Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ

Περπατούσε πάντα με πολύ στητή πλάτη. Της είχε μείνει από τη μαθητεία της στο μπαλέτο. Η δασκάλα της κρατούσε κάτι σαν χάρακα. Ποτέ δεν κατάφερε να δει τι ακριβώς ήταν. Της ίσιωνε τη στάση του κορμού, τη θέση των ποδιών, την κίνηση των δαχτύλων. Υπέροχη η μουσική ζωγράφιζε τις διαστάσεις. Κι εκείνη έπρεπε να χυθεί μέσα τους απόλυτα ρευστή, απορροφώντας κάθε κραδασμό πραγματικού. Κάθε τι που θύμιζε πως αυτό ήταν ένα σώμα απλά προορισμένο να κουβαλά πέρα δώθε το μυαλό της. Κάποτε αγαπούσε το χορόΘα έμενε λοιπόν για πάντα εκεί να πληκτρολογεί με τη βοήθειά του τις εμπειρίες της, μιλώντας για πλάσματα όμοια με την ίδια, ξεδιπλώνοντας αργά τα χαρακτηριστικά των προσώπων, τη στητή τους πλάτη, το πώς ανασαίνουν, ζουν ή σκέφτονται. Θα διηγούνταν λέξη λέξη, φράση φράση, σελίδα σελίδα την ιστορία τους.  Για να μείνει έστω η μνήμη. Κι ας είναι μια μνήμη μισή. Για πάντα πιασμένη στ’ αγκίστρι του Μάγου... [Άννα Αφεντουλίδου, Ιστορίες για πεταλούδες που έχασαν τα φτερά τους-  ARTWORKS: Leonor fini]


Είχε χρόνια πια να χορέψει. Οι γονείς της είχαν επιμείνει να σταματήσει. Δεν θα γινόταν δα και χορεύτρια. Ό, τι έμαθε, έμαθε. Κι αυτή ενέδωσε. Όπως πάντα. Για όλα.
Τώρα ήταν υπάλληλος γραφείου. Συγκεκριμένη και σίγουρη, σχετικά, δουλειά. Μικρές αλλά σταθερές αποδοχές. Όσο δεν εναντιωνόταν. Γιατί άλλωστε; Το είχε πάρει απόφαση. Πολλές φορές πλέον σκυμμένη στο γραφείο με τόσο τεντωμένες τις ωμοπλάτες πονούσε στη μέση. Αλλά δεν καμπούριαζε ποτέ.
Μια μέρα που τακτοποιούσε τα έγγραφά της βρήκε ένα χαρτάκι, με μια διεύθυνση, στο τελευταίο συρτάρι.. Από την πρώτη στιγμή είχε καρφωθεί εκεί το βλέμμα της. Ήταν αδιαμφισβήτητα πολύ γνωστή. Σίγουρα είχε ξαναπάει εκεί. Κάθε σύμβολο, κάθε σημείο κραύγαζε μιαν οικειότητα εκκωφαντική. Και όμως. Ήταν αδύνατον να θυμηθεί. Πού. Πότε. Γιατί. Ή Ποιος. Μήπως αυτό το «ποιος» ήταν το αγκίστρι που κάρφωνε την μνήμη και τραβούσε τις εικόνες μακριά; Δεν ήξερε. Ή δεν ήθελε να ξέρει;
Η μόνη της παρέα στη δουλειά ήταν μια συνάδελφος που δούλευε χρόνια στην ίδια εταιρεία. Οι υπόλοιποι έλεγαν πως δεν είχε ίχνος συμπόνιας για τους άλλους και πίσω από την πλάτη της την αποκαλούσαν ψιθυριστά Σαλαμάνδρα.
Την επόμενη μέρα πήγε στο σπίτι της. Ήταν και η μόνη που το επισκεπτόταν. Της είχε υποσχεθεί πως θα την βοηθούσε, αν κάποτε την χρειαζόταν. Γιατί της χρωστούσε μια παλιά χάρη. Της όφειλε μιαν εξήγηση, που δεν θα την ζητούσε ποτέ.
Έφτασε λίγο αργοπορημένη στο ραντεβού τους και κάθισε ήσυχη σε μια γωνιά να παρατηρεί την Σαλαμάνδρα, μέχρι να τελειώσει τις δουλειές της. Γιατί την έλεγαν άσχημη; Ήταν ψηλή, αδύνατη, με λευκό δέρμα. Ένα μικρό κεφάλι πάνω σ’ ένα μακρύ λαιμό. Ξεθωριασμένα γκριζοκόκκινα μαλλιά. Νωχελική, με μια νωθρότητα στις κινήσεις που άλλοι θα θεωρούσαν αρχοντιά. Με ψιθυριστή φωνή, με αέρινα ρούχα. Ωστόσο. Ήταν γεμάτο λεκέδες και ρυτίδες το λευκό δέρμα. Οι κινήσεις δεν ήταν αργές. Μόνο αδιάφορες. Η φωνή δεν ήξερε να μιλάει. Και το λεπτό ψηλό σώμα ήταν τόσο στεγνό από αγγίγματα τρυφερότητας, τόσο άδειο από μυρωδιές. Παγωμένο. Σα σαύρα. Γι’ αυτό και την έλεγαν έτσι. Είχαν δίκιο. Έστρεψε κι έφυγε. Η Σαλαμάνδρα ούτε που γύρισε να την κοιτάξει. Μόλις άκουσε την πόρτα να κλείνει, ανασήκωσε τους ώμους της και συνέχισε σκυφτή τις δουλειές της. Απλά δεν την ένοιαζε.
Έτσι ξεκίνησε να ψάχνει μόνη, ξοδεύοντας πολλές ώρες στους ζεστούς δρόμους της πόλης. Βάδιζε σε μέρη που της φαίνονταν γνωστά, που τα πίστευε για πάντα χαμένα στο βυθό της μνήμης. Φοβόταν να ψάξει πραγματικά, φτάνοντας ως το τέλος. Συνέχιζε να τριγυρνά στα γειτονικά τετράγωνα, γνωρίζοντας πως δεν ήταν εκεί αυτό που αναζητούσε. Ενώ παράλληλα πάσχιζε συνεχώς να επιβεβαιώνει την ύπαρξη εκείνης της οδού: μέσα στους καταλόγους με τις σχολαστικές πληροφορίες, μέσω των ειδικών εταιριών ενημέρωσης, ρωτώντας τους γείτονες που γνώριζαν καλύτερα τα σπίτια των άλλων παρά τα δικά τους.
Εκείνο το βράδυ την βρήκε εξαντλημένη, με την πλάτη κυρτή. Ξάπλωσε με τα ρούχα. Ήταν καιρός που δεν είχε δύναμη ν’ αλλάξει και κοιμόταν με τα ρούχα. Ξαφνικά σαν κάτι να θυμήθηκε και άπλωσε το χέρι στα τυφλά κάτω από το κρεβάτι. Τράβηξε από εκεί ένα κουτί. Παλιές φωτογραφίες, αποδείξεις, ονόματα. Ένα παλιό άλμπουμ με ποιήματα. Ποτέ δεν πίστεψε πως θα μπορούσαν να την γυρίσουν πίσω ξανά. Τώρα το ενδιαφέρον της ήταν οριστικά αλλού στραμμένο. Σε πράγματα απλά, καθημερινά, χειροπιαστά.
Και τότε είδε κάποιο ξεχασμένο παραμύθι. Παράξενο. Είχε ξεκαθαρίσει πολλές φορές τα άχρηστα πράγματα πετώντας ό, τι δεν ήταν χρήσιμο πια, αλλά αυτό συνεχώς αντιστεκόταν. Για ποιο λόγο; Με ποιον τρόπο; Δεν γνώριζε. Ή δεν ήθελε να γνωρίζει;

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια Πεταλούδα. Βαθιά μυρωδιά βιολέτας την κοίμισε ένα βράδυ. Και ο ήλιος το πρωί που την ξύπνησε ήταν χλωμός και ένοχος. Την φίλησε βιαστικά, όπως κάθε μέρα κι έφυγε. Κοίταξε τριγύρω της ξαφνιασμένη, αμήχανη, αγουροξυπνημένη.
-Μα τι συμβαίνει;
Πήγε στον καθρέφτη της και τότε κατάλαβε. Της είχαν κλέψει τα φτερά. Μια πεταλούδα χωρίς φτερά. Ο πανικός της έκλεισε το στόμα περήφανος, την είχε νικήσει.
Στην αρχή έκλαψε ανήμπορη. Τι θ’ απογίνει χωρίς τα φτερά της; Ύστερα σκέφτηκε. Έπρεπε να σκεφτεί. Τι θα γινόταν χωρίς τα φτερά. Στο τέλος ήρθε η απόφαση. Θα ζούσε και χωρίς αυτά.
Την άλλη μέρα πήγε στην Γελαστή Νεράιδα. Ποτέ δεν ήταν φίλες, αλλά ήταν τόσο χαρούμενη πάντα, τόσο αισιόδοξη. Βοηθούσε όλο τον κόσμο. Μακριά κατάμαυρα μαλλιά. Πλαδαρό παχουλό σώμα. Μεγάλο στόμα. Τεράστιο χαμόγελο. Μια πολύχρωμη τιάρα σκαρφαλωμένη στο κεφάλι της. Ήταν τόσο όμορφη!
-Γιατί σου έκλεψαν τα φτερά; Ποιος ήταν; Πότε; Τι τα χρειάζεσαι εσύ τα φτερά;
Πόνεσε το κεφάλι της. Δεν ήξερε τίποτα. Δεν ήθελε να απαντήσει.
-Ποιο το πρόβλημα λοιπόν; Απλά δεν τα χρειάζεσαι. Είσαι πιο όμορφη έτσι.
Η Πεταλούδα που Έχασε τα Φτερά της κοίταξε θλιμμένα μακριά. Αλήθεια, γιατί τα έψαχνε;
Κάθισε στην άκρη του δρόμου κουρασμένη. Έτσι, όπως καθόταν, τσαλακωνόταν το φόρεμά της. Θα γέμιζε πτυχωτές ρίγες που θα έδειχναν, σ’ όποιον κοίταζε, την αδιαφορία της. Ήταν ένα μακρύ αεράτο φόρεμα. Μπλε με μωβ λουλούδια. Βαμβακερό με πλεχτές τιράντες. Φούσκωνε αταίριαστα το στήθος από μέσα. Δεν είναι καθόλου πεταλουδίσιο, σκέφτηκε. Πρέπει να ανασηκωθώ και να ισιώσω το φόρεμά μου. Και δεν μπορώ. Πού είναι τα φτερά μου; Κλαψούρισε κλείνοντας τα μάτια με τα χέρια της.
Τότε ανάμεσα από τα δάχτυλά της κύλησαν δάκρυα και θυμήθηκε τη μέρα της βροχής. Ένας μεγάλος πλάτανος στη μέση της παλιάς πλατείας. Το βλέμμα σκαρφαλώνει στα κλαδιά, ανεβαίνει ανεβαίνει κλιμακωτά ως την κορφή. Η τσίγκινη στέγη από κάτω μαζεύει ξερά κιτρινισμένα χέρια, τα φύλλα του φθινοπώρου…και βρέχει…βρέχει… Το εργαστήρι του Μάγου. Το μαγικό του φίλτρο. Θα την απάλλασσε για πάντα από την ομορφιά και τον πόνο των φτερών της.
Έτρεξε στο μικρό της σπίτι. Ήταν πεταλούδα. Της άρεσε που ήταν πεταλούδα.
Τράβηξε αργά το κουτί κάτω από το κρεβάτι. Κάτω από ένα στρώμα ξερά κιτρινισμένα φύλλα σαν χέρια που έπαψαν από καιρό να αγγίζουν, κάτω από ένα στρώμα ανθρωπάκια κομμένα από χαρτί, ήταν ένα ζευγάρι πανέμορφα φτερά. Σαν από πέταλα λουλουδιού. Απαλά δροσερά, μύριζαν υπέροχα, θρόιζαν μαγευτικά. Και την καλούσαν να τα φορέσει και πάλι.
Ώστε αυτό ήταν; Μόνη της το είχε ζητήσει; Δεν ήθελε να θυμάται πια.
Ο Μάγος όμως την είχε προειδοποιήσει. Κάποια μέρα ίσως η μνήμη επέστρεφε Κι αυτό είχε ήδη συμβεί.
Τώρα; Πού θα βρει την δύναμη να σβήσει την αδιαφορία από το φόρεμά της; Να στραγγίσει την σκέψη από τα φτερά που της στέρησαν; Να κρύψει τον πόνο από το αγέλαστο πρόσωπο; Έκλεισε αργά το καπάκι και έσπρωξε και πάλι το κουτί κάτω από το μικρό της κρεβάτι.

Θα έμενε για πάντα η Πεταλούδα που Έχασε τα Φτερά της...»

Τα δάκρυά της κυλούσαν πάνω στις σελίδες, λεκιάζοντας τις τελευταίες λέξεις. Όλα ήταν ξεκάθαρα. Είχε πια θυμηθεί. Σ’ εκείνη τη διεύθυνση, ο Γιατρός της είχε υποσχεθεί πως θα γινόταν ό, τι και όλοι οι απλοί, νευροτυπικοί άνθρωποι. Αυτοί τους οποίους ποτέ δεν κατάλαβε. Αυτοί που ποτέ δεν την δέχτηκαν ως όμοιά τους. Γιατί ήταν ξένη. Δεν ανήκε στον κόσμο τους..
Ήταν πολύ τυχερή, της είχε πει. Είχε ένα σπάνιο Σύνδρομο, ήταν προικισμένη με ιδιαίτερα χαρίσματα. Αλλά εκείνη δεν ήθελε. Το μόνο που ένιωθε ήταν πως δυσκολευόταν. Να τους καταλάβει. Να αντιδράσει με έναν τρόπο αποδεκτό. Να λειτουργήσει, όπως έπρεπε. Πολίτης ενός άλλου άγνωστου κόσμου, κοινωνός ενός πολιτισμού αόρατου στα μάτια των πολλών, για πάντα χαμένου. Απλά ανύπαρκτου.

Θυμήθηκε με κάθε λεπτομέρεια εκείνο το απόγευμα. Μόλις είχε βγει από το γραφείο του Γιατρού. Διάλεξε, ως συνήθως, ένα Καφέ χωρίς πολύ κόσμο και κάθισε στο τραπέζι μιας απόμερης γωνιάς, στρώνοντας όπως πάντα, με τα χέρια προσεκτικά την φούστα της. Δεν έπρεπε να τσαλακωθεί. .
Έξω έβρεχε επίμονα Ένας μεγάλος πλάτανος στη μέση της παλιάς πλατείας. Το βλέμμα σκαρφαλώνει στα κλαδιά, ανεβαίνει ανεβαίνει κλιμακωτά ως την κορφή. Η τσίγκινη στέγη από κάτω μαζεύει ξερά κιτρινισμένα χέρια, τα φύλλα του φθινοπώρου. Η Σαλαμάνδρα πέρασε αργά από μπροστά της κοιτάζοντας την επίμονα.
Είπε στο σερβιτόρο με τον συνήθη τελετουργικό τρόπο: «έναν καφέ χωρίς ζάχαρη, με διπλό γάλα και το ένα τρίτο της ποσότητας καφέ που βάζετε». Και περίμενε, όπως έκανε κάθε φορά, υπομονετικά, να την σερβίρουν, να πληρώσει το ακριβές αντίτιμο και μετά να χαλαρώσει, γιατί, ευτυχώς, δεν θα χρειαζόταν να μιλήσει ξανά Εκείνη την μέρα όμως δεν μπορούσε να χαλαρώσει. Γιατί έπρεπε να σκεφτεί. Να σταθμίσει. Να αξιολογήσει. Υπέρ και κατά. Πάντα έπαιρνε δύσκολα αποφάσεις. Πάντα βασανιζόταν, όταν έπρεπε να μετρήσει πολλά διαφορετικά πράγματα μαζί. Πόσο πολύπλοκοι ήταν οι άνθρωποι! Πώς να τους καταλάβεις;
Έτσι, λοιπόν, πήρε την απόφαση. Ήταν μια πειραματική μέθοδος. Θα τον άφηνε να την εφαρμόσει πάνω της. Έτοιμη να βυθιστεί στον κόσμο των άλλων. Ως μία απ’ αυτούς. Και μετά θα τα ξεχνούσε όλα. Γιατί θα της έφραζε απαγορευμένο τον χώρο της μνήμης.
Έθαψε εκείνη την υπόσχεση μέσα στο κουτί. Μαζί με το παραμύθι που είχε γράψει το τελευταίο της βράδυ, πριν ξεκινήσει να προσαρμόζει το ιδιόμορφο νευρικό της σύστημα σ’ αυτό των πολλών ανθρώπων. Έσβησε για πάντα τη μορφή του από την μνήμη. Αλλά. εκείνος την είχε προειδοποιήσει. Κάποια μέρα ίσως επέστρεφε. Και τώρα αυτό είχε ήδη συμβεί.
Το ίδιο βράδυ, ταξίδεψε με τα μάτια κλειστά, γδέρνοντας αντοχές, ελπίδες και όνειρα και το πρωί βρήκε ξανά εκείνον τον άντρα, τολμώντας επιτέλους να χτυπήσει την πόρτα του.
-Σε περίμενα, της είπε. Μου έλειψες
Ήταν πια σίγουρη. Κι ολότελα ήσυχη. Είχε βρει τον ρόλο της, τον προορισμό της, την σημασία της.
Άνοιξε την πόρτα του εργαστηρίου του. Μια μεγάλη κρυστάλλινη προθήκη φωτιζόταν ανεπαίσθητα. Ένα ζευγάρι ροδαλά παγωμένα φτερά ξεχώριζαν με δυσκολία στο σκοτάδι. Εκείνος της ψιθύρισε απαλά. Δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να τα φορέσει. Τα είχε χάσει πλέον οριστικά. Μπορούσε όμως να κάνει κάτι ακόμα. Ακολουθώντας τις συμβουλές του. Για να μην μείνει μια άχρωμη φιγούρα χωρίς ψυχή, ένα από τ’ ανθρωπάκια που κόβουμε σε χιλιοδιπλωμένα χαρτιά κι ύστερα τ’ ανοίγουμε γιρλάντες άσκοπες, με ενωμένα χεράκια. Ψάχνοντας, αλήθεια, να στολίσουμε, τι;
Στο βάθος του εργαστηρίου, της έδειξε αριστερά στον τοίχο, ένα ράφι με εγχειρίδια Νευρολογίας, ένα τμήμα του έχασκε άδειο. Μια μικρή ετικέτα προσδιόριζε τον ρόλο του. Από εκεί που στεκόταν δεν διέκρινε τα πολυκαιρισμένα γράμματα που ήταν χαραγμένα πάνω της. Ήταν όμως σίγουρη για το τι έλεγε.

«Ιστορίες για Πεταλούδες που έχασαν τα Φτερά τους»

Θα έμενε λοιπόν για πάντα εκεί να πληκτρολογεί με τη βοήθειά του τις εμπειρίες της, μιλώντας για πλάσματα όμοια με την ίδια, ξεδιπλώνοντας αργά τα χαρακτηριστικά των προσώπων, τη στητή τους πλάτη, το πώς ανασαίνουν, ζουν ή σκέφτονται. Θα διηγούνταν λέξη λέξη, φράση φράση, σελίδα σελίδα την ιστορία τους.


Για να μείνει έστω η μνήμη. Κι ας είναι μια μνήμη μισή. Για πάντα πιασμένη στ’ αγκίστρι του Μάγου...

ΣΕ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΣΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟ, ΠΟΥ ΣΤΡΟΒΙΛΙΖΕΤΑΙ ΟΠΩΣ ΑΥΤΟΣ, ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΕΙΣ;

Είναι μια μορφή διαλογισμού. Πρέπει να ανακαλύψω τι σκέφτομαι. Κυριολεκτικά, ανακαλύπτω τι βρίσκεται στο μυαλό μου. Ή το σχηματίζω, όπου μπορώ να το δω, κι όχι ως αναλαμπή γνώσης ενός θνητού ονείρου που εξαφανίζεται όταν ξυπνώ στις πέντε το πρωί. Ακόμα, ένα συγκεκριμένο είδος μοναξιάς, που θέλω να την κοινωνήσω, που θέλω να την παρατάξω εκεί όπου άλλοι θα μπορούν να την αγγίξουν, να με αγγίξουν, όπου μπορώ να αγγίξω άλλους ανθρώπους. Κι έπειτα απλά ένα είδος δεισιδαιμονίας για το πόσο υπέροχος ήταν ο Ρεμπό ― ο παλιός ρομαντισμός της λογοτεχνικής δόξας να είσαι ποιητής. Αν είναι ένας κόσμος που είχε ανθρώπους σαν τον Σέλεϊ και τον Ουίτμαν, τότε είναι ο κόσμος που θέλω να ανήκω, ή το σύμπαν που θα ήθελα να ανήκω. Είναι ένας κόσμος που είχε τον Χακίν και τον Χαν Σαν και τον Μπασό και τον Ίσσα... Τον Βούδα... Τον Σανγκαρακσίτα, τον Μιλαρέπα, τον Σανκάρα, τον Ιάμβλιχο, τον Πρώκλο και τον Πλωτίνο... Και τον Ουίλιαμ Μπλέικ. Εκεί σίγουρα αισθάνομαι ένα Κάλεσμα. Κι έπειτα είναι το μόνο πράγμα που ξέρω πώς να κάνω, είναι ο ευκολότερος τρόπος να τα βγάλω πέρα που γνωρίζω. Ακόμα, με κοινωνικούς όρους, το λειτούργημα του βάρδου, προσαρμοσμένο πλάι-πλάι, ή μέσα, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποκαθιστά τη μαζική παραίσθηση. Επειδή το να είσαι βάρδος είναι προσωπική επικοινωνία πραγματικών δεδομένων όσο μπορείς πραγματικά να τη δεις ή να τη νιώσεις από ασύνειδες πηγές, αλογόκριτη. Ενώ η παραίσθηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι μια λογοκριμένη πραγματικότητα. Οπότε η Ποίηση αποκαθιστά τη μηχανικά ρομποτική επαναπαραγωγή ευνουχισμένων και παραποιημένων ειδήσεων. Έτσι έχει μια δύσκολη λειτουργία τώρα που δείχνεται από τους Ρώσους ποιητές. Εννοώ αν θέλεις ειδήσεις, κάθε είδους ποίηση είναι «νέα που παραμένουν νέα», αυτό είναι ειδήσεις. Είναι ένα είδος εφημερίδων ανθρώπινης συνείδησης... Είμαι χρόνια άνθρωπος των εφημερίδων ― συνήθιζα να δουλεύω στην Associated Press, στη New Jersey Labor Herald, στη Columbia Review, στη Columbia Jester και τη New York World Telegram… οπότε απλά εξασκώ το κέφι και το επιτήδευμά μου. Ακόμα έχει να κάνει με το ρυθμό του σώματος, τον εκστατικό σωματικό ρυθμό. Είναι ένα εκστατικό μονοπάτι, ένα μονοπάτι της γιόγκα προς την έκσταση. Γιατί έχω λάβει, έχω την εμπειρία της έκστασης μέσω της ποίησης, την εμπειρία οραματικής συνείδησης μέσω της ποίησης, φευγαλέα, σποραδικά. Οπότε αυτή είναι η σαντχάνα μου, όπως την αποκαλούν, το μονοπάτι μου, ή η γιόγκα μου, ή η πρακτική μου. Ακόμα επειδή υποθέτω λάτρευα τον Κέρουακ και μερικούς άλλους ανθρώπους όπως τον Μπάροουζ, ήθελα να τέρψω τη συνείδησή τους. Τώρα που ο Κέρουακ είναι νεκρός, βρίσκω μερικές φορές τον εαυτό μου να γράφει πράγματα ξεχνώντας ότι είναι νεκρός και γελώ με εμένα στη σκέψη της πιθανής γνώμης του για μια αστεία φράση ή ένα πράγμα που κάνω ― και κάθομαι εκεί σκεφτόμενος «Ω, δεν είναι κανείς εδώ να το δει και να το εκτιμήσει» και «Ω, ποιό το νόημα ― για ποιον γράφω;». Και ύστερα όταν θα φύγουν και άλλοι δεν ξέρω αν θα έχω κίνητρο να γράψω, αν άνθρωποι που νόμιζα ότι αγάπησα δεν είναι πια εδώ, αν άνθρωποι που προσπαθούσα να ευχαριστήσω δεν είναι πια εδώ ― άνθρωποι που προσπαθούσα να τους πλησιάσω μέσω της ποίησης. Είναι αστείο να... Έτσι δεν ξέρω πως θα είναι αυτό [αποσπάσματα από συνέντευξη του Άλεν Γκίνσμπεργκ 1969]



