Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν, τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα (μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;)

«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει...», ο αστός Σεφέρης....η συνείδηση της τάξης του, και η επίγνωση του πατριωτισμού του… και η μαύρη εμπειρία των καιρών μας... μόνοι μας, ανάδελφοι..με τον Μητσοτάκη να υπερασπίζεται το δημοκρατικό ήθος!..με τους υπαλλήλους της Ζήμενς να μιλούν για «παρασκήνιο»!....και με πολλούς «σοβαρούς» να «κρατάνε αποστάσεις»... με τους… διανοούμενους να πνίγονται σε μια κουταλιά «πολιτικής σταθερότητας» και τους αναρχικούς να ψάχνουν επέτειο για να βάλουν πέντε δέκα φωτιές... με τις ελίτ να λύνουν ανενόχλητες τα προβλήματά τους, και την κοινωνική μας τραγωδία να μένει αδιάβαστη και ακατανόητη... οι ηττημένοι που «θα μιλήσουν» αφού διαβάσουν τη κομματική εφημερίδα ή ακούσουν το σύντροφο καθοδηγητή…  κι όλοι εμείς «παιδιά φανατικά για γράμματα» να υψώνουμε φωνές αντίστασης από τον καναπέ μας ή να κοινοποιούμε υπερήφανα συνθήματα στα «ντουβάρια» του FB: «όρθιοι και μόνοι μες τη φοβερή ερημία του πλήθους»!!!  το βασίλειο των λέξεων, το υπόγειο των κακοποιημένων νοημάτων.... άσχημα τα νέα από τη Φάτνη...κάτι πρέπει να κάνουμε:  «Το θέμα είναι τώρα τι λες: καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ. Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας! Το θέμα είναι τώρα τι λες»… «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής. Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές! Η Ελλάς των Ελλήνων!!!»



Έχω ένα Όνειρο (αντιγραφή και επικόλληση από το χρονολόγιο του Νίκου Σταθόπουλου)
ΕΧΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ! να βγούμε σιωπηλοί στους δρόμους μας και να μείνουμε εκεί ώσπου να ξεκουβαλήσουν όλοι οι τερατώδεις υπάνθρωποι που διαλύουν σαν παιχνιδάκι τους τον τόπο μου… σιωπηλοί και αμετακίνητοι, και την ώρα που τα Κτήνη θα στείλουν τα ρομπότ της βίας τους, εμείς όλοι να χιμήξουμε σιωπηλά στα στίφη τους και να τα εξαφανίσουμε, να μείνουν σκόνες και πούπουλα και μια οσμή εξατμισμένης παλιανθρωπιάς... μετά να κάψουμε τα Ιδρύματα του Αίσχους, και να γυρίσουμε στις ελεύθερες γειτονιές μας, στις καινούργιες κοινότητες του Προσώπου μας, με τις διαφωνίες και τους καβγάδες μας, ξαναμοιράζοντας εμείς την τράπουλα της δικής μας ζωής...

ΕΧΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ! να ζούμε χωρίς πλούσιους και φτωχούς πια, χωρίς κατέχοντες και στερημένους, χωρίς δικό σου και δικό μου, εμείς και η ιστορία και ο πολιτισμός μας και οι υλικές μας δυνατότητες, σε μια κοινή προσπάθεια για απόλυτη αξιοπρέπεια πέρα από διαχωρισμούς και διαιρέσεις μιας αρχαίας κουλτούρας μίσους.. και να χτίζουμε αλληλέγγυα τη ζωή μας, αποτελώντας μια τρομερά όμορφη αγκαλιά για κάθε κατατρεγμένο και αδικημένο και διωκόμενο, ένα μικρό απίθανο σπιτάκι με απέραντη χωρητικότητα για τους καλούς που θα μας χτυπάνε την πόρτα... κι εδώ, άλλος με τον Θεό κι άλλος με το τίμιο και ώριμο αδέσποτό του, να υπογράφουμε Ελλάδα στο κύμα και τον ήλιο, σα να λέμε «σ' αρέσει τ' όνομά μου;», και να ανταλλάσσουμε με όλους τους γείτονες μνήμες οικείες και μορφές αγαπημένες και τα γραφτά μας και τα τραγούδια μας...

ΕΧΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ! να αποκατασταθεί η ξεχωριστή μας συνείδηση και ελπίδα, το Πρόσωπό μας, και να ζούμε πάλι με την ενότητα του πολιτισμού του Ευριπίδη και του Ερωτόκριτου, με την ψυχή του πολιτισμού της φιλοξενίας και της κοινωνικότητας του κοινού μόχθου και χαμόγελου και πένθους...να έρχονται όποιοι θέλουν να γελάνε στον ήλιο μας, να φρεσκάρονται στα νερά μας, να ερωτεύονται και να ανανεώνουν τη δική τους κοινότητα στις αμμουδιές μας...να κυλάνε οι βροχές με ονοματεπώνυμο, κι ο Θεός να καμαρώνει τη σπορά του που κι όταν θα τον αμφισβητεί-σαν σωστά μεγαλωμένο παιδί-θα έχει εκείνη την τίμια προσδοκία του καλύτερου κόσμου κι όχι την αρρώστια του νευρωτικού μίσους που έχει όλη την κακοσμία της αλλοτριωμένης χαμοζωής...να είναι τα σχολειά μας φίσκα από πιτσιρίκια που θα μαθαίνουν να γίνονται μυαλά γερά και καρδιές ευρύχωρες, να είναι τα καινούργια μας Σπίτια γεμάτα με συνανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια και θα τους την παρέχουμε σαν αυτονόητο χρέος και σαν χαρά που κάνουμε κάτι για τον άλλο..να είναι συλλογική υποχρέωση η συμμετοχή, η κοινή δράση, η αμοιβαιότητα, και να νιώθουμε κάτι παραπέρα από προφανές να πολεμάμε μέχρι θανάτου ενάντια σε κάθε επιδρομέα όχι για την ιδιόκτητη και "ανώτερη" πατρίδα αλλά για το ιστορικό μας κονάκι που χωρίς αυτό θα είμαστε φτερά στον άνεμο και γυρολόγοι ενός απρόσωπου τίποτα...ΕΧΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ!
[ΠΗΓΗ: Νίκος Σταθόπουλος, από το ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ στην προσωπική του σελίδα στο FB]


Χειμώνας 1942 (καμιά σχέση με το χειμώνα του 2014;)
Ξημέρωσεν ο δείκτης πάλι Κυριακή.

Επτά μέρες
Η μια πάνω απ’ την άλλη
Δεμένες
Ολόιδιες
Σα χάντρες κατάμαυρες
Κομπολογιών του Σεμιναρίου

Μια, τέσσερις, πενηνταδυό.

Έξι μέρες όλες για μια.

Έξι μέρες αναμονή
Έξι μέρες σκέψη
Για μια μέρα
Μόνο για μια μέρα
Μόνο για μιαν ώρα
Απόγευμα κι ήλιος.

Ώρες
Ταυτισμένες
Χωρίς συνείδηση
Προσπαθώντας μια λάμψη
Σε φόντο σελίδων
Με πένθιμο χρώμα.

Μια μέρα αμφίβολης χαράς
Ίσως μόνο μιαν ώρα
Λίγες στιγμές
Το βράδυ αρχίζει πάλι η αναμονή
Πάλι μιαν εβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδύο
…………………………………
Σήμερα βρέχει απ’ το πρωί.
Ένα κίτρινο χιονόνερο (Μανόλης Αναγνωστάκης, Εποχές)

Κι όχι αυταπάτες προπαντός, γιατί, όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος «Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες. Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»
Κανονικά δεν πρέπει να ’χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά –αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρών και δραστικό – κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευτείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση,

(Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το καταλαβες)

 [ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ , 1970]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …