφε: «Χμ!.. Άκου, Βάνια μου, εγώ ωστόσο είμαι ευχαριστημένος που το βιβλίο σου δεν είναι γραμμένο σε στίχους. Οι στίχοι, παιδί μου, είναι ένα τίποτα. Μη συζητάς καθόλου και πίστεψε εμένα, το γέρο. Εγώ θέλω το καλό σου. Ένα τίποτα. Χαμένος καιρός. Στίχους ας γράφουν τα γυμνασιόπαιδα. Οι στίχοι ως το φρενοκομείο μπορούν να καταντήσουν έναν νέο…»

Ο Ντοστογιέφσκι δεν μπορούσε βέβαια να προβλέψει ότι οι Έλληνες ποιητές που κατά τεκμήριο είναι άξιοι του ονόματός τους δεν έζησαν στην Ελλάδα –ή έζησαν εξόριστοι εν Ελλάδι- ήξερε όμως από πρώτο χέρι το κλίμα της λυκοφιλίας που γεννούν οι κύκλοι των γραμμάτων. Υπάρχουν φίλοι, γράφοι, που μισούνται χρόνια, που σιχαίνονται ο ένας τον άλλον, που αρρωσταίνουν στη σκέψη του άλλου, και όμως δεν χωρίζουν. Μπορεί κάθε βράδυ, που ο καθένας παίρνει το δρόμο για το σπιτικό του, να λυσσομανάνε από το κακό τους, να χτυπάνε γροθιές στα ντουβάρια της κάμαράς τους μέχρι να πέσουν σοβάδες. Και όμως επιμένουν. Κάθε νέα μέρα και νέα αποθέματα εχθρότητας και νέες αφορμές για χολή, μίσος και απέχθεια. Όσο για την αμοιβαία απομάκρυνση που αποτελεί την ενδεδειγμένη λύση, κανείς δεν παίρνει την απόφαση. Τα τσακώματα έχουν πολύ ψωμί. Κι ο κόσμος πεινάει.

Με τη φύρα παρόμοιων παθών γεννιέται το φύραμα των πασίγνωστων γραφικών τύπων. Ένας άνθρωπος που μαραζώνει χρόνια ολόκληρα καλλιεργώντας τον πικρό αγρό του μίσους, αποχτάει το «κουμπί» του.  Και το κουμπί –γνωστό στον περίγυρο- είναι λειτουργικότατο. Τσακμάκι με τα όλα του. Φτάνει κάποιος, για να διασκεδάσει, να αναφέρει το μισητό όνομα κι αμέσως αρχίζει η «μουσική». Η ετοιμότητα του πάσχοντος προσώπου είναι εκπληκτική σ’ αυτές τις στιγμές. Όσο άλλωστε εύλογη είναι και η απορία: καλά δεν κουράζονται αυτοί οι άνθρωποι; Δε σιχαίνονται τέλος πάντων τον εαυτό τους; Τα ίδια τους τα σπαταλημένα σάλια; Και βέβαια κουράζονται. Μόνο που αυτό συμβαίνει με μια περίτεχνη μετάθεση: τον σιχαίνονται στο πρόσωπο του άλλου. Άνθρωπος που διαρκώς κατηγορεί (άλλους) και συνάμα δοξάζει (τον εαυτό του) είναι φανερό ότι συντρίβεται από το φορτίο της ενοχής του.

Χρειάζονται όμως, σαν απόσωμα, και κάποιες άλλες διευκρινίσεις που δίνουν πιθανώς άλλη διάσταση στο δράμα του ακάματου κατασπιλωτή. Εφόσον δεν είναι μισθοφόρος –ποιος πληρώνει τον εθελοντή; -εφόσον πράττει για λογαριασμό του, από καρδιάς, η περίπτωση του έχει να κάνει με την «τυραννία του ανθρώπινου προσώπου». με κείνο το σκοτεινό γήτεμα που δεν έχει αγαθές σχέσεις με το φως. Κατά έναν τρόπο ο κατασπιλωτής έχει πληγεί βαθύτερα απ’ όσο μπορεί να φτάσει μέσα του, έχουν κακοφορμίσει τα σπλάχνα του, γι’ αυτό άλλωστε πασχίζει να πλήξει τον άλλο στο ίδιο βάθος. Αυτό το επιθυμητό βάθος είναι που προσδίδει μανικό χαρακτήρα στα φερσίματά του και κάποιους τόνους ιερού πολέμου στις κατηγορίες του.

Άραγε έχει φτάσει στο σημείο που αρχίζει ο πραγματικός κίνδυνος για τη ζωή του άλλου; Η περίπτωση είναι σπάνια, τόσο σπάνια όσο κοινότατη είναι η περίπτωση του θρασύδειλου συκοφάντη, ο οποίο περνάει απ’ την άκρα διαστολή της θρασυστομίας στην άκρα συστολή της θρασυδειλίας. Ο φόνος θέλει βαριά απόφαση, να πληρώσεις δηλαδή με την ισόβια καταδίκη, ενώ οι μικροφόνοι ταιριάζουν στον χαρτοπόλεμο των γραμμάτων και των αγραμμάτων.


Ο σπιλωτής δεν έχει διέξοδο: ή θα πρέπει να φτάσει στο φόνο ή να παραδεχθεί ότι νικήθηκε. Φυσικά οι σκάρτοι άνθρωποι δε λαβαίνουν ποτέ ακραίες αποφάσεις, γι’ αυτό δαπανούν το βίο τους σε στέρφα πάθη χωρίς λύτρωση – και σε ακάματες αναγνώσεις των βιβλίων που «μισούν»!.. 

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

ΑΚΟΠΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΑΛΙΩΝΟΥΝ ΣΤΑ ΜΑΥΡΙΣΜΕΝΑ ΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ και ΠΑΘΗΤΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΑΦΩΝΟΙ κι ΑΜΝΗΜΟΝΕΣ ΒΡΟΜΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ:

Κάθε δουλειά αρχίζει και παίρνει πάνω της, δηλαδή να γίνεται καλύτερη, από τη στιγμή που θα αισθανθεί την ανάγκη να τα βάλει με τον εαυτό της. Δεν μπορεί κανείς να ξεκινάει κάτι από νέος και έκτοτε, ως τα γεράματα, να ακολουθεί την ίδια γραμμή. Αν δεν επέλθει ρήξη και κρίση μεσοδρομίς, αν το σχοινί δεν σπάσει και δε δεθεί κόμπο μία, δύο και τρεις φορές, ο εργάτης δεν είναι άξιος. Αντίθετα ο εργάτης ξέρει (να μαθαίνει) τη δουλειά του, αν σε κάθε κύκλο της ζωής του γίνεται καψοκαλύβας, αν του συμβαίνει κάποτε να ντρέπεται να κοιταχθεί στον καθρέφτη και στα μάτια των άλλων!.. Η λέσχη των προικισμένων απαρτίζεται από μέλη που δεν γράφουν επί χρόνια τα άγραφα… Ωρίμανση σημαίνει να περνάς από του λιναριού τα πάθη, Αλήθεια που ισχύει απολύτως για το πνεύμα και τον πνευματικό θηλασμό που δεν είναι άλλος από το διάβασμα, τη γνωστή μας ανάγνωση. Όπως την ξέρουμε και την ακολουθούμε κουτσά στραβά εμείς σήμερα, η ανάγνωση, ή αλλιώς η ξαμολημένη περιέργεια που παίρνει σβάρνα το τυπωμένο χαρτί και στα σταματημό δεν έχει, είναι μια διαστροφή σχετικά όψιμη. Μερικών αιώνων. Ποτέ πριν οι άνθρωποι δεν διάβαζαν τόσο πολύ και τόσο άσχημα. Και το σημαντικό δεν είναι αν διάβαζαν πολύ ή λίγο –συνήθως διάβαζαν λίγο- αλλά ότι δε διάβαζαν όπως σήμερα. Δεν ήξεραν την ευτέλεια της παμφάγου τυπογραφίας (τι να πούμε τώρα και για του διαδικτύου την «υπερπροσφορά»;) την καταναγκαστική εκμάθηση πραγμάτων δεύτερης και τρίτης κλάσεως, την κίβδηλη βιβλιομανία.  [ΑΦΩΝΟΙ ΚΑΙ ΑΜΝΗΜΟΝΕΣ από το βιβλίο  Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΛΕΠΟΥ, εκδόσεις Καστανιώτη 1992 όπου ο στοχαστής/ φιλόσοφος Κωστής Παπαγιώργης παρουσιάζει με το γλαφυρό του τρόπο τη βαρύτατη βλάβη που συντελείται στον ψυχισμό του πολιτισμένου ανθρώπου από τον καταιγισμό γραπτού (και ηλεκτρονικού σήμερα) λόγου. Ποια σωτηρία μπορεί να υπάρχει για το σημερινό αναγνώστη που είναι εκτεθειμένος σε παραστάσεις έτοιμων πληροφοριών από την ηλεκτρονική τράπεζα του πνεύματος και ποιες θετικές δυνάμεις αντίστασης θα μπορεί ν’ αναπτύξει μέσα σ’ αυτή τη χαώδη ψευδομοψυχία του πολιστισμού; Άμποτε να μη βγει αληθινή η προφητεία του Νίτσε για το πνεύμα που (θα) πνέει τα λοίσθια «αν ακόμα μια εποχή παθητικοί αναγνώστες θα το βρομίζουν…» – ART by daniel horowitz]



ΑΦΩΝΟΙ ΚΑΙ ΑΜΝΗΜΟΝΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ:
Το γράμμα είχε την τιμή του ακόμα και την εποχή του Χέγκελ, ο οποίος δε δίστασε να γράψει ότι η ανάγνωση της εφημερίδας μπορούσε πλέον να υποκαταστήσει την πρωινή προσευχή του πολίτη. Άλλαξαν και χάλασαν πολύ από τότε τα πράγματα. Γιατί η θυελλώδης υποβάθμιση της αναγνωστικής εντιμότητας δεν έχει να κάνει πάντα με τον ευτελισμό του τυπωμένου χάρτου που, ως βιομηχανία πλέον, καταπίνει τα δάση για να τα παραδώσει βορά στις αδηφάγες ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας. Αποπαίδι της Βαβέλ ο σημερινός αναγνώστης διαβάζει άσχημα ό,τι κι αν διαβάσει. Η πληροφορία ως ασθένεια που κάνει μετάσταση σ’ όλα τα κέντρα του ψυχισμού του, καθιστά τα πάντα αφορμή και ερέθισμα. Πίνει κανείς ένα κονιάκ για να ξελαμπικάρει και να σταθεί στα πόδια του, αν όμως ξεγελαστεί και κάνει το ένα δέκα, αντί να στεριωθεί αρχίζει να τρεκλίζει. Τι να πει ο σημερινός αναγνώστης που δεν ξέρει τι γυρεύει, αλλά περιφέρει τη νοημοσύνη του εική και ως έτυχε μέχρι να καταντήσει ασύνειδα καρικατούρα του εαυτού του;

Από το Λουκιανό κιόλας ακούμε να μιλάνε για τον «πολλά βιβλία ωνούμενον». Αλά η εποχή του είναι της παρακμής, εποχή που έχει προλάβει να αποκτήσει τα δικά της πολλά βιβλία και τους δικούς της κακούς αναγνώστες. Πολλά βέβαια όχι σε σύγκριση με τα σημερινά ανήκουστα δεδομένα, αλλά σε σχέση με άλλους αιώνες και κυρίως με τη θρυλική αθηναϊκή εποχή. Ο Σωκράτης, για παράδειγμα, δεν ήταν άμοιρος αναγνώσεων. Είχε διαβάσει ο δαιμόνιος, το βιβλίο του Αναξαγόρα καθώς και του Ηράκλειτου, για το οποίο μάλιστα αποφάνθη με ειρωνεία (και ποιος ξέρει τι άλλο;) ότι χρειάζεται ένας Δήλειος κολυμβητής για να μπει στα βαθιά νοήματά του που ο ίδιος δεν κατάφερε να φτάσει. Ενώ όμως προέτρεπε στ δέον, ποτέ δε το συνέδεσε –ούτε κατά διάνοια- με την κατοχή και την ανάγνωση των βιβλίων.

Για έναν μέσο πολίτη εκείνης της εποχής, που κι αν δεν ήταν άβιβλος, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν πολύβιβλος, είναι πολύ δύσκολο να εκτιμήσουμε τι μπορεί να σήμαινε η ιδιωτική βιβλιοθήκη. Πιθανότατα τίποτα. Το βιβλίο κόστιζε πολύ κι ένας τόμος θα πρέπει να ήταν ύψιστης σημασίας για να θεωρηθεί είδος πρώτης ανάγκης.  Αλλά αφού όλα τα ύψιστης σημασίας – όπως ο Όμηρος, όπως οι τραγωδίες, πολλές από τις οποίες είχε τη δυνατότητα κανείς να παρακολουθήσει στα μεγάλα Διονύσια- κυκλοφορούσαν στα ήθη, τι νόημα είχε να τα φυλακίσει στη βιβλιοθήκη; Το ιδιωτικό αντίγραφο θα πρέπει ν’ απασχολούσα μάλλον τους φιλοσόφους και τους σοφιστές παρά τον πεπαιδευμένο πολίτη. Γνωρίζουμε πάντως ότι στις πρώτες σειρές του θεάτρου πωλούνταν κάποια χειρόγραφα, όπως άλλωστε και στην αγορά, αλλά η οιανδήποτε αφοσίωση στα λιγοστά βιβλία δεν μπορούσε να θεωρηθεί φρόνιμη.
Μέσα σε μια δημοκρατία άμεση και της ζώσας φωνής, όπου όλα βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής, η γραφή έμοιαζε αναπηρία και το γραφτό δεν είχε άλλο δρόμο: μεταμορφωνόταν γοργά σε λόγο από στήθους. Όλη η παιδεία αποστηθιζόταν. Και η απομνημόνευση δεν διέπλαθε ανθρώπους-βιβλία, αλλά μεταμόρφωνε τα βιβλία σε ζωντανό λόγο. Γι’ αυτό, το Σωκράτη, που μόνο μιλούσε, δεν είναι δυνατό να τον φανταστούμε να απαθανατίζει τις σκέψεις του γράφοντας. Η γραφή στον Όμηρο –όπως εξάλλου και τα νομίσματα- σπανίζει. Όσο για τον Ιησού, παρ’ ότι τον είδαν, καθώς διαβάζουμε, να σκύβει κάποτε για να χαράξει κάτι καταγής, η γραφή και πιθανότατα η ανάγνωση του ήταν «ξένα» πράγματα…

Αφ’ ης στιγμής επινοήθηκε και εφαρμόστηκε ευρέως στην εκπαίδευση η σιωπηλή ανάγνωση, η άφωνη μελέτη, συντελέστηκε μια βαρύτατη βλάβη στον ψυχισμό του πολιτισμένου ανθρώπου.

Ο πιστός διάβαζε για να δέσουν τα κόκαλά του, ο ερευνητής διαβάζει για να μάθει και με τη σειρά του να ικανοποιήσει τη μεγάλη του φιλοδοξία: να γίνει πατέρας της γραφής. Θεωρείται εξάλλου νόμιμο, σχεδόν επιβεβλημένο, ο σημερινός αναγνώστης να διαβάζει καθημερινά ό,τι του πέσει στο χέρι. Φιλαναγνώστης, φιλοπερίεργος, ερευνητής, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Το βέβαιο είναι ότι περνούν καθημερινά από τα μάτια του και από τα αυτιά του σεβαστοί όγκοι γραπτού και μιλητού λόγου. Το βιβλίο και ό,τι του μοιάζει καταντάει φυσικά τρέχουσα σερνάμενη υπόθεση, αλλά το χειρότερο είναι ότι κάθε προσλαμβάνουσα παράσταση αποβαίνει πληροφορία και εν τέλει όλες οι πληροφορίες πλάθουν ένα αμάλγαμα από αλήθειες του ίδιου κύρους και αναστήματος. Εφόσον μαθαίνω πάει να πει ανάγω το άγνωστο στο γνωστό, το καθετί ανάγεται στο κεκτημένο με την πανουργία της ταχυχειρίας.

Έτσι συντελέστηκε σταδιακά και η υποβάθμιση του «διαβασμένου». Ενώ κατά παράδοση του αναγνωριζόταν τουλάχιστον το κύρος του γνώστη, της αυθεντίας, του βιδάτου ειδήμονα, σήμερα θεωρείται διαλυμένο μυαλό. Ένα κοινωνιά απροσάρμοστος με γαλόνια. Όσο για τον κοινό αναγνώστη που απαιτεί και επαιτεί ψιχία από τη μεγάλη τράπεζα του πνεύματος, αυτόν που οι πολιτισμικοί φορείς τον στρώνουν στο κυνήγι για να τον επιμορφώσουν, σωτηρία δεν υπάρχει. Όσο προσμένει τη βοήθεια από τα ξένα χέρια και δεν αυτενεργεί ριζικά, η τύχη του θα βρίσκεται –πού αλλού;- «στα ξένα χέρια». Όταν ο Νίτσε, πρόσκοπος του αιώνα του, εξέφραζε την πεποίθησή του ότι μια εποχή ακόμα παθητικοί αναγνώστες θα αρκέσει για να βρομίσει το πνεύμα, η κρίση του δεν ξεγελιόταν. Σήμερα το πνεύμα μπορεί να συνομιλεί με τη σήψη του. Μέσα στις ζάπλουτες βιβλιοθήκες του, μέσα στη χαώδη πολιτισμική ψευδομοψυχία του πολιτισμού να καλλιεργήσει τις θετικές δυνάμεις του, το πνεύμα πνέει τα λοίσθια. Μέσα στο καθεστώς της κοινωνικής πρόνοιας που, όπως θα έλεγε ο δημιουργός της Μαντάμ Μποβαρί, επιμένει να κάνει σπίτια για όλους, δρόμους και πλατείες για όλους  –με τα μέσα όλων- η καταστροφή αποβαίνει πολιτισμικός στόχος.

Η στροφή από το πηγαίο και το δαιμονικό στην κοινοκτημοσύνη και την ατέλεια συντελείται με ρυθμούς κοινωνικής επανάστασης. Να μη μείνει ούτε ένας γνήσιος άνθρωπος πάνω στη γη –ακόμη και οι τρελοί να λογικευθούν- για να σωθεί ο πολιτισμός. Έτσι ο εκδημοκρατισμός στην αποτίμηση των δημιουργικών ικανοτήτων εδραιώνει εκπάγλως την πιο απεχθή ισότητα και αδελφότητα.

Το πηγαίο διασύρεται εν ονόματι  των άσπονδων αντιπάλων του: των τυπικών σπουδών, του φιλισταίου που παραφέρεται, της λογοτεχνίας που σπουδάζει στο «δημοκρατικό» φροντιστήριο των κοινών απαιτήσεων και του κοινού νου. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που ο άνθρωπος του πηγαίου αντί για άγγελος καταντάει φίδι: φυλάει το κεφάλι του και χρησιμοποιεί το ιαματικό δηλητήριο της κρίσης του. Αν η πνευματική ζωή διαδραματίζεται ως ασκόπως ανατοκιζόμενη παρωδία, η αηδία, η χολή, η λοιδορία αποβαίνουν θετικές αρετές.

Ο άνθρωπος που –ποιος ξέρει γιατί- διατηρεί κάποια προνομιακή σχέση με το πηγαίο, ανέκαθεν –αλλά ειδικά σήμερα και πιο ειδικά στην Ελλάδα- μόνο σαν το λεπρό μπορεί να ζει. Και η θέση του αξίζει ιδιαίτερου σχολιασμού, γιατί δεν παρουσιάζει τίποτα το συμπαγές και μονοσήμαντο. Η συμπεριφορά του καλλιεργεί τα συμπτώματα του οξύμωρου. Καταντάει μισάνθρωπος επειδή αγάπησε μερικούς ανθρώπους, περιφρονητής των συγγραφέων από αγάπη για τη γραφή, προπηλακιστής των «γραμμάτων» από θερμά αισθήματα για τα γράμματα. Ένας τέτοιος άνθρωπος (όπως συμβαίνει πάντα με τους άξιους να συνιστούν στο πρυτανείο) από δημόσια ευεργεσία, σατανικώ τω τρόπω, μεταμορφώνεται –συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί – σε ακούσιο δημόσιο κίνδυνο.

