Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΒΕΖΟΥΒΙΟΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ, ΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ (είναι να φτάσουν σήμερα, αύριο):

Δεν ξέρω τι καιρό έκανε στην Πομπηία λίγο πριν τον μεγάλο χαμό. Τέλος Αυγούστου ήταν, Μεσόγειος είναι, μπορείς βάσιμα να υποθέσεις πως έκανε ζέστη, ο κόσμος έπινε, έτρωγε, φιλούσε, υπέφερε, κοιμόταν, έχυνε, μάλωνε, χάιδευε τα μαλλιά των παιδιών του, έπαιζε με τα ζωντανά του, μετρούσε δηνάρια και τα κιλά της σοδειάς, καθημερινά πράγματα που δεν τους δίνεις σημασία παρά μόνον αν δεν υπάρχει αύριο… Ο φετινός Ιούνιος είναι μαλωμένος με το θέρος. Βρέχει καθημερινά. Ζέστη δεν ξέρουμε ακόμη τι θα πει εδώ στα βόρεια, οι μπαλκονόπορτες τα βράδια σχεδόν σφαλίζουν, η ψύχρα και η υγρασία τις νύχτες δεν χαμπαριάζουν από ημερολόγια. Κατά τα άλλα η ζωή μας κυλάει κανονικά. Πίνουμε, τρώμε, φιλάμε, υποφέρουμε, κοιμόμαστε, χύνουμε, μαλώνουμε, χαϊδεύουμε τα μαλλιά των παιδιών μας, την κοιλιά των ζωντανών μας, μετράμε ευρώ, μετράμε τα τελευταία κέρματα, μετράμε ώρες και πληρώνουμε λογαριασμούς, καθημερινά πράγματα που δεν τους δίνεις σημασία παρά μόνον αν δεν υπάρχει αύριο.


Υποθέτοντας ότι δεν υπάρχει κάποιος κρυμμένος Βεζούβιος κάτω απ΄ τα πόδια μας ή μέσα μας, υπάρχει αύριο. Όχι για όλους, μέχρι να γράψω αυτές τις δέκα γραμμές τρεις άνθρωποι θα έχουν πεθάνει σ’ αυτή τη χώρα, αν χτυπήσει κάποιο τηλέφωνο και καθυστερήσω να βάλω τελεία μπορεί να γίνουν και πέντε, έξη, αλλά εξόν απ’ τους διακόσιους ενενήντα που μας αποχαιρετούν δια παντός καθημερινά, οι υπόλοιποι θα είναι εδώ και αύριο. Το πώς, άλλη ιστορία.

Θέλω να καταλήξω πως ο,τι και να αποφασιστεί εκεί στα κατωχωρικά γαλατικά εδάφη της κάποτε Germania Inferior των Ρωμαίων, κάποιοι θα θυσιαστούν -αν και εξ όσων θυμάμαι δεν είχε Μινώταυρο στα στενά της Πομπηίας μα σήμερα θα βρεις κάμποσους πρόθυμους μακελάρηδες εδώ και παραέξω-, κάποιοι θα μείνουν πίσω ανέστιοι, κάποιοι θα πλουτίσουν πάνω στις στάχτες, κάποιοι θα έχουν προλάβει να φύγουν μακριά, πάντα έτσι γίνεται στις κάθε λογής Πομπηίες. Δεν είναι ντε και καλά history repeating, δεν είναι κισμέτ μα ούτε και save & restart παιχνιδάκι.

Μα το χειρότερο  για μένα, τον ενίοτε εκτός τόπου και χρόνου (αυτοπροστασία για να μη σκάσει ο Βεζούβιος μέσα μου) είναι πως κανένα live δεν θα γίνει πάνω στα ερείπιά μας. Το πολύ πολύ να εμφανιστεί κανείς Παντελίδης. Live at Grecaei.
[by Kapa, από το ιστολόγιο του a man called]

ΤΟ ΥΨΟΣ ή ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΜΙΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ (by katabran, από το ιστολόγιο της):
Όλα γύρω λάμπουν σαν φρεσκοκομμένα νομίσματα…
και ζαλίζει ο θόρυβος των κερμάτων που πέφτουν στα τενεκεδάκια των ζητούντων…
η αγριάδα της διπλής όψης!
Κι όταν τον άλλη μέρα,
κάποιοι σκοτώνουν την μέρα,
κάποιοι σκοτώνουν την ώρα,
μέχρι μια νέα συνάντηση,
μια νέα στιγμή θριάμβου,
σίγουροι ότι ο κόσμος θα υπάρχει,
και δεν θα ’χει γίνει επιτραπέζιο,
και δεν θα ’χει γίνει κατακλυσμός,
κι αυτή στιγμή θριάμβου θα είναι!
όπως και οι άλλες!
οι σύντομες…
οι έντονες…
οι αξέχαστες…
μα οι πάντα «στιγμές θριάμβου!»
όταν καταργείται η μοναξιά και τα πλήθη κραυγάζουν,
αυτοκρατορικό συμβούλιο, θεσμοί, συμβούλια, κόμματα,
όχι μόνον του Ιούνη μα και τα προηγούμενα,
ήρεμοι και με συναίσθηση της ευτυχίας τους,
ατενίζουν το μέλλον,
από το ύψος της εξέδρας του κοινού τους θριάμβου…
μετά,
επειδή ο θρίαμβος προετοιμάζεται κι έχει τη φασαρία του μέχρι να επιτευχθεί,
πρέπει να ασχοληθεί κάποιος
με το ύψος ή το είδος της βοήθειας
και με κάποια γραφειοκρατικά που έχουν να κάνουν με τις συνθήκες…
αναμεταξύ και κάπου-κάπου πατριώτη μου,
κάτι σκίρτησε μέσα μου κι ξανοίχθηκα και δόθηκα
και προσπάθησα  να είμαι συμπαθητική, χαμογελαστή, διασκεδαστική, χουβαρντού, διαβαστερή, τέλεια χορεύτρια, πρώη συζητητής κι εγώ…

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ, ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΥΤΟΙ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΛΥΣΙΣ:
Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φτάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στη Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθονται οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα.
Τι νόμους θα κάμουν πια οι Συγκλητικοι;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυο μας ύπατοι κι οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια,
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους

-Γιατί κι οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα
κι αυτοί βαριούνται ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κι η σύγχυσις (τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κι οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφτασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.


Και τώρα τι θε γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΠΙΟ ΑΛΗΘΙΝΟΙ (;), τελειοποιούμε τα ατομικά μας true lies.

Προχτές, την ώρα του Νειμάρ τζούνιορ, η -για εκατομμυριοστή φορά- συζήτηση για το ίδιο θέμα, κατέληξε ξανά (καμία έκπληξη) στο ίδιο συμπέρασμα. Η φύση του ανθρώπου, ειδικά του άντρα, δύσκολα αλλάζει. Και στριμωγμένος σε ένα μπαλκόνι να ‘σαι, λίγο αλκοόλ παραπάνω, λίγη αλλότρια γυμνή -άσπρη, ακόμη- σάρκα παραπάνω (βλέπεις μπάλα αλλά δεν παύεις να αναγνωρίζεις και αλλού το Ωραίο και επιθυμητό), λίγη ζέστη παραπάνω (και φεγγάρι που δεν σβήνει τον Ιούνιο παρά μόνο όταν ζεματάνε οι προβολείς στις δέκα παρά τέταρτο το βράδυ, πώς αντέχουν να ζουν οι βόρειοι με τόσες νύχτες κολλημένες η μια δίπλα στην άλλη; ) μα -κυρίως- λίγη εκούσια ή ακούσια απομόνωση από την Κόλαση των άλλων (έτσι θες να νομίζεις) και όλα μοιάζουν αντιμετωπίσιμα, μαχητά, υποφερτά, έστω για πέντε-δέκα-σαρανταπέντε λεπτά. Καλύτερα από χρυσόψαρα, χειρότερα από ελέφαντα αλλά πάντοτε ελέφαντες σε γυάλα. Άγαρμποι, προβλέψιμοι, μονοκόμματοι (γιατί να είναι μεμπτό αυτό; ) κι ας βαυκαλιζόμαστε πως τα χρόνια μας κάνουν καλύτερους διαχειριστές στα πάθη, τις εμμονές και τις αδυναμίες μας.

Eννιά λέξεις, δανεικές, ούτε καν, κατακλεμμένες. Και η εικόνα το ίδιο. Το καράβι εχάθη (αν υποθέσουμε πως είχε δέσει, κάποτε), οι μουσικοί   -απλοί περαστικοί, μα ας είναι, ταιριάζει στην περίσταση η κούραση, η απορία, η ανία, η απελπισία τους-  σκέφτονται αν πρέπει να παίξουν. «Πρέπει». Για ποιόν; Aποχαιρετισμό ή σινιάλο, ελλείψει φάρου, για να επιστρέψει; Τι; Γιατί; Κουραστήκαμε κι εμείς, κρύο, ζέστη, κρύο ξανά. Αλλά πάλι γράφουμε. Τι; Για ποιόν; Ούτε για αποχαιρετισμούς, ούτε για σινιάλα είμαστε.

Λέει ο άλλος, «μεγαλώνοντας γινόμαστε πιο αληθινοί, αυτό νομίζω». Μπορεί. Μπορεί να τελειοποιούμε τα ατομικά μας true lies. Ίσως. Δεν μπορώ ποτέ να τον μεταφράσω επαρκώς, πολλές φορές νομίζω πως μας περιπαίζει απολαμβάνοντάς το.



Αφορμή παίρνω και σκέφτομαι πόσο ωραίο θα ήταν να μη διστάζαμε άλλο μπρος στο προφανές, ότι δηλαδή το πρώτο ημίχρονο τέλειωσε κουτσά στραβά με σκορ διαχειρίσιμο (αλλά μακριά από τις, ως και ανερμάτιστες, προσδοκίες μας όταν βγαίναμε στο γκαζόν) και ή επιτέλους παίζουμε μπάλα στο δεύτερο αδιαφορώντας για την -ως και ανύπαρκτη- κερκίδα κι ας χάσουμε 7-0, κλείνουμε τα αυτιά στα by the book συστήματα του κόουτς-αφεντικού (πότε έβλαψε ο αυτοσχεδιασμός διάολε; πόση καύλα χάρισες στα μάτια σου ταΐζοντάς τα γερμανούς και ιταλούς να παίζουν μπάλα; ), ναι μεν δεν είναι σπριντ αλλά μαραθώνιος αλλά και πότε είχαν πλάκα οι μαραθώνιοι της υπομονής; σκέφτεσαι με τις ώρες, με τους μήνες, με τα χρόνια, δεν γίνεται να πολεμάς και με τις σκέψεις και με τους άλλους, δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από τη ράτσα των «στο τέλος νικητής», λασπωνόμαστε, ματώνουμε, τρώμε χόρτο, τρώμε χύμες, τρώμε γκολ αλλά τουλάχιστον βάζουμε καναδυό και μετά πάμε στα αποδυτήρια όχι για να ετοιμαστούμε για το επόμενο παιχνίδι (αργήσαμε μα το μάθαμε πως ήταν νοκ-άουτ το ματς, άσχετα αν οι παπάδες φαγώνονται επί αιώνες να μιλάνε για αέναη παράταση) αλλά για να πλυθούμε  και να φύγουμε όμορφοι με τον τρόπο μας, καθαροί και αρτιμελείς. Ας μας θυμάται κάποιος όχι ως Τζορτζ Μπεστ, σιγά. Ως Τζορτζ Σάμπαντι. Ένιμπάντι. Τζορτζ, σκέτο.

Τα (ας είναι και άδεια, ας είναι και με σβησμένους προβολείς) Ολντ Τράφορντ μας, θα μας ευγνωμονούν αν έστω μια φορά, έστω στις -αν είμαστε τυχεροί- καθυστερήσεις, μας δουν με μάτι που γυαλίζει. Ακόμη και με το σώβρακο πεσμένο ως τα γόνατα, τα κορδόνια μισολυμένα, χωρίς να υπάρχει έστω μια τρίχα στο κεφάλι μας να ανεμίζει στις επικές μας επελάσεις προς το «εκεί». Στημένοι -άθλιο, σιχαμερό κατενάτσιο- πίσω απ΄το «εδώ», ούτε μισή ιστορία επικού διασυρμού και άγριας, σχεδόν πρωτόγονης χαράς για το γκολ της τιμής θα έχουμε να διηγηθούμε. Ποιός δίνει έστω μια δεκάρα να ακούει ιστορίες για κάλπικα 0-0

[ΠΗΓΗ: Τα κάλπικα 0-0 (μηδέν μηδέν..) by kappa, από το ιστολόγιο  A MAN CALLED, I'm not bad, I'm just drawn that way: http://amancalledkkmoiris.com/ ]