Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

ΚΙ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΡΩΤΗΣΩ ΤΙ ΑΠΑΝΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΜΟΥΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Κι ήθελα να ρωτήσω τι απαντάς: Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ή μια κόκκινη ανάσα; δυο λόγια μπλε ή ένα νεογέννητο χαμόγελο, ένα παραλήρημα- που συχνά κάνω πρόβα η μια αλήθεια- που μόλις άρχισα να ζω κι  ήθελα να ρωτήσω τι φαντάστηκες ένα καλοπλεγμένο ποίημα ή δύο εκστατικές βροχές ένα απρόσωπο άγγιγμα στο πρόσωπο ή δυο ξεχασμένες νότες στα χείλη μια σιωπηρή ηχώ ή δυο μελωδίες νοσταλγίας δυο γνώριμες λέξεις στο χαρτί ή  εμένα- που δεν γνώρισες ποτέ. Κι ήθελα να ρωτήσω τι φοβάσαι: μια Πέμπτη βράδυ ή δύο κόκκους άμμου- σ’ ένα κύμα, δυο χέρια, μια πόρτα, ένα αντίο. Πορεία. Βιολί. Φώτα. Λυγμός. Ποτά. Καπνός. Φωνές. Οργασμός. Πάθος. Ζήτησα πάθος. Και δε ρώτησα  και δε φαντάστηκα και δε φοβήθηκα. Γιατί πάντα απαντάω στα άπαντα και φαντάζομαι φαντάσματα που φοβούνται το φόβο Απόψε- ένα ερωτικό παραλήρημα! [δεκτές απαντήσεις μετά την ανάγνωση του… διηγήματος (;) της Σοφίας Αυγερίδου «Εισαγωγή στους ψυχαναγκασμούς του έρωτα»  – ART by Michalis Kotsaris]


Εισαγωγή στους ψυχαναγκασμούς του έρωτα
1.14.π.μ., Ιούνης. Δεν ήταν ούτε τόσο δυνατή, ούτε τόσο αδύναμη όσο νόμιζα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι τρέμοντας, φοβισμένη από την Ιδέα. Η καρδιά της παλλόταν σε ρυθμούς αγριεμένων κυμάτων. H αιτία ήταν αυτός- όπως σε όλες τις ερωτικές ιστορίες- η ηρωίδα μου- βασανιζόταν από τι άλλο… από έρωτα! Κι έλαχε απόψε να βρει τη λύτρωση της εκεί που πάντα ποθούσε- στις λευκές σελίδες. Ήταν ώρα να γεμίσουν με μελάνι ή αίμα.

Φεβρουάριος, μήνας λειψός και ανέντιμος. Βιβλιοθήκες, επικίνδυνοι χώροι- ζουν φαντάσματα, ξωτικά, δαίμονες, θεωρίες και ιδέες. Αυτή έπρεπε να το ξέρει, οι βιβλιοθήκες εξαναγκάζουν τις ιδέες να μείνουν ερμητικά …κλεισμένες σ’ ένα βιβλίο όπως και σ’ ένα μυαλό.

Η Αυγή ήταν γεννημένη για να γίνει ποιήτρια- έτσι πίστευε τουλάχιστον. Μόλις είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο. Ήταν ευτυχισμένη- γιατί διάβασε, διάβασε, διάβασε. Κι ήρθε εκείνο το απόγευμα στη βιβλιοθήκη που δεν έμεινε τίποτα να θυμάται- όλες οι Αγγλίες κι οι Αμερικές είχαν κρυφτεί καλά σε 7 βιβλία. Όλοι οι Μπωντλαίρ πρόλαβαν να ζητήσουν ασυλία στο Καρτιέ Λατέν.

Ο Φάνης ήξερε πολλά για τη Γαλλία. Είχε σπουδάσει βέβαια τα Αγγλικά, όπως κι η Αυγή- έτσι γνωρίστηκαν, στη βιβλιοθήκη της σχολής, κοιτάζοντας κι οι δυο την ίδια αφίσα- δεν θυμάμαι τι ακριβώς έγραφε- μόνο ότι είχε μια φωτογραφία μιας παραλίας με χρυσαφένια άμμο. Αυτός, ήθελε να γίνει διερμηνέας ή ζωγράφος. Οι γλώσσες ήταν γι’ αυτόν μηχανή επιβίωσης, όχι επικοινωνίας. Μηχανικά λόγια, βγαλμένα από το μεγάλο, σκονισμένο λεξικό που είχε δίπλα στο κρεβάτι του, στο οποίο έβρισκαν καταφύγιο όλες οι γλώσσες του κόσμου, ακόμα κι αυτή που μιλιέται μόνο από δυο ανθρώπους, με την προϋπόθεση πως οι ομιλητές ασπάζονται τον έρωτα.

Αμφιβολία. Σημάδι νόσου.
Μάρτης. Πήραν δυο κλωστές, κόκκινη και άσπρη, κι έκλεισαν στα χέρια τους δυο ευχές. Περίμεναν έναν ολόκληρο μήνα για να δουν τα πρώτα χελιδόνια που θα πραγματοποιούσαν τα όνειρα τους. Τα είδαν, σ’ ένα μαγαζί στο λιμάνι. Η Αυγή λάτρευε τη θάλασσα και τη ζεστή σοκολάτα-πορτοκάλι. Ένας ήρωας γίνεται πιο αληθινός όταν ο δημιουργός του περιγράφει τις γεύσεις που του αρέσουν- ο ήρωας γίνεται πιο ιδιότροπος κι έτσι παύει να είναι χαρακτήρας σε ένα βιβλίο.

Ο Φάνης της είπε ότι είναι όμορφη- και μετά της μιλούσε για τον Φρόυντ. Της ζητούσε να συμφωνήσει πως ο Φρόυντ ήταν ένας αποτυχημένος. Ήταν; αναρωτιόταν κι αυτός. Αμφιβολία, δείγμα ψυχαναγκασμού. Αυτή όμως σκεφτόταν (ακόμα!) το αν όντως ήταν όμορφη. Ήταν ερωτευμένη- και όταν ερωτεύεσαι δεν προλαβαίνεις να αναζητήσεις αλήθειες στη ψυχολογία, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία.

Φιλί.
Μέσα Απρίλη. Μήνας του ψέματος, του δικαιολογημένου. Στον καναπέ: «είσαι τόσο κοντά μου γιατί θες να με φιλήσεις!» είπε ο Φάνης. Ένα βράδυ ιδρώτα και αμαρτίας ακολούθησε. Γιατί αυτό ήταν το σεξ για αυτόν- κάτι βρώμικο και προσβλητικό, κάτι απαγορευμένο, κάτι σαν το μήλο της Εύας. Τα χάπια στο τραπέζι, που περίμεναν καρτερικά να λεηλατήσουν το στόμα που η Αυγή φιλούσε, ήταν το αντίδοτο στο μήλο. Έπρεπε να ξεφύγει και να διαπράξει το μεγαλύτερο αμάρτημα, τον έρωτα (ή όχι;)

Η Αυγή ήταν ποιήτρια- πιο καλή από μένα. Κατάφερα κι έκλεψα μια σελίδα από το ημερολόγιο της. Κρατούσε πάντα ημερολόγια, χαντακωμένα σε ένα κουτί που ποτέ εδώ και 22 χρόνια δεν παρατήρησα τι σχέδια και τι λέξεις ξεκουράζονταν πάνω του. Βρήκα εκείνο το φιλί, βαλσαμωμένο στις λέξεις της. Το παραθέτω:
Σε ρώτησα γιατί πιστεύεις ότι θέλω να σε φιλήσω. Μου είπες «είσαι στο χώρο μου». Σε πλησίασα και σε ρώτησα αν είσαι κι εσύ στον δικό μου χώρο. Είπες ότι είμαστε ο ένας στον χώρο του άλλου. Έμεινα κοντά σου, ένιωθα την ανάσα σου, μα μετακινήθηκα προς τα πίσω λιγάκι. Τώρα είμαστε στα όρια είπες. Μετακινήθηκα μπροστά, πίσω, πιο κοντά… άλλαζα τις αποστάσεις και σε ρωτούσα «τώρα σε ποιανού τον χώρο είμαστε». Μέχρι που έμαθες να σβήνεις τα όρια και να μη χωρίζεις τους χώρους. Μέχρι που έμαθες να λες, ο χώρος μας! Κι αυτή η φράση εκείνο το βράδυ έπαιζε (με) (σ)το μυαλό του: «μ’ένα μποέμ φιλί και μια αργεντίνικη αγκαλιά διψώ για λίγη μέθη».

Εκείνο το βράδυ, η Αυγή έμαθε το πρόβλημα του. Ο ήχος ενός χαλασμένου ρολογιού στο σαλόνι ηχούσε με εκνευριστικά ψυχανγκαστικούς ρυθμούς. Κάθε δευτερόλεπτο και φιλί, και μετά, ησυχία. Όμως η αγάπη ήταν η λύση στο πρόβλημα του κι όχι τα αντικαταθλιπτικά. Έπρεπε, είπε ο ψυχολόγος, να ταυτίσει την έννοια του έρωτα και της αγάπης. Η αγάπη είναι αέρας και γάλα- όπως η πρώτη ανάσα ενός βρέφους και το αγνό μητρικό γάλα που το κρατά ζωντανό και δυνατό.
Μάιος. Χιόνι, χώμα, λάσπες. Το λευκό είχε λερωθεί- κι ο Φάνης δεν άντεχε τους λεκέδες. Έπρεπε να φύγει μακριά της. Έκανε αίτηση για μεταπτυχιακό στο Παρίσι..

Η πόλη τους.
Γύρισαν από το σινεμά. Midnight in Paris. Η Αυγή λάτρευε τον Woody Allen κι ο Φάνης λάτρευε το Παρίσι. Περπάτησαν μαζί, στην μαγεμένη πόλη, κάτω από τη βροχή. Όχι οι ήρωες της ταινίας, όχι στο Παρίσι- οι δικοί μου ήρωες, στην πλατεία Αριστοτέλους. Όταν μπήκαν στο σπίτι, ήταν βρεγμένοι. Η Αυγή έβγαλε τα παπούτσια της, μόνη. Ο Φάνης βγήκε στο μπαλκόνι, να καπνίσει, μόνος. Το ραδιόφωνο να παίζει ένα blues κομμάτι χαμηλόφωνα (όχι δεν είναι background music, όπως στις ταινίες,) η Αυγή το άνοιξε και έκατσε στην αριστοκρατική ξύλινη καρέκλα με τα σκαλισμένα τριαντάφυλλα. Ήθελε να την αγγίξει με τα χέρια του, που αυτή λάτρευε, κι ας ήταν σκισμένα και γδαρμένα από τη δύναμη του νερού- όχι από το νερό- από τις σκέψεις του. Η Αυγή ήθελε να την αγγίξει… στη ματωμένη της ψυχή, όπως την άγγιξε η ποίηση- αυτή, βλέπεις- δεν φοβάται το αίμα- όρμησε στο ημερολόγιο της:
Αν ήξερα πόσο πονούσες, θα αγκάλιαζα ευχαρίστως όλες τις σκέψεις σου και θα τις πετούσα με μανία από το παράθυρο. Όμως εσύ κλειδώνεις τα πάντα 21, 23, 27 φόρες.

ΤΈΛΟΣ (;)
«Μ’ αγαπάς;», ρώτησε η Αυγή καθώς απομακρυνόταν.
«Ίσως»
Μακάρι να μπορούσα να γράψω μέσα από τη ψυχή του, ή έστω να έπιανα μια γωνιά στο μυαλό του, να έκανα λίγο χώρο, να άπλωνα τα βιβλία και τις αναλύσεις δίπλα σ’ένα πινέλο κι έναν πίνακα που ποτέ δεν γνωρίστηκαν μεταξύ τους και να έγραφα με τα δικά του μάτια. Ίσως σ’ ένα άλλο ταξίδι.
Ίσως!;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Κι ήθελα να ρωτήσω τι απαντάς
Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία
Ή μια κόκκινη ανάσα
Δυο λόγια μπλε
Ή ένα νεογέννητο χαμόγελο
Ένα παραλήρημα- που συχνά κάνω πρόβα
Ή μια αλήθεια- που μόλις άρχισα να ζω
Κ ήθελα να ρωτήσω τι φαντάστηκες
Ένα καλοπλεγμένο ποίημα
Ή δύο εκστατικές βροχές
Ένα απρόσωπο άγγιγμα στο πρόσωπο
Ή δυο ξεχασμένες νότες στα χείλη
Μια σιωπηρή ηχώ
Ή δυο μελωδίες νοσταλγίας
Δυο γνώριμες λέξεις στο χαρτί
Ή εμένα- που δεν γνώρισες ποτέ
Κι ήθελα να ρωτήσω τι φοβάσαι
Μια Πέμπτη βράδυ
ή δύο κόκκους άμμου- σ’ ένα κύμα
ένα ιπτάμενο αμάξι
ή δυο αγώνες-που τρέμουν το φρένο
ένα θάνατο ιδρωμένο
ή δυο κορμιά χαραγμένα
δυο χέρια, μια πόρτα, ένα αντίο.
Πορεία. Βιολί. Φώτα. Λυγμός
Ποτά. Καπνός. Φωνές. Οργασμός.
Πάθος. Ζήτησα πάθος.
Και δε ρώτησα
και δε φαντάστηκα
και δε φοβήθηκα
Γιατί πάντα απαντάω στα άπαντα
Και φαντάζομαι φαντάσματα
που φοβούνται το φόβο
Απόψε- ένα ερωτικό παραλήρημα!


[ΠΗΓΗ: Σοφία Αυγερίδου Εισαγωγή στους ψυχαναγκασμούς του Έρωτα, BIBLIOTHEQUE: Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη - artwork : Michalis Kotsaris]

Η ΜΙΑ ΩΡΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΚΕΝΗ ΜΟΛΙΣ ΠΕΡΑΣΕ. ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΨΤΕ ΜΕ, ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΘΟΛΟΥ ΚΕΝΗ-ΤΕΛΙΚΑ:

Έχω μόνο μια ώρα- κενή. Ψέμα. Μέγα ψ-αίμα. Έχω πολλές ώρες κενές αλλά δεν επιτρέπεται να σκέφτομαι- έτσι. Πρέπει να φαίνομαι σαν όλους τους άλλους-να δουλεύω- να τρώω και να κοιμάμαι. Δεν επιτρέπεται να σκεφτώ, να γράψω. Στοπ. Πρέπει να διορθώσω κάτι γραπτά. Και συνεχίζω. Έχω μια ώρα κενή. Πρέπει τώρα να γράψω… Στοπ. Πρέπει να ταΐσω το χρυσόψαρο μου, τον Fin. Μα ναι, πως δεν το σκέφτηκα νωρίτερα, σήμερα θα σας μιλήσω για τον Fin. [Σοφία Αυγερίδου, Αυτά δεν ζουν πολύ – ART by mehmet turgut]


Βγαίνω από το γυμναστήριο, πρέπει να μπω στο αμάξι, φυσικά- να μην περπατήσουμε- μάθαμε- γυμναστική στην αίθουσα και μετά στο κάθισμα του οδηγού. Πάω για βενζίνη. Κενό (ρεζερβουάρ). Κενή η ζωή μου. Κενό στο βλέμμα μου, μέχρι που το κενό (το τελευταίο) το καλύπτει το pet shop, εκεί απέναντι.

Μπαίνω μέσα. Αυτό, θέλω! (με κοίταζε με ανοιχτό το στόμα-δεν ήταν ο πρώτος, σκέφτηκα, μα ήταν αυτός που τα έλεγε καλύτερα). Είχε όμορφα χρυσαφένια πτερύγια κι ένα στόμα- συνέχεια μιλούσε, κάτω από το νερό (μάλλον πρέπει να πω-οκ, να γράψω, μέσα στο νερό). Και μικρές φυσαλίδες οξυγόνου να έρχονται προς τα εμένα. Φοβόμουν πολύ να τον κρατήσω στο σακουλάκι που μου τον έδωσαν. Μα σε σακούλα! Λέω στο χοντρό κύριο του
pet shop «μα είναι κρίμα». Η απάντηση του «μα είναι ψάρι, σιγά!». Μετά η διαδικασία της φροντίδας, άρχισε ο αναίσθητος την περιγραφή. Θα τρώει μια φορά τη μέρα, θα του αλλάζεις νερό 2 φορές την εβδομάδα! (θαρρείς κι αυτό είναι φροντίδα! Πότε θα φας, πότε θα κάνεις μπάνιο).

Στοπ. Μπάνιο; Αμάν! Πρέπει να μπω για μπάνιο. Έχω μια ώρα κενή.
Επέστρεψα. Πήρα, λοιπόν, το ψάρι μου (όπως αυτός το αποκάλεσε- για’ μένα ήταν πια ο Fin!)και πριν φύγω μαζί με τη γυάλα που μου έδωσε, ρώτησα «μα είναι μικρή η γυάλα, να μην του πάρω πιο μεγάλη ή πετρούλες ή κάτι να έχει να ασχολείται; Θα βαριέται». «Ψάρι είναι» απάντησε, σχεδόν θυμωμένος, «τα ψάρια δεν βαριούνται. Επίσης, ό,τι κι αν κάνεις, αυτά δεν ζουν πολύ, να ξέρεις”.
Μπαίνοντας στο αμάξι, ο βενζινάς - ένας μικροκαμωμένος άντρας γύρω στα 30, το είδε και μου είπε «α, πήρες ψάρι!»  (Μα δεν είναι ψάρι!! Ήθελα να του φωνάξω, είναι χρυσόψαρο, είναι ο Fin! Είναι αυτός που θα φροντίζω) Μα δεν είπα τίποτα, τελικά. Αυτός συνέχισε «αυτά δεν ζουν πολύ». Γύρισα επιδεικτικά την πλάτη μου και έφυγα.

Στοπ. πρέπει να φύγω, πρέπει να βάλω βενζίνη. Έχω μια ώρα κενή.
Και πάλι πίσω, τώρα με βρίσκετε στο ασανσέρ για το σπίτι. Μπαίνοντας στο ασανσέρ, μια γυναίκα γύρω στα 50- με ρυτίδες [που μάλλον πήρε τις ρυτίδες της και πήγε να (τις) σιδερώσει μαζί και με την γειτόνισσα του 3ου μου λέει με ύφος μνησίκακο και χαιρέκακο «α, πήρες ψάρι, αυτά δεν ζουν πολύ, πεθαίνουν νωρίς». Δεν της απάντησα, τι να της πω: ότι δεν ήταν ψάρι; ότι δεν θα πεθάνει νωρίς - δεν θα με πίστευε, ότι θα τον φρόντιζα; ότι πήρα «ψάρι» για να μου καλύψει το κενό;
Κατέβηκα, στον 2ο .

Έβαλα μουσική, καθάρισα καλά τη γυάλα του Fin, του μίλησα, τον έβγαλα φωτογραφίες (μάλλον γιατί όλοι αυτοί με έκαναν να φοβηθώ πως όντως αυτά δεν ζουν πολύ) και καθίσαμε μαζί να κοιταζόμαστε κι αυτός να μου απαντά με τις φυσαλίδες του και το γρήγορο κούνημα με τα πτερύγια του. Χορέψαμε και τον φρόντισα… όπως εγώ ήξερα.
Στοπ. Η μια ώρα που είχα κενή μόλις πέρασε. Και πιστέψτε με, δεν ήταν καθόλου κενή- τελικά!
Πάω να μιλήσω στον Fin άλλη μια ώρα- ας περιμένει λίγο η ζωή.

Fish or Fin-ish!

[ΠΗΓΗ: Σοφία Αυγερίδου, Αυτά δεν ζουν πολύ – πρώτη ανάρτηση στην Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη – artwork: Mehmet Turgut]

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

ΘΕΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ: ένας καινούργιος τρόπος να βλέπω τον κόσμο

Ξύπνησα από κάτι που δεν ήταν όνειρο, γιατί τα ξέρω τα όνειρά μου, τα καταλαβαίνω αμέσως… Σαν άρρωστα έρχονται κοντά μου τη νύχτα, τα Όνειρα, και μου λένε τραγουδιστά το παράπονό τους. Μου αφηγούνται μια καινούργια ιστορία, που τελειώνει ακριβώς όπως και η προηγούμενη. Προφασίζονται ότι είναι οι πρωταγωνιστές, αλλά επιθυμούν να τα απαλλάξω από αυτήν… Δεν μπορεί να είναι όνειρο. Τα ξέρω τα όνειρά μου. Με κάθε χρόνο που περνάει, μοιάζουν όλο και περισσότερο. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Χάρις που μου δόθηκε. Ένας εντελώς καινούργιος τρόπος ν’ αντιμετωπίζω τον κόσμο, σαν σκηνή που η οθόνη του είναι το δέρμα μου, καλά τεντωμένο πάνω στο σώμα μου. Και είμαι δεμένος ανάσκελα σαν τον Γκιούλιβερ. Γυμνός τα αποκαλύπτω όλα [Jan Henrik Swan, ART by Mummenschanz When silence speaks louder than words]


Κι αν την τοποθετούν, την Ιστορία, σε τόπους που δεν επισκέφτηκα ποτέ, κι αν δεν με γνωρίσουν, τα όνειρά μου εμένα αφορούν, την αγιάτρευτη περηφάνια μου που είναι στο επίκεντρο… Βλέπω  και ακούω τις λέξεις που μου πήραν, τα πρόσωπα που στράφηκαν εναντίον μου. Ανοίγω το στόμα και η γλώσσα επιστρέφει σαν πουλί στη φωλιά του, το γλωσσίδι στο κουδούνι. Με τυραννούν να νιώσω χαρά. Τώρα όμως ξύπνησα από κάτι άλλο.
Δεν μπορεί να είναι όνειρο. Τα ξέρω τα όνειρά μου. Με κάθε χρόνο που περνάει, μοιάζουν όλο και περισσότερο. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Χάρις που μου δόθηκε. Ένας εντελώς καινούργιος τρόπος ν’ αντιμετωπίζω τον κόσμο, σαν σκηνή που η οθόνη του είναι το δέρμα μου, καλά τεντωμένο πάνω στο σώμα μου. Και είμαι δεμένος ανάσκελα σαν τον Γκιούλιβερ. Γυμνός τα αποκαλύπτω όλα.

Δεν ξέρω αν θέλω να υπεραίρομαι. Δεν ξέρω αν θέλω να πω πως εγώ, που το μόνο που έκανα στη ζωή μου ήταν να αναζητώ το δρόμο μου, γνωρίζω πιο πολλά για τη ζωή από ό,τι οι άλλοι. Πού στηρίζεται αυτό το επιχείρημα; Ποιον ωφελεί; Καλύτερα να γελάς και να είσαι αδαής.

«Ἐάν γάρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐ ἔσομαι ἄφρων, ἀλήθειαν γάρ ἐρῶ. Φείδομαι δέ, μή τις ἐμέ λογίσηται ὑπέρ ὁ βλέπει μ ἤ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ.» Και για το όνειρο που πρέπει να ήταν κάτι διαφορετικό «δι ὁ ἵνα μή ὑπεραίρομαι, ἐδόθη οἱ σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος γλυκύς, ἵνα με κολαφίζῃ, ἵνα μή ὑπεραίρομαι. Ὑπέρ τούτου τρίς τριάντα τρεις φορές αυτόν παρακάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ' ἐμοῦ. Καί εἴρηκέν μοι, Ἀρκεῖ σοι ἡ Ἀγάπη μου, Τρεις όχι! Τριάντα τρεις φορές παρακάλεσα τον άγγελο να έρθει, και στην αδυναμία και στην στεναχώρια μου η γλώσσα μου επέστεψε σε μένα σαν πουλί στη φωλιά, σαν το μέλος στον ευνούχο…

Δεν ξύπνησα από όνειρο. Η σταγόνα του αίματος κρέμεται από τον σκόλοπα. Ο πόνος διαπερνά γλυκά τη σάρκα μου. Το ράμφος μου τρυπά το πλευρό. Οι τσουκνίδες που με ραπίζουν αποκαλύπτουν πάνω στην κοιλιά το σχήμα του έρπητα ζωστήρα. Δεν έχω τίποτα για να αντισταθώ, νιώθω ωστόσο τη δύναμη να αυξάνει εντός μου.

Ἀπορούμενοι ἀλλά οὐ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλά οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλά οὐκ απολλυμένοι. Ὅταν γάρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμί.  

Οι λέξεις που έντυσαν την εικόνα του Ποιήματος είναι από την Ιστορία του Jan Henrik Swan που σε μετάφραση Μαργαρίτας Μέλμπεργκ δημοσιεύτηκε στο 94ο τεύχος του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ –– για την αντιγραφή Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων… OTAN ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ γίνουν αρουραίοι… και τα ΨΑΡΙΑ πηδήξουν έξω απ’ το νερό, θα ’ναι η ΚΟΛΑΣΗ που κανείς δεν προφήτεψε ως τώρα:

Θα ’ρθει μια μέρα που τα δένδρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα και οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δένδρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουν τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουνε μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει… Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Το μικρό ψάρι τρώει το μικρότερο. Το μικρότερο τρώει το ελάχιστο και το ελάχιστο κάποτε τρώει το μεγάλο, νεκρό!.. Όπως πηδούν τα ψάρια έξω απ’ το δίχτυ του ψαρά – ασημένιες λάμψεις μες στο σκοτάδι- έτσι πηδάει κι η ψυχή μου, μια ζωή, έξω απ’ το δίχτυ το θανάσιμο της λογικής και ξαναπέφτει, αστραφτερή κι ελεύθερη, στη θάλασσα της τρέλας!!!  [επιλογές από τις ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ του Αργύρη Χιόνη που περιέχονται στη συλλογή του ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983, ART by Frederico Hurtando και άλλες λεκτικές προφητείες με ΚΛΙΚ εδώ]



ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΙΝΟΥΝ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ:
Θα ’ρθει μια μέρα που οι άνθρωποι θα ’χουν ανασάνει όλο το οξυγόνο, θα ’χουνε φάει όλους τους καρπούς της γης, θα ’χουνε δει όλο το φως. Θα σκάψουν τότε μεγάλες στοές μες στο χώμα και θα οικοδομήσουν υποχθόνιες πολιτείες. Εκεί, σερνάμενοι και τυφλοί, θα γεννιόνται και θα πεθαίνουν μες στον τάφο τους. Η εποχή αυτή θα ονομαστεί Εποχή του Αρουραίου Ανθρώπου, ή του Άχθεος Αρούρης.

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΑ ΣΕΡΝΟΝΤΑΙ ΣΥΡΙΖΟΝΤΑΣ
Θα 'ρθει μια μέρα που απ' την πολλή απουσία αγάπης θα παγώσει το αίμα των ανθρώπων κι οι γλώσσες τους, μοιρασμένες στην αλήθεια και το ψέμα, διχαλωτές θα γίνουν σαν τις γλώσσες των φιδιών κι απ το πολύ να ξεγλιστρούν απ τη δικαιοσύνη, φολιδωτά θα γίνουν τα κορμιά τους. Θα σέρνονται τότε συρίζοντας τη σιωπή της ψυχής τους κι από το ίδιο το φαρμάκι τους φαρμακωμένοι θα πεθαίνουν.

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΑ ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΖΟΝΤΑΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥΣ:
Θα ’ρθει μια μέρα που οι άνθρωποι θα μισήσουν τόσο τον εαυτό τους, ώστε θα σφίγγουν με τα χέρια το λαιμό τους και θα στραγγαλίζονται μοναχοί τους. Λίγο πριν απ’ το τέλος, θα παραλύουν και θα λύνονται τα χέρια τους. Θα συνέρχονται και θα ξαναρχίζουν. Αυτό θα γίνεται επ’ άπειρον και θα ’ναι η κόλαση που κανείς δεν προφήτεψε ως τώρα.

ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΑΚΟΥΕΙ, ΟΥΤΕ ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΑ ΙΔΙΑ:
Ανοίγουνε τα στόματά τους κι η μουσική που πάει να βγει επιστρέφει μέσα τους, σπρωγμένη απ’ το νερό. Τα ψάρια καταπίνουν το τραγούδι τους αδιάκοπα. Η κοιλιά τους είναι ένας κλειστός, μουσικός θάλαμος. Γι’ αυτό κι όταν τσιμπούν τ’ αγκίστρι δεν είναι από λαιμαργία, όπως πιστεύουνε οι άνθρωποι, αλλά γιατί ελπίζουν ότι θα μπορέσει ν’ ακουστεί, επιτέλους, η φωνή τους έξω απ’ το νερό. Αντί γι’ αυτό πεθαίνουν από ασφυξία, σπαρταρώντας. Για όσους όμως ξέρουν, για τους πιο αγνούς ψαράδες, ετούτο το σπαρτάρισμά τους είναι γεμάτο μουσική!

ΤΑ ΖΩΑ ΜΕ ΔΕΧΟΝΤΑΙ, ΕΧΟΥΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΖΕΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΙΜΑ:
Την ίδια ανάγκη για στοργή και αφοσίωση. Τα ψάρια όμως; Πώς να εισχωρήσω στον κόσμο τους, αυτό το ρευστό, κρύο κρύσταλλο; Αδύνατο να τα ξεγελάσω, παριστάνοντας το αμφίβιο μ’ αυτή τη μάσκα και τούτον το σωλήνα, λώρο που με δένει με τον έξω κόσμο, τον δικό μου. Δεν γίνεσαι ψάρι μόνο επειδή έμαθες να κολυμπάς!


 [ΠΗΓΗ: Αργύρης Χιόνης, Προφητείες και Ψάρια από τη συλλογή ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983 -  ARTWORK: Frederico Hurtando]

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ: «Δεν θα γινόταν άραγε να δίναμε ραντεβού στο παρελθόν;»

Δυο φορές η μάνα μου αντέδρασε σαν υστερική. Γιατί ήτανε πάντα ψύχραιμη και μετρημένη. Και τις δυο φορές για τον ίδιο λόγο, αν και το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των εκρήξεών της, φαίνεται αρκετά μεγάλο. Ήμουνα πεντέμιση χρόνων την πρώτη φορά και κόντευα να φτάσω στα οχτώ την τελευταία. Η αιτία, όπως είπα, η ίδια. Ένα έντομο. Λίγο πιο μεγάλο από σφήκα, με παράξενα κόκκινα μάτια, στο χρώμα του κονιάκ. «Το σερσέγκι», ξεφώνισε πανικόβλητη. Δεν έδωσα σημασία και την αγνόησα. Εντύπωση όμως μου ’κανε το γεγονός πως αργότερα, και σε στιγμές ανύποπτες, παρατήρησα κι άλλες μανάδες να αντιδρούν εξίσου παράλογα, με παρόμοιο πανικό, στη θέα εκείνου του εντόμου. Το συμβάν, ωστόσο, το θεώρησα ασήμαντο, και το έσβησα από τη μνήμη μου. Το ξέχασα [Ανδρέας Μήτσου, Ο Κήπος με τις Πυγολαμπίδες, μια από τις 70 ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ, που αναρτήθηκαν στο ηλεκτρονικό περιοδικό FRACTAL Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ:  70 έλληνες και ξένοι συγγραφείς γράφουν μελλοντικές ιστορίες – ART by W.G. Sebald Αούστερλιτς]




Αμέτρητες είναι οι θύμησες της παιδικής ηλικίας. Άλλες σκεπάζονται, θάβονται πρόχειρα και βιαστικά, κι άλλες έρχονται σαν αναπάντεχοι συγγενείς, χρόνια ξενιτεμένοι. Από αυτή, την παιδική μου πάντως ηλικία, ένα δεν ξέχασα: το θάνατο της Ερμιόνης. Ήταν η μόνη φορά που έμεινα έκθαμβος στη ζωή μου. Η πρώτη μου επαφή με το ανεξήγητο, και η συμφιλίωση έκτοτε μαζί του ως φυσιολογική, ως αναπότρεπτη, θέλω να πω, κατάσταση.
Γιατί το πτώμα της Ερμιόνης έδειχνε τεράστιο, πάνω από διακόσια κιλά. Η ίδια όμως δεν έφτανε στα εξήντα, όταν ήταν ζωντανή. «Μαμά, όσοι πεθαίνουν, έτσι πρήζονται;» τη ρώτησα. «Έτσι», μου απάντησε κοφτά.
Την κουβαλούσανε πολλοί άντρες την Ερμιόνη. Δέκα άντρες κάτω από το φέρετρο. Τα ποδάρια της ήτανε σαν χοντρές κολόνες. Τα μάτια της, ωσάν αυγά χήνας. Εγώ πολύ μικρός, αλλά τη θυμάμαι καλά την κηδεία της.
Μεγαλώνοντας, φοιτητής πια, είδα το έντομο ξανά στο ποτήρι του λαδιού, αυτή τη φορά, στο ψηλό εικονοστάσι, στο υπνοδωμάτιο των γονιών μου. Πήρε τη σκούπα η μάνα μου και το σούβλιζε. Τελικά το γκρέμισε κάτω το ξύλινο εικονοστάσι. Έσκασε με πάταγο στο πάτωμα και διαλύθηκε. Πνίγηκε το έντομο μέσα στο λάδι. Αυτή το χτύπαγε από πάνω, ώσπου το έλιωσε.

Μόνο τα παράξενα κόκκινα μάτια του μέναν αλώβητα, λες κι ήτανε από κάποιο υλικό, άτρωτο. Το ένα στη μια μεριά του πατώματος, το άλλο στην άλλη άκρη του. Τα μάζεψε η μάνα μου εκείνα τα μάτια μ’ ένα κουτάλι και πήγε και τα έχωσε στον κήπο. Έδειχνε απίθανα σοβαρή κι απόμακρη, σχεδόν τελετουργική, ενώ έσκαβε.
«Έλα εδώ, ρε μάνα», τη μάλωσα μόλις επέστρεψε στο σπίτι. «Εσύ σε παλαβομάρες δεν μ’ έχει συνηθίσει. Μίλησέ μου, εξήγησέ μου».
«Ετούτο, σκότωσε την Ερμιόνη», μου αποκάλυψε.
Μίλησε τόσο σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά, που μόλις την άκουσα. Πώς αναφέρονται στα παραμύθια σε κατάρες και σε άλλα παραφυσικά φαινόμενα, ένα τέτοιο φοβισμένο ύφος είχε η μάνα μου.
«Δεν θα μου πεις τίποτε άλλο;» τη ρώτησα ενοχλημένος.
«Κάτι περισσότερο;»
«Τίποτε», είπε.

Ήταν τόσο σοβαρή, που εγώ αναγκάστηκα να σωπάσω. Η ίδια με είχε μάθει εξάλλου, να σέβομαι τις παραξενιές του κάθε ανθρώπου. Πως είναι ό,τι πολυτιμότερο κουβαλάει κανείς.
Από τότε, συχνά έβλεπα να γεμίζει το χωριό τέτοια έντομα. Έβλεπα, πως τσιμπάγανε τα γελάδια και τα πρόβατα. Πρήζονταν αυτά αμέσως, γίνονταν τεράστια. Φανταζόμουν ακόμα, ότι μετά τα ζώα, τα έντομα άρχισαν να τσιμπούν και τους κατοίκους του χωριού. Αυτοί φορούσαν συρμάτινες μάσκες, τσόχες στο πρόσωπο, όπως οι μελισσοκόμοι, και σ’ ολόκληρο το κορμί τους, για να προφυλαχτούν. Κι ότι αναγκάστηκαν μια μέρα να μεταναστεύσουν σε πομπή μεγάλη. Να εγκαταλείψουν το χωριό.
Τοποθετούσα την φαντασίωσή μου σε χρόνους ακαθόριστους, δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν στο σκοτεινό παρελθόν που πορεύονταν ομαδικά εκείνοι οι άνθρωποι, ή φεύγανε κυνηγημένοι σ’ ένα χρόνο μακρινό και μελλοντικό, για να γλυτώσουν το θανατηφόρο τσίμπημα και να σωθούν.

Περπατούσαν όλοι, σιωπηλοί, σχηματίζοντας μιαν ατέλειωτη γραμμή, ανάμεσα σε αφύσικα φουσκωμένα πτώματα σκύλων, αλόγων και μαύρων γουρουνιών, και σε γιγαντιαία νεκρά κορμιά γέρων, ή νεότερων, αντρών και γυναικών. Περνούσαν δρασκελώντας, ακόμα και πάνω από τυμπανιαία σώματα βρεφών.
Μπροστά μπροστά στην πομπή πήγαινε η μάνα μου, αυτή οδηγούσε προς τον νέο τόπο. Ωσάν προφήτης, σαν τον Μωυσή στη Γη της Επαγγελίας. Προπορευότανε, γύριζε και μου έκανε νεύμα, χειρονομία μεγάλη, με παρακινούσε να προχωρήσω, και να μην αργώ. Εγώ ασφυκτιούσα μέσα από την συρμάτινη μάσκα. Αλλά πιο πολύ μου έκοβε τα πόδια η λύπη, ότι αφήνω για πάντα το χωριό.
Κλείνω τα μάτια, συνήθως το σούρουπο, ηλικιωμένος άντρας σήμερα πια, όπως δικαίως θα έλεγε κανείς, και το ακούω, ευδιάκριτα, εκείνο το βουητό του φοβερού εντόμου. Όλο να πλησιάζει. Σχεδόν ξεχωρίζω στο σκοτάδι τα κόκκινα, σαν κονιάκ μάτια του.
«Μας βρήκε πάλι το σερσέγκι, αναστενάζω. Μας ακολούθησε. Άδικα τρέχαμε».

Τότε, πάω και συναντώ τη μάνα μου. Πρέπει να της ζητήσω εξηγήσεις. Να μου δώσει λόγο. Μου φέρνει καφέ στον κήπο και κάθεται κι αυτή μαζί μου. Δε μιλάει. Αχνίζει ατέλειωτα μια πολύ ψιλή γραμμή καπνού πάνω από το φλυντζάνι μου. Ένα ελάχιστο συννεφάκι έρχεται και μένει ακίνητο ανάμεσά μας. Σ’ αυτό το σύννεφο εγώ τρυπώνω. Χώνομαι μέσα και κρύβομαι.
Τα καλά μας χρόνια, βρίσκονται πίσω μας. Εκεί, στέκονται και μας περιμένουν. Για ένα ζεστό καφέ μες στην απόλυτη ασφάλεια του κήπου. Ευωδιάζει ο παλιός χρόνος. Απλώνεται το άρωμά του και φτάνει ως εμάς, μας τυλίγει. Έτσι γεμίζει το σήμερα, από το χτες. Έτσι «γίνεται». Ωριμάζει σαν τον καρπό. Γιατί υπάρχει μόνο το παρελθόν. Το μέλλον αφορά πάντα στους άλλους.
Λοιπόν, μέσα στον κήπο, πλάι στο βαθύ πηγάδι, φυτρώνει η παλιά ιστορία μου. Η νέα προοπτική μου. Σούρουπο, και γεμίζει το χώμα μάτια. Είναι πυγολαμπίδες, δεν είναι τίποτε άλλο. Γουργουρίζουν τα πουλιά πάνω στα δέντρα, καθώς κουρνιάζουν, βουίζουν αμέτρητα έντομα γύρω μου. Δεν νοιάζομαι να ξεχωρίσω τους ήχους.
Σαν χέλι, μέσα από τη λάσπη, τεντώνω το κεφάλι και επισκοπώ, περίεργος, τον μελλοντικό κόσμο μου.


ΠΗΓΗ: Ανδρέας Μήτσου: Έχει σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία, ελληνική φιλολογία και είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Έχει δημοσιεύσει κείμενα δοκιμιακού λόγου καθώς και κριτική λογοτεχνίας στις εφημερίδες «Το Βήμα», «Εξουσία», «Καθημερινή» και στα περιοδικά «Αντί», «Ίνδικτος», «Διαβάζω», «Ελίτροχος». Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Έχει εκδώσει επτά συλλογές διηγημάτων, τέσσερα μυθιστορήματα και μία νουβέλα. Το μυθιστόρημα του «Τα ανίσχυρα -ψεύδη» του Ορέστη Χαλκιόπουλου τιμήθηκε το 1996 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Η συλλογή διηγημάτων του «Σφήκες» απέσπασε το Βραβείο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2002. Το 2007 η νουβέλα του «Ο κύριος Επισκοπάκης» τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών (ΕΚΕΒΙ – ΕΡΤ), ενώ την επόμενη χρονιά διασκευάστηκε για το θέατρο από τον ίδιο τον συγγραφέα και ανέβηκε στο «104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης» σε σκηνοθεσία του Στέλιου Μάινα. Έργα του έχουν ανθολογηθεί και μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. 

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

ΘΑ ΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΑΙ ΣΕ ΣΕΝΑ, απορριπτική παραλήπτρια, και θα σε φαντάζομαι με την αποδοκιμασία στα μάτια προτρεπτική να με σπρώχνεις:

Το μέλλον το δικό σου δεν έχει βέβαια να κάμει με το δικό μου σημειωτόν: μόνον λοιπόν ο Οιδίποδας δεν άντεξε, προνόμιο του ανθρώπου να συνηθίζει και να ανέχεται, χάρισμά του η αθωότητα και αρχίζω μόλις να καταλαβαίνω ότι γίνομαι ήρωας σε βιβλίο, ας μην είμαι σκωπτικός αυτή τη νύχτα του Ιωάννου του Προδρόμου, με την κρυάδα του λευκού ως την ψυχή μου, ο τόσος σαρκασμός θα μπορούσε να θεωρηθεί οίηση και ο μύθος του Οιδίποδα σ’ ένα βιβλίο ελληνικό θα ήταν παράταιρος… Άλλη η νύχτα που αρχίζω να γράφω κι άλλη η η πρώτη νύχτα της ιστορίας μου… [Μάρω Δούκα, ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΤΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος 1990 –ART by Strempler and madeleine]

 «…Τούτη λοιπόν την έπαρση του ανθρώπου που φιλοδοξεί να μιλήσει για την εποχή του μέσα από πρόσωπα φανταστικά προσπάθησα να αναπαραστήσω… Θέλησα επίσης να περιγράψω την εξακτίνωση της συνείδησής του σε συνειδήσεις ξένες, επινοημένες και την ακούσια παράδοσή του στους μαγικούς και εύθραυστους καθρέφτες των ψευδαισθήσεων της κοινωνίας που τον περιβάλλει» Η Μαρω Δούκα, προκειμένου να δώσει και τις δυο όψεις της νεοελληνική πραγματικότητας, τη μικροαστική και τη «λαϊκή», κάνει μια πολύ έξυπνη επινόηση: με τη μορφή του εσωτερικού μονόλογου ο αφηγητής, μέσα από ένα ακατάσχετο χείμαρρο ελεύθερων συνειρμών, απευθύνεται σε μια Ηώ κρατίστη (αποδέκτη της αφήγησης), εκθέτοντας έτσι τα τυπικά προβλήματα του νεοέλληνα μικροαστού…

Πλατεία Καϊρου (αποσπάσματα από το 1ο κεφάλαιο του βιβλίου της Μάρως Δούκα ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΤΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος 1990)

Αν ήμουν θαυματοποιός θα έριχνα διαμιάς την ιστορία μου στο χαρτί, καταχείμωνο, αλλά δεν είμαι παρά το άθυρμα και πρέπει, Ηώ κρατίστη, ψύλλων πηδήματα διαμετρών, όλα τα πρόσωπα να τα συνθέσω μεθοδικά, ακόμη κι εσένα, ακόμα και τον εαυτό μου που θα γράφει – πέρσι που σαν να είχαν βουλώσει οι υπόνομοι, μες στα σκατόνερα, με όνειρα, όπου εμπλέκονταν οι αρχηγοί, οι πουτανιές και τα τρισάγια, πίστεψέ με, αν ήμουν αμπελουργός θα σου έφτιαχνα γλυκό κρασί για να μεθύσουμε, αλλά ένας δικηγοράκος είμαι μόνο, να είχαμε την Ίμβρο και την Τένεδο, να είχαμε τη Βασιλεύουσα, σαν ρόδου και λιβανιού αρώματα, ρωτιέμαι ακατάπαυστα για τη φυλή, το πεπρωμένο της, μελανωμένος, γέμισαν, φράκαραν οι δρόμοι, έπειτα από δέκα χρόνια θα είναι των κατσαρίδων και των αρουραίων, να με φαντάζεσαι μες στον καπνό που αιωρείται χωρίς διέξοδο στο δωμάτιο, ξεπαγιασμένο, διότι έχει σβήσει απ’ ώρα το καλοριφέρ, σκυφτό στα χαρτιά μου, γράφω και μουντζουρώνω, δεν έχω σιγουριά ούτε έμπνευση, απλώς το πείσμα μου για το χειμώνα που μας πέρασε, τον άνυδρο, και ο τωρινός πολύ χειρότερος, αμνήμονες, Ηώ, ούτε δεκαετίες να μας χώριζαν, αλλά δεν μας χωρίζουν παρά μήνες…

Ακόμη να με φαντάζεσαι πελαγωμένο, με ανοιχτό στόμα, άλαλο, πιστό σ’ όσα δεν μπόρεσα ν’ αποστηθίσω, ούτε να καταλάβω, φαντάσου με στραμμένο  σ’ όσα δεν φαίνονται, θα είναι νύχτα στην Ομόνοια, η ιστορία μου θ’ αρχίζει σ’ ένα εστιατόριο της κακιάς ώρας, σ’ ένα από αυτά που συχνάζουν επαρχιώτες και φαντάροι, μήνα Δεκέμβριο, παραμονές Χριστουγέννων, άλλη η νύχτα που αρχίζω να γράφω κι άλλη η πρώτη νύχτα της ιστορίας μου, σε σκεφτόμουν τότε και τώρα σε σκέφτομαι, ας συναντιόμαστε σπάνια, στο γραφείο σου αποφεύγω να έρχομαι, δεν έρχομαι καθόλου, έχει ατονήσει η φιλία μας, αλλά προς το παρόν δεν θα ήθελα να εξετάσω τους λόγους, προτιμώ να πιστεύω ότι μας χωρίζει η απόσταση από την Κυψέλη ως το Φάληρο, έτσι σε σκέφτομαι και ομολογώ χωρίς να με πειράζει που δεν σε βλέπω, καλύτερα που δεν σε βλέπω, δύσκολα συμφωνούσαμε.

Όταν πρωτάκουσα τη φωνή σου στον αυτόματο τηλεφωνητή, ας ενοχλήθηκα κάπως, η πολυάσχολη που δεν ευκαιρεί! αμέσως μετά την πρώτη μου αντίδραση να σε ειρωνευτώ, καταχάρηκα, ίσως να με ευνοούσε η διαχωριστική γραμμή που επέβαλες, ακόμη και παρά τη θέλησή σου αυτός ο κύριος τηλεφωνητής θα ήταν ο ανεπηρέαστος παραλήπτης των μηνυμάτων μου, τώρα πια θα έπρεπε να υποστείς τη δική μου συχνότητα επικοινωνίας, εγώ θα μπορούσα να χαθώ για μέρες, εσύ όχι, εφόσον θα σου άφηνα μήνυμα, θα σ’ έτρωγε η περιέργεια να μάθεις τι σε θέλω, σου έχω αφήσει όμως άπειρα μηνύματα αναπάντητα, τα σβήνεις, ξέρεις να σβήνεις και να προσπερνάς, Ηώ κρατίστη, το μέλλον το δικό σου δεν έχει βέβαια να κάνει με το δικό μου σημειωτόν, εσύ ακόμη και από τους καθηγητές μας ζητούσες έξαλλη το λόγο για το εννιάρι που σου έβαλαν, άλλος ο αέρας δικός σου και άλλες οι δικές μου πλάτες, εσύ, όπου κι αν ήσουν, πρώτη θα ’σουν, γι’ αυτό λοιπόν σε προκαλώ να με φαντάζεσαι ξεπαγιασμένο μες στην κάπνα, εσύ και πάνω στο μπαλκόνι θα μπορούσες να σταθείς και λόγο να εκφωνήσεις θα τολμούσες, από το ίδιο υλικό με τη Μαρία που κοιμάται νωρίς και ξυπνά νωρίς, δεν είμαι ο άνθρωπος που θα ’βγαινε να διατυμπανίσει τα καλά του –κι όπως θα με φαντάζεσαι με τα χαρτιά μου, δες με λαθραίο, πώς θα μιλούσα για τον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο;

Γράφω κρυφά: Ο Αλέξανδρος Παπαδάκος, δικηγόρος και πιστεύει μαχόμενος, στο πλευρό του αδικημένου και του εργαζομένου, παρότι συντηρείται σχεδόν από υποθέσεις διαζυγίων και από μικροδιαφορές που καταλήγουν στα δικαστήρια. Δεν χρειάστηκε ν’ αρχίσει από το τίποτα, βρήκε πολλά τα έτοιμα, έστω κι αν πρόωρος θάνατος της μητέρας του τον έχει σημαδέψει, συχώρα μου την κλίση στους μελλοδραματισμούς, ο Αλέξανδρος Παπαδάκος μεγάλωσε στα χέρια μητριάς. Ευπαρουσίαστος τριαντάρης σήμερα, τριάντα ενός για την ακρίβεια, το 1967 ήταν μόλις οκτώ χρονών, χωρίς αντιστασιακές περγαμηνές λοιπόν, ούτε παπύρους, παλιομοδίτης κάπως, περαστικός και βιαστικός απ’ τα Εξάρχεια, συλλέκτης αναφομοίωτων εμπειριών, παντρεμένος κιόλας, με κόρη σχεδόν δεκαπέντε μηνών, χωρίς μακρύ μαλλί ούτε γένια, με τη γραβάτα του συνήθως διπλωμένη σ’ ένα δερμάτινο χαρτοφύλακα, ευκατάστατος, χωρίς κόμμα, τοποθετημένος κριτικά και ίσως υπεροπτικά απέναντι στο σύνολο, αισθάνεται καλύτερος απ’ άλλους συναδέλφους, πιο έξυπνος, πιο έντιμος, πιο ειλικρινής, σπάνια συναντάς άνθρωπο με αυτογνωσία, αυτοειρωνεύεται, κανένας δεν αναγνωρίζει στα σοβαρά πως είναι βλάκας ή ανέντιμος ή ένοχος, πόσοι τυφλώνονται;

Μόνον ο Οιδίποδας δεν άντεξε, προνόμιο του ανθρώπου να συνηθίζει και να ανέχεται, χάρισμά του η αθωότητα. Όπως λοιπόν εσύ θα με φαντάζεσαι ν’ ακούω τις πεινασμένες γάτες στους σωρούς των σκουπιδιών και να αφουγκράζομαι το αλύχτισμα των σκύλων από τα Τουρκοβούνια, εγώ θα βλέπω ασυγκίνητος τον εαυτό μου, και πέρσι ασυγκίνητος τον έβλεπα, σκυφτό σε κόλλες άγραφες  σ’ ένα δωμάτιο που χωρίζεται με συρόμενη απ’ το καθιστικό, κι έτσι στριμώξαμε τραπεζαρία-σαλόνι σ’ ένα χώρο οχτώ επί πέντε, η πεθερά μου απαρχής κουφόβραζε, ας ετοιμάζει τις υποθέσεις του στη Σόλωνος ο δόχτορας! Αγνόησέ την, εμένα παντρεύτηκες. Μόνον λοιπόν ο Οιδίποδας δεν άντεξε και αρχίζω μόλις να καταλαβαίνω πως γίνομαι ήρωας σε βιβλίο, ας μην είμαι σκωπτικός αυτή τη νύχτα του Ιωάννου του Προδρόμου, με την κρυάδα του λευκού ως την ψυχή μου, ο τόσος σαρκασμός θα μπορούσε να θεωρηθεί οίηση και ο μύθος του Οιδίποδα σ’ ένα βιβλίο ελληνικό θα ήταν παράταιρος, μακριά, Αλέξανδρε, από τις θεωρίες, δεν είσαι και για τα βαθιά, δεν είμαι ο πολυμήχανος, ο άνθρωπος που θα μπορούσε να επιτύχει ή να ξεγελάσει, ακόμη και τις πιο εύκολες, τις ασήμαντες, θα έλεγα, υποθέσεις μου στο δικαστήριο ανά πάσα στιγμή κινδυνεύω να τις χάσω, διαρκώς χάνω στα πρακτικά και στα τρέχοντα, δεν ενδιαφέρομαι, ούτε βαυκαλίζομαι ότι εγώ με τη φωνή ή με τις πράξεις μου θα μπορούσα ν’ αλλάξω τον κόσμο, θα αλλάζει ο κόσμος κι εγώ θα γερνώ, όποιος αρνείται να γεράσει αμαρτάνει.

Αν είχες τελειώσει κάποια σχολή της βόρειας Ιταλίας, την Αρχιτεκτονική ας πούμε, αν ήσουν άνεργος στα μίζερα εκείνα, τα νεοδημοκρατικά χρόνια της Δεξιάς, το ΠΑΣΟΚ, μόλις ανέβαινε στην εξουσία, θα μπορούσε σίγουρα να σε τακτοποιήσει, θα μπορούσε να σε στείλει διπλωματικό ακόλουθο στην Ουγγαρία ή στη Ρουμανία, με εκαντόν τριάντα ή εκατόν σαράντα ή εκατόν πενήντα χιλιάδες μισθό το μήνα, συν το πλιάτσικο, εποχή που ο μισθός του απλού εργαζόμενου δεν ξεπερνούσε τις είκοσι χιλιάδες – έχω απόψεις που κανέναν δεν ενδιαφέρουν, για τις κλαγγές Πασών των Ρωσιών και το διεκδικούμενο οκτάωρο των ανθρακωρύχων στη Σιβηρία, για τα καρφιά και για τις μοιρασιές, από τον Χέγκελ στον Μαρξ και από τον Μαρξ στον Λένιν και από του Τρότσκι το θρυμματισμένο κρανίο στου Στάλιν την κυλισμένη σημαία και από της Ρόζας το κοντύτερο πόδι στα ξυλοπόδαρα του ευρωκομουνισμού και από τον υπαρκτό σοσιαλισμό στο πτώμα του Τσαουσέσκου και από τους σοσιαλδημοκράτες στους σοσιαλφασίστες, πνευστά πολλά, πίπιζες και νταούλια, νάνι σ’ ένα παραμύθι χωρίς τέλος, έπειτα από πενήντα-εξήντα χρόνια, κι ας μην είμαι προφήτης, Νεοέλληνας είμαι, ένας άλλος Τσαουσέσκου θα μιλάει για το καλαμπόκι του λαού κι ένας άλλος Χόνεκερ θα σύρεται από το χειρουργείο στη φυλακή, κι έπειτα από μένα οι λαοί θα θριαμβεύουν και θα σκύβουν το κεφάλι εκκολαπτόμενοι δολοφόνοι, εγώ όμως θα έχω λιώσει, ένας μικρός σωρός θαμπά, πορώδη οστά στους πρόποδες του Υμηττού Κυριακή ψυχρή και ανάποδη. Την μπουκάλα το ουίσκι της αδειάζω σε δυο νύχτες, μια ιστορία περπατάει μέσα μου, οι ιστορίες, θα μου πεις, δεν περπατούν, πες το……………………………..

Κάπως έτσι, με τα εγγονάκια και με το σουβλιστό αρνί στο χωριό κάθε Πάσχα, με το κασετόφωνο στη διαπασών και με το τσάμικο, θα έκλεινε η βιοπάλη του Αντώνη Λύτρα και της Θάλειας, το γένος Μπακλέζου, ώσπου κάτι έγινε. Πώς έφτασαν αυτοί οι άνθρωποι κι έχασαν τη σειρά τους; Πώς κύλησαν στο χαντάκι; -Ηώ κρατίστη, δεν είμαι θαυματοποιός. Έχω μείνει για την αντιβίωση της μικρής, που μοιάζει κάπως, το είπες κι εσύ όταν επιτέλους μας καταδέχτηκες, πέρυσι δεν την είχες ακόμη γνωρίσει κι όποτε τηλεφωνιόμαστε, ρωτούσες πώς είναι και τι κάνει, αχ, πόσο σ’ έχω επιθυμήσει, Άκη, μου λες πάντα, δεν κάνεις την παραμικρή κίνηση για να συναντηθούμε, και ας συνορεύουν σχεδόν τα γραφεία μας, όσο εσύ δεν ευκαιρείς, είμαι κι εγώ πνιγμένος στις υποθέσεις μου. Στις είκοσι επτά Δεκεμβρίου, αν θυμάμαι καλά, και θυμάμαι, πέρυσι, τη μεθεπομένη των Χριστουγέννων, σε είχα δει να έρχεσαι καταπάνω μου, αγέρωχη στα μαύρα, βιαστική σαν να σε κυνηγούσαν, άλλαξα πανικόβλητος σχεδόν πεζοδρόμιο και χώθηκα σε μια βιτρίνα για να σε αποφύγω, παρότι θα ήθελα να πιούμε έστω έναν καφέ και να μιλήσουμε, θα ήθελα και για τον Κύρκο να σε ρωτήσω, εσύ ήσουν που τον έλεγες ταξικό εχθρό, έκαμα μετανιωμένος να τρέξω να σε προλάβω, δεν ήθελα να πολυσκαλίζω τι μας έχει τόσο αποξενώσει, σε άφηνα άλλοτε να πιστεύεις πως με εξομολογείς, όσο κι αν είμαι εγωιστής, εσύ πότε μου φέρθηκες με ειλικρίνεια; Σε σκέφτομαι δαγκώνοντας ένα καλοξυσμένο μολύβι, έχουν κατέβει αγριόγατες από τα Τουρκοβούνια, σαπουνόνερα σβήνουν στ’ αυτιά μου, ακούω το ψυγείο στην κουζίνα και σε βλέπω μ’ ένα κλωνάρι ανθισμένης μυγδαλιάς στην κηδεία του πατέρα μου, ήμαστε στο πρώτο έτος της σχολής κι όπως με κοίταζες με κοκκινισμένα μάτια, μου ’χε περάσει προς στιγμήν από το μυαλό πως θα μπορούσαμε να παντρευτούμε, μα ήταν η ώρα πιο πολύ που με έφερνε κοντά σου, τότε δεν ήξερα ακόμη ότι η Ισμήνη, η μητριά μου, θα μου φερθεί τόσο καλά, ποτέ της δεν με χάιδεψε, έπειτα όμως από το θάνατο του πατέρα σαν να έγινα ο γιος της, και σήμερα μας νοιάζεται, αγαπάει το μωρό, κάνει δώρα στη Μαρία, σκύβει πάντα το κεφάλι, ποτέ της δε μας αντιμίλησε, χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την οικοδομή μας στην Πεντέλη.

Ας μην ήταν στέρφα και θα σου ’λεγα! Ίσως και να ’χεις δίκιο, ενεός μένω εμπρός στη λογική της Μαρίας, το πώς μπορεί να αιτιολογεί τα πάντα, όπως κι εσύ, δεν τους ανέχεται τους εύκολους συναισθηματισμούς, αφού θα τη γηροκομήσουμε, μας οφείλει, λέει ψυχρά και σαν να κιτρινίζει το ασπράδι του ματιού της, δεν είναι αντικοινωνική ή αγέλαστη, το αντίθετο, κι όμως από τότε που την γνώρισα δεν έχει φίλες, πολλές γνωστές για τη μόδα και τις συνταγές, ούτε μια φίλη όμως για τα ουσιώδη, μου αρκείς εσύ, πριν από εμένα ούτε καν ένα δεσμό, αν το ’χα καταλάβει, ίσως και να μην τολμούσα να την αγαπήσω, υπάρχει κάτι το άκαμπτο στις χειρονομίες της, σαν να μην έχει κλάψει ή πονέσει, και αυτό, εμένα, έρχονται στιγμές που με παγώνει – σε σκέφτομαι λοιπόν απόψε που πρωταρχίζω, όχι μόνο γιατί μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε μαζί, αλλά και γιατί ήσουν πάντα απορριπτική παραλήπτρια, ακόμη κι αν δεν υπήρχες θα ήμουν αναγκασμένος να σε επινοήσω, θα γράφω και θα απευθύνομαι  σ’ εσένα και θα σε φαντάζομαι με την αποδοκιμασία στα μάτια  προτρεπτική να με σπρώχνεις.

Για ένα μυθιστόρημα θα έδινα ακόμη και την ψυχή μου, μεγάλα λόγια, θα μου πεις, άλλοι τη δίνουν για έναν λουτροκαμπινέ: Τη Νομική τελειώναμε όταν το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές του ’81, είχαμε κατέβει στην Ομόνοια, θυμάσαι εκείνα τα τραγούδια και τα κόκκινα λάβαρα, ένα ποτάμι, ένα κίνημα λαού που ξεχείλισε, θα έλεγες ποτέ χαλκογραφία το καμένο δάσος; Έρχεται έπειτα, δεν το ’ξερα, η εποχή να μαζευτούν τα νερά κι ένας λαός στη λάσπη. Ιλύ να τη λες, μα από την ιλύ καρπίζουν τα χωράφια των φτωχών. Θα ’μπαινε κάποτε το ποτάμι στην κοίτη του, δεν το ’χα σκεφτεί, ποια ήταν άραγε η κοίτη του ΠΑΣΟΚ; μην το ξεχνάς, σ’ έχω για να μ’ ακούσεις, ας φαίνεται ο τόνος μου απολογητικός, ουδέποτε εξομολογήθηκα, ακόμη κι εκείνες τις φορές  που είδα τον εαυτό μου γονατισμένο να παρακαλεί ή να προσεύχεται, ακόμη κι όταν ένιωσα πολύ κοντά στις ιδέες που θα επιθυμούσα να με περιβάλλουν, ήξερα πως την αλήθεια τη δική μου, ποτέ δεν θα μπορούσες να την καταλάβεις, άλλη η Μικρά Ασία και άλλη η Αστόρια, άλλα θα είναι τα δικά σου και άλλα τα δικά μου, εσύ κι εγώ άλλα θα αναζητούμε, άλλα θα εικονίζει του πουλιού το πέταγμα για εσένα κι άλλα για εμένα, έστω κι αν πριν από μας κι έπειτα από μας αυτό το πέταγμα συμβόλιζε και θα συμβολίζει όσα ο άνθρωπος δεν μπόρεσε και ούτε θα μπορέσει, φτερά στην  πλάτη κανενός μας δεν φυτρώνουν, άλλος θα είμαι εγώ κι άλλη εσύ, προς δόξαν του ανθρώπου που φιλοδόξησε να διαβρώσει το πλατωνικό του κέλυφος… οι σοφιστές για χάρη μας είχαν τόσο ξεπέσει και καλά τους πληρώσαμε, ώσπου χαμήλωσαν τη νοσταλγία και στα δικά σου μέτρα και στα δικά μου, θα βλέπω βιντεοταινίες και θα ταξιδεύω, τα πραγματικά ταξίδια με αφήνουν αδιάφορο, μήνες πολλούς φανταζόμουν έναν άγνωστο στην Ομόνοια –
…………………………………………………………………………   
Μια συνισταμένη ξένων συμφερόντων είναι η ελευθερία ολονών μας
 Δεν το ξεχνώ, τίποτα δεν ξεχνώ, Ηώ κρατίστη, εκείνες τις νύχτες προπαντός με τα ατέλειωτα διαβάσματα, λέγαμε πως η ιστορία του ανθρώπου είναι μια αλυσίδα συμφερόντων, πως οι αγώνες και τα οράματα των λαών πάντοτε καταλήγουν στην ψιλοδουλεμένη συναρμολόγηση των κρίκων μιας άλλης υποταγής, πίναμε ζεστό γάλα, η Ισμήνη παραφύλαγε, σκεφτόμουν ότι το στήθος σου είχε πολύ μεγαλώσει και θα ’θελα να σε δω γυμνή, να σε χαϊδέψω, όπως θα χάιδευα μια πεπλοφόρο στην Ακρόπολη, το χάδι σ’ ένα άγαλμα με όλους τους συναφείς συμβολισμού ανήκει βέβαια στους ποιητές, προλαβαίνω το ειρωνικό σου μειδίαμα, πιθανόν να ήμουν ερωτευμένος μαζί σου, αλλά ποτέ δεν θέλησα να σ’ αγγίξω, τόσες γυναίκες υπάρχουν για να ερωτευθώ, Ηώ μόνο μία, για να την έχω φίλη.

Εξουσιαζόμενος αυτουργός (αποσπάσματα από το 3ο κεφάλαιο του βιβλίου της Μάρως Δούκα ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΤΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ)

Να με φαντάζεσαι μ’ εφημερίδες, όλες τις εφημερίδες, κρεμασμένο από τους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, τους ελεύθερους λένε, για ποια ελευθερία θα μπορούσαν να καυχηθούν; Έτσι κι αλλιώς, μια συνισταμένη ξένων συμφερόντων είναι η ελευθερία ολονών μας, δεν υπάρχουν ελεύθερα ειδησεογραφικά πρακτορεία, βιομηχανίες ειδήσεων μόνο, το ξέρω, δεν σου αρέσουν αυτά, δεν θα ’θελες ποτέ να το παραδεχτείς, διότι, σύμφωνοι, έχουμε πάντοτε τη δυνατότητα της επιλογής, μπορούμε σίγουρα να ξεδιαλέγουμε από τα διαλεγμένα. Και βυθιζόμουν με τις ώρες στην ανάγνωση εφημερίδων. Αρρώστια! τι περιμένεις να διαβάσεις; Θα ’θελα να είχα γίνει δημοσιογράφος, να ξενυχτώ σ’ ένα γραφείο, πλάι σ’ ένα τηλέφωνο, ή να τρέχω στα σκοτάδια και να ψάχνω, οι άλλοι να κοιμούνται κι εγώ να κυνηγώ τα γεγονότα, παρατηρητής, στα πυρά της μάχης, στα άδυτα της εξουσίας, εξουσιαζόμενος αυτουργός, να επιλέγω εγώ από την εικόνα, πολιτικός συντάκτης με πληροφοριοδότες σ’ όλα τα κόμματα, να έχω διασυνδέσεις κι επαφές με τους αρχηγούς, με τους διευθυντές, τα έμπιστα πρόσωπα, θα ’θελα να ’μουν πότης και γλεντζές, να μου πέφτουν οι γκόμενες, να μου ανοίγουν οι πόρτες και να πεθάνω στα πενήντα μου από συγκοπή κρασοπίνοντας σ’ ένα λαϊκό ταβερνάκι. Δεν αστειεύομαι. Κάποτε ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, αλλά δεν τα κατάφερα, ίσως να μην προσπάθησα αρκετά, πιθανόν να μην είχα τα προσόντα, το βασικό προσόν ν’ αποσυνδέω το γεγονός από τις τραγικές διαστάσεις ή επιπτώσεις του και να το περιγράφω χωρίς θυμό, με την αδιαφορία του υπαλλήλου. Δυσκολεύομαι να περιγράψω τι ακριβώς μου συνέβαινε, σαν να είχε ενταθεί κάτι μέσα μου, δε θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι με ενδιέφεραν τόσο πολύ τα γεγονότα κι όμως μου είχαν γίνει έμμονη ιδέα, ούτε καν άκουγα ειδήσεις, ώσπου ξαφνικά, όσο αυξανόταν η περιφρόνησή μου για πρόσωπα και πράγματα, τόσο κεντριζόταν το ενδιαφέρον μου για τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, μπορούσα να μείνω ώρες κοιτάζοντας τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου, για παράδειγμα, προσπαθώντας να μαντέψω τη σκέψη του, τι υπολόγιζε ακόμη, τι ήθελε. Δίκαιο είχε η Μαρία! Αρρώστια! Χθες σχεδόν μ’ απειλούσε καθώς με κοίταζε χαμογελαστή, θέλει να ξαπλώνουμε μαζί, να της ζεσταίνω τα πόδια, τυλίγεται επάνω μου, σαν να γεμίζει με βεντούζες χταποδιού όλο το σώμα της, ποτέ δεν θα με καταλάβει, ας την κοιτάζω τρυφερά, δεν το βλέπει, ούτε και πέρσι κατάλαβε τίποτε. Μα τι κάνεις; Γράφεις; Είναι νωρίς ακόμα για να σου πω. Δηλαδή στ’ αλήθεια γράφεις! Υπήρχε στο βλέμμα της κάτι σαν ειρωνεία, δεν την κακίζω, σίγουρα την έχω απογοητεύσει, αλλιώς με περίμενε. Κουράζεσαι πολύ, για σένα ανησυχώ, το πρωί δουλειά, τις νύχτες άγρυπνος, θα γίνεις δηλαδή συγγραφέας; Έσκυψα το κεφάλι σαν ένοχος. Με φίλησε στο μάγουλο και μου ψιθύρισε πως μ’ αγαπά πολύ, χάρισμά της που δεν επιμένει, είναι αυτό που θα λέγαμε κοπέλα με ανατροφή, διακριτική, σχεδόν αδιάφορη. Μην ξεχνάς είσαι πατέρας. Δεν το ξεχνώ, τίποτα δεν ξεχνώ, Ηώ κρατίστη, εκείνες τις νύχτες προπαντός με τα ατέλειωτα διαβάσματα, λέγαμε πως η ιστορία του ανθρώπου είναι μια αλυσίδα συμφερόντων, πως οι αγώνες και τα οράματα των λαών πάντοτε καταλήγουν στην ψιλοδουλεμένη συναρμολόγηση των κρίκων μιας άλλης υποταγής, πίναμε ζεστό γάλα, η Ισμήνη παραφύλαγε, σκεφτόμουν ότι το στήθος σου είχε πολύ μεγαλώσει και θα ’θελα να σε δω γυμνή, να σε χαϊδέψω, όπως θα χάιδευα μια πεπλοφόρο στην Ακρόπολη, το χάδι σ’ ένα άγαλμα με όλους τους συναφείς συμβολισμού ανήκει βέβαια στους ποιητές, προλαβαίνω το ειρωνικό σου μειδίαμα, πιθανόν να ήμουν ερωτευμένος μαζί σου, αλλά ποτέ δεν θέλησα να σ’ αγγίξω, τόσες γυναίκες υπάρχουν για να ερωτευθώ, Ηώ μόνο μία, για να την έχω φίλη. Ήμουν από τότε ο παλιομοδίτης της παρέας, κυνηγούσαν μέσα μου και δικηγορούσε, πίναμε το γάλα γουλιά-γουλιά, Άκη, σε παρακαλώ, μην μπλεκόμαστε με θεωρίες, δυσανασχετούσες, για εξετάσεις πάμε, όχι για διατριβή, άσε με να χαρείς, με τα συμφέροντα. Εσύ λοιπόν κατέληξες συμβολαιογράφος στο γραφείο του πατέρα σου κι εγώ δικηγοράκι στο γραφείο του δικού μου, θα μπορούσα όμως κι εγώ να είμαι, σαν κι εσένα, μέσα στο πνεύμα των καιρών, ίσως και να ’μαι, καλός και αισιόδοξος πολίτης, κολακευμένος και αποθεωμένος, για τον ελληνικό λαό και τη μεγαλοσύνη του ποιος θα τολμούσε να αντιμιλήσει; ακόμη και η 17η του Νοέμβρη έτσι μαζεύει τους θαυμαστές της, με το γλείψιμο σαν τους πολιτικούς, κι εσύ λαέ ξεφτιλισμένε, ποιος θα τολμούσε να τον προσφωνήσει, λαέ κουρέλα που σε πηδούν; κριτή και επικριτή και παμφάγε; - θα ’βλεπα στο βίντεο μου ταινίες με την ψευδαίσθηση ότι εγώ τις επέλεξα, ο παντογνώστης και ο πανέξυπνος μικρομεσαίος που θα μιλούσα για την απλή αναλογική, την άδολη ή θα μπορούσα να πνιγώ στα αβυσσαλέα ψυχοσωματικά μου, μεθοκοπώντας και ευφυολογώντας κάθε νύχτα, στο χέρι μου θα ήταν να απαλλαγώ από τους περιορισμούς της Μαρίας, να επιβάλω τους όρους μου, να πετάξω με τις κλοτσιές έξω την πεθερά μου, ακόμη και να χωρίσω στο χέρι μου θα ’ταν ή θα μπορούσα να περιοριστώ διαπαντός στην αγωνία μου για το παιδί, που θα μεγαλώσει, θα μπορούσε να αρκεστώ στα χαρίσματα της Μαρίας, δεν τη συμπάθησες ποτέ, Ηώ κρατίστη, θυμάμαι πώς με κάρφωσες, όταν σου είπα ότι θα παντρευτούμε, ούτε σου απάντησα, ούτε καταδέχτηκα να σε ρωτήσω τι εννοείς, η Μαρία πάντως έχει πολλά χαρίσματα, δεν είναι μόνο σπουδαία οδοντογιατρός, είναι και καλή μητέρα, στέρεος άνθρωπος, αφοσιωμένη σύζυγος, μπορώ να βασιστώ σ’ αυτήν και βασίζομαι, κάθε πρωί με περιμένει φρεσκοσιδερωμένη αλλαξιά εσώρουχα. Αναρωτιέμαι λοιπόν γιατί να θέλω τόσο πολύ να γράψω ένα μυθιστόρημα, έτσι ξαφνικά, βάλε το χέρι σου εδώ να ακούσεις, τ’ άκουγα που κλοτσούσε, ό,τι κι αν μου συνέβαινε το φανταζόμουν προορισμένο για σκοπούς αξεδιάλυτους, αρκεί να διαβάζεις μυθιστορήματα; Εδώ και δυο χρόνια, όσο φούντωνε το σκάνδαλο Κοσκωτά, ετοιμόγεννη η Μαρία, ταλαιπωρημένη, ούτε καν να την κοιτάξω, χωμένος στα δικά μου, ίσως γι’ αυτό να μ’ έχει μισήσει η μάνα της, ταπεινωμένος από τη σιγουριά και τα σάπια φρούτα του γωνιακού μανάβη κι απ’ τον άγνωστο που μ’ έσπρωξε και μπήκε πρώτος στο ταξί. Σ’ έχω για να μ’ ακούσεις, αμφιβάλλω όμως αν μπορείς να με καταλάβεις, ούτε θα συμφωνήσεις μαζί μου για το μικρόβιο, το ξέρω, εσύ που είσαι αριστερή οργανωμένη κι έχεις για όλα μιαν απάντηση, δεν ειρωνεύομαι, και για τον Τσαουσέσκου και για τον Ζίβκοφ, , σίγουρα εσύ κι εμένα θα μπορούσες να με αναλύσεις σε συνδυασμό βεβαίως με την ταξική μου προέλευση, αυτή ήταν, ξέρεις, πάντα η απορία μου, εφόσον εμένα μ’ έχεις προ πολλού καταδικάσει και μ’ έχεις αποβάλει, δεν ξεγελιέμαι, ένας μικροαστός περισπούδαστος, έτσι με καταχώρισες στα κιτάπια σου, πώς, αναρωτιέμαι, παρόλη την ευστροφία σου, δεν έχεις έστω αντιληφθεί ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν θέλει τίποτα άλλο παρά τη ρουσφετοβόλεψη. Να αξιωνόμουν, λέω, και ν’ άκουγα όλη την Αριστερά, μια φορά έστω, να αναλύει με τόλμη και αυτογνωσία τα εκλογικά της αποτελέσματα, να την άκουγα κατεβασμένη από τα μπαλκόνια, απαλλαγμένη από τις ενοχές και από τα καλοπιάσματα των αστών ψηφοφόρων – πήραν, Άκη, αέρα τα μυαλά σου, και σωστά θα με παρατηρήσεις πως την Ελένη του δεύτερου κεφαλαίου την παραφόρτωσα με την κοινή μας φίλη, ούτε καν να της αλλάξω το όνομα δεν μπήκα στον κόπο, ακόμη και την αφεντιά μου έχωσα με όλο τον ακκισμό που με χαρακτηρίζει, μακάρι να είχα δεχτεί τόσο εύκολα το χωρισμό μας, ακόμη και σένα σε παρουσίασα να με διακωμωδείς, είσαι σε θέση να ξεκόψεις από τον εαυτό σου; σαν να σε ακούω, έτσι, θαρρείς, γράφονται τα μυθιστορήματα; σας θυμάμαι, εσένα και την Ελένη, πώς μιλούσατε για τον Καζαντζάκη, λες και θα ήσαστε εσείς άξιες να γράψετε απείρως καλύτερες σελίδες, σαν να σε βλέπω κιόλας με το αποδοκιμαστικό βλέμμα, με τη χολή στα χείλη σου να μειδιάς συγκαταβατικά, καλές πουτάνες ήσαστε και οι δυο, συγγνώμη για την έκφραση. Έτσι με τις πολιτικολογίες και τους αναβρασμούς, καημένε μου! εσύ είσαι η καημένη, έτσι που μάδησες τα φρύδια σου, Ηώ κρατίστη, αποκλείεται να με κλονίσεις, ο Αντώνης Λύτρας είναι δικό μου επινόημα, κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί πως τον γνωρίζει, αν η Ελένη Σπυροπούλου του δεύτερου κεφαλαίου ταυτίζεται κάπου κάπου με τη δική μας Ελένη, τι σημασία μπορεί να έχει; η Ελένη του βιβλίου δεν θα είναι άτυχη σαν την πρώην φιλενάδα μου, ούτε πειράζει αν ο γιος του ήρωά μου είναι γιατρός που σπούδασε στη Ρουμανία σαν τον Στάθη Ανιμούκα, τον ανεπίσημο αρραβωνιαστικό της, θα προσπαθήσω και θα αποσπαστώ από την πραγματικότητα, έχω κιόλας αποσπαστεί, κι όπως θα δεις, την Ελένη της ιστορίας την έχω φανταστεί με τα δικά σου εξωτερικά γνωρίσματα, εσύ φοράς τα μαύρα, φοράς τα μαύρα, γιατί δε θα μπορούσες να παίξεις με τα χρώματα κι εγώ με τα λακόστ μπλουζάκια ριχτά επάνω μου γιατί δε θα κατάφερνα να βολευτώ σ’ ένα πουκάμισο, εσύ κι εγώ φοβόμαστε τη γελοιότητα, την τρέμουμε, το σώμα μας τρέμουμε, Ηώ κρατίστη, αλλά εσύ θα αναληφθείς σ’ ένα μπαλκόνι και μην θαρρείς πως εξομολογούμαι, δε θα σε πλησιάσω καν, σ’ έχω απλώς να με φαντάζεσαι καθώς εγώ δεν θα χάνω από τα μάτια μου τον Αντώνη Λύτρα που προχωρεί αργά, παραμονές Χριστουγέννων, με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, δεν έχει κουράγιο για δουλειά, από το απόγευμα κάτι τον έπνιγε, ούτε τολμούσε να επιστρέψει στης Φανής -

Η Μάρω Δούκα αφηγείται ιστορίες με τέχνη, ζωντανεύει τα πρόσωπά της, κινεί με επιδεξιότητα νήματα παράλληλα ανάμεσα στον κόσμο των πραγμάτων και στον κόσμο του μυαλού, όπως στο τελευταίο της έργο, την Ουράνια μηχανική. Αγγίζοντας προβλήματα υπαρξιακά στην ουσία τους, μέσα από τον εφήμερο αλλά καθοριστικό χαρακτήρα της ελληνικότητάς τους, αναζητεί τον πυρήνα της ευτυχίας, καταγράφοντας την αντίφαση της πραγμάτωσής της μέσα σε έναν κόσμο που τη μάχεται σε όλα τα επίπεδα. Αυτή η σύνθετη οπτική, που τη διαφοροποιεί τόσο από τους αμιγώς ρεαλιστικούς συγγραφείς όσο και από τους θεράποντες του φανταστικού, εκφράζεται κατά κύριο λόγο στο ύφος της, στις συνεχείς αναλήψεις της αφήγησης, στην τεθλασμένη ευθεία των γεγονότων ή στο παροξυσμό τους, που μοιάζει να εκπορεύεται άμεσα από τη συμπύκνωση των βιντεοπαιχνιδιών στο τελευταίο της έργο, στον εσωτερικό μονόλογο που κατακρημνίζει κομμάτια ολόκληρα συνείδησης υπέρ της αλήθειας του ήρωα. Αν όπως έλεγε ο Ρ. Μπαρτ ο ρεαλισμός έχει οριστεί πολύ περισσότερο σε σχέση με το περιεχόμενο παρά με την τεχνική του, η Δούκα μας δίνει μια απολύτως σύγχρονη και μοντερνιστική εκδοχή της τεχνικής αυτής. [Τιτίκα Δημητρούλια]