 [Ο λάθος δρόμος είναι ο σωστός, αφού για να γράψεις σωστά πρέπει να έχεις ζήσει λάθος. Ο Παπαγιώργης πήρε τη ζωή του λάθος και το ομολογεί με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη: «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται». Υπεράριθμος, παιδί του Καιάδα, σύμφωνα με τη δική του ομολογία, τον καιρό που βούιζε ο Μάης του ’68 γύρω του, αυτός κλείστηκε σε μια σοφίτα και διάβασε μανιωδώς φιλοσοφικά συγγράμματα, που «απαλλοτρίωνε» από τα βιβλιοπωλεία. Κάπως έτσι, ο λάθος δρόμος, βύζαξε το σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα ελληνικά γράμματα τα τελευταία πενήντα χρόνια]

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΔΑΣΚΑΛΕ ΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΣ ΑΠΟ ΚΑΘΕΔΡΑΣ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟΛΜΗΣΕΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ:

άνθρωποι ντε, πιστοί στο γράμμα, φυλάνε τα ρούχα τους, αλλά έχουν καταντήσει ένα κάλπικο ανθρωπομάζωμα!):
Η αλήθεια των λόγων μάς ανήκει μόνο αν την εξαγοράζουμε με το τομάρι μας . Σκαμπίλι άγνευτο δεν παίζεται. Αυτή είναι η μόνη στέρεη παιδεία. Κάποιος που υπηρετεί τις ιδέες του, που τολμάει να πάει στη σκήτη, ν’ ανέβει στο βουνό – ε αυτός είναι σαν τα λόγια του, τόσο σωστός και τόσο πλανεμένος, πληρώνει τη νύφη με λεφτά παντελονάτα, άρα είναι φίλος και αποδεκτός!.. Αλλά πώς να γίνει φίλος ένας που φιλοσοφεί πάνω στην υποτιθέμενη αλήθεια του, που είναι ειλικρινής μόνο όταν πηγαίνει στους γιατρούς να εξεταστεί; Όταν πασχίζει κανείς να εκφραστεί, το μέγιστο εμπόδιο είναι η παιδεία του. Όσα του μάθανε. Όχι τόσο επειδή η προσωπική έφεση μπορεί να αντιβαίνει στα καθεστώτα διδάγματα, αλλά κυρίως επειδή η συστηματική μόρφωση καταδικάζει τις περισσότερες φορές σε ατροφία και σκολίωση αυτήν ακριβώς την ενδιάθετη τάση. Η παιδεία που επιδαψιλεύεται αφειδώλευτα δημιουργεί κάτι τερατώδες: άτομα με συγκρότηση, αλλά χωρίς κλίση, μήτρες που πάσχουν απλώς από ανεμογκάστρι. Αλλά χωρίς την κλίση και την αληθινή «σύλληψη», τη φλέβα μ’ άλλα λόγια, καμιά δουλειά δεν γίνεται στην εντέλεια. Χρειάζεται κανείς τύχη, τύχη και ατυχία μαζί, για να μπορεί να ζει το θέμα του και όχι να το αναπτύσσει καθ’ υπαγόρευση, να γράφει από δική του ορμέφυτη ανάγκη και όχι από φιλολογικό κούρδισμα –επειδή, τζάνεμ, το πολύ διάβασμα φέρνει και το πολύ γράψιμο – πράγματα όλα αυτά που ευτυχώς δε διδάσκονται και ούτε ήταν ποτέ δυνατό να διδαχθούν και να μεταδοθούν. Η καθεστηκυία εκπαίδευση που σε αρπάζει από το βυζί της μάνας σου και εξ απαλών ονύχων σε υποτάσσει στη μούλα της δεοντολογίας, κατορθώνει τελικά το αντίθετο του επιδιωκομένου. Αντί να αυγατίσει αυτό που είσαι, να επεκτείνει το σπιτικό σου, σε ξεσπιτώνει και σε βγάζει στους δρόμους ζήτουλα στις ξένες πόρτες. όσο κι αν προσπαθεί ο σπουδασμένος, δεν μπορεί να σβήσει την εντύπωση ότι τα έχει λίγο χαμένα, ότι δουλεύει σε ξένο νοικοκυριό, ότι είναι τέλος πάντων λιγάκι «πουλημένος». Υπάρχει ένα πανεπιστημιακό «εγώ», αληθινό λίκνο ψυχασθενειών, που εξαγοράζεται με πολύχρονα βάσανα και γκρεμίζεται πάλι με κοπιαστικές προσπάθειες!.. [πώς και γιατί στο κείμενο με τίτλο ΜΑΪΜΟΥΔΕΣ από το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΛΕΠΟΥ, εκδόσεις Καστανιώτη 1992]



Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΤΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΝΙΣΤΡΑ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΥΠΟΨΙΑΣΤΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΙΚΡΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΜΑΚΡΟΣ ΔΕΚΑΕΤΙΩΝ:
Όσο για την καταστροφή, τη μεταστροφή για να ακριβολογούμε, δεν αφορά τόσο τις γνώσεις μας, που βρέξει χιονίσει διατηρούν το κύρος τους, αλλά τον καταπονημένο δέκτη ο οποίος, παιδί της γονυκλισίας μέσα στη κεχηνώσα παθητικότητά του, κάνει χρόνια για να βγει (αν ποτέ αξιωθεί) την όρθια στάση, τη δική του ξεχασμένη και αδικημένη φωνή και συνακόλουθα την τόλμη να περιγελάσει το κονκλάβιο, να φτύσει επιτέλους και μια φορά στο πλούσιο πιάτο που του προσφέρουν, να αποφανθεί δηλαδή όχι για το ένδοξο και τρισένδοξο αέρα που καβούρδισε επί δεκαετίες μέσα στις βιβλιοθήκες, όχι για τις δάνειες έγνοιες που του μεταμόσχευσαν με το στανιό για να τον μασκαρέψουν σε θλιβερό Doctus cum libro, αλλά απλούστατα – και το απλό είναι περίπλοκο- για το φτωχό του σαρκίο, το μόν αληθινά δικό του πράγμα.

Ανέκαθεν ο διχασμός και το διαγούμισμα του σπουδασμένου αποτελούσε θέμα κατάλληλο για κωμική εκμετάλλευση. Δε γελιέται ο άνθρωπος το δρόμου που τον κοιτάζει με λοίδωρη συγκατάβαση και τον θεωρεί ικανό για τη μάθηση αλλά γκαβό στη ζωή. Λες και η ζωή –η μόνη που διδάσκει- είναι το τελευταίο που λογαριάζεται.

Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι διαβάζει κανείς ένα περισπούδαστο σύγγραμμα για τη «μεταφορά» (που δεν είναι βέβαια ρητορικό σχήμα, αλλά ατόφια ζωή, εφόσον δεν είναι στο χέρι του καθενός να πει, πρώτος αυτός και από δικά του, για έναν θαρραλέο άνδρα ότι «έχει άντερα» και για μια θελκτική γυναίκα ότι είναι «ζαργάνα») και κατόπιν, όταν γνωρίζει το συγγραφέα του, βλέπει έναν βλαροτζίτζικα που όχι μόνο έγραψε τα σπουδασμένα, αλλά αδυνατεί –ω του θαύματος- να ψελλίσει ένα κάποιο μεταφορικό σχήμα.

Το χωριό δε θέλει κολαούζο: είναι ψεύτης, μαϊμού, ζει με ξένα λεφτά, δε βγάζει το ψωμί του, τα όσα αραδιάζει δεν είναι προσωπικό του πρόβλημα αλλά δοτή μονέδα. Και ο Καντ είχε την ευγένεια να πει ότι στο άκουσμα του αηδονιού σωπαίνουμε με αγαλλίαση, μόλις όμως αντιληφθούμε ότι δεν είναι αληθινό, παύει να μας αρέσει. Και όντως παύει, γιατί έχουμε μιαν ορμέφυτη ροπή προς το πηγαίο και το αυτοφυές. Αν μάλιστα θέλουμε να κάνουμε ένα βήμα στον γκρεμό, θα λέγαμε ότι προτιμάμε ακόμα και το βουβό αηδόνι που είναι όμως αηδόνι, καταηδόνι, από την οσοδήποτε πετυχημένη απομίμησή του. Τη μαϊμού κανείς δεν την θέλει. Κι όμως οι μαϊμούδες πληθαίνουν σαν τα κουνέλια.

Γνωστός Βορειοαμερικανός γελωτοποιός, ο Τζέρι Λιούις, σε μια στιγμή της σταδιοδρομίας του διέπραξε το εξής απαράδεκτο σφάλμα: ενώ ενσάρκωνε πάντα τον απροσάρμοστο νεανία που πέφτει σε μύριες γκάφες επειδή δεν καταφέρνει να ακολουθήσει τους κανόνες της ορθόδοξης συμπεριφοράς –εξού και η κωμικότητα- αίφνης, Κύριος οίδε γιατί, του μπήκε η ιδέα να παραστήσει έναν κανονικότατο άνθρωπο που είχε όμως την ικανότητα να καμώνεται τον μπούφο. Το αποτέλεσμα ήταν απερίγραπτα λυπηρό. Ό,τι πρωτύτερα ήταν πηγαία αντίδραση, αηδόνι δηλαδή, σάρκα και αίμα, στη συνέχεια κατάντησε υποκριτικό χαριτολόγημα. Ο κωμικός είχε χαθεί. Είχαμε πλέον έναν άνθρωπο που έκανε το γελοίο, δεν ήταν. Καμώματα δηλαδή, τεχνάσματα και ψεύδη κατά παραγγελία και κατά συνθήκη.

Μπορεί, μολαταύτα, τα ψεύδη να διατηρούν την αξία τους, αλλά ο κόσμος στρέφεται ενστικτωδώς προς το πηγαίο. Τον αρκουδιάρη τον θέλεις αρκουδιάρη, δεν μπορείς να σκέφτεσαι ότι είναι υπάλληλος τραπέζης που τις ελεύθερες ώρες του βγάζει σεργιάνι την αρκούδα. Άμα είσαι, ό,τι κι αν είσαι, θα γίνεις εν τέλει αποδεκτός. Τον κακομούτσουνο για παράδειγμα, που όπου βρεθεί έχουν την άνεση να τον δείχνουν και να λένε μεταξύ τους χαμηλόφωνα: για δες το τέρας! όλοι τον δέχονται, έστω και αποστρέφοντας το πρόσωπο. Όλοι παραδέχονται το νάνο με το αφύσικο κεφάλι, την παχύσαρκη Σαρακίνα που σαν μετακινούμενο κήτος μεταφέρει την αλήθειά της. Αλλά από τον άνθρωπο που όλο βάφεται για να μη σκουριάσει και κουκουλώνεται με κάθε λογής περούκες τι να παραδεχθείς;

Ένας κύριος που από καθέδρας και ανιδρωτί διδάσκει όλα αυτά που δεν μπορεί να ζήσει, ο καθηγητής που αναλύει την κατηγορική προσταγή, τον ηθικό νόμο, την αθανασία της ψυχής και δυο στενά παρακάτω παζαρεύει κατεργάρικα τα ραδίκια στο μανάβη, δεν είναι να πεις δόλιος ή απατεώνας. Του συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο. Δεν κατοικεί μέσα στα λόγια του. Επ’ ουδενί, δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό του για παράδειγμα. Στην πραγματικότητα, άλλα λέει και άλλα κάνει, με άλλο κεφάλι διδάσκει και με άλλο κεφάλι ζει και, κατά βάθος, ούτε και ο ίδιος συνειδητοποιεί πώς κατάφερε να ενσαρκώνει αυτή την αλλόκοτη διπροσωπία, αυτή τη δικέφαλη ύπαρξη.

Οι πανεπιστημιακές επιτροπές που διανέμουν τα διπλώματα κατέχουν σε βάθος αυτό το πολύτιμο μυστικό. Όταν έχουν να προκρίνουν κανένα χειρουργό, κανέναν οφθαλμίατρο, κανέναν οικονομολόγο, του βγάζουν το λάδι στις εξετάσεις γιατί, δε θέλει και πολλή σοφία, ένας αδέξιος χειρουργός αποτελεί δημόσιο κίνδυνο, όπως άλλωστε κι ένας αδαής τραπεζίτης. Εξαιτίας ενός αλμπάνη οφθαλμίατρου ενδέχεται να χάσεις το φως σου, αλλά εξαιτίας ενός κακού θεωρητικού της αισθητικής –αν μπορεί να υπάρχει καλός σ’ αυτή την ανύπαρκτη δουλειά- ποιο φως θα στερηθείς; Ποιος κινδυνεύει από έναν καθηγητή της φιλοσοφίας που κάνει λάθη; Έτσι θα μπορούσε ν’ αρχίζει ή να τελειώνει ένα σταυρόλεξο για ανόητους.
Η αλήθεια των λόγων μας ανήκει μόνο αν την εξαγοράζουμε με το τομάρι μας. Σκαμπίλι άγνευτο δεν παίζεται. Αυτή είναι η μόνη στέρεη παιδεία. Κάποιος που υπηρετεί τις ιδέες του, που τολμάει να πάει στη σκηνή, να ανέβει στο βουνό – ε, αυτός είναι σαν τα λόγια του, τόσο σωστός και τόσο πλανημένος, πληρώνει τη νύφη με λεφτά παντελονάτα, άρα είναι φίλος και αποδεκτός. Αλλά πώς να γίνει φίλος ένας που φιλολογεί πάνω στην υποτιθέμενη αλήθεια του, που είναι ειλικρινής μόνο όταν πηγαίνει στους γιατρούς να εξεταστεί;

Δε δέχονται να δοκιμαστούν ως ασκούμενοι: αυτό είναι το απογοητευτικό με τους θεωρητικούς. Ένας δικηγόρος σπουδάζει μερικά χρόνια και στη συνέχεια, σαν να τελειώσουνε τα ψέματα, αρχίζουν τα αληθινά ψέματα της δουλειάς. Από τα κιτάπια και τη θεωρία κατέρχεται πια στο γκεζί. Αναγκαστικά περνάει από τη θεωρία στην πράξη, από τις διακηρύξεις στην πραγματικότητα. Αλλά ένας άκαπνος θεωρητικός πώς να περάσει στην πράξη; Κατεβάζοντας ως τ’ αυτιά τη τραγιάσκα του βιβλιογνώστη, μιλάει ασταμάτητα για παλάτια που δεν είδε.

Ο πλατωνιστής φερ’ ειπείν κόπτεται για το Σωκράτη, άνθρωπο της αγοράς, χωμάτινο και λάτρη του χειροπιαστού, που δε μίλαγε ποτέ στον αέρα, που δοκίμαζε τα πάντα στην ίδια του τη ζωή, και θα πρέπει να διαβούν χρόνια για να αντιληφθεί, μετά από άγονες δοκησισοφίες και ανάλατα φληναφήματα, ότι ουσιαστικά μιλάει για κάτι που τον αρνείται ριζικά. Ενώ αυτός κρύβεται πίσω από τα λόγια του, ο γιος του Σωφρονίσκου ό,τι ξεστόμιζε το έλεγε επειδή –όπως λέμε- το «έλεγε η καρδιά του». Και δεν είναι σύμπτωση ότι στα νέα ελληνικά αυτή η φράση δηλώνει θάρρος. Αν κάτι το λέει η καρδιά σου, θα σε βάλει σε κίνδυνο. Διαφορετικά η μόνη λύση είναι να μιμείσαι τον σελιδοδείκτη.

Εδώ άλλωστε φωλιάζει το πρόβλημα με την ερίτιμο αδελφότητα των εγγραμμάτων: δε γυρεύουν να εγκολπωθούν την όποια διδασκαλία τους, να την εκθέσουν στα κύματα της ζωής, τους αρκεί να γίνουν τζουτζέδες της. Πώς να μην καταντήσει ο κόσμος των γραμμάτων μασκαράτα και κάλπικο ανθρωπομάζωμα; Όταν ακονιτί διδάσκουν ό,τι άλλοι άνθρωποι κατάκτησαν με βάσανα, πώς να εκτιμήσουν τα βάσανα; Αυτοί μελετητές είναι, ορντινάτσες, μεταφραστές, διερμηνείς, πιστοί στο γράμμα. Φυλάνε τα ρούχα του νεκρού. Τίποτε άλλο.

Για όλη αυτή την επονείδιστη κουστωδία μία είναι η συμβουλή: πες αυτό που σε παιδεύει, μην ντρέπεσαι, φανού αυτός που είσαι, κάψε το ψευδοεγώ του πανεπιστημίου, πέτα τις βάτες από τους ισχνούς ώμους σου – πάψε να βρυχάσαι και να κάνεις το θηρίο.

Είναι τόσο μεγάλο το κακό που παθαίνουμε με τη μόρφωση, την παθητική πολυμάθεια και τους τίτλους, ώστε όταν η ζωή ζορίζει –τα κάνει αυτά- και τελειώνουν κάποια αστεία, όταν δηλαδή έχεις ανάγκη το μύχιο σου για να σταθείς στα πόδια σου, αυτό αποδεικνύεται τόσο θαμμένο, τόσο φωτόφοβο, ώστε πρέπει να ουρλιάξεις για να σε αφουγκραστεί. Με τους ξυλοδαρμούς δεν συμβαίνει τίποτα διαφορετικό. Μόλις δυο άνθρωποι αρχίσουν τα σπρωξίματα και τις ψιλές, αυτοστιγμεί κάνουν φτερά όλα τα επίθετα: γυαλιά, ψεύτικα δόντια, περούκες, γραβάτες, γιακάδες, ταυτότητες και αλυσίδες με σταυρούς, για να απομείνει μόνο ό,τι πραγματικά τους ανήκει: το αίμα τους και η αλαφιασμένη τους ανάσα.
Ενήμερος όλων αυτών ο Ρουσσώ, στα περί αγωγής των νέων, είναι κατηγορηματικός: όχι λόγια στους νέους, πράγματα μόνο, όχι θεωρίες και κούφιες ιδέες, αλλά ζωή. Όταν λοιπόν ένας υπερφίαλος μπούλης, χθεσινό αυγό με άλλα λόγια, ζεστός ακόμα από την κοιλιά της μάνας του, έρχεται να εκφράσει την αγάπη του για το μέγα «δύνασθαι» της σκέψης, χρειάζεται ιδιαίτερη τέχνη για να του απαντήσεις. Αντί να τον αφήσεις να βελάζει (για το μεταμοντέρνο, για το Θεό, για το Είναι και τα όντα, για την αλλοτρίωση και τα παρόμοια), δώσ’ του καλύτερα καθαρτικό, βάλε τον να σου πει τι πραγματικά τον απασχολεί και ανάγκασέ τον να αρχίσει (φτου κι από την αρχή)

Λένε ότι ο Βάρναλης εφάρμοζε κατά γράμμα αυτή τη ψυχοσωτήρια μέθοδο. Όταν κάποτε ένας νεαρός μιαν ερωτικής υφής ποιητική συλλογή, αφού πρώτα τη διεξήλθε, αρκέστηκε να του πει: «Παιδί μου, βρες μια γυναίκα να γαμήσεις». Se non e vero, e ben trovato, για κάθε νήπιο και για κάθε ξεμυαλισμένο ινφάντη. 

[Ο λάθος δρόμος είναι ο σωστός, αφού για να γράψεις σωστά πρέπει να έχεις ζήσει λάθος. Ο Παπαγιώργης πήρε τη ζωή του λάθος και το ομολογεί με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη: «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται». Υπεράριθμος, παιδί του Καιάδα, σύμφωνα με τη δική του ομολογία, τον καιρό που βούιζε ο Μάης του ’68 γύρω του, αυτός κλείστηκε σε μια σοφίτα και διάβασε μανιωδώς φιλοσοφικά συγγράμματα, που «απαλλοτρίωνε» από τα βιβλιοπωλεία. Κάπως έτσι, ο λάθος δρόμος, βύζαξε το σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα ελληνικά γράμματα τα τελευταία πενήντα χρόνια]