Σκεφτόμουν τον Πάουντ χθες βράδυ, βλέπεις όλοι οι κοντινοί του φίλοι είναι νεκροί. Είμαι σίγουρος ότι ο Πάουντ συνήθιζε να γράφει στίχους σκεπτόμενος τι θα νόμιζε ο Τ. Σ. Έλιοτ για αυτούς, ή ο Γκοτιέ-Μπρζέσκα, ή ο Μπρανκούσι, ή ο Μπάντινγκ, όλοι οι Ακτιβιστές-Βορτισιστές συγγραφείς με τους οποίους μιλούσε. Ο Πάουντ πολύ συχνά έγραφε με τον Μπάντιγκ στο μυαλό του. Πολύ συχνά. Στην πραγματικότητα πάντοτε σεβόταν την πρόσληψη της ποίησής του από τον Μπάντινγκ. Οπότε, είμαι βέβαιος πως όταν ο Πάουντ γράφει έναν στίχο και προκύπτει κάτι που πραγματικά «εκθέτει» την εικόνα με μεγάλη ακρίβεια, μπορεί να περάσει κατ’ ευθείαν από το μυαλό του, μια αναλαμπή ευχαρίστησης που ο Μπάντινγκ θα αναγνωρίσει και θα δεχθεί και θα επιδοκιμάσει.
Γιατί ο Μπάντινγκ ήταν αυτός που του είπε ότι «Γράψιμο = συμπύκνωση». Ο Πάουντ είπε σε μια συζήτηση ότι ήταν μελαγχολικός για τα Cantos και για την ποίησή του, επειδή― και παρέθεσε τον Μπάντινγκ ― ο Μπάντινγκ μου είπε πριν από χρόνια ότι η ποίησή μου ήταν υπερβολικά υπαινικτική, πως διέθετε υπερβολικά πολλές «παραπομπές», και πως η ποίησή μου «εκτίθετο» ελάχιστα.
Οπότε είμαι σίγουρος ότι ακόμα και άνθρωποι όπως ο Πάουντ σκέφτονταν όντως μέσα από άλλων ανθρώπων τα μάτια ή τα αυτιά ή τα μυαλά. Έτσι θα σκεφτώ κι εγώ πολύ μέσα από το μυαλό του Κέρουακ. Πάντοτε σκεφτόμουν πολύ μέσα από το μυαλό του Μπάροουζ και μερικών άλλων ανθρώπων ― του Γκρέκορι (Κόρσο), του Πίτερ (Ορλόφσκι), του Γκάρι (Σνάιντερ) συχνά, του Φιλ Γουέιλεν συχνά, του (Ρόμπερτ) Ντάνκαν περιστασιακά, του (Ρόμπερτ) Κρίλι περιστασιακά, σκέφτηκα μέσα από το μυαλό του (Ρόμπερτ) Κέλι μία ή δυο φορές, το μυαλό του πατέρα μου, το δικό μου μερικές φορές, ακόμα και με μια συγκεκριμένη γάτα προσπαθούσα να το κάνω. Οπότε να ένας λόγος που γράφω. Για να λέω τι θα μπορούσα να λέω όταν ήμουν ζωντανός.

[ΠΗΓΗ: Τη συνέντευξη την έδωσε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ στον Γουίλιαμ Πρέσκοτ στις 3 Δεκεμβρίου του 1969 στο Άναντεϊλ-ον-Χάντσον της Νέας Υόρκης και πρωτοδημοσιεύθηκε, άτιτλη και αχρονολόγητη, το 1970 σε περιοδικό των μελών της κοινότητας του Bard College στην Αμερική. Ο Άλεν ήταν και ευγενικός και γενναιόδωρος με το χρόνο και τις σκέψεις του. Είχε μόλις έρθει από την κηδεία του Τζακ Κέρουακ και μίλησε με ένα συγκινητικό τρόπο για τον παλιό του φίλο». Η συνέντευξη έλαβε χώρα σε ένα χτισμένο προ του Επαναστατικού Πολέμου ψυχρό και ετοιμόρροπο νοικιασμένο σπίτι, με τον Πρέσκοτ και τον Γκίνσμπεργκ να κάθονται στο πάτωμα δίπλα σε μια ανεπαρκή θερμάστρα και τον Τζόρις και τον Κάσνερ να θέτουν και αυτοί ερωτήματα. Η συνέντευξη ηχογραφήθηκε και παίχτηκε αρκετές φορές στον τοπικό σταθμό του Bard College.– η παρούσα μετάφραση και επιλογή ανήκει στον Ιωάννη Τσίρκα και αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΠΑΡΑΘΥΡΟ]
με 

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΤΙΝΑΖΩ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟ ΙΔΡΩΜΕΝΟ ΣΕΝΤΟΝΙ:

Προσπάθησα, για πολλοστή φορά, να διαβάσω έστω και τρεις σελίδες από το τελευταίο βιβλίο που ξεκίνησα, χωρίς να έχω καν φτάσει στην δέκατη σελίδα από τα τέσσερα προηγούμενα που έπιασα στα χέρια μου και είχαν την ίδια κακή τύχη. Ματαιοπονώ και το ξέρω μα επιμένω γιατί υποψιάζομαι πως κάτι ανεπανόρθωτο μου συνέβη. Οι λέξεις εξαφανίζονται πριν καν μπουν στο κεφάλι μου, μάτια και εγκέφαλος τα ’χουν κάνει σκατά, μουτρώθηκαν χωρίς να ξέρουν το λόγο και καμιά προσπάθεια δεν κάνουν να τα ξαναβρούν. Δεν καταλαβαίνω τι διαβάζω, ξέχασα το νόημα κάθε λέξης, στη μέση κάθε παραγράφου χάνομαι και πρέπει να ξαναγυρίσω πίσω να βρω την άκρη από ένα νήμα που δεν υπάρχει.



Χτες βράδυ τα μαύρα σημάδια (που υποδύονταν τόσο άγαρμπα τις τυπωμένες λέξεις) άρχισαν να γλιστράνε προς την κάτω πλευρά της σελίδας, προσπαθώντας να πιαστούν το ένα απ’ το άλλο, σχηματίζοντας μια αλυσίδα από τέρατα που φωνάζαν κάτι σαν «βοήθεια» ακατάληπτα, σχεδόν απόκοσμα κι αποκρουστικά. Στο τέλος γκρεμοτσακίστηκαν όλα μαζί -αφού δεν έκανα καμιά προσπάθεια να κλείσω το βιβλίο ώστε να μείνουν μέσα, έστω σαν μπουλούκι, σαν ρεμπέτ ασκέρι μα ασφαλή- και άφησαν τη σελίδα να χάσκει κενή. Την στιγμή που καταλαβαίνεις πόσο τρόμο γεννάει μια άδεια σελίδα που δευτερόλεπτα πριν σου διηγούνταν μια ιστορία, γίνεσαι άλλος άνθρωπος, τίποτε δεν ξαναείναι ποτέ ίδιο. Άφησα το βιβλίο στο πάτωμα, πάλεψα να κοιμηθώ, δεν κατάφερα πολλά. Ήταν και η ζέστη βάσανο. Ο ανεμιστήρας πάσχιζε αλλά τι να κάνουν έξη φτερωτές, ακόμη κι ένας έλικας πάνω απ’ το κεφάλι μου θα δυσκολευόταν να κόψει τον πηχτό αέρα για να ανοίξει μια δίοδο προς τα πνευμόνια, να στείλει μισή ανάσα τεχνητής -ας είναι- φρεσκαδούρας, να διώξει τη θολούρα και την υγρασία απ’ το μυαλό.

Εδώ και καιρό, κάθε πρωί ξυπνάω και τινάζω λέξεις απ’ το ιδρωμένο σεντόνι. Ο δρόμος από κάτω έχει γεμίσει σακατεμένα γράμματα, σημεία στίξης και ακρωτηριασμένες λέξεις. Ούτε πουλί, ούτε γάτα, ούτε ποντίκι (ο γείτονας μου είπε πως έχει δει πολλά τέτοια τις τελευταίες βδομάδες) καταδέχεται να ασχοληθεί μαζί τους. Οι ελάχιστες λέξεις που καταφέραν να φτάσουν στην άσφαλτο σε ένα κομμάτι, θα γίνουν λιώμα κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού, ενός δίτροχου, ακόμη κι ένα καροτσάκι που το σπρώχνει μια φρέσκια -ακόμη πληγωμένη απ΄τα παραπανίσια κιλά- μάνα είναι ικανό να τις διαμελίσει τόσο που κανένα λεξοτομείο δεν θα μπορέσει να τις συναρμολογήσει για την αναγνώριση.

Νομίζω, φοβάμαι, ότι το μέλλον επιφυλάσσει την ίδια μοίρα και για το φετινό καλοκαίρι, κάποιων, πολλών. Όσο και να το ράψουν, όσα κομμάτια του και να κολλήσουν, όσο και να μπογιατίσουν τις μελανιές, όσο λίγο και να τραβήξουν το σεντόνι που θα το σκεπάζει -τον Σεπτέμβριο, που θα μας φωνάξουν να μας ρωτήσουν σε ένα κρύο δωμάτιο με άσπρο παγωμένο φως αν είναι όντως αυτό, το δικό μας καλοκαίρι- δύσκολα θα καταφέρουμε να μη σπάσει η φωνή μας την ώρα που θα λέμε «ναι, αυτό ήταν». Αγνώριστο θα ’ναι. Ναι. Αλλά η κλωστή, η επαγγελματικά δεμένη στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του, θα είναι εκεί, να μας θυμίζει πού ήταν η άλλη άκρη του νήματος που έπρεπε να φτάσουμε για κείνες τις ανάσες που είχαμε ανάγκη και δεν καταφέραμε, μη με ρωτάς γιατί, να συναντήσουμε.

Αλλά όλα καλά. Όλα καλά. Σκέψου να ζητούσαν από εκείνο να αναγνωρίσει εμάς, κάτω από ιδρωμένα, τσαλακωμένα, παραιτημένα σεντόνια. Εκείνο το «όχι, δεν είναι αυτός» θα μας αποτέλειωνε για τα καλά.

[ΠΗΓΗ: a man called από το ιστολόγιο: http://amancalledkkmoiris.com/

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΟΙ ΕΠΤΑ ΣΟΦΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ:

Επειδή γράφω υπό την επήρεια των αστέρων της νυκτός, αποφεύγω τα όνειρα, με έναν απλό τρόπο: απειλώ τον εαυτό μου πως θα κόψω τον χαλινό της γλώσσας, με ένα ξυραφάκι, όπως γιάτρευαν παλαιά την Χρυσή, μια ασθένεια βρεφών. Με τον τρόπο αυτό, η σελήνη αφανής εστί, οι αστέρες δεν επιτέλλουν, και η είσοδος του κάτω κόσμου γίνεται σπογγώδης και ευδιάκριτη. Κι έτσι, οι σκέψεις που έκανα κατά την διάρκεια της ημέρας (προχείρως: λύσεις του ελληνικού προβλήματος, να γράψω κάτι για μερικές διαφημίσεις που με γκώσανε, οι θρακικές αναξυρίδες άραγε είχαν λουλουδάκια σταμπωτά;) κατεβαίνουν στον Άιδη πάμφωτες [Πάνος Θεοδωρίδης, Νυχτωδία και το όνειρο της διεξόδου από την κρίση με αναγωγές στη σοφία αρχαίων νομοθετών]



Ήδη ο Άιδης είναι πολύ φωτεινός, σαν το «Ελευθέριος Βενιζέλος» σε νυκτοπλοϊα προσφύγων ή σαν την ταράτσα του Χίλτον όταν έχουν πάρτι, οπότε, βλέπεις και σε βλέπουν.
Στην σημερινή συντυχία, έπεσα σε αρχαίους νομοθέτες. Σωματοποίησα ένα ατυχές λήμμα της ελληνικής wiki και είδα εν κύκλω αρκετούς:
Τον Σόλωνα, τον δεινό χωροτάκτη, άρχοντα των ανισοτήτων, σεισαχθιστή και ιδρυτή της Ηλιαίας.
Τον Δράκοντα, τον θεσμοθέτη, τον άφθορο, που έγραφε τους νόμους του εν κύρβαις, για να αντέχουν.
Τον Κλεισθένη, που ήταν ο μάγος της αναδιανομής των Δήμων, με τας τριττύας.
Τον Ζάλευκο, εν μύθοις μισοτελειωμένον, πυθαγόρειον, τον εχθρό των εμπόρων, που δέχτηκε να χάσει το μάτι του για να μη τιμωρηθεί με οριστική τύφλωση ο γιος του.
Τον Εφιάλτη, που καταδίωξε τον Άρειο Πάγο και έφερε την Δημοκρατία στα χέρια του Περικλή, εν κοχλασμώ.
Τον μυθικό Λυκούργο που γλύτωσε τα παιδιά από τις οικογένειές τους και βάρυνε το νόμισμα για να μη πλουτίζει κανείς.
 Και τον λακωνίζοντα Χίλωνα, που μείωσε την βασιλεία υπέρ της φυλής των εφόρων.

Τους εξήγησα την ιδέα μου: η Ελλάς έχει ένα κολληματάκι και αμύνεται υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων της, και στις εκλογές, άλλοι θέλουν να τους διώξουν κι άλλοι να τους αυξήσουν. Να αναζητήσω την Σφίγγα, ή θα με διαφωτίσουν αυτοί;
Να φτιάξετε άλλον κώδικα, μου απαντούν για να φράξετε των δικαστών τις αντιρρήσεις. Να παραμείνουν υπάλληλοι, αλλά ως μονοθεσίται, όπως πρέπει να υπάρξουν εφεξής μόνον μονοσυνταξιούχοι.  Και να επιτρέπεται η διανομή των όπου η χρεία καλεί. Αυτά ο Δράκων.
Είπε ο Σόλων. Να μεταφέρετε πέντε νοσοκόμους πέριξ εκάστου ιατρού, που έχετε πολλούς, και να γεμίσετε γραμματείς όπου εγκαταβιοί απλούς δικαστής. Να σας νοιάζει η Πρόνοια, η Ανεργία, η Φτώχεια. Να αφαιρέσετε θέσεις συμβούλων, αν τους χρειάζεστε να διαθέτουν ταμειακή και οι υπουργοί σας να λειτουργούν ως καπεταναίοι αυτοκράτορες σε ένα μπετόν από ακράδαντα τμήματα που συνθέτουν τα υπηρεσίας.

 Ο Ζάλευκος υποστήριζε με κανόνα και διαβήτη πόσον επείγει να υπάρχει ένας εκτυπωτής δικτύου σε κάθε όροφο υπηρεσίας, όπως σταις Τράπεζαις.

Και κωδικός ανά χρήστη, λέει και γελά ο  Εφιάλτης. Κλητήρες, γραμματείς και υπάλληλοι γραφείου να βγάζουν την υπηρεσιακή δουλειά στα σχολεία, για να περισσέψουν δάσκαλοι και καθηγηταί.
Και οι φροντιστές, πρόσθεσε ο Χίλων «σε παραμάγαζα εντός των δαιδάλων», ήτοι να συνυπάρχουν με τους φυσικούς διδασκάλους. «Κλάστερ τοις εμπόροις, συμπράξεις παντού» δίδαξεν ο Σόλων.

Το σκάφος για να έχει εύπλοιαν, όρισε ο Λυκούργος, μοιράζει σωστά το βάρος, επιβάτας και εμπόρευμα. «Μπατάρισμα φεύγε» εξηγεί ο βαθύνους Κλεισθένης.

«Μου λείπει το  Όλον» παραπονιέμαι. «Ζηλωτής του Όλου, πασόκος ένι» μου εξηγούν. «Εξ όνυχος την ελπίδα».
«Πλακώνεστε πιέζοντας τον Χρόνον, μόνην ασυμπίεστη οντότητα. Βάλτε εικοσαετία εν συνόλω, και αποδότε εις τα κόμματα από ένα κομμάτι. Ξεκινήστε από ξεχρέωμα, πειρατείας και πλουτισμόν, κάθε κόμμα να διαθέτει την διετίας του, είτα αφήστε τον Κουτσούμπα να τηρήσει το θέσμιον μόνη διέξοδος η ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας». Αυτά τα είπεν ο Ζάλευκος.
 «Και με τους  ασυστάτους, τι ένεται;» ρωτάω εώ. «Ου φροντίς» αποκρίνεται ο Χίλων. «Ραχήλ μπατσίνα, Μισελοϊαννάκις ζογκλέρ, Μητρόπουλος σαράφης εν Τρίκκη»
Μετά μου τέλειωσαν οι μονάδες και πήρα το ασανσέρ.


[ΠΗΓΗ: Πάνος Θεοδωρίδης, Νυκτωδία, όπως αναρτήθηκε στο Cloud – με εικόνα την αναζήτηση της… δαγκωμένης ψήφου στον Κάδο των απορριμμάτων]