Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Το ατελέσφορο της λογοτεχνίας να αναπαραστήσει την κρίση του μοντέρνου ανθρώπου.

Εάν δεχτούμε ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να ανταποκριθεί εξ ορισμού σε επείγοντα κοινωνικά θέματα, γιατί τα αντανακλαστικά του συγγραφέα δεν (πρέπει να) υπακούουν, σε όρους αμεσότητας αλλά διάρκειας, τότε η όποια σημερινή παραγωγή γύρω από την «κρίση» είναι συζητήσιμη. Γιατί ακόμα και οι μεγάλες φωνές της λογοτεχνίας κάποτε που ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση της συγκυρίας, χρησιμοποίησαν το ιστορικό πλαίσιο περισσότερο ως πρόσχημα, παρά ως κέντρο προβληματισμού τους. Στις μυθοπλασίες τους κυριαρχεί η «έρημος» του ανθρώπου» και όχι το τεκμήριο της εποχής… Το παραπάνω τεκμήριο απασχολεί τον ενήμερο αναγνώστη ως ένας ακόμα σκηνογραφικός συντελεστής που σχετίζεται πάντα με δραματικό και υπάλληλο τρόπο με την ατομικότητα: η ύπαρξη σε κάθε περίσταση επιβάλλει αναπόφευκτα την εξουσία της. Πράγματι, ο «ιστορικός άνθρωπος» είναι πια κενός λόγος· άλλωστε όσοι αντιλαμβάνονται την λογοτεχνία ως ρεπορτάζ δεν έχουν πρόβλημα να αναπαράγουν αυτόματα το πραγματικό. Η ιδεωδέστερη στιγμή για την τέχνη ήταν ανέκαθεν εκείνη κατά την οποία ο δημιουργός ήταν σε θέση να διαχειριστεί ή απλώς να κατανοήσει την κρίση του μέσου του. Ο Ρόμπερτ Μούζιλ, για παράδειγμα, με τον ημιτελή Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, υπαινίχθηκε σαφώς το ατελέσφορο της γραφής (του) να αναπαραστήσει την κρίση του μοντέρνου ανθρώπου. … [ γράφει ο Τάσος Γουδέλης στο νέο τεύχος του περιοδικού ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ 201-202 Δεκέμβρης 2014]



Το κείμενο βρίσκεται στις πολύτιμες οπισθόφυλλες σελίδες του τεύχους και σχετίζεται άμεσα και με το κυρίως σώμα του τεύχους, εφόσον ένα από τα τρία σύντομα αφιερώματα αφορά την «νεοελληνική κρίση». Εδώ καταθέτουν σκέψεις πάνω σε όψεις του θέματος οι Πέτρος Μαρτινίδης, Γιώργος Σιακαντάρης, Βαγέλης Χατζηβασιλείου, Ρέα Γαλανάκη, Δημήτρης Φύσσας και Δημήτρης Ραυτόπουλος. Ενδεικτικό θραύσμα από τον πάντα ευρηματικό λόγο του τελευταίου: Στα λόγια μένει η εξέγερση του 99%, παναπεί ολόκληρης της κοινωνίας, κατά του 1% των πλουτοκρατών. Γιατί μέσα στο 99% οι ανισότητες είναι τεράστιες, σκανδαλώδεις και τα όρια ρευστά. / Η Άμεση Δημοκρατία, εδώ και τώρα, εναντίον της «Πλουτοπίας», δηλαδή του ρασιοναλισμού των αγορών, της νέας θρησκείας με ιερείες τους υπερειδικευμένους αναλυτές, που χειρίζονται τα «αλγκοτρέιντινγκς».

Στο αρχικό κείμενο [εκ] της εκδόσεως, που πάντα μοιάζει με τον εγκέφαλο αυτού του γοητευτικού σώματος, μας υπενθυμίζονται τα λόγια του Μίλαν Κούντερα για τον πόλεμο που «ονομάστηκε ψευδώς Παγκόσμιος, διότι δεν αφορούσε παρά την Ευρώπη και ούτε καν όλη την Ευρώπη. Όμως το επίθετο «παγκόσμιος» εκφράζει εύγλωττα το συναίσθημα της φρίκης μπροστά στο γεγονός ότι, στο εξής, τίποτα απ’ ότι συμβαίνει στον πλανήτη δεν θα είναι πια τοπική υπόθεση, ότι όλες οι καταστάσεις αφορούν τον κόσμο ολόκληρο…». Κάτι δηλαδή που αγνόησαν οι πάντα αδιάβαστοι κυβερνήτες.

Πόλεμος… Μέχρι το τέλος του προηγούμενου μήνα δεν ήταν παρά μια πελώρια λέξη φαρδιά πλατιά πάνω στις ναρκωμένες καλοκαιρινές εφημερίδες. Πόλεμος; Ίσως, αλλά πολύ μακριά, στην άλλη άκρη της γης. Όχι εδώ… Πώς να φανταστείς ότι θα αρκούσε να δρασκελίσει η ηχώ και μόνο του πολέμου αυτούς τους άγριους βράχους για τα νους κάνει να φανούν πιο απαλοί, με το κύμα στα πόδια τους, το αραιό θαλασσινό χορτάρι τους, το αγιόκλημα, την άμμο ρυτιδωμένη απ τα νύχια των πουλιών. …Τέτοιος παράδεισος δεν ήταν καθόλου φτιαγμένος για τον πόλεμο, μονάχα για τις μικρές διακοπές μας, για τη μοναξιά μας γράφει η Κολέτ, με τον γοητευτικό της λόγο που, σκέφτομαι, μοιάζει να αποδίδει σκέψεις αμέτρητων άλλων ανθρώπων…

Και μιλώντας για την νέα αυτή εποχή, η Ιταλίδα συγγραφέας Πάολα Μαστρακόλα εστιάζει στο απόλυτο δημιούργημά της: το selfie είναι το χαμόγελο που απευθύνουμε στον εαυτό μας. Ο νάρκισσος δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Εμείς ναι. Εμείς οι αληθινοί Νάρκισσοι. / Σίγουρα, πρόκειται για ένα χαμόγελο το οποίο θα δουν όλοι εκείνοι στους οποίους θα στείλουμε τη φωτογραφία. Αλλά απουσιάζει ο μεσάζων. Απουσιάζει ο άλλος. Υπάρχουν μόνο οι παραλήπτες (οι οποίοι είναι πολλοί). Δεν υπάρχει το μάτι (το οποίο είναι μοναδικό). Και χωρίς το μοναδικό μάτι, το οποίο μας κοιτάζει, μένουμε μόνοι. / Με τη selfie, στέλνουμε στους άλλους τη μοναξιά μας.
[ΠΗΓΗ: φανή Μουρίκη στο ηλεκτρονκό περιοδικό ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ]  

Ταυτίζω την λογοτεχνία με την πολιορκία μιας Αλήθειας η οποία δεν αλώνεται παρά μόνον μέσα από τους αργούς ελιγμούς και με την τελική κεραυνοβόλα εκτέλεση μιας θυσιαστικής πράξεως… Καθ’ ότι ο συγγραφέας νοσταλγεί, ποθεί, καλεί, απωθεί, επικαλείται, εκλιπαρεί, περιμένει, μεθοδεύει, προετοιμάζει, αποτρέπει, αποστρέφεται, θαυμάζει, δελεάζει, σαρκάζει και τρομάζει, ζει ή επιζεί επιλέγοντας ή αποδεχόμενος για τον εαυτό του εκείνον τον τρόπο ζωής που θα ευνοήσει περισσότερο από άλλον τη δική της έλευση [Δημήτρης Δημητριάδης, Η απόρρητη αλήθεια του κόσμου]

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΤΟΙΟΥΤΩΝ ΠΑΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΑΡΣΙΝ»

ΡΗΤΟΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: Μήπως ζούμε εποχές  όπου η Εικονική Πραγματικότητα των ΜΜΕ πνίγει την πραγματική ζωή στους Διθυράμβους Συνθημάτων Ανάπτυξης για την Έξοδο από την Κρίση;   και ο ΕΥΣΕΒΗΣ ΠΟΘΟΣ του Τέλλου ΦίλΗ: «Δεν βρίσκω κανένα λόγο για πανηγυρισμούς, το μόνο που θέλω ως πολίτης είναι να δω σηκωμένα μανίκια και επιχειρήματα φρέσκα και τολμηρά που να αφυπνίσουν μια νεολαία μεγαλωμένη 30 χρόνια τώρα, με τηλεοπτικά σκουπίδια, σκυλάδικα ως ψυχαγωγία και «πλάκες» στα κοινωνικά δίκτυα ως διασκέδαση»


Δεν θα υποκύψουμε (μικρό αφήγημα του Γιάννη Μακριδάκη)
Αποχαιρέτισα το 2011 κάνοντας επίσκεψη σε έναν αγαπημένο μου φίλο ο οποίος γεννήθηκε το 1916. Τον βρήκα να κάθεται σ’ ένα σκαμνί δίπλα στο τζάκι του σπιτιού του και να κοιτάζει τις φλόγες. Οι κόρες των ματιών του ίσα που φαινότανε μέσα από τα χοντρά γυαλιά του αλλά με γνώρισε αμέσως μόλις μπήκα στο σπίτι και φώναξα το όνομά του για να μην τρομάξει.
Μεγάλος αγωνιστής ο μπάρμπα Στέλιος. Στρατό στο αλβανικό, ξανά στρατό στη Μέση Ανατολή, σύρματα στο Ντεκαμερέ κι ύστερα Αη Στράτη και Μακρονήσι, κοντά είκοσι χρόνια βασανισμένος από την εξουσία και όλα τα υπόλοιπα από την κοινωνία. Δαχτυλοδειχτούμενος αριστερός ανάμεσα σε ανθρώπους αμόρφωτους, έρμαια κάθε λογής προπαγάνδας και προκατάληψης.
Έμαθα πως πήρες το περιβόλι του τάδε, μου είπε γελώντας μόλις έκατσα πλάι του. Χάρηκα μόλις τομαθα πως το πήρες εσύ. Αυτός ήτανε σκληρός άνθρωπος. Στην Πείνα πουλούσε ένα ζευγάρι λαστιχένιους πάτους των παπουτσιών και έπαιρνε 28 οκάδες λάδι. Μαυραγορίτης, έτσι τακαμε τα λεφτά και την περιουσία. Και εμένα μου λεγε, Στέλιο, εγώ τα λεφτά τα καμα με τον ίδρο μου, δεν είμαι εγώ κουμουνιστής σαν εσένα. Σφούγγιξε με τον αντίχειρα το μέτωπό του ο μπάρμπα Στέλιος γέρνοντας λίγο το κεφάλι δεξιά για να μου δείξει ακριβώς την κίνηση και το ύφος του τότε συνομιλητή του.
Ύστερα, συνέχισε, όταν έχτιζε το σπίτι του, είχε πάρει εργολάβο τον αδερφό μου. Και του είπα λοιπόν του αδερφού μου να τον ρωτήσει μήπως μπορώ να πάω να δουλέψω κι εγώ στην οικοδομή επειδή χρειαζόμουνα μεροκάματα για να ταίσω τα παιδιά μου. Τον ρωτάει λοιπόν τον αδερφό μου σαν του το πε, αυτός είναι κουμουνιστήςεγγυάσαι εσύ για αυτόν;  Εγγυήθηκε λοιπόν ο αδερφός του ο Παναγής και δούλεψε μεροκάματο στο γιαπί ο Στέλιος. Κι ο Παναγής ήτανε στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο αλλά τον θεωρούσανε δευτέρας τάξεως κουμουνιστή, πιο ακίνδυνο διότι δεν είχε κάνει στα Σύρματα όπως ο άλλος. Τον Στέλιο τον είχανε για κομουνιστική αυθεντία!
Και κοίτα πως τα φερε η ζωή, μου λέει μετά γελαστός πάλι. Να τη διαφυλάει ως κόρη οφθαλμού την περιουσία του, να γδέρνει τον κόσμο για να την αβγατίσει και μόλις τακλεισε τα μάτια του, την πουλήσανε οι απόγονοι, τη διασκορπίσανε, και έτυχε να το πάρεις εσύ το περιβόλι! Αν γινότανε τώρα να αναστηθεί και να τοβλεπε αυτό το πράμα, θα ξαναπέθαινε αμέσως! Πως πήγε το πιο καλό του περιβόλι σε έναν αριστερό! Δε μπορούσε να συγκρατήσει τα γέλια του ο Στέλιος καθώς τα λεγε αυτά και τα άφησε να ξεχυθούνε γάργαρα, έλαμπε ευχαριστημένη η φάτσα του μπρος στο τρέμουλο της φωτιάς.
Όση ώρα τα λεγε αυτά, εμένα το μυαλό μου έτρεχε στις σύγχρονες “αγορές” που κυβερνάνε με τον ίδιο κι απαράλλαχτο τρόπο τον κόσμο σήμερα. Που ξεζουμίζουνε λαούς ολόκληρους για να αβγατίσουνε τα κέρδη τους. Στιςαγορές” που πίσωθέ τους κρύβονται άνθρωποι, άπληστοι, αμόρφωτοι άνθρωποι, άνθρωποι αλαζόνες που δεν έχουνε καταλάβει τίποτα από τη μικρότητά τους, ούτε καν την πνοή τους που τους ορίζει και μια των ημερών θα πάψει αλλά ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτούς.
Εκεί τώρα να σπέρνεις, να βάζεις κήπους, σοβάρεψε απότομα ο μπάρμπα Στέλιος και μου διέκοψε τις σκέψεις, με προσγείωσε πάλι μπρος στο τζάκι του. Είδες τι μας έχουνε κάνει; Κατοχή έχομε πάλι, θα ρθει και πείνα όπου ναναι. Εγώ συμφωνούσα αμίλητος. Αλλά εμείς δεν θα υποκύψομε, μου είπε με φωνή που έγινε ξαφνικά στεντόρια, σαν να βγήκε μέσα από τις πέτρες του τζακιού ένιωσα. Μπορεί να μην έχουμε να φάμε αλλά δεν θα υποκύψομε. Λάμψανε τα μάτια του. Η ψυχή του το λεγε ακόμα. Θα τρώμε χόρτα και ρίζες άμα χρειαστεί, αλλά δεν θα υποκύψομε, ξανάπε για τρίτη φορά, θα αγωνιστούμε. Σταμάτησε και με κοίταζε μες στα μάτια κάτω από τα χοντρά του γυαλιά.
Nαι μπάρμπα Στέλιο, δεν θα υποκύψουμε, είπα. Δεν θα μας στείλουνε αυτοί ούτε στο ψυχιατρείο ούτε στον τάφο.
Ε, στο ψυχιατρείο, μπορεί να πάνε κάποιοι από μας, ανταπάντησε σε τόνο χαμηλό, συνωμοτικό, και αναστέναξε προβληματισμένος. Μάλλον γύρισε η σκέψη του πίσω. Διότι τα μάτια του καρφώθηκαν στις φλόγες και δεν ξαναμίλησε. Αναθυμόταν μάλλον τους συντρόφους του στο Μακρονήσι, που τρελαθήκανε από το ξύλο το ανελέητο των ΕΣΑτζήδων. Μου τις είχε διηγηθεί αυτές τις ιστορίες αμέτρητες φορές στο παρελθόν.
Σηκώθηκα να φύγω αργά αργά μιας και ταξίδευε το μυαλό του.
Χαιρετηθήκαμε με μια απλή ευχή. Να ξαναβρεθούμε σύντομα. Τίποτάλλο.
[ΠΗΓΗ: Γιάννης Μακριδάκης, από το προσωπικό του ιστολόγιο: http://yiannismakridakis.gr/ ]

ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΚΥΨΟΥΜΕ [κουφάλες… (παρα)πολιτικοί και λοιποί παρατρεχάμενοι (παρα)αλλαγής…]
Με την αλλαγή του έτους και με την πτώση της κυβέρνησης, με την έναρξη ακόμη μίας προεκλογικής περιόδου βασισμένης στον εκφοβισμό και με το κλείσιμο τεσσάρων ετών οικονομικής κατοχής και εκποίησης των ζωών μας και των φυσικών μας πόρων, έτσι σημαδιακά εντελώς, έρχεται στο διαδίκτυο η ταινία μικρού μήκους του Γιώργου Μπακόλα, η βασισμένη στο παραπάνω μικρό αφήγημα του Γιάννη Μακριδάκη  με τίτλο ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΚΥΨΟΥΜΕ! Δείτε την και προωθείστε την για να την δουν και άλλοι, όσο το δυνατόν περισσότεροι. Να είναι η απάντησή μας στον καθεστωτικό εκβιασμό και τον εκφοβισμό καθ’ όλο αυτό διάστημα μέχρι την ώρα της κάλπης αλλά προφανώς και μετά, απέναντι σε κάθε καθεστώς της αναξιοπρέπειας…

(ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΒΛΕΠΟΥΝ ΠΩΣ ΟΙ ΜΗΔΟΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΔΙΑΒΟΥΝΕ):
Η δύναμή τους είναι να είσαι ανίδεος να είσαι αφελής, να αμνηστεύεις, η δύναμή τους είναι να ξεχνάς, να μην θυμάσαι που η εντολή από τους Κατεπάνω είναι να συμφωνήσουνε ανακριτής κι εισαγγελέας να κηρυχτείς σε αφάνεια να μπεις στο αρχείο, ή αν η χάρη τους... να σ' αναλάβουνε ταριχευτές η διαιώνια τέχνη των λωρίδων  
[το απαρέμφατο ΤΑΡΙΧΕΥΕΙΝ από την ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ]

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ: ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΔΩΣΕΙ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ; (σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε κι εμείς τη ζωή μας)
Ο ρόλος μου σ' αυτή την τρομερή υπόθεση, που τόση σύγχυση έμελλε να προκαλέσει, ήταν να σηκώσω το μεγάλο καθρέφτη -μυστήριο τι μπορεί να χρησιμεύσει ένας καθρέφτης σε τέτοιες στιγμές - ύστερα κάποιος θα 'δινε το σύνθημα και θ' άρχιζε η εξέγερση, αλλά ποιος θα 'δινε το σύνθημα; άλλοι έλεγαν ο φύλακας του πάρκου, άλλοι ο αντικρινός φαρμακοποιός κι άλλοι αυτός ο άγνωστος που περνούσε τ' απογεύματα με το μαύρο καπέλο, αλλά τι σημασία έχει το ποιος, άλλοι κάνουν τις εξεγέρσεις κι ας μην τους θυμάται η Ιστορία -αλλά και ποιο θα ήταν το σύνθημα; άλλοι επέμεναν στη λέξη ΧΙΜΑΙΡΑ, άλλοι στη λέξη ΑΘΩΟΣ, πολλοί έδειχναν το μεγάλο εκκρεμές της πόλης που είχε από χρόνια σταματήσει, αν έμπαινε άξαφνα μπροστά αυτό θα ήταν το σημάδι, άλλοι πάλι κάθονταν στα καφενεία κι ισχυρίζονταν πως θα τους ειδοποιήσουν εν καιρώ,
κι εσείς, θεία Ελβίρα, με ξεχάσατε, μ' αφήσατε δίχως δώρο αυτά τα Χριστούγεννα, βέβαια είσαστε πεθαμένη, αλλά ένα μικρό δώρο τι ψυχή έχει, θυμόσαστε, αλήθεια, θεία, που παίζαμε μες τη μεγάλη σάλα ¨λύκε, λύκε, είσαι εδώ;"
αχ, δεν έχουμε τίποτα δικό μας και θα φύγουμε γρήγορα.

[ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΝΑ ΦΩΤΑ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ]

και μετεκλογικό επιμύθιο: «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μια κάποια λύσις»
http://youtu.be/tR1gzZml4ow