Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Το μυστικό είναι ν’ ανάψεις στην καρδιά ένα φως που να καίει σιγά-σιγά ώσπου να γίνει θαλασσιά!



Την περασμένη εβδομάδα κοιμήθηκα στο αεροπλάνο δίπλα σ’ έναν σεβάσμιο γέροντα 88 ετών. Στεκόταν τέλεια - είχε το ένα πόδι πάνω στο άλλο, διάβαζε, ήταν πνευματώδης. Αν κρίνω από όσα μου διηγήθηκε, έζησε μια σπάνια, χαρισματική ζωή. Ήταν ένας απ’ τους πρώτους Έλληνες πιλότους, ανέβηκε στο βουνό, πολέμησε στην Αίγυπτο, ταξίδεψε στους τέσσερις ορίζοντες ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια, έκανε δυο γάμους και πολλά παιδιά.
Όταν σβήσαμε το φως και γείραμε τα καθίσματα για τον υπνάκο μας, βρεθήκαμε ξαπλωμένοι δίπλα-δίπλα, σαν ζευγάρι σε διπλό κρεβάτι!
«Να σας ρωτήσω κάτι πολύ προσωπικό;» του είπα, παρασυρμένος από τη σκηνή.
«Ό,τι θες, ό,τι θες!» μου απάντησε, προετοιμασμένος και για τις πιο πρόστυχες απορίες.


«Τώρα, που είσαστε 88, και όλοι σας οι φίλοι έχουν πεθάνει και δεν μπορείτε να σταθείτε όρθιος πάνω από μισή ώρα, γιατί η μέση και το πόδι σας πονούν, και πιθανότατα δεν θα ξαναζήσετε τα ένδοξα επεισόδια της νιότης σας, δεν νιώθετε μεγάλη μοναξιά, αν μη τι άλλο;».
Γύρισε το φαλακρό κεφάλι του, αχνό στο υπογάλαζο φως της καμπίνας, και με κοίταξε διερευνητικά. Είδα τη λάμψη του ματιού του - εγώ, κουκουλωμένος δίπλα του, ένιωσα ξαφνικά νωθρός και μπερδεμένος.
«Άκου να σου πω, κύριέ μου», άρχισε να λέει, σ’ έναν τόνο ξαφνικά πολύ πιο σοβαρό. «Ναι, είμαι ο τελευταίος επιζών μιας παρέας 20 ατόμων. Αλλά πηγαίνω ακόμα κάθε μέρα στη δουλειά. Λύνω προβλήματα. Βοηθάω συνανθρώπους μου - η προσφορά στους άλλους ολοκληρώνει πρωτίστως τη δική μου ζωή. Δεν κοντοστέκομαι στο παρελθόν, από άποψη. Αν τύχει και μείνω σπίτι μόνος, οι σκέψεις, τα παλιά επεισόδια, η εικόνα της νεότητάς μου, έρχονται και με καταβάλλουν. Η σκέψη, επίσης, ότι του χρόνου μπορεί και να μη ζω. Αμέσως πιάνω ένα βιβλίο, κάτι, να ξεφύγει το μυαλό μου. Δεν χρειάζεται να φιλοσοφείς πολύ γύρω απ’ τη φύση της ζωής, χρειάζεται να τη ζεις - όπως μπορείς. Έως τέλους».
Μου έκανε εντύπωση η τετράγωνη απάντησή του, χωρίς ίχνος συναισθηματισμού. Δεν είχα ποτέ το πρακτικό του πνεύμα - ο θάνατος κι οι ατυχίες με πτοούν βαθύτατα. Για να είμαι ειλικρινής, θεώρησα έως και λίγο υπεκφυγή την απάντησή του. «Έτσι είναι, φαίνεται, οι άνθρωποι της δράσης» σκέφτηκα και άρχισα να λαγοκοιμάμαι δίπλα του.
Στην Αθήνα, όταν γυρίσαμε, μου έστειλε την αυτοβιογραφία του. Ένα εξαιρετικά γλαφυρό βιβλίο μιας γεμάτης ζωής, δίπλα στους πρωταγωνιστές του προηγούμενου αιώνα.
Υπήρχε και μια φωτογραφία του, με την κόρη του. Φαντάζομαι θα ξέρετε ότι οι άνθρωποι (ακόμα και οι πιο σκληροί), όταν φωτογραφίζονται με τα παιδιά τους, αποκτούν κάτι ανεξέλεγκτα παιδικό, αθώο, εκτεθειμένο. Ήταν δίπλα της χαμογελώντας παραδομένος - κανένα γαλόνι πια, καμιά άμυνα, καμιά μέθοδος.
Κατάλαβα τότε ότι ο γέρων μού είχε αποκρύψει τι τον κρατούσε τόσο ακέραιο στη ζωή: δεν ήταν η δουλειά, ήταν η οικογένεια του.
Εύχομαι λοιπόν σε όλους να περάσουν τα δύσκολα χρόνια που έρχονται, κρατώντας ένα χέρι φίλου αληθινού. Σε οικογένειες που σχηματίζει όχι μόνο το αίμα, αλλά και η συμπάθεια, η εμπιστοσύνη ή η συγγένεια του μυαλού.
Αφού αντέχεται το σφαγείο της ύπαρξης με την αγάπη, πόσo μάλλον η Κρίση.
Καλές Γιορτές!

Ευχές για να ζούμε γιορτινά σε οικογένειες ευτυχισμένες που σχηματίζει όχι μόνο το αίμα, αλλά και η συμπάθεια, η εμπιστοσύνη ή η συγγένεια του μυαλού και της ψυχής... Ευχές, ακόμα, για ν' ανοίγουμε πάντα τα φτερά της λυρικής μας διάθεσης και να πετάμε πιο ψηλά και από τα όνειρά μας, δημιουργώντας με τις λέξεις νέους κόσμους με χρώματα μοναδικά και στιγμές αέναης Αγάπης. Γένοιτο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …