Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Αν, έξαφνα, απέμενε να διατυπωθεί μια μόνο πρόταση ακόμα, αυτή θα μπορούσε να είναι το ρητορικό ερώτημα; «τι νόημα έχουν όλα αυτά»;

Αλλά, ευτυχώς ή δυστυχώς, απομένουν ακόμα πολλές προτάσεις που δυνητικά μπορεί κανείς να διατυπώσει... Οπότε, το όποιο νόημα, μπορεί να περιμένει...
«... εδώ είναι χειμώνας, είπε, αλλά εκεί κάτω, αντίθετα, ήταν άνοιξη, η πιο ωραία εποχή, όταν ο ήλιος λάμπει δίχως να καίει, όταν φυσά, όχι όμως δυνατός άνεμος, αλλά μια ελαφριά αύρα, όταν ο ουρανός είναι γαλήνιος, διαυγής και γαλανός, όταν το πράσινο των δασών σκεπάζει τους γειτονικούς λόφους, με λίγα λόγια, δεν μπορούσαν να ονειρευτούν καλύτερη εποχή για να ταξιδέψουν… και αφέθηκαν να λικνιστούν από την άμαξα που προχωρούσε μέσα από το αμαξωτό δρόμο, έμειναν για λίγο σιωπηλοί, και μετά ο Κάσερ, ξανάπιασε το νήμα των σκέψεων του για την αγνή αγάπη, εντελώς αγνή, μόνο αυτή…. οι άλλες μορφές αγάπης δεν τον ενδιέφεραν , η εντελώς αγνή αγάπη για την οποία μιλούσε αντιπροσώπευε για κείνο, την πιο βαθιά και την πιο ευγενή μορφή αντίστασης, μάλιστα τη μοναδική, γιατί μόνο αυτή η αγάπη θα βοηθούσε τον άνθρωπο να κατακτήσει την απόλυτη και άνευ όρων ελευθερία του, πράγμα που θα τον καθιστούσε επικίνδυνο για τον κόσμο που τον περιέβαλε, ναι, έτσι είναι, και αν το καλοσκεφτούμε, ο ερωτευμένος άνθρωπος είναι ο πιο επικίνδυνος απ’ όλους, γιατί είναι αυτός που αποστρέφεται βαθύτατα το ψέμα, θα ήταν ανίκανος να πει ψέματα και θα ένιωθε καλύτερα από τον καθένα τη σκανδαλώδη διαφορά ανάμεσα στην αγνή, από τη φύση της, αγάπη, και στη διεφθαρμένη, από τη φύση της, τάξη του κόσμου και αυτό δεν σήμαινε πως η αγάπη ήταν η ενσάρκωση της τέλειας ελευθερίας, αλλά ότι αυτή η αγάπη έκανε ανυπόφορη την έλλειψη ελευθερίας και αυτό που έλεγε ήταν το ίδιο με αυτό που έλεγε ο Κάσερ, αλλά με άλλες λέξεις, σε κάθε περίπτωση, συνέχισε ο Κάσερ, εάν η ελευθερία η οποία απορρέει από την αγάπη αντιπροσωπεύει το υψηλότερο στάδιο της ανθρώπινης κατάστασης, κατά έναν περίεργο τρόπο, αυτή η ελευθερία παραχωρείται πάντα μόνο στα μοναχικά άτομα, με άλλα λόγια, αυτή η αγάπη είναι μία από τις περιπτώσεις άλυτης μοναξιάς, με συνέπεια, όλα αυτά τα εκατομμύρια αγάπης, όλα αυτά τα εκατομμύρια αντίστασης, όλες αυτές οι προσωπικές εμπειρίες που επιβεβαιώνουν τον ανυπόφορο χαρακτήρα αυτού του κόσμου ο οποίος πάει ενάντια στο ιδανικό τους, δεν θα μπορούσαν ποτέ να ενώσουν τις δυνάμεις τους, με συνέπεια, ο κόσμος να μην είναι ακόμα ικανός να κάνει την πρώτη του ριζοσπαστική επανάσταση, η οποία, ωστόσο, λογικά και πραγματικά, θα έπρεπε να είχε ήδη συμβεί, η ριζοσπαστική επανάσταση αυτού του κόσμου που εναντιώνεται, με λόγια και με πράξεις, σ’ αυτό το ιδανικό, δεν έχει λάβει ακόμα χώρα και δεν επρόκειτο να λάβει ποτέ, είπε ο Κάσερ χαμηλώνοντας τη φωνή του, και μετά έπεσε σιωπή, έμειναν αμίλητοι, και για πολλή ώρα δεν άκουγαν πια παρά μόνο τις φωνές του αμαξά, ο οποίος ενθάρρυνε τα άλογα να σκαρφαλώσουν στην πλαγιά, άκουγαν τους τροχούς της άμαξας που διέσχιζε την κοιλάδα…
 [μικρό απόσπασμα από το βιβλίο ΠΟΛΕΜΟΣ και ΠΟΛΕΜΟΣ του Λάσλο Κρασναχορκάι σε μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου]



Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ, ΕΝΑΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΑΜΥΝΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΜΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ: [έμμεσο άλλα εύστοχο σχόλιο για την… επιδίωξη «υστεροφημίας» δια μέσου της… κοινοποίησης στοχασμών στα χρονολόγια του διαδικτύου]
«...κι αυτό το χειρόγραφο, το ένα και σημαντικό έγγραφο που είχε φτάσει ποτέ στα χέρια ενός αρχειοφύλακα, ο μοναδικός θησαυρός της ζωής του, άσκησε τέτοια γοητεία πάνω του, που είχε πει ότι δεν μπορούσε να το κρατήσει μόνο για τον εαυτό του, όπως θα έκανε ένας χυδαίος κλέφτης, αλλά έπρεπε να κοινοποιήσει, σαν άλλος κλέφτης, την ύπαρξή του σε όλο τον κόσμο, που είχε κιόλας αρχίσει να χάνει την αξιοπρέπεια του, η οποία για τέτοιου είδους ενέργειες, είναι αναγκαία, ούτε στον κόσμο του αύριο που σίγουρα θα την έχανε κι εκείνος, ούτε στον χθεσινό που θα την είχε χάσει εδώ και καιρό, αλλά στην αιωνιότητα: η αιωνιότητα έπρεπε να γνωρίσει την ύπαρξη αυτού του μυστηριώδους έργου, και θυμάται λοιπόν ότι είχε σκεφτεί τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει, και μετά, μια μέρα, κι ενώ είχε πάρει το αυτί του μια συζήτηση σ’ ένα εστιατόριο, του είχε κατέβει η ιδέα να μεταφέρει το χειρόγραφο στη μνήμη δισεκατομμυρίων υπολογιστών, η οποία, απέναντι στη γενικευμένη αμνησία της ανθρωπότητας, είχε γίνει μια προσωρινή νησίδα αιωνιότητας, και λίγο τον ενδιέφερε, κι επιμένει σ΄αυτό το σημείο, λίγο τον ενδιέφερε πόσο θα διαρκούσε αυτή η ιστορία με τους υπολογιστές, το σημαντικό, εξήγησε ο Κορίμ (ΣΗΜ. ο ήρωας του βιβλίου ΠΟΛΕΜΟΣ και ΠΟΛΕΜΟΣ) στη γυναίκα στην κουζίνα, θα ήταν, μεταξύ των εκατομμυρίων συνδεδεμένων μεταξύ τους υπολογιστών να δημιουργηθεί ένας εικονικός χώρος μνήμης, έστω και μία φορά, ακόμα κι αν δεν έμοιαζε αυτό, όπως το υποψιαζόταν –υποψίες που είχαν επιβεβαιωθεί μετά από πολύωρο στοχασμό- να έχει κάποια συγγένεια με την αιωνιότητα, έναν χώρο λοιπόν, μέσα στον οποίον να μεταφέρει αυτό που του κληροδοτήθηκε, και σκεφτόταν ότι είχε δίκιο να εκτιμά ότι δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει την αιωνιότητα παρά μόνο μέσα από το αιώνιο, και λίγο τον ενδιέφερε τι θα συνέβαινε μετά, ή ο βούρκος, το σκοτάδι, και ο Κόριμ χαμήλωσε τη φωνή του, η άκρη ενός καναλιού, ένα δωμάτιο άδειο και ψυχρό, εδώ και λίγο καιρό, λίγο πια τον ενδιέφερε ο τρόπος με τον οποίο θα τελείωνε, με μια σφαίρα, ή αλλιώς, το σημαντικό ήταν να αρχίσει και να ολοκληρώσει, εδώ στο κέντρο του κόσμου, την αποστολή που ανέλαβε, και να παραδώσει, αν του επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσει έναν τόνο λίγο παθιασμένο, αυτό που είχε παραλάβει, να τοποθετήσει μέσα στο βασίλειο της εικονικής μνήμης αυτή τη συγκλονιστική αφήγηση, της οποίας το μοναδικό στοιχείο που ήταν σε θέση να αποκαλύψει τώρα, αφού θα το παρουσίαζε αργότερα, και για να μιλήσει και λίγο ωμά, ήταν ότι μιλούσε για μια γη που εγκατέλειψαν οι άγγελοι, και, πραγματικά, είπε ο Κόριμ, εάν το κατάφερνε, λίγο θα τον ενδιέφερε η συνέχεια, λίγο θα τον ενδιέφερε η νύχτα, λίγο θα τον ενδιέφερε ο βούρκος»


 [μικρό απόσπασμα από το βιβλίο ΠΟΛΕΜΟΣ και ΠΟΛΕΜΟΣ του Λάσλο Κρασναχορκάι σε μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …