Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

ΚΑΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΚΑΠΟΤΕ ΠΑΛΙ ΔΥΟ ΤΡΕΙΣ ΣΤΙΧΟΙ. ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ:


Ω, ας είναι καλά ο άγγελος μου ο κατεβασμένος από κάποιο τέμπλο, θεός του ανέμου συνάμα κι Έρως και Γοργόνα, θα ’λεγες τον είχα κάνει πριν γεννηθώ ειδική παραγγελία. Με την ευλογία του παλαντζάρω καλύτερα τις φουρτούνες τις δικές μου και προχωρώ στις επικίνδυνες περιοχές, τα ύφαλα και τις κρυφονεριές, περασμένα μεσάνυχτα με αναμμένα τα δυο μου φωτάκια πρόσω ηρέμα…
Είναι φορές που αισθάνομαι βάρκα σε κήπο! Αχνές γάζες γαλάζιες ή μωβ με καλύπτουν από το ένα μέρος ενώ το άλλο μου ακόμη αναδίνει άρμη αιώνων, θα ’λεγες από πλαγίαυλο ανεβαίνει σμύρνα υάκινθων κι υγρή γλύκα Κυμοθόης. Αυτή η βάρκα είμαι εγώ.
Κι όταν λέω «εγώ» εννοώ τον ατέρμονα μετέπειτά μου. Δίχως τέλος…
Εμπρός λοιπόν για μια στιγμή ας παίξουμε ό,τι μας κατέβει από το νου: ζάρια, κουδούνια, πλόες, αγάπες, όστρακα. Και τα λάθη μας να τα βάζουμε κι αυτά στο λογαριασμό:
Φως από χαλαζία κυανόν της Παρθένου, Δυνάμεις πολλών ίππων σε κάτι σταλτό της ομορφιάς κιόλας φευγάτο, Δειλινό με σύννεφα όπως τ’ αποτυπώνει της ορτανσίας η ακοή, Τίμιο ξύλο από τη «Φτερωτή» στα μπλάβα, Διάφορα μυστικά στο πανέρι:
αρρεβωνιάσματα, βότσαλα των Σπετσών, καραμέλες κανέλας με ξυλάκι, περιστερο-γουργουρίσματα, Ως τα πέρατα του μικρου- μικρού μου καημού που ’χει της γης το φάρδος, Όπως βυθίζεται το σεντόνι μες τα μεσάνυχτα κι απομένουν ψηλά οι οροσειρές κομμένες με ψαλίδι, Τα χίλια πρόσωπα του ανέμου και το ένα του ανθρώπου…  
[στοχασμοί από τα ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ του Οδυσσέα Ελύτη για το ζωτικό χώρο της Ποίησης και τις κατακτήσεις στις οποίες μας οδηγεί , ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ, Ύψιλον/ βιβλία 1990 και με ΚΛΙΚ στο κολάζ του ποιητή ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ: γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος]  


ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ: ΓΙΑΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΠΟ ΚΕΙ ΠΟΥ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΞΗ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΧΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ:

Η αίσθηση του γυρισμού «των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν  ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά, στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω,  λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο αλλ’ ορθός, καθώς το θέλησα.
Ένας αμετανόητα ερωτευμένος,  που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης,  με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω-κάτω και περιμένω…

Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήξει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα, φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε, είναι μια κοπέλα, κάποτε πάλι, δυο τρεις στίχοι, πολλές φορές απλά και μόνο το καλοκαίρι.

Τα πιο ανεπαίσθητα σημάδια,  τα πιο αόρατα,
ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί,
που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο,
που μπαίνει απ’ το ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου-

πού βρέθηκε; από πού να ’ρχεται; - παίρνουν ολάκαιρη τη σημασία τους  λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να πείσουν ότι,  όπου να ’ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.
Να γιατί γράφω.  Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται.

Η ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον που είναι ο Θεός.
Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δεν γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκαιρος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους  και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρένων του Δήμου».

Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο
το μέρος που του ανήκει.
Να γιατί γράφουμε.
Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο,
τέτοιον που τον βρήκαμε.
Τον κόσμο της φθοράς
που, έρχεται κάποια στιγμή να δούμε
ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά,
με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός
για την Ανάσταση.

Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα,  σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. Κάποτε, είναι αλήθεια, μ’ εξαναγκάσανε και σ’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ από πού κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας.
Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει –αλλά παρ’ όλα αυτά το ξέρει- πως υπάρχει και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει, μήτε να την υπερβεί.
Θέλουμε, δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε.
Να από πού ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης…
(Στοχασμοί από τα ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ του Οδυσσέα Ελύτη για το ζωτικό χώρο της ποίησης και για τις κατακτήσεις στις οποίες μας οδηγεί)

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (πώς διδάσκεται η Ποίηση στα παιδιά)


Τα παιδιά από πολύ νωρίς έρχονται σε επαφή με τη λογοτεχνία, αφού τα νανουρίσματα εγκαινιάζουν τη σχέση τους με το ρυθμό, χαρακτηριστικό της ποίησης. Όμως η σχέση αυτή δε σταματά εκεί, καθώς μέσα από τα κάλαντα, τα μαντέματα,  τη δημοτική ποίηση, τα ταχταρίσματα και τα λαχνίσματα, τα παιδιά εξοικειώνονται με τον έμμετρο λόγο. Επιπλέον, στην καθημερινότητα τους, κατακλύζονται από τηλεοπτικές  διαφημίσεις και ποπ τραγούδια στα οποία κυριαρχεί ο ρυθμός. Αργότερα, στο σχολείο, διαβάζουν στην τάξη και απαγγέλλουν στις εορτές ποιήματα. Και ενώ όλα συνηγορούν θετικά ως προς μία στενή σχέση μεταξύ παιδιών και ποίησης, η πραγματικότητα καταδεικνύει το αντίθετο. Παρά την εξοικείωση τους με το ρυθμό, η ποίηση δε βρίσκεται σε περίοπτη θέση στις αναγνωστικές επιλογές των παιδιών. Αρκεί  μια ματιά σε μια παιδική βιβλιοθήκη ώστε να συνειδητοποιήσει κανείς την ανυπαρξία ή στην καλύτερη περίπτωση την περιορισμένη αριθμητικά ποσότητα  βιβλίων που σχετίζονται με τον ποιητικό λόγο. Τα εν λόγω βιβλία  δεν προτιμούνται ιδιαίτερα από τα παιδιά αλλά ούτε και από τους ενήλικες.  Οι τελευταίοι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη σχέση των παιδιών με την ποίηση καθώς είναι αυτοί  κυρίως που φροντίζουν για την αγορά των βιβλίων αλλά και αυτοί που με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, μεριμνούν για τη καλλιέργεια ποιητικής κουλτούρας [ο καθοριστικός ρόλος των ενήλικων στη σχέση των παιδιών με την ποίηση και κάποια πολύ ενδιαφέροντα βιβλία που θα μπορούσαν να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στη μύηση των παιδιών στο μαγικό κόσμο της Ποίησης παρουσιάζονται στην εργασία της Πολυξένης Πέσχου που αναρτήθηκε στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ] 



Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΣ:  
Οι περισσότεροι ενήλικες διακατέχονται από προκαταλήψεις απέναντι στον ποιητικό λόγο, τον οποίο συνήθως θεωρούν σκοτεινό, δύσκολο και ασαφή. Οι προκαταλήψεις αυτές, αναπόφευκτα, επηρεάζουν τη σχέση των παιδιών με τη συγκεκριμένη μορφή λόγου αφού δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι ενήλικες που δε διαβάζουν ποίηση δε θα φροντίσουν να μεταδώσουν  στα παιδιά την αγάπη γι’ αυτήν. Και είναι γεγονός πως όσο αυξάνεται η ηλικία των παιδιών, τόσο μειώνεται η αγάπη τους για τη ποίηση καθώς ο ποιητικός λόγος που απευθύνεται σε αυτά, από χιουμοριστικός και ομοιοκατάληκτος, γίνεται πιο συμπυκνωμένος, αφαιρετικός και πυκνός, κάτι που αναπόφευκτα δυσχεραίνει την προσέγγιση.

Για να ανατραπεί η δεδομένη κατάσταση, χρειάζεται οι ενήλικες να εμφυσήσουν στα παιδιά το ενδιαφέρον για την ποίηση.  Ένας έμμεσος αλλά αποτελεσματικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να  τα οδηγήσουν στην ποίηση μέσω του πεζού λόγου.  Τα παιδιά αγαπούν τον πεζό λόγο  καθώς προτιμούν τη δράση και την περιπέτεια ενώ αντίθετα ο ποιητικός,  κυρίως αυτός που χαρακτηρίζεται από αοριστία και ασάφεια, δεν τους είναι ιδιαίτερα προσφιλής. Η επαφή με την ποίηση μπορεί αρχικά να στηριχθεί σε βιβλία που γεφυρώνουν τις δυο μορφές λόγου. Τέτοια βιβλία, αν και ολιγάριθμα στην ελληνική εκδοτική παραγωγή, αξίζουν την προσοχή μας.

Στο βιβλίο της Αθηνάς Μπίνιου «Νικηφόρος Βρεττάκος. Το παιδί που έγινε ποιητής» επιχειρείται μια γνωριμία των νεαρών αναγνωστών με τη ζωή του Νικηφόρου Βρεττάκου αλλά και με την ποίηση του. Όπως δηλώνεται στο οπισθόφυλλο: Διαβάζοντας το, θα μάθεις πολλά για τη ζωή του μεγάλου Έλληνα ποιητή και πεζογράφου Νικηφόρου Βρεττάκου. Πράγματι, ο αναγνώστης μαθαίνει πολλά αφού κύριο μέλημα της συγγραφέως διαφαίνεται να είναι η αντικειμενική και ακριβή περιγραφή των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του ποιητή.  Προσπαθεί να παραθέσει πληροφορίες, γεγονότα και ακριβείς ημερομηνίες από σημαντικές στιγμές του Νικηφόρου Βρεττάκου. Στις ευχαριστίες μάλιστα δε παραλείπει να αναφερθεί στη σημαντική βοήθεια που διαδραμάτισε σε αυτό ο ξάδερφος της, και γιος του ποιητή, Κώστας Βρεττάκος…

Σχετικά με τις  μεταβάσεις από το πεζό κείμενο στα ποιητικά αποσπάσματα αξίζει να σημειωθεί πως γίνονται με ομαλό και άρτιο τρόπο. Διαβάζουμε: Μόνη διέξοδός του το όνειρο. Φανταζόταν πως πίσω από τα βουνά υπάρχει ένας ωραίος φωτεινός κόσμος-μα εκείνος δεν μπορούσε να τα περάσει.
Κι έπειτα διαβάζουμε τους στίχους του ποιητή:
Κι ένα βουνό
Είναι ένα ποίημα
Που σου γυρεύει να το ακούσεις
-Πλούτος, Η εκλογή μου.

Υπάρχουν πολλά αντίστοιχα παραδείγματα τα οποία φέρνουν τον αναγνώστη σε επαφή με ποιήματα αλλά και λόγια του ίδιου του ποιητή. Η αφήγηση της ζωής του ποιητή, ο πεζός λόγος της συγγραφέως, διαπλέκεται αρκετά συχνά με στίχους και λόγια του Νικηφόρου Βρεττάκου και η βιογραφική προσέγγιση συνδυάζεται με την ποίηση. Επιπλέον, τα διακοσμητικά σκίτσα της Φωτεινής Μπίνιου, συνοδεύουν με τρυφερότητα το κείμενο ενώ στο επίμετρο υπάρχει φωτογραφικό υλικό.

Στο «Νικηφόρος Βρεττάκος: Το παιδί που έγινε ποιητής» ο ρεαλισμός κυριαρχεί αν και το τελευταίο κεφάλαιο «Σαν επίλογος- Η φιλοσοφία των λουλουδιών» διακατέχεται από το ονειρικό στοιχείο και τους συμβολισμούς.  Διαβάζουμε πως «Κάθε ποίημα αυτής της ποιητικής συλλογής είναι από μόνο του ένας κήπος»    και ότι » Χρειάζονται καρδιά που να αφουγκράζεται τη ρυθμική  ανάσα των λουλουδιών». Το βιβλίο τελειώνει με την ιστορία του Αντρέα, μαθητή που ακούγοντας το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου: «Η ειρήνη, ο Ιησούς και το πουλί» μεταφέρθηκε νοερά σε ένα αντίστοιχο -με το ποίημα- σκηνικό. Η συγκεκριμένη ιστορία επιφέρει την αναγκαία μετάβαση από το ρεαλιστικό επίπεδο του βιβλίου και τη βιογραφική προσέγγιση, στη βαθύτερη ουσία της ποίησης, της απόδειξης πως» Η ζωή είναι ωραία».

Στο «Ταξίδι του Φερεϋντούν»,  η προσέγγιση κινείται σε διαφορετικό πλαίσιο. Δεν είναι μόνο η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, οι συχνές αποστροφές στον αναγνώστη και οι παρουσία διαλόγων που προσδίδουν ιδιαίτερη ζωντάνια στο κείμενο. Με αφορμή τη ζωή του Πέρση ποιητή Φερεϋντούν – τον οποίο τυγχάνει να γνώρισε προσωπικά ο συγγραφέας- χτίζεται ένα αισιόδοξο παραμύθι όπου σύμβολα και όνειρα πλέκονται για να μιλήσουν με ειλικρίνεια. Γιατί «Το ταξίδι του Φερεϋντούν» δε μιλά μόνο για την ποίηση, μιλά και για τον πόλεμο.

Ο μικρός Φερεϋντούν από το Χοραμσάρ της Περσίας αγαπούσε να παίζει με το χαρταετό του, που «πετούσε περήφανος ανάμεσα σε πραγματικά πουλιά». Μια μέρα το παιχνίδι σταματά απότομα καθώς οι χαρταετοί «άρχισαν να κάνουν απότομες βουτιές κι ύστερα, όταν τα σχοινιά τους κόπηκαν, έπεσαν κάτω στο έδαφος». Είναι τότε που ο πόλεμος εισβάλει στη ζωή του Φερεϋντούν και χάνει τους γονείς του. Αλλά ο μικρός δε χάνει την αισιοδοξία του. Με οδηγό τις συμβουλές των γονιών του, οι οποίοι τον επισκέπτονται στα όνειρά του, κατορθώνει να βρει το δρόμο του. Συντροφιά και σύμμαχο έχει τον κόκκινο χαρταετό του -που πλέον μόνο αυτός βλέπει- αλλά και το βιβλιαράκι του, αυτό που «όλες του οι σελίδες ήταν ολόλευκες. Πουθενά δεν υπήρχε γραμμένη έστω καιν μια λέξη». Στο βιβλιαράκι αυτό με τίτλο «Το ταξίδι της ζωής», ο μικρός ήρωας κατέγραφε τα βιώματα και τις εμπειρίες  του.

Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, ο Φερεϋντούν στη προσπάθεια του να ξεφύγει από τον πόλεμο, μας ταξιδεύει σε διάφορα μέρη. Ο αναγνώστης, μαζί με το μικρό ήρωα, διασχίζει την Περσία και μαθαίνει για πόλεις όπως η Χαμαντάν «που στην αρχαιότητα ήταν η πόλη Εκβάντα», για τη λίμνη Ουρμία που  «φημίζεται πως είναι η πιο αλμυρή λίμνη στον κόσμο» αλλά και για τη «σχεδόν κοινή ιστορία» Ελλήνων και Περσών που δυστυχώς «οι Πέρσες, όσο και οι Έλληνες ξεχάσαμε». Διαβάζουμε ότι «η Περσία, ονομάστηκε έτσι από τον Πέρση, τον πρωτότοκο γιο του Περσέα και της Ανδρομέδας» και  πως «στην Αρχαιότητα πολεμούσαμε ο ένας λαός τον άλλον».

Ο Φερεϋντούν, «με γεμάτο το βιβλιαράκι από εμπειρίες και γνώση» τελικά, μετά από πολύ κόπο, κατόρθωσε να φτάσει στην Ελλάδα, στο νησί Σάμος, όπου γνώρισε τον Γιάννη Ρίτσο. Η στιγμή της γνωριμίας διαφαίνεται καθοριστική για τον Φερεϋντούν αφού εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος  γι’ αυτόν.  Μαθαίνει «τα νέα και     τ’ αρχαία ελληνικά καλύτερα κι απ’ τους ίδιους τους  Έλληνες» και έτσι τον «ονόμασαν επίσημα Έλληνα». Σ’ αυτό τον βοήθησαν πολλοί άνθρωποι μεταξύ των οποίων ο Γιάννης Ρίτσος, ο Αντώνης Σαμαράκης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Τίτος Πατρίκιος και η Κική Δημουλά. Καθώς η ιστορία βαίνει προς το τέλος της, προβάλλει η ποίηση. Το βιβλιαράκι του Φερεϋντούν «δεν ήταν ένα απλό ημερολόγιο» αλλά ήταν η ποίηση του ίδιου «γιατί το ταξίδι της ζωής είναι η πιο σπουδαία ποίηση».

             Θα ήταν παράλειψη να μη γίνει αναφορά στην αισθητική προσέγγιση της ιστορίας. Οι ολοσέλιδες ζωγραφιές της Φιρουζέ Αχλαγί – συνοδευόμενες με λεζάντες- πλαισιώνουν με ευαισθησία το θέμα και τα χρώματα συμπορεύονται με τις ψυχικές διακυμάνσεις του ήρωα. Επιπλέον, διακοσμητικά σκίτσα – χαρταετοί, πουλιά, κ.α – εμπλουτίζουν τις σελίδες με στοιχεία της ιστορίας.  Όμως η αισθητική προσέγγιση δεν εξαντλείται στις ολοσέλιδες ζωγραφιές και στα διακοσμητικά στοιχεία εντός κειμένου. Οι ταπετσαρίες με γαλάζιο χρώμα μετατρέπονται σε ουρανό όπου ο μικρός ήρωας πετά τον χαρταετό του ανάμεσα σε στίχους.

Πέρα από την αισθητική προσέγγιση, αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει το επίμετρο όπου υπάρχει βιογραφικό του ποιητή, φωτογραφίες, στίχοι και χρονολόγιο με σημαντικά γεγονότα της ζωής του. Οι πληροφορίες αυτές, χρήσιμες για παιδιά αλλά και εκπαιδευτικούς, δοσμένες στο επίμετρο, καταφέρνουν να μη διαταράξουν την παραμυθένια διάσταση της ιστορίας. Επίσης, ενισχύουν την παρουσία της ποίησης καθώς πλέον η έμφαση μετατοπίζεται από τον πρόσφυγα Φερεϋντούν στον ποιητή Φερεϋντούν.
Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου βιβλίου έγκειται στη συνδυαστική προσέγγιση αντιθετικών θεμάτων. Η αληθινή ζωή, ο ρεαλισμός,  ο πόλεμος, παντρεύονται με τη φαντασία, το όνειρο και την ποίηση. Πρόκειται για ένα παραμύθι όπου κυριαρχεί η ιδέα -ακόμα και αν δε δηλώνεται άμεσα- πως η ποίηση μπορεί να προσφέρει μια ελπιδοφόρα στάση απέναντι στη ζωή.

Στο επόμενο παραμύθι με τίτλο «Ο μαγικός κόσμος του Φεδερίκο»,  ήρωας είναι ο ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Σωτήρης Τριβιζάς έχει μεταφράσει         -μεταξύ άλλων- και ποιήματα του Λόρκα. Η συγκεκριμένη όμως περίπτωση διαφέρει από τις μεταφραστικές του προσεγγίσεις. Με σεβασμό, που πηγάζει από τη βαθιά γνώση της ποίησης του Λόρκα, ο Τριβιζάς προσεγγίζει το συγκεκριμένο ποιητή προσφέροντάς μας ένα παραμύθι όπου κυριαρχεί το χρώμα, η μουσική και η ποίηση.
Οι μικροί αναγνώστες του εν λόγω παραμυθιού, θα περιπλανηθούν στα γνώριμα «μονοπάτια» του Λόρκα και θα γνωρίσουν το μέρος όπου μεγάλωσε ο ποιητής αλλά και βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη ζωή και το έργο του. Το παραμύθι ξεκινά με το μικρό Φεδερίκο να το σκάει από το σπίτι του και να χάνεται. Περιπλανιέται σε λίμνες, χωράφια, ελαιώνες, δάση και ποτάμια. Στη προσπάθειά του να βρει το δρόμο της επιστροφής θα έρθει σε επαφή με πλάσματα, ζώα και έντομα. Η φύση συμμετέχει και αυτή συνθέτοντας ένα ονειρικό σκηνικό.

Πρόκειται για ένα παραμύθι όπου κυριαρχεί η μαγεία -όπως δηλώνεται άλλωστε και στον τίτλο- και απουσιάζει ο διδακτισμός. Μέσα από την εξιστόρηση αυτής της μονοήμερης περιπέτειας του μικρού ήρωα, ο αναγνώστης όχι μόνο έρχεται σε επαφή με τη ζωή του Λόρκα αλλά και με ποιήματά του. Όσο αφορά τις πληροφορίες για τη ζωή του, αυτές  μόνο έμμεσα δίνονται στο μικρό αναγνώστη. Διαβάζουμε πως «Βάδιζε ξυπόλυτος ανάμεσα στις θημωνιές, σφυρίζοντας ανέμελα μια μελωδία που είχε ακούσει να παίζει η μητέρα του στο πιάνο, σωπαίνοντας πότε-πότε για ν’ ακούσει το τραγούδι των πουλιών. Έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε πολύ μακριά από το αγρόκτημα του πατέρα του». Από το σύντομο αυτό απόσπασμα, ο μικρός αναγνώστης πληροφορείται για το οικογενειακό περιβάλλον του Λόρκα, την αγάπη της μητέρας του για τη μουσική αλλά και τις αγροτικές ενασχολήσεις του πατέρα του.

Στην παρούσα περίπτωση, τίποτα δε μοιάζει τυχαία τοποθετημένο στο παραμύθι. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις πληροφορίες που αφορούν τη ζωή του Φεδερίκο. Τα ποιήματα ενσωματώνονται και αυτά στα πλαίσια του παραμυθιού με τρόπο που να ευνοούν την εξέλιξη της ιστορίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο χτίστηκε το παραμύθι είναι τα ποιήματα. Με υλικό τα ποιήματα του Λόρκα που περιέχονται στο βιβλίο, ο συγγραφέας εμπνεύστηκε ένα παραμύθι που περιλαμβάνει και στοιχεία από τη ζωή του ποιητή. Το μέρος που μεγάλωσε, η Ανδαλουσία, η φύση και η αγάπη για τη μουσική προβάλλουν διαρκώς όχι όμως με  σκοπό να πληροφορήσουν. Η απουσία χρονολογιών ενισχύει την άποψη πως ο συγγραφέας δε θέλησε να μεταφέρει γνώσεις αλλά την αίσθηση της ποίησης του Λόρκα. Οι ενήλικοι αναγνώστες του Λόρκα, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα νιώσουν να προβάλλει στα μάτια τους η  ίδια η ποίηση του. Και είναι αυτή η επιτυχία του βιβλίου, να καταφέρνει ο συγγραφέας να μεταφέρει την ποιητική ατμόσφαιρα με τόσο έμμεσο και αβίαστο τρόπο, με τρόπο παραμυθένιο.

Οι εικόνες παίζουν σημαντικό ρόλο στο «Μαγικό κόσμο του Φεδερίκο». Το παιδί γίνεται αναγνώστης-θεατής καθώς οι εικόνες καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση αλλά ταυτόχρονα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της αφήγησης. Η εικονογράφηση της Ίρις Σαμαρτζή κινείται σε παραμυθένιες διαστάσεις που συνεπαίρνουν τον αναγνώστη-θεατή καθώς του μεταφέρουν την ονειρική διάσταση της ποίησης του Λόρκα. Η έκδοση συνοδεύεται από CD που περιλαμβάνει πέντε μελοποιημένα ποιήματα του Λόρκα σε μουσική Δημήτρη Μαραμή και ερμηνεία Θοδωρή Βουτσικάκη ενώ η αφήγηση πραγματοποιείται από τον Πασχάλη Τσαρούχα. Πρόκειται συνεπώς για μια βαθιά και πολυδιάστατη προσέγγιση του Λόρκα, τόσο σε επίπεδο λογοτεχνικό όσο εικαστικό και μουσικό.

Εμπνευσμένα από ποιήματα είναι και τα παραμύθια του Αλέξη Κυριτσόπουλου που κυκλοφορούν από τον Ίκαρο σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη. Πρόκειται για τη σειρά «ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΑ… ποιητές της γενιάς του ’30». Η σειρά περιλαμβάνει τέσσερα βιβλία στα οποία η ποίηση αναβλύζει τόσο μέσα από τις λέξεις όσο και από τις εικόνες.

Το πρώτο βιβλίο της σειράς με τίτλο «Λίγο Ακόμα… ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη»  μας μεταφέρει στην ποίηση του Σεφέρη, ποίηση όχι και τόσο εύκολη για παιδιά. Ο Κυριτσόπουλος όμως καταφέρνει μέσα από τη σταχυολόγηση στίχων να συνθέσει το δικό του λιτό παραμύθι με βασικά μοτίβα του ποιητικού ύφους αλλά και της προσωπικότητας του ποιητή. Ήρωας ένα παιδί που με τις αφηγήσεις του παππού του αλλά και τη δική του φαντασία για οδηγό ταξιδεύει και καταφέρνει να πετύχει το όνειρό του, «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η ποίηση του Σεφέρη συμπυκνώνεται σε ένα παραμύθι λιτό, ονειρικό και αισιόδοξο ταυτόχρονα καθώς όνειρο του ήρωα -όπως και του ποιητή- είναι «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».

             Η δεύτερη σύσταση που επιχειρείται μέσω της σειράς είναι αυτή με τη ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου. Στο βιβλίο με τίτλο «Βεγγαλικά… ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου»  ο μικρός ήρωας στολίζει τον ουρανό με πυροτεχνήματα και ποιήματα. Πολύχρωμος και μαγικός ο ουρανός του μικρού πρωταγωνιστή όπως πολύχρωμη και μαγική υπήρξε η ζωγραφική και η ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου. Αφορμή για το βιβλίο αποτέλεσε κατά βάση το ποίημα «Περί Ύψους» για το οποίο ο συγγραφέας-εικονογράφος αναφέρει: » Όταν διαβάζοντας τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου έφτασα στο ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ, σαν να ξεπήδησε μπροστά μου ο ίδιος ο Εγγονόπουλος.» Κάπως έτσι φαντάστηκε λοιπόν ο Κυριτσόπουλος τον ποιητή, πυροτεχνουργό που στολίζει τον ουρανό με χρώματα και ποίηση.

Στη σειρά δε θα μπορούσε να μην περιλαμβάνεται ο Ρίτσος, ποιητής ο οποίος έγραψε και για παιδιά. Η ποίηση του Ρίτσου εμπνέει στον Κυριτσόπουλο το παραμύθι «Οι περιπέτειες της Ρόζας… Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου». Ο συγγραφέας-εικονογράφος αναφέρει για τη πηγή έμπνευσής του: «Ο βαρύς χειμώνας, τα μαύρα σύννεφα, η άνοιξη, όλα στριμώχνονται να χωρέσουν στο χείμαρρο των ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου. Ζήτησα την άνοιξη. Ωστόσο παραμονεύουν σύννεφα που δεν ξεδίψασαν και που τα τραγούδια δεν ξορκίζουν. Πρώτη μου συντροφιά σ’ αυτή την αναζήτηση στάθηκε η ανθολογία των ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου από τη Χρύσα Προκοπάκη. Χρειάστηκε όμως να ανατρέξω στο σύνολο του έργου του για να έχω τη δική μου γνώμη. Από δίπλα και η βιογραφία του ποιητή από τον Παντελή Πρεβελάκη. Τριγύρισα και σε άλλα βιβλία· μέχρι και στις Μεγάλες προσδοκίες του Ντίκενς για να θυμηθώ πώς περιγράφει την κυρία Χάβισαμ.» Από την περιδιάβαση στη ποίηση του Ρίτσου προέκυψε το παραμύθι αυτό με ηρωίδα τη Ρόζα. Η Ρόζα ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και τις αλλαγές που αυτός επιφέρει. Φτιάχνει ένα χιονάνθρωπο. κυνηγά μια πεταλούδα, συναντά την κυρία Φαίδρα. Όπως και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, λόγος και εικόνες χαρακτηρίζονται για τη λιτότητά τους και το ονειρικό στοιχείο.

Το τέταρτο βιβλίο της σειράς, «Πηγαινέλα στα σύννεφα… Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη», είναι αφιερωμένο στη ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη. Ήρωας ο μικρός Αλέκος (ενδεχομένως πρόκειται για αυτοαναφορικό στοιχείο) που κοιτά έξω από το παράθυρο του. Ξαφνικά η πόλη γεμίζει  πουλιά. Τα πουλιά φεύγουν και έρχονται τα όνειρα. Είναι τότε που το σκηνικό γεμίζει με σκάλες. Ο μικρός Αλέκος ανεβαίνει σε μια από αυτές και βλέπει από ψηλά την πόλη του. Σκαρφαλώνει στα σύννεφα και πέφτει στη θάλασσα που γεμάτη παιχνίδια γίνεται γέφυρα επιστροφής. Πρόκειται για ένα παραμύθι που περισσότερο από τα υπόλοιπα, χαρακτηρίζεται από νοσταλγικό τόνο για τη χαμένη παιδική ηλικία. Παιχνίδια, χρώματα, όνειρα και φαντασία δένουν αρμονικά σε μια πανδαισία που από μέσα της αναβλύζει η υπερρεαλιστική γραφή του Σαραντάρη.

Η πολυβραβευμένη σειρά χαρακτηρίζεται για την αισθητική της καθώς πρόκειται για προσεγμένες εκδόσεις που όμως καταφέρνουν να εντυπωσιάσουν μέσα από την απλότητά τους. Η λιτότητα κειμένου και εικόνας προσδίδει ξεχωριστή νότα καθώς ο μικρός αναγνώστης-θεατής δεν γίνεται μόνο δέκτης αλλά και συμπαίκτης. Καλείται μέσα από την αφαιρετικότητα που χαρακτηρίζει το βιβλίο να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά που σκόπιμα αφήνονται.

Τα παραδείγματα που ενδεικτικά αναφέρθηκαν καταδεικνύουν την πολυτροπικότητα που μπορεί να λάβει η ιδιοποίηση του έργου ποιητών. Από τη βιογραφική προσέγγιση ενός ποιητή έως τη μεταγραφή στίχων σε παραμύθι, όλες οι παραπάνω περιπτώσεις περιέχουν μέσα τους τη σπίθα της ποίησης. Άλλοτε με τρόπο φανερό -και δηλωτικό των προθέσεων του δημιουργού- και άλλοτε με τρόπο που δεν επιδιώκει κάτι πέρα από το παιχνίδι ή το ταξίδι, καταφέρνουν να μεταφέρουν στα παιδιά την ποιητική ατμόσφαιρα. Σε αυτό σύμμαχος είναι και η εικόνα, συνηγορώντας στην άποψη πως πολλές φορές  -αν κρίνουμε και από την περίπτωση της σειράς «ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΑ… ποιητές της γενιάς του ’30» – λέει περισσότερα απ’ όσα μπορούν να πουν οι λέξεις. Κείμενο και εικόνα συνεπώς γίνονται γέφυρες που παίρνοντας από το χέρι το μικρό αναγνώστη-θεατή θα τον οδηγήσουν στα μονοπάτια της ποίησης. Αν στο παρελθόν υπήρχαν βιβλία αντίστοιχης θεματικής με τα παραπάνω, ίσως ο αριθμός των ενήλικων αναγνωστών ποίησης να ήταν μεγαλύτερος στις μέρες μας. Στο μέλλον θα φανεί κατά πόσο ανάλογες προσπάθειες θα μπορέσουν να συμβάλλουν στη συγκρότηση ποιητικής εγγραματοσύνης. Όπως και να ‘χει, ανεξάρτητα της συμβολής τους σ’ αυτό, τις έχουμε ανάγκη στον ελληνικό χώρο.
[ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ Πολυξένη Πέσχου – αναρτήθηκε στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ηλεκτρονικό περιοδικό για το Βιβλίο και τις Τέχνες]

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΟΙΟΣ ΕΠΙΛΕΓΕΙ ΠΟΙΟΝ; Μύθοι κι άλλα κλισέ περί ΦΥΛΩΝ, ΦΥΛΛΩΝ και ΦΙΛΩΝ!.. (πάνω χέρι, κάτω χέρι):


Ο Πάνος Θεοδωρίδης ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου 2003 βλέπει με δική του (ισχυρή; αδύναμη;) εσωτερική εστίαση πρόσωπα και πράγματα, φύλα και φίλους και συμπεραίνει «είναι σοφό να υποστηρίζεις ένα κλισέ, παρά να προσπαθείς να το ξεπεράσεις» Ιδού ο αρχικός συλλογισμός του:  
«Είναι ευρύτατα διαδεδομένο κλισέ (το οποίο με κάνει να κουνώ επιδοκιμαστικά την κεφάλα μου όποτε πέφτει σε μια παρέα) ότι οι γυναίκες διαλέγουν τους άνδρες και με πονηριά ή σωφροσύνη τους αφήνουν να πιστεύουν ότι αυτοί διαλέγουν. Κατ΄  αρχάς συμφωνούμε όλοι, και οι γυναίκες και οι άνδρες, αλλά και τα ελάφια, οι βράχοι, οι συνασπιστές, η άσφαλτος και τα λάστιχα των αυτοκινήτων ότι σε καμία περίπτωση δεν επιλέγουν οι άνδρες. Ο τελευταίος άνδρας που είχε τέτοια ψευδαίσθηση ήταν μάλλον ο θεός Δίας, γι’ αυτό και τον εκθρόνισαν πριν από πολλά, πράγματι πολλά χρόνια. Αλλά η άλλη άκρη του συλλογισμού δεν είναι τόσο αυταπόδεικτη. Όπως μεταξύ άνδρα και γυναίκας υπάρχει «η» άνδρας, «ο» γυναίκας, «η» άνδρα, «ο» γυναίκα, η μη γυναίκα, ο μη άνδρας, η αφαλατωμένη, ο κάπονας κι άλλα εξηντατέσσερα είδη, στα οποία ανήκουμε οι περισσότεροι των ανθρώπων, είμαστε ενωμένοι πάντως υπό το ψευδεπίγραφο δίδυμο «άνδρας - γυναίκα» με το οποίο και συνεννοούμεθα. Κάτι σαν εθνικό κράτος που κρύβει τις εσωτερικές του τοπικές ιδιαιτερότητες…» [συμφωνείτε ή διαφωνείτε έως εδώ, υπάρχουν και οι… λεπτομέρειες ανάπτυξης πριν… το «ξεσηκωμό» με ΚΛΙΚ στην εικόνα με το συμβολικό για την περίπτωση τίτλο «Η ΔΕ ΓΥΝΗ ΝΑ ΦΟΒΗΤΑΙ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ». Λοιπόν, Ο Τσοπάνης διαλέγει το πρόβατο που θα σφάξει ή το πρόβατο προσφέρεται οικειοθελώς; ]



Ο ΤΣΟΠΑΝΗΣ ΔΙΑΛΕΓΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΣΦΑΞΕΙ ή ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ ΟΙΚΟΙΟΘΕΛΩΣ
Πριν κουνήσω με ενθουσιασμό την γκλαβα μου ακούγοντας ότι οι γυναίκες με διαλέγουν, σκέφτομαι ιδιοτελώς ότι αυτό ενθουσιάζει τις γυναίκες, επειδή δίνει μιά εσάνς παραφοράς και κύρους στις όποιες επιλογές τους. Είναι σα να λέμε το αυταπόδεικτο «ο τσομπάνης διαλέγει το πρόβατο που θα σφάξει», αλλά να εννοούμε ότι «το πρόβατο, με την ειδική ματιά που φυλάει για την περίσταση, επιλέγεται από τον τσομπάνη αυτομάτως, ενώ ο άλλος πιστεύει ότι το επιλέγει από μόνος του».

Πρώτη πατάτα.

Η δεύτερη, και καφτή, έχει να κάνει με την πραγματικότητα, που ως γνωστόν, είναι ένα τρομερό μίγμα φαντασιώσεων, υπερβολής, τρελαμάρας και άγχους.
Γιατί πρέπει ο άνδρας να μη καταλάβει ότι δεν επιλέγει αυτός;
Διότι, λένε σοφές πεθερές και κακοπαθημένοι συνάδελφοι, τότε του πέφτει η μύτη και όλα τα σχετικά. Θεωρείται μπούλης, μπεμπέκος, αφρόψαρο, ελεμές, σασκίνης, γουστερίτσα και γυναικωτός. Ενώ όταν διαλέγει ο ίδιος είναι μεταξύ Ροβύρου και Γουλιέλμου των κατακτητών. Και ποιό είναι το αποτέλεσμα; Είναι ψηλομύτης. Αν εσείς βγάζετε λογικό συμπέρασμα από όλα αυτά, μάλλον είστε ρινότμητοι.
Με λίγα λόγια, όταν ένας μύθος είναι σωστός, δεν γίνεται αυτομάτως και νόμος. Παραμένει στην ψύχα του πεισματικά, μύθος.
Ο άνδρας δεν επιλέγει τις γυναίκες επειδή δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι μπορεί.
Δεν έχει υποστεί καμία σχετική εκπαίδευση. Απεναντίας, του έχουνε εμφυσήσει την αίσθηση ότι είναι κυνηγός

Άλλη βλακεία.

Είναι απλώς διαθέσιμος για τάβλι ή κάτι παρόμοιο που ροκανίζει τον καιρό του, ανά πάσα στιγμή και με κάθε ευκαιρία. Μόλις αποκτήσει αίσθηση των ορίων του, του χρόνου και του σώματός του, γίνεται μια κλασική ανθρώπα, που επισύρει την περιφρόνηση των άλλων κυνηγών. Και αυτομάτως γίνεται μη επιλέξιμος. Από κανέναν.
Έχουν συζητήσει πάρα πολλές φορές, πάρα πολλοί άνθρωποι επί του θέματος. Και έχουν βγάλει το αυτονόητο συμπέρασμα ότι είναι σοφό να υποστηρίζεις ένα κλισέ, παρά να προσπαθείς να το ξεπεράσεις.
Μας διαλέγουν; Ε, και λοιπόν; Κατ΄αρχήν είναι επιλογή, όχι έγκριση.
Διότι δεν μας εγκρίνουν.
Ο, τι και να κάνουμε ή να μη κάνουμε.
[Πάνος Θεοδωρίδης Ανήμερα Αγίου Βαλεντίνου, 2003.]

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ ΧΝΟΥΔΙ (και κάνει τα τζάμια αόρατα):


Θα μπορούσε να είναι η κυρία Ντά­λο­γου­ε­ϊ, που δραπέτευσε από το βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ και βγήκε για την καθημερινή της τσάρκα. Η θηλυκή εκδοχή του Λεοπάλδου Μπλουμ.  Συ­νο­πτι­κό­τε­ρη και γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρη. Απολύτως ακατάλληλη για όσους με τα βιβλία επιθυμούν να αντικαταστήσουν τα βαράκια του γυμναστηρίου και για τους άλλους που δεν θα δίσταζαν να αράξουν στην παραλία με τον «Οδυσσέα» στα γλιστερά από το αντηλιακό χέρια και τά­χα δεν προ­σέ­χουν όλη της εκτεθειμένη γύμνια. Τόσο απορροφημένοι στην ανάγνωση. Τρύ­πω­σε η Βιρ­τζί­νια στον λογοτεχνικό κα­νό­να τον ανδροκρατούμενο. Είχε φαίνεται δικό της δωμάτιο. Έσκασε ο ανυπέρβλητος ο Τζόυς απ’ το κακό του που δεν θα είναι μόνος να απολαμβάνει τις δάφνες του βιβλίου που όλοι ξέρουν και κανείς δεν άντεξε να το τελειώσει.
Αυτή δεν ήταν ο Λεοπόλδος Μπλουμ. Θα μπορούσε ωστόσο να είναι η κυρία Ντά­λο­γου­ε­ϊ. Έκανε κάθε μέρα την ίδια διαδρομή. Κάθε μέρα με διαφορετικό φόρεμα.. Όλα χρωματιστά, φανταχτερά και κραυγαλέα. Και το κραγιόν της κατακόκκινο. σε απόλυτη ανισορροπία με την ηλικία της και τις επιταγές της μόδας, αλλά και με την ηρωίδα πρότυπο. Στη λαϊκή για φρούτα. Στο σούπερ-μάρκετ κάποια απαραίτητα, και την καθημερινή μικρή σοκολατίτσα (για τους πολέμιους των υποκοριστικών να σημειωθεί ότι εδώ είναι απαραίτητο λόγω μεγέθους, τιμής και δίαιτας). Τέλος στο περίπτερο. Μια τοπική εφημερίδα, χαμηλής κυκλοφορίας. Με τις τσάντες στα χέρια και την εφημερίδα στη μασχάλη πήγαινε στο μικρό καφενεδάκι. Απόμερο και συμπαθητικό. Από αυτά που η καλημέρα συνοδεύεται από φιλική προσφώνηση γιατί σε ξέρουν. Δεν είσαι μόνο το αντίτιμο ενός καφές. Από αυτά… [Ήξερε πως την παρακολουθούνε, γι’ αυτό το έκανε αργά, βασανιστικά αργά, όπως ο Τζόυς… Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ της ιστορίας «Μπονζάι» μετά τη διαφήμιση της εικόνας με διπλό ΚΛΙΚ στις λέξεις της Γιώτας Αναγνώστου]  



ΗΞΕΡΕ ΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΕ (γι’ αυτό το έκανε αργά, βασανιστικά αργά, όπως ο Τζόυς):
Ζητούσε έ­ναν σκέ­το και άνοι­γε πρώτα τη σο­κο­λα­τί­τσα, μετά την εφημερίδα. Δι­ά­βα­ζε τα ζώδια. Φρικτή η σημερινή ημέρα για «λο­γο­τέ­χνες». Δι­ά­βα­ζε και χαμογελούσε. Ρουφούσε τον καφέ. Αντάλλασσε κουβέντες με τον καφετζή. Άφηνε ένα κέρμα στο τραπεζάκι και σημάδια απ’ το κραγιόν της στο φλιτζάνι. Μάζευε τα πράγματά της. Ίσιωνε τις πτυχές απ’ το φόρεμα. Έφευγε. Ήξερε πως την παρακολουθούνε.

        Στο σπί­τι άνοιγε τις κουρ­τί­νες για να τη βλέ­πει καλύτερα. Μα­γεί­ρευ­ε. Τί­να­ζε. Σκού­πι­ζε. Τέ­λος έπαιρνε την εφημερίδα που εκείνος έγραφε μόνο γ’ αυτή, τη δική του Οδύσσεια  σε δό­σεις λέ­ξε­ων κα­θο­ρι­σμέ­νου εκ των προτέρων αριθμού. Την πατσαβούριαζε. Στο άλλο χέρι το AJAX. Έτσι καθάριζε τα τζά­μια της. Στον δικό της λογοτεχνικό  κα­νό­να δεν θα έμπαινε πο­τέ. Μπορεί δωμάτιο  δι­κό της να μην είχε και έτσι μοιραία δεν ανάπτυξε κα­νέ­να συγ­γρα­φι­κό τα­λέν­το. Μπορεί οι άρρενες γρα­φιά­δες να θεωρούν πως τους ανήκουν όλες οι θέ­σεις του κα­νό­να ακόμα κι αν πρό­κει­ται για πό­λεις επαρχικακές, μι­κρού­λες, όπου το μέ­γε­θος αποκαλύπτεται από τα δεδομένα της  τε­λευ­ταί­ας α­πο­γρα­φής και κά­νει απαραίτητο για την ακρίβεια του λό­γου και το υποκοριστικό αυτό. Αλλά τι στο διάβολο οι αναγνώστες στη μεγάλη τους πλειοψηφία, την τεράστια (να κι ένα μεγεθυντικό για την αντίστιξη), είναι γυναίκες. Τώρα προέχει ο θάνατος του συγγραφέα. Ένα πατσαβουριασμένο φτη­νό χαρτί πο­τι­σμέ­νο AJAX μες τα χέ­ρια της. Ετούτη τη στιγ­μη ο θά­να­τος η πιο με­γά­λη ευτυχία και τζά­μια αόρατα να μην εμποδίζει τί­πο­τα την αδιακρισία

        Ή­ξε­ρε πως την παρακολουθούσε, γι’ αυτό το έκανε αργά, βασανιστικά αργά, όπως οΤζό­υς.

[Πη­γή:  Γι­ώ­τα ­να­γνώ­στου, Η Εφημερίδα δεν αφήνει χνούδι. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ, Η Αισθητική του Μικρού (ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδική ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ]

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2018

ΣΥΛΛΕΓΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ, ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΑΝ ΣΦΡΑΓΙΔΟΛΙΘΟΥΣ, ΠΑΣΧΙΖΕΙ Ν’ ΑΝΑΣΤΗΣΕΙ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΕΝΟΤΗΤΑΣ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΕΧΕΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ:


Από τη στιγμή που στρέφεται στα μύχια της κοινότητας, το πρώτο πράγμα που συνειδητοποιεί με παλμό καρδίας ο Παπαδιαμάντης είναι ότι τα πάντα γύρω του, έμψυχα αλλά και άψυχα, του αφηγούνται ιστορίες. Τα έρημα γιαλόξυλα, ασπρουδερά και σαπρά, λείψανα παλαιών αγνώστων ναυαγίων διηγούνται «αφώνους ιστορίας συμφορών και πνιγμών και ολέθρου» Στο βραχώδες Δρασκαλειό, «κάθε βράχος διηγείται μίαν ιστορίαν των μαθητικών μας χρόνων». Όσο για το λαζαρέτο, «έμεινεν ερείπιον, διηγούμενον εις τον εννοούντα την μυστηριώδη γλώσσαν του επισκέπτη».
Η διάκριση είναι σαφής: η διήγηση ψιθυρίζεται σαν πολύκλωνο μουρμουρητό, αλλά δεν είναι για όλα τα ώτα, ζητάει ειδικό αποδέκτη, τον «εννοούντα», που εξάπαντος πρέπει να είναι μέλος της κοινότητας. Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί την παπαδιαμαντική διηγηματογραφία από το ευρέως διαδιδόμενο ηθογραφικό πνεύμα της εποχής.
Ο αφηγητής δεν σπεύδει στην επαρχία για να περισώσει τον «ατέλειωτο θησαυρό», γεμίζοντας «τους κόρφους του», δεν ακούει τα ντόπια ήθη να του λένε «πάρε μας, φωτογράφισέ μας, πριν σβήσουμε· η άλλη γενιά δεν θα μας προλάβει», όπως τόσο χαρακτηριστικά έγραφε ο Καρκαβίτσας. Η περίπτωσή του είναι διαφορετική. Δεν εισάγεται στην πολίχνη σαν ξένος, ένα είδος επήλυδος εθιμογράφου που έπεσε «αγαθη τη τύχη» σε φλέβα χρυσού. Η φλέβα υπήρχε, μόνο που και ο ίδιος κρατούσε από το δικό της αίμα. Γηγενής κι αυτός, ξεσκολισμένος στο ντόπιο ήθος, δεν συνέλεγε λαίμαργα ιστορίες: κυρίως πάσχιζε να θυμηθεί.
Όταν με αφέλεια ομολογεί: «Γράφω απλώς τας αναμνήσεις και εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας μου», καταλαβαίνουμε ότι αυτός που γράφει μιλάει εξ ιδίων, είναι γέννημα θρέμμα και όχι φερτό βλέμμα. Αυτό το μοναδικό προνόμιο, να ενέχεται στις ιστορίες των άλλων και συνάμα να τους υπονοεί μιλώντας για τη δική του ιστορία, είναι μια σπάνια λογοτεχνική άδεια, την οποία ο αφηγητής θα ενστερνιστεί σαν προσωπική μοίρα. Έτσι, σε δεύτερο ή σε τρίτο πρόσωπο, γυρνώντας από σοκάκι σε σοκάκι, από αιγιαλό σε αιγιαλό, εκτελώντας χρέη ξεναγού, τοπιογράφου, ιστορικού με θαυμαστά αποθέματα παρελθούσης ζωής, ο αφηγητής αναδεικνύεται σε λογοτεχνικό κηδεμόνα της πολίχνης, αρχείο των ψυχών και ταμείο των αληθειών. Δεν είναι τυχαίο ότι, μιλώντας για τον εαυτό του, γράφει: «οι άνθρωποι οι μη έχοντες να κάμουν τίποτε». Έτσι τον θέλει η λογοτεχνική παράδοση τον αφηγητή: άεργο άνθρωπο, χαρά της χώρας. «Μονήρη φευ! και άεργον περιπατητήν»
(απόσπασμα από τη 4η ενότητα στο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη ΑΛΑΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ εκδόσεις Καστανιώτη όπου με τίτλο Ο ΑΦΗΓΗΤΗΣ σχολιάζονται αφηγηματικές τεχνικές με αναφορές σε επιλεγμένα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη – με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του συγγραφέα λεπτομέρειες για τις αφηγηματικές τεχνικές του Παπαδιαμάντη με αναφορές στο Χριστόψωμο τον Αμερικάνο κι άλλα διηγήματά του)



ΓΡΑΦΩ ΑΠΛΩΣ ΤΑΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ 
Στο πρώτο κιόλας διήγημα, Το Χριστόψωμο, που ασφαλώς κρύβει κάτι κανονιστικό για όλα όσα θ’ ακολουθήσουν, ο αφηγητής φανερώνει τα μέσα του. Μια κακή πεθερά, η Καντάκαινα, δεν μπορεί να συγχωρήσει τη στειρότητα της νύφης της και αποφασίζει να τη φαρμακώσει. Αποτέλεσμα; Φαρμακώνει το ίδιο το παιδί της. Το διήγημα είναι αδρό στη σύνθεσή του, πέρα από το διδακτισμό, επιτρέπει να φανταστούμε πού θα βασιστεί η συνέχεια.  Βλέπουμε εκεί ναυτικούς να στοιχηματίζουν στην αγορά για έναν απόπλου· βλέπουμε τη γυναίκα, που αναμένει την έλευση του συζύγου, να κοιμάται «μετά τινος δεκαετούς παιδίσκης γειτονοπούλας, ήτις τη έκαμνε συντροφίαν οσάκις έλειπεν ο σύζυγός της». Μαθαίνουμε ότι η παρακοιμωμένη θα έφευγε μόλις σήμαινε Όρθρος, για να πάει στους δικούς της  -εκεί, δηλαδή, πλάι, μια και «αι δυο οικίαι εχωρίζοντο δια τοίχου κοινού».

Αγορά, εκκλησία, μεσοτοιχίες, πάθη. Η αφηγητική ματιά δεν κάνει μεγάλα ταξίδια για να διεκπεραιώσει το έργο της. «Από το παράθυρον εις αυλόπορταν, από εξώστην εις δώμα, από χαμώγειον εις ανώγειον…». Η πολίχνη θυμίζει κυψέλη, κανονικό ρόδι. Κάθε παράθυρο ανοίγει στο αντικρινό παράθυρο, όπως κάθε ιστορία οδηγεί σε μια άλλη ιστορία. όσο, λοιπόν, κι αν είναι αισθητή η ανάγκη της «αυτοβιογράφησης» του αφηγητή, το πολυκέφαλο θέαμα της κοινότητας υπερτερεί. Είναι βέβαιο ότι ο Παπαδιαμάντης είχε συλλάβει από νωρίς την αινιγματική βαθύτητα της αυτοτελούς κοινωνίας. Ένας κόσμος μερικών χιλιάδων ψυχών, εσωστρεφής, αποκομμένος, έθετε το ζήτημα του μικρόκοσμου, μέσα στη ζωή του οποίου μπορούσε κανείς να διαβάσει όλες τις ανθρώπινες αλήθειες. Έστω και ασυνειδήτως, ο αφηγητής υπηρετούσε μια κυκλική παρουσίαση προσώπων που δεν ήταν αθροιστική, αλλά ανίχνευε μέσα από τις μικροπαραλλαγές του βιωμένου μια βαθύτητα που όλοι τη ζούσαν και κανείς δεν μπορούσε να την εκφράσει με σαφήνεια. Τι άλλο χρειάζεται ένας συγγραφέας για να διαπρέψει;

Μεσούντος του 19ου αιώνα, είχε διατυπωθεί η άποψη ότι ο συγγραφέας είναι «γραμματέας» μιας κοινωνίας που του υπαγορεύει τα μυστικά της. Μέσα στην πολίχνη, ο Παπαδιαμάντης δεν ένιωθε διαφορετικά. Αυτή του σιγοψιθύριζε τις ιστορίες, και εκείνος τους έδινε το λογοτεχνικό ένδυμα. Όσο, λοιπόν, κι αν είναι φαιδρό να υποστηρίζουμε ότι ήταν ο Μπαλζάκ του Αιγαίου, άλλο τόσο άδικο θα ήταν να μη δεχθούμε ότι κι αυτός στήνει με τα δικά του μέσα μια οιονεί «ανθρώπινη κωμωδία». Το σημαντικό σ’ αυτές τις συλλήψεις είναι η θέαση της ολότητας, όχι τα μέσα. Από τη στιγμή που η πολίχνη έσκασε μέσα στην καρδιά του σαν ρόδι, αποκλειόταν να απαρνηθεί αυτό το έργο. Συλλέγοντας πρόσωπα, γεγονότα και αισθήματα σαν σφαγιδόλιθους, θα πασχίσει να ανασυστήσει μια εικόνα ενότητας – που, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν απέχει και πολύ από το νόημα του Θεού.

Η ευφορία που προκαλεί ένα παρόμοιο έργο είναι μεγάλη, όπως ανυπολόγιστοι είναι και οι όροι της οικονομίας του. Τι μπορεί να ειπωθεί και τι πρέπει να παραλειφθεί; Από την πένα μάλιστα ενός ανθρώπου που επιμένει ότι «δεν επινοεί τίποτε»; Ο αφηγητής μπορεί κάλλιστα νε λέει την ίδια ιστορία με πολλούς τρόπους, αλλά αφού η αφήγηση ενός συμβάντος συνιστά, καθώς λένε, και την ιστορία αυτής ταύτης της αφήγησης, ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να επινοήσει τις ανάλογες μεθοδεύσεις της γραφής του. Είναι μήπως ένας αθώος θεατής που περιφέρεται μέσα στις ζωές των άλλων, θυμίζοντας το «εχάνετο δια ξένας υποθέσεις»; Είναι ένας μάρτυρας που «κατά τύχη, ως σύνηθες εις τα παραμύθια» συμβαίνει να περνά από ’κει;  Όπως ξέρουμε, ο Παπαδιαμάντης θα απαιτήσει σταδιακά όλα τα αφηγηματικά δικαιώματα: του τριτοπρόσωπου μάρτυρα, του εξομολογούμενου αλλά και του «λογοτέχνη» που, επωνύμως, περνά φευγαλέα μέσα από το διήγημα, απλώς και μόνο γιατί είναι ο κηδεμόνας αυτού του κόσμου.

Ο ρόλος του παντεπόπτη, αρχικά τουλάχιστον, φαίνεται πως έλυνε ικανοποιητικά τα προβλήματα της αφηγηματικής σύμβασης. Στον «Αμερικάνο», ο ξένος  -«άνθρωπος υψηλός, καλοφορεμένος, ως σαρανταπέντε ετών, εξυρισμένος μύστακα και γένειον, πλην ολίγων τριχών υπό τον πώγωνα και προς τον λαιμόν, με παχείαν χρυσήν καδέναν επί του στήθους, αφ’ ης εκρέμαντο μικρόν εγκόλπιον και τινες βώλοι χρυσού» - είχε εισέλθει απρόβλεπτα στο καφενείο του Μπέρδε, που εκείνο το απόβραδο θύμιζε «βάρκα φουρτουνιασμένη». Παλιός Σκιαθίτης ο νεοφερμένος, θα παραμείνει ανεξήγητη φιγούρα επί ώρες, αφήνοντας τους θαμώνες του καφενείου «πλέοντες εις μεγαλύτερον πέλαγος αγνοίας». Βγαίνοντας, ο ξένος θα πάρει τον δρόμο προς το παλιό του σπίτι, που είχε καταντήσει πλέον ερείπιο. Στον στενό δρομίσκο δεν υπάρχει μάτι για να τον δει. Εκεί, ακριβώς, ο ακοίμητος αφηγητής σπεύδει να προσθέσει χαρακτηριστικά: «Εάν εν τούτοις τον παρακολούθει τις…»

Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι αυτός ο «τις» εκτός από τον εντεταλμένο αφηγητή; Ο Παπαδιαμάντης θα εκτελέσει με άκρα συνέπεια αυτό το καθήκον. Τονίζοντας συχνά το χάσμα ανάμεσα στην περιρρέουσα γνώμη και στη δική του (κατά τινα κυκλοφορήσασαν φήμην  -κατά την αυθεντικήν όμως έκδοσιν, την οποίαν ακολουθεί ο γράφων), θα επιδοθεί στην ολοκλήρωση των ξένων αφηγήσεων, στην παρακολούθηση  κάθε τι δυσπαρακολούθητου, ταμιεύοντας και τον παραμικρό λόγο. Αλλά δεν είναι «χειρ αοράτως γράφουσα εις τον αέρα». Όσο πιο ανάερη η παρουσία του γράφοντος, τόσο πιο επίμοχθη η δουλεια. Το αποθησαυρισμένο υλικό μπορεί από μόνο του να αποτελεί μια έτοιμη «λογοτεχνία».

Αλλά ποιος εγκωμιάζει την κοινή παράσταση; Ο συγγραφέας που βλέπει ό,τι βλέπουν όλοι, που δεν κατασκοπεύει μόνο τις ψυχές αλλά και τα στόματα, είναι αόματος και άλαλος. Στην πιο απλή ιστορία οι παρεμβάσεις είναι περίτεχνες. Πάντως το αρχικό υλικό έχει δοθεί…

 [απόσπασμα από τη 4η ενότητα στο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη ΑΛΑΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ εκδόσεις Καστανιώτη όπου με τίτλο Ο ΑΦΗΓΗΤΗΣ σχολιάζονται αφηγηματικές τεχνικές με αναφορές σε επιλεγμένα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη]

Ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε για ν’ αποδείξει κάτι, αλλά για να υπηρετήσει το κοινό ελληνικό αίσθημα, τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων, αυτόν τον τρόπο που σήμερα πολεμάμε μ’ όλες μας τις δυνάμεις, μπλεγμένοι στην άρνηση της ζωής και στην αισθητικοποίηση του θανάτου. Ο άνθρωπος αυτός δέχτηκε να σηκώσει ένα βάρος χωρίς να κερδίσει τίποτα και η φήμη που του παραχωρούμε σήμερα περισσότερο δείχνει τι προσπαθούμε να κερδίσουμε εμείς χωρίς κανέναν απολύτως κόπο, όλοι εμείς που δεν δεχόμαστε ότι υπάρχει κάποιο σημάδι ή κάποιο νήμα που να μας οδηγεί σ’ αυτό που είμαστε και όχι σ’ εκείνο που θέλουμε να είμαστε βιάζοντας τον εαυτό μας. Με δυο λόγια, εμείς πρέπει να πλησιάσουμε τον Παπαδιαμάντη και όχι να προσπαθήσουμε να τον φέρουμε στα νερά μας (Χρήστος Βακαλόπουλος, Από το Χάος στο Χαρτί)


Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

ΟΤΑΝ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΔΕ ΧΤΥΠΗΣΕ, ΗΞΕΡΑ ΠΩΣ ΗΣΟΥΝΑ ΕΣΥ («Αναμονή» του Ντόροθι Πάρκερ)


«Η συντομία είναι η αδελφή του ταλέντου» υποστήριζε ο Άντον Τσέχοφ και το αποδείκνυε ο ίδιος. Εκτός από τα διηγήματά του, έγραψε και μικρές ιστορίες, πολλές φορές μικρότερες από πέντε αράδες, όπως για παράδειγμα τον ΕΡΑΣΤΗ: «Ο Ν. πληροφορείται ότι η γυναίκα του τον απάτησε. Είναι εξοργισμένος, άρρωστος, ωστόσο διστάζει, σωπαίνει. Σωπαίνει και το πράγμα τελειώνει όταν δανείζεται χρήματα από τον εραστή, εξακολουθώντας να θεωρεί τον εαυτό του αξιοσέβαστο άνθρωπο»!..
Υπάρχει ένα πολύ γνωστό απόφθεγμα του Γούντι Άλλεν: «Κάποτε έκανα μαθήματα  γρήγορης ανάγνωσης και μετά διάβασα το Πόλεμος και Ειρήνη σε είκοσι λεπτά»! Γιατί να μην δοκιμάσουμε και το αντίθετο; Να διαβάζουμε δηλαδή αργά, όπως πάντα, αλλά να προτιμάμε τις γρήγορες ιστορίες…
Η συντομότερη σύντομη ιστορία που έχει γραφτεί ποτέ είναι ο ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΣ του συγγραφέα της Γουατεμάλας, Αουγκούστο Μοντερόζο: «Όταν ξύπνησε, ο δεινόσαυρος, ήταν ακόμα εκεί»!..
Κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης του εν λόγω συγγραφέα, μια γυναίκα από το κοινό του είπε: «Κύριε Μοντερόζο, διαβάζω τώρα την ιστορία με το δεινόσαυρο». Ο Μοντερόζο τότε ρώτησε τη γυναίκα αν της άρεσε και πήρε την απάντηση: «Δεν ξέρω. Έχω διαβάσει μόνο τη μισή»!
Μ’ αυτό το σκεπτικό: καθίστε αναπαυτικά και διαβάστε με την ησυχία σας!.. Για παράδειγμα να  ο ΕΡΩΤΑΣ 77 του Χούλιο Κορτάσαρ: «Κι όταν είχανε κάνει όλα όσα κάνουνε, σηκώνονται, μπανιάρονται, ντύνονται και σιγά-σιγά γίνονται και πάλι αυτό που δεν είναι»!..
Υπάρχουν όμως και  διδακτικές Μικρές Ιστορίες (κάτι έξυπνες, ίσως, παραλλαγές Μύθων του Αισώπου) όπως η  ιστορία του Τζέημς Θέρμπερ για μια, τάχα, πολύ έξυπνη μύγα (με επιμύθιο που ταιριάζει γάντι και για πολλούς ξερόλες από μας):  Μην εμπιστεύεσαι τις πλειοψηφίες, αλλά ούτε και κανέναν άλλο. Διαβάστε την ιστορία και θα καταλάβετε γιατί.  Εξίσου διδακτική και η Επανάσταση του Σλάβομιρ Μπρόζεκ για «μοιραίους» επαναστάτες που σε καιρούς πλήξης πια  θυμούνται τις παλιές εκείνες εποχές που η… «χαμένη» Νιότη τους, προ-οικονομούσε τάχα πως θα γίνονταν κάποιοι άλλοι!!! Αποδελτιώνονται, μαζί με άλλες Μικρές Ιστορίες, από το βιβλίο Μεγάλοι Συγγραφείς γράφουν τις πιο Μικρές Ιστορίες του Κόσμου, εκδόσεις Γνώση 2013:



Τζέημς Θέρμπερ, Η Αρκετά ευφυής μύγα
Μια μεγάλη αράχνη, σ’ ένα παλιό σπίτι, είχε απλώσει έναν όμορφο ιστό για να πιάσει μύγες. Κάθε φορά που μια μύγα προσγειωνόταν και πιανόταν στον ιστό της, η αράχνη την έτρωγε, ώστε η επόμενη μύγα να έχει την εντύπωση πως ο ιστός είναι ένα ήσυχο και τερπνό λιμανάκι. Ωστόσο, μια μέρα, μια αρκετά ευφυής μύγα βούιζε ώρα πάνω από τον ιστό, χωρίς να προσγειώνεται, οπότε παρουσιάστηκε η αράχνη και της είπε: «Κατέβα κι έλα να καθίσεις». Η μύγα όμως ήταν πιο πονηρή από την αράχνη. Της είπε: «Δεν πηγαίνω πουθενά όταν δεν βλέπω άλλες μύγες, και σ’ αυτό το σπίτι δεν βλέπω άλλες μύγες». Συνέχισε λοιπόν να πετάει, κι έφτασε σ’ ένα σημείο, όπου είχαν συγκεντρωθεί πολλές πάρα πολλές μύγες. Αμέσως θέλησε να πάει κοντά τους, όταν πέρασε από κει μουγκρίζοντας μια μέλισσα και της είπε: «Πρόσεχε, ηλίθια! Είναι μυγόχαρτο! Οι μύγες έχουν πέσει όλες στην παγίδα» -«Ανοησίες» είπε η μύγα, «αυτές χορεύουν»! Κι αμέσως κάθισε και κόλλησε στο μυγόχαρτο σαν όλες τις άλλες.
Συμπέρασμα: Μην εμπιστεύεσαι τις πλειοψηφίες, αλλά ούτε και κανέναν άλλο.

Κουρτ Τουχόλσκι, Ο Ψύλλος
Στο νομό Γκαρντ –πολύ σωστά εκεί που βρίσκεται η Νιμ και η Γέφυρα του Γκαρντ στη Νότια Γαλλία- εκεί, σ’ ένα ταχυδρομικό γραφείο, ήταν υπάλληλος μια αρκετά ηλικιωμένη δεσποινίδα, που είχε μια κακή συνήθεια: άνοιγε λιγουλάκι τα γράμματα και τα διάβαζε. Αυτό το ’ξερε όλος ο κόσμος. Αλλά στη Γαλλία τα πράγματα έτσι έχουν: ο θυρωρός, το τηλέφωνο και το ταχυδρομείο είναι ιεροί θεσμοί, που μπορούμε βεβαίως να τους αγγίξουμε, αλλά δεν μπορούμε να τους θίγουμε, και κανείς δεν διανοείται να το κάνει.
Η δεσποινίς λοιπόν διάβαζε τα γράμματα και με την αδιακρισία της αυτή στεναχωρούσε αφάνταστα πολύ κόσμο.
Στο νομό κατοικούσε, σ’ έναν όμορφο πύργο, ένας έξυπνος κόμης. Οι κόμητες στη Γαλλία τυχαίνει μερικές φορές να είναι έξυπνοι. Κι αυτός ο κόμης μια μέρα έκανε το εξής: κάλεσε στον πύργο του έναν δικαστικό επιμελητή και μπροστά του έγραψε ένα γράμμα σ’ ένα φίλο του:
Αγαπητέ φίλε,
Επειδή γνωρίζω ότι η ταχυδρομική υπάλληλος ‘Εμιλι Ντυπόν ανοίγει και διαβάζει όλα τα γράμματα, γιατί την τρώει η περιέργεια, και για να της κόψω τη συνήθεια αυτή, σου εσωκλείω έναν ζωντανό ψύλλο.
Με πολλούς εγκάρδιους χαιρετισμούς, κόμης Κοκς.
Και το γράμμα αυτό το έκλεισε παρουσία του δικαστικού επιμελητή. Αλλά δεν έβαλε μέσα ψύλλο.
Όταν το γράμμα έφτασε στον παραλήπτη, μέσα υπήρχε ένας ψύλλος.

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Οι σκαντζόχοιροι
Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, μια παρέα σκαντζόχοιροι στριμώχθηκαν κοντά κοντά για να ζεσταθούν και να μην ξεπαγιάσουν. Όμως με το που άρχισαν να αγκυλώνονται, πάλι απομακρύνθηκαν. Κάθε φορά λοιπόν που είχαν ανάγκη να ζεσταθούν, συνέβαινε το δεύτερο κακό… Έτσι πήγαιναν πίσω μπρος από το ένα βάσανο στο άλλο, μέχρι που βρήκαν μεταξύ τους των δύο κακών μια λογική απόσταση, από την οποία μπορούσαν να τα αντέξουν.
Κι αυτή την απόσταση την ονόμασαν ευγένεια και καλούς τρόπους.

Χαβιέρ Τομέο, Το σκουλήκι
Κι εσύ; Ποιος είσαι εσύ; ρωτάω το μικροσκοπικό πλάσμα, που ανακαλύπτω στα πόδια μου.
Είμαι το σκουλήκι, μου αποκρίνεται. Ένα αργό κι αργοκίνητο ζωάκι. Ανασαίνω από το δέρμα μου κι ο πεπτικός μου σωλήνας διατρέχει ολόκληρο το σώμα μου. Η μητέρα μου μου είπε όταν γεννήθηκα: Μη σκας, Φρειδερίκο. Ούτε έξυπνος είσαι, ούτε ωραίος. Δεν έχεις φτερά. Ούτε καν πόδια δεν έχεις. Έρποντας όμως μπορείς να φτάσεις παντού. 

Σώμερσετ Μωμ, Ζήτημα τιμής
Ένας Ιταλός που δεν είχε φάει, έφτασε στη Νέα Υόρκη και σε λίγο βρήκε δουλειά ως οδοκαθαριστής. Τη γυναίκα του, που την αγαπούσε παράφορα, την είχε αφήσει πίσω στην Ιταλία. Όταν κάποτε, άκουσε φήμες, πως η γυναίκα του επρόκειτο να κοιμηθεί με τον ανεψιό του, λύσσαξε. Επειδή δεν είχε χρήματα να επιστρέψει στην Ιταλία, έγραψε στον ανεψιό του και τον κάλεσε να έρθει στη Νέα Υόρκη, όπου θα μπορούσε να βγάλει χρήματα. Ο ανιψιός ήρθε, και το βράδυ της άφιξής του ο σύζυγος τον σκότωσε. Αμέσως τον συνέλαβαν. Έφεραν τη γυναίκα του στη Νέα Υόρκη για να την ανακρίνουν. Αυτή για να τον απαλλάξει, ψευδομαρτύρησε ότι ο ανιψιός υπήρξε εραστής της. Ο άνδρας καταδικάστηκε σε φυλάκιση και πολύ σύντομα αποφυλακίστηκε με αναστολή. Η γυναίκα του τον περίμενε. Ήξερε ότι δεν τον είχε απατήσει, αλλά η ομολογία της είχε κλονίσει σοβαρά το γάμο τους, σαν να επρόκειτο για αλήθεια. Αυτό τον εξόργιζε. Της έκανε φοβερές σκηνές, και τελικά βλέποντας αυτή πως δεν είχε άλλη διέξοδο, κι επειδή τον αγαπούσε, του ζήτησε απελπισμένα να την σκοτώσει. Αυτός της έμπηξε το μαχαίρι στο στήθος. Η τιμή του είχε επιτέλους αποκατασταθεί.

Αντρέα Καμιλέρι, Το παιχνίδι των μυγών
Το παίξαμε από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο, όταν ο ήλιος στέγνωνε τις παραλίες, που ήταν υγρές από τις φθινοπωριάτικες βροχές. Μαζευόμασταν από έξι μέχρι δέκα, ξαπλώναμε κυκλικά μπρούμυτα στην παραλία, και βάζαμε στο κέντρο, μπροστά από το κεφάλι μας, μια εικοσάρα. Ο κάθε παίχτης έφτυνε πάνω στο νόμισμά του, και μετά μέναμε ξαπλωμένοι ακίνητοι, καμιά φορά για ώρες, και περιμέναμε κάποια μύγα να καθίσει σε μία από τις εικοσάρες. Ο κάτοχος της εικοσάρας που επέλεγε η μύγα κέρδιζε της εικοσάρας όλων των υπόλοιπων.
Μερικές φορές τύχαινε, για ένα ολόκληρο πρωινό ή και απόγευμα, να μη φανεί ούτε μια μύγα: σ’ αυτές τις περιπτώσεις το παιχνίδι επαναλαμβανόταν επακριβώς την επόμενη μέρα. Τότε επιτρεπόταν να εμπλουτίζουμε το σάλιο μας με κάτι που θα ευχαριστούσε τις μύγες, ας πούμε μέλι, σταφυλόζουμο ή ζάχαρη. Ο Μπενίτο Ζάπουλα κέρδιζε συνέχεια για κάμποσες απανωτές ημέρες. Τότε ανακαλύψαμε ότι ανακάτευε το σάλιο του με τα σκατά του. Αμέσως αποκλείστηκε.
Στη διάρκεια του παιχνιδιού το διάβασμα απαγορευόταν αυστηρά: Το θρόισμα από το γύρισμα των σελίδων θα μπορούσε να διώξει τις μύγες ή να τις κάνει ν’ αλλάξουν πορεία. Οι ομιλίες απαγορεύονταν επίσης. Είμαι απολύτως σίγουρος ότι, κατά τη διάρκεια αυτού του παιχνιδιού, που κράτησε πολλά χρόνια, γράφτηκε η μοίρα όλων μας: Ξοδέψαμε άπειρο χρόνο διαλογιζόμενοι για τους ίδιους και τον κόσμο ολόκληρο. Κι έτσι ο ένας έγινε γκάνγκστερ, ένας άλλος ναύαρχος, κι ένας τρίτος έγινε πολιτικός. Εγώ, επειδή έλεγα όλο αληθινές ή και φανταστικέ ιστορίες όσο περίμενα τη μύγα, έγινε σκηνοθέτης και συγγραφέας.

Άλφρεντ Πόλγκαρ, Κοινωνική Αταξία
«Τι επιθυμείτε να φάτε το βράδυ;» ρώτησε ο διευθυντής της φυλακής τον φτωχό αμαρτωλό που πρόκειται την επόμενη μέρα να πεθάνει στο ικρίωμα. «Έχετε το δικαίωμα να φάτε και πιείτε ό,τι θέλετε κι όσο θέλετε».
«Κρίμα!» είπε ο μελλοθάνατος. «Κρίμα!.. Αν με είχατε ρωτήσει τρεις μήνες νωρίτερα, η ληστεία και ο φόνος δεν θα είχαν συμβεί»

Σλαβομιρ Μπρόζεκ, Η Επανάσταση
Στο δωμάτιο μου το κρεβάτι βρισκόταν εδώ, η ντουλάπα εκεί και το τραπέζι ανάμεσά τους.
Μέχρι που το βαρέθηκα. Έσυρα το κρεβάτι προς τα εκεί και την ντουλάπα προς τα εδώ!..
Για ένα διάστημα ένιωσα τη ζωογόνο αύρα του καινούριου. Αλλά σε λίγο καιρό και πάλι πλήξη.
Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η αιτία της πλήξης ήταν το τραπέζι ή μάλλον η θέση του στο κέντρο, που είχε μείνει αμετάβλητη.
Γι’ αυτό έσπρωξα το τραπέζι εκεί και το κρεβάτι στο κέντρο. Αντικομφορμιστικά!,,
Το ανανεωμένο με αναζωογόνησε, κι όσο κράτησε αυτό, ήμουνα ευχαριστημένος με την αντικομφορμιστική, άβολη κατάσταση που προέκυψε. Γιατί τώρα δεν μπορούσα πια να κοιμάμαι με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο, που ήταν πάντα η αγαπημένη μου στάση.
Ωστόσο, μετά από λίγο καιρό, το καινούργιο έπαψε να είναι καινούργιο, και παρέμενε μόνο η άβολη κατάσταση. Γι’ αυτό και έσπρωξα το κρεβάτι προς τα εδώ και την ντουλάπα στο κέντρο.
Ήταν επιτέλους μια ριζική αλλαγή. Γιατί η ντουλάπα στο κέντρο του δωματίου, αυτό κι αν ήταν αντικομφορμιστικό. Ήταν σχεδόν πρωτοποριακό.
Αλλά μετά από κάποιο διάστημα… Αχ, και να μην υπήρχε αυτό το «μετά από κάποιο διάστημα»!.. Για να μην πολυλογώ, και η ντουλάπα στο κέντρο του δωματίου έπαψε να είναι για μένα κάτι καινούργιο και ασυνήθιστο.
 Έπρεπε να κάνω μια ανατροπή, να πάρω μια μεγάλη απόφαση. Αν μέσα στο δεδομένο πλαίσιο είναι αδύνατο να υπάρξει μια πραγματική αλλαγή, πρέπει κανείς να βγει εντελώς από το πλαίσιο. Αν το αντικομφορμιστικό δεν επαρκεί, αν το πρωτοποριακό είναι αναποτελεσματικό, πρέπει να προχωράει κανείς στην επανάσταση.
Αποφάσισα να κοιμάμαι μέσα στην ντουλάπα. Όποιος το έχει δοκιμάσει καμιά φορά, να κοιμηθεί όρθιος μέσα στην ντουλάπα, ξέρει ότι σ’ αυτή την άβολη στάση είναι αδύνατο ν’ αποκοιμηθείς, για να μην πούμε για τη φαγούρα στα πόδια και τους πόνους στην πλάτη.
Ναι, αυτή ήταν η σωστή απόφαση. Η απόλυτη επιτυχία, η ολοκληρωτική νίκη. Γιατί αυτή τη φορά η γνωστή αίσθηση «μετά από λίγο καιρό» δεν προέκυψε. Μετά από λίγο καιρό, όχι μόνο δεν συνήθισα την αλλαγή, η αλλαγή παρέμενε αλλαγή, απεναντίας αισθανόμουνα την αλλαγή όλο και πιο έντονα, μιας και όσο περνούσε ο καιρός οι πόνοι γίνονταν συνεχώς εντονότεροι.
Κι έτσι όλα θα ήταν υπέροχα, αν οι ψυχικές μου αντοχές δεν αποδεικνύονταν πολύ περιορισμένες. Μια νύχτα δεν το άντεξα πια. Παράτησα την ντουλάπα και ξάπλωσα στο κρεβάτι.
Κοιμήθηκα τρία εικοσιτετράωρα. Μετά έσπρωξα την ντουλάπα στον τοίχο και το τραπέζι στο κέντρο, γιατί η ντουλάπα στο κέντρο του δωματίου μ’ ενοχλούσε.
Τώρα το κρεβάτι βρίσκεται πάλι εδώ, η ντουλάπα πάλι εκεί και το τραπέζι ανάμεσά τους. Όταν με κυριεύει η πλήξη, θυμάμαι τις εποχές, που ήμουνα επαναστάτης.

Στο βιβλίο ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΙΣ ΠΙΟ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ έχουν συγκεντρωθεί 140 σύντομες ιστορίες απ’ όλο τον κόσμο, μικρές ιστορίες μεγάλων συγγραφέων όπως είναι οι Άντον Τσέχωφ, Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, Σόμερσετ Μωμ, Φρανς Κάφκα, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Πατρίτσια Χάισμιθ και πολλοί άλλοι. Ιστορίες συναρπαστικές, συγκινητικές, γκροτέσκιες, αισιόδοξες, που είτε τελειώνουν σε λίγες αράδες, είτε διαβάζονται σε πέντε λεπτά το πολύ. Ιστορίες για χαλάρωμα από την ένταση, για διάβασμα στο μετρό ή στο λεωφορείο, στην αίθουσα αναμονής ή στην ουρά. Τόσο γρήγορα δεν έχετε ξαναδιαβάσει τόσο καταπληκτικές ιστορίες!.. Παραδείγματος χάριν ο ΜΙΚΡΟΣ ΜΥΘΟΣ του Φραντς Κάφκα «Αχ» είπε ο ποντικός, «μέρα τη μέρα ο κόσμος γίνεται και πιο στενός. Στην αρχή ήταν τόσο μεγάλος, που με φόβιζε, έτρεχα κι έτρεχα και ήμουνα πανευτυχής που επιτέλους, μακριά πολύ μακριά δεξιά κι αριστερά μου, έβλεπα τοίχους, αλλά αυτοί οι ατέλειωτοι τοίχοι πλησιάζουν με τέτοια ταχύτητα ο ένας τον άλλο, που βρίσκομαι ήδη στο τελευταίο δωμάτιο, κι εκεί στη γωνία υπάρχει η παγίδα, όπου τρέχω να χωθώ». Γιατί δεν άλλαζες διαδρομή;» είπε η γάτα και τον καταβρόχθισε.