Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΔΑΣΚΑΛΕ ΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΣ ΑΠΟ ΚΑΘΕΔΡΑΣ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟΛΜΗΣΕΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ:

άνθρωποι ντε, πιστοί στο γράμμα, φυλάνε τα ρούχα τους, αλλά έχουν καταντήσει ένα κάλπικο ανθρωπομάζωμα!):
Η αλήθεια των λόγων μάς ανήκει μόνο αν την εξαγοράζουμε με το τομάρι μας . Σκαμπίλι άγνευτο δεν παίζεται. Αυτή είναι η μόνη στέρεη παιδεία. Κάποιος που υπηρετεί τις ιδέες του, που τολμάει να πάει στη σκήτη, ν’ ανέβει στο βουνό – ε αυτός είναι σαν τα λόγια του, τόσο σωστός και τόσο πλανεμένος, πληρώνει τη νύφη με λεφτά παντελονάτα, άρα είναι φίλος και αποδεκτός!.. Αλλά πώς να γίνει φίλος ένας που φιλοσοφεί πάνω στην υποτιθέμενη αλήθεια του, που είναι ειλικρινής μόνο όταν πηγαίνει στους γιατρούς να εξεταστεί; Όταν πασχίζει κανείς να εκφραστεί, το μέγιστο εμπόδιο είναι η παιδεία του. Όσα του μάθανε. Όχι τόσο επειδή η προσωπική έφεση μπορεί να αντιβαίνει στα καθεστώτα διδάγματα, αλλά κυρίως επειδή η συστηματική μόρφωση καταδικάζει τις περισσότερες φορές σε ατροφία και σκολίωση αυτήν ακριβώς την ενδιάθετη τάση. Η παιδεία που επιδαψιλεύεται αφειδώλευτα δημιουργεί κάτι τερατώδες: άτομα με συγκρότηση, αλλά χωρίς κλίση, μήτρες που πάσχουν απλώς από ανεμογκάστρι. Αλλά χωρίς την κλίση και την αληθινή «σύλληψη», τη φλέβα μ’ άλλα λόγια, καμιά δουλειά δεν γίνεται στην εντέλεια. Χρειάζεται κανείς τύχη, τύχη και ατυχία μαζί, για να μπορεί να ζει το θέμα του και όχι να το αναπτύσσει καθ’ υπαγόρευση, να γράφει από δική του ορμέφυτη ανάγκη και όχι από φιλολογικό κούρδισμα –επειδή, τζάνεμ, το πολύ διάβασμα φέρνει και το πολύ γράψιμο – πράγματα όλα αυτά που ευτυχώς δε διδάσκονται και ούτε ήταν ποτέ δυνατό να διδαχθούν και να μεταδοθούν. Η καθεστηκυία εκπαίδευση που σε αρπάζει από το βυζί της μάνας σου και εξ απαλών ονύχων σε υποτάσσει στη μούλα της δεοντολογίας, κατορθώνει τελικά το αντίθετο του επιδιωκομένου. Αντί να αυγατίσει αυτό που είσαι, να επεκτείνει το σπιτικό σου, σε ξεσπιτώνει και σε βγάζει στους δρόμους ζήτουλα στις ξένες πόρτες. όσο κι αν προσπαθεί ο σπουδασμένος, δεν μπορεί να σβήσει την εντύπωση ότι τα έχει λίγο χαμένα, ότι δουλεύει σε ξένο νοικοκυριό, ότι είναι τέλος πάντων λιγάκι «πουλημένος». Υπάρχει ένα πανεπιστημιακό «εγώ», αληθινό λίκνο ψυχασθενειών, που εξαγοράζεται με πολύχρονα βάσανα και γκρεμίζεται πάλι με κοπιαστικές προσπάθειες!.. [πώς και γιατί στο κείμενο με τίτλο ΜΑΪΜΟΥΔΕΣ από το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΛΕΠΟΥ, εκδόσεις Καστανιώτη 1992]



Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΤΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΝΙΣΤΡΑ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΥΠΟΨΙΑΣΤΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΙΚΡΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΜΑΚΡΟΣ ΔΕΚΑΕΤΙΩΝ:
Όσο για την καταστροφή, τη μεταστροφή για να ακριβολογούμε, δεν αφορά τόσο τις γνώσεις μας, που βρέξει χιονίσει διατηρούν το κύρος τους, αλλά τον καταπονημένο δέκτη ο οποίος, παιδί της γονυκλισίας μέσα στη κεχηνώσα παθητικότητά του, κάνει χρόνια για να βγει (αν ποτέ αξιωθεί) την όρθια στάση, τη δική του ξεχασμένη και αδικημένη φωνή και συνακόλουθα την τόλμη να περιγελάσει το κονκλάβιο, να φτύσει επιτέλους και μια φορά στο πλούσιο πιάτο που του προσφέρουν, να αποφανθεί δηλαδή όχι για το ένδοξο και τρισένδοξο αέρα που καβούρδισε επί δεκαετίες μέσα στις βιβλιοθήκες, όχι για τις δάνειες έγνοιες που του μεταμόσχευσαν με το στανιό για να τον μασκαρέψουν σε θλιβερό Doctus cum libro, αλλά απλούστατα – και το απλό είναι περίπλοκο- για το φτωχό του σαρκίο, το μόν αληθινά δικό του πράγμα.

Ανέκαθεν ο διχασμός και το διαγούμισμα του σπουδασμένου αποτελούσε θέμα κατάλληλο για κωμική εκμετάλλευση. Δε γελιέται ο άνθρωπος το δρόμου που τον κοιτάζει με λοίδωρη συγκατάβαση και τον θεωρεί ικανό για τη μάθηση αλλά γκαβό στη ζωή. Λες και η ζωή –η μόνη που διδάσκει- είναι το τελευταίο που λογαριάζεται.

Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι διαβάζει κανείς ένα περισπούδαστο σύγγραμμα για τη «μεταφορά» (που δεν είναι βέβαια ρητορικό σχήμα, αλλά ατόφια ζωή, εφόσον δεν είναι στο χέρι του καθενός να πει, πρώτος αυτός και από δικά του, για έναν θαρραλέο άνδρα ότι «έχει άντερα» και για μια θελκτική γυναίκα ότι είναι «ζαργάνα») και κατόπιν, όταν γνωρίζει το συγγραφέα του, βλέπει έναν βλαροτζίτζικα που όχι μόνο έγραψε τα σπουδασμένα, αλλά αδυνατεί –ω του θαύματος- να ψελλίσει ένα κάποιο μεταφορικό σχήμα.

Το χωριό δε θέλει κολαούζο: είναι ψεύτης, μαϊμού, ζει με ξένα λεφτά, δε βγάζει το ψωμί του, τα όσα αραδιάζει δεν είναι προσωπικό του πρόβλημα αλλά δοτή μονέδα. Και ο Καντ είχε την ευγένεια να πει ότι στο άκουσμα του αηδονιού σωπαίνουμε με αγαλλίαση, μόλις όμως αντιληφθούμε ότι δεν είναι αληθινό, παύει να μας αρέσει. Και όντως παύει, γιατί έχουμε μιαν ορμέφυτη ροπή προς το πηγαίο και το αυτοφυές. Αν μάλιστα θέλουμε να κάνουμε ένα βήμα στον γκρεμό, θα λέγαμε ότι προτιμάμε ακόμα και το βουβό αηδόνι που είναι όμως αηδόνι, καταηδόνι, από την οσοδήποτε πετυχημένη απομίμησή του. Τη μαϊμού κανείς δεν την θέλει. Κι όμως οι μαϊμούδες πληθαίνουν σαν τα κουνέλια.

Γνωστός Βορειοαμερικανός γελωτοποιός, ο Τζέρι Λιούις, σε μια στιγμή της σταδιοδρομίας του διέπραξε το εξής απαράδεκτο σφάλμα: ενώ ενσάρκωνε πάντα τον απροσάρμοστο νεανία που πέφτει σε μύριες γκάφες επειδή δεν καταφέρνει να ακολουθήσει τους κανόνες της ορθόδοξης συμπεριφοράς –εξού και η κωμικότητα- αίφνης, Κύριος οίδε γιατί, του μπήκε η ιδέα να παραστήσει έναν κανονικότατο άνθρωπο που είχε όμως την ικανότητα να καμώνεται τον μπούφο. Το αποτέλεσμα ήταν απερίγραπτα λυπηρό. Ό,τι πρωτύτερα ήταν πηγαία αντίδραση, αηδόνι δηλαδή, σάρκα και αίμα, στη συνέχεια κατάντησε υποκριτικό χαριτολόγημα. Ο κωμικός είχε χαθεί. Είχαμε πλέον έναν άνθρωπο που έκανε το γελοίο, δεν ήταν. Καμώματα δηλαδή, τεχνάσματα και ψεύδη κατά παραγγελία και κατά συνθήκη.

Μπορεί, μολαταύτα, τα ψεύδη να διατηρούν την αξία τους, αλλά ο κόσμος στρέφεται ενστικτωδώς προς το πηγαίο. Τον αρκουδιάρη τον θέλεις αρκουδιάρη, δεν μπορείς να σκέφτεσαι ότι είναι υπάλληλος τραπέζης που τις ελεύθερες ώρες του βγάζει σεργιάνι την αρκούδα. Άμα είσαι, ό,τι κι αν είσαι, θα γίνεις εν τέλει αποδεκτός. Τον κακομούτσουνο για παράδειγμα, που όπου βρεθεί έχουν την άνεση να τον δείχνουν και να λένε μεταξύ τους χαμηλόφωνα: για δες το τέρας! όλοι τον δέχονται, έστω και αποστρέφοντας το πρόσωπο. Όλοι παραδέχονται το νάνο με το αφύσικο κεφάλι, την παχύσαρκη Σαρακίνα που σαν μετακινούμενο κήτος μεταφέρει την αλήθειά της. Αλλά από τον άνθρωπο που όλο βάφεται για να μη σκουριάσει και κουκουλώνεται με κάθε λογής περούκες τι να παραδεχθείς;

Ένας κύριος που από καθέδρας και ανιδρωτί διδάσκει όλα αυτά που δεν μπορεί να ζήσει, ο καθηγητής που αναλύει την κατηγορική προσταγή, τον ηθικό νόμο, την αθανασία της ψυχής και δυο στενά παρακάτω παζαρεύει κατεργάρικα τα ραδίκια στο μανάβη, δεν είναι να πεις δόλιος ή απατεώνας. Του συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο. Δεν κατοικεί μέσα στα λόγια του. Επ’ ουδενί, δεν μπορεί να δώσει τον εαυτό του για παράδειγμα. Στην πραγματικότητα, άλλα λέει και άλλα κάνει, με άλλο κεφάλι διδάσκει και με άλλο κεφάλι ζει και, κατά βάθος, ούτε και ο ίδιος συνειδητοποιεί πώς κατάφερε να ενσαρκώνει αυτή την αλλόκοτη διπροσωπία, αυτή τη δικέφαλη ύπαρξη.

Οι πανεπιστημιακές επιτροπές που διανέμουν τα διπλώματα κατέχουν σε βάθος αυτό το πολύτιμο μυστικό. Όταν έχουν να προκρίνουν κανένα χειρουργό, κανέναν οφθαλμίατρο, κανέναν οικονομολόγο, του βγάζουν το λάδι στις εξετάσεις γιατί, δε θέλει και πολλή σοφία, ένας αδέξιος χειρουργός αποτελεί δημόσιο κίνδυνο, όπως άλλωστε κι ένας αδαής τραπεζίτης. Εξαιτίας ενός αλμπάνη οφθαλμίατρου ενδέχεται να χάσεις το φως σου, αλλά εξαιτίας ενός κακού θεωρητικού της αισθητικής –αν μπορεί να υπάρχει καλός σ’ αυτή την ανύπαρκτη δουλειά- ποιο φως θα στερηθείς; Ποιος κινδυνεύει από έναν καθηγητή της φιλοσοφίας που κάνει λάθη; Έτσι θα μπορούσε ν’ αρχίζει ή να τελειώνει ένα σταυρόλεξο για ανόητους.
Η αλήθεια των λόγων μας ανήκει μόνο αν την εξαγοράζουμε με το τομάρι μας. Σκαμπίλι άγνευτο δεν παίζεται. Αυτή είναι η μόνη στέρεη παιδεία. Κάποιος που υπηρετεί τις ιδέες του, που τολμάει να πάει στη σκηνή, να ανέβει στο βουνό – ε, αυτός είναι σαν τα λόγια του, τόσο σωστός και τόσο πλανημένος, πληρώνει τη νύφη με λεφτά παντελονάτα, άρα είναι φίλος και αποδεκτός. Αλλά πώς να γίνει φίλος ένας που φιλολογεί πάνω στην υποτιθέμενη αλήθεια του, που είναι ειλικρινής μόνο όταν πηγαίνει στους γιατρούς να εξεταστεί;

Δε δέχονται να δοκιμαστούν ως ασκούμενοι: αυτό είναι το απογοητευτικό με τους θεωρητικούς. Ένας δικηγόρος σπουδάζει μερικά χρόνια και στη συνέχεια, σαν να τελειώσουνε τα ψέματα, αρχίζουν τα αληθινά ψέματα της δουλειάς. Από τα κιτάπια και τη θεωρία κατέρχεται πια στο γκεζί. Αναγκαστικά περνάει από τη θεωρία στην πράξη, από τις διακηρύξεις στην πραγματικότητα. Αλλά ένας άκαπνος θεωρητικός πώς να περάσει στην πράξη; Κατεβάζοντας ως τ’ αυτιά τη τραγιάσκα του βιβλιογνώστη, μιλάει ασταμάτητα για παλάτια που δεν είδε.

Ο πλατωνιστής φερ’ ειπείν κόπτεται για το Σωκράτη, άνθρωπο της αγοράς, χωμάτινο και λάτρη του χειροπιαστού, που δε μίλαγε ποτέ στον αέρα, που δοκίμαζε τα πάντα στην ίδια του τη ζωή, και θα πρέπει να διαβούν χρόνια για να αντιληφθεί, μετά από άγονες δοκησισοφίες και ανάλατα φληναφήματα, ότι ουσιαστικά μιλάει για κάτι που τον αρνείται ριζικά. Ενώ αυτός κρύβεται πίσω από τα λόγια του, ο γιος του Σωφρονίσκου ό,τι ξεστόμιζε το έλεγε επειδή –όπως λέμε- το «έλεγε η καρδιά του». Και δεν είναι σύμπτωση ότι στα νέα ελληνικά αυτή η φράση δηλώνει θάρρος. Αν κάτι το λέει η καρδιά σου, θα σε βάλει σε κίνδυνο. Διαφορετικά η μόνη λύση είναι να μιμείσαι τον σελιδοδείκτη.

Εδώ άλλωστε φωλιάζει το πρόβλημα με την ερίτιμο αδελφότητα των εγγραμμάτων: δε γυρεύουν να εγκολπωθούν την όποια διδασκαλία τους, να την εκθέσουν στα κύματα της ζωής, τους αρκεί να γίνουν τζουτζέδες της. Πώς να μην καταντήσει ο κόσμος των γραμμάτων μασκαράτα και κάλπικο ανθρωπομάζωμα; Όταν ακονιτί διδάσκουν ό,τι άλλοι άνθρωποι κατάκτησαν με βάσανα, πώς να εκτιμήσουν τα βάσανα; Αυτοί μελετητές είναι, ορντινάτσες, μεταφραστές, διερμηνείς, πιστοί στο γράμμα. Φυλάνε τα ρούχα του νεκρού. Τίποτε άλλο.

Για όλη αυτή την επονείδιστη κουστωδία μία είναι η συμβουλή: πες αυτό που σε παιδεύει, μην ντρέπεσαι, φανού αυτός που είσαι, κάψε το ψευδοεγώ του πανεπιστημίου, πέτα τις βάτες από τους ισχνούς ώμους σου – πάψε να βρυχάσαι και να κάνεις το θηρίο.

Είναι τόσο μεγάλο το κακό που παθαίνουμε με τη μόρφωση, την παθητική πολυμάθεια και τους τίτλους, ώστε όταν η ζωή ζορίζει –τα κάνει αυτά- και τελειώνουν κάποια αστεία, όταν δηλαδή έχεις ανάγκη το μύχιο σου για να σταθείς στα πόδια σου, αυτό αποδεικνύεται τόσο θαμμένο, τόσο φωτόφοβο, ώστε πρέπει να ουρλιάξεις για να σε αφουγκραστεί. Με τους ξυλοδαρμούς δεν συμβαίνει τίποτα διαφορετικό. Μόλις δυο άνθρωποι αρχίσουν τα σπρωξίματα και τις ψιλές, αυτοστιγμεί κάνουν φτερά όλα τα επίθετα: γυαλιά, ψεύτικα δόντια, περούκες, γραβάτες, γιακάδες, ταυτότητες και αλυσίδες με σταυρούς, για να απομείνει μόνο ό,τι πραγματικά τους ανήκει: το αίμα τους και η αλαφιασμένη τους ανάσα.
Ενήμερος όλων αυτών ο Ρουσσώ, στα περί αγωγής των νέων, είναι κατηγορηματικός: όχι λόγια στους νέους, πράγματα μόνο, όχι θεωρίες και κούφιες ιδέες, αλλά ζωή. Όταν λοιπόν ένας υπερφίαλος μπούλης, χθεσινό αυγό με άλλα λόγια, ζεστός ακόμα από την κοιλιά της μάνας του, έρχεται να εκφράσει την αγάπη του για το μέγα «δύνασθαι» της σκέψης, χρειάζεται ιδιαίτερη τέχνη για να του απαντήσεις. Αντί να τον αφήσεις να βελάζει (για το μεταμοντέρνο, για το Θεό, για το Είναι και τα όντα, για την αλλοτρίωση και τα παρόμοια), δώσ’ του καλύτερα καθαρτικό, βάλε τον να σου πει τι πραγματικά τον απασχολεί και ανάγκασέ τον να αρχίσει (φτου κι από την αρχή)

Λένε ότι ο Βάρναλης εφάρμοζε κατά γράμμα αυτή τη ψυχοσωτήρια μέθοδο. Όταν κάποτε ένας νεαρός μιαν ερωτικής υφής ποιητική συλλογή, αφού πρώτα τη διεξήλθε, αρκέστηκε να του πει: «Παιδί μου, βρες μια γυναίκα να γαμήσεις». Se non e vero, e ben trovato, για κάθε νήπιο και για κάθε ξεμυαλισμένο ινφάντη. 

[Ο λάθος δρόμος είναι ο σωστός, αφού για να γράψεις σωστά πρέπει να έχεις ζήσει λάθος. Ο Παπαγιώργης πήρε τη ζωή του λάθος και το ομολογεί με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη: «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται». Υπεράριθμος, παιδί του Καιάδα, σύμφωνα με τη δική του ομολογία, τον καιρό που βούιζε ο Μάης του ’68 γύρω του, αυτός κλείστηκε σε μια σοφίτα και διάβασε μανιωδώς φιλοσοφικά συγγράμματα, που «απαλλοτρίωνε» από τα βιβλιοπωλεία. Κάπως έτσι, ο λάθος δρόμος, βύζαξε το σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα ελληνικά γράμματα τα τελευταία πενήντα χρόνια]

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Ο ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΩΣΤΟΣ (αφού για να γράψεις σωστά πρέπει να έχεις ζήσει λάθος):

«Αυτό είναι το σκάνδαλο για το οποίο ο πολιτισμός δεν μπορεί να κάνει καμιά σωτήρια σκέψη. Το μόνο που γνωρίζει είναι να μη δείχνει το δρόμο, αλλά την απατηλή παράκαμψη, να μην προσφέρει τον ύπνο αλλά το κρεβάτι, να δίνει βιβλία αλλά όχι την αλήθεια. Ολόκληρος συγκροτεί ένα ζωτικό και μείζον ψεύδος. Και ο ανά τους αιώνας ταξιδιώτης δεν βρίσκει πού να ξεκουράσει τον ίσκιο του» (από το οπισθόφυλλου του βιβλίου ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ του  Κωστής Παπαγιώργη). Ο Κωστής Παπαγιώργης είχε πάρει τη ζωή του λάθος και το ομολογούσε με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη: «Αν δεν πάθεις, δεν μαθαίνεις! Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται»… Κάπως έτσι, ο λάθος δρόμος, βύζαξε το σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα ελληνικά γράμματα τα τελευταία πενήντα χρόνια. «Πάθος σημαίνει έξοδος από κάθε ορθόδοξη συμπεριφορά και υγεία», έγραφε στο βιβλίο του Ίμερος και Κλινοπάλη. «Κι  όπως όλες οι βαριές ασθένειες,  έχει και το πάθος ανάγκη την κλίνη. Ο Έρωτας είναι κλινική κατάσταση και η κλινοπάλη, που έρχεται σαν ραγδαίο επακόλουθου, είναι η πιο πειστική ένδειξη για την ανάγκη της θεραπείας». Αξιοσημείωτο και το κείμενο για τον άνθρωπο που μας συστήνει τα Σιαμαία και Ετεροθαλή: «Πάρε μια ολόσωμη φωτογραφία ενός ανθρώπου και με τον αντίχειρα –αν έχεις- άρχιζε να καλύπτεις κάποια τμήματα του κορμιού. Τα πόδια; Ο άνθρωπος εξακολουθεί να σου μιλάει. Τα χέρια; Τίποτα δεν αλλάζει. Την κοιλιά, το στέρνο, όλο το κορμί κάτω από το πηγούνι; Ό,τι κρύβεις, μολονότι συμπληρώνει αυτό που απομένει, δεν έχει καμιά ισοδυναμία μαζί του. Μόνο αν με μια κίνηση ανεξήγητης βίας καλύψεις το πρόσωπο, ο άνθρωπος αφανίζεται».  Οι στοχασμοί του Παπαγιώργη έχουν λιγότερη σημασία από τη γενεαλογία των ερωτήσεων τις οποίες αναγκάστηκε να θέσει στον εαυτό του. Και κανένας Έλληνας στοχαστής δεν μίλησε ως τώρα με τόση παρρησία, τόση διεισδυτικότητα και τόση μαεστρία για τόσο πολύπλοκα και τόσο ερεβώδη θέματα  (ακολουθεί κείμενο του Δημοσθένη Κούρτοβικ για τον Κωστή Παπαγιώργη – ART by Francis Bacon)



ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΣΩΣΤΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΖΗΣΕΙ ΛΑΘΟΣ: Ένα κείμενο του Δημοσθένη Κούρτοβικ για το Κωστή Παπαγιώργη

Έχω μια προκατάληψη που, όπως υποψιάζομαι, μοιράζομαι με τον Κωστή Παπαγιώργη: πιστεύω πως για να γράψεις σωστά, πρέπει να έχεις ζήσει λάθος. Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα λογικό επιχείρημα υπέρ μιας τόσο απόλυτης θέσης. Είπαμε, για προκατάληψη πρόκειται. Ωστόσο, ακόμη περιμένω από την παρατήρηση να άρει τη δυσπιστία μου όχι μόνο για τις εκφραστικές ικανότητες, αλλά και για το ψυχικό βάθος ανθρώπων που τους ήρθαν όλα δεξιά στη ζωή τους, που έκαναν πάντα τις σωστές επιλογές, που είχαν πάντα δίκιο, που διαπλάστηκαν μόνο με εκλεκτές εμπειρίες. Ως τότε, θα προσυπογράφω την άποψη του Παπαγιώργη ότι «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται».

Ο Παπαγιώργης πήρε τη ζωή του λάθος και το ομολογεί με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη, σχεδόν μοναδική για Έλληνα διανοούμενο, αν και δεν θα κινδύνευε να κατηγορηθεί για αυτοεπιείκεια αν πρόσθετε ότι πολύ συχνά οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι εξαρχής για τέτοια λάθη. Εν πάση περιπτώσει, η καλή μέρα δεν φαίνεται από το πρωί, αλλά ήδη από τα χαράματα, όταν ακόμη αντικρίζουμε τον κόσμο αγουροξυπνημένοι: «φιλάσθενο, μίζερο, προβληματικό παιδί», όπως λέει ο ίδιος, με το αίσθημα (που το απολάμβανε κιόλας) ότι είναι «υπεράριθμος, παιδί του Καιάδα», φοβερά ανορθόγραφος (μολονότι γιος αυστηρού δάσκαλου), αριστερόχειρας, που πλήρωσε την καταναγκαστική στροφή στη δεξιοχειρία με βραδυγλωσσία. Φοιτητής στο Παρίσι, αργότερα, ενώ γύρω του βουίζει ο Μάης του '68, κλείνεται σε μια σοφίτα και διαβάζει μανιωδώς φιλοσοφικά συγγράμματα, που «απαλλοτριώνει» από τα βιβλιοπωλεία. «Τόσο πιεστικά και τόσο άγονα δεν ξαναδιάβασα ποτέ στη ζωή μου», λέει σήμερα. Καρπός αυτής της φάσης θα είναι δυο μελέτες, για τον Πλάτωνα και τον Χάιντεγκερ, τις οποίες έχει εδώ και καιρό αποκηρύξει, γιατί, όπως είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Διαβάζω, «όταν διάβασα το βιβλίο [για τον Χάιντεγκερ] και κατάλαβα ότι εγώ απουσίαζα, πήρα όρκο ότι θα μετανοήσω».

H μετάνοιά του, αλλά περισσότερο ίσως το αίσθημα ότι «απουσίαζε» γενικά, διαλύεται στο αλκοόλ, που τον απαλλάσσει και από το πρόβλημα της βραδυγλωσσίας, τον φέρνει όμως, κοντά στα σαράντα του, ένα βήμα από τον τάφο. Και τότε όλα αλλάζουν. Ο Παπαγιώργης κέρδισε τελικά τη μάχη για τη ζωή (μα, τον ακούω να λέει, ποιος κέρδισε ποτέ τελικά αυτή τη μάχη;) και τα ελληνικά γράμματα κέρδισαν τον σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα τελευταία πενήντα χρόνια. Τρόπος του λέγειν «έβγαλαν», γιατί τον συγγραφέα Παπαγιώργη δεν τον βύζαξαν τα ελληνικά γράμματα, αλλά τα παθήματά του, ο λάθος δρόμος που λέγαμε.
Ο σωστός δρόμος που βρήκε ο Παπαγιώργης για να εκφραστεί είναι η μακριά σειρά των ανθρωπολογικών δοκιμίων του, που αρχίζει, χαρακτηριστικά, με το Περί μέθης (1987), ίσως το γνωστότερο βιβλίο του, αν και πολλοί θεωρούν ότι το καλύτερο είναι, εξίσου χαρακτηριστικά, η μελέτη του για τον Ντοστογέφσκι. Όλα αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα με συναρπαστικό τρόπο, γιατί ο συγγραφέας τους ακολουθεί μια αρχή την οποία διατυπώνει τέλεια στη συνέντευξή του στο Διαβάζω: «Δεν υπάρχει κάποιο πνευματικό ζήτημα που να μην μπορεί να εκτεθεί δραματικά - ακόμα και ένα πρόβλημα γεωμετρίας». Δραματικό δεν είναι μόνο το σχέδιο ανάπτυξης, αλλά και το ύφος: ο Παπαγιώργης αποφεύγει σχολαστικά την ξεθυμασμένη φρασεολογία του κοινόχρηστου λόγου, άλλο τόσο σχολαστικά όμως αποφεύγει την αφηρημένη, πομπώδη αλλά άσαρκη ακαδημαϊκή ορολογία, και η γλώσσα του έχει πολύ συχνά μια διαβρωτική λαϊκή εκφραστικότητα. Με τέτοια εκθαμβωτικά συγγραφικά προσόντα, βέβαια, ήταν μάλλον επόμενο να προσεχτεί λιγότερο ο «σκληρός πυρήνας» της σκέψης του Παπαγιώργη.

H οποία σκέψη επικεντρώνεται στις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στην «ανάποδη των ανθρώπων». Οι ίδιοι οι τίτλοι ή υπότιτλοι των πρώτων «γνήσιων» έργων του είναι ενδεικτικοί: Περί μέθης, Το πάθος της ζηλοτυπίας, Οι ξυλοδαρμοί ή Μισανθρωπίας προλεγόμενα. Ουσιαστικά ο Παπαγιώργης βυθοσκοπεί το Κακό, και καλά κάνει. Όπως λέει ο ίδιος, «η ευτυχία δεν έχει βαθύτητα», γι\' αυτό η σημαντική λογοτεχνία δεν ασχολείται μαζί της (κάτι για το οποίο παραπονιόταν, άδικα όμως, προς το τέλος της ζωής του ο αγαπημένος φίλος του Παπαγιώργη Χρήστος Βακαλόπουλος). Οι ανομολόγητες, οι αθέμιτες παρορμήσεις της ανθρώπινης ψυχής κρύβουν βασικότερες, συμπαγέστερες και σταθερότερες αλήθειες για τη φύση της, όσο δυσάρεστο και αν είναι αυτό. Ο λάθος δρόμος στη ζωή είναι ευεργετικός για τη δουλειά του συγγραφέα επειδή περνάει ακριβώς μέσα από τέτοιες αλήθειες, τις οποίες η ρηχή συνείδηση αγνοεί και η αχρεία συνείδηση δεν μπορεί να δει, γιατί τις ενσαρκώνει.

O Παπαγιώργης, όμως, μοιάζει να το πάει πιο μακριά. «Ποτέ δεν πίστεψα», λέει, «ότι ένας άνθρωπος εννοεί πράγματι αυτό που λέει, ή ότι αισθάνεται πράγματι αυτό που αισθάνεται. H συνείδηση δεν έχει ουδεμία σχέση με την ευθύτητα». Σ' αυτό αναγγέλλεται όχι απλώς μια δυσπιστία, αλλά μια σχεδόν ιδεοληπτική άρνηση της δυνατότητας για επικοινωνιακή ειλικρίνεια, η πεποίθηση ότι πίσω από κάθε τι που φαίνεται θετικό και ευγενές κρύβεται κάτι αρνητικό και ευτελές, ότι το Κακό είναι η μόνη αλήθεια στον κόσμο και όλα τα άλλα αποτελούν «παρελκυστικές κινήσεις, ψυχικά μασκαρέματα».

Από εδώ ως τον κυνισμό δεν μένει παρά ένα βήμα. Έγραψα παλιότερα ότι στον Παπαγιώργη διακρίνει κανείς έναν κάποιο κυνισμό και μια αφ' υψηλού αντιμετώπιση της ανθρώπινης αγωνίας. Κομμάτι σοφότερος στο μεταξύ κι εγώ, αποσύρω εκείνο το «αφ' υψηλού» κ.λπ., γιατί ένας πονεμένος άνθρωπος (ο Παπαγιώργης είναι πολύ πονεμένος) δεν βλέπει ποτέ αφ' υψηλού τους άλλους, κι επιμένω για τον κυνισμό, διευκρινίζοντας όμως ότι το βήμα του Παπαγιώργη προς αυτόν μένει μετέωρο. Ο κυνικός είναι ένας απελπισμένος που θέλει να εκδικηθεί την πραγματικότητα προσπαθώντας να φαίνεται χειρότερός της. Ο Παπαγιώργης, για την ώρα, κάνει απλώς πως δέχεται τους όρους της: συμπεριφέρεται συμβατικά.
Δεν θέλω, ούτε είμαι σε θέση, να κάνω το ψυχογράφημά του (άλλωστε, ελάχιστα τον γνωρίζω προσωπικά). Υποπτεύομαι, όμως, πως εδώ βρίσκεται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, η εξήγηση της παράδοξης, για έναν άνθρωπο με τέτοια φιλοσοφία, προσήλωσής του στις παρέες και στις εξωστρεφείς διασκεδάσεις. Έτσι τείνω να εξηγήσω επίσης την, όχι λιγότερο παράδοξη, στροφή του προς τον ελληνικό «αυτοχθονισμό», η οποία εγκαινιάζεται συγγραφικά το 1997, με τη μελέτη του για τον Παπαδιαμάντη, και συνεχίζεται με τα δύο πρόσφατα δοκίμιά του για την Ελληνική Επανάσταση.

Εκείνο που τράβηξε τον Παπαγιώργη στον Παπαδιαμάντη δεν είναι η ορθοδοξία, αλλά το πνεύμα της μικρής κοινότητας, όπως την περιγράφει ο Σκιαθίτης. Μιας κοινότητας όπου οι μικρές ανθρώπινες αδυναμίες αντιμετωπίζονται με επιείκεια και κατανόηση, ενώ οι μεγάλες αμαρτίες είναι αδιανόητες, γιατί είναι άγνωστη η ύβρις της εξατομικευμένης συνείδησης, της απομάκρυνσης από το κοινοτικό ήθος. Ο Παπαγιώργης πιστεύει, μαζί με τον Τέλλο Άγρα, ότι ο Παπαδιαμάντης ήθελε έναν «ελληνισμό χωρίς εθνισμό», δηλαδή μια ιθαγενή ταυτότητα χωρίς εθνική ιδεολογία. H Επανάσταση του 1821 υπήρξε μια καταστροφή (ιστορικά αναπόφευκτη), γιατί, με μοχλό το ιδεολόγημα της αποκατεστημένης επαφής με τον πολιτισμό των «αρχαίων ημών προγόνων», προώθησε στη θέση του υγιούς ιθαγενούς κοινοτισμού ένα κράτος κακέκτυπο των δυτικών εθνικών κρατών και στη θέση του αυθεντικού ντόπιου ανθρώπου έναν τύπο Έλληνα που ήταν και παραμένει καρικατούρα του Ευρωπαίου πολίτη.

Εδώ ο Παπαγιώργης μπερδεύεται κάπως, ακριβώς επειδή παραείναι έξυπνος και σκεπτικιστής για να μην υποψιάζεται πως και αυτή η θέση αποτελεί ιδεολόγημα. Αν ο ιθαγενής κοινοτισμός ήταν τόσο υγιής, γιατί ήταν ιστορικά αναπόφευκτο να σαρωθεί; Ο Παπαγιώργης οργίζεται μεν για την απαξιωτική στάση που διαμορφώθηκε απέναντι σε κάθε τι το ντόπιο, για την περιφρόνηση προς τον «ρωμιό» ως άνθρωπο πέμπτης κατηγορίας, ως τουρκομαθημένο υπάνθρωπο. Αλλά όταν ο Κωνσταντίνος Θέμελης τον ρωτάει μήπως αυτή είναι η αλήθεια για τον ρωμιό, απαντάει: «Πιθανότατα».

Προσθέτει, βέβαια, ότι «τότε με ευρωπαϊκά εμβόλια και καταβολάδες δεν φτιάχνεις κοινωνία». Τι γίνεται, όμως, αν πρέπει να τη φτιάξεις, γιατί δεν έχεις άλλη ιστορική επιλογή; Με τέτοιες καταβολάδες και με αντίστοιχα ιδεολογήματα φτιάχτηκαν αρκετά άλλα έθνη που προχώρησαν περισσότερο από εμάς, τόσο ώστε να μην έχουν πια ανάγκη τη διαρκή αναφορά στους ιδρυτικούς μύθους τους. Ο ίδιος ο Παπαγιώργης, μιλώντας στο Διαβάζω για τον προτεσταντισμό, λέει ότι ήταν μια επανάσταση ανυπολόγιστα μεγαλύτερη από τη γαλλική, διότι «στρέφει τον άνθρωπο προς την εργασία και του χαρίζει ένα αχανές αυτεξούσιο, [οπότε] αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε γιατί οι προτεστάντες πρόκοψαν τόσο πολύ, ενώ οι ορθόδοξοι της Ανατολής - στη Ρωσία για παράδειγμα - παγιδεύτηκαν». Όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και στην Ελλάδα του Παπαδιαμάντη.

Πρόκειται ακριβώς για το πρόβλημα που συνειδητοποίησε ο Στέλιος Ράμφος, και προσπαθεί από τότε να βρει στην ορθόδοξη παράδοση στοιχεία που θα μπορούσαν να ευνοήσουν έναν επαναστατικό πνευματικό αναπροσανατολισμό ανάλογο εκείνου που επέφερε ο προτεσταντισμός. Ο Παπαγιώργης αντιλαμβάνεται πολύ καλά το δίλημμα, όπως δείχνουν οι αντιφατικές δηλώσεις του που παρέθεσα. Αλλά ανάμεσα σε δύο ιδεολογήματα, ένα εκσυγχρονιστικό κι ένα παραδοσιοκρατικό, προτιμά εκείνο που δεν αφήνει περιθώρια για επικίνδυνες περιπλανήσεις μιας ξεμοναχιασμένης συνείδησης, από τις οποίες τόσα και τόσα τράβηξε ο ίδιος. Αυτό είναι το σημείο συμβολής της προσωπικής περιπέτειάς του με τις περιπέτειες των ιδεών στη σύγχρονη Ελλάδα.


Το είπα και πρόσφατα, με αφορμή αυτό το βιβλίο: σημασία δεν έχει τόσο τι λένε οι άνθρωποι όσο γιατί το λένε. Οι απαντήσεις που δίνει ο Παπαγιώργης έχουν λιγότερη σημασία από τη γενεαλογία των ερωτήσεων τις οποίες αναγκάστηκε να θέσει στον εαυτό του. Και κανένας Έλληνας στοχαστής δεν μίλησε ως τώρα με τόση παρρησία, τόση διεισδυτικότητα και τόση μαεστρία για ένα τόσο πολύπλοκο και τόσο ερεβώδες θέμα

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΜΗΝ ΤΑΛΑΙΠΩΡΕΙΣ ΤΑ ΓΡΑΦΤΑ αφού ΔΕΝ ΣΕ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:

Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Οχ, οχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεταιΚάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα. «Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα… [απόσπασμα από ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΝΕΦΡΟ από τη συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα Ο ΜΠΙΝΤΕΣ και άλλες ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 1970 – όλη η ιστορία με ΚΛΙΚ στην εικόνα ARTWORK by Ben Goossens]



Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.
Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.
Γι αυτό: σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι σου και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε, παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι, ξέρω, πέρασες κι ένα κοκίτη και τώρα έχεις στρυφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί κι ανησυχίες.

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ‘να πάνω στο άλλο. Με την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Τώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Τώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα, ούτε τίποτα, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Κοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Μόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Ρίλκε και Μπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας απ’ τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες τα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Χαίρομαι γιατί ο δρόμος πουτράβηξα, που μόνος μου διάλεξα αν θέλετε, που η ίδια η ζωή μου καθόρισε, δεν είναι άγονος, αφού κι άλλοι, και μάλιστα δάσκαλοι φτάσαν στο ίδιο επίτευγμα, κι είναι μια απόδειξη, όπως όταν μετά σκληρό διαγώνισμα βγαίνεις και τρέχεις στις λύσεις κι είναι όλα σωστά. Απ’ την άλλη μεριά σκυλιάζω γιατί πρόλαβαν αυτοί και κατέγραψαν τον ανθρώπινο πόνο κι εγώ τώρα πρέπει να πάω πιο πέρα δίνοντας ίσως και τ’ άλλο νεφρό.

Στέκομαι συλλογισμένος κι ανοίγω φανταστικό διάλογο με τον Ρίλκε, τον Μπέκετ, τον Μίλερ Χένρι και άλλους, πεισμωμένος και τους φωνάζω, ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση. Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό; Τότε, αυτήν την απέραντη απελπισία που φτάσαν οι δάσκαλοι, ίσως μπορούσα να την μετατρέψω σε κάποια ελπίδα και πίστη. Να πάρω πηλό και να πλάσω απ’ την αρχή έναν άνθρωπο, κι αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να μετατρέψω σε λούνα πάρκ. Να στήσω πυγολαμπίδες πάνω στην άσφαλτο. Να κάνω τους ανθρώπους να δουν τη μεταμεσονύκτια ομορφιά των ηλεκτρικών στύλων καθώς υποκλίνονται ευγενικά στις λεωφόρους. Ίσως μπορέσω να φτάσω ξανά στις πρώτες αφέλειες συγκροτώντας μια πίστη που θα διαλύεται μόλις χάνει κανείς το νεφρό του.

Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση, γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν οι άλλοι, την καταγράψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα.

Μ’ άλλα λόγια, είναι στην κυριολεξία πρόβλημα τρίτου νεφρού. Αν ήταν πρόβλημα χρόνου μονάχα, δεν είχα παρά να καταφύγω στο τεχνητό. Παίρνουν το αίμα από τη φλέβα και το διοχετεύουν στη μηχανή. Εκεί το χτυπάνε όπως το γάλα που του αφαιρούνε το βούτυρο, για να το ξαναφέρουνε καθαρότερο στην αρτηρία. Οχτώ ολόκληρες ώρες συνεχίζεται το ίδιο βιολί, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα. Ένα μηχάνημα μέλος του σώματος σου έξω από το σώμα σου επιμηκύνει το χρόνο σου, σου δίνει παράταση για τρία, ίσως και τέσσερα χρόνια, κερδίζεις μ’ αυτό κάτι, δε λέω, μα τι να ξοδέψεις, πλαστικά σωληνάκια και φίλτρα; Βίδες, παξιμάδια και ρεύμα;

Παίρνεις μια κάποια παράταση, ίσα-ίσα που προλαβαίνεις να πετάξεις ένα βιβλίο γεμάτο ούρα, ένα μπουκάλι με σκέψεις για το πώς έγινε το ναυάγιο, τον ύπουλο ύφαλο, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθείς σε μια σαθρή σχεδία δίχως σχέδια, για το μεγάλο σαρωτικό κύμα που έρχεται. Κάποτε πλησιάζει το τέλος, γιατί κάθε φορά και περισσότερα ούρα κυκλοφορούνε στο αίμα σου. Τόσο ήτανε, λες, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στα γραφτά σου και βάζεις τον τίτλο: Το τελευταίο μπουκάλι. Ιστορίες που μιλάνε για φλέβες και ούρα, ζαλάδες, πόνους, μιζέριες, μια επιχείρηση που κερδίζει όσο για να πληρώνει το λογιστή. Μόνο φύρα, κανένα περίσσευμα.
Αλλά εγώ που ήθελα να εκσφενδονίσω βεγγαλικά τις φράσεις, καταυγάζοντας έστω και για μια μόνη στιγμή αυτή την αιώνια νύχτα; Πώς να ηλεκτροφωτίσω το στερέωμα με μπλε, μοβ και κόκκινα αστέρια χωρίς να ξοδεύω ζωή; Μ’ αυτό το τραπέζι νεφρό;

Μιλάω για μια ποίηση από τη ζωή, όχι καλά και σώνει για τη ζωή, πολύ περισσότερο με κάποιο σκοπό. Έτσι βρίσκω την ποίηση για την ποίηση του Mallarmé, mal armé. Θα ‘θελα αυτούς που έχουν αυτό το μεράκι να ‘χουν αγγίξει έστω με το μικρό δακτυλάκι την καραβάνα της απελπισιάς, να ‘ναι, μ’ άλλα λόγια, bon armé και alarmé. Γι αυτό αναφέρθηκα στην αρχή σε κάτι φιόγκους (το αυγουλάκι τους και μάλιστα φρέσκο) που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δε δώσανε γι αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα. Δε γίνεται. Δε γίνεται.

[ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΝΕΦΡΟ από τη συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα Ο ΜΠΙΝΤΕΣ και άλλες ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 1970] 

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

ΕΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΣΤΙΣ 5 ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ, ΠΕΡΙΠΟΥ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΜΠΡΟΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:

… Φαντάζεσαι αντί για ουρανό να είχαμε ήχο και να λέγαμε κοίτα τι ωραία που σκίζουν τον ήχο αυτά τα πουλιά; Ναι. Και να λέγαμε κοίτα τι ωραία που πηδάνε μέσα έξω στον τοίχο τα δελφίνια. Σαν να ’ταν η θάλασσα μέσα στο σπίτι μας κάθετα, σαν ταπετσαρία πίσω από τους καναπέδες. Ναι. Επίσης θα μπορούσε να υπάρχουν δένδρα που αντί για φρούτα να βγάζουν μολύβια και τα μολύβια εποχής να έγραφαν τα πιο ωραία άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα και λοιπά. Ναι.  Μ’ αρέσει που λες σε όλα ναι. Αν θέλεις, μπορούμε να μιλάμε. Να με πάρεις στο 2103640817 και να με ζητήσεις όπως θες – ακούω σε όλα τα ονόματα, αρκεί ν’ αρχίζουν από ωραία γράμματα και όχι για παράδειγμα από χι ή πι, γιατί αυτά τα γράμματα μου θυμίζουν ότι πρέπει να κόψω τα μαλλιά μου και δεν θέλω με τίποτα να ξαναπάω στο  Μπωτέ Λέλα. Η κοπέλα που λούζει είναι από την Καβάλα. Ναι. Δεν υπάρχει καν Μπωτέ Λέλα. Το υποθέτεις αυτό ε; Έτσι το είπα, για να σε τσεκάρω. Ναι. Το ξέρεις ότι κάπου στον κόσμο κάποιοι άνθρωποι δεν ξέρουν καν πού είναι η Ελλάδα και δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομα Βενιζέλος στη ζωή τους; Ναι. Μ’ αρέσει που λες σε όλα ναι – θα μπορούσαμε να κάνουμε παρέα, ξέρεις! Ναι. Και να κατασκευάζαμε πράγματα μαζί. Ναι. Παράδειγμα, μια δική μας πραγματικότητα… μια δική μας χώρα όπου τον πρωθυπουργό θα τον λέγανε Δανάη Βανίλια και θα ήταν ένα λεμόνι!..Ναι. Ωραία. Λοιπόν…    [από το βιβλίο της Κατερίνας Έσσλιν  Γαμ.μυθιστορήματα του ενός λεπτού, εκδόσεις Απόπειρα 2012 – ART by HANS Bellmer και με ΚΛΙΚ η συνέχεια της τηλεφωνικής συνομιλίας στις 5 τα ξημερώματα που ξεκίνησε σαν φάρσα]


Εμένα τον πρωθυπουργό μου θα τον λέγανε Δανάη Βανίλια.
Εμένα ο πρωθυπουργός μου θα ήταν ένα λεμόνι. Αααα! Τι ωραία! Γίνεται να ήταν κι ο δικός μου λεμόνι; Ζήλεψα. Ναι, αμέ! Ωραία Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Γιατί μ’ αρέσει το πουλόβερ σου. Μα δεν ξέρεις καν τι φοράω. Θα φοράς πουλόβερ σε έναν δυο μήνες, κρυώνει ο καιρός. Ναι. Να σου πω και κάτι άλλο τώρα. Έχεις ροζ παπούτσια; Όχι. εγώ έχω; Δεν ξέρω. Δεν έχω. Είδες πόσα κοινά έχουμε; Ναι. Να γνωριστούμε. Σε πειράζει που σε πήρα στις 5 το πρωί και σε ξύπνησα; Όχι. Ήθελα να κάνω μια φάρσα βασικά, αλλά βγήκες εσύ και κατάλαβα ότι θα ήσουν ο άνδρας της ζωής μου και δεν ήθελα να σου κάνω φάρσα. Από πού το κατάλαβες; Ε, δεν έχεις ακούσει για έρωτα με την πρώτη ακοή; Όχι. Αφού μόλις σου είπα –έχεις ακούσει. Ναι. Τι άλλα; Τι φάρσα θα έκανες; Θα ’παιρνα και θα ’λεγα γεια σας αυτή τη στιγμή που σας μιλάω κάποιος γράφει με σπρέι στο καπό του αυτοκινήτου σας τη λέξη μαλάκας. Κι αν σου ’βγαινε γυναίκα; Ε, τότε θα ’λεγα γεια σας αυτή τη στιγμή που σας μιλάω κάποιος γράφει με σπρέι στο καπό του αυτοκινήτου σας τη λέξη παρθένα. Γιατί να μην έλεγες παρθένα στον άνδρα και μαλάκας στη γυναίκα; Θα μπορούσα. Δίκιο έχεις –αυτό θα έλεγα. Αλλά βγήκα εγώ. Ναι. Βγήκες εσύ. Ναι. Ναι. Λέμε και οι δυο ναι. Ναι, έτσι είναι στην αρχή των σχέσεων. Μετά θα λέμε μωρή, ηλίθια, μαλακία έκανες, άσε με, στο διάολο. Τέτοια. Πες μου γιατί με πήρες. Στην τύχη. Δηλαδή δεν κοίταξες στον τηλεφωνικό κατάλογο; Όχι. Γιατί ρωτάς; Γιατί με λένε όπως τον Πρωθυπουργό. Τι; Μητσοτάκη; Όχι, Λεμόνη. Χα, χα.  Αστείος είσαι. Λεμόνη με λένε - αλήθεια. Νίκο; Όχι. Πέτρο Α. Γιατί ακούγεσαι σαν Νίκος. Πότε θα γνωριστούμε; Γιατί να γνωριστούμε; Γιατί εμένα με λένε Άντα Πέτρου.  Αλήθεια; Αλήθεια. Είμαι ήδη δική σου δηλαδή, από πριν. Από τύχη. Ναι. Γιατί όσο από τύχη θα πετύχαινε να μας γνώριζαν κάποιοι φίλοι σ’ ένα μπαρ, τόσο από τύχη θα πετύχαινε και να μην μας γνώριζαν κάποιοι φίλοι σ’ ένα μπαρ. Έχεις φίλους; Όχι. Ωραία –θα πούμε ότι μας γνώρισαν οι φίλοι σου Λουκία και Χάρης, που τους ξέρεις από το φίλο σου Βασίλη. Ξέρεις κάτι; Όχι. Σε πεθύμησα. Σε πεθύμησα όσο δεν έχω πεθυμήσει άνθρωπο στη ζωή μου, όσο όλους τους ανθρώπους που έχω πεθυμήσει ποτέ στη ζωή μου, μαζί, σε άθροισμα, επί δέκα. Αλήθεια; Ναι. Αυτό ήθελες να μου πεις; Ναι. Πεθύμησα τα μάτια σου – τι χρώμα έχουν; Καστανά. Και τα δικά μου. Αν και παλιά ήταν γαλάζια. Τι εννοείς;  Εννοώ, δεν προσέχω ποτέ τα μάτια μου, μπορεί να είναι και πράσινα –έχει σημασία; Όχι. εσύ, αν έκανες φάρσα στο τηλέφωνο, τι θα έκανες; Θα ’στελνα πίτσες στον αδελφό μου. Και γιατί είναι αστείο; Γιατί ο αδελφός μου είναι δύο μηνών.  Χα, χα. Αστείο όντως. Και δεν του αρέσουν τα λουκάνικα ε; Χα, χα. Παραδέξου το: δεν έχεις αδελφό. Πράγματι. Είσαι πολύ αστείος. Μοιάζουμε σ’ αυτό. Ναι. Λες να ’μαστε συγγενείς; Όχι. Αν ουρανός ήταν ήχος, θα σε πείραζε; Όχι. Τι ήχος θα ήταν; Δεν ξέρω –θες να παντρευτούμε; Ναι. Αλλά όχι όπως όλοι. Θα πάμε μια μέρα ακάλεστοι σ’ ένα γάμο άγνωστων ανθρώπων, θα κάτσουμε κοντά στο ζευγάρι και θα υποκριθούμε ότι η λειτουργία του γάμου γίνεται για μας. Ναι, αλλά ο παπάς θα πει παντρεύεται η δούλη του Θεού Αναστασία τον δούλο του Θεού Ιωάννη –εμείς δεν λεγόμαστε έτσι. δεν έχει σημασία. Η αγάπη είναι μία. Ακόμη κι αν πει παντρεύεται ο δούλος του Θεού Αλέξιος, Γρηγόριος ή Αριστείδης ή Παύλος τη δούλη του Θεού Αλεξία, Θεοδώρα ή Αικατερίνη ή Ευρυδίκη, εμείς θα κάνουμε ότι εννοεί εμάς. Εντάξει. Πότε λες να είναι της αγίας Ευρυδίκης; Δεν ξέρω. Ίσως δεν υπάρχει καν αγία Ευρυδίκη. Ίσως καμία Ευρυδίκη να μην είναι αρκετά αγία: να είναι όλες άτακτες και να τους αρέσει να τρώνε το κοτόπουλο με τα χέρια. Σε πειράζει αυτό; Όχι. Ωραία, γιατί μπορεί να ήταν αιτία διαζυγίου αν ο παπάς έλεγε στο γάμο μας παντρεύεται ο  δούλος του θεού Αλέξιος τη δούλη του Θεού Ευρυδίκη. Μπα. Όχι. Εξάλλου, θα σε φωνάζω με το δικό σου όνομα. Ευχαριστώ. Ωραία. Ωραία. Θα βρέξει λέει αύριο είπε στην τηλεόραση. Α, ναι; Σε ποια περιοχή; Στο κέντρο; Στο Λονδίνο,  νομίζω. Ευτυχώς δεν ζούμε εκεί. Όχι. Ούτε στο Πεκίνο. Φαντάζεσαι να είχαμε γεννηθεί στο Πεκίνο; Δε νομίζω να μιλάνε ελληνικά εκεί, θα δυσκολευόμασταν να συνεννοηθούμε. Μα θα μιλούσαμε κινέζικα, αν είχαμε γεννηθεί εκεί. Γιατί το λες; Εμένα που ένας φίλος μου γεννήθηκε στη Μόσχα δε μιλάει λέξη ρώσικα. Πώς κι έτσι; Δεν ξέρω. Τυχαία γεννήθηκε εκεί, όταν έγινε ενός μηνός γύρισαν οι γονείς του στην Πάτρα. Έχει πάει ποτέ στην Πάτρα; Όχι. Στο Περού; Όχι. Στην Πράγα; Όχι. Στο Πόρτο Γερμενό; Ούτε. Δεν έχεις πάει σε πολλά  μέρη από πι. Σε μέρη από θήτα; Στο θέατρο, ας πούμε; Ναι, πολλές φορές. Κι εγώ. Εγώ θα ήθελα  να δουλεύω στο θέατρο, ξέρεις. Η δουλειά θα ήταν η εξής: στο διάλειμμα της παράστασης θα πήγαινε στους θεατές και θα τους έλεγα ψέματα για τη συνέχεια του έργου. Γιατί; Για να τους φανεί διπλή η ανατροπή στο τέλος. Πάντα έχει ανατροπή στο τέλος στο θέατρο. Ναι. Και είναι και μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας. Όχι, η τραγωδία είναι αυτό. Α, ναι; Δεν το θυμόμουν, αλλά για να το λες εσύ, σε πιστεύω. Αυτά.  Αυτά. Θες να σε ξαναπάρω τηλέφωνο κάποια στιγμή; Δεν ξέρω. Κι ο γάμος μας; Θα γίνει, αλλά στείλε μου καλύτερα μήνυμα, δεν ακούω πάντα το τηλέφωνο γιατί το έχω στη δόνηση και μπορεί να μου διαφύγει η κλήση και να μην το σηκώσω με την πρώτη και να τσακωθούμε όπως τσακώνονται συνήθως τα ζευγάρια για τέτοια σοβαρά  θέματα. Θα ’ναι κρίμα να χωρίσουμε τόσο γρήγορα. Θέλω ν’ ακούσω κι άλλες  ιδέες σου σαν κι αυτή που είπες για τον ουρανό που αντί για ουρανός θα ήταν ήχος και η θάλασσα αντί να ήταν στη θάλασσα θα ήταν κάθετη σαν ταπετσαρία στο σπίτι. Πώς θα κρεμούσαμε κάδρα πάνω της δεν μου είπες. Ούτε πόσο μόνη νιώθω σου είπα. Όχι, αυτό μου το είπες. Πότε; Τόση ώρα μου το λες.

Πάνω που είχα ανεβάσει τα μάλλινα δάκρυα στο πατάρι, άρχισε πάλι να ψιχαλίζει τ' όνομά σου. Το μισό αλφάβητο πλημμυρίσαμε. Έχει γεμίσει το υπόγειο με ωμέγα, θα πνιγούμε χωρίς άλφα. Με είδες κι εσύ στο όνειρό μου χτες; Βάλε επιτέλους ένα ζακετάκι στον έρωτα σου είπα. Κάνει ρεύμα -δεν ακούς που φταρνίζεται; Μετά άρχισα να τσακώνομαι με τη μοναξιά σου. Λουζόταν με μπετόν η χαζή. Δεν καταλαβαίνω, είπα. Θες να γιατρέψεις τα δάχτυλά σου πάνω στο δέρμα μου; Οι ανοργάνωτοι εμπρησμοί σου στο σώμα μου έχουν αρχίσει να λήγουν. (Την πυρκαγιά δηλαδή εσύ εκεί στο υπόγειο δεν την βλέπεις που καίει συνέχεια; Θα φτάσει στον πρώτο όροφο και θα τη δουν όλοι στο τέλος. Δυο χρόνια έχεις να φωνάξεις την πυροσβεστική) Μόνο να διχάζεις τις τελείες μου ξέρεις -και να μ αφήνεις να ξυπνάω αγκαλιά με το σπασμένο σου ποδηλατάκι (λες κι αν ενηλικιωθούμε θα πεθάνουμε)…. Όποιο σώμα κι αν δοκιμάσω εκτός από το δικό σου, μου πέφτει φαρδύ.
[Κατερίνας Έσσλιν, Ο Πεζός λόγος στην Ποίηση]


Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΤΙΝΑΖΩ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟ ΙΔΡΩΜΕΝΟ ΣΕΝΤΟΝΙ:

Προσπάθησα, για πολλοστή φορά, να διαβάσω έστω και τρεις σελίδες από το τελευταίο βιβλίο που ξεκίνησα, χωρίς να έχω καν φτάσει στην δέκατη σελίδα από τα τέσσερα προηγούμενα που έπιασα στα χέρια μου και είχαν την ίδια κακή τύχη. Ματαιοπονώ και το ξέρω μα επιμένω γιατί υποψιάζομαι πως κάτι ανεπανόρθωτο μου συνέβη. Οι λέξεις εξαφανίζονται πριν καν μπουν στο κεφάλι μου, μάτια και εγκέφαλος τα ’χουν κάνει σκατά, μουτρώθηκαν χωρίς να ξέρουν το λόγο και καμιά προσπάθεια δεν κάνουν να τα ξαναβρούν. Δεν καταλαβαίνω τι διαβάζω, ξέχασα το νόημα κάθε λέξης, στη μέση κάθε παραγράφου χάνομαι και πρέπει να ξαναγυρίσω πίσω να βρω την άκρη από ένα νήμα που δεν υπάρχει. Χτες βράδυ τα μαύρα σημάδια (που υποδύονταν τόσο άγαρμπα τις τυπωμένες λέξεις) άρχισαν να γλιστράνε προς την κάτω πλευρά της σελίδας, προσπαθώντας να πιαστούν το ένα απ’ το άλλο, σχηματίζοντας μια αλυσίδα από τέρατα που φωνάζαν κάτι σαν «βοήθεια» ακατάληπτα, σχεδόν απόκοσμα κι αποκρουστικά. Στο τέλος γκρεμοτσακίστηκαν όλα μαζί -αφού δεν έκανα καμιά προσπάθεια να κλείσω το βιβλίο ώστε να μείνουν μέσα, έστω σαν μπουλούκι, σαν ρεμπέτ ασκέρι μα ασφαλή- και άφησαν τη σελίδα να χάσκει κενή [συνέχεια με τον ΤΡΟΜΟ που γεννάει μια άδεια σελίδα που δευτερόλεπτα πριν σου διηγούνταν μια ιστορία για την άλλη άκρη του νήματος που έπρεπε να φτάσουμε και για τις ανάσες που είχαμε ανάγκη – από το Ιστολόγιο a / man / called… και εικόνα άγνωστου καλλιτέχνη αλλά σχετική με το νόημα του κειμένου ]  



ΠΟΣΟ ΤΡΟΜΟ ΓΕΝΝΑΕΙ ΜΙΑ ΑΔΕΙΑ ΣΕΛΙΔΑ:
Την στιγμή που καταλαβαίνεις πόσο τρόμο γεννάει μια άδεια σελίδα που δευτερόλεπτα πριν σου διηγούνταν μια ιστορία, γίνεσαι άλλος άνθρωπος, τίποτε δεν ξαναείναι ποτέ ίδιο. Άφησα το βιβλίο στο πάτωμα, πάλεψα να κοιμηθώ, δεν κατάφερα πολλά. Ήταν και η ζέστη βάσανο. Ο ανεμιστήρας πάσχιζε αλλά τι να κάνουν έξη φτερωτές, ακόμη κι ένας έλικας πάνω απ’ το κεφάλι μου θα δυσκολευόταν να κόψει τον πηχτό αέρα για να ανοίξει μια δίοδο προς τα πνευμόνια, να στείλει μισή ανάσα τεχνητής -ας είναι- φρεσκαδούρας, να διώξει τη θολούρα και την υγρασία απ’ το μυαλό.
Εδώ και καιρό, κάθε πρωί ξυπνάω και τινάζω λέξεις απ’ το ιδρωμένο σεντόνι. Ο δρόμος από κάτω έχει γεμίσει σακατεμένα γράμματα, σημεία στίξης και ακρωτηριασμένες λέξεις. Ούτε πουλί, ούτε γάτα, ούτε ποντίκι (ο γείτονας μου είπε πως έχει δει πολλά τέτοια τις τελευταίες βδομάδες) καταδέχεται να ασχοληθεί μαζί τους. Οι ελάχιστες λέξεις που καταφέραν να φτάσουν στην άσφαλτο σε ένα κομμάτι, θα γίνουν λιώμα κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού, ενός δίτροχου, ακόμη κι ένα καροτσάκι που το σπρώχνει μια φρέσκια -ακόμη πληγωμένη απ’ τα παραπανίσια κιλά- μάνα είναι ικανό να τις διαμελίσει τόσο που κανένα λεξοτομείο δεν θα μπορέσει να τις συναρμολογήσει για την αναγνώριση.
Νομίζω, φοβάμαι, ότι το μέλλον επιφυλάσσει την ίδια μοίρα και για το φετινό καλοκαίρι, κάποιων, πολλών. Όσο και να το ράψουν, όσα κομμάτια του και να κολλήσουν, όσο και να μπογιατίσουν τις μελανιές, όσο λίγο και να τραβήξουν το σεντόνι που θα το σκεπάζει -τον Σεπτέμβριο, που θα μας φωνάξουν να μας ρωτήσουν σε ένα κρύο δωμάτιο με άσπρο παγωμένο φως αν είναι όντως αυτό, το δικό μας καλοκαίρι- δύσκολα θα καταφέρουμε να μη σπάσει η φωνή μας την ώρα που θα λέμε «ναι, αυτό ήταν». Αγνώριστο θα ’ναι. Ναι. Αλλά η κλωστή, η επαγγελματικά δεμένη στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του, θα είναι εκεί, να μας θυμίζει πού ήταν η άλλη άκρη του νήματος που έπρεπε να φτάσουμε για κείνες τις ανάσες που είχαμε ανάγκη και δεν καταφέραμε, μη με ρωτάς γιατί, να συναντήσουμε.
Αλλά όλα καλά. Όλα καλά. Σκέψου να ζητούσαν από εκείνο να αναγνωρίσει εμάς, κάτω από ιδρωμένα, τσαλακωμένα, παραιτημένα σεντόνια. Εκείνο το «όχι, δεν είναι αυτός» θα μας αποτέλειωνε για τα καλά.

[ΠΗΓΗ: από το Ιστολόγιο με το όνομα a / man / called… και υπογραφή με χάρη: I'm not bad, I'm just drawn that way]

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΥΧΤΑ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΧΑΙΡΕ

Πάντοτε νύχτα ταξιδεύουν τα μεγάλα χαίρε, τα έχε  γεια, καλότυχοι οι νεκροί που ξαγρυπνάνε, τις κορυφές, τ’ ακροκεραύνια περιπλέοντας, τις λόχμες μιας απύθμενης υπνολαλίας,  κι όπως λιοντάρι στα στενά δεν χόρτασε, το συννεφάκι αυτό τους σημαδεύει, την κόψη ανάβοντας,  το ανάστημα μελαχρινό το βλέμμα που ήταν –  Σαν να επιθύμησαν τη δροσερή φυγή, το αλγεινό των αρωμάτων σε κλεισμένους χώρους,  τον ταπεινό αιγιαλό,  τη φοβερή φωλιά του ύπνου φεύγοντας, το λίγο των ονείρων… Αλλά δεν θέλει να λησμονηθεί, γιατί κανείς, κανείς δεν θέλει να τον λησμονούνε, και να θυμίζει θέλει μια φορά, που τρυφερή κορόνα της την είχαν, κι α πότε, βγάνοντας την κεφαλή στις ερημιές, τα χέρια ξάφνου της λευκαίνονται, και πώς, τους χαραγμένους της καρπούς βυζαίνει, συσπώντας το γλυκό της στόμα βύζαινε, η λύσσα Λεγεών και Αγέλη, τη μάταιη αυτοχειρία επαναλαμβάνοντας, το θάνατο που δίχως λόγο ξεθυμαίνει, μες στη σιωπή που παραδέρνει ασάλευτη,  (αποσπάσματα από το βιβλίο της Τζένης Μαστοράκη Μ’ ΕΝΑ ΣΤΕΦΑΝΙ ΦΩΣ – ART by Andy Hixon Wallpaper]



Μ’ ΕΝΑ ΣΤΕΦΑΝΙ ΦΩΣ (κι άλλα αποσπάσματα):
-2-
Μικρό μου, μήτε απ’ τα πουλιά και μήτε-
ας πάψει πια εκείνο το τραγούδι, κι άλλο μην πεις, και μη ρωτάς που κλείδωσαν, απ’ τα ψηλά της παραθύρια γκρέμιζε τα λόγια αλλιώς,
μοίρα χρυσή και δίκαιη των αυτοκτόνων,
το αίμα, τα αίματα, που μια στιγμή, σαν μακρινό μετέωρο βουτώντας, το αίμα, μια στιγμή, αγνάντεψε τα χαμηλά της φώτα, την κάπνα πόλης που σωπαίνεται, σώμα βαρύ, κι άλλο μην πεις, μην τραγουδάς, τα λόγια αλλιώς,
απ’ τα πουλιά τους φόνους της πενθεί, απ’ τα πουλιά και μήτε, η πυρκαγιά, η πυρκαγιά ερημική,
μικρό μου-

-3-
Καλύτερα απ' τα λίγα κι από τα στενά, όπου συνδυό και δεν μιλούν, συντρείς ο φόβος  απ’ το σκοτάδι ο λύκος μαίνεται,
εκεί στο βάθος του αίματος, σαν τιμαλφή παλιώνουν τα εγκλήματα, εξευγενίζοντας τις όψεις των δραστών, το συσπασμένο πρόσωπο, την άγρια πείνα,
και νάνι, λιώνουν τα φριχτά μαλάματα, χρόνοι ευγνώμονες λειαίνουν, νάνι, ώσπου να ’ρθει, ρόγχος να πάρει, χορηγός,
ο ύπνος, σιγανό πανί,
ο ύπνος, καβαλάρης με δρεπάνι

-4-
Αλλά δεν θέλει να λησμονηθεί, γιατί κανείς, κανείς δεν θέλει να τον λησμονούνε, και να θυμίζει θέλει μια φορά, που τρυφερή κορόνα της την είχαν, κι α πότε, βγάνοντας την κεφαλή στις ερημιές, τα χέρια ξάφνου της λευκαίνονται, και πώς, τους χαραγμένους της καρπούς βυζαίνει, συσπώντας το γλυκό της στόμα βύζαινε, η λύσσα Λεγεών και Αγέλη, τη μάταιη αυτοχειρία επαναλαμβάνοντας, το θάνατο που δίχως λόγο ξεθυμαίνει, μες στη σιωπή που παραδέρνει ασάλευτη, σιωπή του νου, απέραντη σαν τρέλα, σαν αραιό αφιόνι μαύλιζε, και δεν τολμά, μόλις μαντεύοντας τα κυανά παθήματα των βυθοδρόμων , τη Θεία Νόσο που επιστρέφει ακάλεστη κι από μαράζι ξάσπριζε τα χείλη,  και α πότε βγάνει ο πόνος, πόνοι διάττοντες, βραχνάς ο αέρας σκίζοντας το στήθος, αέρας πόνος πλημμυρίζοντας σπλάχνα στεγνά, τα μάτια ξάφνου της λευκαίνονται, και πώς, η νεκροφάνεια σαν λαγνεία την καθήλωνε, σαν πυρετός σαν πρωτούπνι στο υγρό της μέτωπο, μ’ ένα στεφάνι φως που ζώνει τους ταξιδεμένους, όταν σηκώνονται αταξίδευτοι στα σκοτεινά, σε μέρη απόσκια και στ’ ανασκαμμένα, κι όταν ταράζοντας τη γη προβαίνουν άλιωτοι, μ’ ένα στεφάνι φως, και ξεματώνει, γλείφοντας τους χαρακωμένους της καρπούς, παραλογίζεται πως θα γινόταν άλλη, άνασσα στο βαθύ παλάτι των αγρών, αθλία φλώρα τ’ όνομά της, σαρακήνα, σαν βλασφημία, μενεξένη, άσβεστος, με το Κακό του Φεγγαριού αφρίζει, κι α πότε, γέρνει το κορμάκι της στις εξοχές, σαν ημισέληνος ωχρή ξεφέγγει, μικρή γυναίκα, γυναικίτσα, βάρβαρη, καλεί το θάνατο, καλεί, που-ήτααν καλός, από μακριά σου μήνυσα, του λέει, ακραία κόρη και βαλεριανή, από μακριά, κι ετοιμαζότουν να φωνάξει δυνατά, και δε φωνάζει, δε λαλεί, δεν κλαίει

(αποσπάσματα από το βιβλίο της Τζένης Μαστοράκη «Μ' ένα στεφάνι φως» )

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΙΚΗΤΗΣ:

Για τον συστηματικό αναγνώστη της ποίησης του Μ. Αναγνωστάκη η αγωνία του σχετικά με την εποχή και τον χρόνο και ο σχεδόν τελεολογικός αγώνας της ποιητικής διαδρομής είναι κάτι περισσότερο από προφανής. Και εάν απλώς ανατρέξουμε στην τιτλοφόρηση των έργων του μπορούμε να το διαπιστώσουμε. Ξεκινώντας με το περιοδικό ΞΕΚΙΝΗΜΑ, συνεχίζει με τις ποιητικές συλλογές ΕΠΟΧΕΣ  σε τρία μέρη, παρεμβάλλονται οι ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ  ενώ εν-τίθενται οι τρεις ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ στις οποίες επιτάσσεται ο ΣΤΟΧΟΣ. Δεν είναι τυχαίο ότι συμβάλλει συστηματικά στα περιοδικά ΕΠΟΧΕΣ και ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ενώ το περιοδικό με το οποίο κυρίως συνδέεται το όνομά του είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ. Τα θεωρητικά και κριτικά του κείμενα τα εκδίδει με τους τίτλους: ΑΝΤΙΔΟΓΜΑΤΙΚΑ (ας μην ξεχνάμε πώς ένα από τα κύρια πεδία ιδεολογικής αντιπαράθεσης της εποχής είναι το αριστερό δόγμα, καθώς και η διάκριση συμφωνούντες - διαφωνούντες). Κάποιους σημαντικούς του «σχολιασμούς» θα τους εκδώσει με το χαρακτηριστικό τίτλο ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ‘68-’69. Και αφού παρεμβληθεί η παρέκβαση του Μανούσου Φάσση ο κύκλος θα κλείσει με το στερνό Υ.Γ. Και μετά, για 13 χρόνια περίπου η σιωπή∙ που θα σφραγίσει οριστικά η απουσία του το 2005. [Ανάμεσα στο χρόνο και την ποίηση και το χρόνο ποιος είναι ο νικητής; Η ηλικία πώς μετριέται στην ποίηση, ποιους νόμους ακολουθεί ή περιφρονεί κάθε νόμο; [Και η κριτική;] Θα αποδώσει τάχα δικαιοσύνη; Ή από τη στιγμή που ένα βιβλίο διαπερνά τον χρόνο η δικαιοσύνη έχει ήδη αποδοθεί; Ή μήπως εν τέλει είναι το σύνδρομο κι εδώ «του βιολιού του Ένγκρ»; Με τα ερωτήματα αυτά και άλλα συναφή ασχολείται η Άννα Αφεντουλίδου, φιλόλογος και ποιήτρια στο κείμενό της με τίτλο «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης και   το βιολί του Ενγκρ, Μικρό σχόλιο για τα ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ, τα κριτικά σημειώματα του Μανόλη Αναγνωστάκη – όλο το κείμενο παρακάτω όπως αναρτήθηκε στη διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS]



Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ:
Αλλά αυτά λίγο πολύ είναι γνωστά. Ας έρθω στα κριτικά του σημειώματα που συγκεντρώνει σε έναν τόμο το 1985 με τίτλο Τα Συμπληρωματικά, ο οποίος εκδοτικά είναι ο επίλογός του πριν από το Υστερόγραφο (Υ.Γ., 1992). Τα τρία τελευταία κείμενα εξ αυτών είναι τα μόνα σύγχρονα της έκδοσης του τόμου (1984, 1985, 1985). Το πιο κοντινό σ’ αυτά απέχει μια 9ετία (1973), το πιο μακρινό 4 δεκαετίες (1944). Ο ίδιος δίνει κάποιαν εξήγηση γι’ αυτό, στον Πρόλογο του βιβλίου. Ωστόσο υπάρχει κάτι αξιοπαρατήρητο στα τρία τελευταία. Εξηγούμαι. Τα κείμενα αυτά -όπως εξάλλου και τα προηγούμενα- είναι κατά κάποιον τρόπο αφορμώμενα από ένα γεγονός της επικαιρότητας. Το κείμενο για τον Γιάννη Σκαρίμπα είχε ως πρόσχημα τον θάνατό του το 1984. Το κείμενο για τον Άνθο Φιλητά την επανέκδοση της πρώτης και μοναδικής ποιητικής του συλλογής. Για το τελευταίο, δεν είμαστε βέβαιοι, ίσως την παρέλευση μιας πενταετίας από τον θάνατο του Στρατή Τσίρκα, ή ίσως και την έκδοση του χρονολογίου του Σ. Τσίρκα από την Χρύσα Προκοπάκη το 1985. Ως εδώ καλά. Όμως ένα υπόγειο νήμα τα συνδέει με έναν αντιφατικό όπως και περίεργο τρόπο, που καθώς προχωρούμε από τον Σκαρίμπα στον Φιλητά και στον Τσίρκα πλέκεται σε ένα πιο σφιχτό δίχτυ.

Γιάννης Σκαρίμπας - Στρατής Τσίρκας: ποίηση # πεζογραφία
Ο Μ.Α. αναφέρεται στην ποίηση του Σκαρίμπα χαρακτηρίζοντάς τον ως τον πιο αντιπροσωπευτικό φανταιζίστα έλληνα ποιητή, αναγνωρίζοντας ταυτοχρόνως την αξία και του πεζογραφικού του έργου – αρνούμενος ωστόσο την ιστοριογραφική του ικανότητα: Δεν είναι μια ποίηση μεγάλη. Αλλά είναι μια ποίηση αληθινή και στα όριά της αυστηρά προσωπική, γοητευτική .

Όσον αφορά στον Τσίρκα, όμως, εστιάζει στο πρώιμο ποιητικό του έργο, κι ενώ υπογραμμίζει την ελάσσονα σημασία του, τονίζει ως σημαντικούς δύο εξωποιητικούς της δείκτες: θεωρεί σημαίνοντος ερμηνευτικού βάρους τα νεανικά του ποιήματα για την αποκρυπτογράφηση των πυρήνων του πεζογραφικού του έργου, παρόλης της μικρής αισθητικής τους αξίας. Αναγάγει το αξιολογικό χάσμα ανάμεσα στο ποιητικό και πεζογραφικό του έργο στις ιδεολογικές δεσμεύσεις του Τσίρκα στα νεανικά του χρόνια, τονίζοντας ταυτοχρόνως πως η ιστορία της λογοτεχνίας -με ελάχιστες εξαιρέσεις- έχει αποδείξει πως δεν μπορεί κάποιος να είναι και σημαντικός ποιητής και πεζογράφος. Και εκείνο στο οποίο εμμένει είναι ότι το μεγάλο του έργο ο Τσίρκας το δίνει σε ώριμη πια ηλικία: Ωρίμασεν αργά… καθυστερημένη κυοφορία… Μια που το πεζογραφικό του έργο ήρθε αργά, ως προϊόν ωριμότητας και σε ηλικία πια προχωρημένη για τα δεδομένα της γενιάς του, η πλειοψηφία της οποίας πρωτοδημοσιεύει ή και εκδίδει βιβλία ήδη σε ηλικία 15-20 ετών. Εκτός του ότι εστιάζει στο γεγονός πως άργησε να στραφεί και να εμπιστευθεί την πεζογραφία, εμμένει στη σημασία της πρώιμης ποίησης ως αποκαλυπτικής των βαθύτερων βιωματικών πυρήνων ενός αφηγητή που την Ιστορία την χρησιμοποίησε, έστω και αργά, για να φτιάξει τον μύθο της εποχής και της γενιάς του∙ και το σημείο το οποίο φαίνεται ιδιαιτέρως να συγκινεί τον Μ.Α. είναι η φράση του Σ.Τ. εκείνη η πρώτη μου φωνή που γρήγορα χάθηκε, καθώς και η τρυφερότητα, που ο ίδιος διαπίστωσε ως αυτήκοος μάρτυς, να αισθάνεται, όταν αναφερόταν στα ποιήματά του ο πεζογράφος, παραλληλίζοντας την μάλιστα, αναρωτώμενος για τη στάση αυτή, με το σύνδρομο του βιολιού του Ένγκρ.

Άνθος Φιλητάς: θνησιγένεια ή νεκρανάσταση;
Αλλά το ενδιάμεσο, των τριών, κείμενο, ίσως, είναι και το πιο ενδιαφέρον∙ είναι αυτό που ως σανίδα γεφυρώνει την ιδιόμορφη αυτή συναισθηματική σκαλωσιά, ίσως και το ερμηνευτικό κλειδί της τριάδας. Τον Άνθο Φιλητά είναι γνωστό πως ο Μ.Α. τον θεώρησε ως τον ποιητή που τον επηρέασε –μαζί με τον Ρεμπώ– το περισσότερο. Αλλά με ποιον τρόπο;

Στο «κριτικό» του κείμενο αφηγείται το πώς έγινε, αυτή την φορά, ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας, σε ένα βιβλιοπωλείο, του τρόπου που ο νέος αυτός ποιητής αφιέρωσε το βιβλίο του, γράφοντας κάτι ιδιοχείρως σε μια κοπέλα, ταυτίζοντάς τον με τον «ιδεώδη ποιητή» στο φαντασιακό του: Έναν άντρα εντυπωσιακής εμφάνισης, με μακριά, ίσια, λουστραρισμένα μαλλιά (ό.π., σ.151). Έτσι πρέπει να είναι οι ποιητές! Η ακτινοβολούσα φιγούρα που ΄βλεπα μπροστά μου ανταποκρινόταν απόλυτα στον ιδεότυπο που είχα φορμάρει στο μυαλό μου για το ζηλευτό γένος των ποιητών.

Ο 15χρονος Μ.Α. εντυπωσιάζεται από την φιγούρα αυτή, ενός λίγο μεγαλύτερού του ποιητή και «ιδεώδους επαναστάτη», συγκρίνοντάς τον μάλιστα με τον ήρωα του Ουγκώ από την ιουλιανή εξέγερση του Παρισιού το 1832.

Όμως έχει ενδιαφέρον να δούμε τους στίχους που επιλέγει ο Μ.Α. να αναφέρει από τα ποιήματα του Α.Φ. με το σχόλιο: Ολόκληρο τον εαυτό μου έβρισκα στους στίχους: (…) «με φτάνει η εικόνα του εαυτού μου / στα απόκοσμα θολά νερά»  «Συμβιβάστηκε η εσπέρα / με το έπος της χαμένης ηλικίας» «Λουλούδια, κύματα, ερημιές / οι καρδιές μας των είκοσι χρόνων».
Και παραδόξως: «Δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν / τα άνθη που σπάρθηκαν την ώρα /του γόνιμου πάθους και της ηδονής»  «Μες στη σιωπή μας θάφτηκε / το παθητικό τραγούδι του συναπαντήματος»
Επομένως. Δεν πρόκειται μόνο για έναν νεανικό ενθουσιασμό. Σαράντα χρόνια μετά, ο Μ.Α. εξακολουθεί να χαρακτηρίζει ως μεγάλης αισθητικής αξίας [(…που δεν ξεθώριασε από τον χρόνο  και να αξιολογεί ως παραγνωρισμένα τα ποιήματα του Α.Φ., τα οποία παραμένουν ξεχασμένα με σκληρότητα ακόμη και από τον ίδιο, όπως λέει. Μια που η συλλογή Σύννεφα ήταν η πρώτη και τελευταία συλλογή του Άνθιμου Χατζηανθίμου, όπως ήταν το αληθινό όνομα του Φιλητά. Γι’ αυτό και επιχαίρει της επανέκδοσής του. Αλλά τι απέγινε ο Α.Φ.; Η προσωπική του ιστορία τον οδήγησε ακουσίως στην ποιητική σιωπή; Υπάρχει κάποια αναφορά ότι χειρόγραφά του χάθηκαν στην Κατοχή. Τι απέγινε ο ίδιος; Αντάρτικο, η περιπέτεια της υπερορίας και ο νόστος στην Ελλάδα ύστερα από 30 χρόνια. Και το σκληρότερο: η 40χρονη ποιητική σιωπή.
Και για να επιβεβαιώσει πως δεν πρόκειται για προσωπική νοσταλγία της χαμένης νεότητας, βιάζεται να τονίσει εμφατικά δύο φορές: Όμως δεν θέλω να μιλήσω εδώ για εκείνα τα χρόνια τότε αλλά είπαμε: δεν θα μιλήσουμε για όλα αυτά ύστερα από σαράντα χρόνια.
Για να καταλήξει στη διατύπωση του αιτήματός του με έντονο τρόπο: κάποτε πρέπει ο ίδιος ο Άνθιμος (…) να μας δώσει την κατάθεσή του (…) τις συγκλονιστικές του προσωπικές περιπέτειες, που όμως τελικά είναι οι περιπέτειες και τα πάθη μιας ολόκληρης γενιάς : αυτό το βιβλίο πρέπει να το γράψει ο Άνθιμος, μας το χρωστά και του το ζητάμε.

Και τι ζητά από τον άγνωστο εν έτει 1985 εκείνον ποιητή; Να σπάσει τη σιωπή του. Επειδή το χρωστά στην ποίηση, στην ιστορία, στη γενιά του. 

Ο Α.Φ. ήταν πολύ νέος όταν εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα, σαν τον Ρεμπώ. Με «πρωτοποριακό» εκφραστικό τρόπο σαν τον Ρεμπώ: Τον ψαύει με το δαιμονικό ένστικτο του ποιητή και ιδίως με τις κεραίες του νέου μιας καινούργιας εποχής. Μην το ξεχνάμε. Βρισκόμαστε στα 1937Μίλησε μια γλώσσα που δεν είχε ξανακούσει, όπως ο Ρεμπώ μίλησε για το «Μεθυσμένο Καράβι», χωρίς να έχει δει ποτέ του θάλασσα, σημειώνει ο Μ.Α. Και τι ζητά από τον άγνωστο εν έτει 1985 εκείνον ποιητή; Να σπάσει τη σιωπή του. Επειδή το χρωστά στην ποίηση, στην ιστορία, στη γενιά του. Στην αδυσώπητη πάλη της γραφής με τον χρόνο, την εποχή και την μνήμη. Ο Αναγνωστάκης είχε ήδη μιλήσει μέσα από τις τρεις Εποχές του, τις τρεις Συνέχειες, είχε θέσει τον Στόχο και είχε κλείσει τον κύκλο του. Το μόνο που του απέμενε τότε, το στερνό ΥΓ, που θα το δώσει λίγα χρόνια μετά. Και εφεξής και για εκείνον η σιωπή.

«Αυτό το βιβλίο πρέπει να το γράψει, μας το χρωστά και του το ζητάμε» 
Είναι η ίδια η αγωνία της σιωπής που βασάνισε πολλούς από τους ποιητές της γενιάς αυτής, οι οποίοι πιεσμένοι από τα γεγονότα, που τους άνδρωσαν, εκφράστηκε ποιητικά πολύ νωρίς. Και αισθάνθηκαν ίσως πως ό,τι είχαν να πουν, το είχαν ήδη πει. Άλλοι καιροί επέβαλλαν άλλους ρυθμούς και ήταν αυτός ένα τρόπος πρόληψης της επανάληψης. Έτσι όφειλαν να σωπάσουν. Όπως ο Μ.Α., όπως ο Θεοτόκης Ζερβός και άλλοι ομήλικοι, όσοι δεν έφυγαν νωρίς. Και ο Άρης Αλεξάνδρου εγκαταλείπει σχετικά νωρίς την ποίηση, για να σφραγίσει το έργο του με το εμβληματικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο, το 1975. Ας μην ξεχνάμε την αγωνία που εξέφρασε και ο Σινόπουλος στο Νυχτολόγιό του: Σπάσε λοιπόν τον φαύλο κύκλο. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς πάνω στη γλώσσα, να φτιάξεις κάτι «άλλο» με τη γλώσσα σου, και ξαφνικά πεθαίνεις.
Ενώ ο Μίλτος Σαχτούρης παλινδρομούσε με τον δικό του τρόπο: Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα […] κατάρα για τις εφτά σκιές / πάντα θα γράφω ποιήματα (Χρωμοτραύματα). Ενώ στην ίδια συλλογή υπογράμμιζε για τους ποιητές: όσο παν’ και λιγοστεύουν / λιγοστεύουν. Λιγοστεύοντας και ο ίδιος ολοένα τα ποιήματα που έγραφε μέχρι την τελική του αναχώρηση για εκεί όπου οι ποιητές δεν πεθαίνουν πια.
Αλλά δεν είναι κυρίως κριτικό σημείωμα, είναι μια αφήγηση∙ η αφήγηση μιας περιπέτειας. Της περιπέτειας της γραφής. Ενός προσώπου που είπε ό,τι είχε να πει, που χάθηκε στην φθοροποιό τριβή της ιστορίας. Και σώπασε. 

Το μακρύ ταξίδι ενός βιβλίου μέσα στον χρόνο είναι ο υπότιτλος του κειμένου του για τα Σύννεφα του ποιητή που τόσο, όπως ο ίδιος ομολογεί, τον επηρέασε. Και είναι το μόνο από τα κριτικά του των Συμπληρωματικών που χρησιμοποιεί μότο από το ίδιο το έργο: η θύμηση∙ η ουσία του χαίρε. Αλλά δεν είναι κυρίως κριτικό σημείωμα, είναι μια αφήγηση∙ η αφήγηση μιας περιπέτειας. Της περιπέτειας της γραφής. Ενός προσώπου που είπε ό,τι είχε να πει, που χάθηκε στην φθοροποιό τριβή της ιστορίας. Και σώπασε. Γιατί δεν είχε, ή δεν μπορούσε άλλο να μιλήσει. Αυτό το οποίο ζητά το 1985 ο Αναγνωστάκης από τον Χατζηανθίμου εναγωνίως είναι αυτό ακριβώς: να «μιλήσει». Ο Μ.Α. λοιπόν επιλέγει να γράψει στα τελευταία του κριτικά σημειώματα για το παραγνωρισμένο αλλά σημαντικό έργο ενός άγνωστου, ελάσσονος κατά αυτή την έννοια, ποιητή, και για το άγνωστο και ελάσσονος σημασίας έργο ενός μείζονος συγγραφέα, που η αξία του ωστόσο αφορά στο πεζογραφικό του έργο. Τα δύο τελευταία κριτικά σημειώματά του μιλούν για τη σιωπή και τη γραφή. Για την ενορατική διάσταση αλλά και τον «ιστορικό προορισμό» της ποίησης. Για την δικαιοσύνη του χρόνου. Για την αισιοδοξία της δικαίωσης. Για τον πόνο όσων χάνονται. Νεκρανάσταση ή θνησιγένεια; Ο ίδιος είναι ήδη -ή μόλις- 60 ετών.
Και αναρωτιέται: Τι θα προέκυπτε για τον σημερινό νέο (του 1985) από την τομή του με ποιήματα που όρισαν την εποχή τους, τι συνάψεις θα δημιουργηθούν στη νέα εποχή από αυτή την αντιμεταχώρηση; [Εμείς] Είμαστε μερικοί παλαιοί των ημερών [και] Προσπαθώ να φανταστώ το νέο παιδί του σήμερα να συνομιλεί μ’ αυτό το βιβλίο που έρχεται από το κάποτε. [και να λέει] Ετούτος ο πρωτοφανέρωτος ποιητής πρέπει να έχει μέλλον (!) .

Αλλά μήπως αυτός δεν είναι και ο γενικότερος προβληματισμός –για ορισμένους η βεβαιότητα– της πολύπαθης εκείνης γενιάς, ότι το προποιητικό υλικό μπορεί να συγκρατήσει την ιστορική εμπειρία και να αρμολογήσει τα προσωπικά σπαράγματα σε τοιχογραφία της εποχής; Επειδή η γλώσσα της ποίησης μπορεί και διατηρεί τις επαναστατικές της αλήθειες όσο και αν διαθλά στην επιφάνεια τα προφανή της ψέματα; Ακούγοντας τον σφυγμό της σιωπής ο Μ.Α. θέλει να τον υπερβεί, αντιφάσκοντας με τον ίδιο τον εαυτό του που παραδόξως την επιλέγει, για να υπάρξει η Συνέχεια της Εποχής και να δικαιωθεί πως η Στόχευσή της δεν έμεινε άστοχη. Θεωρώντας πως η μνήμη οφείλει να λειτουργεί όχι μόνο ως αναδρομή στο παρελθόν αλλά ως επιδρομή στο παρόν, ως προβολή στο μέλλον. Και η εφησυχαστική, η αποφευκτέα σιωπή ποτέ δεν πρέπει να δημιουργεί απόσταση ασφαλείας ανάμεσα στο ποιητικό αντικείμενο και στην ιστορική εμπειρία. Μια που η Ποίηση, όπως φαίνεται πως πιστεύει, οφείλει να αγρυπνά και να νικά τον χρόνο. Στο προσκεφάλι μιας εποχής που φόρτισε όσο καμιά άλλη τους ποιητές της με το υπόκωφο άγχος του χρέους και της δικαίωσης. Ας κλείσω το σύντομό σχόλιό μου, λοιπόν, επαναλαμβάνοντας τις αγωνιώδεις ερωτήσεις του ίδιου του ποιητή: Ανάμεσα στον χρόνο και στην ποίηση ποιος είναι ο νικητής; Η ηλικία πώς μετριέται στην ποίηση, ποιους νόμους ακολουθεί ή περιφρονεί κάθε νόμο; [Και η κριτική;] Θα αποδώσει τάχα δικαιοσύνη; Ή από τη στιγμή που ένα βιβλίο διαπερνά τον χρόνο η δικαιοσύνη έχει ήδη αποδοθεί; . Ή μήπως εν τέλει είναι το σύνδρομο κι εδώ «του βιολιού του Ένγκρ»;


[ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, Ο Μανόλης Αναγνωστάκης και το βιολί του Ενγκρ, Μικρό σχόλιο για τα ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ, τα κριτικά σημειώματα του Μανόλη Αναγνωστάκη όπως αναρτήθηκαν στη διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS]