Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΜΙΛΑΝΕ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ:

Σε μια εποχή και σε μια χώρα όπου όλοι κάνουν ό,τι περνάει απ’ το χέρι τους για να διατυμπανίσουν κάποια γνώμη ή κρίση τους, ο κύριος Πάλομαρ απόκτησε τη συνήθεια να δαγκώνει τη γλώσσα του τρεις φορές πριν υποστηρίξει οτιδήποτε. Αν στο τρίτο δάγκωμα της γλώσσας είναι ακόμα πεισμένος γι’ αυτό που ήθελε να πει, το λέει, αν όχι, μένει σιωπηλός. Πράγματι, περνά εβδομάδες ή και μήνες ολόκληρους στη σιωπή ο Πάλομαρ, ο ήρωας του ομότιτλου βιβλίου του Ίταλο Καλβίνο. Ένας διανοούμενος, «κατ’ εξοχήν», ένας ηδονιστής της σκέψης, είρωνας λεπτολόγος, νευρωτικός: αυτός είναι ο Πάλομαρ. Η ομοιότητα του ονόματός του με του μεγάλου αστεροσκοπείου Παλομάρ δεν είναι καθόλου τυχαία. Το ερευνητικό του, όλο περιέργεια βλέμμα του, ίδιο με τεράστιο τηλεσκόπιο, ανιχνεύει ακατάπαυστα τον κόσμο, προσπαθώντας να ανακαλύψει το κρυμμένο του είναι. Ο Πάλομαρ είναι ολόκληρος ένα βλέμμα που ανακαλύπτει κι αποκαλύπτει τη Φύση, την Πόλη και τη… Σιωπή. Το ακούραστο, αδηφάγο βλέμμα του ΠΑΛΟΜΑΡ παρατηρεί αέναα: το γυμνό στήθος μιας κολυμβήτριας και τους έρωτες μιας χελώνας, το κρυμμένο νόημα των γιαπωνέζικων βραχόκηπων και τα βαθιά μυστικά των προκλητικών τυριών στις προθήκες κάποιου τυροπωλείου, την αρχαία σημαντική των Ίνκας και τα ιερογλυφικά της κοιλιάς του σαμιαμιδιού… Ο Πάλομαρ – ο Καλβίνο – κοιτάζει, διαλογίζεται προσπαθώντας ν’ αποκωδικοποιήσει το παμπάλαιο και πάντα ανεξιχνίαστο αλφάβητο της ζωής. Με ΚΛΙΚ στην εικόνα μια από τις ιστορίες του με τίτλο Το Δάγκωμα της Γλώσσας (το ταλέντο της σιωπής πιο δύσκολο από ο ταλέντο του λόγου)
  



Ο ΠΑΛΟΜΑΡ και η κοινωνία: το δάγκωμα της γλώσσας (το ταλέντο της σιωπής πιο δύσκολο από το ταλέντο του λόγου)
Δε λείπουν ποτέ οι κατάλληλες ευκαιρίες που τον βοηθάνε να σιωπά. Συχνά όμως τυχαίνει να μετανιώνει γιατί δεν είπε κάτι που θα μπορούσε να πει την κατάλληλη στιγμή. Συνειδητοποιεί ότι τα γεγονότα επιβεβαιώνουν εκείνο που σκεφτόταν, και ότι αν τότε είχε εκφράσει τη σκέψη του, ίσως θα επηρέαζε θετικά –έστω και σ’ ένα μικρό βαθμό- αυτά τα γεγονότα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μοιάζει διχασμένος ανάμεσα στην ικανοποίηση ότι είχε σκεφτεί σωστά και στην ενοχή που του δημιουργεί η υπερβολική επιφυλακτικότητά του. Κι είναι αυτά τα συναισθήματα τόσο δυνατά, ώστε προσπάθησε κάποια φορά να τα εκφράσει με λέξεις, αφού όμως δάγκωσε τη γλώσσα του τρεις φορές, ή μάλλον έξι, πείστηκε ότι δεν έχει κανένα απολύτως λόγο είτε να υπερηφανεύεται είτε να έχει ενοχές.
Το ότι είχε σκεφτεί σωστά δεν είναι κανενός είδους ανδραγάθημα: στατιστικά μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτο ότι ανάμεσα στις πολλές λαθεμένες, συγκεχυμένες ή και κοινότυπες ιδέες που του έρχονται καθημερινά στο μυαλό, κάποια θα είναι ξεκάθαρη ή και ευφυής, όπως άλλωστε ήρθε στο δικό του μυαλό θα μπορούσε σίγουρα να έρθει και στο μυαλό κάποιου άλλου.

Πιο πολύπλοκη είναι η αναζήτηση των λόγων που τον σπρώχνουν να μην εκφράζει τη σκέψη του. Σε καιρούς γενικής σιωπής, το να συμμορφώνεται με τη σιωπή των πολλών είναι αναμφισβήτητα μια πράξη ένοχη. Σε καιρούς, αντίθετα, όπου όλοι μιλάνε πολύ, το σημαντικότερο δεν είναι να πεις το σωστό πράγμα –έτσι κι αλλιώς θα χάνονταν  μέσα στην πλημμύρα των λέξεων- όσο το να το πεις ξεκινώντας από μερικές προκαταρκτικές βάσεις και εμπλέκοντας στη συνέχεια το παιχνίδι των συνεπειών που θα δώσει  στα λεγόμενά σου τη μεγαλύτερη δυνατή αξία. Αν όμως η αξία μιας συγκεκριμένης κοινοποίησης βρίσκεται στη συνέχεια και στη συνέπεια της γενικότερης συζήτησης στην οποίαν η κοινοποίηση εαυτή εντάσσεται, τότε η μόνη δυνατή επιλογή για κάποιον είναι να μιλά συνεχώς ή να μη μιλά καθόλου. Στην πρώτη περίπτωση ο κύριος Πάλομαρ θα φανέρωνε ότι η σκέψη του δεν αναπτύσσεται ευθύγραμμα αλλά με ζιπ-ζακ, με συνεχείς ταλαντεύσεις, αντιφάσεις, επανορθώσεις, μέσα στις οποίες θα χανόταν τελικά η ορθότητα εκείνης της κοινοποίησής του. Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη εναλλακτική λύση, αυτή προϋποθέτει το ταλέντο της σιωπής, ταλέντο ακόμα πιο δύσκολο από το ταλέντο του λόγου.

Πράγματι, ακόμα και η σιωπή μπορεί να θεωρηθεί ομιλία, αφού δεν είναι παρά άρνηση της χρήσης του λόγου που κάνουν άλλοι, η έννοια όμως αυτής της σιωπής-ομιλίας βρίσκεται στις διακοπές της, δηλαδή σε όσα λέγονται κάθε τόσο και δίνουν μια βαρύτητα σε όσα δε λέγονται ποτέ.

Με άλλα λόγια, η σιωπή μπορεί να είναι χρήσιμη για ν’ αποκλείει  ορισμένες λέξεις ή για να τις φυλάει κάπου παράμερα ώστε να χρησιμοποιηθούν σε μια καλύτερη ευκαιρία. Το ίδιο, μια λέξη που λέγεται σήμερα μπορεί να σε γλιτώσει από εκατό αυριανές λέξεις ή να ανοίξει το δρόμο σε άλλες χίλιες. «Κάθε φορά που δαγκώνω τη γλώσσα μου –καταλήγει νοερά ο κύριος Πάλομαρ- πρέπει να σκέφτομαι όχι μόνο όσα πρόκειται να πω ή να μην πω, αλλά και όσα θα ειπωθούν από μένα ή δε θα ειπωθούν από μένα ή τους άλλους, αν εγώ μιλήσω ή δεν μιλήσω. Έχοντας κάνει αυτή τη σκέψη, δαγκώνει τη γλώσσα του και παραμένει σιωπηλός.

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΪΧΜΑΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ (Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού):

«Το πρόβλημα με τον Άιχμαν ήταν ότι υπήρχαν πολλοί σαν αυτόν, και οι περισσότεροί τους δεν ήταν διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά ήταν, και εξακολουθούν να είναι, φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί. Από την άποψη των νομικών θεσμών μας και των ηθικών αξιολογήσεων, το γεγονός ότι είναι φυσιολογικοί είναι ακόμη πιο τρομακτικό από όλες τις θηριωδίες, γιατί υποδείκνυε ότι αυτός ο εγκληματίας νέου τύπου διαπράττει τα εγκλήματά του σε συνθήκες στις οποίες αδυνατεί να ξέρει και να νιώθει πως κάνει κάτι κακό» (απόσπασμα από το βιβλίο της φιλοσόφου Hannah Arendt Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, εκδόσεις Νησίδες 2009 μετάφραση Βασίλης Τομανάς).  Πρόκειται για ένα συναρπαστικό κείμενο που με τη ζωηρότητα της αφήγησης και την ακρίβεια της δημοσιογραφικής έρευνας, μας προσφέρει άγνωστες πτυχές του ολοκαυτώματος των Εβραίων. Ταυτόχρονα, η επιμονή στη σκιαγράφηση του πορτραίτου του κατηγορουμένου, του Άιχμαν, μας παρέχει μιαν έξοχη ανάλυση της ανθρώπινης συνθήκης ενός εγκληματία πολέμου. Πέρα όμως απ' αυτήν την πρώτη ανάγνωση, η συγγραφέας συντάσσει μια φιλοσοφική μελέτη για την «κοινοτυπία του κακού». Το φιλοσοφικό πρόβλημα που την απασχολεί είναι τα όρια της «ηθικής κρίσης»: η δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό. Πώς μπορεί να ερμηνευθεί φιλοσοφικά εκείνη η α-ηθικότητα (έλλειψη δυνατότητας για ηθική κρίση) που οδήγησε στα γνωστά πρωτοφανή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας; Ανθρωπότητα: αυτό που ταιριάζει στη φύση του ανθρώπου ως ανθρώπου· αυτή είναι η κεντρική έννοια του βιβλίου. Στο πρόσωπο του Άιχμαν η Άρεντ αναγνωρίζει έναν «νέο τύπο εγκληματία», το έγκλημα του οποίου δεν έγκειται ούτε στην μοχθηρότητα, ούτε στην παράνοιά του. Παρά τα ψυχολογικά τεστ ο Άιχμαν παρέμενε ένας απόλυτα φυσιολογικός και κανονικός άνθρωπος. Κατά τα λεγόμενά του ιδίου, ουδέποτε υπήρξε αντισημίτης και ουδέποτε διέταξε τον θάνατο κάποιου. Αυτό που τον χαρακτήριζε περισσότερο ήταν η συνήθειά του να υπακούει απρόσωπα και αδιάφορα στις άνωθεν εντολές και να τις εκτελεί με απίστευτη αφοσίωση και σχολαστικότητα.  Με ΚΛΙΚ στην εικόνα στοιχεία για την όλη υπόθεση της πολύκροτης δίκης καθώς και  σχόλια  για τις αντιδράσεις και τη συζήτηση που προξένησαν οι  φιλοσοφικές/ πολιτικές προεκτάσεις που είχαν οι απόψεις της γερμανοεβραίας Χάνα Άρεντ σχετικά με την κοινοτοπία του κακού: Η έννοια της κοινοτοπίας στο βιβλίο αντιτάσσεται στην έννοια της αθωότητας και η Άρεντ αναδιαμορφώνει την παλαιότερη θεωρία της για το «ριζικό κακό». Η περίπτωση του Άιχμαν, για τη συγγραφέα του βιβλίου, αποτελεί παράδειγμα μετάλλαξης ενός καθημερινού ανθρώπου σε γρανάζι μιας θανατηφόρας μηχανής… Επομένως το φαινόμενο του Ολοκληρωτισμού δεν είναι ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τον γερμανικό λαό ούτε, πολύ περισσότερο, το έχουμε ξεπεράσει οριστικά. Αποτελεί έναν κίνδυνο που ελλοχεύει στη σύγχρονη κοινωνία της νεωτερικότητας και σχετίζεται άμεσα με τις συνέπειες του καλπάζοντος καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της τα ολοκληρωτικά συστήματα του άμεσου μέλλοντος θα στραφούν εκ νέου εναντίον μιας «περιττής» ανθρωπότητας που θα εντοπίζεται πλέον στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις (ως νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης) και θα απαρτίζεται από άνεργους και μετανάστες: «οι οικονομικές κρίσεις και οι ιστορίες τρόμου για τους τεράστιους αριθμούς απολύσεων κάνουν «το φάντασμα της αχρηστίας και της ξενοφοβίας» να πλανάται εκ νέου στον πλανήτη. Κι ο ρατσισμός δεν έχει προνομιακό αντικείμενο ή χρώμα. Τα καινούρια θύματα του μπορεί να είναι οι μετανάστες-επαίτες του Τρίτου κόσμου, οι αραβο-μουσουλμάνικοί πληθυσμοί ή απλώς όσοι είναι πλέον αντι-παραγωγικοί… Η έρπουσα καθήλωση που οδήγησε στον ναζισμό, στον φασισμό –δηλαδή σε μαζικά εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας– είναι ένα περίπλοκο φαινόμενο που συνδυάζει μεγαλεπήβολες ελπίδες, άγρια ένστικτα και μια μορφή διανοητικού κώματος: η Χάννα Άρεντ αφαιρεί από το Κακό τη μυθώδη του διάσταση – και παρ’ όλ’ αυτά, επιμένει ότι δεν είμαστε όλοι, εν δυνάμει, Άιχμαν. Πρέπει να είσαι «μηδενικό» για γίνεις Άιχμαν· πρέπει να είσαι «ο Κανένας». Η θεωρία της Άρεντ για την ευτέλεια του Κακού παρεξηγήθηκε, όπως συμβαίνει σε όλες τις θεωρίες. Όμως το πρόβλημα σήμερα παραμένει: τι οδηγεί τους πολίτες σε ιδεολογίες μίσους; Κυρίως, τι οδηγεί τους πολίτες σε θέση ευμενούς απάθειας μπροστά σε βιαιοπραγίες ή εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας; Ποιο είναι το προφίλ του σημερινού αντισημίτη που θρηνεί διότι ο Χίτλερ δεν κατάφερε να εξολοθρεύσει τους Εβραίους; Και, σε μικρότερη κλίμακα, στην ελληνική πραγματικότητα, ποιο είναι το προφίλ του πολίτη που υποστηρίζει νεο- ή παλαιο-ναζιστές; Η Χάννα Άρεντ θα έλεγε ότι είναι ο υποταγμένος άνθρωπος που επιλέγει να πειθαρχήσει σε μια ιδέα, σε έναν ηγέτη που θεωρεί απείρως μεγαλύτερο από τον ίδιον: η μεταμόρφωσή του σε «τέρας» συνοδεύεται από τη δήλωση «δεν ήξερα» ή «εκτελούσα εντολές»!..



ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ (αποσπάσματα από άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών)
Ένα χρόνο μετά την απαγωγή του στην Αργεντινή από τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες, τον Απρίλιο του 1961, τελείται η δίκη του Άντολφ Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Μπροστά στο περιφερειακό δικαστήριο του νεοσύστατου κράτους του Ισραήλ στέκεται ο άνθρωπος που είχε οδηγήσει εκατομμύρια Εβραίους στον θάνατο. Στην πολύκροτη δίκη παρίσταται ως ανταποκρίτρια του αμερικανικού περιοδικού New Yorker η γερμανοεβραία πολιτική φιλόσοφος Χάνα Άρεντ και οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις της θα αποτελέσουν τη βάση για τη μελέτη που θα εκδώσει το 1963 με τον τίτλο: Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ (ελληνική έκδοση Νισήδες, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, 2009). Πρόκειται για μια έκθεση της δίκης στην οποία η Άρεντ περιγράφει και εξετάζει το έγκλημα, το ποιόν του κατηγορουμένου και τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη η δίκη. Εξαιρετικά σημαντικές, όμως, είναι οι ηθικές και πολιτικές προεκτάσεις του ζητήματος, που οδηγούν την Άρεντ να προσθέσει στο βιβλίο τον υπότιτλο: «Έκθεση για την κοινοτοπία του κακού» και να εγείρει σφοδρές αντιδράσεις.

Μολονότι Εβραία και παρολίγον θύμα του Ολοκαυτώματος, η Άρεντ δεν απαρνείται την επιστημονική της ματιά και ως αντικειμενικός παρατηρητής λαμβάνει τις απαραίτητες αποστάσεις από το ζήτημα… Στη συνέχεια, αναλύει το ψυχολογικό προφίλ του κατηγορουμένου και σημειώνει τη συμβολή του κατά τα τρία στάδια των λύσεων που επιχειρήθηκαν ―απέλαση, συγκέντρωση και θανάτωση― για την αντιμετώπιση του εβραϊκού ζητήματος από το ναζιστικό καθεστώς. Παρουσιάζει το ιστορικό των εκτοπίσεων των εβραϊκών πληθυσμών από τα γερμανο-αυστριακά εδάφη του Γ' Ράιχ και των προτεκτοράτων του, την δυτική Ευρώπη (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Ιταλία), τα Βαλκάνια (Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία) και την κεντρική Ευρώπη (Ουγγαρία, Σλοβακία), τονίζοντας τη διαφορετική προσέγγιση του εβραϊκού ζητήματος από κάθε κράτος… Τέλος, εξετάζει τους λόγους που οδήγησαν το δικαστήριο στην καταδίκη του Άιχμαν αφήνοντας αιχμές για την επιτυχία του και την επάρκεια του νομικού πλαισίου, ώστε να συμπεριλάβει ένα τόσο ιδιότυπο και ειδεχθές έγκλημα. 

Οι έντονοι πολέμιοι του βιβλίου και της συγγραφέως άσκησαν δριμεία κριτική με τα κυριότερα από τα επιχειρήματά τους να συνοψίζονται στο ότι: α) η Άρεντ επέρριψε μομφές στην ηγεσία των κατά χώρα εβραϊκών πληθυσμών αναφορικά με την στάση και τον ρόλο που διετέλεσαν στην εξόντωση του ίδιου τους του λαού, όπου επιχειρήθηκε η εκτέλεση της «τελικής λύσης» από τους Ναζί, αποπειρώμενη μια εξίσωση θύτη και θύματος, β) επικαλέστηκε την ακαταλληλότητα των ισραηλινών νόμων και του ισραηλινού δικαστηρίου να δικάσουν για πρώτη φορά έναν άνθρωπο που μεθόδευσε την γενοκτονία του λαού τους υποστηρίζοντας ότι θα ήταν απαραίτητη, λόγω της φύσης του εγκλήματος, η εκδίκασή της υπόθεσης από διεθνές δικαστήριο, και γ) σκιαγραφώντας το προφίλ του κατηγορουμένου επιχείρησε την ελαχιστοποίηση της ενοχής του αποδεχόμενη την υπερασπιστική του γραμμή και την εγκυρότητα των λόγων του. Όλα τα παραπάνω υποχρέωσαν την Άρεντ να υπεραμυνθεί των θέσεών της εν μέσω ενός μανιασμένα εχθρικού κλίματος που την οδήγησε στα πρόθυρα του νευρικού κλονισμού.

Το ζήτημα της εβραϊκής ηγεσίας ήταν εκείνο που ξεσήκωσε το λυσσαλέο μένος των ομοεθνών της, καίτοι η Άρεντ το αντιμετώπισε απλώς ως ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν τους δικαστές κατά την διαδικασία και δεν καλύπτει παρά ελάχιστες σελίδες του βιβλίου. Αυτό συνέβη, διότι η φιλόσοφος με τόλμη κατέδειξε την ενδοτική στάση αρκετών Εβραίων ηγετών, που επέλεξαν να συνεργαστούν πειθήνια με τη γερμανική διοίκηση συμβάλλοντας στην κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των θυμάτων των ομοεθνών τους. Με την παραπάνω θέση της στράφηκε ενάντια στην ιστορική αυτοαντίληψη των Εβραίων εν γένει, ενάντια σε μια ιστορικότητα, apriori συστατικά στοιχεία της οποίας είναι η μαρτυρολογία και μια μεταφυσική της καταστροφής. Η Άρεντ δεν ήταν διατεθειμένη να εξυπηρετήσει έναν τέτοιο σκοπό. Ενδεικτική είναι η απάντησή της στον παλιό της φίλο, Γκέρσομ Σόλεμ, ο οποίος με αφορμή το βιβλίο της την κατηγορεί για έλλειψη αγάπης προς τον εβραϊκό λαό: «Ποτέ δεν «αγάπησα»  κανέναν λαό και καμιά συλλογικότητα. Ούτε τον γερμανικό, ούτε τον γαλλικό, ούτε τον αμερικάνικο, ούτε την εργατική τάξη ή οτιδήποτε τέτοιο. Στην πραγματικότητα αγαπώ «μόνο»  τους φίλους μου και το είδος αγάπης στο οποίο πιστεύω είναι η αγάπη για τα πρόσωπα»…
Στο πρόσωπο του Άιχμαν η Άρεντ αναγνωρίζει έναν «νέο τύπο εγκληματία», το έγκλημα του οποίου δεν έγκειται ούτε στην μοχθηρότητα, ούτε στην παράνοιά του. Παρά τα ψυχολογικά τεστ ο Άιχμαν παρέμενε ένας απόλυτα φυσιολογικός και κανονικός άνθρωπος. Κατά τα λεγόμενά του ιδίου, ουδέποτε υπήρξε αντισημίτης και ουδέποτε διέταξε τον θάνατο κάποιου. Αυτό που τον χαρακτήριζε περισσότερο ήταν η συνήθειά του να υπακούει απρόσωπα και αδιάφορα στις άνωθεν εντολές και να τις εκτελεί με απίστευτη αφοσίωση και σχολαστικότητα. Μέχρι το τέλος της δίκης αρνούνταν την ενοχή του, με βασικό επιχείρημα της υπεράσπισής του το γεγονός ότι οι ενέργειές του βρίσκονταν σε αρμονία με του θεσπισμένους νόμους του κυρίαρχου γερμανικού κράτους. Δικαιολογώντας την τυφλή αφοσίωσή του στο Ράιχ ο Άιχμαν επικαλείται ―εσφαλμένα βεβαίως― ακόμα και τις επιταγές της καντιανής κατηγορικής προσταγής. Ασφαλώς, του ήταν αδύνατον να σκεφτεί έξω από το ως άνω πλαίσιο κανονικότητας. Σε αυτήν ακριβώς την ανικανότητα σκέψης, την απερισκεψία και την αποστασιοποίησή του από τα πράγματα έγκειται, κατά την Άρεντ, η ενοχή του.

Η έννοια της κοινοτοπίας εδώ αντιτάσσεται στην έννοια της αθωότητας και η Άρεντ αναδιαμορφώνει την παλαιότερη θεωρία της για το «ριζικό κακό». Το κακό, όπως υποστηρίζει, δεν διαθέτει βάθος και συνεπώς πρέπει να αποβλέπουμε όχι στην απομυθοποίηση του Ολοκαυτώματος, αλλά στην κατανόησή του. Η περίπτωση του Άιχμαν αποτελεί παράδειγμα μετάλλαξης ενός καθημερινού ανθρώπου σε γρανάζι μιας θανατηφόρας μηχανής. Αξίζει σε αυτό το σημείο να συσχετίσουμε τα λεγόμενα της φιλοσόφου με την θεωρία που ανέπτυξε για το φαινόμενο του Ολοκληρωτισμού στο έργο της Η καταγωγή του Ολοκληρωτισμού, όπου γίνεται εμφανές πώς το ολοκληρωτικό μυαλό οδηγείται σε αποξένωση από τους συνανθρώπους και την πολιτική ζωή με την τυφλή υπακοή στους κανόνες. Αυτή η συνθήκη αποτέλεσε τον κανόνα του πολίτη στο ναζιστικό καθεστώς, σε μια κοινωνία που εξέπεσε ηθικά επειδή ήταν απερίσκεπτα νομοταγής. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς ότι όλοι οι Γερμανοί προέβησαν σε εγκλήματα αντίστοιχα με αυτά του Άιχμαν και των εντολοδόχων του. Μάλιστα, φωτεινές εξαιρέσεις, όπως του Άντον Σμιντ επιβεβαιώνουν τη δυνατότητα κάποιου να πράξει ενσυνείδητα παρά τις δύσκολες συνθήκες. Οπωσδήποτε, όμως, ο όρος κοινοτοπία αναφέρεται στον χαρακτήρα του Άιχμαν και όχι στις πράξεις του, οι οποίες ήταν ακραίες και πέρα για πέρα απεχθείς.

Το επίκαιρο του ζητήματος επισημαίνει η ταινία της Μαργκαρέτε Φον Τρότα (2012) και αρκετές όψιμες μελέτες, που μισό αιώνα αργότερα διατυπώνουν ακόμα κριτικές απόψεις επί του φαινομένου Άιχμαν. Πολλές από αυτές, μάλιστα, όπως των Christofer Browning, Deborah Lipstadt και Βettina Stangneth, αναλύοντας διαφορετικές πηγές, υποστηρίζουν ότι η Άρεντ παρερμήνευσε την προσωπικότητά του αποτυγχάνοντας να διακρίνει πίσω από το προσωπείο του στη δίκη τον φανατικό αντισημίτη. Αυτό που δεν λαμβάνεται ίσως υπόψιν είναι πως η Άρεντ δεν προσπάθησε σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει τον Άιχμαν παρουσιάζοντας τον απλώς ως ένα αφελές γραφειοκρατικό ανδρείκελο, αλλά τον απεικόνισε ως έναν “ιδεαλιστή” που ήταν ανίκανος να διακρίνει οτιδήποτε πέρα από τα ναζιστικά ιδεώδη θυσιάζοντας στον βωμό τους κάθε έννοια ηθικής. Σύμφωνα με τα δικά της λεγόμενά, το να προσπαθείς να κατανοήσεις, σε αυτές τις περιστάσεις, δεν σημαίνει ότι συγχωρείς. Το γενικό συμπέρασμα που προκύπτει διαβάζοντας το βιβλίο της είναι ότι “το κακό ποτέ δεν είναι ριζοσπαστικό, μονάχα ακραίο. Ριζοσπαστικό και βαθύ μπορεί να είναι μόνο το καλό”. Η προκλητική και απαιτητική σκέψη της Άρεντ, για να μην παρερμηνευτεί σήμερα για ακόμη μια φορά, αξιώνει μια ενδελεχή κατανόηση του σπουδαίου φιλοσοφικού της έργου. 
[Συντάκτης:  Βαγγέλης Γραμματικόπουλος στην εφημερίδα των Συντακτών]

Η ΕΥΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ (Σώτη Τριανταφύλλου)
Στην Ιερουσαλήμ, ο εγκληματίας πολέμου Άντολφ Άιχμαν τοποθετήθηκε σε γυάλινο κουβούκλιο, όπως, στην κινηματογραφική μυθοπλασία, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ φιμώθηκε και ακινητοποιήθηκε με λουριά. Το «αρπακτικό» Άιχμαν, που είχε στείλει στον θάνατο εκατομμύρια Εβραίους, καθόταν μέσα στο κουβούκλιο και σκούπιζε τη μύτη του: είχε συνάχι. Ενώ ο κόσμος περίμενε να δει έναν ψυχοπαθή δολοφόνο με κίτρινα μάτια γεμάτα μίσος, είδε έναν ανθρωπάκο που επαναλάμβανε: «Εκτελούσα εντολές». Ο ανθρωπάκος απαγχονίστηκε, φορώντας τις μάλλινες παντόφλες του, στις 31 Μαΐου 1962 – αλλά το Κακό δεν εξέλιπε. Διότι, όπως υποστηρίζει η Χάννα Άρεντ, η τερατωδία αποτελεί δυνατότητα του μικρού ανθρώπου, του ανθρώπου που δεν σκέφτεται αλλά που «εκτελεί εντολές». Ο φασισμός, σε όλες του τις εκδοχές, είναι η πολιτική συμπεριφορά που απορρέει από τον θάνατο της σκέψης, από την παπαγαλία βολικών απόψεων κι από την εγκληματική ιδέα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Ο Άιχμαν ήταν ένας γραφειοκράτης, περισσότερο φασουλής μιας ιδεολογίας παρά τέρας και δράκος, που ενσάρκωνε τη μη-σκέψη, την αναισθησία της συνείδησης, την αδυναμία διάκρισης του Καλού από το Κακό. Η αδυσώπητη έννοια του «καθήκοντος» –στην περίπτωση του Άιχμαν η εξόντωση των Εβραίων– υπερέβαινε οποιαδήποτε έννοια δικαίου. Δεν ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία, δεν ήταν ούτε η τελευταία. Ο Άιχμαν δεν ήταν πολίτης, δεν ήταν άτομο – ήταν το αυτόματο μιας γραφειοκρατίας που εκφραζόταν με κοινοτοπίες, με το ιδίωμα του συνηθισμένου ανθρώπου.

Αντίθετα από τη λογοτεχνία όπου οι «κακοί» –ο Μακμπέθ, ο Ιάγος, ο Μεφιστοφελής– έχουν δαιμονικές ιδιότητες, στην πραγματική ζωή επιρρεπής στο Κακό είναι ο άνθρωπος που δεν σκέφτεται, ο άνθρωπος των μηχανισμών. Και σύμφωνα με τη Χάννα Άρεντ, το Κακό δεν είναι ποτέ «ριζοσπαστικό»: είναι επιφανειακό, τετριμμένο. Ο ασήμαντος άνθρωπος μπορεί εύκολα να μεταμορφωθεί σε δήμιο όταν τοποθετηθεί κάτω από αρχή και εξουσία έναντι της οποίας αισθάνεται δέος. Η άκριτη υπακοή, όπως η άκριτη ανυπακοή, αποτελούν ιδιότητες του «ανθρωπάκου» όπως τον ορίζει η Χάννα Άρεντ.

Κάνοντας λόγο για την ευτέλεια του Κακού η Χάννα Άρεντ δεν αθωώνει τον Άιχμαν: αναγνωρίζει την ελεύθερη βούληση, θεωρεί ότι ο Άιχμαν δεν πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει. Ωστόσο, τα προβλήματα της πολιτικής αρετής και της ηθικής δεν λύνονται με απαγχονισμούς – τα σκοτεινά καθεστώτα δημιουργούν μάζες εγκληματιών και ταυτοχρόνως δημιουργούνται από αυτές. Ο ολοκληρωτισμός στον 20ό αιώνα οφείλεται στον κομφορμιστή ανθρωπάκο που λαχταρούσε έναν πατέρα-ηγέτη: ήταν μαζικό φαινόμενο τόσο υπό την έννοια των μαζών όσο και της πλειοψηφικής του έντασης.

[Η φιλόσοφος Χάννα Άρεντ (1906-1975) κάλυψε τη δίκη του Άιχμαν για το περιοδικό "The New Yorker", στο οποίο η έκθεσή της δημοσιεύθηκε ως μια σειρά άρθρων το 1963.  Γι' αυτή την αναθεωρημένη και διευρυμένη έκδοση του βιβλίου, η συγγραφέας πρόσθεσε υλικό που έγινε γνωστό μετά τη δίκη και έναν Επίλογο στον οποίο αναφέρεται στις συζητήσεις που προκάλεσε το βιβλίο. Το βιβλίο είναι πολύτιμο και για άλλον ένα λόγο: παρουσιάζει συνοπτικά το τι έγινε με τους εβραίους  στην κάθε ευρωπαϊκή χώρα ξεχωριστά. Γιατί, σε αντίθεση με τον διαδεδομένο μύθο, δεν είχαν όλες οι χώρες την ίδια στάση απέναντι στους εβραίους. Άλλες υπάκουσαν στους ναζί, άλλες τους εναντιώθηκαν. Κι αυτό οφειλόταν σε πολλούς παράγοντες, που εξετάζονται στο βιβλίο και μας δίνουν πολλά μαθήματα για το μέλλον σχετικά με την οποιαδήποτε μειονότητα υφίσταται διώξεις.


Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: «Εδώ μέσα είναι η Ποίηση που επιθυμείς, αλλά μη στεναχωρηθείς, αν δεν βρεις το ευεργέτημα που περιμένεις!..

Στο κατάστρωμα της θαλαμηγού του, ο Τζόρτζιο Καμ, ιδιοκτήτης μεταλλείων, είχε την ευκαιρία να σώσει έναν νεαρό που πάλευε με τα κύματα. Ήταν ένας νεαρούλης εξαιρετικής ομορφιάς, που προέκυψε ότι ήταν παιδί του Θεού. Αυτός, επειδή του ήταν υποχρεωμένος, έστειλε να τον φωνάξουν και τον ρώτησε τι ανταμοιβή ήθελε. «Αισθάνομαι ευγνώμων», απάντησε ο ιδιοκτήτης μεταλλείων, «αλλά, γιατί μου κάνεις αυτή την προσφορά με τόσο επιτιμητικό τρόπο;» «Στη θέα πλουσίων του είδους σου χαλιέμαι λίγο, αλλά μη δίνεις σημασία!.. Όλοι έχουμε τις ιδιοτροπίες μας. Πες μου καλύτερα μια επιθυμία σου. Όσο δύσκολος κι αν είμαι, θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ» Ο Καμ, που περνιόταν για διανοούμενος και προσκαλούσε συχνά στις δεξιώσεις του φιλοσόφους, συγγραφείς, ζωγράφους, μουσικούς, θέλησε να κάνει καλή εντύπωση: -Θα ήθελα να μου κάνεις δώρο την Ποίηση!.. -Τι είδους ποίηση; -Την ποίηση του Γουόλτερ Τριμπολάντι. Τον τελευταίο καιρό είχε ακούσει να μιλούν πολύ γι’ αυτόν το νεαρό ποιητή, κι ο ίδιος τον είχε διαβάσει, αλλά χωρίς ωστόσο να καταλάβει τίποτα.  -Αυτό δεν είναι τίποτα, είπε ο Θεός. Τα ποιήματα του Τριμπολάντι πουλιούνται σε όλα τα βιβλιοπωλεία, αν θυμάμαι καλά, για χίλιες πεντακόσιες λίρες το ένα. -Δεν εννοούσα αυτό. Θα επιθυμούσα να μου χαρίσεις την απόλαυση που ορισμένοι φίλοι μου ορκίζονται ότι αντλούν απ’ αυτούς τους στίχους, και που εγώ προσπάθησα μάταια ν’ αποκτήσω. Ο Θεός κούνησε το κεφάλι του:  -Δεν είναι πράγματα αυτά για σένα, πίστεψέ με. Άλλο δώρο θα σου ταίριαζε.  -Τι άλλο να ζητήσω; απάντησε ο μεγιστάνας. Όλα τα άλλα τα έχω ήδη. Μόνο η ποίηση μου λείπει!.. -Αφού επιμένεις, είπε ο παντοδύναμος, θα σε ικανοποιήσω με αυτήν. Κι έβγαλε απ’ το μανδύα του ένα μικρό πακέτο τυλιγμένο με γαλανό χαρτί και δεμένο με μια χρυσαφιά κορδέλα.  -Εδώ μέσα είναι η ποίηση που επιθυμείς. Αλλά μη στενοχωρηθείς, αν δεν μπορέσεις να βρεις το ευεργέτημα που περιμένεις. Ο Καμ, αφού έκανε πρώτα μια υπόκλιση, έφυγε με το πακέτο του που ήταν τόσο ελαφρύ σαν να ήταν άδειο. Ανέβηκε στο αυτοκίνητο και πήρε το συνηθισμένο του δρόμο. Λόγω της θεϊκής πρόσκλησης είχε αναβάλλει πολλές επείγουσες υποθέσεις... [η συνέχεια και το τέλος της παραβολής του Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) με ΚΛΙΚ στην εικόνα - Στην κατακλείδα και η ιστορία της όμορφης μαθήτριας που αρίστευσε σ’ όλα τα μαθήματα εκτός από τα μαθηματικά, όπου όμως ο … «εκγυμναστής» της ήταν… καθηγήτρια - ART by AXAOPOULOS]  


Πράγματι, μόλις μπήκε στο γραφείο του, από μια πόρτα ήρθε βιαστικά ο γραμματέας κρατώντας μια στοίβα από έγγραφα και την ίδια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και τον πληροφόρησαν για μια κατολίσθηση στο φρεάτιο νούμερο 27 -όπου θα ήταν καλύτερα να σπεύσει αμέσως για να ρίξει μια ματιά. Από κει, στην αίθουσα αναμονής 1, εδώ και μια ώρα, περίμενε ο Θάντεους Φαντούσκα που είχε έρθει από την Πράγα για να του υποβάλει ένα σχέδιο για συγχώνευση επιχειρήσεων. Στην αίθουσα αναμονής 2 έτρεμε από ανυπομονησία άλλος ένας αναστατωμένος άνθρωπος: Ο Μομπίλιο Σατούρπ -πληρεξούσιος των συνδικαλιστικών οργάνων- και στον δερμάτινο χαρτοφύλακά του υπήρχαν όλα όσα είχαν να κάνουν με το ξέσπασμα μιας ανελέητης, πενταετούς απεργίας.

Έτσι ο Καμ, αφού πρώτα έχωσε το πακέτο με την ποίηση σ’ ένα συρτάρι του γραφείου του, αφέθηκε να παρασυρθεί από την τρομερή καταιγίδα που ο ίδιος είχε προκαλέσει την ημέρα που, όντας φτωχός μεταλλωρύχος, είχε εξορύξει από τη βαθιά γη ένα τεράστιο διαμάντι.

Οι υποχρεώσεις, οι συζητήσεις, τα τηλεφωνήματα οι συναντήσεις, οι διαπραγματεύσεις, οι συνομιλίες, τα αεροπλάνα από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο οι δεξιώσεις τα συμβόλαια, τα ραντεβού, τα τηλεφωνήματα οι συναντήσεις τα τηλεφωνήματα ολοένα αυξάνονται και μπανγκ! ξαφνικά τον ξαναβρίσκουμε στο προεδρικό του γραφείο: ασπρομάλλης και κουρασμένος κοιτάει γύρω του σαστισμένος. Γιατί σήμερα αυτός είναι ο πιο ισχυρός επιχειρηματίας του πλανητικού συστήματος… Ωστόσο αναστενάζει βαθιά σαν να ήταν (συγχωρέστε με!): δυστυχισμένος. Από την υπόθεση της ποίησης, ύστερα από  τόσα σημαντικά πράγματα που έχουν απασχολήσει το μυαλό του, δεν έχει μείνει ούτε η πιο αμυδρή ανάμνηση…

       Τό­τε, ψά­χνον­τας ένα ενεργειακό αμερικάνικο χάπι που χρησιμοποιεί εδώ και κάμποσο καιρό, ανοίγει το δεύτερο συρτάρι δεξιά. Το χέρι του συναντά κάτι: ένα πακέτο!.. Είναι αρκετά σκονισμένο, τυλιγμένο με γαλάζιο χαρτί. Το ζυγιάζει στο δεξί του χέρι -διστακτικός- και δεν βρίσκει στα εγγεφαλικά του αγγεία την παραμικρή αναφορά γι’ αυτό. Καταλήγει: «Ποιος ξέρει ποιος έχωσε αυτό το σκουπίδι εδώ μέσα;»!.. Και το εκσφενδονίζει στο καλάθι των αχρήστων.

Η ΜΑΘΗΤΡΙΑ του Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)
Ο γιατρός Τούλιο Ραμπέσκι, καθώς από τοαυτοκίνητο μπροστά στο σπίτι ενός ασθενούς του, κοντοστάθηκε για να παρατηρήσει μια έξοχη νεαρή κοπέλα που πλησίαζε. Είχε μήνες να δει τέτοιο λουλούδι. Εκείνο το πρόσωπο που διατηρούσε ακόμα τα αγνά χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας αλλά ήδη ακτινοβολούσε μυστηριώδεις προσδοκίες, του έφερνε στο νου κάτι αόριστο. «Κι όμως δεν την έχω ξαναδεί» αναλογίστηκε. Εκείνη τη στιγμή το κορίτσι πέρασε από μπροστά του και τον χαιρέτησε χαμογελώντας φιλικά. «Σοφία!», αποκρίθηκε αυτός, αναγνωρίζοντας επιτέλους την κόρη του παλιού του φίλου Στάτσι, η οποία μέχρι χθες του φαινόταν κοριτσάκι.

Και κοκκίνησε εξαιτίας κάποιας ακαθόριστης ταραχής. Η νεαρή, ποιος ξέρει γιατί, κοκκίνισε κι αυτή. «Το ξέρεις, είπε αυτός, πως δεν σε αναγνώρισα; Έγινες κιόλας ολόκληρη δεσποινίδα. Και το σχολείο; Τι τάξη πας φέτος;» «Δευτέρα Λυκείου». «Διάολε. Και πώς τα πας;» Ρώτησε ο Ραμπέσκι, ενθυμούμενος τα παράπονα του φίλου του για την αργόστροφη και τεμπέλα κόρη του, που δεν έλεγε με τίποτα να διαβάσει. «Ναι,  βέβαια» απάντησε αυτή με έξαψη «φέτος τα πάω πολύ καλύτερα». «Άρχισες επιτέλους να διαβάζεις ε;» (Στο μεταξύ σχηματιζόταν μέσα του ένα παράξενο κουβάρι από σκέψεις: τι εντυπωσιακή μεταμόρφωση, έχανες το μυαλό σου μ’ αυτό το πλάσμα, ε και να ήμουνα είκοσι πέντε χρόνια νεότερος, βέβαια μικρό κοριτσάκι ακόμα, αλλά μ’ εκείνη τη λεπτή και ταυτόχρονα προκλητική πτυχή στα χείλη, εκείνο το λείο και σφριγηλό λαιμό… Και τα υπόλοιπα; Όλα εκείνα που μπορούσε κανείς να φανταστεί κάτω από το ανάλαφρο φόρεμα, και που σχεδόν του έκοβαν την ανάσα;) «Όχι», είπε η Σοφία. «Όχι ακριβώς. Δεν διαβάζω, και μάλιστα φέτος λιγότερο απ’ ό,τι συνήθως. Κι όμως…». «Θα έχεις πιο επιεικείς καθηγητές». «Όχι βέβαια οι καθηγητές είναι πάντα οι ίδιοι». «Και τότε πώς το εξηγείς;». «Δεν ξέρω. Είναι βέβαιο που φέτος έχω μια τύχη…». «Σε όλα τα μαθήματα;» «Εκτός από τα μαθηματικά». «Στοιχηματίζω» είπε ο Ραμπέσκι μ’ ένα μελαγχολικό χαμόγελο, «στοιχηματίζω πως στα μαθηματικά έχεις καθηγήτρια» «Ναι, καθηγήτρια» και γέλασε. «Μα εσείς πώς το μαντέψατε;»    


ΠΗΓΗ: Ντίνο Μπουτζάτι, από τη συλλογή διηγημάτων ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ, Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971. Μετάφραση από τα Ιταλικά Πέτρος Φούρναρης. Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ιταλός συγ­γρα­φέ­ας και δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Έγραψε θε­α­τρικ έργα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα και δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο έργο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΩΝ ΤΑΡΤΑΡΩΝ). Έχει παραλληλιστεί με τον Κάφκα λόγω της εφιαλτικής ατμόσφαιρας πολλών έργων του, τα οποία συνδυάζουν την καθημερινότητα με παράδοξες καταστάσεις που   πα­ρει­σφρέ­ουν στην κα­νο­νι­κό­τη­τα της ζωής και την ανατρέπουν.

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΜΕ ROLEX ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ και ΓΟΥΝΕΣ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ (εφοπλιστές, εργολάβοι, επενδυτές, πετρελαιάδες και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις καναλαρχών, υπερθεματιστών της επανάστασης):

Απειλούν με αντάρτικο, εμφανίζονται αδικημένοι, λένε ότι το κράτος τούς χρωστάει. Για ποιο πράγμα; Μα προφανώς για την προσφορά τους στον τόπο. Για τον υποδειγματικό σεβασμό των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Για τη συμβολή τους στην εθνική οικονομία μέσω των απίστευτων ποσών που έχουν καταβάλει για τη χρήση του δημόσιου αγαθού των τηλεοπτικών συχνοτήτων. Για την ευλαβική τήρηση της εργατικής νομοθεσίας όλα τα χρόνια της λειτουργίας των «μαγαζιών τους». Για τις υψηλότατες εργοδοτικές εισφορές που πλήρωναν επί δεκαετίες. Για την ανεκτίμητη συνεισφορά τους στην άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου του ελληνικού λαού. Για την ολόψυχη στήριξη των πάσης φύσεως κυβερνήσεων που πέρασαν από το πολιτικό σκηνικό (πάντα με το αζημίωτο). Φυσικά ο λόγος για τους περίφημους καναλάρχες - εργολάβους - (κατά Καραμανλή) νταβατζήδες. Δεινόσαυρους, παλαιούς, νεότερους και απόλυτα νεόκοπους, οι οποίοι διεκδικούν το απόλυτο δικαίωμά τους για παραχάραξη, αλλοίωση και απόκρυψη της αλήθειας. Το αναφαίρετο δικαίωμά τους να κοπρίζουν ελεύθερα τον τηλεοπτικό αέρα και στο λίπασμα της κοπριάς να μεγαλώνουν τα άνθη του κακού: συντηρητισμός, θρησκοληψία, εθνικισμός, κοινωνικός αυτοματισμός και στο τέλος φασισμός… [Μπογδανισμός, πορτοσαλτισμός, πρετενερισμός και στο βάθος… Πάγκαλος, Ένας αστερισμός στο συστημικό στερέωμα που επιμένει ότι η Γη είναι επίπεδη, το Σύμπαν πεπερασμένο και οι επιλογές περιορίζονται σε μία: ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΤΑ ΚΕΛΕΥΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΟΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, απόσπασμα από άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου στην Εφημεριδα των Συντακτών, Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017 που διαβάζεται με μουσική υπόκρουση το σατιρικό εκείνο θούριο του Χάρυ Κλιν Με Rolex στα χέρια και γούνες στους ώμους - ΚΛΙΚ στην εικόνα για τη συνέχεια)  


Μπογδανισμός, πορτοσαλτισμός, πρετεντερισμός= Τυφλή υποταγή στα κελεύσματα των αγορών:  
Οι μιντιακοί όμιλοι αλλάζουν χέρια εν ριπή οφθαλμού, με διαδικασίες Χουντίνι, ώστε όλοι οι υποψήφιοι «επενδυτές» να παίρνουν «μαγαζιά» απαλλαγμένα από χρέη και ανεπιθύμητους εργαζόμενους. Το όραμα της επιχειρηματικότητας, φιλοτεχνημένο με κάρβουνο. Κάρβουνο τα δικαιώματα, κάρβουνο η δημόσια περιουσία, κάρβουνο οι ζωές των ανθρώπων. Διαμάντι όμως η ζωή των καναλαρχών και της μιντιακής Αυλής τους. Διαμάντι κρυμμένο σε εξωχώριες, σε φορολογικούς παραδείσους και σκοτεινές θυρίδες.

Έχουμε όντως την τηλεόραση που μας αξίζει; Εκπομπές καρακατσουλιό, ειδήσεις λογοκριμένες και μαγειρεμένες, σκυλοπόπ κουλτούρα και γενικευμένη δηθενιά. Καλλιτεχνικά έργα σπουδαίων δημιουργών κακοποιημένα και βιασμένα από εκατοντάδες «διαφημιστικά μηνύματα» και «τοποθέτηση προϊόντων». Μια τηλεόραση στην οποία ο άνθρωπος είναι τελικά το προϊόν για αγοραπωλησία.

Ένα τηλεοπτικό τοπίο που βουλιάζει στη μιζέρια, στην επανάληψη, στη ρουτίνα και στην κατάθλιψη. Και στο ενδιάμεσο ο πολιτισμός των πάσης φύσεως τηλεπαιχνιδιών, στα οποία ο καθένας είναι ελεύθερος να διαλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα αυτοεξευτελιστεί. Ο πραγματικός νικητής του Survivor είναι τελικά ο τηλεθεατής, εάν μπορέσει να βγει αλώβητος από το βασίλειο της μικρότητας, της σκοπιμότητας και της βλακείας.

Οι δημιουργοί αυτού του βασιλείου κουνάνε σήμερα το δάχτυλο στην κοινωνία και ζητούν να τους επιδοτήσουμε εκ νέου για την κοινωνική τους προσφορά. Να τους δώσουμε την άδεια να συνεχίσουν το εκπολιτιστικό τους έργο. Να αποβλακώσουν ό,τι έχει μείνει όρθιο. Εφοπλιστές, εργολάβοι, επενδυτές, πετρελαιάδες, ασφαλιστές και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις σχηματίζουν το νέο μέτωπο της αντίστασης.

Συγκροτούν τον νέο κοινωνικό συνασπισμό που θα μας οδηγήσει σ’ ένα φωτεινότερο μέλλον. Με πλουραλιστική και πραγματική ενημέρωση, προς όφελος του λαού και του τόπου. Με άνθηση του πολιτισμού και της λαϊκής δημιουργίας. Με αυτοδιαχείριση και εργατικό έλεγχο.
Πώς είπατε; Αυτό είναι από άλλο ανέκδοτο;

[Μπογδανισμός, Πορτοσαλτισμός, Πρετεντερισμός, άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου από την Εφημερίδα των Συντακτών Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017 ]

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΩ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΩΡΑ «Σ’ ΑΓΑΠΩ»:

Απόψε φάγαμε ελαφριά μια σούπα μόνο, όπως ταιριάζει στους ιστούς που έχουν βαρύνει από τις απλωμένες σάρκες μιας μουντής ημέρας, είπε ο πατέρας, και τράβηξε ένα μανταλάκι που καλλιεργούσε στο χώμα μια κουρτίνα με πολύχρωμα λουλούδια Του φάνηκε πολύ λυκόφως να επιστρέψει στο μνήμα με αύτανδρο τον ήλιο Έσυρε στην άμμο τις παντόφλες Πας, είπα, κι εγώ πώς θα σε κουβαλάω όλο κόκκους μες στο σπίτι;  Κάνε υπομονή και ποίημα με όστρακο στους βράχους, είπε, και μη μεγαλοπιάνεσαι απ’ τις διαθήκες των νεκρών σου Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, είπα, Σου έχω αφήσει ένα σεντόνι για την αλμύρα και το βρέφος, είπε θλιμμένα, αχάριστη, και σαν να φάνηκε πως έκλαιγε το ένα του το μάτι —στο άλλο του ράβω κάθε μέρα ένα φρέσκο μη με λησμόνει άνθος να θρέφω μόνο φτωχές ροές από ελλείψεις όταν τα βράδια επιστρέφει να μου σιάξει την κουβέρτα Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, μονολόγησα, αλλά εκείνος είχε φύγει. Κι έπειτα στράφηκα  σε σένα  Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, σου είπα, πρέπει να λέω όλη την ώρα σ’ αγαπώ…[Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το όστρακο]

  
ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΩ, ΜΟΝΟΝ ΕΑΝ ΕΣΥ ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΟ ΚΡΑΤΑΣ

Δεν ξέρω αν το άκουσες  Έτρεχε ένα μικρό αεράκι στην πλάτη μ’ ένα βρέφος που νανούριζε τον ήλιο νάνι νάνι Μη φοβάταιΜας θέριζε ένα πορφυρό μένος για αγάπη τόσο λευκούς και διάφανους και εύθραυστους  αρχαίους στο λυκόφως Γιατί γνωρίζαμε πολλά κρυφά από τη γνώση Εγώ κρατούσα το σεντόνι να στρώσω ύπνο στο βράχο για το βράδυ

Θα κοιμηθούμε εδώ, σκεφτήκαμε, στις κοφτερές σπάθες των ερώτων Να κόβουν σε ωραίους καρπούς τ’ αστέρια Να  θρέφουμε το βρέφος που άφησε ο πατέρας με  εύγεστο φως από θανάτους Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, σου είπα, πρέπει να λέω όλη την ώρα σ’ αγαπώ  Εσύ μετρούσες με το ρίγος που κυκλώνει τους τυφώνες βότσαλα όστρακα υδρατμούς και χαρακιές πάνω στα βράχια
Εδώ είσαι, είπες, χαμογέλασες, στα σχήματα της πέτρας Σσσσς… Πάρε έναν μικρό αστερία, είπα, μη μιλάς, και σ’ τον ακούμπησα στα χείλη Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, μόνον εάν εσύ το όστρακο κρατάς και το σφυρί εγώ σιγά σιγά να με κολλάμε πάλι σε λέξεις από ίνες σιγά σιγά, η αχάριστη, όπως το κληροδότησε ο πατέρας.

[Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το Όστρακο όπως αναρτήθηκε στο Ιστολόγιο της Ενύπνια Ψιχίων με πίνακες του Χρήστου Οικονόμου και της margarita sikorskaia]

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

ΑΓΡΙΕΨΕ ΤΟ ΜΑΤΙ ΜΟΥ Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (στα πόδια μου μπερδεύονται ουρανοί, ορίζοντα όμως ούτε βλέπω, ούτε ακούω):

Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ, να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό. Τρέχει η νύχτα Σκύβω να πιω, να ξεχάσω. Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο. Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν φωτιά. Όλα τα άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα. Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν. και μεγαλώνουν, αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και την τριγωνομετρία… Όλες οι εικόνες που βλέπεις σήμερα δεν έχουν αντίκρισμα. Είναι σκάρτες. Αλλά τι θα πει σήμερα; Σήμερα είναι νύχτα και πώς τα βγάζω πέρα, μόνο εγώ το ξέρω και τα τσιγάρα μου. Χαλασμένα τραγούδια. Χαλασμένες κονσέρβες. Χαλασμένες ιδέες. Μόνο η νωπογραφία της νύχτας ξέρει τι σημαίνει η λέξη κίνδυνος όλες τις εποχές. Μην νομίζεις ότι ο κόσμος χαμογελάει απλούστατα δείχνει τα δόντια του (ΜΟΝΤΑΖ 40 και 42, από τα ΣΧΕΔΙΑ για ΔΙΗΓΗΜΑ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ 1977 κι άλλα παρόμοια σχέδια του ποιητή κατ’ επιλογήν με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία  – ART by Oxana Yambykh eye]



(μοντάζ 5):  ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΩΝ ΞΑΝΘΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
Ο αγαπημένος μου ποιητής χτυπημένος από το αίμα στην καρδιά, κείτεται μόνο με το σλιπ πάνω στα νερά. Στην άκρη του κρεβατιού, ο μικρός μου αδελφός κι εγώ κοιτάμε το καλοκαίρι. Μια κυρία από τη Γαλλία μας μιλάει για σουρεαλισμό. Εσύ κοιμάσαι μέσα στα χόρτα, πλάι σε μια λίμνη με πολλούς φαντάρους

(μοντάζ 8):  ΤΑ ΕΠΙΠΛΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΗ ΣΚΟΝΗ, ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΟ ΤΥΧΑΙΟ ΑΓΓΙΓΜΑ
Πολλές φορές γνωρίζουν τις κινήσεις, ακόμα και τις διαθέσεις σου. Αναπνέουν αθόρυβα όπως τα φύλλα. Στο σκοτάδι μετακινούνται σε άλλους παραλλήλους. Συνήθως είναι κατοικίδια ζώα. Σπάνια τρελαίνονται και πέφτουν από τα παράθυρα.

(μοντάζ 15): ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΞΕΤΥΛΙΓΕΤΑΙ ΤΡΙΧΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΙΜΟ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΥ
Και ο κρεμασμένος μπορεί την τελευταία στιγμή να γλιτώσει. Εσύ όμως που λες το τραγούδι είναι βέβαιο ότι θα πεθάνεις, μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα -χωρίς να ξέρεις ότι είναι το τελευταίο σου- μιλώντας ακατάπαυστα για καθημερινές βλακείες, για πολιτική οικονομία, για δημόσια οικονομική. Θα πέσεις άπνους με το τσιγάρο αναμμένο, το κασκόλ στον αέρα και το αλκοόλ χυμένο στο παντελόνι. Η φωνή σου δεν θα απειλεί κανέναν πια και η τελευταία σου λέξη θα ’ναι μια λέξη μπηγμένη στο χώμα.

(μοντάζ 21): ΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ ΣΤΗ ΦΛΩΡΙΝΑ
Το παράξενο δεν είναι τα λιοντάρια στη Φλώρινα και η σόμπα για τη δημιουργία τροπικής ατμόσφαιρας, αλλά οι λύκοι οι κλεισμένοι σε κλουβιά μέσα στην πόλη. Ως γνωστόν η περιοχή είναι γεμάτη λύκους. Μυρίζανε τους φυλακισμένους και κατεβαίνανε όλο πιο συχνά ουρλιάζοντας. Τα λιοντάρια δεν παίρνανε μέρος σ’ αυτή τη συνωμοσία. Δεν τα ενδιέφερε. Ένα βράδυ ο φύλακας στη βιασύνη του να κλείσει καλά τα κλουβιά των πιθήκων, ξέχασε ανοιχτά τα άλλα. Πετάχτηκαν έξω οι λύκοι και ενώθηκαν με το κοπάδι, σχίζοντας τη χάρτινη ησυχία. Τα λιοντάρια ούτε καταδέχθηκαν να κινηθούν. Μείνανε πλάι στη σόμπα μισοπαγωμένα. Τότε άρχισε να χιονίζει και γέμισαν οι δρόμοι υπνοβάτες με κόκκινα πουκάμισα. Όλα ξεχάστηκαν με τα θερμόμετρα υπό το μηδέν.

(μοντάζ 25): ΑΡΤΕΣΙΑΝΑ ΝΕΡΑ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΠΟΥ ΠΙΝΩ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΙΚΡΑ ΤΥΦΛΑ ΣΚΥΛΙΑ:
Ανυπεράσπιστα ζεστά κουτάβια, άσπρα και μαύρα. Όσα γλιτώσουν το πέταμα στο οικόπεδο, μεγαλώνουν σε λίγες ώρες, γίνονται κάτι λυκόσκυλα μέχρι κει πάνω. Πεινασμένα και διψασμένα δεν γνωρίζουν κανένα. Έτσι λοιπόν περιμένουμε να περάσει το καλοκαίρι και να ’ρθει ο Οκτώβριος. Αν μπορέσω να κρατήσω ζωντανές μέχρι τότε τις λέξεις «ναυαγοσώστης», «τα δυο μου μάτια» και «χλωρά τα μαλλιά σου», σώθηκα. Και δεν θα γυρνάω στις ερημίες μ’ αυτό το σκυλολόι παραμιλώντας. 

(μοντάζ 28): ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΜΕΤΑΚΙΝΗΘΗΚΕ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ…
βγάζοντας καπνούς-φωτιές και άρχισε να ταξιδεύει σφυρίζοντας. Φεύγει ιλιγγιωδώς. Τώρα το βλέπουν άλλοι και δεν υποψιάζονται ότι έβαλες κι εσύ ένα χέρι για να γίνει αυτή η μετακίνηση, αυτή η μουσική - Βασικά πρέπει να ελέγχεις τη γεωγραφική θέση της κατοικίας σου και της ζωής σου. Όπως ο πελεκάνος ξέρει την ευτυχία που κρύβει στη σακούλα κάτω απ’ το λαιμό του, γεμάτη ψάρια- Δύσκολα παπούτσια σε πάνε αλλού και χάνεις το τοπίο και το στίγμα σου και δεν ξέρεις πού είσαι τώρα και πού αύριο

(μοντάζ30): ΜΕΓΑΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΡΕΧΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Ένα νησί ανάποδα στο Αιγαίο με τα πετρέλαια, το ουράνιο, τους χίλιους διαβόλους και την αναδυόμενη Αφροδίτη ακρόπρωρο σ’ ένα αεροπλανοφόρο. Ο φίλος μου κάνει μεγάλη τη φωνή του για να φαίνεται ψηλός. Σ’ αυτό το ειδυλλιακό ηφαίστειο καπνίζεις αρειμανίως λες και δεν συμβαίνει τίποτα. Τίποτα και το φιτίλι τελειώνει. Κάπου στο βάθος είμαι κι εγώ!.. Μουγγός, καμπούρης με φωτιά και καπνούς στα μαλλιά – παγωμένος

(μοντάζ 32): ΠΙΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΓΑΛΑ: ΤΟ ΓΑΛΑ ΚΑΝΕΙ ΟΜΟΡΦΟ ΔΕΡΜΑ, ΔΗΛΑΔΗ ΟΜΟΡΦΟ ΤΟΜΑΡΙ:
Παλιοτόμαρα δίχως μάτια. Ανακριτές και πουτάνες στα σκοτεινά. Έχετε με το μέρος σας τις μονόχρωμες κοινωνίες και φτιάχνετε την ιστορία όπως θέλετε. Έτσι τρώτε τον χορτάτο σκύλο και την πίτα. Κατακλυσμό δεν φοβάστε, γιατί εσείς βγάζετε τα μετεωρολογικά δελτία. Επανάσταση δεν περιμένετε, γιατί είστε οι ίδιοι επαναστάτες. Σαν να λέμε τα έχετε κανονίσει όλα ρολόι. Τα έχετε ρυθμίσει όλα στο χρόνο της ευδαιμονίας, γι’ αυτή και την άλλη ζωή. Τρέμετε όμως και ο πανικός ανεβαίνει, όταν βλέπετε το χέρι μου έτοιμο να γυρίσει το διακόπτη που θα σας πνίξει στο φως.

(μοντάζ 36): ΠΑΛΙ ΠΕΡΝΑΝΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ ΑΛΑΦΙΑΣΜΕΝΑ ΑΛΟΓΑ ΚΑΙ ΤΡΕΝΑ ΚΑΙ ΤΡΕΧΟΥΝ  ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ:
Πατάνε τον τόπο μου, παίρνουν ό,τι θέλουν, λένε ακατάληπτα λόγια. Ένας μάλιστα σταματάει, με κοιτάει και βγάζει ένα σύντομο πολιτικό λόγο. Φεύγουν όλοι κι όλα  προς άγνωστη κατεύθυνση. Σκέφτεσαι: λες να φύγουν όλοι και να μείνουμε μόνοι επιτέλους; Και πάλι σκέφτεσαι: τι σχέση έχω εγώ με όλα αυτά; Και φαντάσου έχεις στα χέρια το λυχνάρι του Αλαντίν και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Το τρίβεις και δεν βγαίνει από μέσα τίποτα. Απλούστατα γιατί είναι ένα συνηθισμένο λυχνάρι και σε λίγο θα τελειώσει το λάδι του και θα ’σαι σ’ άγνωστο μέρος και θα γκρεμιστείς.

(μοντάζ 45): ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΟΛΕΣ ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ:

Το χάδι, το μαχαίρι, ο στραγγαλισμός, το παγωμένο βλέμμα. Κυρίως όμως οι λεγόμενες πολιτικές και πνευματικές ελευθερίες. Οργανωμένες όπως εκείνα τα ηλίθια τοπία στην εξοχή, με τα μικρά άσπρα σπιτάκια, τον ανεμόμυλο, τη θάλασσα, τον ήλιο να δύει και τον αγρότη με το γάιδαρο φορτωμένο οπώρας. Οπώρας, λοιπόν, αλλά οι λύκοι ξεθάρρεψαν και κατεβαίνουν καλοκαιριάτικα μέσα στα σπίτια. Το δωμάτιο γεμάτο λύκους. Είναι γύρω στους σαράντα πέντε -αν μετράω καλά… Βρωμάνε, γρυλίζουν. Τώρα λένε ανέκδοτα και γελάνε. Τραβάω ενός τη μάσκα και είναι πιο λύκος από μέσα. Και δεν θέλουν οπώρας, αλλά κρέας  

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΠΟΙΗΣΗ και ΛΟΓΟΣ: Η ποίηση ήταν, είναι και θα παραμείνει ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς… μια πόρτα ανοιχτή.

Πάντα θα γράφονται ορισμοί για την ποίηση - και σχεδόν πάντοτε (θα) έχουν ενδιαφέρον. Γλώσσα, ψυχή, φύση, κοινωνία είναι τα υλικά του ποιητή' η ενόραση (το ένθεον) ακολουθεί (άλλοι υποστηρίζουν ότι προηγείται...). Σκοπός της ποίησης -εάν υπάρχει- φαίνεται να είναι η βελτίωση του ανθρώπου και της καθημερινότητας. Μπορεί η ποιητική κατάσταση να γίνει συλλογική συνείδηση; Χρειάζεται μια αρμονία στις κοινωνικές σχέσεις και τι θέση έχει ανάμεσά τους η ποίηση; Τι συμβαίνει μετά την ανάγνωση ενός ποιήματος; Επέρχεται κάποια εσωτερική ή διανοητική δόνηση που θα προκαλούσε ανατροπές στην καθημερινότητα; Ή μήπως παραμένει πάντα ένα υπόλοιπο και άρα το αίνιγμα δεν λύθηκε; Μήπως η ποίηση δείχνει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος; Είναι τάχα η έκφραση του ημιτελούς; Πώς εισέρχονται εντός της το πάθος και η ηθική, η ειρωνεία και ο διδακτισμός; Εξακολουθούν η Ιστορία και η Φιλοσοφία να είναι υποδεέστερες, όπως αποφαίνονται σημαντικοί στοχαστές; Έχει η κάθε εποχή τη δική της ποίηση;  Όλα αυτά δεν είναι θέμα μόνο των ποιητών. σημασία έχει η ποιητικότητα και πώς μπορεί κανείς να ζει μαζί της κάθε μέρα. Αντέχεται όμως σε τέτοια συχνότητα ο πυρετός που εμπεριέχεται στην ποιητικότητα; Εξυπακούεται ότι η ποίηση δεν ταυτίζεται με τη μοναξιά διότι ουδείς θα της έδινε σημασία. Η ποίηση γράφεται για να επεμβαίνει, να παρεμβαίνει έστω και να αποκαθιστά τον τεμαχισμό του λόγου, να εκδιώκει την αδράνεια, να διδάσκει τον χορό (σώματος, λέξεων, φράσεων και λοιπά). Έχει άρα η ποίηση μαζί της τον κοινό άνθρωπο και τον χρόνο. οι μεγάλοι ποιητές κοινοί άνθρωποι είναι κι αυτοί, με τις ιδιορρυθμίες τους, τα πάθη και ελαττώματά τους. Από κει ξεφυτρώνουν τα άνθη της, το αίμα της, οι κραυγές της, όταν όλα αυτά αγκαλιάζουν την αρχιτεκτονική, την αισθητική. Δεν έχει επίσης σχέση με τον θάνατο ούτε προσπαθεί να τον ξορκίσει. Ένα παιχνίδι υψηλών απαιτήσεων μου φαίνεται η ποίηση, μια μύηση στον χρόνο. Κάπως σαν το απόσταγμα των σταφυλιών που είναι ο οίνος. Έτσι και η ποίηση: απόσταξη της ζύμωσης πνεύματος και ύλης. Μια ωραία κατάκτηση του ανθρώπου. [προλογικό  σημείωμα του Γιώργου Σταματόπουλου για την παρουσίαση του βιβλίου Περί Ποιήσεως του Θ Βάσση, στο οποίο με αφετηρία τα ποιήματα ΜΟΝΟ ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ της Μαρίας Πολυδούρη, ΠΟΙΗΣΗ 1948 του Νίκου Εγγονόπουλου και ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ του Γιώργη Παυλόπουλου έχουμε μια απόπειρα προσέγγισης του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου αλλά και αντικειμένου…  Στον επίλογο των φιλολογικών μελετημάτων του ο συγγραφέας συμπεραίνοντας μας προτρέπει να αφήσουμε την τέχνη ν’ ανθίσει όποια κι αν είναι η εποχή. Και ειδικά στην εποχή μας που η αυτό-αποξένωση έχει φτάσει σε εκείνον το βαθμό που μας επιτρέπει να βιώσουμε την εκμηδένισή μας ως αισθητική απόλαυση πρώτης τάξεως – ART by Peter Paul Rubens Allegory of immortality]



ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ… ΠΟΙΗΣΗ: Μόνο γιατί μ’ αγάπησες (Μαρία Πολυδούρη), Ποίηση 1948 (Νίκος Εγγονόπουλος), Αντικλείδια (Γιώργης Παυλόπουλος):
Τα φιλολογικά μελετήματα του Θ. Βάσση δεν είναι θεωρητικά παρά ένα βιβλίο για την ποίηση. Με μια δεύτερη όμως ματιά είναι κάτι παραπάνω, μια απόπειρα προσέγγισης του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου αλλά και του αντικειμένου του. Αν και όλα ξεκινάν με την ερμηνεία τριών φαινομενικά διαφορετικών ποιητών (Πολυδούρη, Εγγονόπουλος, Παυλόπουλος) το βάρος ωστόσο πέφτει στο ποιητικό είναι και πράττειν τους για το οποίο ο συγγραφέας -ενάντια στην κυρίαρχη (μεταμοντέρνα) αφήγηση- παίρνει θέση!

Το βιβλίο, λοιπόν, εστιάζοντας στα ιστορικά συμφραζόμενα τριών γενεών, ξεδιπλώνεται αριστουργηματικά με οδηγό, κατά κύριο λόγο, τους στίχους (Μόνο γιατί μ’ αγάπησες, Πολυδούρη – Ποίηση 1948, Εγγονόπουλος – Αντικλείδια, Παυλόπουλος). Τι θέλω, κατ’ ουσίαν, να πω;
Απλώς ότι το βιβλίο του Θ. Βάσση έχει πλεχτεί με μια -σε διαλεκτική συνέχεια- αφήγηση, έτσι που ο αναγνώστης να έχει σαφή αίσθηση ότι η μελέτη της λογοτεχνίας συνιστά επιστήμη αμιγώς ιστορικο-ερμηνευτική που δεν θα μπορούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να ιδωθεί σε αποσπάσματα και κόπιες αποσπασμένη από τη γενεσιουργό αιτία της, το ανεπανάληπτο δηλαδή ξεδίπλωμα της ιστορικότητας, αν όχι της Ιστορίας.

Αυτό ακριβώς εννοώ: «ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση». Τα τρία, λοιπόν, ποιήματα που αναλύονται δεν είναι αποσπασμένα γεγονότα. Είναι ποιήματα από την ελληνική Ιστορία και για την Ιστορία, είναι, συνεπώς, μια ποίηση εντός των ιστορικών γεγονότων και, τελικά, πέραν αυτών.
Με την ερμηνευτική αυτή έννοια, το «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες» της Πολυδούρη ενέχει τη βαθιά υπαρξιακή αγωνία μιας γενιάς που η μοίρα της ήταν να ζήσει ή μάλλον να πεθάνει μεταξύ πολέμων και τα καταληκτικά «Αντικλείδια» του Παυλόπουλου φανερώνουν την πυξίδα της απεμπλοκής από την τυραννία των πολέμων και της ταυτόχρονης, βέβαια, εμπλοκής σε μια άλλη τυραννία, ανίκανη να αφουγκραστεί τους υπαρξιακούς στεναγμούς της Πολυδούρη.

Μα -θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης- αφήσαμε απ’ έξω τον Εγγονόπουλο; Το «Ποίηση 1948» δεν είναι παρά στο ενδιάμεσο της διαδρομής. Κρατιέται σαφώς η ποιητική «θρασύτητα» του δημιουργού του αναμεμιγμένη όμως, χρονολογικά, με το πριν και το μετά: επικοινωνεί με την εποχή της Πολυδούρη σε υπαρξιακή τροχιά και με τη γενιά του Παυλόπουλου, κάτω από τον βαθύ ρεαλισμό που σκοτεινιάζει την ταραγμένη ατμόσφαιρα της εποχής μας.
Στην πρώτη περίπτωση αξίζει να προσέξουμε ότι στον ποιητικό λόγο του Εγγονόπουλου διαχέονται οι ρίζες μιας απόκοσμης αισθητικής. Το απόκοσμο, αναντίρρητα, δεν είναι το έξω από τον κόσμο αλλά –αντίθετα– είναι το από τον κόσμο και το μέσα σε αυτόν.

Είναι πάντοτε dasein και όχι απλώς sein, γι’ αυτό άλλωστε το Ποίηση 1948 χαρακτηρίζεται από τη δυναμική έννοια της διάρκειας και όχι από τη στατική ιδιοσυγκρασία του χρόνου. Ενας διαρκής αναστοχασμός με βαθιά βιωματική διάρκεια αναδύεται σε αυτό το ποίημα. Αρκεί να εξετάσει κανείς μόνο τα τρία ρήματα που μετέχουν.
Ο ποιητής, με τις λόγιες χρήσεις του, αξιοποιεί το ποιόν ενέργειας σε κλίμα εσωτερικής ενδοσκόπησης με τις γραμματικές παραλλαγές συνοπτικού – μη συνοπτικού, εστιάζοντας, τελικά, στην εσωτερική του βιωματική -ψυχική θα έλεγα- διάρκεια.
Στη δεύτερη περίπτωση; Τι μπορεί να συνδέει το «Ποίηση 1948» (χρονολογία της «ήττας») με το 1988 που δημοσιεύονται τα «Αντικλείδια», δηλαδή με τη δική μας εποχή… του τέλους της «ηττοπάθειας»(;)

Ας σκεφτούμε μόνο τους πρώτους στίχους του Παυλόπουλου: «Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε». Ερμηνεύοντας ο Βάσσης τη ριζική διάκριση μεταξύ «βλέπω» και «κοιτάζω» μας παραπέμπει άμεσα στη φθαρμένη ουσία των ημερών μας, καθώς αμέτοχοι -πολλαπλώς αλλοτριωμένοι- κοιτάμε γύρω μας τον κόσμο που αλλάζει.

Δεν είμαστε άλλωστε, κατά Guy Debord, ο καταναλωτής που δεν κουράζεται να θεάται, ακατάπαυστα, αυτό το ίδιο το αισθητικό θέαμα, απαλλαγμένο από την πολιτική και πνευματική ουσία του; Δεν χρειάζεται να απαντήσουμε εμείς, απαντά ο Εγγονόπουλος (για εμάς) από το μακρινό 1948: «σαν πάει κάτι να γραφή είναι ως αν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου».
Περί ποιητικού υποκειμένου λοιπόν ο λόγος, γι’ αυτό και κλείνω με ένα σχόλιο στον επίλογο του συγγραφέα και με τα λόγια του Βάλτερ Μπένγιαμιν:

«Αφήστε την Τέχνη ν’ ανθήσει – Αφήστε τον κόσμο να καταστραφεί λέει ο φασισμός […]. Η αυτοαποξένωσή [μας] έχει φτάσει σε εκείνον τον βαθμό που [μας] επιτρέπει [να βιώσουμε την εκμηδένισή μας] ως αισθητική απόλαυση πρώτης τάξεως».
Ο Βάσσης μάλλον αφουγκράζεται καλά τη λειτουργία της τέχνης στη φασιστική αισθητικοποίηση της πολιτικής αλλά και την άμεση σύνδεσή της με την κοινωνία του θεάματος, γι’ αυτό κλείνει το κείμενό του στο όνομα της αισθητικής επαναφόρτισης της μπενγιαμινικής aura χωρίς… να αναζητάει αντικλείδια. Παραποιώ τον Παυλόπουλο συνοψίζοντας το πολυσημικό καταστάλαγμα του Βάσση απαντώ, εν κατακλείδι, στο ερώτημα του τίτλου:
Η ποίηση ήταν, είναι και θα παραμείνει ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς… μια πόρτα ανοιχτή.


 ΠΗΓΗ: Χρήστος Νεδελκόπουλος, συγγραφέας – υποψ. διδάκτωρ Φιλοσοφίας Παν/μίου Ιωαννίνων - Εφημερίδα των Συντακτών 3/10/2016]