Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΓΙΝΩ Ο ΜΕΓΑΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΘΑ ’ΧΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ Θ’ ΑΝΑΒΩ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ:

Με τα παράξενα λαμπρά κουρέλια της Ούνρα οι εμφύλιοι Έλληνες έμαθαν να πορεύονται φορώντας κορσάζ με χιλιόμετρα κορδόνια, παντελόνια γκολφ και κάσκες από φελλό ντυμένον με καννάβι που μπορούσαν να τον βάψουν με ένα είδος  στουπέτσι ή τεμπεσίρι. Όχι όλοι. Το χειμωνιάτικο πολυφορεμένο κοστούμι παρέμενε η στολή του εθνικόφρονος πατριώτη, ιδίως εάν ήταν δημόσιος υπάλληλος. Τριμμένο στους αγκώνες, ξεχειλωμένο στα γόνατα και στα κωλιά, μπαλωμένο με εξαίσιους κρυπτικούς τρόπους. Πριν εμφανιστούν τα βανάκια με τους δοσάδες, είχα προλάβει να δω κι ένα κάρο γεμάτο υφάσματα, τα λεγόμενα ρετάλια, που οι νοικοκυρές έψαυαν και τέντωναν για να εκτιμήσουν αν θα άντεχαν να γίνουν ρόμπες, ποδιές για τα παιδιά ή γελέκα. Όταν στέγνωσε το αίμα, οι λογοτιμήτες αριστεροί που κρίθηκαν ακίνδυνοι ή αποσυρμένοι, άρχισαν να βγάζουν κάλους στα δάχτυλα εφοδιάζοντας με ποικίλη ύλη περιοδικά και τις μεσαίες σελίδες των εφημερίδων. Ούτως η άλλως, και για καντηλανάφτες ακόμη ήθελαν πιστοποιητικό υγιών φρονημάτων. Χαμηλοί μισθοί, οι μπεκιάρηδες διπλή μερίδα ψωμί στα μαγέρικα και ολίγη ρεβίθια αν οι πατάτες γιαχνί δεν τους χόρταιναν. [Πάνος Θεοδωρίδης, Ντεμί Σεζόν, εγκώμιο στο σπαταλημένο αίμα]


Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, τα καταστήματα νεωτερισμών και μερικά μεγάλα μαγαζιά σε Αθήνα Θεσσαλονίκη έβαλαν δόσεις στα έτοιμα. Οι περίοδοι του νέου ρούχου ήταν η βαρειά χειμωνιάτικη, όπου μια φορά στα τρία έως πέντε χρόνια οι μπρούκληδες αγόραζαν κοστούμι, ενώ ο καθηγητής μας ο Νικόλαος Μάνος, όταν ξεχάσαμε επίτηδες την βαλίτζα του στην εκδρομή της τρίτης λυκείου το 1966, στην Ολυμπία, παραπονέθηκε για το κοστούμι που είχε μέσα και ήταν τσίλικο, αγορασμένο πριν δεκατέσσερα χρόνια.
Ακολουθούσε βραχεία θερινή περίοδος, με πουκάμισα μπάιρον και πέδιλα, αν και το λινό λευκό κοστούμι με τον παναμά και δίτονα παπούτσια ήταν πολύ σπάνια και όποτε η μάνα μου έβλεπε τέτοιον συσταζούμενο, τον αποκαλούσε «αφρικανό πρόξενο».
Με τις τράπεζες κανένας δεν είχε εγκάρδια σχέση και τα βιβλία του σπιτικού που κανένας δεν διάβαζε και σκονίζονταν δεμένα σε κάτι ραφάκια, είχαν χαρτονομίσματα που φύλαγαν ανάμεσα στις σελίδες. Σίγουρη φύλαξη, επειδή η άλλη χρήση των βιβλίων ήταν να πατάμε άνθη και φύλλα για το φυτολόγιο.
Όταν, αγγελικό και μαύρο, φως, εμφανίστηκε το ντεμί σεζόν ως έκφραση που ξεσκόνισαν και ξαναθυμήθηκαν μεσοπολεμικές μοδίστρες, ήταν  ολίγες οι μη αρβανίτικες και μη τούρκικες λέξεις που κολλούσαν στην νεοελληνική καθομιλουμένη , αυτήν που ίδρωναν να μας εκμάθουν οι δάσκαλοι με τα γυρισμένα σακάκια και τις αλλαγμένες μανσέτες.
Η κουπ, το εβαζέ, το έξτρα πρίμα γκουτ, το τρία άλφα Δημητριάδη, η κασμιροφανέλα, το ραιγιόν, δεν ήταν απλή επιστροφή σε έναν κόσμο με χωνεμένη βία, που έμοιαζε παράδεισος μπροστά στους πολέμους και στην κατοχή, στην τρομοκρατία και στους δολοφόνους που κοίταζαν με στοργή το παιδάκι τους, επιστρέφοντας από κυνήγι κεφαλών, ακίνητοι και γελαστοί στην αναμνηστική φωτογραφία.

Ήταν ξόρκι για το χαμένο αίμα.

Διότι το ντεμί σεζόν, έδινε λύση σε ένα εαρινό σύμπτωμα, που έφτανε μαζί με τα φταρνίσματα και τις αλλεργίες: το βαμβακόνημα έδινε δροσιά.
Ο Μάιος ήταν μήνας αλλαγής στολών και ζώνη απορίας των κοριτσιών. Δεν ξέρω τι να βάλω. Έτσι μουρμούριζαν στον καθρέφτη. Τα χειμωνιάτικα τσιμπούσαν το δέρμα και τα καλοκαιρινά τσίτια το πάγωναν. Ήρθαν τα ντεμί, ήτοι τα μπουφανάκια, οι φανέλες κολεγίου, τα λεπτά ντεπιές, και το σύστημα ισορρόπησε.
Θυμάμαι να σκάω με τα χειμωνιάτικα στον δριμύ ήλιο του Μαϊου, τον ιδρώτα παντού, κι έπειτα, ώσπου να φτάσει η κοντομάνικη Ούνρα, την ανακούφιση και την δροσιά στο μέτωπο. Αν και μια χρονιά στον βίο μου, χιόνισε την Πρωτομαγιά, ήταν κανόνας ο άστατος καιρός και η αίσθηση της μουργέλας από τον δυνατό ήλιο.
Στα παζάρια και στο ΚΤΕΛ, οι γέροντες έφταναν φορώντας χειμώνα καλοκαίρι τα ίδια γιδόμαλλα, φανέλα και κακαβράκες, ρίχνοντας το σαγιάκι στον ώμο, όταν η ζέστη περίσσευε. Και οι Κρητικοί ζωοκλέφτες, που τους έστελναν στον βάλτο μας εξορία δεν αποχωρίζονταν τα δικά τους στιβάλια και τις περίτεχνες μπαστούνες, λειασμένες από την χρήση, προσόμοια στην υφή και στη θεωρία με οστά ανακομιδής.
Και μετά, οι ανθοφορίες. Ποτέ δεν ένοιωσα τα στεφάνια στις εξώπορτες και τις ανθοδέσμες από τα λιβάδια ως χίπικη επαναφορά στη φύση. Κάθε λουλούδι κομμένο το έβλεπα ως δολοφονημένο ον. Μόνον που αυτές οι συγκομιδές, δεν έβγαζαν κόκκινο αίμα από τις πληγές τους, αλλά μια χλωρή, υδαρή και διάφανη λέμφο.
Ευτυχώς στην εφηβεία μου συναντούσα συνεταίρους και πλοηγούς στην φρίκη. Με πρώτον τον Σαχτούρη:

Πάλι τί κανιβαλισμός αυτή την Άνοιξη
λουλούδια καταβρόχθισαν τις μέλισσες
πουλιά τούς φάγαν τα εντόστια τα γεράκια
το τριαντάφυλλο έμεινε ολομόναχο
κι ο μενεξές μεταμορφώθη σε κηδεία

Δεν έχω άλλα λουλούδια να σου φέρω
όμως μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
θα ’χω το σπίτι μου πάνω σ’ ένα σύννεφο
θ’ ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο

Σήμερα ακόμα είμαι ένας πλοηγός
συνένοχος για τις λάσπες τα λεμόνια
τους τενεκέδες στο νερό μες στο λιμάνι
τρελαίνω τη σειρήνα σπέρνω το αίμα μου
φορώ γυαλιά από πέτρα και με λένε Πέτρο

Γι΄ αυτό και έβλεπα πάντοτε καχύποπτα τις δήθεν αναίμακτες θυσίες, όπως δίδασκαν οι τυπικές φράσεις από την αρχαιότητα «τα άνθη προσεκόμισεν εις το άλσος» και «στεφανωμένη έπινεν από μεγάλον  κρατήρα η εύθυμος συντροφία των εραστών».
Και θυμόμουνα τους ανθρώπους από την Βαλτική, την Κουτμιτζιβίτσα, από τα μωβ βουναλάκια των οριζόντων, εκεί που τελευταίοι και άκεφα δέχτηκαν τα μονοθεϊστικά δρώμενα, παραμένοντας δενδρολάτρες, ανθοστόλιστοι και χορεύοντας, τραγουδιστές του ανανάγια και του γιαλελέλι, είρωνες και προγραμμένοι του δέκατου τρίτου αιώνα, που μάτιαζαν τις ανάερες αντηρίδες και τους κουμπέδες των πολιτισμένων, να ρίχνουν ένα τελευταίο βλέμμα στα κρανία των προγόνων τους, πριν τους πάρουν στο κυνήγι με πελέκια και τοξεύματα, κάθιδροι μέσα στα σουσάνια τους, οι εραστές του παραδείσου και μονίμως φοβισμένοι από τα παγωμένα αεράκια της κόλασης.


[ΠΗΓΗ: Πάνος θεοδωρίδης, Ντεμί σεζόν, Εγκώμιο στο σπαταλημένο αίμα - αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα CLOUD: http://thegreekcloud.com/ ]

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΛΙΜΝΑΖΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΟΙ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΕΣ, ΟΙ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ, ΟΙ ΑΚΑΠΝΕΣ ΚΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΟΧΛΑΖΕΙ:



Δευτέρα των λέξεων
Ημέρα πρώτη στις γειτονιές της Αλμπα
Και εκείνος βράζει νερό, όλο βράζει νερό
Στο κοίλο κομμάτι της γλώσσας
Εκεί που λιμνάζουν οι λέξεις
Οι αχειροποίητες, οι τοιχογραφημένες, οι άκαπνες
Στο νερό
Στον ατμό
Και εκείνος
Βράζει νερό, όλο βράζει νερό
Μαθαίνοντας πώς συντάσσεται εκείνο που λιγοστεύει
Μαθαίνοντας το πώς τα Π και τα Τ χάνουν την ευθεία της στέγης τους
Το πώς τα ζ και τα ξ ξεριζώνονται
Το πώς φονεύονται τα φωνήεντα
Το πώς η γλώσσα κοχλάζει
Προσφορά των σιωπηλών
Σε εκείνους που σιώπησαν
(Από την υπό έκδοση συλλογή «Αλμπα»)


Η γλώσσα μού δόθηκε κατάστικτη. Ειπώθηκε και επέστρεψε αγκαλιά με αμφίβολα νοήματα, λέξεις αρχαίες γεμάτες αρθριτικά που δεν μπορούν καλά καλά να ψιθυρίσουν το τι σημαίνουν. Λέξεις αυτοσχέδιες, εκκωφαντικές στη βραδυφλεγή ζωή τους, λέξεις επιφωνήματα, άδειες πέρα από την όψη. Η γλώσσα μάς δόθηκε μαζί με τις ώρες εκείνες που η γλώσσα δεν είναι αρκετή, τότε που το γεγονός εξοκέλλει στο αμφίβολο. Πώς να μιλήσουμε για τις ώρες αυτές που οι λέξεις απουσιάζουν; Ποια λέξη στέκει ικανή να εκφράσει τη μη λέξη;
Φοβάμαι τις ώρες εκείνες που οι λέξεις λιγοστεύουν. Οταν ο αριθμός ελαττώνεται προς τη σιωπή, τις ώρες εκείνες που δεν ξέρεις τι να πεις. Ισως γιατί το μέγεθος των γεγονότων καταπίνει το ελάχιστο μέγεθος των λέξεων, ίσως γιατί ενώ μιλάς, κοιτάς τις λέξεις στα χέρια σου και είναι μονάχα λέξεις. Και όμως, αν υπάρχει κάποιος τρόπος να καταλάβεις, αυτός είναι ακριβώς αυτές οι λέξεις. Κάθε ιστορία και κάθε συμπέρασμα, κάθε περιγραφή και κάθε σκέψη βρίσκεται στα λεξικά. Λέξεις εντοιχισμένες σε ένα αυστηρό νόημα, λέξεις ψυχρά καταλογογραφημένες, περιμένουν να στρατευτούν σε φράσεις, να μπούνε σε σειρά μπας και αποκτήσουν νόημα, να αποκτήσουν το ειδικό εκείνο βάρος που παραχωρεί η διαδοχή τους. Και είναι το βάρος αυτό που χάνεται στη δίαιτα εκείνη των ωρών, το βάρος αυτό που καταλήγει να ζυγίζει όσο ένα τίποτα.
Δεν είναι η σιωπή, είναι η εκκωφαντική απουσία της λέξης αυτή που μας ξεκουφαίνει. Και μένουμε εδώ, περιπλανώμενοι σε σελίδες άγνωστων ημερών και άγνωστων βιβλίων, μαθαίνοντας να τσακίζουμε αποκλειστικά τις άδειες σελίδες. Να μην ξεχάσουμε αυτό το λευκό, την ορθογώνια σιωπή, τις σελίδες που υπάρχουν ως παύσεις, ως γεμίσματα, ως σημεία εκτός μέτρησης. Κάπου εδώ κατοικούμε, στον εκτός μέτρησης χρόνο, σε σελίδες-γεμίσματα ενός βιβλίου, σε άδειες παρενθέσεις. Από ποιο υλικό και ποιο μέταλλο θα φτιάξουμε τις νέες λέξεις; Και ποια υπηρεσία θα κόψει τις λέξεις αυτές στο μέτρο του παρόντος;
Η τραγωδία του ανθρώπου συνίσταται στο ότι το μόνο εργαλείο που έχει για να κατανοήσει τον κόσμο και τις εκφάνσεις του -ως μέρος του κόσμου αυτού και κομμάτι του- είναι περιορισμένο, και κουβαλά κάθε φορά ακριβώς αυτή την αδυναμία κατανόησης σε κάθε του καταγραφή. Οσο και να ρουφιέται, το μέγεθος του κόσμου δεν χωρά στο μέγεθος της γλώσσας. Και η κάθε λέξη κουβαλά το μερίδιο της σιωπής που της αντιστοιχεί. Ετσι, κάθε φορά που λέμε ή γράφουμε κάτι, διατυπώνουμε ταυτόχρονα όλα όσα δεν μπορούν να ειπωθούν. Ισως γι' αυτό να καταφεύγουμε στην ποίηση, σε αυτή την άλλη γλώσσα, εκεί που η διαδοχή, το βάρος και το νόημα απελευθερώνονται και μιλούν με έναν νέο, δικό τους τρόπο, κυριολεκτώντας πέρα από την κυριολεξία, σημαίνοντας πέρα από τη σημασία.
Ίσως γι' αυτό να καταφεύγω για άλλη μια φορά στον αγαπημένο ποιητή Λεοντάρη, για να τελειώσω αυτό το άρθρο. Γιατί η σιωπή μπορεί να μας επιλέγει, αλλά δεν είναι επιλογή:

Βλέπω στις ερημιές να σου χιμούν ρεκάζοντας τέρατα
 απαντήσεις
να σου κατασπαράξουν το αίνιγμα
ώσπου να φτάσεις κάποτε
στη χώρα που την κατοικούν οι αντιλέξεις
Τόσο πυκνές που έλκουν πίσω και ρουφάν το νόημά τους
Καμμιά απολύτως μαρτυρία δεν έχουμε για αυτές
Και δεν αρκεί να ονοματίσεις κάτι για να υπάρξει
[ΠΗΓΗ: Θωμάς Τσαλαπάτης - Πατρική γλώσσα από τη  στήλη του ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ στην εφημερίδα ΣΥντακτών tsalapatis.blogspot.gr]

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

«ΠΟΛΕΜΟΣ και ΠΟΛΕΜΟΣ», μια εμπνευσμένη πρόταση για ένα σύγχρονο πολιτικό μυθιστόρημα, που αποδείχθηκε προφητικό

Στην αερογέφυρα πάνω από τις σιδηροδρομικές γραμμές κοντά στη Βουδαπέστη, ένας ψηλός άντρας με πυρετώδη μάτια και μακρύ πανωφόρι δέχεται επίθεση από μια συμμορία παιδιών οπλισμένων με ξυράφια. Η φόδρα στο ρούχο του κρύβει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό αφού μόλις έχει ξεπουλήσει τα υπάρχοντά του για να επιχειρήσει το «μεγάλο ταξίδι», αλλά δεν τους το αποκαλύπτει. Αρχίζει όμως να τους μιλά ακατάπαυστα με έναν λόγο παραληρηματικό και χειμαρρώδη γι’ αυτό που του συμβαίνει, για το ότι έγινε μόλις 44 χρονών και κατάλαβε πως όλα είναι μάταια και όλα μας ξεπερνούν, πως δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει τίποτα το ωραίο και ευγενές στον κόσμο, κι αυτό του προκαλεί βαθιά κατάθλιψη, και νιώθει ότι θα αποκολληθεί το κεφάλι του. Οι ώρες περνούν, τα επτά παιδιά των 9-14 χρονών περιμένουν τσιτωμένα και βουβά το απογευματινό τρένο για να το γδύσουν, κι εκείνος καθισμένος οκλαδόν ανάμεσά τους, πιεσμένος από τον φόβο του, συνεχίζει τον ατελείωτο μονόλογό του για ένα μυστηριώδες χειρόγραφο που απαντά στην αμνησία της ανθρωπότητας, και για την «αποστολή» του να το μεταγράψει «στη μνήμη δισεκατομμυρίων υπολογιστών» πηγαίνοντας στη Νέα Υόρκη, «όπου όλα συμβαίνουν και όλα αποφασίζονται»… Κι έτσι, μιλώντας σαν παλαβός, τα υποχρεώνει να στρέψουν την προσοχή τους επάνω του, επάνω στην αγωνία του για το νόημα της ζωής, και εντέλει εξουδετερώνει τον επιτιθέμενο που κρύβουν το καθένα μέσα τους. Ένας τόσο ευάλωτος άνθρωπος, αναχαιτίζει τη βία. Είναι ο πρώην αρχειοφύλακας Γκιόργκι Κόριμ, ο κεντρικός χαρακτήρας στο μυθιστόρημα Πόλεμος και πόλεμος (εκδ. Πόλις, μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου) και βρίσκεται αντιμέτωπος με το πνεύμα της βίας σε κάθε του βήμα, από τη σύγχρονη Ουγγαρία και τις ΗΠΑ με κατάληξη στην Ελβετία.


Το ίδιο πνεύμα καταδιώκει και τους τέσσερις πρωταγωνιστές του χειρόγραφου κειμένου που τον στοιχειώνει. Είναι τέσσερις φιλόσοφοι-εξερευνητές, άντρες αγνοί και χρηστοί, οι οποίοι περιπλανώνται στα αλλοτινά κέντρα του κόσμου, στο προ-νεωτερικό και στο νεωτερικό ευρωπαϊκό παρελθόν, μελετώντας τον δημιουργικό οίστρο των ανθρώπων και την καταστροφική μανία που τελικά επικρατεί. Αντίστοιχα, την ίδια λογοτεχνική στρατηγική απέναντι στο σκοτάδι χρησιμοποιεί και ο Λάσλο Κράσναχορκαϊ, ο δημιουργός αυτών των αφηγήσεων που καβαλάνε η μία την άλλη, χωρίς να ακολουθούν την αλληλουχία των πραγμάτων με μια γραμμική τάξη. Έτσι, με έναν εσχατολογικό λόγο που αγγίζει τα όρια της ψύχωσης, με την εμμονή του σε λεπτομέρειες, εμβαθύνσεις και επαναλήψεις, με μακροπερίοδες φράσεις που ακολουθούν έναν ιλιγγιώδη ρυθμό γεννώντας υποβλητικές ποιητικές εικόνες, καθώς και με τις μελαγχολικές σκέψεις του για την πραγματικότητα που δεν αφήνει κανένα χώρο για προσδοκίες και ελπίδες, ο Κράσναχορκαϊ καταφέρνει να καθηλώσει τον κορεσμένο και δύσπιστο αναγνώστη, στο όνομα της ουσίας των ανθρώπινων πραγμάτων. Της ουσίας που νοθεύτηκε, όπως φωνάζει ο Κόριμ, από τη συμμορία των «άθλιων υποκειμένων» που εξουσιάζουν τον κόσμο.

Ενας σύγχρονος προφήτης
Ο σπουδαίος αυτός Ούγγρος συγγραφέας, που ανακαλύφθηκε από τους Δυτικοευρωπαίους και τους Αγγλοσάξονες μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», είναι σήμερα, στα 60 του, υποψήφιος για το Διεθνές Bραβείο Man Booker 2015. Στην Ελλάδα μεταφράζεται για πρώτη φορά, και διαβάζοντάς τον καταλαβαίνει κανείς γιατί η κριτική τον παραλληλίζει με τον Μέλβιλ, τον Γκόγκολ, τον Μπέκετ ή τον Τόμας Μπέρχαρντ, γιατί σημαντικοί συγγραφείς όπως ο Κολμ Τόιμπιν θέλησαν να του πάρουν συνέντευξη, γιατί η Σούζαν Σόνταγκ τον αποκαλούσε «μετρ της Αποκάλυψης». Αλλά και γιατί το Πόλεμος και πόλεμος είναι μια εμπνευσμένη πρόταση για ένα σύγχρονο πολιτικό μυθιστόρημα.

Η δύναμη του Κράσναχορκαϊ πηγάζει από την εκπληκτική ικανότητά του να εγκιβωτίζει διαφορετικές αφηγήσεις στην ίδια δαιδαλώδη φράση. Περιπλέκει διαφορετικές εποχές, κουλτούρες, καθημερινότητες, στάσεις ζωής με συνδετικό ιστό την ίδια αγωνία για τις αρχές, τις αξίες, τις προτεραιότητες, επομένως και για τις πολιτικές επιλογές που διέπουν την κοινωνία των ανθρώπων. Έτσι ο αναγνώστης παρακολουθεί τον Κόριμ σε μια άθλια σοφίτα στη Νέα Υόρκη, να μιλά ακατάπαυστα σε μια Πορτορικάνα που του έχει γυρισμένη την πλάτη και μαγειρεύει. Είναι η κακοποιημένη σύντροφος του αχρείου διερμηνέα ο οποίος τον βοήθησε. Αυτή είναι το κοινό του, που δεν καταλαβαίνει τα ουγγρικά, αλλά τον νιώθει, και τον ακούει να της αφηγείται τις περιπέτειες των τεσσάρων ουμανιστών του χειρογράφου. Όμως ο αναγνώστης ακούει ταυτόχρονα και τα ερωτήματα και την οδύνη του Κόριμ. Και τον βλέπει να περιπλανιέται στη Νέα Υόρκη σαν σε σύγχρονη Βαβέλ, όπως βλέπει το χειρόγραφο σαν το Βιβλίο της ζωής, όπως βλέπει τους τέσσερις σαν αγγέλους της Αποκάλυψης.

Ο Κάσερ, ο Φάλκε, ο Μπεγκάντζα και ο Τοότ εμφανίζονται από το πουθενά σε τόπους που υπόσχονται ειρήνη, όμως η υπόσχεση αυτή δεν πραγματώνεται ποτέ. Ο Κράσναχορκαϊ τους οδηγεί στη Μινωική Κρήτη -«το λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού»- μια Εδέμ έμπνευσης, κουλτούρας και χαράς της ζωής, μετά στην Πρωσική Κολονία του 1867 όταν κτίζεται ο μεγαλειώδης καθεδρικός ναός και ο άνθρωπος συνομιλεί με το θείο, έπειτα στην αναγεννησιακή Βενετία όταν θριαμβεύει το δημοκρατικό πνεύμα, και στη συνέχεια στην Ισπανία κατά την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και στη Βρετανία όπου το τείχος του Αδριανού υπενθυμίζει την Pax Romana. Ομως πάντα το πολεμικό πνεύμα υπερισχύει. «Η Ιστορία εξελίσσεται αδυσώπητα προς τη φορά της επέκτασης του βασιλείου της βίας». Και οι τέσσερις δεν βρίσκουν ποτέ τον δρόμο «από τον πόλεμο στην ειρήνη» και δεν υπάρχει γι’ αυτούς θύρα εξόδου, «παρά μόνο πόλεμος και πόλεμος παντού».

Το μυθιστόρημα Πόλεμος και πόλεμος εκδόθηκε τις παραμονές του 21ου αιώνα (1999) και αποδεικνύεται προφητικό. Η τραγική εξέλιξη του κόσμου συνεχίζεται στη Νέα Εποχή, η σκληρότητα, η προδοσία, η ατιμία, ο φθόνος, το ψέμα, η μετριότητα, η ανελευθερία θριαμβεύουν κι ο Κράσναχορκαϊ, παίρνοντας θέση υπέρ των ηττημένων της Ιστορίας, καλεί τον άνθρωπο του μέλλοντος να αλλάξει κριτήρια. Να (ξανα)διαβάσει τη ζωή με κριτήρια ουμανιστικά.

Το αήττητο σύστημα
«Δεν τρελάθηκα, αλλά βλέπω τόσο καθαρά λες και είμαι τρελός». Είναι τα λόγια του Κόριμ στον θαμώνα ενός μπαρ, όταν, το 1992, συλλαμβάνει τον μηχανισμό που οδηγεί τον κόσμο στο τέλος του. Το οραματικό αυτό επεισόδιο συνιστά πολιτική καταγγελία του συστήματος «που αυτό-λαδώνεται» και σχολιάζει τον αφοπλισμό όσων αντιστρατεύονται το status quo. Ο Κράσναχορκαϊ το ξεχωρίζει τιτλοφορώντας το «Η έλευση του Ησαΐα». Ο δικός του προφήτης είναι ο τσακισμένος άνθρωπος που βλέπει πως ό,τι καλό, έντιμο, αληθινό και μεγαλειώδες έχει υπάρξει, έχει ενσωματωθεί πλήρως στη χυδαιότητα του κόσμου. Αυτοί που κρατούν τα ηνία της εξουσίας το αμαυρώνουν με σατανικό τρόπο. Δεν το καταστρέφουν αλλά το οικειοποιούνται και το αλλοιώνουν, το στηρίζουν και το εκμεταλλεύονται. Δεν το αφανίζουν αλλά το μολύνουν. Είναι «ένας ατέλειωτος ύπουλος πόλεμος» που διαφθείρει ό,τι αγγίζει και έτσι το κατακτά. Αυτά, για να μην έχουν οι αναγνώστες αυταπάτες…

[ΠΗΓΗ: Μικέλα Χαρτουλάρη, Ο ΜΕΓΑΣ ΚΡΑΣΝΑΧΟΡΚΑΪ, στη στήλη της Ο ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ στην Εφημερίδα των Συντακτών]