Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Μάρτυς μου ο θεός, ένας χειμαρρώδης μονόλογος, μια εκ βαθέων ανασκόπηση της ζωής ενός καθημερινού ανθρώπου, του Χρυσοβαλάντη του οσιομάρτυρα

 «Ένα ποίημα για μένα είναι ζουμί από κοτόσουπα», για ξαναπέστο είπα, κι ο Χρυσοβαλάντης μου το επανέλαβε ώστε να μπορέσω να το σημειώσω με τη μαύρη μελάνη του Μονμπλάν, που ήταν το φετίχ του μεγαλογιατρού εκείνη την εποχή: «Ένα ποίημα για μένα είναι ζουμί από κοτόσουπα, είναι βίωμα ψυχής». Στην αρχή της καριέρας μου κρατούσα λεπτομερείς καταγραφές από τις συνεδρίες με τους πελάτες μου, κάποια εποχή μάλιστα τα περνούσα και στο πισί σ’ ένα απ’ τα πρώτα ψυχιατρικά προγράμματα για κομπιούτερ, αλλά το σταμάτησα σχεδόν αμέσως, πρώτον γιατί οι πελάτες μου φοβόταν πως τα μυστικά τους καταγράφονται ηλεκτρονικά και κατά δεύτερον γιατί μου το απαγόρευσε ο λογιστής μου: είσαι με τα καλά σου μου λέει που θα σερβίρεις έτοιμο το πελατολόγιό σου στο ΣΔΟΕ; Ωστόσο κράτησα τη συνήθεια του ανοιχτού τετραδίου σημειώσεων, δερματόδετο πάντα κατά προτίμηση μπορντό με επίχρυση αγκράφα, όπου σημείωνα μόνον κάποιες αξιόλογες φράσεις με την ελπίδα να τις χρησιμοποιήσω κάποτε στα κείμενά μου, ή έκανα διάφορα σκίτσα που όσο προχωρούσε η συνεδρία κατέληγαν απλώς σε έντονες μουτζούρες. Πάντως από τον παχύσαρκο, ηδομανή, πατριώτη, φιλόπατρι, φιλογύνη, φιλοευρωπαίο, φιλορώσο, αγαθόπατρι, λιχούδη και κρυφοπουτανίτσα, διαβητικό Χρυσοβαλάντη μάλλον ήταν η πρώτη φορά που κρατούσα κάποια σημείωση… Λοιπόν, όχι, ο Χρυσοβαλάντης δεν ήταν ασθενής μου, δεν ήταν δικό μου περιστατικό: τον οικειοποιήθηκα. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή του μυθιστορήματος του Μάκη Τσίτα, που με το «Μάρτυς μου ο θεός» ήρθε να συνεχίσει την παράδοση του «Τρίτου Στεφανιού»… [Ο Σωτήρης Παστάκας στο ΠΟΙΕΙΝ για το μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα «Μάρτυς μου ο θεός», εκδόσεις Κίχλη 2013]

Πρώτα βρήκα τον ήρωα. Τον ονόμασα Χρυσοβαλάντη και ξεκίνησα, τον Αύγουστο του 1996, να κρατάω γι’ αυτόν σημειώσεις. Σκεφτόμουν να φτιάξω ένα ολιγοσέλιδο διήγημα, σαν αυτά που υπήρχαν στο πρώτο μου βιβλίο («Πάτυ εκ του Πετρούλα», εκδ. Καστανιώτη) το οποίο είχε κυκλοφορήσει δύο μήνες πριν. Όμως μαζεύτηκε πολύ υλικό κι όταν τον Αύγουστο του 2000 ξεκίνησα το γράψιμο, κατάλαβα ότι έχω να κάνω πια με μυθιστόρημα. Η μορφή του υλικού υπαγόρευσε την πρωτοπρόσωπη και μη γραμμική αφήγηση. Ο Χρυσοβαλάντης είναι ένας χοντρός πενηντάρης που ζει στην προ Ολυμπιακών Αγώνων, Αθήνα. Άνθρωπος βαθιά θρησκευόμενος, ευγενικός, καλοπροαίρετος, φοβισμένος. Κι επίσης εύστροφος, με χιούμορ, φιλόδοξος ποιητής και θαυμαστής του ωραίου φύλου με ιδιαίτερη αδυναμία στις Ρωσίδες. Αλλά κι ένας εξαιρετικά ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Εν τέλει: ένας αντι-ήρωας, ένα πλάσμα που ζητάει αγάπη και αξιοπρέπεια στην Ελλάδα που καταρρέει (Μάκης Τσίτας)

«Ένας ταπεινός δούλος των σημάντρων» Γιάννης Πατίλης, Γραφέως Κάτοπτρον


Ο πενηντάχρονος άνεργος, ονόματι Χρυσοβαλάντης, ο οποίος πρωτοστατεί σ' αυτό το επαρκώς οργανωμένο μυθιστόρημα, ανήκει στην ομάδα των υπέρβαρων, πεισμόνων ερωτύλων, πάντως αγάμων κατοίκων του Λεκανοπεδίου, με λευκό ποινικό μητρώο, ελαφρώς ρατσιστών, πιστών οπαδών της λεγομένης κοινωνικής κανονικότητας, με έκδηλες θεολογικές ανησυχίες ορθοδόξου προσανατολισμού. Ο Χρυσοβαλάντης, ένας οιονεί Πάντσο χωρίς Δον Κιχώτη, γνωρίζει συνεπώς ότι δεν είναι ο μόνος, ο οποίος υποφέρει στην ανοικτή κοιλάδα των δακρύων. Εκεί δηλαδή όπου η τύχη και η ανάγκη συνέχουν από κοινού τον ανθρώπινο βίο, κατά τον Δημόκριτο, έναν φιλόσοφο, τον οποίο δεν κατονομάζει, αλλά συχνά πυκνά υποδηλώνει ο νέος αυτός αφηγηματικός ποταμός του κειμενικά πολύπειρου Μάκη Τσίτα. Και το γεγονός ότι ο Χρυσοβαλάντης δεν είναι μόνος, τον κάνει να ανανεώνει τις άμυνες, τις γραμμές της καθημερινής μικροπολιτικής και τις συγκεκριμένες αντιστάσεις του σε όλο το μήκος και το πλάτος διακοσίων εβδομήντα δύο σελίδων, προτού καταρρεύσει στη σκηνή του παραλόγου, της οποίας φαίνεται να είναι εκ γενετής κληρωτός. Αυτό ακριβώς το αίσθημα της συντροφικότητας μέσα στη σχεδόν καθολική ερωτική αβελτηρία και την ανέχεια τον εμπνέει. Δεν υποχωρεί, δολιχοδρομεί αλλά δεν ενδίδει, όπως κάποιοι άλλοι, σε μια πλήρη συνθηκολόγηση με τις δυνάμεις του Κακού. Είναι ο εις-μύριοι, από μιαν άλλη προοπτική θεώρησης των πραγμάτων.

Διανύονται ιδιαίτερα επίπονες διαδρομές παθών, λαθών, διαψεύσεων, επώδυνων αυταπατών και ανηλεών αυτοαποδομήσεων. Μερικές φορές μάλιστα η ανάγνωση διακατέχεται από κύματα συμπαθείας, θαυμασμού και άδολης εκτίμησης γι' αυτόν τον πολίτη, που από τα ψυχικά του ράκη οικοδομεί διάρκεια σθεναρής δράσης ενάντια στον επαπειλούμενο εξανδραποδισμό του. Από την άποψη αυτή ο Χρυσοβαλάντης είναι ένας ακόμη Αλέξης Ζορμπάς σε αρκετά όμως παραμορφωμένη, σκοπίμως ιλαροτραγική εκδοχή. Εκεί φέρ' ειπείν που ο καζαντζακικός οίστρος οδηγεί τον Αλέξη Ζορμπά στην καθ' υπερβολήν εμπέδωση της ασίγαστης λίμπιντο, η στρατηγική του Χρυσοβαλάντη τον ωθεί σε εξόφθαλμα παροδικές, πλην όμως σωτήριες ανασυγκροτήσεις του είναι του. Ελλείψει Δον Κιχώτη, οι αναφορές του απευθύνονται σταθερά εις εαυτόν. Η ευρύτατη γνώση της Βίβλου (όχι του Ομήρου ή του Κομφούκιου), των πατερικών κειμένων (όχι των τραγωδιών του Αισχύλου), η αποστήθιση του Ποιμένος του Ερμά (όχι των Ελευθέρων Πολιορκημένων του Διονυσίου Σολωμού) ως και των στίχων του Άκη Πάνου (όχι του Δημήτρη Παπαδίτσα) τον διευκολύνουν ομολογουμένως να συνυπάρξει τόσο με τις φοβίες του και τις πάμπολλες ενοχές του, όσο και με τους μύθους και τα φαντάσματα του καιρού μας.

Πάντως, αν λάβει κανείς υπόψιν του τον λεπτομερή κατάλογο των αντιθετικών ιδιοτήτων, ο οποίος παρατίθεται στο σαλόνι της Ρούμελης, δηλαδή του Οδοιπορικού στη Βόρεια Ελλάδα, του οξυδερκούς παρατηρητή των ανθρωπίνων Πάτρικ Λη Φέρμορ (εκδόσεις Κέδρος, 2009) από πλευράς ήθους, ο Χρυσοβαλάντης ανήκει μάλλον στους Ρωμιούς, παρά στους Έλληνες. Εξ ου και η πρόδηλη «παρορμητική του ετοιμότητα για οτιδήποτε δεν απαγορεύεται από κάποιο καθαγιασμένο ταμπού», η οποία εμφανίζεται στους αντίποδες της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος «διαθέτει περισσότερες αναστολές», διακρινόμενος, μεταξύ άλλων, από «μια πιο εγκεφαλική προσέγγιση στα προβλήματα της ζωής» (βλ. ό. π. σελ. 189). Κοντολογίς, το Μάρτυς μου ο Θεός αξίζει τα λεφτά του, αλλά και το Βραβείο του, όπως θα ισχυριζόταν χωρίς κανέναν ενδοιασμό ο ίδιος ο Χρυσοβαλάντης.

[ΠΗΓΗ: Γιώργος Βέης, Μια αφήγηση ρέουσα, κριτική για το μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα που δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ 23-11-2014]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …