Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΤΟΙΟΥΤΩΝ ΠΑΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΑΡΣΙΝ»

ΡΗΤΟΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: Μήπως ζούμε εποχές  όπου η Εικονική Πραγματικότητα των ΜΜΕ πνίγει την πραγματική ζωή στους Διθυράμβους Συνθημάτων Ανάπτυξης για την Έξοδο από την Κρίση;   και ο ΕΥΣΕΒΗΣ ΠΟΘΟΣ του Τέλλου ΦίλΗ: «Δεν βρίσκω κανένα λόγο για πανηγυρισμούς, το μόνο που θέλω ως πολίτης είναι να δω σηκωμένα μανίκια και επιχειρήματα φρέσκα και τολμηρά που να αφυπνίσουν μια νεολαία μεγαλωμένη 30 χρόνια τώρα, με τηλεοπτικά σκουπίδια, σκυλάδικα ως ψυχαγωγία και «πλάκες» στα κοινωνικά δίκτυα ως διασκέδαση»


Δεν θα υποκύψουμε (μικρό αφήγημα του Γιάννη Μακριδάκη)
Αποχαιρέτισα το 2011 κάνοντας επίσκεψη σε έναν αγαπημένο μου φίλο ο οποίος γεννήθηκε το 1916. Τον βρήκα να κάθεται σ’ ένα σκαμνί δίπλα στο τζάκι του σπιτιού του και να κοιτάζει τις φλόγες. Οι κόρες των ματιών του ίσα που φαινότανε μέσα από τα χοντρά γυαλιά του αλλά με γνώρισε αμέσως μόλις μπήκα στο σπίτι και φώναξα το όνομά του για να μην τρομάξει.
Μεγάλος αγωνιστής ο μπάρμπα Στέλιος. Στρατό στο αλβανικό, ξανά στρατό στη Μέση Ανατολή, σύρματα στο Ντεκαμερέ κι ύστερα Αη Στράτη και Μακρονήσι, κοντά είκοσι χρόνια βασανισμένος από την εξουσία και όλα τα υπόλοιπα από την κοινωνία. Δαχτυλοδειχτούμενος αριστερός ανάμεσα σε ανθρώπους αμόρφωτους, έρμαια κάθε λογής προπαγάνδας και προκατάληψης.
Έμαθα πως πήρες το περιβόλι του τάδε, μου είπε γελώντας μόλις έκατσα πλάι του. Χάρηκα μόλις τομαθα πως το πήρες εσύ. Αυτός ήτανε σκληρός άνθρωπος. Στην Πείνα πουλούσε ένα ζευγάρι λαστιχένιους πάτους των παπουτσιών και έπαιρνε 28 οκάδες λάδι. Μαυραγορίτης, έτσι τακαμε τα λεφτά και την περιουσία. Και εμένα μου λεγε, Στέλιο, εγώ τα λεφτά τα καμα με τον ίδρο μου, δεν είμαι εγώ κουμουνιστής σαν εσένα. Σφούγγιξε με τον αντίχειρα το μέτωπό του ο μπάρμπα Στέλιος γέρνοντας λίγο το κεφάλι δεξιά για να μου δείξει ακριβώς την κίνηση και το ύφος του τότε συνομιλητή του.
Ύστερα, συνέχισε, όταν έχτιζε το σπίτι του, είχε πάρει εργολάβο τον αδερφό μου. Και του είπα λοιπόν του αδερφού μου να τον ρωτήσει μήπως μπορώ να πάω να δουλέψω κι εγώ στην οικοδομή επειδή χρειαζόμουνα μεροκάματα για να ταίσω τα παιδιά μου. Τον ρωτάει λοιπόν τον αδερφό μου σαν του το πε, αυτός είναι κουμουνιστήςεγγυάσαι εσύ για αυτόν;  Εγγυήθηκε λοιπόν ο αδερφός του ο Παναγής και δούλεψε μεροκάματο στο γιαπί ο Στέλιος. Κι ο Παναγής ήτανε στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο αλλά τον θεωρούσανε δευτέρας τάξεως κουμουνιστή, πιο ακίνδυνο διότι δεν είχε κάνει στα Σύρματα όπως ο άλλος. Τον Στέλιο τον είχανε για κομουνιστική αυθεντία!
Και κοίτα πως τα φερε η ζωή, μου λέει μετά γελαστός πάλι. Να τη διαφυλάει ως κόρη οφθαλμού την περιουσία του, να γδέρνει τον κόσμο για να την αβγατίσει και μόλις τακλεισε τα μάτια του, την πουλήσανε οι απόγονοι, τη διασκορπίσανε, και έτυχε να το πάρεις εσύ το περιβόλι! Αν γινότανε τώρα να αναστηθεί και να τοβλεπε αυτό το πράμα, θα ξαναπέθαινε αμέσως! Πως πήγε το πιο καλό του περιβόλι σε έναν αριστερό! Δε μπορούσε να συγκρατήσει τα γέλια του ο Στέλιος καθώς τα λεγε αυτά και τα άφησε να ξεχυθούνε γάργαρα, έλαμπε ευχαριστημένη η φάτσα του μπρος στο τρέμουλο της φωτιάς.
Όση ώρα τα λεγε αυτά, εμένα το μυαλό μου έτρεχε στις σύγχρονες “αγορές” που κυβερνάνε με τον ίδιο κι απαράλλαχτο τρόπο τον κόσμο σήμερα. Που ξεζουμίζουνε λαούς ολόκληρους για να αβγατίσουνε τα κέρδη τους. Στιςαγορές” που πίσωθέ τους κρύβονται άνθρωποι, άπληστοι, αμόρφωτοι άνθρωποι, άνθρωποι αλαζόνες που δεν έχουνε καταλάβει τίποτα από τη μικρότητά τους, ούτε καν την πνοή τους που τους ορίζει και μια των ημερών θα πάψει αλλά ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτούς.
Εκεί τώρα να σπέρνεις, να βάζεις κήπους, σοβάρεψε απότομα ο μπάρμπα Στέλιος και μου διέκοψε τις σκέψεις, με προσγείωσε πάλι μπρος στο τζάκι του. Είδες τι μας έχουνε κάνει; Κατοχή έχομε πάλι, θα ρθει και πείνα όπου ναναι. Εγώ συμφωνούσα αμίλητος. Αλλά εμείς δεν θα υποκύψομε, μου είπε με φωνή που έγινε ξαφνικά στεντόρια, σαν να βγήκε μέσα από τις πέτρες του τζακιού ένιωσα. Μπορεί να μην έχουμε να φάμε αλλά δεν θα υποκύψομε. Λάμψανε τα μάτια του. Η ψυχή του το λεγε ακόμα. Θα τρώμε χόρτα και ρίζες άμα χρειαστεί, αλλά δεν θα υποκύψομε, ξανάπε για τρίτη φορά, θα αγωνιστούμε. Σταμάτησε και με κοίταζε μες στα μάτια κάτω από τα χοντρά του γυαλιά.
Nαι μπάρμπα Στέλιο, δεν θα υποκύψουμε, είπα. Δεν θα μας στείλουνε αυτοί ούτε στο ψυχιατρείο ούτε στον τάφο.
Ε, στο ψυχιατρείο, μπορεί να πάνε κάποιοι από μας, ανταπάντησε σε τόνο χαμηλό, συνωμοτικό, και αναστέναξε προβληματισμένος. Μάλλον γύρισε η σκέψη του πίσω. Διότι τα μάτια του καρφώθηκαν στις φλόγες και δεν ξαναμίλησε. Αναθυμόταν μάλλον τους συντρόφους του στο Μακρονήσι, που τρελαθήκανε από το ξύλο το ανελέητο των ΕΣΑτζήδων. Μου τις είχε διηγηθεί αυτές τις ιστορίες αμέτρητες φορές στο παρελθόν.
Σηκώθηκα να φύγω αργά αργά μιας και ταξίδευε το μυαλό του.
Χαιρετηθήκαμε με μια απλή ευχή. Να ξαναβρεθούμε σύντομα. Τίποτάλλο.
[ΠΗΓΗ: Γιάννης Μακριδάκης, από το προσωπικό του ιστολόγιο: http://yiannismakridakis.gr/ ]

ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΚΥΨΟΥΜΕ [κουφάλες… (παρα)πολιτικοί και λοιποί παρατρεχάμενοι (παρα)αλλαγής…]
Με την αλλαγή του έτους και με την πτώση της κυβέρνησης, με την έναρξη ακόμη μίας προεκλογικής περιόδου βασισμένης στον εκφοβισμό και με το κλείσιμο τεσσάρων ετών οικονομικής κατοχής και εκποίησης των ζωών μας και των φυσικών μας πόρων, έτσι σημαδιακά εντελώς, έρχεται στο διαδίκτυο η ταινία μικρού μήκους του Γιώργου Μπακόλα, η βασισμένη στο παραπάνω μικρό αφήγημα του Γιάννη Μακριδάκη  με τίτλο ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΚΥΨΟΥΜΕ! Δείτε την και προωθείστε την για να την δουν και άλλοι, όσο το δυνατόν περισσότεροι. Να είναι η απάντησή μας στον καθεστωτικό εκβιασμό και τον εκφοβισμό καθ’ όλο αυτό διάστημα μέχρι την ώρα της κάλπης αλλά προφανώς και μετά, απέναντι σε κάθε καθεστώς της αναξιοπρέπειας…

(ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΒΛΕΠΟΥΝ ΠΩΣ ΟΙ ΜΗΔΟΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΔΙΑΒΟΥΝΕ):
Η δύναμή τους είναι να είσαι ανίδεος να είσαι αφελής, να αμνηστεύεις, η δύναμή τους είναι να ξεχνάς, να μην θυμάσαι που η εντολή από τους Κατεπάνω είναι να συμφωνήσουνε ανακριτής κι εισαγγελέας να κηρυχτείς σε αφάνεια να μπεις στο αρχείο, ή αν η χάρη τους... να σ' αναλάβουνε ταριχευτές η διαιώνια τέχνη των λωρίδων  
[το απαρέμφατο ΤΑΡΙΧΕΥΕΙΝ από την ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ]

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ: ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΔΩΣΕΙ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ; (σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε κι εμείς τη ζωή μας)
Ο ρόλος μου σ' αυτή την τρομερή υπόθεση, που τόση σύγχυση έμελλε να προκαλέσει, ήταν να σηκώσω το μεγάλο καθρέφτη -μυστήριο τι μπορεί να χρησιμεύσει ένας καθρέφτης σε τέτοιες στιγμές - ύστερα κάποιος θα 'δινε το σύνθημα και θ' άρχιζε η εξέγερση, αλλά ποιος θα 'δινε το σύνθημα; άλλοι έλεγαν ο φύλακας του πάρκου, άλλοι ο αντικρινός φαρμακοποιός κι άλλοι αυτός ο άγνωστος που περνούσε τ' απογεύματα με το μαύρο καπέλο, αλλά τι σημασία έχει το ποιος, άλλοι κάνουν τις εξεγέρσεις κι ας μην τους θυμάται η Ιστορία -αλλά και ποιο θα ήταν το σύνθημα; άλλοι επέμεναν στη λέξη ΧΙΜΑΙΡΑ, άλλοι στη λέξη ΑΘΩΟΣ, πολλοί έδειχναν το μεγάλο εκκρεμές της πόλης που είχε από χρόνια σταματήσει, αν έμπαινε άξαφνα μπροστά αυτό θα ήταν το σημάδι, άλλοι πάλι κάθονταν στα καφενεία κι ισχυρίζονταν πως θα τους ειδοποιήσουν εν καιρώ,
κι εσείς, θεία Ελβίρα, με ξεχάσατε, μ' αφήσατε δίχως δώρο αυτά τα Χριστούγεννα, βέβαια είσαστε πεθαμένη, αλλά ένα μικρό δώρο τι ψυχή έχει, θυμόσαστε, αλήθεια, θεία, που παίζαμε μες τη μεγάλη σάλα ¨λύκε, λύκε, είσαι εδώ;"
αχ, δεν έχουμε τίποτα δικό μας και θα φύγουμε γρήγορα.

[ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΝΑ ΦΩΤΑ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ]

και μετεκλογικό επιμύθιο: «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μια κάποια λύσις»
http://youtu.be/tR1gzZml4ow

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …