Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΕ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΣΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟ, ΠΟΥ ΣΤΡΟΒΙΛΙΖΕΤΑΙ ΟΠΩΣ ΑΥΤΟΣ, ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΕΙΣ;

Είναι μια μορφή διαλογισμού. Πρέπει να ανακαλύψω τι σκέφτομαι. Κυριολεκτικά, ανακαλύπτω τι βρίσκεται στο μυαλό μου. Ή το σχηματίζω, όπου μπορώ να το δω, κι όχι ως αναλαμπή γνώσης ενός θνητού ονείρου που εξαφανίζεται όταν ξυπνώ στις πέντε το πρωί. Ακόμα, ένα συγκεκριμένο είδος μοναξιάς, που θέλω να την κοινωνήσω, που θέλω να την παρατάξω εκεί όπου άλλοι θα μπορούν να την αγγίξουν, να με αγγίξουν, όπου μπορώ να αγγίξω άλλους ανθρώπους. Κι έπειτα απλά ένα είδος δεισιδαιμονίας για το πόσο υπέροχος ήταν ο Ρεμπό ― ο παλιός ρομαντισμός της λογοτεχνικής δόξας να είσαι ποιητής. Αν είναι ένας κόσμος που είχε ανθρώπους σαν τον Σέλεϊ και τον Ουίτμαν, τότε είναι ο κόσμος που θέλω να ανήκω, ή το σύμπαν που θα ήθελα να ανήκω. Είναι ένας κόσμος που είχε τον Χακίν και τον Χαν Σαν και τον Μπασό και τον Ίσσα... Τον Βούδα... Τον Σανγκαρακσίτα, τον Μιλαρέπα, τον Σανκάρα, τον Ιάμβλιχο, τον Πρώκλο και τον Πλωτίνο... Και τον Ουίλιαμ Μπλέικ. Εκεί σίγουρα αισθάνομαι ένα Κάλεσμα. Κι έπειτα είναι το μόνο πράγμα που ξέρω πώς να κάνω, είναι ο ευκολότερος τρόπος να τα βγάλω πέρα που γνωρίζω. Ακόμα, με κοινωνικούς όρους, το λειτούργημα του βάρδου, προσαρμοσμένο πλάι-πλάι, ή μέσα, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποκαθιστά τη μαζική παραίσθηση. Επειδή το να είσαι βάρδος είναι προσωπική επικοινωνία πραγματικών δεδομένων όσο μπορείς πραγματικά να τη δεις ή να τη νιώσεις από ασύνειδες πηγές, αλογόκριτη. Ενώ η παραίσθηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι μια λογοκριμένη πραγματικότητα. Οπότε η Ποίηση αποκαθιστά τη μηχανικά ρομποτική επαναπαραγωγή ευνουχισμένων και παραποιημένων ειδήσεων. Έτσι έχει μια δύσκολη λειτουργία τώρα που δείχνεται από τους Ρώσους ποιητές. Εννοώ αν θέλεις ειδήσεις, κάθε είδους ποίηση είναι «νέα που παραμένουν νέα», αυτό είναι ειδήσεις. Είναι ένα είδος εφημερίδων ανθρώπινης συνείδησης... Είμαι χρόνια άνθρωπος των εφημερίδων ― συνήθιζα να δουλεύω στην Associated Press, στη New Jersey Labor Herald, στη Columbia Review, στη Columbia Jester και τη New York World Telegram… οπότε απλά εξασκώ το κέφι και το επιτήδευμά μου. Ακόμα έχει να κάνει με το ρυθμό του σώματος, τον εκστατικό σωματικό ρυθμό. Είναι ένα εκστατικό μονοπάτι, ένα μονοπάτι της γιόγκα προς την έκσταση. Γιατί έχω λάβει, έχω την εμπειρία της έκστασης μέσω της ποίησης, την εμπειρία οραματικής συνείδησης μέσω της ποίησης, φευγαλέα, σποραδικά. Οπότε αυτή είναι η σαντχάνα μου, όπως την αποκαλούν, το μονοπάτι μου, ή η γιόγκα μου, ή η πρακτική μου. Ακόμα επειδή υποθέτω λάτρευα τον Κέρουακ και μερικούς άλλους ανθρώπους όπως τον Μπάροουζ, ήθελα να τέρψω τη συνείδησή τους. Τώρα που ο Κέρουακ είναι νεκρός, βρίσκω μερικές φορές τον εαυτό μου να γράφει πράγματα ξεχνώντας ότι είναι νεκρός και γελώ με εμένα στη σκέψη της πιθανής γνώμης του για μια αστεία φράση ή ένα πράγμα που κάνω ― και κάθομαι εκεί σκεφτόμενος «Ω, δεν είναι κανείς εδώ να το δει και να το εκτιμήσει» και «Ω, ποιό το νόημα ― για ποιον γράφω;». Και ύστερα όταν θα φύγουν και άλλοι δεν ξέρω αν θα έχω κίνητρο να γράψω, αν άνθρωποι που νόμιζα ότι αγάπησα δεν είναι πια εδώ, αν άνθρωποι που προσπαθούσα να ευχαριστήσω δεν είναι πια εδώ ― άνθρωποι που προσπαθούσα να τους πλησιάσω μέσω της ποίησης. Είναι αστείο να... Έτσι δεν ξέρω πως θα είναι αυτό [αποσπάσματα από συνέντευξη του Άλεν Γκίνσμπεργκ 1969]



Σκεφτόμουν τον Πάουντ χθες βράδυ, βλέπεις όλοι οι κοντινοί του φίλοι είναι νεκροί. Είμαι σίγουρος ότι ο Πάουντ συνήθιζε να γράφει στίχους σκεπτόμενος τι θα νόμιζε ο Τ. Σ. Έλιοτ για αυτούς, ή ο Γκοτιέ-Μπρζέσκα, ή ο Μπρανκούσι, ή ο Μπάντινγκ, όλοι οι Ακτιβιστές-Βορτισιστές συγγραφείς με τους οποίους μιλούσε. Ο Πάουντ πολύ συχνά έγραφε με τον Μπάντιγκ στο μυαλό του. Πολύ συχνά. Στην πραγματικότητα πάντοτε σεβόταν την πρόσληψη της ποίησής του από τον Μπάντινγκ. Οπότε, είμαι βέβαιος πως όταν ο Πάουντ γράφει έναν στίχο και προκύπτει κάτι που πραγματικά «εκθέτει» την εικόνα με μεγάλη ακρίβεια, μπορεί να περάσει κατ’ ευθείαν από το μυαλό του, μια αναλαμπή ευχαρίστησης που ο Μπάντινγκ θα αναγνωρίσει και θα δεχθεί και θα επιδοκιμάσει.
Γιατί ο Μπάντινγκ ήταν αυτός που του είπε ότι «Γράψιμο = συμπύκνωση». Ο Πάουντ είπε σε μια συζήτηση ότι ήταν μελαγχολικός για τα Cantos και για την ποίησή του, επειδή― και παρέθεσε τον Μπάντινγκ ― ο Μπάντινγκ μου είπε πριν από χρόνια ότι η ποίησή μου ήταν υπερβολικά υπαινικτική, πως διέθετε υπερβολικά πολλές «παραπομπές», και πως η ποίησή μου «εκτίθετο» ελάχιστα.
Οπότε είμαι σίγουρος ότι ακόμα και άνθρωποι όπως ο Πάουντ σκέφτονταν όντως μέσα από άλλων ανθρώπων τα μάτια ή τα αυτιά ή τα μυαλά. Έτσι θα σκεφτώ κι εγώ πολύ μέσα από το μυαλό του Κέρουακ. Πάντοτε σκεφτόμουν πολύ μέσα από το μυαλό του Μπάροουζ και μερικών άλλων ανθρώπων ― του Γκρέκορι (Κόρσο), του Πίτερ (Ορλόφσκι), του Γκάρι (Σνάιντερ) συχνά, του Φιλ Γουέιλεν συχνά, του (Ρόμπερτ) Ντάνκαν περιστασιακά, του (Ρόμπερτ) Κρίλι περιστασιακά, σκέφτηκα μέσα από το μυαλό του (Ρόμπερτ) Κέλι μία ή δυο φορές, το μυαλό του πατέρα μου, το δικό μου μερικές φορές, ακόμα και με μια συγκεκριμένη γάτα προσπαθούσα να το κάνω. Οπότε να ένας λόγος που γράφω. Για να λέω τι θα μπορούσα να λέω όταν ήμουν ζωντανός.

[ΠΗΓΗ: Τη συνέντευξη την έδωσε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ στον Γουίλιαμ Πρέσκοτ στις 3 Δεκεμβρίου του 1969 στο Άναντεϊλ-ον-Χάντσον της Νέας Υόρκης και πρωτοδημοσιεύθηκε, άτιτλη και αχρονολόγητη, το 1970 σε περιοδικό των μελών της κοινότητας του Bard College στην Αμερική. Ο Άλεν ήταν και ευγενικός και γενναιόδωρος με το χρόνο και τις σκέψεις του. Είχε μόλις έρθει από την κηδεία του Τζακ Κέρουακ και μίλησε με ένα συγκινητικό τρόπο για τον παλιό του φίλο». Η συνέντευξη έλαβε χώρα σε ένα χτισμένο προ του Επαναστατικού Πολέμου ψυχρό και ετοιμόρροπο νοικιασμένο σπίτι, με τον Πρέσκοτ και τον Γκίνσμπεργκ να κάθονται στο πάτωμα δίπλα σε μια ανεπαρκή θερμάστρα και τον Τζόρις και τον Κάσνερ να θέτουν και αυτοί ερωτήματα. Η συνέντευξη ηχογραφήθηκε και παίχτηκε αρκετές φορές στον τοπικό σταθμό του Bard College.– η παρούσα μετάφραση και επιλογή ανήκει στον Ιωάννη Τσίρκα και αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΠΑΡΑΘΥΡΟ]
με 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …