Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Το μυστικό είναι ν’ ανάψεις στην καρδιά ένα φως που να καίει σιγά-σιγά ώσπου να γίνει θαλασσιά!



Την περασμένη εβδομάδα κοιμήθηκα στο αεροπλάνο δίπλα σ’ έναν σεβάσμιο γέροντα 88 ετών. Στεκόταν τέλεια - είχε το ένα πόδι πάνω στο άλλο, διάβαζε, ήταν πνευματώδης. Αν κρίνω από όσα μου διηγήθηκε, έζησε μια σπάνια, χαρισματική ζωή. Ήταν ένας απ’ τους πρώτους Έλληνες πιλότους, ανέβηκε στο βουνό, πολέμησε στην Αίγυπτο, ταξίδεψε στους τέσσερις ορίζοντες ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια, έκανε δυο γάμους και πολλά παιδιά.
Όταν σβήσαμε το φως και γείραμε τα καθίσματα για τον υπνάκο μας, βρεθήκαμε ξαπλωμένοι δίπλα-δίπλα, σαν ζευγάρι σε διπλό κρεβάτι!
«Να σας ρωτήσω κάτι πολύ προσωπικό;» του είπα, παρασυρμένος από τη σκηνή.
«Ό,τι θες, ό,τι θες!» μου απάντησε, προετοιμασμένος και για τις πιο πρόστυχες απορίες.


«Τώρα, που είσαστε 88, και όλοι σας οι φίλοι έχουν πεθάνει και δεν μπορείτε να σταθείτε όρθιος πάνω από μισή ώρα, γιατί η μέση και το πόδι σας πονούν, και πιθανότατα δεν θα ξαναζήσετε τα ένδοξα επεισόδια της νιότης σας, δεν νιώθετε μεγάλη μοναξιά, αν μη τι άλλο;».
Γύρισε το φαλακρό κεφάλι του, αχνό στο υπογάλαζο φως της καμπίνας, και με κοίταξε διερευνητικά. Είδα τη λάμψη του ματιού του - εγώ, κουκουλωμένος δίπλα του, ένιωσα ξαφνικά νωθρός και μπερδεμένος.
«Άκου να σου πω, κύριέ μου», άρχισε να λέει, σ’ έναν τόνο ξαφνικά πολύ πιο σοβαρό. «Ναι, είμαι ο τελευταίος επιζών μιας παρέας 20 ατόμων. Αλλά πηγαίνω ακόμα κάθε μέρα στη δουλειά. Λύνω προβλήματα. Βοηθάω συνανθρώπους μου - η προσφορά στους άλλους ολοκληρώνει πρωτίστως τη δική μου ζωή. Δεν κοντοστέκομαι στο παρελθόν, από άποψη. Αν τύχει και μείνω σπίτι μόνος, οι σκέψεις, τα παλιά επεισόδια, η εικόνα της νεότητάς μου, έρχονται και με καταβάλλουν. Η σκέψη, επίσης, ότι του χρόνου μπορεί και να μη ζω. Αμέσως πιάνω ένα βιβλίο, κάτι, να ξεφύγει το μυαλό μου. Δεν χρειάζεται να φιλοσοφείς πολύ γύρω απ’ τη φύση της ζωής, χρειάζεται να τη ζεις - όπως μπορείς. Έως τέλους».
Μου έκανε εντύπωση η τετράγωνη απάντησή του, χωρίς ίχνος συναισθηματισμού. Δεν είχα ποτέ το πρακτικό του πνεύμα - ο θάνατος κι οι ατυχίες με πτοούν βαθύτατα. Για να είμαι ειλικρινής, θεώρησα έως και λίγο υπεκφυγή την απάντησή του. «Έτσι είναι, φαίνεται, οι άνθρωποι της δράσης» σκέφτηκα και άρχισα να λαγοκοιμάμαι δίπλα του.
Στην Αθήνα, όταν γυρίσαμε, μου έστειλε την αυτοβιογραφία του. Ένα εξαιρετικά γλαφυρό βιβλίο μιας γεμάτης ζωής, δίπλα στους πρωταγωνιστές του προηγούμενου αιώνα.
Υπήρχε και μια φωτογραφία του, με την κόρη του. Φαντάζομαι θα ξέρετε ότι οι άνθρωποι (ακόμα και οι πιο σκληροί), όταν φωτογραφίζονται με τα παιδιά τους, αποκτούν κάτι ανεξέλεγκτα παιδικό, αθώο, εκτεθειμένο. Ήταν δίπλα της χαμογελώντας παραδομένος - κανένα γαλόνι πια, καμιά άμυνα, καμιά μέθοδος.
Κατάλαβα τότε ότι ο γέρων μού είχε αποκρύψει τι τον κρατούσε τόσο ακέραιο στη ζωή: δεν ήταν η δουλειά, ήταν η οικογένεια του.
Εύχομαι λοιπόν σε όλους να περάσουν τα δύσκολα χρόνια που έρχονται, κρατώντας ένα χέρι φίλου αληθινού. Σε οικογένειες που σχηματίζει όχι μόνο το αίμα, αλλά και η συμπάθεια, η εμπιστοσύνη ή η συγγένεια του μυαλού.
Αφού αντέχεται το σφαγείο της ύπαρξης με την αγάπη, πόσo μάλλον η Κρίση.
Καλές Γιορτές!

Ευχές για να ζούμε γιορτινά σε οικογένειες ευτυχισμένες που σχηματίζει όχι μόνο το αίμα, αλλά και η συμπάθεια, η εμπιστοσύνη ή η συγγένεια του μυαλού και της ψυχής... Ευχές, ακόμα, για ν' ανοίγουμε πάντα τα φτερά της λυρικής μας διάθεσης και να πετάμε πιο ψηλά και από τα όνειρά μας, δημιουργώντας με τις λέξεις νέους κόσμους με χρώματα μοναδικά και στιγμές αέναης Αγάπης. Γένοιτο...

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν, τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα (μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;)

«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει...», ο αστός Σεφέρης....η συνείδηση της τάξης του, και η επίγνωση του πατριωτισμού του… και η μαύρη εμπειρία των καιρών μας... μόνοι μας, ανάδελφοι..με τον Μητσοτάκη να υπερασπίζεται το δημοκρατικό ήθος!..με τους υπαλλήλους της Ζήμενς να μιλούν για «παρασκήνιο»!....και με πολλούς «σοβαρούς» να «κρατάνε αποστάσεις»... με τους… διανοούμενους να πνίγονται σε μια κουταλιά «πολιτικής σταθερότητας» και τους αναρχικούς να ψάχνουν επέτειο για να βάλουν πέντε δέκα φωτιές... με τις ελίτ να λύνουν ανενόχλητες τα προβλήματά τους, και την κοινωνική μας τραγωδία να μένει αδιάβαστη και ακατανόητη... οι ηττημένοι που «θα μιλήσουν» αφού διαβάσουν τη κομματική εφημερίδα ή ακούσουν το σύντροφο καθοδηγητή…  κι όλοι εμείς «παιδιά φανατικά για γράμματα» να υψώνουμε φωνές αντίστασης από τον καναπέ μας ή να κοινοποιούμε υπερήφανα συνθήματα στα «ντουβάρια» του FB: «όρθιοι και μόνοι μες τη φοβερή ερημία του πλήθους»!!!  το βασίλειο των λέξεων, το υπόγειο των κακοποιημένων νοημάτων.... άσχημα τα νέα από τη Φάτνη...κάτι πρέπει να κάνουμε:  «Το θέμα είναι τώρα τι λες: καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ. Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας! Το θέμα είναι τώρα τι λες»… «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής. Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές! Η Ελλάς των Ελλήνων!!!»



Έχω ένα Όνειρο (αντιγραφή και επικόλληση από το χρονολόγιο του Νίκου Σταθόπουλου)
ΕΧΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ! να βγούμε σιωπηλοί στους δρόμους μας και να μείνουμε εκεί ώσπου να ξεκουβαλήσουν όλοι οι τερατώδεις υπάνθρωποι που διαλύουν σαν παιχνιδάκι τους τον τόπο μου… σιωπηλοί και αμετακίνητοι, και την ώρα που τα Κτήνη θα στείλουν τα ρομπότ της βίας τους, εμείς όλοι να χιμήξουμε σιωπηλά στα στίφη τους και να τα εξαφανίσουμε, να μείνουν σκόνες και πούπουλα και μια οσμή εξατμισμένης παλιανθρωπιάς... μετά να κάψουμε τα Ιδρύματα του Αίσχους, και να γυρίσουμε στις ελεύθερες γειτονιές μας, στις καινούργιες κοινότητες του Προσώπου μας, με τις διαφωνίες και τους καβγάδες μας, ξαναμοιράζοντας εμείς την τράπουλα της δικής μας ζωής...

ΕΧΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ! να ζούμε χωρίς πλούσιους και φτωχούς πια, χωρίς κατέχοντες και στερημένους, χωρίς δικό σου και δικό μου, εμείς και η ιστορία και ο πολιτισμός μας και οι υλικές μας δυνατότητες, σε μια κοινή προσπάθεια για απόλυτη αξιοπρέπεια πέρα από διαχωρισμούς και διαιρέσεις μιας αρχαίας κουλτούρας μίσους.. και να χτίζουμε αλληλέγγυα τη ζωή μας, αποτελώντας μια τρομερά όμορφη αγκαλιά για κάθε κατατρεγμένο και αδικημένο και διωκόμενο, ένα μικρό απίθανο σπιτάκι με απέραντη χωρητικότητα για τους καλούς που θα μας χτυπάνε την πόρτα... κι εδώ, άλλος με τον Θεό κι άλλος με το τίμιο και ώριμο αδέσποτό του, να υπογράφουμε Ελλάδα στο κύμα και τον ήλιο, σα να λέμε «σ' αρέσει τ' όνομά μου;», και να ανταλλάσσουμε με όλους τους γείτονες μνήμες οικείες και μορφές αγαπημένες και τα γραφτά μας και τα τραγούδια μας...

ΕΧΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ! να αποκατασταθεί η ξεχωριστή μας συνείδηση και ελπίδα, το Πρόσωπό μας, και να ζούμε πάλι με την ενότητα του πολιτισμού του Ευριπίδη και του Ερωτόκριτου, με την ψυχή του πολιτισμού της φιλοξενίας και της κοινωνικότητας του κοινού μόχθου και χαμόγελου και πένθους...να έρχονται όποιοι θέλουν να γελάνε στον ήλιο μας, να φρεσκάρονται στα νερά μας, να ερωτεύονται και να ανανεώνουν τη δική τους κοινότητα στις αμμουδιές μας...να κυλάνε οι βροχές με ονοματεπώνυμο, κι ο Θεός να καμαρώνει τη σπορά του που κι όταν θα τον αμφισβητεί-σαν σωστά μεγαλωμένο παιδί-θα έχει εκείνη την τίμια προσδοκία του καλύτερου κόσμου κι όχι την αρρώστια του νευρωτικού μίσους που έχει όλη την κακοσμία της αλλοτριωμένης χαμοζωής...να είναι τα σχολειά μας φίσκα από πιτσιρίκια που θα μαθαίνουν να γίνονται μυαλά γερά και καρδιές ευρύχωρες, να είναι τα καινούργια μας Σπίτια γεμάτα με συνανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια και θα τους την παρέχουμε σαν αυτονόητο χρέος και σαν χαρά που κάνουμε κάτι για τον άλλο..να είναι συλλογική υποχρέωση η συμμετοχή, η κοινή δράση, η αμοιβαιότητα, και να νιώθουμε κάτι παραπέρα από προφανές να πολεμάμε μέχρι θανάτου ενάντια σε κάθε επιδρομέα όχι για την ιδιόκτητη και "ανώτερη" πατρίδα αλλά για το ιστορικό μας κονάκι που χωρίς αυτό θα είμαστε φτερά στον άνεμο και γυρολόγοι ενός απρόσωπου τίποτα...ΕΧΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ!
[ΠΗΓΗ: Νίκος Σταθόπουλος, από το ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ στην προσωπική του σελίδα στο FB]


Χειμώνας 1942 (καμιά σχέση με το χειμώνα του 2014;)
Ξημέρωσεν ο δείκτης πάλι Κυριακή.

Επτά μέρες
Η μια πάνω απ’ την άλλη
Δεμένες
Ολόιδιες
Σα χάντρες κατάμαυρες
Κομπολογιών του Σεμιναρίου

Μια, τέσσερις, πενηνταδυό.

Έξι μέρες όλες για μια.

Έξι μέρες αναμονή
Έξι μέρες σκέψη
Για μια μέρα
Μόνο για μια μέρα
Μόνο για μιαν ώρα
Απόγευμα κι ήλιος.

Ώρες
Ταυτισμένες
Χωρίς συνείδηση
Προσπαθώντας μια λάμψη
Σε φόντο σελίδων
Με πένθιμο χρώμα.

Μια μέρα αμφίβολης χαράς
Ίσως μόνο μιαν ώρα
Λίγες στιγμές
Το βράδυ αρχίζει πάλι η αναμονή
Πάλι μιαν εβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδύο
…………………………………
Σήμερα βρέχει απ’ το πρωί.
Ένα κίτρινο χιονόνερο (Μανόλης Αναγνωστάκης, Εποχές)

Κι όχι αυταπάτες προπαντός, γιατί, όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος «Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες. Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»
Κανονικά δεν πρέπει να ’χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά –αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρών και δραστικό – κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευτείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση,

(Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το καταλαβες)

 [ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ , 1970]

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Περιμένοντας τους βαρβάρους: η πραγματική καρδιά του σκότους

Εξ ορισμού ο τίτλος του βιβλίου «Περιμένοντας τους Βαρβάρους του J.M COETZEE, λαμβάνει τον χαρακτήρα αναφορικής συνδήλωσης. Οι συνειρμοί με το ψευδοϊστορικό ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη είναι πρόδηλοι. Στο μυθιστόρημα του Κουτσί, ομοίως και στο ποίημα του Αλεξανδρινού, οι «βάρβαροι», το αντίπαλον δέος, λειτουργούν ως καταλύτες, αποκωδικοποιούν σημεία του παρόντος που προβάλλονται στο μέλλον, δίχως όμως να φέρουν την αναμενόμενη λύση. Η Αυτοκρατορία του Καβάφη μένει με μιαν αίσθηση πικρής απουσίας και ματαίωσης. Οι βάρβαροι δεν ήρθαν ποτέ κι ας ήσαν μία κάποια λύσις. Οι βάρβαροι όμως στο μυθιστόρημα του Κουτσί υπάρχουν, δεν είναι μια νοητική κατασκευή, αλλά βρίσκονται, τις περισσότερες φορές, στη δική μας πλευρά και όχι στην απέναντι. Ζουν μαζί μας, αναπνέουν τον ίδιο αέρα και σίγουρα δεν είναι μέρος καμίας λύσης. Ειδικά όταν αυτή η λύση επιβάλλεται με τη δύναμη, τους βασανισμούς και τον φόβο.


Στον Κουτσί, οι βάρβαροι υπάρχουν, βρίσκονται κάπου έξω από τα τείχη του προκεχωρημένου συνόρου της Αυτοκρατορίας. Συναντούμε κάποιους εξ αυτών που έχουν συλληφθεί και βασανιστεί από τους δυσώδεις άντρες του Τρίτου Γραφείου της Αυτοκρατορίας (το πλέον άτεγκτο τμήμα του στρατού της), όμως πέραν τούτων η συνολική παρουσία τους είναι διαβρωτική εν τη απουσία τους. Ουσιαστικά αποδομούν τον τελεολογικό χαρακτήρα της Αυτοκρατορίας, μόνο με το βάρος της σκιάς τους. Τώρα θα επιτεθούν, τώρα θα καταστρέψουν, τώρα θα αφήσουν το κτηνώδες χνάρι τους πάνω στους πολιτισμένους ανθρώπους της πόλης.

Ο Κουτσί δεν περιγράφει μια συγκεκριμένη ιμπεριαλιστική δύναμη – μηχανή αποκτήνωσης, τις περιγράφει όλες. Καίτοι το μυθιστόρημα γράφτηκε την ταραγμένη περίοδο του απαρτχάιντ, κάτι που θα δήλωνε την πρόθεση του συγγραφέα να μιλήσει μόνο για τη χώρα του, εντούτοις οι συλλήψεις των νοημάτων έχουν παγκόσμια δύναμη: τα απολυταρχικά καθεστώτα είναι παντού και πάντα σκοτεινά, αποκτηνωμένα και απάνθρωπα.
Λειτουργώντας υπονομευτικά, ο Κουτσί σκιαγραφεί την καρδιά της Αυτοκρατορίας ως την «καρδιά του σκότους», έτσι που τελικά οι βαρβαρικές συντεταγμένες δεν βρίσκονται εκτός των τειχών, αλλά πολύ βαθιά μέσα τους. Κεντρικός ήρωας είναι ένας καλόβολος επίτροπος μιας ακριτικής κωμόπολης της Αυτοκρατορίας. Λάτρης της ιστορίας του τόπου, των σφριγηλών νεανικών σωμάτων και του ηδονισμού που παρέχουν και φίλα προσκείμενος στους ιθαγενείς της περιοχής. Αν και είναι οργανικό μέλος της Αυτοκρατορίας, θεωρεί εαυτόν ενδιάμεσο κρίκο μιας αλυσίδας που δεν χρειάζεται να τεντώνεται. Η έλευση του σκοτεινού συνταγματάρχη Τζολ, ο οποίος έχει την πρόθεση να επιβάλει τη σιδηρά πυγμή στην περιοχή και να καταπνίξει την πιθανολογούμενη επανάσταση των βαρβάρων, αλλάζει δραστικά τα πράγματα.

Ο επίτροπος, από σεπτό μέλος της τοπικής κοινωνίας, γίνεται εχθρός, φυλακίζεται, βασανίζεται και δέχεται τους ονειδισμούς του πλήθους και των στρατιωτών. Το παράπτωμά του είναι ότι συγκατοικεί, περιθάλπει και ουσιαστικά ενδίδει στα θέλγητρα μιας χωλής βάρβαρης η οποία αφού πρώτα βασανίστηκε (είναι πλέον μισότυφλη) στη συνέχεια αφέθηκε στη μοίρα της. Ο επίτροπος –κατά παράβαση των νόμων– την πηγαίνει πίσω στο σπίτι της, αλλά όταν επιστρέφει στη βάση του διαπιστώνει πως είναι πλέον αποσυνάγωγος.
Το σκότος της δύναμης και της αποκτήνωσης έχει επιβληθεί από τον Τζολ και καταπνίγει τους πάντες. Όλοι αναμένουν την αιματηρή επίθεση του στρατού της Αυτοκρατορίας που θα επαναφέρει την ευταξία. Κάτι, όμως, που διαψεύδεται οικτρά. Οι βάρβαροι, δίχως καν να επιτεθούν, παρασύρουν τους στρατιώτες στην αφιλόξενη ενδοχώρα. Η κωμόπολη μένει απροστάτευτη και μια αχλή φόβου απλώνεται από άκρη σε άκρη. Ο Τζολ και οι στρατιώτες δέχονται τη μήνι των κατοίκων, ο επίτροπος –έχοντας περάσει από την Κόλαση ανυπόδητος– επιστρέφει στην κοινωνία, γίνεται ξανά αποδεκτός και καταβάλλει εργώδεις προσπάθειες για την ανασύσταση της καθημερινότητας στη φιλήσυχη κωμόπολη.

Οι έννοιες της μεταμέλειας, της συνενοχής, της λύτρωσης και της αντιστεκόμενης συνείδησης απέναντι σε κάθε μορφή αποθηρίωσης, που οι εξουσίες επιβάλλουν, βρίσκονται στον πυρήνα του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, που έχει κομβική σημασία στο συνολικό έργο του Κουτσί. Οι βάρβαροι υπάρχουν, δεν είναι μια νοητική κατασκευή, αλλά βρίσκονταν, τις περισσότερες φορές, στη δική μας πλευρά και όχι στην απέναντι. Ζουν μαζί μας, αναπνέουν τον ίδιο αέρα και σίγουρα δεν είναι μέρος καμίας λύσης. Ειδικά όταν αυτή η λύση επιβάλλεται με τη δύναμη, τους βασανισμούς και τον φόβο.


[ΠΗΓΗ: Διάβασέ με http://www.diavasame.gr/

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

ΜΕΝΓΚΕΛΕ, ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας σε μια ερωτική τραγωδία πέρα από τα όρια της ηθικής

Το υπαρξιακό θρίλερ «Μένγκελε» του Θανάση Τριαρίδη είναι το σημείο θεατρικής συνάντησης του Λάζαρου Γεωργακόπουλου και της Μυρτώς Αλικάκη αλλά και του σκηνοθέτη Κώστα Φιλίππογλου. Είναι ένα έργο που επιχειρεί να αναμετρηθεί με την πιο ακατανόητη  κτηνωδία στην ιστορία της Δύσης: το Εργαστήρι Πειραμάτων του Γιόζεφ Μένγκελε στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου.  Μια  ακραία  ηθική παραβολή ή και μια μετα- πολιτική δυστοπία, ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας και μια ερωτική τραγωδία συμπλέκονται πέρα από τα όρια της ηθικής, στο αόρατο μεταίχμιο όπου η πιο έξαλλη αγάπη συναντιέται με το απόλυτο κακό. Είναι το πλαίσιο όπου θα τεθούν δραματικά υπαρξιακά διλήμματα για τη ζωή, τον έρωτα, το θάνατο…


Λίγα λόγια για το έργο
Δυο άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι της  σημερινής εποχής: ένας άντρας, διοικητικός υπάλληλος κάποιας δημοσίας υπηρεσίας και μια γυναίκα, υποψήφια διδάκτορας Ιστορίας, στο κουπέ ενός ηλεκτροκίνητου τρένου, σε ένα νυχτερινό δρομολόγιο σε μια τυπική  συζήτηση γνωριμίας. Όλα ξεκινούν με μια ξαφνική  διακοπή ρεύματος, οπότε οι δύο πρωταγωνιστές για να ξεπεράσουν την αμηχανία τους θα παίξουν το  παιδικό  παιχνίδι των ρόλων, όπου ο καθένας από τους δύο αναλαμβάνει  να υποδυθεί μία πολύ συγκεκριμένη  ιστορική ή φανταστική προσωπικότητα: ο άντρας θα παραστήσει  τον Γιόζεφ Μένγκελε, τον διαβόητο «Άγγελο του Θανάτου» του Άουσβιτς, και η γυναίκα την  Εσθήρ, την εγγονή μίας Εβραίας επιζήσασας, θύματος των φρικτών πειραμάτων του μυστηριώδους γιατρού. Γρήγορα όμως το παιχνίδι θα αλλάξει τροπή για τους δυο εγκλωβισμένους στο κουπέ του τρένου: μήπως στα αλήθεια είναι αυτό που δήθεν  υποδύονται; Και πού μπορούν να φτάσουν «παίζοντας» ένα τέτοιο παιχνίδι με την ηθική, με την ανθρώπινη κατάσταση, με όλη την προηγούμενη Ιστορία;

ΠΡΟΣΩΠΑ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ: και λίγα λόγια για το υπαρκτό πρόσωπο του Γιόζεφ Μένγκελε, τον αρχίατρο του Άουσβιτς (1911-1979)
Ο Γιόζεφ Μένγκελε, γεννήθηκε το 1911 στο Γκέντζμπουργκ της Βαυαρίας. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος  μιας οικογένειας βιομηχάνων. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Ινστιτούτο Ανθρωπολογίας του Μονάχου και Ιατρική στη Φραγκφούρτη. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Βιέννη και στη Βόννη.
Το 1935 εργάστηκε «Ινστιτούτο κληρονομικής βιολογίας και φυλετικής υγιεινής», στο όργανο δηλαδή της φυλετικής πολιτικής του Τρίτου Ράιχ.  Μόλις ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, εστάλη ως στρατιωτικός γιατρός στο μέτωπο της Γαλλίας και της Ρωσίας. Με τον τραυματισμό του ολοκληρώνεται το πρώτο κεφάλαιο της ζωής του. Ανίκανος πλέον να μετάσχει στην πρώτη γραμμή, αλλά παρασημοφορημένος με τον «Σιδηρούν Σταυρό», τοποθετήθηκε από τον Χάινριχ Χίμλερ στο Άουσβιτς. Στο Άουσβιτς είχε την απόλυτη ελευθερία να διεξάγει κάθε είδους πειράματα, τα οποία θα βοηθούσαν στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τις φυλετικές διαφορές, τη γενετική ταυτότητα του ανθρώπου, την ευγονική (την ιδέα της γενετικής κατασκευής της Αρίας φυλής) και τη μοριακή βιολογία.

Ο Μένγκελε, στο Άουσβιτς επί καθημερινής βάσεως, στεκόταν στο σημείο όπου εκφόρτωναν τα τρένα τους αιχμαλώτους και τους τοποθετούσε σε δυο γραμμές. Πάντα χαμογελαστός και κρατώντας ένα δερμάτινο ραβδί, έστελνε το 70%- 80% στην αριστερή λωρίδα και το υπόλοιπο 20%-30% στη δεξιά. Οι πρώτοι πήγαιναν κατευθείαν στα κρεματόρια. Οι υπόλοιποι αποτελούσαν το νέο «ερευνητικό του πεδίο». Ο Μένγκελε υπέβαλε τους κρατούμενους σε πολλά φρικιαστικά πειράματα. Στην προσπάθειά του να βρει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, τούς έκανε συνεχείς μεταγγίσεις αίματος, τους εξέθετε σε ακραίες συνθήκες κόπωσης, στέρησης και κλιματολογικών αλλαγών, τους έκανε απανωτές μεταμοσχεύσεις, τους αφαιρούσε κομμάτια, τους ακρωτηρίαζε και διενεργούσε πειράματα σε καθένα από τα όργανά τους. Επιχειρώντας να βρει τον τρόπο με τον οποίο θα κατασκεύαζε την Άρια φυλή (την οποία τόσο οραματιζόταν και επιθυμούσε ο Χίτλερ), προσπαθούσε να αλλοιώσει τη μορφολογία τους, να ψηλώσει τα άκρα τους, ν’ αλλάξει το χρώμα και τη μορφή τους. Σε πολλές περιπτώσεις προσπάθησε ν’  αλλάξει το χρώμα των ματιών τους, χρησιμοποιώντας διάφορες σταγόνες δικής του επινόησης, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι εξ’ αυτών να τυφλώνονται ή να πεθαίνουν από φρικτούς πόνους. Ταυτόχρονα παρατηρούσε σχολαστικά τις αντιδράσεις των κρατουμένων κατά τη διάρκεια των φρικτών αυτών βασανιστηρίων.

Το ενδιαφέρον του Μένγκελε στράφηκε από την αρχή στα παιδιά, στους νάνους αλλά και γενικότερα σε όποιον τρόφιμο του στρατοπέδου παρουσίαζε «ιδιαίτερα» γενετικά χαρακτηριστικά. Η μεγάλη πειραματική εμμονή του Μένγκελε  εντούτοις, ήταν οι δίδυμοι. Με τις ευλογίες του μέντορά του Οτμαρ φον Βέρσερ, από τα εργαστήρια του Μένγκελε-μόνο κατά το διάστημα 1943-1944- πέρασαν περίπου 1.500 ζευγάρια διδύμων, εκ των οποίων ζήτημα είναι αν επέζησαν τα 100. Ο Μένγκελε πίστευε ότι οι δίδυμοι αποτελούν το τέλειο είδος πειραματόζωου. Η άποψή του αυτή στηριζόταν στην υπόθεση ότι έχοντας δυο οργανισμούς με πανομοιότυπη κατασκευή και ομοιάζουσα ψυχοσύνθεση μπορούσε να διεξαγάγει με ακρίβεια παράλληλα ιατρικά και ψυχολογικά τεστ. Ο Μένγκελε συγκέντρωσε όλα τα αρχεία που σχετίζονταν με την πορεία των πειραμάτων σε δίδυμα αδέρφια καθώς και τα συναχθέντα από αυτά συμπεράσματά, σε δύο μεγάλα βαγόνια. Στη συνέχεια τα έστειλε στον Βέρσερ. Δυστυχώς, μόλις το Άουσβιτς απελευθερώθηκε από τους Ρώσους (27 Ιανουαρίου του 1947), ο Βέρσερ τα έκαψε. Από τα λίγα που μας έχουν μεταφέρει οι ελάχιστοι επιζώντες του στρατοπέδου, γνωρίζουμε ότι ο Μένγκελε άλλαζε στους δίδμους το φύλο, τους «βομβάρδιζε» με ακτίνες «Χ», τους αφαιρούσε εσωτερικά όργανα και τα τοποθετούσε σε άλλους οργανισμούς, μετάγγιζε αίμα από τον ένα αδελφό στον άλλο, τους γέμιζε με βακτηρίδια και τους υποχρέωνε σε αιμομικτικές εγκυμοσύνες.
Όταν η φρίκη του πολέμου έλαβε τέλος, το δικαστήριο της Φρανκφούρτης καταδίκασε τον Μένγκελε για «ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας τα οποία διέπραξε μόνος ή με συνεργάτες και μάλιστα επιδεικνύοντας τεράστιο ζήλο». Ο Μένγκελε είχε εν τω μεταξύ προλάβει να γυρίσει στη γενέτειρά του και από εκεί- μέσω Γένοβας- να διαφύγει για τη Λατινική Αμερική. Έζησε στην Αργεντινή ως το τέλος της δεκαετίας του 1950. Το 1958 νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά και έναν χρόνο αργότερα απέκτησε ουρουγουανική υπηκοότητα. Μετά την απαγωγή του Αδόλφου Άιχμαν (συνταγματάρχης των SS και επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών Υποθέσεων της Γκεστάπο - θεωρείται ο αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος) από την Ισραηλινή Μυστική Υπηρεσία Μοσάντ, κρύφτηκε στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Ο Μένγκελε πέθανε το 1979 (από εγκεφαλικό ενώ κολυμπούσε), σε μια μικρή πόλη της Βραζιλίας. Η ταυτότητα του θανόντος επιβεβαιώθηκε εντός δυο εβδομάδων, έπειτα από εξετάσεις που έγιναν στην οδοντοστοιχία του πτώματος.


Ο «Άγγελος του θανάτου», σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, πίστευε ότι όταν πραγματοποιούσε τα φρικιαστικά πειράματά του, διεκπεραίωνε μια πολύ σοβαρή δουλειά! Έφθασε στην παράνοια (βοηθούσης και της απεριόριστης δύναμης που του είχε παραχωρηθεί) και θεωρούσε ότι όλα αυτά τα εγκλήματα που διέπραττε, γίνονταν στο όνομα της επιστήμης. Για τον Μένγκελε η ανθρώπινη ζωή δεν είχε αξία. Ένας συμμαθητής του, ο Γιούλιους Ντίνσμπαχ, ανέφερε γι’ αυτόν χαρακτηριστικά: «Δεν ήθελε απλώς να είναι επιτυχημένος, αλλά να ξεχωρίζει από την μάζα. Το πάθος του ήταν να γίνει διάσημος. Μου είπε μια φορά ότι κάποτε το όνομά του θα βρίσκεται σε λεξικό….»

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΤΩ: αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων, να τους σκεπάσει μια εικόνα.

Μια χώρα πέφτει σε ένα χάος κρίσης. Μια πόλη διαλύεται σε κομμάτια, ένας μοριακός πόλεμος αναδύεται από τα βάθη, από τις συνοικίες, από τις κλειστές πόρτες των διαμερισμάτων. Αυτό που ήμασταν, έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται. Πώς είναι να χάνεις τα πάντα και η πτώση να μην έχει τελειωμό; Πώς είναι να πρέπει να γυρίσεις τούμπα τη ζωή σου, να δεις τι πήγε λάθος; Ποιος έφταιξε; Τι κάναμε λάθος; Ποιος τρόμος μάς αγάπησε;… Βεβαιότητες που έπαψαν να υπάρχουν, τα μέχρι πρότινος παραδεδεγμένα θεωρήματα για τη δόμηση των κοινωνιών που γίνονται θρύψαλα… Ό,τι γνωρίζει κανείς μέχρι τώρα, χάνει προοδευτικά το λογικό του σχήμα. Η καθησυχαστική σκέψη του χθες, γίνεται αποτρόπαιος φόβος του αύριο.  [Ο Διονύσης Μαρίνος στο εργαστήρι του συγγραφέα του Fractal παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, το μυθιστόρημα ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΤΩ]


«Τηλεόραση δεν βλέπω, με ενοχλεί το ηχητικό ισοδύναμό της: μια λούπα που μέσα της αν πέσεις, δεν πρόκειται να ξαναβγείς. Το φούντωμα των εικόνων, σιρίτια εικόνων που η μία καταβροχθίζει την άλλη ακαταπαύστως, ένα σπασμένο διόραμα, όπου εσύ στην πραγματικότητα γίνεται το αντικείμενο της έρευνας και όχι η είδηση, όλο αυτό το κατασκευασμένο «θέατρο δράματος» με απωθεί. Όχι, δεν βλέπω τηλεόραση. Εκείνη την ημέρα είδα: ήταν η τρομοκρατική ενέργεια στον μαραθώνιο της Βοστόνης. Και μου ήρθαν στο μυαλό οι προτάσεις-ρωγμές του Γιώργου Χειμωνά στους «Χτίστες»: Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων – να τους σκεπάσει μια εικόνα. Απομακρύνθηκε ο ορίζοντας. Η ζωή φάνηκε πρώτα στους τοίχους. Είναι ένας τοίχος αλειμμένος μ’ ένα υλικό σαν σημασία».

Ίδια αίσθηση με την 11η Σεπτεμβρίου. Δεν είναι το… πτωματοφάγο βλέμμα που εντυπώνει τις εικόνες προς κατανάλωση, αλλά η διερώτηση αν αυτός ο κόσμος, ο μικρός, έχει χάσει τη μεγαλοσύνη του. Αν αυτή η λυκοφωτική ατμόσφαιρα τρόμου/δέους/ισχνότητας οδηγεί κάπου, και αν ναι, πού; Ποιος είναι ο ρόλος του ανθρώπου της μετανεωτερικής κοινωνίας στο καθημερινό δράμα της Ιστορίας; Ο σπασμός του αμυντικού πανικού αυτών των ανθρώπων που είδαν –δίχως αιτία- να γίνονται παίγνια σε ένα τρομοκρατικό σχέδιο παγκόσμιας εμβέλειας, μοιάζει με την άλλη «τρομοκρατία» των αγορών, της οικονομικής επιβολής. Η κοιλιά της αμφιβολίας γεμίζει με τόσα πολλά ερωτήματα. Ουσιαστικά δεν αναζητείς απαντήσεις, αλλά μια ταξινόμηση σε ένα προοδευτικό χάος.
Ο «Ουρανός Κάτω» είναι ο υπαινιγμός αυτών των πραγμάτων που πέφτουν καθημερινά στη ζωή του καθενός. Είναι οι βεβαιότητες που έπαψαν να υπάρχουν, τα μέχρι πρότινος παραδεδεγμένα θεωρήματα για τη δόμηση των κοινωνιών που γίνονται θρύψαλα. Μια χώρα πέφτει σε ένα χάος κρίσης. Μια πόλη διαλύεται σε κομμάτια, ένας μοριακός πόλεμος αναδύεται από τα βάθη, από τις συνοικίες, από τις κλειστές πόρτες των διαμερισμάτων. Αυτό που ήμασταν, έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται.
Πώς είναι να χάνεις τα πάντα και η πτώση να μην έχει τελειωμό; Πώς είναι να πρέπει να γυρίσεις τούμπα τη ζωή σου, να δεις τι πήγε λάθος; Ποιος έφταιξε; Τι κάναμε λάθος; Ποιος τρόμος μάς αγάπησε;
Ο Ιωσήφ Σαρογιάν, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, είναι ένα καλοταϊσμένο, αφιονισμένο άλογο του συστήματος. Οι ρωγμές, όμως, δεν κάνουν διακρίσεις. Εμφανίζονται παντού: ακόμη και εκεί η εποχή της κρίσης μας έδειξε πως οι αλλαγές διατρέχουν κάστες, κοινωνικές ομάδες, και οικονομικές τάξεις. Κανείς δεν ξεφεύγει από τα δόντια της οικονομικής λαίλαπας.

Είναι η κρίση μόνο οικονομική; Άλλο ένα ερώτημα που θέτει το βιβλίο. Και η συνείδηση; Τα τραύματά της; Πλέον δεν είναι το μυθιστόρημα που ακολουθεί μια δυστοπική φόρμα, αλλά η ίδια η κοινωνία που έχει γίνει απόλυτα δυστοπική. Η μυθοπλασία ακολουθεί το κοινωνικό γίγνεσθαι. Οι ήρωες αναζητούν τη γλώσσα τους, τις νέες εικόνες τους. Δεν μπορούν να μιλήσουν την «παλιά» γλώσσα, αντιλαμβάνονται πως οι κώδικες που μέχρι πρότινος ίσχυαν, τώρα έχουν χάσει την ισχύ και την πυκνότητά τους. Γι’ αυτό και το μυθιστόρημα προσπαθεί να «μιληθεί» και να «γραφτεί» σε αυτή τη νέα γλώσσα. Ζητάει να επανακαθορίσει τις έννοιες και τα σύμβολα.

Ό,τι γνωρίζει κανείς μέχρι τώρα, χάνει προοδευτικά το λογικό του σχήμα. Η καθησυχαστική σκέψη του χθες, γίνεται αποτρόπαιος φόβος του αύριο.
Ο Ιωσήφ Σαρογιάν βλέπει την κατακρήμνιση να αναπτύσσεται μέσα του και γύρω του. Μαθαίνει ξανά από την αρχή τον εαυτό του, όπως και την πόλη που ζει – γνωρίζει μια χώρα (μια οποιαδήποτε χώρα) που έχει χάσει τις σταθερές της – που της έχει πέσει ο ουρανός στο κεφάλι.

Είναι ένα μυθιστόρημα για την κρίση; Ναι, αλλά όχι μόνο για τη συγκεκριμένη που βιώνει η Ελλάδα. Είναι ένα μυθιστόρημα για μια κρίση της οποίας το μεταλλικό τραύλισμα το βλέπουμε να αναπτύσσεται εδώ και έξι χρόνια, αλλά έχει ξεκινήσει πιο πριν και θα συνεχίσει να ακούγεται και τα επόμενα χρόνια. Δεν είναι μόνο οι οικονομικές συνθήκες που διαλύουν τις κοινωνικές καταφάσεις, είμαστε εμείς που οφείλουμε να τείνουμε το βλέμμα μας προς τα μέσα. Προς την αρχή του καθενός. Προς την αρχή ενός κόσμου ανερμήνευτου.


[ΠΗΓΗ: Ο Διονύσης Μαρίνος στο Eργαστήρι του συγγραφέα Fractal Η Γεωμετρία των Ιδεών:  | Fractal fractalart.gr Ο Δ.Μ είναι δημοσιογράφος και έχει γράψει δύο μυθιστορήματα (Χαμένα Κορμιά, 2011, εκδ. Τετράγωνο – Τελευταία Πόλη, 2012, εκδ. Γαβριηλίδης) και μια ποιητική συλλογή (Anamneza, 2014, εκδ. Γαβριηλίδης). Από τις εκδόσεις «Πάπυρος» κυκλοφόρησε πρόσφατα το μυθιστόρημά του «Ουρανός κάτω». Γράφει κριτικές βιβλίου στους λογοτεχνικούς ιστότοπους: Vakxikon και diavasame.gr.]

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Μάρτυς μου ο θεός, ένας χειμαρρώδης μονόλογος, μια εκ βαθέων ανασκόπηση της ζωής ενός καθημερινού ανθρώπου, του Χρυσοβαλάντη του οσιομάρτυρα

 «Ένα ποίημα για μένα είναι ζουμί από κοτόσουπα», για ξαναπέστο είπα, κι ο Χρυσοβαλάντης μου το επανέλαβε ώστε να μπορέσω να το σημειώσω με τη μαύρη μελάνη του Μονμπλάν, που ήταν το φετίχ του μεγαλογιατρού εκείνη την εποχή: «Ένα ποίημα για μένα είναι ζουμί από κοτόσουπα, είναι βίωμα ψυχής». Στην αρχή της καριέρας μου κρατούσα λεπτομερείς καταγραφές από τις συνεδρίες με τους πελάτες μου, κάποια εποχή μάλιστα τα περνούσα και στο πισί σ’ ένα απ’ τα πρώτα ψυχιατρικά προγράμματα για κομπιούτερ, αλλά το σταμάτησα σχεδόν αμέσως, πρώτον γιατί οι πελάτες μου φοβόταν πως τα μυστικά τους καταγράφονται ηλεκτρονικά και κατά δεύτερον γιατί μου το απαγόρευσε ο λογιστής μου: είσαι με τα καλά σου μου λέει που θα σερβίρεις έτοιμο το πελατολόγιό σου στο ΣΔΟΕ; Ωστόσο κράτησα τη συνήθεια του ανοιχτού τετραδίου σημειώσεων, δερματόδετο πάντα κατά προτίμηση μπορντό με επίχρυση αγκράφα, όπου σημείωνα μόνον κάποιες αξιόλογες φράσεις με την ελπίδα να τις χρησιμοποιήσω κάποτε στα κείμενά μου, ή έκανα διάφορα σκίτσα που όσο προχωρούσε η συνεδρία κατέληγαν απλώς σε έντονες μουτζούρες. Πάντως από τον παχύσαρκο, ηδομανή, πατριώτη, φιλόπατρι, φιλογύνη, φιλοευρωπαίο, φιλορώσο, αγαθόπατρι, λιχούδη και κρυφοπουτανίτσα, διαβητικό Χρυσοβαλάντη μάλλον ήταν η πρώτη φορά που κρατούσα κάποια σημείωση… Λοιπόν, όχι, ο Χρυσοβαλάντης δεν ήταν ασθενής μου, δεν ήταν δικό μου περιστατικό: τον οικειοποιήθηκα. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή του μυθιστορήματος του Μάκη Τσίτα, που με το «Μάρτυς μου ο θεός» ήρθε να συνεχίσει την παράδοση του «Τρίτου Στεφανιού»… [Ο Σωτήρης Παστάκας στο ΠΟΙΕΙΝ για το μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα «Μάρτυς μου ο θεός», εκδόσεις Κίχλη 2013]

Πρώτα βρήκα τον ήρωα. Τον ονόμασα Χρυσοβαλάντη και ξεκίνησα, τον Αύγουστο του 1996, να κρατάω γι’ αυτόν σημειώσεις. Σκεφτόμουν να φτιάξω ένα ολιγοσέλιδο διήγημα, σαν αυτά που υπήρχαν στο πρώτο μου βιβλίο («Πάτυ εκ του Πετρούλα», εκδ. Καστανιώτη) το οποίο είχε κυκλοφορήσει δύο μήνες πριν. Όμως μαζεύτηκε πολύ υλικό κι όταν τον Αύγουστο του 2000 ξεκίνησα το γράψιμο, κατάλαβα ότι έχω να κάνω πια με μυθιστόρημα. Η μορφή του υλικού υπαγόρευσε την πρωτοπρόσωπη και μη γραμμική αφήγηση. Ο Χρυσοβαλάντης είναι ένας χοντρός πενηντάρης που ζει στην προ Ολυμπιακών Αγώνων, Αθήνα. Άνθρωπος βαθιά θρησκευόμενος, ευγενικός, καλοπροαίρετος, φοβισμένος. Κι επίσης εύστροφος, με χιούμορ, φιλόδοξος ποιητής και θαυμαστής του ωραίου φύλου με ιδιαίτερη αδυναμία στις Ρωσίδες. Αλλά κι ένας εξαιρετικά ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Εν τέλει: ένας αντι-ήρωας, ένα πλάσμα που ζητάει αγάπη και αξιοπρέπεια στην Ελλάδα που καταρρέει (Μάκης Τσίτας)

«Ένας ταπεινός δούλος των σημάντρων» Γιάννης Πατίλης, Γραφέως Κάτοπτρον


Ο πενηντάχρονος άνεργος, ονόματι Χρυσοβαλάντης, ο οποίος πρωτοστατεί σ' αυτό το επαρκώς οργανωμένο μυθιστόρημα, ανήκει στην ομάδα των υπέρβαρων, πεισμόνων ερωτύλων, πάντως αγάμων κατοίκων του Λεκανοπεδίου, με λευκό ποινικό μητρώο, ελαφρώς ρατσιστών, πιστών οπαδών της λεγομένης κοινωνικής κανονικότητας, με έκδηλες θεολογικές ανησυχίες ορθοδόξου προσανατολισμού. Ο Χρυσοβαλάντης, ένας οιονεί Πάντσο χωρίς Δον Κιχώτη, γνωρίζει συνεπώς ότι δεν είναι ο μόνος, ο οποίος υποφέρει στην ανοικτή κοιλάδα των δακρύων. Εκεί δηλαδή όπου η τύχη και η ανάγκη συνέχουν από κοινού τον ανθρώπινο βίο, κατά τον Δημόκριτο, έναν φιλόσοφο, τον οποίο δεν κατονομάζει, αλλά συχνά πυκνά υποδηλώνει ο νέος αυτός αφηγηματικός ποταμός του κειμενικά πολύπειρου Μάκη Τσίτα. Και το γεγονός ότι ο Χρυσοβαλάντης δεν είναι μόνος, τον κάνει να ανανεώνει τις άμυνες, τις γραμμές της καθημερινής μικροπολιτικής και τις συγκεκριμένες αντιστάσεις του σε όλο το μήκος και το πλάτος διακοσίων εβδομήντα δύο σελίδων, προτού καταρρεύσει στη σκηνή του παραλόγου, της οποίας φαίνεται να είναι εκ γενετής κληρωτός. Αυτό ακριβώς το αίσθημα της συντροφικότητας μέσα στη σχεδόν καθολική ερωτική αβελτηρία και την ανέχεια τον εμπνέει. Δεν υποχωρεί, δολιχοδρομεί αλλά δεν ενδίδει, όπως κάποιοι άλλοι, σε μια πλήρη συνθηκολόγηση με τις δυνάμεις του Κακού. Είναι ο εις-μύριοι, από μιαν άλλη προοπτική θεώρησης των πραγμάτων.

Διανύονται ιδιαίτερα επίπονες διαδρομές παθών, λαθών, διαψεύσεων, επώδυνων αυταπατών και ανηλεών αυτοαποδομήσεων. Μερικές φορές μάλιστα η ανάγνωση διακατέχεται από κύματα συμπαθείας, θαυμασμού και άδολης εκτίμησης γι' αυτόν τον πολίτη, που από τα ψυχικά του ράκη οικοδομεί διάρκεια σθεναρής δράσης ενάντια στον επαπειλούμενο εξανδραποδισμό του. Από την άποψη αυτή ο Χρυσοβαλάντης είναι ένας ακόμη Αλέξης Ζορμπάς σε αρκετά όμως παραμορφωμένη, σκοπίμως ιλαροτραγική εκδοχή. Εκεί φέρ' ειπείν που ο καζαντζακικός οίστρος οδηγεί τον Αλέξη Ζορμπά στην καθ' υπερβολήν εμπέδωση της ασίγαστης λίμπιντο, η στρατηγική του Χρυσοβαλάντη τον ωθεί σε εξόφθαλμα παροδικές, πλην όμως σωτήριες ανασυγκροτήσεις του είναι του. Ελλείψει Δον Κιχώτη, οι αναφορές του απευθύνονται σταθερά εις εαυτόν. Η ευρύτατη γνώση της Βίβλου (όχι του Ομήρου ή του Κομφούκιου), των πατερικών κειμένων (όχι των τραγωδιών του Αισχύλου), η αποστήθιση του Ποιμένος του Ερμά (όχι των Ελευθέρων Πολιορκημένων του Διονυσίου Σολωμού) ως και των στίχων του Άκη Πάνου (όχι του Δημήτρη Παπαδίτσα) τον διευκολύνουν ομολογουμένως να συνυπάρξει τόσο με τις φοβίες του και τις πάμπολλες ενοχές του, όσο και με τους μύθους και τα φαντάσματα του καιρού μας.

Πάντως, αν λάβει κανείς υπόψιν του τον λεπτομερή κατάλογο των αντιθετικών ιδιοτήτων, ο οποίος παρατίθεται στο σαλόνι της Ρούμελης, δηλαδή του Οδοιπορικού στη Βόρεια Ελλάδα, του οξυδερκούς παρατηρητή των ανθρωπίνων Πάτρικ Λη Φέρμορ (εκδόσεις Κέδρος, 2009) από πλευράς ήθους, ο Χρυσοβαλάντης ανήκει μάλλον στους Ρωμιούς, παρά στους Έλληνες. Εξ ου και η πρόδηλη «παρορμητική του ετοιμότητα για οτιδήποτε δεν απαγορεύεται από κάποιο καθαγιασμένο ταμπού», η οποία εμφανίζεται στους αντίποδες της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος «διαθέτει περισσότερες αναστολές», διακρινόμενος, μεταξύ άλλων, από «μια πιο εγκεφαλική προσέγγιση στα προβλήματα της ζωής» (βλ. ό. π. σελ. 189). Κοντολογίς, το Μάρτυς μου ο Θεός αξίζει τα λεφτά του, αλλά και το Βραβείο του, όπως θα ισχυριζόταν χωρίς κανέναν ενδοιασμό ο ίδιος ο Χρυσοβαλάντης.

[ΠΗΓΗ: Γιώργος Βέης, Μια αφήγηση ρέουσα, κριτική για το μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα που δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ 23-11-2014]