Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

ΔΕΚΑ ΛΟΓΟΙ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΤΕΙΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ (σε) ΔΙΑΒΑΖΕΙ (όχι απαραίτητα ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου)

ΖΗΤΗΜΑ 1ο ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ: Πώς αναγνωρίζεις έναν άνθρωπο που διαβάζει; Ας αφήσουμε στην άκρη τα στερεότυπα. Ο βιβλιόφιλος δεν είναι απαραίτητα αυτός που κουβαλάει ένα βιβλίο πάντα μαζί του στην τσάντα ή αυτός που διαβάζει όρθιος στο μετρό μέσα στο στριμωγμένο πλήθος που δεν μπορεί να πάρει ανάσα, ακουμπώντας τον σελιδοδείκτη στο μάτι της απελπισμένης διπλανής κυρίας. Μπορεί να είναι, μπορεί και να μην είναι. Δεν χρειάζεται να τον βλέπεις να διαβάζει γιατί δεν το κάνει για να τον δεις. Μπορεί να διαβάζει στο κρεβάτι του, στο μπάνιο, στην κουζίνα, κλειδωμένος στην ντουλάπα του, αν θέλει. Δεν είναι απαραίτητα αυτός που συχνάζει στις βιβλιοθήκες. Θα τον πετύχεις σίγουρα, όμως, να κοιτάζει τις βιτρίνες ενός βιβλιοπωλείου με την ίδια λάμψη στα μάτια που έχει ένα παιδί που χαζεύει παιχνίδια ή γλυκά. Είναι αυτός που θα μπει στο βιβλιοπωλείο για να ρίξει μια ματιά, ακόμα κι αν δεν έχει λεφτά να αγοράσει τίποτα. Θα μπει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Δεν είναι απαραίτητα αυτός που ξοδεύει όλα του τα λεφτά σε βιβλία και ποτέ σε ρούχα, όπως συνηθίζουν να λένε. Δεν θα δεις στο δρόμο έναν με βρώμικα σκισμένα ρούχα και θα πεις «Α! Να ένας βιβλιόφιλος»! Δε χρειάζεται το όνομά του να είναι σπάνιο, κακόηχο ή διανοουμενίστικο. Μπορεί να λέγεται Νίκος ή Μαρία. Δε χρειάζεται να συχνάζει αποκλειστικά σε γαλλικά μπιστρό και παρουσιάσεις βιβλίων. Μπορεί να πάει και στα μπουζούκια, αν θέλει. (ΥΓ: Χρειαζόμαστε περισσότερο διάβασμα και λιγότερες παρουσιάσεις βιβλίων). Δεν είναι απαραίτητο να έχει διαβάσει όλα τα κλασικά αριστουργήματα. Ο Mark Twain έλεγε πως «κλασικό λέμε το βιβλίο που όλοι επαινούν αλλά κανείς δε διαβάζει». Ο πραγματικός βιβλιόφιλος διαβάζει τα πάντα. Και, ναι, μπορεί να μην έχει τελειώσει ποτέ τον «Οδυσσέα» του James Joyce και το «Καθώς ψυχορραγώ» του William Faulkner. Πειράζει; Εγώ λέω πως όχι. Ο αληθινός βιβλιόφιλος είναι, συνήθως, συλλέκτης. Το δωμάτιό του συχνά είναι γεμάτο βιβλία και οι στοίβες χρησιμεύουν ως τραπεζάκια, σκαμπό, κρεμάστρες. Από τα βιβλία που έχει μπορεί να έχει διαβάσει μόλις τα μισά. Δε σταματάει να αγοράζει και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να διαβάσει το καθένα- γιατί η ανάγνωση ενός βιβλίου είναι θέμα timing. Κάποια από αυτά θα τα διαβάζει πάντα στη ζωή του, γιατί ξέρει πως κάθε φορά θα είναι ένας άλλος άνθρωπος και θα ανακαλύψει κάτι καινούριο. Τα χιλιοδιαβασμένα, σχεδόν κατεστραμμένα βιβλία είναι σαφές πως είναι τα αγαπημένα του. Τον αληθινό βιβλιόφιλο θα τον αναγνωρίσεις στην κουβέντα- και θα είναι αυτός που στην παρέα μιλάει λιγότερο, γιατί δε νιώθει την ανάγκη να «φανεί διαβασμένος», γιατί οι πιο σιωπηλοί άνθρωποι έχουν το πιο θορυβώδες μυαλό. Αυτούς που μιλάνε αδιάκοπα και έχουν γνώμη επί παντός επιστητού να τους φοβάσαι. Μια φορά και έναν καιρό, ένας σοφός άνθρωπος δεν είπε τίποτα… Ζήτημα 2ο : Και γιατί διαβάζουμε τελικά; Διαβάζουμε για να νιώσουμε λιγότερο μόνοι. Δε θεωρώ πως το κάνουμε για να δραπετεύσουμε από την πραγματικότητα. Προσωπικά, διαβάζω για να επιβεβαιώσω πως μια πραγματικότητα που ελπίζω πως υπάρχει, υπάρχει στ’ αλήθεια- απλώς εγώ δεν την έχω ζήσει ακόμα. Διαβάζω γιατί με βοηθάει να ελπίζω. Διαβάζω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Γιατί θέλω να καταλάβω πράγματα στα οποία δεν έχω εκτεθεί ποτέ και δεν έχω προσωπική εμπειρία. Διαβάζω όταν είμαι ήρεμη και όταν είμαι θυμωμένη με τον κόσμο, όταν έχω απογοητευτεί από τους ανθρώπους. Διαβάζω γιατί με βοηθάει να ελπίζω.  Διαβάζω γιατί είμαστε φτιαγμένοι από σάρκα και οστά αλλά και από σκέψεις, από συναισθήματα, από απωθημένα, από πάθη, από σοκολάτα, από όνειρα, από λέξεις. Διαβάζω γιατί θέλω να γεμίσει το μυαλό μου με λέξεις και ιδέες με έναν τρόπο σχεδόν σεξουαλικό. Ο Strindberg είχε γράψει κάποτε στον Nietsche λέγοντάς του: «Οι λέξεις σου μπήκαν στη μήτρα του μυαλού μου». Ναι, αυτό ακριβώς είναι το συναίσθημα. Ο Oscar Wilde έλεγε πως «αυτό που διαβάζεις όταν δεν είσαι αναγκασμένος να το κάνεις, είναι αυτό που καθορίζει τι θα γίνεις όταν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς». Δεν είναι απαραίτητο να θυμάσαι όλα τα βιβλία που έχεις διαβάσει, όπως δεν είναι απαραίτητο να θυμάσαι και όλα τα φαγητά που έχεις φάει. Ακόμα και αν δεν τα θυμάσαι, όμως, είναι αυτά που σε έκαναν αυτό που είσαι σήμερα. Διαβάζω γιατί είμαστε φτιαγμένοι από σάρκα και οστά αλλά και από σκέψεις, από συναισθήματα, από απωθημένα, από πάθη, από σοκολάτα, από όνειρα, από λέξεις.  [ακολουθούν οι δέκα πιο σημαντικοί λόγοι που ο καθένας χωριστά εξηγεί τα πλεονεκτήματα που έχει ο έρωτας από επιλογή με τα συγκεκριμένα κριτήρια!..  [ΠΗΓΗ: 10 Λόγοι να ερωτευτείς κάποιον που διαβάζει, γράφει η Λουκία Μητσάκου στο Ιστολόγιο: Secret Real Truth- Art by Paweł Fabiański Book Lover και μπορεί, τελικά, να πεισθείτε για το αξιολάτρευτο ενός άνθρωπο που διαβάζει. Επόμενο στάδιο: ερωτεύσου έναν άνθρωπο που γράφει (οι περισσότεροι βιβλιόφιλοι επιδίδονται στη συγγραφή είτε φανερά είτε κρυφά). Πήγαινε κοντά σε εκείνον που ξέρει να εξερευνά αυτό που φοβάται περισσότερο. Και, ξέρεις τι λένε; Αν σε ερωτευθεί άνθρωπος που γράφει, δεν πεθαίνεις ποτέ ]



Ζήτημα 3ο : 10 λόγοι να ερωτευτείς κάποιον που διαβάζει
1. Γιατί δεν του αρέσει να παίζει παιχνίδια
Γιατί δε νιώθει την ανάγκη να υποδυθεί κανένα χαρακτήρα- τους έχει όλους στα βιβλία του. Γιατί πιστεύει τον Oscar Wilde όταν λέει «Να είσαι ο εαυτός σου. Όλες οι άλλες θέσεις είναι πιασμένες». Θα σου μιλήσει ευθέως και θα σου πει την αλήθεια κατάμουτρα. Αντέχεις την αλήθεια; Αν ναι, βρήκες τον σωστό άνθρωπο.

2. Γιατί πιστεύει στις δεύτερες ευκαιρίες
Ο βιβλιόφιλος ξέρει πως όλα έχουν αρχή, μέση και τέλος. Πιστεύει, όμως, και στα sequels και στις δεύτερες ευκαιρίες. Ακόμα και αν μια ιστορία τελειώσει, μπορεί να ξεκινήσει μια καινούρια με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Ξέρει πως κανένας ήρωας δεν είναι τέλειος και οι ατέλειές του είναι αυτές που τον κάνουν μοναδικό. Μαζί του μπορείς να κάνεις λάθη και να βρεις τη συγχώρεση που ψάχνεις (και να δώσεις, φυσικά, και εσύ τις αντίστοιχες ευκαιρίες). Αν η ιστορία σας τελειώσει, είναι ο μόνος που θα μπορέσει να πει «Δεν είχαμε ένα όμορφο τέλος. Αλλά, διάολε, τι ωραία ιστορία»! Γιατί, ξέρεις, όλα κάποια στιγμή τελειώνουν και το τέλος δεν είναι ποτέ χαρούμενο- πώς θα μπορούσε άλλωστε; Εμένα προσωπικά μου αρκεί μια καλή αρχή και μια πολύ ευτυχισμένη μέση.

     3. Γιατί μαζί του μπορείς να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου
Ο βιβλιόφιλος ξέρει πως ο άνθρωπος εξελίσσεται όσο περνάει ο καιρός και δεν τον ενοχλεί αν δεν έχεις γίνει ακόμα όσα ονειρεύεσαι να γίνεις. Δεν τον ενοχλεί αν ακόμα δεν ξέρεις τι είναι αυτό που ονειρεύεσαι να γίνεις. Ξέρει να περιμένει και σε προκαλεί να τολμήσεις όσα φοβάσαι για να γίνεις ο ήρωας που ονειρεύεσαι. Γνωρίζει πολύ καλά πως οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι δεν τα έχουν όλα λυμένα στο μυαλό τους- μπορεί να μην έχουν ιδέα τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους. Δε θα σε κρίνει αρνητικά, λοιπόν, γι’ αυτό. Μπορείς να παραδεχθείς φωναχτά «Δεν έχω ιδέα τι θέλω να κάνω στη ζωή μου και δεν πειράζει». Και μόνο έτσι θα ανακαλύψεις ποιος πραγματικά είσαι και τι είναι αυτό που ζητάς. Ο βιβλιόφιλος θα είναι ο συνοδοιπόρος σου σ’ αυτό το όμορφο ταξίδι.

4. Γιατί μαζί του μαθαίνεις πάντα καινούρια πράγματα
Πάντα θα έχει να σου πει με πάθος και ενθουσιασμό μια ιστορία που δεν έχεις ξανακούσει, μια ιστορία που διάβασε, μια ιστορία που αγάπησε ή που μίσησε. Πάντα θα ακούσεις κάτι καινούριο και ποτέ δεν θα σε αφήσει να βαρεθείς. Πιστεύει πως το σύμπαν δεν είναι φτιαγμένο από άτομα αλλά από πολλές πολλές μικρές ιστορίες. Πίστεψέ το και συ. Όπως λέει και η Maya Angelou: «δεν υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο από το να κουβαλάς μέσα σου μια ανείπωτη ιστορία». Ο βιβλιόφιλος αυτές τις ιστορίες θα στις πει. Και θα σε κάνει να σκεφτείς.

5. Γιατί ξέρει να ονειρεύεται και να κυνηγάει τα όνειρά του
Προσπαθεί να κάνει τη ζωή του να μοιάζει κάθε μέρα όλο και περισσότερο με το αγαπημένο του βιβλίο. Κάποιος είπε κάποτε πως ο άνθρωπος προσπαθεί να κάνει τη ζωή του να μοιάσει με το πρώτο ποίημα που διάβασε ποτέ. Όμορφη σκέψη, έτσι δεν είναι; Η αλήθεια είναι ότι όπως ακριβώς δοκιμάζουμε καινούρια ρούχα για να δούμε αν μας ταιριάζουν, έτσι δοκιμάζουμε και στη ζωή μας τα βιβλία που διαβάζουμε. Δοκιμάζουμε, ίσως, μια άλλη ζωή, μια άλλη οπτική για να δούμε αν μας ταιριάζει. Ας φροντίσουμε, λοιπόν, τα βιβλία που διαβάζουμε να είναι τουλάχιστον καλογραμμένα και όμορφα.

6. Γιατί ξέρεις πώς να τον κάνεις να χαμογελάσει
Έχει γενέθλια, γιορτή, περνάει δύσκολα, έχετε να γιορτάσετε κάτι; Είναι εύκολο να τον κάνεις να χαμογελάσει. Ένα βιβλίο πάντα θα του φτιάξει το κέφι και θα νιώσει πως τον καταλαβαίνεις περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Γι’ αυτόν τα λόγια, οι ιστορίες, το χαρτί και η μυρωδιά ενός καινούριου βιβλίου είναι αγάπη. Έτσι απλά. Έτσι όμορφα.

7.  Γιατί μαζί του μπορείς να συζητήσεις 
Όχι, δε ζητάμε όλοι τα ίδια πράγματα από μία σχέση – ευτυχώς. Κάποιοι από μας, όμως, θέλουμε να μπορούμε να συζητάμε με τον άλλον και αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ερωτικό από μια καλή συζήτηση. Ποτέ μην υποτιμάς τη σαγηνευτική δύναμη ενός καλού λεξιλογίου και μιας φρέσκιας ιδέας- μπορεί να κάνει τον άλλο να βγει από τα ρούχα του- με την καλή έννοια, πάντα. Προσωπικά, είμαι υπέρμαχος της ιδέας «αν κατακτήσεις το μυαλό μου, τότε μπορείς να έχεις το κορμί μου».

8. Γιατί είναι ο μόνος που θα προσπαθήσει να σε «διαβάσει»
Είναι τόσα πολλά αυτά που θες να πεις αλλά δεν τα λες ποτέ, είναι τόση μεγάλη η διαφορά ανάμεσα στον ανθεκτικό χαρακτήρα που θες να παρουσιάσεις και στο ευάλωτο μικρό παιδί που έχεις μέσα σου και χρειάζεται στήριξη και αγάπη. Οι αληθινά ευάλωτοι άνθρωποι είναι αυτοί που ποτέ δεν το παίζουν ευάλωτοι. Ο βιβλιόφιλος είναι αυτός που θα θελήσει να ψάξει πέρα από την επιφάνεια, είναι αυτός που θα θελήσει να σε «διαβάσει» και να λύσει το μυστήριο. Δεν είναι του φαίνεσθαι, δεν σε αντιμετωπίζει επιφανειακά. Όταν διαβάζεις, δεν ερωτεύεσαι τον ήρωα για την εξωτερική του εμφάνιση αλλά για τις σκέψεις του, τα λόγια του, τις πράξεις του, τα πάθη του και τις αδυναμίες του. Αγαπάει τα δύσκολα και δε φοβάται να σε γνωρίσει πραγματικά ούτε, φυσικά, να σε αφήσει να γνωρίσεις εσύ εκείνον. Είναι αυτός που θα βουτήξει στα πιο σκοτεινά μέρη της ψυχής σου και θα βάλει τους δαίμονές σας να παίξουν παρέα. Και δεν θα νιώσεις ποτέ ξανά μόνος.

9. Γιατί είναι αξιολάτρευτος 
Γιατί είναι αυτός που θα συγκλονιστεί από τη χαρά του όταν βρει το βιβλίο που έψαχνε για τόσον καιρό ή όταν ανακαλύψει ένα άγνωστο βιβλίο κάποιου αγαπημένου του συγγραφέα ή όταν βρει ένα βιβλίο που ποτέ δεν είχε ξανακούσει και είναι πραγματικά υπέροχο. Και θα κάνει σαν μικρό παιδί (δε λέω «με την καλή έννοια», γιατί για μένα μόνο αυτή υπάρχει). Woody Allen and Romy Schneider, What’s New Pussycat? (1965)

10. Γιατί δε φοβάται τη μοναξιά
Του αρέσει να έχει χρόνο για τον εαυτό του, δεν φοβάται τη μοναξιά. Δεν θα αγκιστρωθεί πάνω σου, δεν θα σε κάνει να νιώσεις ότι πνίγεσαι. Θα σου αφήσει το χώρο που χρειάζεσαι για να αναπνεύσεις. Μπορεί να μην είσαι πάντα το κέντρο του σύμπαντός του αλλά- πίστεψέ με- είναι για καλό. Και δεν θα είναι ποτέ μαζί σου γιατί δεν θέλει να είναι μόνος. Θα είναι μαζί σου από συνειδητή επιλογή. Κι αυτό είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, τελικά.

Ερωτεύσου έναν άνθρωπο που διαβάζει. Ή- ακόμα πιο ενδιαφέρουσα πίστα- ερωτεύσου έναν άνθρωπο που γράφει (οι περισσότεροι βιβλιόφιλοι επιδίδονται στη συγγραφή είτε φανερά είτε κρυφά). Πήγαινε κοντά σε εκείνον που ξέρει να εξερευνά αυτό που φοβάται περισσότερο. Και, ξέρεις τι λένε; Αν σε ερωτευθεί άνθρωπος που γράφει, δεν πεθαίνεις ποτέ.
Πώς συμβαίνει στα μπαρ που πλησιάζεις έναν άνθρωπο για να μιλήσετε και να γνωριστείτε και τον κερνάς ένα ποτό; Δεν θα ήταν υπέροχο αν συνέβαινε αυτό και στα βιβλιοπωλεία; Πλησίασε κάποιον, μίλα του και κέρνα τον ένα βιβλίο που αγαπάς. Αν είναι αυτός που ψάχνεις, θα το εκτιμήσει πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Όχι, το να διαβάζει κάποιος δεν τον κάνει απαραίτητα καλύτερο άνθρωπο (για σχέση ή γενικότερα). Έχουν υπάρξει ατέλειωτες συζητήσεις για το κατά πόσο οι ανθρωπιστικές επιστήμες «εξανθρωπίζουν». Η αλήθεια είναι πως οι στρατιωτικοί των SS, για παράδειγμα, είχαν συχνά κλασική παιδεία και λένε πως μπορούσαν να σου απαγγείλουν Goethe και Schiller με μεγάλη ευκολία. Αυτό δεν εμπόδισε καθόλου τις επιχειρήσεις τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως ισχύει, επίσης, ότι πολλοί τύραννοι αγαπούσαν το διάβασμα. Όχι, το να διαβάζεις δε σε κάνει απαραίτητα «καλύτερο άνθρωπο». Μπορεί, όμως, και να σε κάνει.

Επίσης, κανείς δεν έχει πει ποτέ «Μου αρέσεις πολύ αλλά δεν έχεις διαβάσει τους Αδελφούς Καραμαζόφ, γι’ αυτό δε νομίζω πως θα τα βρούμε». Δεν έχω σκοπό να εξιδανικεύσω κανέναν τύπο ανθρώπου, μόνο και μόνο γιατί δεν πιστεύω σε «τύπους» και η εξιδανίκευση οδηγεί πάντα σε τεράστια απογοήτευση (για τέτοια είμαστε τώρα;). Είναι, όμως, και μερικά χαρακτηριστικά στα οποία δεν μπορείς να αντισταθείς. Σε άλλους αρέσουν τα γυμνασμένα μπράτσα, σε άλλους αρέσουν τα γυμνασμένα πόδια. Εμένα μου αρέσουν τα διαβασμένα αγόρια. Α! Ναι! Και τα μούσια. Αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης.

[ΠΗΓΗ: 10 Λόγοι να ερωτευτείς κάποιον που διαβάζει, γράφει η Λουκία Μητσάκου στο Ιστολόγιο: Secret Real Truth- Book Lover, Photo by: Paweł Fabiański Book Lover]


ΥΓ : Γνωρίζατε ότι στο Instagram υπάρχει λογαριασμός με όνομα hotdudesreading  με πάνω από 450.000 followers; Επίσης, υπάρχει ομάδα στο Facebook με όνομα «Τι διαβάζουν οι άνθρωποι στο μετρό και στο λεωφορείο; Ε;».  Διαλέγετε και παίρνετε. Ενδιάφερουσες σελίδες στο Facebook είναι επίσης το The Reading RoomSo little sleeping and so much reading , ΔιαβάζονταςBrainpickings.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΙΔΑΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ: ΕΠΕΙΔΗ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΥΦΟΡΗ ΚΑΙ ΚΡΥΒΕΙ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ:

Θα μπορούσε να είναι μια ιστορία του Χένρι Τζέιμς. Δυο άνθρωποι ισόβια μαζί. Που δεν κατορθώνουν να ολοκληρώσουν ποτέ όσα θέλουν ο ένας εναντίον του άλλου. Με εξοντωτική ευγλωττία. Λόγια επιθετικά και απερίφραστα. Τα οποία, πιθανόν, θα στρέφονται και εναντίον των ίδιων των κατηγόρων. Λυτρωτικά, όμως. Μέχρι να το κατορθώσουν, εκστομίζουν τα χειρότερα στις παραφορές τους. Ταυτόχρονα βλέπουν ότι γλιστρούν στη λεία επιφάνεια ενός νοήματος, που δεν μπορούν να πλησιάσουν βαθύτερα. Το περίεργο είναι ότι οι σημασίες δεν τους διαφεύγουν απόλυτα. Πάντως αυτό που τους ενδιαφέρει στο κέντρο του κύκλου δραπετεύει. Και είναι το τέλειο σημείο, σκέπτονται απογοητευμένοι μετά από κάθε αποτυχημένη φραστική δράση. Αφιερωμένοι σ’ αυτή με όλες τις δυνάμεις τους. Ή έτσι φαντάζονται, προσωρινά κενοί και εξαντλημένοι. Νομίζοντας ότι δεν τους περισσεύει ούτε ικμάδα για την επόμενη πράξη του έργου. Στην οποία θα αφιερωθούν, όμως, σε λίγο με ανανεωμένες δυνάμεις (Τάσος Γουδέλης, Οι Ιδανικές Λέξεις – ART by WORDS by ssilence)



ΚΑΘΕΝΑΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΡΙΝΓΚ:
Πρέπει, λοιπόν, να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία για να πετύχουν το στόχο. Όμως δεν ξέρουν ακριβώς πώς να προετοιμασθούν. Εάν χρειάζεται κάποια στρατηγική, αναρωτιούνται. Σαν να ξεκινούν όλα κάθε φορά από μια παρθενική αρχή. Γιατί μπορεί κα να τους βοηθήσει η τύχη από μόνη της. Αποθέτοντας με χάρη τις κατάλληλες λέξεις στο στόμα τους. Που θα βρει μαγικά αυτό, σαν να είχε μόλις του επινοήσει μόνο του, την πιο εξοντωτική ρητορική. Για να επικρατήσει. Που θα στοιχίσει και στο ρήτορα, όπως είπαμε. Αλλά δεν έχει σημασία. Αξίζει ο θρίαμβος των λέξεων, υποθέτουν, που σίγουρα κερδίζει το χαμένο χρόνο. Την άλλη στιγμή, όμως αμφιβάλλουν εάν τους αρκεί αυτό…

Ίσως πάλι, λένε, να είναι απολαυστική και η αστραπιαία ισορροπία σε ένα ηδονικό χάος. Επειδή θα βρεθούν οι κατάλληλες λέξεις, που νομίζουν ότι θα τους κρύβονται για πάντα. Μπορεί γυμνές μπροστά στα μάτια τους τόσα χρόνια. Και, όμως, αόρατες. Παρότι έψαχναν οι δυο αντίπαλοι στα πιο απίθανα μέρη αλά ακόμα και στα πιο κοντινά. Αφού ερευνούσαν με τα νευρικά δάχτυλα ακόμα και τις ραφές της τσέπης τους… ‘Όταν όρθιοι και αντιμέτωποι λικνίζονταν από οργή εκτοξεύοντας άκαρπα επιχειρήματα στον αέρα. Οι λέξεις ίσως να βρίσκονταν εκεί δίπλα τους, βγάζοντας τη γλώσσα. Κι αυτοί να ματαιοπονούσαν στραμμένοι αλλού…

Αλλά μέχρι τώρα δεν έχει κατέλθει το πνεύμα και βαδίζουν ανυπόδητοι. Πλάθοντας με τη φαντασία τους το ωραίο μέλλον. Εκτεθειμένοι (προσωρινά άραγε;) Γιατί και οι δύο ξέρουν ότι κινούνται σε ανοιχτό πεδίο μάχης. Μακράν αυτών οι σαρτρικές κολάσεις των εγκλεισμένων σε τέσσερεις τοίχους!.. Έστω και μεταφορικά. Επιμελήθηκαν ελεύθερα το δικό τους σκηνικό χρόνια τώρα. Δεν τους υποχρέωσε κανείς να συγκατοικήσουν. Ούτε κάποια μοίρα. (Είναι σχεδόν βέβαιοι γι’ αυτό κι ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να υπακούσει. Ή να προσποιηθεί ότι πείθεται…). Καλά, λοιπόν, καθένας στη δική του γωνιά του ρινγκ, όπως θα διέτασσε ο Στρίντμπεργκ τους συζύγους. Μόνο που κι αυτόν προδίδουν οι δύο ήρωες μας, γιατί είναι έτοιμοι να θυσιαστούν ο ένας για τον άλλον. Ειλικρινά.

Τότε, θα ’λεγε κανείς, ότι παίζουν από ανία κάποιο τολμηρό παιχνίδι. Μα ούτε αυτό συμβαίνει. Επειδή η ζωή είναι εύφορη και κρύβει εκπλήξεις. Με ενδιαφέρον. Αφού πρώτα, βέβαια, φρόντισαν να αποφεύγουν τις αποκαρδιωτικές επαναλήψεις. Ή, έστω, την επανεμφάνιση του ίδιου, χωρίς τη βαθύτερη αλλαγή που επιφυλάσσει η σοφή επανάληψη.

Οπλισμένοι με θεωρίες αλλά και χωρίς αυτές δεν σκέφτηκαν ποτέ να οχυρωθούν απέναντι σε οποιοδήποτε εχθρό. Δεν είχαν να κρύψουν ή να προσφέρουν κάτι ιδιαίτερο στους άλλους. Οπότε δεν τους απειλούσε κανείς.  Όσο για τις επιβουλές από τον ίδιο τους τον εαυτό: θεωρούσαν κάθε τέτοια σκέψη τόσο τετριμμένη, αλήθεια, που δικαιολογημένα την απέρριπταν. Αδικώντας ίσως υπερβολικά τη φυλλορροή, μια νυχτερινή δύσπνοια ή το είδωλο κάποιου σε ένα τζάμι, που νόμισαν για λίγο ότι ήτανε δικό τους.

Όμως όλα αυτά δεν τους ήταν άγνωστα. Είχαν διαβάσει πολύ. Και στον Ισμανς βρήκαν σωτήριες αναλογίες. Μ’ ένα δικό τους αισθητισμό, που δεν περιοριζόταν μόνο σε αντίκες και παλιά χειρόγραφα. Βιαστικά κα με ασυγχώρητη υπερβολή θα έλεγες ότι τους ενδιέφερε μόνο η πνευματικότητα. Αλλά θα τους άκουγες να διαφωνούν. Γιατί δεν έκλεισαν ποτέ τις φωνές έξω από την πόρτα τους. Αν και ήξεραν ότι η ανεύθυνη συναναστροφή σε αποσπά. Από ένα και μοναδικό σκοπό. Να βρεις ήσυχος κάποτε τη φλομπερική «δίκαιη λέξη». Όχι στη λογοτεχνία αλλά όταν χρειαστεί να αντιμετωπίσεις το σύντροφό σου.

Κι αυτοί οι δύο είχαν ανεξόφλητους λογαριασμούς μεταξύ τους. Το ήξεραν καλά. Βρίσκονταν, όμως σε αδιέξοδο έχοντας αποκλείσει την περίπτωση να χρησιμοποιήσουν τη διαστροφή σαν πνευματική άσκηση.
Αλλά δεν έμειναν άπραγοι. Καθένας τους έψαχνε για κρύπτες και μυστικά περάσματα. Χωρίς να δίνει στόχο. Οπωσδήποτε είχαν ανάγκη την έμπνευση. Όχι αυτή που έρχεται ανεκτίμητη μετά από μεγάλη παραίτηση. Μα εκείνη που αποκαλύπτεται μετά από την πιο λυσσαλέα πολιορκία.
Γι’ αυτό συνεχίζουν να λειαίνουν το έδαφος. Να εξαντλούνται σε δοκιμασίες αλληλοσπαραγμού. Βέβαιοι κάποτε ότι θα καταφέρει ο ένας στον άλλον το καίριο πλήγμα. Δεν εγκαταλείπουν,

 [ΠΗΓΗ: Τάσος Γουδέλης ]

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑΣ: Η ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΑ, Η ΣΗΜΑΣΙΑ, Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ, Η ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ, Ο ΟΡΙΣΜΟΣ

Κάθε χρόνο έρχονται και καθαρίζουν τα πέντε ανοιχτά παράθυρα πέντε γυναίκες ωραίες καθαρίστριες, γυμνές και μοιραίες που φοράνε μια μάσκα μεταξωτή ίσαμε τα βυζιά τους για να μη φαίνονται τα πρόσωπά τους από τον καθένα. Τ’ άλλα κλειστά παράθυρα μένουν ακάθαρτα και τα σκονίζει ο κονιορτός, τα τρώει τ’ αγιάζι, τα βρέχει ο ουρανός και τα φυσάει ο άνεμος μεσ’ τους αιώνες και σκτεινιάζουν όσο πάνε πιο πολύ..… Κι ο άνεμος φυσάει στα κλειστά παράθυρα και μες στις άδειες κάμαρες μένουν πάντα ακατανόμαστες οι χίλιες και μια ονομασίες της απέραντης μεγαλοφυΐας του Είναι. Είπαμε Το πρώτο παράθυρο είναι η στεναχώρια. Το δεύτερο παράθυρο η σημασία. Το τρίτο παράθυρο ο στοχασμός. Το τέταρτο παράθυρο η αχαριστία. Το πέμπτο παράθυρο ο ορισμός. Τα άλλα χίλια παράθυρα της μεγαλοφυΐας είναι κλειστά και δεν ανοίγουν παρά μονάχα άμα τα ονομάσεις και τα ονόματά τους είναι άγνωστα και μυστικά, είτε χαμένα και αδύνατο να βρεθούν, είτε είναι μισοσβησμένα κι αδύνατο να διαβαστούν [ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑΣ, μια ιστορία από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδόσεις Αιγόκερως 1986 – με ΚΛΙΚ στην εικόνα όλη η ιστορία των… πέντε παραθύρων στο κτίριο που κάποιοι αναμορφωτές το ονομάσανε… ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟ και μέσα εκεί ζούνε οι ακατάστατοι άνθρωποι, να τους προσέχουν οι ταχτικοί και νοικοκυρεμένοι – ART by Amartinsdebarros les miroirs du temp]


Τα παράθυρα της μεγαλοφυΐας
Κάθε χρόνο έρχονται και καθαρίζουν τα πέντε ανοιχτά παράθυρα πέντε γυναίκες ωραίες καθαρίστριες, γυμνές και μοιραίες που φοράνε μια μάσκα μεταξωτή ίσαμε τα βυζιά τους για να μη φαίνονται τα πρόσωπά τους από τον καθένα. Τ’ άλλα κλειστά παράθυρα μένουν ακάθαρτα, και τα σκονίζει ο κονιορτός, τα τρώει τ’ αγιάζι, τα βρέχει ο ουρανός και τα φυσάει ο άνεμος μεσ’ τους αιώνες και σκοτεινιάζουν όσο ποτέ πιο πολύ, ώστε μερικοί να λένε πως δεν είναι καν παράθυρα, και το λίγο φως που τους απόμεινε σβήνει κι αυτό και μένει το τεράστιο κτίριο της μεγαλοφυΐας εγκαταλειμμένο, άδειο κι ερημικό. Τότες ήρθανε οι αναμορφωτές και δοκιμάσανε να τ’ ονομάσουνε το χτίριο αυτό και να το συνερίσουνε και να το παραδώσουν στο κοινό. Και είπαν να λέγεται ΤΡΟΛΟΚΟΜΕΙΟ. Και μέσα εκεί να ζουν οι ακατάστατοι άνθρωποι, να τους προσέχουν οι ταχτικοί, οι νοικοκυρεμένοι. Κι έγινε αγνώριστο το ανώνυμο παλάτι το μέγα ανάκτορο της μεγαλοφυΐας κι ήρθαν οι κατεργάρηδες και το γέμισαν με άναρθρες φωνές και με σκουξιές, με παραμιλητά, με παραισθήσεις, μ’ έμμονες ιδέες και με πολλά άλλα συμπτώματα που τα λένε κλινικά. Και το νέο αυτό ίδρυμα λειτουργεί κανονικά – μόνο που στάθηκε αδύνατο ν’ ανοίξουν τα χίλια κλειστά παράθυρα της μεγαλοφυΐας κι έτσι ν’ αεριστούν οι κάμαρες αυτές για το σκοπό που έθεσαν οι αναμορφωτές της κοινωνίας δάσκαλοι, δικηγόροι, γιατροί και δικαστές. Κι ο άνεμος φυσάει στα κλειστά παράθυρα και μες στις άδειες κάμαρες μένουν πάντα ακατανόμαστες οι χίλιες και μια ονομασίες της απέραντης μεγαλοφυΐας του Είναι    


 [ΠΗΓΗ: Νανός Βαλαωρίτης, ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑΣ από το βιβλίο Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδόσεις Αιγόκερως 1986]

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΑΝΑ ΜΟΥ, ΣΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΛΑΜΠΡΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΑ ΚΑΣΤΡΑ, ΠΟΡΦΥΡΗ ΔΥΣΗ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ, ΑΓΟΡΕΣ και ΠΑΖΑΡΙΑ ΟΠΟΥ ΝΑ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΣΟΥ ΟΙ ΓΛΩΣΣΕΣ:

Σε είπανε Θεσσαλονίκη, Σαλονίκη, Σαλονίκ, Σελιανίκ, Σαλονίκο, Σαλόνικα και Σόλουν. Μικρή Κωνσταντινούπολη και Νέα Ιερουσαλήμ. Υπήρξες η αγαπημένη των Ησυχαστών, η εκλεκτή των Καισάρων, η οιονεί προσφυγομάνα, και τον καιρό της Κατοχής, στον οργασμό του ρεμπέτικου, η πρώτη –λέει ο βαμβακάρης- φτωχομάνα. Μητέρα Θεσσαλονίκη σε ονόμασε ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης. Κι έτσι σε νιώθουμε… [ακολουθεί κείμενο του Θωμά Κοροβίνη  που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Biennale 3, 2011 –οι  Τέμπερες με μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι του Ντίνου Παπασπύρου]


Κάθε πρωί σε περπατώ στην παλιά παραλία σου, αγαπημένη, εκεί που στέκονταν τα τείχη σου μέχρι το 1875, εκεί όπου ο ευφυής Εμπάρ είχε σχεδιάσει μια προκυμαία είκοσι πέντε μέτρα πιο μπροστά από τη σημερινή, έτσι που ο περίπατος θα γινόταν σχεδόν πάνω στα νερά του Θερμαϊκού σου. Περπατώ κι αναπολώ τους ποιητές σου που σε δοξάζουν, περπατώ και ψιθυρίζω στίχους και μνημονεύω ονόματα, Αναγνωστάκη, Ασλάνογλου, Θέμελη, Κύρου, Θασίτη, Αγαθοπούλου, Αλέξη Τραϊνό και Δημήτρη Δημητριάδη, ποιητικά αποφθέγματα του Χριστιανόπουλου μουσκεμένα απ’ την αγάπη του για σένα, ενώ η βαριά υγρασία σου χρόνια τώρα με σιγοτρώει σαν σαράκι…

Κόβω ματσάκι λεβάντα απ’ τα παρτέρια της Τσιρογιάννη και τ’ αποθέτω στην προτομή του αθάνατου Τάκη Κανελλόπουλου. Άραγε θα αξιωθείς μια λεωφόρο ονείρων στο όνομα ενός γιου σου όντως πρωτοπόρου, σαν του πρώτου ευρωπαίου σοσιαλιστή Αβραάμ Μπεναρόγια; Ή σαν του Παύλου Ζάννα, που εμπνεύστηκε το φεστιβάλ κι άνοιξε δρόμους κινηματογραφικούς στην επικράτεια; Οι οδοί κι οι πλατείες σου στη θέση ανθυπομοίραρχων θα σου ΄πρεπε να βαφτιστούν στο όνομα ενός Ρέγκου, ενός τζίζεκ, ενός Μοσκώφ. Τα πιο πολλά αγάλματά σου θα σου ’πρεπε να γκρεμιστούν γιατί είναι καρποί ακαλαισθησίας που τους γέννησαν οι γάμοι ενός συμπλεγματικού τοπικισμού και μιας συφοριασμένης παπαδοκρατίας. Υπό την σκέπην ενός παραφουσκωμένου εθνοκεντρισμού που –δυστυχώς- εύρισκε πάντοτε στα μέρη σου παθιασμένους οπαδούς.

Στέκομαι μπρος στον Πύργο σου το Λευκό, το πολυτραγουδισμένο ιστορικό σου σύμβολο, τυραννικό κάποτε οχυρό, «Κανλί κουλέ», «Πύργος του αίματος», τόσες ψυχές παραδόθηκαν εδώ στο παρελθόν απ’ τα οικτρά τους βασανιστήρια, γενίτσαροι και Βούλγαροι, Ντονμέδες και Ρωμιοί, ακόμη και Μακεδόνες επαναστάτες του 21.

Προχωρώ προς τα σπαράγματα των ανακτόρων του Γαλέριου με τα μισοσκεπασμένα ψηφιδωτά, έπειτα προς τον Θρίαμβο της Καμάρας, κατόπι προς την μεγαλόπρεπη Ροτόντα σου, που υπήρξε ναός των Εθνικών, έπειτα ορθόδοξος Αη Γώργης, ύστερα τέμενος ισλαμικό και τελευταία ερίζουν όλοι για το κουμάντο της, καημένη πολιτεία δεν θα ησυχάσεις ποτέ

Σε είπανε Θεσσαλονίκη, Σαλονίκη, Σαλονίκ, Σελιανίκ, Σαλονίκο, Σαλόνικα και Σόλουν. Μικρή Κωνσταντινούπολη και Νέα Ιερουσαλήμ. Υπήρξες η αγαπημένη των Ησυχαστών, η εκλεκτή των Καισάρων, η οιονεί προσφυγομάνα, και τον καιρό της Κατοχής, στον οργασμό του ρεμπέτικου, η πρώτη –λέει ο βαμβακάρης- φτωχομάνα. Μητέρα Θεσσαλονίκη σε ονόμασε ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης. Κι έτσι σε νιώθουμε.

Οι έρωτές σου ήταν κάποτε πρόσφοροι, ιδίως οι δημόσιοι, όμως ανθούσαν αγκομαχώντας σε καλντερίμια κακοπαθημένα κι αγκαθωμένες εξοχές. Στις κεντρικές γειτονιές σου, η ερωτική ηδονή ίσως να φτάσει στο απόλυτο φέρτε της στα οπίσθια ενός βυζαντινού ιερού ή μέσα σε μια μισκοσκεπασμένη ρωμαϊκή «Σαρκοφάγο», σαν εκείνες του Γιώργου Ιωάννου, ενός απ’ τα πιο άξια τέκνα σου που σε λάτρεψαν.

Δεν βρέθηκε ακόμη διαβρωτικό για να σβήσει τα ίχνη του αίματος που έλουσε την ιστορία σου, πολυαγαπημένη και πολύπαθη πολιτεία. Το αίμα των επί Γαλέριου Μαξιμιλιανού χριστιανών μαρτύρων σε διώκει. Προεξαρχόντων του Πολιούχου Δημητρίου και του Νέστορος. Το αίμα των σφαγιασθέντων επτά χιλιάδων Θεσσαλονικέων στον Ιππόδρομο από τον αιμοσταγή αυτοκράτορα Θεοδόσιο ζητά το δίκιο του. Τα φαντάσματα των Βυζαντινών πριγκίπων, που εσένα την συμβασιλεύουσα, επέλεξε ως τόπο εξορίας τους επί Εικονομαχίας η Βασιλεύουσα σε στοιχειώνουν. Οι βεβηλωμένοι από το κούρσος του Σουλτάνου Μουράτ που σε κατέκτησε, οι κατακρεουργημένοι απ’ το φανατισμένο από τους δερβισάδες τουρκολόι πρόξενοι Άμποτ και Μουλέν, οι πυρπολημένοι της φωτιάς του ’17, οι αποδεκατισμένοι πρόσφυγες της καραντίνας στην Καλαμαριά του ’23, οι φονεμένοι καπνεργάτες του ’36, οι εξορισμένοι και δολοφονημένοι από τους Γκεσταπίτες Εβραίοι σου από το ’41 μέχρι το ’45, ζητούν εκδίκηση. Ο Πολκ, ο Λαμπράκης, ο Τσαρουχάς ζητούν δικαιοσύνη. Ο «Δράκος του Σέιχ Σου», την αλήθεια. Πώς εσύ, μια πόλη που διάλεξε ο Απόστολος των Εθνών για πρώτο σκαλοπάτι της διδασκαλίας του στην Ευρώπη και προς τους κατοίκους σου απηύθυνε τις πιο εμπνευσμένες επιστολές του, πώς ανέχθηκες τόσο άδικο αίμα;

Τις Καρυάτιδές σου, τις «Μαγεμένες» σου, οχτώ ανάγλυφες μυθικές μορφές του αρχαίου κόσμου, σου τις άπραξαν απ’ τη «Στοά των ειδώλων», πίσω απ’ τα «Λουτρά του Μπέη», και τώρα πια κρατούν συντροφιά στο Λούβρο τις άλλες δυο κλεμμένες Ελληνίδες θεές, τη Νίκη και την Αφροδίτη.

Στην αναφορά και τη θύμησή σου ανακαλείται στην αίσθηση των παλιότερων Τούρκων η «μακρινή μητέρα τους, είναι για κείνους η μάνα του Ατατούρκ και η πατρίδα του Ναζίμ Χικμέτ, είναι ό,τι είναι για μας η Σμύρνη. Που της μοιάζεις και σου μοιάζει τόσο, όσο άλλη καμιά.

Σου υποκλίθηκαν και θεράπευσαν το πνεύμα σου πολλοί, όπως ο Ευστάθιος και ο Εβλιγιά Τσελεμπί, ο Μπουασονά και ο Νικόλαος Πολίτης, ο Δελμούζος και ο Τριανταφυλλίδης, ο Καββαδίας και ο Τσιτσάνης, ο Καραντινός και η κυρία Κυβέλη, ο Ανδρόνικος και η Άλκη Κυριακίδου, ο Ζογγονόπουλος και ο Μαζάουερ.

Ήσουν η τελευταία ερωμένη του αδελφού μας Μανώλη Ρασούλη, η παντοτινή μάνα –αν και τον είχες κι αυτόν κακοκαρδίσει- του καρντάση μας Νίκου Παπάζογλου.
Πότε θα γιάνουν πια οι κακοφορμισμένες πληγές σου που κουβαλάς απ’ τον περασμένο αιώνα;

Ν’ ακούσουμε μήπως τη φωνή της περίσκεπτης αρχόντισσας Ζωής Καράλλη;
Ως πότε θα μας σκέπει
των προγόνων αγίων ο βίος;

Δεν πληρώνεται με δικό μας καημό
το χάσμα που η καταστροφή έχει ανοίξει.

Επαναπαύεται συχνά η αμηχανία σου σε βολικά για σένα άλλοθι ρίχνοντας την ευθύνη της κακοδαιμονίας σου στους άλλους, όπως για παράδειγμα, στον αυτάρεσκο αθηνοκεντρισμό. Δεν σ’ ωφελεί. ίσως να ’χεις αδικηθεί στο παρελθόν απ’ τη μοίρα σου, μα έχεις πιο πολύ αδικησεί μαζί με πολλούς απ’ τους πολίτες σου και τους τυχάρπαστους άρχοντές σου τον εαυτό σου.

Ήσουν για αιώνες ένα κράμα λαών και  θρησκευμάτων, μια πρώιμη Νέα Υόρκη της νοτιοανατολικής Βαλκανικής Ευρώπης με μπόλικο ανατολίτικο χρώμα και μιαν ιδιότυπη αστική πινελιά. Ακόμη κρατάς πεισματάρικα κάτι απ’ τη γοητεία εκείνου του παρδαλού χαρμανιού κι έτσι θα πρέπει να ξαναγίνεις. Βαλκανικές μουσικές να ανακατεύονται με ουρανομήκεις ψαλμωδίες, παλιές βρισιές των λιμενεργατών με σεφραδίτικα της Μοδιάνο, ποντιακά γινάτια με τούρκικα πειράγματα στο Καπάνι.

Σου πρέπει λαμπρή Ανατολή στα Κάστρα, πορφυρή Δύση στο λιμάνι, αγορές και παζάρια, όπου να κουβεντιάζονται των λαών σου οι γλώσσες όπως παλιά. Είσαι κουρασμένη, όμως η ρώμη της ιστορίας σου και η άσκησή σου στον πόνο θα σε κρατήσουν, Θεσσαλονίκη μάνα μου. Και εμείς, οι επίγονοι των ξεριζωμένων εκείνων που σε κατοίκησαν και σ’ αγάπησαν όσο κανείς –γιατί η ατμόσφαιρά σου ταιριάζει με κείνη των παλιών πατρίδων μας- θα σε κρατήσουμε. Πάντοτε η γη σου θα γεννάει ομορφιές και διάνοιες, τίμιους λαϊκούς ανθρώπους μα και πνευματικούς δημιουργούς, καλλιτέχνες και επιστήμονες πιστούς, πολλούς πιστούς ορκισμένους στ’ όνομά σου, που θα σε βοηθήσουν να αναγεννηθείς.

[κείμενο του Θωμά Κοροβίνη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Biennale 3, 2011 – Τέμπερες με μνημεία της Θεσσαλονίκης του Ντίνου Παπασπύρου]

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

«ΘΗΛΥΚΕΣ» ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ (με άξονα περιστροφής τη γυναίκα και τις ατέρμονες αμφιταλαντεύσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό)

Στην κινηματογραφική παραγωγή του 2015 και 2016 υπάρχει μια ομάδα ταινιών με πρωταγωνίστριες γυναίκες. Προέρχονται από ποικίλες κινηματογραφικές «σχολές» και με αφηγηματικούς τρόπους που παρουσιάζουν αρκετές αποκλίσεις. Κοινό χαρακτηριστικό όμως αυτών των ταινιών φαίνεται να είναι η εστίαση στην άνιση πάλη των  ηρωίδων με υπέρμετρους εξωγενείς παράγοντες ή η αμφιταλάντευσή τους ανάμεσα στο καλό και το κακό.. Ο αγώνας  αυτός, υπέρ της αλήθειας ή του ψεύδους, υπέρ της αθωότητας ή της ενοχής, είναι δίχως τελειωμό και η αναζήτηση νοήματος σ’ έναν κόσμο που δεν μπορεί να το προσφέρει, μένει εκκρεμής,   παρ’ όλες τις χαραμάδες φωτός για ευτυχισμένο τέλος:  
1η] ΒΙΚΤΟΡΙΑ: Η ηρωίδα μέσα από την ένταση αλλά και την ελαφρότητα του «εδώ και τώρα» αφήνεται στο τυχαίο αναζητώντας ένα έρεισμα ή μια αιτία να υπάρξει και να ανήκει.
2η] Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΓΗΣ: Ψυχογράφημα δυνατό, ερμηνείες σπάνιες. Η πορεία προς την ψυχική κατάρρευση αποδίδεται χωρίς μελοδραματισμό, αλλά με μιαν ένταση που προκύπτει από τις επάλληλες τομές του εσωτερικού κόσμου, οι οποίες κατορθώνουν να αποτυπώσουν την πυκνή ύλη της δυστυχίας σε μια γυναικεία φιλία που οι τριγμοί της τρομάζουν, σε μια σχέση που δεν ξέρεις ποιος έφταιξε και ποιος πληρώνει!..
3η] ΦΕΛΙΞ και ΜΕΪΡΑ: Μια αφήγηση αργών ρυθμών, η οποία υπογραμμίζει το απλό και το ασήμαντο, τη σιωπή και την αμηχανία ανθρώπων που δεν έχουν μάθει να επικοινωνούν. Η ταινία κεντράρει στη Μεϊρά που ζει υποταγμένη αλλά δεν παραιτείται, που αντιστέκεται και πεισμώνει χωρίς να επαναστατεί…
4η] Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Τρεις διαδοχικές οπτικές γωνίες στην αφήγηση, αλλάζουν την τροπή της ιστορίας δίνοντας την απαραίτητη αποστασιοποίηση, ώστε ο θεατής να αγνοεί τα κίνητρα και τις βαθύτερες σκέψεις των πρωταγωνιστών και να ερμηνεύει εκ των υστέρων με διαφορετικό τρόπο τα αρχικά σήματα της πλοκής. Σε έναν αγώνα ταχύτητας και ίντριγκας, η «θηλυκή» πλευρά του έρωτα και της τρυφερότητας είναι ο τελικός κυρίαρχος του παιχνιδιού με την ομορφιά να αποθεώνεται στη λεπτή λευκότητα των κορμιών των δύο πρωταγωνιστριών που θα διδάξουν η μία στην άλλη την αληθινή ηδονή και την αγάπη. Ωστόσο…(η συνέχεια επί της οθόνης)
5η] ΕΚΕΙΝΗ: Ο σκοτεινός βυθός που ταραγμένα μάς βασανίζει κάτω από μιαν ακύμαντη επιφάνεια, μέσω της οποίας προφασιζόμαστε ότι διατηρούμε την ψευδαίσθηση της ισορροπίας και τον έλεγχο της επιτυχίας. Το παθολογικό παρελθόν επισκιάζει το επιτυχημένο προφίλ της κεντρικής ηρωίδας, το πατρογονικό σφάλμα βαραίνει πάνω της πολλαπλά. Κι ενώ γυρεύει τον ένοχο σε μια παρτίδα εκδίκησης, βουλιάζει η ίδια μέσα στην ηδονή της βίας που προσπαθεί να ξορκίσει, αλλά την πολιορκεί συνεχώς…      [λεπτομέρειες για αυτές τις Πέντε «θηλυκές» ταινίες στο κείμενο που ακολουθεί. Το υπογράφει η  Άννα Αφεντουλίδου και πρωτο- δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρεαρ – ART by MAUVE]



1.    Βικτόρια (Victoria, Σεμπάστιαν Σίμπερ, Γερμανία, 2015):
Ένα μονοπλάνο 140 λεπτών παρακολουθεί μια νύχτα της Βικτόριας, μιας νεαρής Ισπανίδας πιανίστριας που απογοητευμένη από μια κοπιαστική ζωή χωρίς πολλές προοπτικές επιτυχίας, εγκαταλείπει σπουδές και καριέρα και μεταναστεύει στο Βερολίνο δουλεύοντας σε ένα καφέ. Γνωρίζεται σε ένα μπαρ με την παρέα τεσσάρων νεαρών Γερμανών, τους ακολουθεί και στην διάρκεια της νύχτας βρίσκεται μπλεγμένη σε μια αλυσίδα παραβατικών πράξεων που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή και την ελευθερία της. Χωρίς λόγο, χωρίς ιδιαίτερη επιθυμία, θα αφεθεί σε μια ανέμελη πορεία αμφίβολης διασκέδασης, η οποία θα εξελιχθεί σε επικίνδυνη περιπέτεια. Ρεαλιστικοί χαρακτήρες, με μιαν ανεπιτήδευτη και εκφραστική, σχεδόν «αθώα» ερμηνεία από την πρωταγωνίστρια, εντατική ροή παρόλη την ανυπαρξία «συγκλονιστικών» γεγονότων. Η αδιάκοπη κίνηση της κάμερας που ακολουθεί τους ήρωες συνηγορεί στην αίσθηση του βεβιασμένου αλλά και του ανικανοποίητου που χαρακτηρίζει τους τρόπους της νέας γενιάς. Αυτή η καταδικασμένη στο περιθώριο αλλά και διψασμένη για συγκινήσεις γενιά, είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής, την οποία ο σκηνοθέτης συν-αισθάνεται και στην οποία συμ-παρ-ίσταται με επιείκεια, κατανόηση αλλά και θλίψη. Η ηρωίδα ως γνήσια εκπρόσωπός της μέσα από την ένταση αλλά και την ελαφρότητα του «εδώ και τώρα» αφήνεται στο τυχαίο αναζητώντας ένα έρεισμα ή μια αιτία να υπάρξει και να ανήκει. Ή αναζητώντας απλά ένα νόημα σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να το προσφέρει, όσο κι αν τον εκβιάσεις. Δίκαιο και άδικο, νόημα και α-νοησία ζυγίζονται αμφίρροπα μέχρι το τέλος.

2.    Η Βασίλισσα της Γης (Queen of Earth, Άλεξ Ρος Πέρι, ΗΠΑ, 2015).
Η Ελίζαμπεθ Μος, ερμηνεύει βαθιά, χωρίς ακρότητες –γι’ αυτό και αλησμόνητα– όλες τις διακυμάνσεις του εσωτερικού σπαραγμού της νεαρής Κάθριν, η οποία περνά μια πολύ δύσκολη περίοδο μετά τον θάνατο του πατέρα της-ενός διάσημου καλλιτέχνη, για τον οποίο και εργαζόταν ως γραμματέας- απώλεια που προβάλλει εντονότερη μετά από την εγκατάλειψή της και από τον ερωτικό της σύντροφο. Αναζητώντας συναισθηματική υποστήριξη πηγαίνει στο εξοχικό σπίτι της καλύτερής της φίλης, η οποία δείχνει να την δέχεται με συνεχείς χειρονομίες αγάπης και φροντίδας. Κι ενώ φαίνεται σαν να επιζητούν μια βαθύτερη φιλική επαφή, η ολιγοήμερη συμβίωση των δύο γυναικών θα φέρει στο φως πληγές και πάθη που κρύβονται καλά κάτω από την επίπλαστη επιφάνεια της μακρόχρονης φιλίας. Ψυχογράφημα δυνατό, ερμηνείες σπάνιες. Η πορεία προς την ψυχική κατάρρευση αποδίδεται χωρίς μελοδραματισμό, αλλά με μιαν ένταση που προκύπτει από τις επάλληλες τομές του εσωτερικού κόσμου, οι οποίες κατορθώνουν να αποτυπώσουν την πυκνή ύλη της δυστυχίας σε μια γυναικεία φιλία που οι τριγμοί της τρομάζουν, σε μια σχέση που δεν ξέρεις ποιος έφταιξε και ποιος πληρώνει. Αθωότητα ή ενοχή, αγάπη ή σκληρότητα σε μία διάζευξη που δεν κατακυρώνεται.

3.    Φελίξ και Μεϊρά (Felix & Meira, Μαξίμ Ζιρού, Καναδάς, 2015).
Η Μεϊρά είναι μία νεαρή παντρεμένη Εβραία της αυστηρής χασιδικής κοινότητας και μητέρα ενός μικρού κοριτσιού, βρέφους ακόμα. Γνωρίζεται τυχαία με τον Φελίξ, έναν άντρα γύρω στα 40, που ζει μοναχικά, χωρίς απασχόληση, ξοδεύοντας την πατρική του κληρονομιά, της οποίας η σκιά βαραίνει παράξενα το παρόν του. Και οι δύο, παρόλες τις διαφορές τους, αισθάνονται μόνοι, βουλιάζοντας σε μία πνιγηρή καθημερινότητα, σε έναν συναισθηματικό λήθαργο, αταίριαστοι και αποξενωμένοι από τους υπόλοιπους του κόσμου τους. Αυτό είναι που θα τους ενώσει σε μια σχέση χωρίς πάθος ή συγκλονισμό, αλλά ήπια και συγκρατημένη. Ο έρωτας που υποδηλώνεται χωρίς να εκφράζεται, δεν είναι παράφορος ή συναρπαστικός, απλώς δίνει την αφορμή, για να αισθανθούν ζωντανοί και ικανοί να αναλάβουν πρωτοβουλίες για τη ζωή τους. Μια αφήγηση αργών ρυθμών, η οποία υπογραμμίζει το απλό και το ασήμαντο, τη σιωπή και την αμηχανία ανθρώπων που δεν έχουν μάθει να επικοινωνούν. Ακόμη και τα χρώματα της ταινίας είναι ήπια και άτονα, οι χώροι προβάλλονται σχεδόν «κενοί», οριοθετώντας ένα αφιλόξενο, απογυμνωμένο αστικό τοπίο. Οι ήρωες συνομιλούν στην αγγλική, τη γαλλική και τη γερμανοεβραϊκή (γίντις) σε μια πολυγλωσσική επικοινωνία, η οποία υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο τη δυσκολία της βαθύτερης επαφής. Η ταινία κεντράρει στη Μεϊρά που ζει υποταγμένη αλλά δεν παραιτείται, που αντιστέκεται και πεισμώνει χωρίς να επαναστατεί. Που είναι περισσότερο δυνατή από ό, τι φαίνεται, που ασφυκτιά εκεί που ο σύζυγός της αισθάνεται πλήρης και ασφαλής. Το τέλος θα μπορούσε να σημάνει μιαν αισιόδοξη ανατροπή, αν και αυτό που ουσιαστικά μάς δίνει είναι μόνο μιαν ανάσα ανακούφισης. Τους ήρωες τους συμπαθούμε, χωρίς να συμπάσχουμε μαζί τους, σε μια ιστορία που κρατά ίσες αποστάσεις χωρίς να ενοχοποιεί κανέναν. Ελευθερία και δέσμευση, δύναμη και αδυναμία, αντίσταση και υποταγή, ζεύγματα χωρίς συγκρούσεις σε μια ταινία που αποπνέει τρυφερότητα για την ανθρώπινη αδυναμία αλλά και την δύναμη, που όσο βαθιά και να κρύβεται μέσα μας, κάποτε αχνοφέγγει.

4.    Η Υπηρέτρια (The Handmaiden, Παρκ Τσαν-Γουκ, Νότια Κορέα, 2016)
Στην Κορέα του 1930, που βρίσκεται υπό ιαπωνική κατοχή, σε μια απομονωμένη έπαυλη φθάνει μια νεαρή υπηρέτρια, για να δουλέψει ως καμαριέρα της νεαρής πλούσιας κληρονόμου, η οποία ζει μοναχικά μαζί με τον ιδιόρρυθμο αυταρχικό θείο της, που σχεδιάζει να την παντρευτεί, για να της υφαρπάξει την περιουσία. Ο σχεδιασμός της αρχικής σαγήνευσης της Κυρίας υπο-δεικνύεται ως διπλή μηχανή, για να από-δειχθεί τριπλή, σε ένα διαδραστικό παιχνίδι, όπου θύματα και θύτες αλληλοεξαπατώνται. Τρεις διαδοχικές οπτικές γωνίες στην αφήγηση, αλλάζουν την τροπή της ιστορίας δίνοντας την απαραίτητη αποστασιοποίηση, ώστε ο θεατής να αγνοεί τα κίνητρα και τις βαθύτερες σκέψεις των πρωταγωνιστών και να ερμηνεύει εκ των υστέρων με διαφορετικόν τρόπο τα αρχικά σήματα της πλοκής. Στιλιζαρισμένοι χαρακτήρες, «ατμοσφαιρική» σκηνογραφία, καδραρισμένη φωτογραφία και διαυγή χρώματα δημιουργούν ένα «κλίμα» που παγιδεύει τον θεατή και συνεχώς τον παραπλανά. Η βία αποκαλύπτεται ολοένα πιο έντονη καθώς η διήγηση ξετυλίγεται, σκοτεινά σεξουαλικά ένστικτα, εκδίκηση, αντισυμβατικοί έρωτες συμφύρονται με το απρόοπτο, το μυστήριο, το σασπένς αλλά και την ειρωνεία και την αυτοϋπονόμευση- που σε κάποιες στιγμές οδηγούν στα όρια του κωμικού την αφήγηση. Σε έναν αγώνα ταχύτητας και ίντριγκας, η «θηλυκή» πλευρά του έρωτα και της τρυφερότητας είναι ο τελικός κυρίαρχος του παιχνιδιού με την ομορφιά να αποθεώνεται στη λεπτή λευκότητα των κορμιών των δύο πρωταγωνιστριών που θα διδάξουν η μία στην άλλη την αληθινή ηδονή και την αγάπη. Ωστόσο. Το happy end δηλητηριάζεται από τις σκηνές βίας που κρατά για το κλείσιμο- σχεδόν με σαδιστική ευχαρίστηση- ο σκηνοθέτης. Αλήθεια και ψέμα, έρωτας και δόλος ακροβατούν στα όρια μιας αυτάρεσκης υπερβολής.
5.    Εκείνη (Elle, Πολ Βερχόφεν, Γαλλία-Γερμανία, 2016).
Η Ιζαμπέλ Ιπέρ κατορθώνει να αποδώσει με αξιοθαύμαστο τρόπο την βαθύτερη πολυτροπία της συγκαλυπτικής ψυχρότητας της Μισέλ, μιας Διευθύντριας εταιρίας ηλεκτρονικών παιχνιδιών, αυστηρής και αδίστακτης τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική της ζωή. Ένας μασκοφόρος άντρας τής επιτίθεται μέσα στο σπίτι της και τη βιάζει. Ξεκινά η ίδια, μυστικά, την αναζήτηση του δράστη ερευνώντας το επαγγελματικό και γειτονικό της περιβάλλον. Αναζήτηση που θα την οδηγήσει σε μια αναδιαπραγμάτευση των προσωπικών και οικογενειακών της σχέσεων, αλλά και στην ανα-κάλυψη των μυχών του δικού της ψυχισμού. Ο σκοτεινός βυθός που ταραγμένα μάς βασανίζει κάτω από μιαν ακύμαντη επιφάνεια, μέσω της οποίας προφασιζόμαστε ότι διατηρούμε την ψευδαίσθηση της ισορροπίας και τον έλεγχο της επιτυχίας. Το παθολογικό παρελθόν επισκιάζει το επιτυχημένο προφίλ της κεντρικής ηρωίδας, το πατρογονικό σφάλμα βαραίνει πάνω της πολλαπλά. Κι ενώ γυρεύει τον ένοχο σε μια παρτίδα εκδίκησης, βουλιάζει η ίδια μέσα στην ηδονή της βίας που προσπαθεί να ξορκίσει, αλλά την πολιορκεί συνεχώς: στην εργασία, στη σχέση με τον πατέρα, τον σύζυγο, τον γιο. Καλό και κακό, θύμα και θύτης, συζυγίες που μέχρι το τέλος μάς εμπαίζουν, κάποιες στιγμές με παιδική αθωότητα και κάποιες άλλες με σαρδόνιο σαρκασμό.


 [ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

ΓΙΑΤΙ, ΛΕΝΕ, Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΡΕΧΕΙ ΙΛΙΓΓΙΩΔΩΣ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΗ (για να την ξανασκέφτεσαι αντί να την ζεις κάθε στιγμή)

Ξαναμπήκα, λοιπόν, στο τρένο για το ταξίδι του παιδεμού! Ξαναμπαίνουν στο τρένο από το οποίο πρόλαβαν και κατέβηαν πριν ξεκινήσει, λογαριάζοντας την τελευταία στιγμή πως θα ήταν χαμένος χρόνος να καβαλήσουν ένα όχημα που, αντί να σε ταξιδεύει, σε καθηλώνει. Όλοι αυτοί, στην αρχή ήταν βέβαιοι πως είναι ένα ταχύτατο τραίνο TGV που έτρεχε με τριακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Ακόμη κι αν δεν έτρεχε με 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, νόμιζαν ότι, καθισμένοι σε κάποιο απ’ τα βαγόνια του, θα μπορούσαν να οργώσουν μεθοδικά το χώρο, προλαβαίνοντας να παρατηρήσουν το κάθε τετραγωνικό μέτρο που θα προσπερνούσε. Έτσι νόμιζαν… Και μόνο την τελευταία στιγμή μπορούσες να καταλάβεις ότι το τραίνο αυτό δεν προσπερνούσε ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό από αυτά που είχες διανύσει και ότι σε ξαναγύριζε πίσω για να ξαναδείς, γραμμή προς γραμμή, την επιφάνεια της πεπατημένης που είχες καλύψει στο παρελθόν… Τον κατανοείς!.. Δεν είναι άνθρωπος του Ναι. Κάτι τέτοιοι, όπου και να τους βάλεις χωράνε, διότι δεν ξέρουν από εσωτερικούς κόσμους και δεν βασανίζονται. Όμως, οι άνθρωποι του Όχι πουθενά δεν χωράνε, δεν έχουν πού να σταθούν. Αν είναι τυχεροί να έχουν γεννηθεί ποιητές τότε φτιάχνουν ένα δικό τους κόσμο για να υπάρξουν, αλλιώς είναι πλάνητες και περιπλανώνται δίχως σκοπό... Κακά τα ψέματα, η αλήθεια μέσα μας και η έξω πραγματικότητα, όσο και να προσπαθήσουμε, δεν συμφιλιώνονται. Οι αισιόδοξοι εθελοτυφλούν. Ο ασήμαντος εξωτερικός κόσμος, σπασμένος σε χίλια κομμάτια, δεν συμβιβάζεται με το ύψος του εσωτερικού μας κόσμου. Αυτός μόνον, με τη συνοχή και την απεραντοσύνη του, αγκαλιάζει την οικουμένη, της δίνει ενότητα και αθανασία  [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, μικρά αποσπάσματα από τα Μυθιστορήματα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ή ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ και ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ – ART by Igor-Morski]




ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΝΑ ΚΑΒΑΛΗΣΕΙΣ ΕΝΑ ΟΧΗΜΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙ ΝΑ ΣΕ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΣΕ ΚΑΘΗΛΩΝΕΙ:
Ξαναμπήκα, λοιπόν, στο τραίνο για το ταξίδι του παιδεμού. Αυτό κάνουν όσοι δεν έχουν άλλη επιλογή. Ξαναμπαίνουν στο τραίνο από το οποίο πρόλαβαν και κατέβηκαν πριν ξεκινήσει, λογαριάζοντας την τελευταία στιγμή πως θα ήταν χαμένος χρόνος να καβαλήσουν ένα όχημα που, αντί να σε ταξιδεύει, σε καθηλώνει. Όλοι αυτοί, στην αρχή,  ήταν βέβαιοι πως είναι ένα ταχύτατο TGV τρένο που έτρεχε με τριακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Ακόμη κι αν δεν έτρεχε με 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, νόμιζαν ότι, καθισμένοι σε κάποιο από τα βαγόνια του, θα μπορούσαν να οργώσουν μεθοδικά το χώρο, προλαβαίνοντας να παρατηρήσουν το κάθε τετραγωνικό μέτρο που θα προσπερνούσε. Έτσι νόμιζαν, όταν πηδούσαν μες στα βαγόνια του. Μόνο την τελευταία στιγμή μπορούσες να καταλάβεις ότι το τρένο αυτό δεν προσπερνούσε ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό από αυτά που είχες διανύσει. Κι ότι σε ξαναγύριζε πίσω για να ξαναδείς, γραμμή προς γραμμή, πόντο με πόντο, την επιφάνεια της πεπατημένης που είχες καλύψει στο παρελθόν. Και δεν αρκούσε να καταλάβεις. Έπρεπε και να προλάβεις μ’ ένα σάλτο να ξαναβρεθείς στην αποβάθρα, αναστενάζοντας με ανακούφιση που γλίτωσες μια βασανιστική και άσκοπη διαδρομή. Γιατί, λένε, ο χρόνος τρέχει ιλιγγιωδώς και η ζωή είναι πολύ σύντομη για να την ξανασκέφτονται αντί να την ζουν. Θα πρέπει να είσαι απελπισμένος, να μην περιμένεις πια τίποτα να προλάβεις, να κάνεις ένα δεύτερο σάλτο και να ξανανέβεις πριν ξεκινήσει ξανά. Όπως ήμουν κι όπως έκανα εγώ. Δεν περίμενα τίποτα. Αν δεν είχα προλάβει, όμως, να κατέβω, την πρώτη φορά, δεν θα το καταλάβαινα.

Τέλος πάντων, από αυτά τα αργά ταξίδια κατά μήκος της πεπατημένης περιμένουν όσοι δεν πήραν το τρένο, γιατί πρόλαβαν και κατέβηκαν, να δουν τι σκεφτήκαμε και τι είδαμε εμείς που προλάβαμε να ξανανεβούμε. Περιμένουν τις αποκαλύψεις μας, αφού εικάζουν ότι θα τις καταθέσουμε σε έγκριτα περιοδικά που θα τους δείξουν όσα αδυνατούν να δουν. Χαμπάρι δεν παίρνουν πως είναι θύματα της αδράνειας που μας καταλαμβάνει, όταν ατυχήσουμε ή όταν αποτύχουμε πάνω από δέκα φορές…»
 [ΠΗΓΗ: Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, απόσπασμα από το μυθιστόρημά της ΓΥΝΑΙΚΕΣ ή ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ]

ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΜΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΗ ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
«… Ή μήπως μπορούσε; Ίσως αυτό να πίστευε ο Σκληρός και γι’ αυτό πάλευε. Ο Καβάφης, όμως, δεν είχε καμιά αμφιβολία για την αξεπέραστη τραγικότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων. Όπως βαθύτατα πίστευε, το αρχαίο δράμα είχε έρθει η στιγμή να δώσει τη θέση του στην τραγική ποίηση. Η τραγική ποίηση, ήταν φυσικό ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια, να χρησιμοποιεί, αντί για το μύθο, την Ιστορία. Πάνω της έπλεκε τις παραστάσεις της για να δείξει στους αναγνώστες της που θα μάθαιναν και θα απάγγελναν τα τραγικά ποιήματα, με ποιον τρόπο η μοίρα που την ορίζουν τα πάθη όχι των θεών, αλλά των ανθρώπων, είναι λειψή χωρίς τη συνεργασία της αβυσσαλέα ψυχής. Αφού χωρίς την ελευθερία να παραβιάζουμε τη μοίρα μας, τι θα ’ταν η μοίρα;

Αναρωτιόταν αν ο Σκληρός είχε σκεφτεί αυτό το μέγα ζήτημα της τραγικότητας. Σίγουρα, αλλά ασφαλώς, την απέφευγε. Γι’ αυτόν, δεν φαινόταν να υπάρχει πουθενά κάθαρση, που θα τον πήγαινε πάνω από την ενοχή. Και επομένως, το μόνο που έμενε και μετρούσε γι’ αυτόν ήταν μια ατελείωτη αυτοεξέταση και μια αέναη μεταμόρφωση του υπάρχοντος κόσμου. Επιζητούσε τη μεταμόρφωση του υπάρχοντος κόσμου γιατί δεν μπορούσε να φτιάξει ένα δικό του κόσμο. Δεν είχε το απαιτούμενο χάρισμα ούτε την όρεξη ή την κλίση γι’ αυτό. Ή μήπως είχε δίκιο και προείχε να αλλάξει ο υπάρχων και δεδομένος κόσμος; Ίσως. Αλλά πάλι, χωρίς τα τραγικά ποιήματα αυτό ήταν απολύτως αδύνατο.

Ξαφνικά, ένιωσε να συμπαθεί τον Σκληρό. Εκτός του ότι δεν είναι όμορφος, παραείναι ευαίσθητος. Επιμένει να θέλει να συμφιλιώσει πράγματα ασυμφιλίωτα, όπως είναι η αλήθεια του μέσα με την πραγματικότητα του έξω. Από παιδικό πείσμα κι από φόβο, ίσως επιμένει να αντιπροτείνει στην τραγωδία την συμφιλίωση. Τον κατανοεί. Δεν είναι άνθρωπος του ναι. Κάτι τέτοιοι, όπου και να τους βάλεις χωράνε, διότι δεν ξέρουν από εσωτερικούς κόσμους και δεν βασανίζονται. Όμως, οι άνθρωποι του όχι πουθενά δεν χωράνε, δεν έχουν πού να σταθούν. Αν είναι τυχεροί να έχουν γεννηθεί ποιητές, τότε φτιάχνουν ένα δικό τους κόσμο για να υπάρξουν. Αλλιώς είναι πλάνητες. Περιπλανώνται όπως ετούτος εδώ.

Στο τέλος της ομιλίας του, ο Καβάφης σφίγγει λίγο παραπάνω το χέρι του Σκληρού. Κακά τα ψέματα, η αλήθεια μέσα μας και η έξω πραγματικότητα, όσο και να προσπαθήσουμε, δεν συμφιλιώνονται. Οι αισιόδοξοι εθελοτυφλούν. Ο ασήμαντος εξωτερικός κόσμος, σπασμένος σε χίλια κομμάτια, δεν συμβιβάζεται με το ύψος του εσωτερικού μας κόσμου. Αυτός μόνον, με τη συνοχή και την απεραντοσύνη του, αγκαλιάζει την οικουμένη, της δίνει ενότητα και αθανασία…»


 [ΠΗΓΗ: Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, απόσπασμα από το μυθιστόρημά της ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ]