Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΔΥΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΓΕΜΙΖΕ ΤΟ ΠΑΡΚΟ ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Πριν από πολλά χρόνια, όταν οι άνθρωποι ντυνόταν όπως στις ταινίες εποχής, ζούσε σ’ αυτή την πόλη ένα παλληκάρι, πλούσιο κι όμορφο. Ζούσε και μια κοπέλα, πλούσια και όμορφη κι εκείνη. Οι δυο τους αγαπιόταν, όμως ο έρωτας τους έπρεπε να μείνει μυστικός. Ο πατέρας της πλούσιας κοπέλας, την είχε ταγμένη σε ένα ακόμα πιο πλούσιο, αλλά λιγότερο όμορφο παλληκάρι... Δεν ξέρω πως μου μπήκε στο μυαλό αυτή η ιστορία. Η φυσική μου κατάσταση δεν ήταν τόσο καλή, με την μπύρα να χτυπάει εδώ κι εκεί στα τοιχώματα του στομαχιού. Είχα σκυμμένο το κεφάλι κι είδα στον δρόμο δυο μαδημένα τριαντάφυλλα. Ναι. Τότε ήταν που τη θυμήθηκα. Δεν πίστευα σε τίποτα πέρα από αυτή τη ζωή. Πόσο μάλλον σε ιστορίες για αιώνιους έρωτες φαντασμάτων, φτιαγμένους για να τρομοκρατούν νέους, γέρους και παιδιά, και ταυτόχρονα να εξυμνούν την αθανασία της αγάπης [Δημήτρης Βλάχος, Άρωμα Τριαντάφυλλου και Γεύση Μπύρας – από το Περιοδικό Ποίησης και άλλων αμαρτημάτων ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ - ART by Nansy Rossit]  



Βγαίνοντας έξω Παρασκευή βράδυ, βλέπω συχνά ανθρώπους κάθε ηλικίας με αθλητική περιβολή κάθε γούστου και κόστους, να γυμνάζονται τρέχοντας στα σκοτεινά στενά της πόλης και στις τεχνητά φωτισμένες λεωφόρους. Και τους θαυμάζω. Παρασκευή βράδυ: στο στομάχι μου θα σχηματιστεί μια τεχνητή λίμνη από μπύρα, που στην επιφάνεια του θα επιπλέουν μασημένα, βρώσιμα καραβάκια πίτσας ανάμεσα σε σημαδούρες φτιαγμένες από αμάσητα φιστίκια. 

Οι δυο νέοι λοιπόν, συναντιόταν κρυφά μια φορά την εβδομάδα, αργά το βράδυ σε ένα μεγάλο πάρκο. Υπήρχε από τότε το πάρκο της Μοντανιόλα. Ήταν μια συνάντηση παράτολμη για εκείνη την εποχή. Οι νύχτες ήταν επικίνδυνες κι η τιμή των ανθρώπων ξεπληρωνόταν με αίμα. Δυο στοιχεία που οι ερωτευμένοι αγνοούσαν. Δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Το ένστικτο και το πάθος ήταν οι μόνοι τους οδηγοί.

Κάθομαι στην ιρλανδέζικη παμπ που την βάφτισαν Τζορτζ Μπεστ – αυτός ήταν ο λόγος που την έκανα στέκι μου - και πίνω την πρώτη πίντα στο μπαρ, μαζί με δυο συνάδερφους. Κουβεντιάζουμε για πράγματα που δεν κάναμε και για πράγματα που πρέπει να διορθώσουμε, λες και δεν υπάρχουν πράγματα που κάναμε. Κι αν κάναμε, τα κάναμε λάθος.

Ένα βράδυ, το παλληκάρι στο οποίο ήταν ταγμένη η κοπέλα, έμαθε από τον έμπιστο υπηρέτη του για τις συναντήσεις του ζευγαριού στο πάρκο. Άναψε από το κακό του και μπήκε σ’ ένα καπηλειό όπου σύχναζαν οι φτωχοί για να σβήσει τον πόνο του. Ήπιε πολλά κιλά κρασιού κάκιστης ποιότητας και μετά πήρε τους δρόμους. Γνώριζε τον αντεραστή του, που ήταν πολύ καλύτερος στο σπαθί από τον ίδιο. Δεν θα τον καλούσε σε μονομαχία. Δεν είχε ελπίδες. Και δεν ήθελε να πει γι’ αυτό που έμαθε στον πατέρα της κοπέλας. Θα του πρότεινε να μονομαχήσει για να ανέβει στα μάτια της κόρης του. Τελικά σκέφτηκε πως δεν ήταν και τόσο παλληκάρι. Ο λαός τον αποκαλούσε έτσι εξαιτίας της δύναμης των χρυσών νομισμάτων της οικογένειας του. 

Στην τρίτη πίντα η ώρα είχε πάει έντεκα κι είχα αρχίσει να βαριέμαι την κουβέντα και τους κυπαρίσσι τοίχους που με περιτριγύριζαν. Κοιτάζοντας έξω από την τζαμαρία, είδα έναν τύπο να τρέχει ιδρωμένος. Φορούσε την επίσημη φανέλα κάποιου αγώνα που είχε πάρει μέρος, δεν πρόλαβα να δω ποιου. Η οπτική επαφή κράτησε ελάχιστα, και το μόνο που πρόλαβα να δω ήταν η ικανοποίηση στο ιδρωμένο κεφάλι. Πλήρωσα, χαιρέτησα, οι συνάδερφοι προσπάθησαν να με πείσουν να μείνω, δεν τους είπα τι είχα σκοπό να κάνω.

Ο μεθυσμένος νέος περίμενε την κοπέλα κοντά στο σπίτι της. Όταν την είδε να βγαίνει για να πάει στο καθιερωμένο ερωτικό ραντεβού, αποφάσισε να την ακολουθήσει από απόσταση ασφαλείας. Το στομάχι του πονούσε από το κάκιστο κρασί και το κεφάλι του γύριζε. Σκέφτηκε να της μιλήσει, να την ρωτήσει γιατί, δεν είχε όμως το κουράγιο, ακόμα και μεθυσμένος. Τελικά ήταν δειλός. Λίγο πριν φτάσουν στο πάρκο, εκείνος πήρε την απόφαση. Έτρεξε κοντά της και της κάρφωσε το μαχαίρι στο σβέρκο. Αν δεν την είχε εκείνος, δεν θα την είχε κανένας. Η κοπέλα έπεσε και δεν ξανασηκώθηκε. Η ζωή έφυγε από μέσα της χωρίς να μάθει το γιατί. Χάθηκε στο σκοτάδι κι η αιώνια νύχτα της χάρισε τη λησμονιά της ύπαρξης. 

Στις έντεκα και μισή ήμουν έξω από το σπίτι. Εξωτερική εμφάνιση δρομέα, εκτός από τα μάτια που ήταν κόκκινα. Εσωτερική εμφάνιση θαμώνα ιρλανδέζικης παμπ. Η δύναμη της θέλησης μ’ έκανε να ξεχάσω την τελευταία λεπτομέρεια. Είχα σκοπό να τρέξω στους δρόμους, σαν του δρομείς που θαύμαζα και μου είχαν δώσει την δύναμη. Ρεύτηκα μπύρα. Πέρασα μπροστά από το πάρκο της Μοντανιόλα. Δεν ήξερα πως ήταν ανοιχτό τέτοια ώρα. Θα έτρεχα σε γνώριμα μέρη, με την ησυχία μου. Δεν είχα ξανατρέξει βράδυ. Μπήκα στο πάρκο κι άρχισα να τρέχω χωρίς να το ξανασκεφτώ. Το φως ήταν ελάχιστο. Λίγοι λαμπτήρες που φώτιζαν αμυδρά την κυκλική τροχιά. 

Ο όμορφος νέος περίμενε την κοπέλα στο πάρκο κρατώντας ένα μπουκέτο με τριαντάφυλλα. Είχε αργήσει και δεν αργούσε ποτέ. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά στη σκέψη πως δεν θα ερχόταν. Ήταν δυνατός, πεισματάρης, αλλά κι ευαίσθητος. Δεν θα έφευγε από εκεί αν δεν την έβλεπε. Ούτε που πήγε το μυαλό του στο ότι κάτι της είχε συμβεί. Ο έρωτας τους ήταν τόσο δυνατός και θα τους έκανε να συναντηθούν εκείνο το βράδυ σ’ εκείνο το πάρκο. Έπρεπε μόνο να περιμένει. Μύριζε τα όμορφα τριαντάφυλλα στο σκοτάδι και περίμενε. Λένε πως ακόμα περιμένει. Είναι κάποια πρωινά, που τα δρομάκια του πάρκου είναι γεμάτα ροδοπέταλα. Δεν υπάρχουν τριανταφυλλιές στο πάρκο. Και λένε πως είναι τα τριαντάφυλλα που μαδάει ο όμορφος νέος τις νύχτες περιμένοντας την καλή του. Κάποιοι είπαν πως είδαν μια σιλουέτα ντυμένη με ρούχα μιας άλλης εποχής, να αναστενάζει στο σκοτάδι κι απ’ την ανάσα να γεμίζει το πάρκο με άρωμα τριαντάφυλλου. 

Δεν ξέρω πως μου μπήκε στο μυαλό αυτή η ιστορία. Η φυσική μου κατάσταση δεν ήταν τόσο καλή, με την μπύρα να χτυπάει εδώ κι εκεί στα τοιχώματα του στομαχιού. Είχα σκυμμένο το κεφάλι κι είδα στον δρόμο δυο μαδημένα τριαντάφυλλα. Ναι. Τότε ήταν που τη θυμήθηκα. Δεν πίστευα σε τίποτα πέρα από αυτή τη ζωή. Πόσο μάλλον σε ιστορίες για αιώνιους έρωτες φαντασμάτων, φτιαγμένους για να τρομοκρατούν νέους, γέρους και παιδιά, και ταυτόχρονα να εξυμνούν την αθανασία της αγάπης. Όχι μάγκα μου. Εσύ ήρθες εδώ για να γυμναστείς. Δεν χρειάζονται άλλες σκέψεις. Μετά από λίγο είδα τα ροδοπέταλα. Δεν ήταν ο δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα. Ήταν λίγα και τα είδα με την άκρη του ματιού. Αυτό μ’ έκανε, μάλλον με ανάγκασε ν’ ακούσω έναν αναστεναγμό. Κι ο αναστεναγμός έχωσε με το ζόρι στη μύτη μου άρωμα τριαντάφυλλου, λες και βρισκόμουν σε θερμοκήπιο με ολόκληρη καλλιέργεια. Και το άρωμα μ’ έκανε να δω, κάτω από ένα δέντρο, έναν άνθρωπο ντυμένο με ρούχα άλλης εποχής, να με κοιτάζει. Κατάλαβα πως έκλαιγε. Παραδόξως ,τα πόδια μου δεν κόπηκαν. Άρχισα να τρέχω, όπως δεν είχα τρέξει ποτέ. Μου ήρθε να ουρλιάξω από το φόβο. Ίσως και να το έκανα. Σταμάτησα όταν βρισκόμουν αρκετά μακριά από το πάρκο. Διπλώθηκα κι άρχισα να ξερνάω μπύρα σε μια γωνιά. Βήχας κι έλλειψη αέρα. Οι τρίχες στα χέρια σηκωμένες, σαν να παραδίνονταν και να ζητούσαν έλεος από το μεταφυσικό. «Είσαι καλά;». Σήκωσα το κεφάλι. Μια κοπέλα όμορφη, με ένα πουκάμισο με δαντέλες μιας άλλης εποχής. Δεν κατάλαβα αν ήταν πλούσια. Άρχισα ξανά να τρέχω σαν τρελός και δεν σταμάτησα μέχρι να φτάσω σπίτι. Μπορεί να ούρλιαζα, μπορεί και να έκλαιγα ουρλιάζοντας. Δεν πρόσεξα πως η κοπέλα φορούσε τζιν παντελόνι κάτω από το πουκάμισο της άλλης εποχής. Δεν ξαναπήγα ποτέ να τρέξω στην Μοντανιόλα. Κι όποτε περνάω από εκεί, άρωμα τριαντάφυλλου χώνεται με το ζόρι στη μύτη μου.
Τέλος


[ΠΗΓΗ: Δημήτρης Βλάχος, Άρωμα Τριαντάφυλλου και Γεύση Μπύρας – από το Περιοδικό Ποίησης και άλλων αμαρτημάτων ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ: http://toparathyro.com/ ART by Nansy Rossit]  

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Φιλοσοφικό νόημα του στριπτίζ: υποσχέσεις για ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ πίσω απ’ το πέπλο της επιθυμίας

Τα καλλιτεχνικά αποτελέσματα του προμελετημένου γδυσίματος. Γιατί ο φετιχιστής πηγαίνει σε τέτοια θεάματα και γιατί φροντίζει να κάθεται πάντα στην πρώτη σειρά; Μα γιατί, το στριπτίζ εκφράζει την υπόσχεση εκείνου που μας το κρύβουν επιμελώς για να το επιθυμήσουμε περισσότερο… Πάνω στη σκηνή η μικρή θα ενσαρκώνει πάντα αυτό που ο καθένας ποθεί, αυτό που είναι τόσο πολύτιμο ώστε ακόμα και να το δούμε από μακριά είναι ένα προνόμιο που όμοιο του μόνο οι ποιητές επινοούν με σχήματα λόγου… ΣΤΡΙΠ ΤΗΖ (από το βιβλίο του Ευγένιου Αρανίτση ΤΟ ΦΕΤΙΧ, εκδόσεις ΕΡΑΤΩ 1982)

Αλλά, αγαπητέ μου, ας πάψουν πια να μας απασχολούν ο Θάνατος και η Ευτυχία, οι εποποιίες και τα πεπρωμένα των λαών, οι μεγαλοφυείς σκέψεις και τα τραγικά συναισθήματα. Μας χρειάζονται τώρα πιο ελαφριά, πιο καθημερινά και διασκεδαστικά θέματα, γιατί αυτά ζητάει το κοινό. Σε πληροφορώ μάλιστα ότι σ’ αυτά τα θέματα, ακριβώς επειδή μοιάζουν απλοϊκά και αφελή, μπορεί να ξεχωρίσει πιο εύκολα η αληθινή έμπνευση! (ΡΟΣΣΙΝΙ)…

ΣΤΡΙΠ ΤΗΖ (από το βιβλίο του Ευγένιου Αρανίτση ΤΟ ΦΕΤΙΧ, εκδόσεις ΕΡΑΤΩ 1982)


Το στριπτίζ είναι πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο, ένας χορός, μια διαδικασία νωχελικών κινήσεων, μακρινός απόγονος του χορού των επτά πέπλων της Σαλώμης και κοντινός συγγενής του χορού της κοιλιάς. Ύστερα είναι ένα θέαμα, μια παράσταση: διαδραματίζεται πάνω στη σκηνή, μπροστά σ’ ένα κοινό προετοιμασμένο γι’ αυτό που θα δει και θα νιώσει και συνοδεύεται από μια κατάλληλη τεχνική υποβολής που πετυχαίνεται χάρη στο φωτισμό και τη μουσική. Τέλος είναι μια μικρή ερωτική περιπέτεια, ένα παιχνίδι συγκινήσεων που ολοκληρώνεται εύθυμα με την αποκάλυψη ενός μυστικού. Η αιώνια δημοτικότητα του στριπτίζ οφείλεται στο ότι ανανεώνει με πολύ πονηρό τρόπο ένα τελικό αντάλλαγμα που έχει ήδη γίνει κοινότυπο (το γυμνό γυναικείο κορμί). Ποιος είναι αυτός ο τρόπος;

Μα τον ξέρουμε όλοι όπως ξέρουμε και το ρόλο που παίζει στο σεξ: είναι η αναμονή, η αναβολή της τελικής ικανοποίησης, που –θα πρέπει να πω- έχει τραβήξει το ενδιαφέρον των συγγραφέων, όπως τραβάει καθημερινά και το ενδιαφέρον των ερωτευμένων, πολύ περισσότερο από ότι η ίδια η ερωτική πράξη. Το γδύσιμο δεν είναι ποτέ χάσιμο χρόνου, είναι μέρος μιας συγκίνησης που συχνά συναγωνίζεται σε αίγλη και αποτελεσματικότητα τις άγριες ή τρυφερές στιγμές που μοιραία το ακολουθούν.
Φυσικά, το στριπτίζ απαιτεί ορισμένες τεχνικές προϋποθέσεις και συγκεκριμένα μια απεριόριστη και θαυμαστή ποικιλία από προκλητικά εσώρουχα, συνήθως μαύρα ή ροζ ανάλογα με το αν το στυλ της στριπτιζέζ της υπαγορεύει να υποδύεται την τίγρη ή τη γατούλα. Απ’ την άλλη μεριά, ο τρόπος με τον οποίο η καλλιτέχνης απαλλάσσεται από την τόσο κολακευτική και αμετάκλητα καταδικασμένη παρουσία των αστραφτερών της εσωρούχων, μας αφηγείται κρυφά ένα είδος αντίφασης: η δεσποινίς χορεύει λες και δεν την βλέπει κανένας (γιατί αλλιώς δεν θα χόρευε σαν καλό κορίτσι που είναι, και οι θεατές δεν θα εισέπρατταν την ανυπέρβλητη απόλαυση κάποιου που παρακολουθεί τις ιδιωτικές στιγμές μιας τρυφερής ύπαρξης κρυμμένος πίσω απ’ την κουρτίνα), και ταυτόχρονα δείχνει πως ξέρει ότι την βλέπουν, αφού κινείται μέσα από ατέλειωτους αναβλητικούς και ναζιάρικους δισταγμούς καθορισμένους απ’ τα γνωστά πρότυπα της αιδούς.

Το τελευταίο τριγωνικό ύφασμα, του οποίου η πτώση δίνει τη χαριστική βολή στο στόχο της ανδρικής αφοσίωσης, είναι κάτι δεδομένο –όμως η κοπέλα που θα το επιχειρήσει δεν θα ήταν καθόλου καλή στη δουλειά της αν έμπαινε σε τέτοιο κόπο χωρίς να δείξει (γυρίζοντας, για παράδειγμα, την πλάτη της στο κοινό τη στιγμή που αφαιρεί το σουτιέν της ή προστατεύοντας με μελετημένες κινήσεις ορισμένες εύφλεκτες περιοχές του μελαμψού κορμιού της) ότι ντρέπεται για το μέγεθος αυτής της ανήθικης προσφοράς. Εξαιτίας του ίδιου απλού λόγου για τον οποίο η τελευταία απ’ τις τελευταίες πόρνες μπορεί να φοράει εσώρουχα που κάποτε αποτελούσαν σαφείς ενδείξεις της παρθενίας των μαθητριών, η στριπτιζέζ οφείλει να παριστάνει ευσυνείδητα την ντροπαλή, πράγμα που την οδηγεί συχνά μέχρι το κατώφλι της παρωδίας. Μιλώντας στον κώδικα του στριπτίζ, μοιάζει να μας λέει: θα γίνω δική σας, αλλά όσο το δυνατόν αργότερα.

Φυσικά, το τέλος φτάνει πάντοτε στην ώρα του και τα φώτα ανάβουν τη στιγμή που η απογοήτευση μιας δυσκολοαποκτημένης ευτυχίας που αφαιρέθηκε πρόωρα, έχει θολώσει το πεντακάθαρο και απαιτητικό βλέμμα των θεατών. Η πρωταγωνίστρια του σώου, ύστερα από μια εξουθενωτική μάχη με καμιά δεκαριά εντυπωσιακά ντεσού ειδικά κατασκευασμένα για να αφαιρούνται με απλές κινήσεις ( το σλιπάκι της στριπτιζέζ, για παράδειγμα, δε χρειάζεται να βγει με το γνωστό τρόπο, απ’ τα πόδια, αλλά μπορεί να εξαφανιστεί ταχυδακτυλουργικά χάρις σ’ ένα μικρό κουμπί), στέκεται για λίγο στο κέντρο ενός κύκλου ηττημένων αλλά ακόμα αξιοπρεπών εσωρούχων, όπως η Αφροδίτη μέσα στο όστρακο που τη γέννησε, κι ύστερα φτερουγίζει ανάλαφρα προς τα παρασκήνια, λες και θα ήταν φυσικό να νιώθει μια κάποια συστολή για τα όσα προηγήθηκαν.

Μερικές φορές, κατά τη διάρκεια του σώου, κι αν κάποιος απ’ τους πελάτες που όχι τυχαία κάθονται στα μπροστινά τραπέζια αξίζει μια τέτοια τιμή, μπορεί να του πετάξει ένα από αυτά τα εσώρουχα (ακόμη ζεστό απ’ το κορμί της) με τη διφορούμενη χάρη μιας τραγουδίστριας που χαρίζει ένα λουλούδι σε κάποιο θαυμαστή. Το στριπτίζ διατηρεί πραγματικά μέσα του μια νότα θεάτρου, μια μελωδία υπερβολής και προσποίησης που ανήκει σε παλιότερες εποχές. Η οποιαδήποτε διάσημη ηθοποιός είναι συνήθως διατεθειμένη να ζει κατά τρόπο εξωφρενικό παρέχοντας έτσι αξέχαστες ευκαιρίες στο κους-κους των εφημερίδων, ωστόσο αυτό δεν την εμποδίζει καθόλου να υποδύεται μπροστά στην κάμερα το ρόλο της πληκτικής νοικοκυράς ή της ντροπαλής φοιτήτριας και να είναι απόλυτα πειστική.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η στριπτιζέζ επιμένει να διστάζει πριν την τελική αποκάλυψη του ακριβού της θέλγητρου, παρόλο που οι θαμώνες που την παρακολουθούν μπορεί να το έχουν ίσως όλοι τους γευτεί με ποικίλους τρόπους σε πρόσφατες ιδιωτικές συνεντεύξεις. Όχι, αυτό δεν έχει καμιά σημασία όσο διαρκούν τα προσχήματα της παράστασης, όσο διαρκεί η ένδοξη διάκριση ανάμεσα στο πάλκο και την πλατεία, που είναι η αφετηρία κάθε θεάματος: πάνω στη σκηνή η μικρή θα ενσαρκώνει πάντα αυτό που ο καθένας ποθεί, αυτό που είναι τόσο πολύτιμο ώστε ακόμα και να το δούμε από μακριά είναι ένα προνόμιο που δικαιολογεί μια τσουχτερή διατίμηση στα ποτά.
Όσο για το νόημα του στριπτίζ, είναι κάθε άλλο παρά η γύμνια (που εξάλλου σήμερα δεν κοστίζει τίποτα). Όχι, κάτι πολύ πιο σύνθετο, κάτι πολύ πιο χαριτωμένο και θεαματικό συμβαίνει σ’ αυτές τις νυχτερινές συναθροίσεις των πιστών της γυναικείας ομορφιάς. Αυτό το αινιγματικό κάτι είναι, ωστόσο, υπερβολικά απλό στη διατύπωσή του: όπως και το ίδιο το εσώρουχο σαν αντικείμενο, το στριπτίζ εκφράζει την υπόσχεση εκείνου που μας το κρύβουν ακριβώς για να το επιθυμήσουμε περισσότερο.

Το Φετίχ, όπως και κάθε τι που δεν σκοπεύει να υπηρετήσει την Αλήθεια, αλλά την Τέρψη, θέλει να είναι ταυτόχρονα πολλά διαφορετικά πράγματα, κι έτσι προτείνει με τον τρόπο του μια σύγχυση των ειδών: είναι ένα δοκίμιο, ένας λίβελος, μια ιστορική αναδρομή, μια εξομολόγηση, μια διακήρυξη δικαιωμάτων, μια ψυχαναλυτική έρευνα, μια περίληψη θεατρικού έργου και μια μικρή ερωτική φιλοσοφία, πολύ πιο εύκολη στη εφαρμογή της απ’ αυτές που έγραψαν ο Οβίδιος, ο Σεϊχης της Τύνιδας και ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, αλλά πολύ πιο απρόθυμη να μας εμπιστευτεί το κλειδί όλων των μικρών αόρατων λεπτομερειών των αποτελεί το άθροισμα. Το ΦΕΤΙΧ περιγράφει έναν κόσμο βυθισμένο στα αρώματα και στο ημίφως… [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου]

ΟΝΕΙΡΟ (με… πλανόδια εσωτερική εστίαση…)


Καθισμένη όπως είναι απέναντί μου με τα πόδια μισάνοιχτα, διακρίνω την πορεία για να εκπληρώσω το όνειρό μου, αυτό του κοσμοναύτη να φτάσω στην Αφροδίτη!


[ΠΗΓΗ: Εντμούντο Βαλαντές  (Edmundo Valadés) από τον τόμο ΒΓΑΛΕ ΕΝΑ ΦΥΛΛΟ…  Ανθολογία ισπανόφωνου ερωτικού μικροδιηγήματος όπως δημοσιεύτηκε στις  Ιστορίες ΜΠΟΝΖΑΪ, ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ μαζί με την ομότιτλη φωτογραφία ΟΝΕΙΡΟ να καλύπτει «αυτολεξεί»  όλη την περιπέτεια του αφηγητή… ]

end ALTERA PARS: «gentlemen take polaroids… (not anymore)
Ξέρεις που φτάσαμε; τον ρώτησα προχτές, μονολογώντας. Δεν μπορείς να ποθήσεις ένα σώμα. Ούτε καν να γράψεις γι αυτό, πόσο μάλλον να μπεις μέσα του. Οι εποχές -οι άνθρωποι, οι άνθρωποι φτιάχνουν τους καιρούς- δεν συγχωρούν το να σε δουν να σέρνεσαι αδύναμος πίσω από πάθη. Δεν χρειάζεται να εκπέσεις από έρωτα, αρκεί και η απλή καύλα για την καταδίκη. Aν δεν ανάψει πράσινο φως το μυαλό -που δουλεύει υπερωρίες, για να μην χρεωθεί σκοτάδια κι ενοχές που δεν του ανήκουν- η σάρκα πρέπει να περιμένει. Το σαρκίο είναι δεύτερο, ευτελές, οφείλει να υποτάσσεται -άλλοι το λεν και «υποκλίνεται» -μπρος στην ανέχεια, τη δυστυχία, την ανημπόρια, την κόλαση των άλλων.
Μα δεν μπορείς να πενθείς για καύλες όταν αυτοί οι άλλοι συντρίβονται από αληθινές απώλειες.
Μη βιάζεσαι. Kάποια στιγμή το μυαλό και οι σκέψεις θα αναπαυθούν -θες να πω για λίγο; για λίγο, λοιπόν-  ερήμην των άλλων  και ερήμην του σαρκίου που τις φιλοξενεί· είναι μάταιο να παριστάνουν πως φτιαχτήκαν από γρανίτη κι ατσάλι. Δεν είναι, ουδέποτε ήταν, οι ενενηνταεννιά στους εκατό είμαστε φτιαγμένοι από ευτελή υλικά που ενίοτε λάμπουν -αυτός που έγραφε σε στιχάκια We are all made of stars,  μισές αλήθειες έλεγε- μα δεν παύουν να  έχουν όρια αντοχής, θερμοκρασία τήξης, ημερομηνία λήξης.

Και τότε θα καταφέρει (σκέφτομαι με μια ντροπιαστική ανακούφιση) η τόσο συκοφαντημένη εσχάτως σάρκα να πάρει την γλυκιά της εκδίκηση. Έστω για λίγες μόνο στιγμές. Πες την και πύρρεια νίκη που αρκεί, όμως, για να ξεπλύνει δέκα συντριπτικές -κι ατιμωτικές, ακόμη- ήττες του μυαλού. [ΠΗΓΗ: by cara στο ιστολόγιο a man called]

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΑΓΓΕΛΟΙ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΡΕΧΟΥΝ ΣΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ:

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΜΕ ΤΟ ΚΑΜΠΑΝΙΣΜΑ τοῦ κου­δου­νιοῦ ἀνοίγουν τὰ μά­τια. Ἀ­να­ση­κώ­νον­ται στὸ στρῶ­μα τεντώνοντας τὸν ψη­λὸ λαι­μό τους καὶ κά­θον­ται στὴν ἄκρη τοῦ κρεβ­βα­τιοῦ μέ­χρις ὅ­του τὸ μού­δια­σμα τοῦ ὕπνου γλυστρί­σει ἀ­πὸ τὸ γυ­μνό τους σῶ­μα. Κά­θον­ται ἔ­τσι κάμποση ὥ­ρα, ἄλ­λοι σκυ­φτοὶ μι­σο­κλεί­νον­τας γιὰ λί­γο τὰ μά­τια, ἄλ­λοι, βυθίζον­τας τὸν ἀγ­κώ­να στὸ γόνα­το, βαστάζουν τὸ βάρυπνο πη­γού­νι τους στὴ χούφτα, ἄλ­λοι κυρ­τώνον­τας σὰν τό­ξο τὴ ρα­χο­κοκ­κα­λιὰ στρέ­φουν τὸ πρόσω­πο πρὸς τὸ ἄυ­λο τα­βά­νι. Ὅ­ταν πιὰ ση­κώ­νον­ται, πάνε εὐ­θὺς στὴν κα­ρέ­κλα ποὺ ἔ­χουν ἀφημέ­να τὰ φτε­ρά τους, τὰ βουρτσίζουν προ­σε­χτι­κὰ καὶ τὰ φο­ροῦν. Ἡ διαδικα­σί­α παίρ­νει πο­λὺ χρό­νο καὶ ἀπαι­τεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρη προσο­χή. Ὅ­ταν ὅ­λο τὸ φτέ­ρω­μα ἔ­χει δέ­σει σπόν­δυ­λο σπόνδυ­λο στὴ ρά­χη, ὁ ἄγ­γε­λος γί­νε­ται ὅ­λος, ὁ ἄγ­γε­λος γίνε­ται ἄγ­γε­λος. Πρῶτα κου­νοῦν τὶς φτε­ροῦ­γες ἀρ­γὰ ἀργά, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­κτή­σουν καὶ πά­λι ζω­ή, μὰ σύντο­μα ὁ χῶ­ρος γε­μί­ζει ἀ­πὸ δυ­να­τὰ φτερο­κο­πή­μα­τα, προ­μη­νύ­ον­τας τὸ ἐ­πι­τή­δει­ο πέ­ταγ­μα. Ὅ­ταν τὰ φτε­ρὰ τους εἶ­ναι καὶ πά­λι ἄλ­κι­μα, οἱ ἄγ­γε­λοι βά­ζουν τὸ χέ­ρι σὲ μί­α κόγ­χη τοῦ τοί­χου στὸ πλά­ι τοῦ κρεβ­βα­τιοῦ καὶ βγά­ζουν μιὰ πέ­τρι­νη πλά­κα. Ἀ­φοῦ διαβά­σει ὁ κα­θέ­νας τὴν ἀ­πο­στο­λή του, κα­τευ­θύ­νον­ται πρὸς τὶς αἴ­θου­σες ἑ­τοι­μα­σί­ας [Άννα Βερροιοπούλου, Αγγέλων Έργα -  Μποτιτσέλι Γέννηση της Αφροδίτης ]:

Ἐ­δῶ οἱ ἄγ­γε­λοι συνομιλοῦν χα­ρω­πὰ γιὰ τὶς ἀ­πο­στο­λές τους μὲ τὴν οὐρά­νια φω­νή τους, στὴν ὁ­ποί­α δὲν ἠ­χοῦν φθόγ­γοι, μὰ σύν­το­μες με­λω­δι­κὲς παύ­σεις. Ὁ κα­θέ­νας ἐφοδι­ά­ζε­ται μὲ τὰ κα­τάλ­λη­λα σύ­νερ­γα γιὰ τὸ ἔρ­γο του. Κά­ποι­οι ἁρματώνονται μὲ πε­ρι­κε­φα­λαῖ­ες, θώ­ρα­κες χρυσούς, ξεγυμνω­μέ­να ξί­φη καὶ πύ­ρι­νες ρομ­φαῖ­ες. Ἄλ­λοι κρατοῦν λύ­ρες, ἅρ­πες, σάλ­πιγ­γες καὶ φλο­γέ­ρες. Κάποιος δι­α­λέ­γει ἕνα σκῆ­πτρο κι ἕ­νας ἄλ­λος ἕ­ναν κρίνο λευ­κό. Παν­τα­χοῦ τρι­γυρ­νοῦν ἄγ­γε­λοι μὲ φωτεινὲς πε­ρι­βο­λές, μὲ πο­λύ­χρω­μες ἐ­σθῆ­τες, λευκοφορε­μέ­νοι, μὲ ὠ­μο­φό­ρια καὶ πετραχήλια, μὲ γαλά­ζιους μαν­δύ­ες, χρυ­σὲς καὶ κόκ­κι­νες ζῶ­νες. Ἄλ­λοι μὲ ἀ­δα­μια­ία πε­ρι­βο­λὴ πε­ρι­μέ­νουν τοὺς ὑπόλοι­πους νὰ ντυ­θοῦν καὶ πε­ρι­παί­ζουν κά­ποι­ους ἀγγέλους ἐκκεντρικοὺς μὲ βα­ρυ­φορ­τω­μέ­να καὶ πε­ρί­τε­χνα ἐνδύμα­τα τοῦ δέ­κα­του ὄ­γδο­ου αἰ­ώ­να. Αὐ­τοὶ οἱ τελευταῖ­οι φο­ροῦν πο­λύ­χρω­μα χρυ­σο­ποί­κιλ­τα ροῦ­χα, φαρ­δειὰ σὰν κρι­νο­λί­να, μὲ μα­νί­κια φου­σκω­τά, ὅ­λο δαντέ­λα, καπελαδού­ρα μὲ τρί­α φτε­ρά, καλ­σὸν χρωματι­στὰ καὶ παπού­τσια μὲ πε­λώ­ριους φι­όγ­γους. Τέ­λος περ­νοῦν στὸν ὧμο ἕ­να ἀρ­κε­βού­ζιο, τὸ ἀρ­χαῖ­ο αὐ­τὸ του­φέ­κι. Ὅ­ταν ὅ­λοι ἑτοι­μα­στοῦν, κα­τευ­θύ­νον­ται πρὸς τὴν πύ­λη καὶ ξεχύνονται βου­τών­τας στὸν οὐ­ρα­νό· μὲ παι­χνι­δι­ά­ρι­κους στρο­βι­λι­σμοὺς ὁ κα­θέ­νας τους ἀναχωρεῖ γιὰ τὸν καθορισμέ­νο προ­ο­ρι­σμὸ στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο. Δου­λειὰ τους εἶ­ναι νὰ πα­ρου­σια­στοὺν στὶς ἐγ­κό­σμι­ες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φαν­τα­σί­α γεν­νᾶ τὴν εἰ­κό­να τῶν ἀγ­γε­λι­κῶν ὄν­των. Ἔτσι πάμ­πολ­λοι ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λους σπεύ­δουν νὰ ποζά­ρουν στὸ φαν­τα­σια­κὸ ζω­γρά­φων, γλυπτῶν κι ἁγιο­γρά­φων. Tὸ 1512 δυ­ὸ γυ­μνὰ ἀγ­γε­λά­κια ποζά­ρουν στὸν Ρα­φα­ῆ­λο γιὰ νὰ κο­σμή­σουν τὸν πί­να­κά του Μαντό­να Σιξ­τί­να, ἄλ­λοι στὸν Μπο­τι­τσέ­λι γιὰ νὰ δημιουργή­σει τὴ Γέν­νη­ση τῆς Ἀ­φρο­δί­της καὶ στὸν Ἒλ Γκρέκο γιὰ τὴν Προ­σευ­χὴ στὸν κῆ­πο τῆς Γεθ­ση­μα­νῆ. Πολλοὶ ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λους, κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι τους τὸν κρί­νο, πε­τοῦν πρὸς τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴ Φλάν­δρα τῆς Ἀναγέννη­σης καὶ τοῦ Μπα­ρὸκ γιὰ νὰ πο­ζά­ρουν στοὺς Εὐαγ­γε­λι­σμοὺς τοῦ Ντὰ Βίν­τσι, τοῦ Κα­ρα­βάτ­ζιο καὶ τοῦ Βὰν Ἄικ. Κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­πα­θα­να­τί­ζε­ται σὲ λευ­κὸ μάρμαρο, μὲ βέ­λος χρυ­σὸ κι εὐ­α­ρε­στη­μέ­νο μει­δί­α­μα στὴν Ἔκ­στα­ση τῆς Ἁ­γί­ας Τε­ρέ­ζας. Οἱ ἄγ­γε­λοι μὲ τὰ ἀρκε­βού­ζια στὸν ὦ­μο, φθά­νουν στὸ Πε­ροὺ τοῦ δέ­κα­του ὄ­γδο­ου αἰ­ώ­να γιὰ νὰ πο­ζά­ρουν στοὺς ἀ­νώ­νυ­μους μιγάδες καὶ ἰν­διά­νους καλ­λι­τέ­χνες, ποὺ ἀ­να­πα­ρι­στοῦν μὲ τὸ δι­κό τους ξε­χω­ρι­στὸ τρό­πο τὴν ἰ­δέ­α τοῦ ἀγ­γέ­λου. Στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ χρό­νου, στὴν ἀρχαί­α Με­σο­πο­τα­μί­α καὶ Περ­σί­α, τὰ φτε­ρω­τὰ ὄν­τα ἐμφα­νί­ζον­ται γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γη­θοῦν τὰ σύμβο­λα τῶν πα­λι­ῶν θε­ῶν.  Καὶ οἱ δου­λει­ές τους δὲν σταμα­τοῦν, τρέχουν δῶθε κεῖ­θε γιὰ νὰ δώ­σουν εἰ­κό­να καὶ μορ­φὴ στὰ πλά­σμα­τα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ. Ἀ­κό­μη καὶ σὲ ὅσους ἀγ­γε­λο­θω­ροῦν κα­θὼς χα­ρο­πα­λεύ­ουν, κά­ποι­ος ἄγγε­λος προ­στρέ­χει. Κι ὅ­ταν πιὰ ὁ ζω­γρά­φος βά­λει στὴν ἄκρη τὴν πα­λέ­τα, ὁ γλύ­πτης τὸ κα­λέ­μι καὶ ὁ ἐτοιμαθάνατος σφα­λί­σει τὰ μά­τια, οἱ ἄγ­γε­λοι χά­νον­ται μὲ μιᾶς στὸ βα­θὺ ὕ­πνο τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας.

       Κι ἔ­τσι λοι­πόν, ὅ­πως ὁ καλ­λι­τέ­χνης ὁ­ρα­μα­τί­ζε­ται καὶ στή­νει τὸ μον­τέ­λο του, ἡ λα­ϊ­κὴ καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὴ φαν­τα­σί­α πλά­θει τοὺς ἀγ­γέ­λους, πλά­σμα­τα τοῦ νοῦ ὅσων σκέπτονται μὲ ἀγ­γε­λι­κὴ συ­νει­δη­τό­τη­τα. Ὁ ἄνθρωπος ἔ­χει ἐμ­φυ­σή­σει τὴ ζω­ὴ στὸ θαυ­μα­στὸ καὶ τὸ θαυ­μα­στὸ μὲ δι­κή του πιὰ ὑπόσταση, μορ­φώ­νε­ται καὶ προ­στρέ­χει στὶς ἐπιθυμί­ες καὶ ἀ­νάγ­κες τοῦ ἀν­θρώ­που. Καὶ κά­θε μέ­ρα, μὲ τὸ καμ­πά­νι­σμα τοῦ κου­δου­νιοῦ οἱ ἄγγε­λοι ἀ­νοί­γουν τὰ μάτια.


 [Πη­γή:  ν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (­θή­να, 1970. Σπού­δα­σε κεανο­γρα­φί­α κα ­σπα­νι­κ Γλώσ­σα κα Πο­λι­τι­σμό. ­χει μεταφρά­σει Χου­ν Ρα­μν Χι­μέ­νεθ κι ­χει γρά­ψει ρ­θρα σχε­τι­κ μ τν ­σπα­νό­φω­νο πο­λι­τι­σμ κα τ λο­γο­τε­χνί­α. Τ τε­λευ­τα­α χρό­νια δι­δά­σκει ­σπα­νι­κά. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στις «Ιστορίες Μπονζάι, Η Αισθητική του μικρού», ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Ο Έρωτας της ιδέας του Σώματος και η Νεκρά θέση του βλέμματος στον ορίζοντα της Ρέμβης

«ΛΑΒΕΤΕ ΦΑΓΕΤΕ, ΤΟΥΤΟ ΕΣΤΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ» (ο Κύριος): Και άγγιξε ποθούμενος το ξένο σώμα. Ξένο που έμοιαζε με το δικό του. Να ψηλαφεί τις σχισμές, να υγραίνει, και πάλι να ’ρχεται. Με ζέστη που όμοια σώμα δεν άγγιξε. Τους τελευταίους σπασμούς διαδέχθηκαν τα πρώτα κύματα. Άσπρα στο σώμα και στο κάτασπρο σεντόνι. Σώμα γυμνό, στο τέλος άδειασες, δεν είχες άλλο τρόπο να τελειώσεις.  Ό, τι ανήκει στο θάνατο σκέφθηκε, ανήκει και στην ηδονή του, και ησύχασε. Ο έρωτας της ιδέας.  Το σώμα του έρωτα. Και ο κίνδυνος.  Όλα συσσωρευμένα και ασύμμετρα [Αποστολης Αρτινός, από τη συλλογή ΒΙΟΣ ΙΔΕΟΛΗΠΤΟΣ – αναρτήθηκε στο ιστολόγιο ΛΕΞΗΜΑΤΑ – ARTWORK: Slava Mogutin]



Νεκρά Θέση όπου το βλέμμα κοιτούσε ίσια στον ορίζοντα της Ρέμβης (αποσπάσματα παραληρήματος)
Η λέξη ποθώντας πορεύεται. Δεν εκστομείται από κανέναν. Πορεύεται. Σκοτάδι ότι προπορεύεται του πόθου. Όπου η αφή παρεκκλίνει και ομιλεί. Όχι η γλώσσα, αλλά η αφή. Ο πόθος ομιλεί. Η γλώσσα καταγράφει μόνο. Ήταν το χρώμα που ερχόταν απ’ το τοπίο του παραθύρου. Τοπίο της θάλασσας. Η μήπως όχι της θάλασσας; Σύννεφα που άφηναν τη σκιά τους με μια κίνηση αργή. Και το βλέμμα που κοιτούσε ίσια στον ορίζοντα της ρέμβης. Ορίζοντας βαθύς γκρίζος. Και όχι πάντοτε. Ύστερα η άκρη των ματιών να συναντά το σκοτάδι. Το ανεικόνιστο τοπίο. Η αδιόρατη κορυφογραμμή μιας νυχτερινής υδατογραφίας. Στα όρια του νερού φώτα που λικνίζονταν. Μπλε, κόκκινα και κίτρινα λαμπιόνια στη σειρά. Και ο ήχος του κύματος με μπλε μελάνι. Ίχνος εφήμερο στην άμμο της γραφής. Τα μάτια παρέμεναν ανοιχτά και κλειστά πάνω στο γυμνό σώμα. Φλέβα δονούμενη στους χτύπους της καρδιάς. Και έδωσε τα χείλη του και θήλασε την υγρασία. Και έκλεισε τα μάτια και ανέπνευσε. Ανέπνευσε και το γυμνό σώμα. Ένα κοκκινωπό σύννεφο περνούσε αργά και απομακρυνόταν. Πυκνό σκοτάδι ώστε το βλέμμα να μην συναντήσει τις λέξεις. Να μην αναγνωρίσουνε αυτές το ίχνος της γραφής….
… Και η στιγμή του μετατρέπεται σε μια δριμύτητα φωτός. Σ’ έναν ορίζοντα παρουσίας και τετελεσμένου θανάτου. Του ζήτησε να κοιμηθεί. Να κλείσει τα μάτια. Να μην φοβηθεί το σκοτάδι. Να μην φοβάται από ’δω και πέρα το σκοτάδι. Ιδιαίτερα να μην φοβάται το σκοτάδι του ύπνου. Και ότι σ’ αυτή την σιωπή θα του μιλά διαρκώς. Θα του μιλά. Οι λέξεις άλλωστε ανήκουνε σε όλους.

Η γλώσσα ανοίγει την παράγραφο. Τα αισθήματα όλα στη διάθεση της γραφής. …. Μαζί με την μυρωδιά του νοτισμένου πεύκου ήλθε και αυτή του άλλου σώματος. Και έστρεψε το βλέμμα του να δει. Πέρα απ ’το όριο της αποπλάνησης που είναι η βροχή. Να δει. Το άλλο σώμα. Το αντίγραφο της πιο δικής του αντανάκλασης. Μια αντανάκλαση γυμνή. Αμέριμνη στην όρασή της. Το σύννεφο είχε αρχίσει να καλύπτει πάλι τον ουρανό, να δίνει την ομοιομορφία του στο τοπίο, και να σκιάζει τα πάντα. Ένα τοπίο που τον εξουθένωνε, όπως τον άφηνε ανίσχυρο σ’ αυτή την ρευστότητα των διαδρομών, στην αντανάκλαση που κάθε φορά τον ανακάλυπτε και μέσα του φεγγοβολούσε. Μια φωτεινότητα κρυμμένη. Σαν μια λανθάνουσα ανάμνηση. Πιο θλιβερή και από τον πιο διστακτικό βηματισμό. Βηματισμοί. Ίχνη από βήματα. Όμοια με τις επικλήσεις των λέξεων. Να τον δει. Να στρέψει το βλέμμα. Το βλέμμα όπως και οι λέξεις μπορεί να στρέφεται. Και πάλι να μένει ανέπαφο. Καθρέπτισμα μεσ’ τον ορίζοντα του άλλου. Και τίποτε. Μόνο μια δύναμη αυξανόμενη. Μια έλξη. Το ίχνος μιας έλξης. Μια δυνατή αδυναμία. Όπου οι λέξεις παραδίδονται σε μιαν επιστροφή, σε μιαν αναδίπλωση προς την οποία εσύ κοιτάζεις, ανίκανος να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού. Γιατί υγραίνει το βλέμμα. Αυξάνει μέσα σου όλες τις ροές και τις πληθαίνει. Δυο βλέμματα. Δυο αντιμέτωποι καθρέπτες. Μιαν άπειρη επιστροφή. Όταν σ’ αυτό το αντικαθρέφτισμα χάνεις το βάρος σου και γίνεσαι μια σκέψη οδυνηρή. Μια σκέψη που δεν αντέχεται πια. Το τοπίο παραμένει εσωτερικό. Μπορούσε να ισορροπήσει στα νερά του. Να βλέπει την αμετάβλητη απεραντοσύνη του από ψηλά. Να το εγκαταλείπει στο κιτρινωπό των αναμνήσεων, στους φόβους των πιο απίθανων μουσώνων. Κάποιες φορές να βλέπει να καταφθάνει απ’ τον ορίζοντα το σύννεφο της ομίχλης και να σκιάζει τα πάντα, τους πίνακες, τα έπιπλα, τα βιβλία. Και πάλι ο ήχος του νερού να τα διατρέχει όλα. Το αμετάβλητο σκηνικό της απομόνωσης στην πιο απροσδιόριστη εκδοχή του. Απ’ το παράθυρο τα φώτα των αυτοκινήτων στρίβουν και χάνονται. Η πόλη ένα βλέμμα προσηλωμένο πάνω του. Ένα βλέμμα που επιζητούσε την αντανάκλαση της σιωπής του. Όπου η πόλη δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν τα φώτα, οι δρόμοι και οι φωνές. Μόνον ο ήχος του ασανσέρ, οι σωληνώσεις του πάνω ορόφου και πάλι τίποτε. Η μοναξιά τα περιτοίχισε όλα. Η βία αυτών των ανήσυχων στιγμών. Όλων των στιγμών που ανησυχούνε στη βία της. Τα σώματα διαγράφουν τις ασύμπτωτες τροχιές τους μέσα στον χώρο του δωματίου. Μοναχικές και αμίλητες. Όταν ο κόσμος κυκλώνεται στα πέπλα του οράματός του και δεν γνωρίζεις πια τι είναι το σώμα που αγκάλιαζες. Είναι υπόσταση ανθρώπου που αγαπήθηκε ή το σκοτάδι μιας έκλαμψης μοναχικής; Αφέθηκε στον θόρυβο των αυτοκινήτων και των φωνών, σ’ αυτήν την μεγάλη και αργόσυρτη ώρα, όταν θυμήθηκε το σκοτάδι που καταλάμβανε το τοπίο. Την κορυφογραμμή της απέναντι πλευράς. Ο ορίζοντας της θάλασσας έμοιαζε επίπεδος μες την ακινησία του. Ύστερα οι μεταβολές του φωτός άρχιζαν όλα να τ’ αλλάζουν, να τ’ ανατρέπουν σε μια ροή διαδοχής. Ο ήλιος και το πληθυντικό του συναισθήματος, η θάλασσα και το αδιόρατο της υπερβολής της και έπειτα η ομίχλη. Η ομίχλη του φωτός και η ομίχλη της υγρασίας. Πλησιάζει. Πάνω στο κρεβάτι το σώμα γυμνό. Με το κεφάλι γυρισμένο στο πλάι, ακουμπισμένο στο χέρι. Το βλέπουμε να στρέφεται. Να στρέφεται στο φως του διαδρόμου. Δείχνει να έλκει αυτό το φως προς το μέρος του. Να το έλκει με ένα ρίγος γυμνό. Να το κάνει ίχνος στο σώμα του. Και ύστερα να μένει εκεί. Αδύναμο μέσα στην οδύνη. Σ’ αυτήν την οδύνη του ύπνου, που κάποιες φορές θα μπορούσε και να είναι του θανάτου. Τον βλέπει. Αρχίζει να τον βλέπει. Να τον παρατηρεί με μια βραδύτητα βασανιστική. Να τον αναλύει. Να τον απωθεί μέσα του. «Είμαι εδώ. Εγώ. Εσύ, να παραμείνεις μέχρι τέλους». Βλέπει το πρόσωπο του άλλου να φλογίζεται κι’ αυτόν τον φλογισμό να διαρκεί. Μέσα στο βλέμμα που τον κοιτάζει. Ένα βλέμμα γυμνό και αδύναμο. Δεν κοιτάζονται πλέον. Εισχωρούν αδύναμοι σ’ αυτό που τους έλκει, σ’ αυτό που τους χειραγωγεί βάναυσα, δίχως τη δική τους συγκατάθεση και τους εγκαταλείπει στη μοναξιά. Τα χείλη υγραίνουν, συγχωνεύονται, εξαντλούνται σ’ αυτόν τον φλογισμό, σ’ αυτήν την κλιμακούμενη βαναυσότητα. Όπου ο άλλος συντρίβεται. Όπου η γύμνωσή του παραμένει ανοικτή και φλογίζεται. Βυθίζει στο στόμα του αυτό το αναστατωμένο σχήμα, το βασανίζει, το παραδίδει στον κίνδυνο. Δεν το βλέπει. Το μεγεθύνει μέσα του. Όπως μεγεθύνει το κενό τις κραυγές. Όπως αφήνει τις κραυγές να πέφτουν. Κραυγάζει. Αφήνει τα χείλη του στο ρίγος. Να πλημμυρίσουν μ’ αυτή την αργή διαδοχή. Όπου το σώμα αδειάζει, όπου αυτός απειλείται και κραυγάζει με μια κραυγή δυσφορίας. Δεν του μιλά. Τον βλέπει. Όσο το ίχνος του θα είναι ορατό θα συνεχίσει να τον βλέπει. Ύστερα θα αφεθεί στη μοναξιά, θα δύσει όλος στη λήθη της. Το φως του διαδρόμου πέφτει πάνω τους λοξά. Ένα ψυχρό και αδύναμο φως, στραμμένο τώρα στην ακινησία. Σ’ αυτό το όριο του ύπνου. Όπου η γλώσσα αφηγείται τη σκιά της. Όπου οι λέξεις μηχανεύουν τις χρήσεις τους. Και φθείρονται σε μια λεπτότητα ονείρου. Σε μια λεπτότητα που οφείλεται στις άπειρες συστρωματώσεις αυτής της επίκλησης. Όπου αυτός ανακαλείται. Όπου οι ανακλήσεις σιωπούν και σαγηνεύονται. Και αγγίζουνε οι λέξεις του την νύχτα. Μέχρι να γίνει το σκοτάδι μια λεπτή γραμμή φωτός. Ακτίνα που σε διασχίζει ακαριαία. Ένας οφθαλμός ανυπεράσπιστος. Μια αντανάκλαση του εαυτού σου. Μια διαρκής επιστροφή της εικόνας σου. Σ’ αυτό το μοναχικό σκοτάδι. Σ’ αυτό το καθρέπτισμα του ονείρου. Ο πόθος του ματιού είναι εκτυφλωτικός. Σ’ αυτή τη δριμύτητα άλλωστε δεν χάνει τον άλλον; Το πρωί θα ξυπνούσαν απ’ το φως του παραθύρου. Τα λίγα σύννεφα δεν θα μπορούσαν να σκεπάσουνε τον ουρανό. Η φωτεινότητα του πρωινού είχε βυθίσει την πόλη στην ομίχλη. Τοπία που, όπως συμβαίνει και με τα αισθήματα, έχουν ανάγκη και την πιο απροσδιόριστη εκδοχή τους, αν θέλουν πραγματικά να υπάρχουν……
 Στεκόταν αφηρημένος στο παράθυρο, μπροστά στην κίνηση των δρόμων. Για μια στιγμή πίστεψε πως έβλεπε και τις διαδρομές που διαβάζονται στις λέξεις «ασφάλεια», «θάλασσα», «ουρανός». Δεν είπε τίποτε. Κοιτάζει εκείνον. Την νωχέλεια των δικών του κινήσεων. Τη χαλαρότητά του. Να του μιλήσει. Αυτόν να διασχίσει με λέξεις. Και πάλι να μην του εμπνεύσει τον κίνδυνο. Να άρχιζε έτσι απλά με την λέξη «εγώ» και έπειτα μια άλλη λέξη και μια άλλη λέξη. Να τοποθετηθούν οι λέξεις από μόνες τους σε μια σειρά, να μην χρειαστεί να τον εγκαταλείψουν. Όπως το αμέριμνο ίχνος που αφήνουν τα βήματα στην άμμο όταν γυρεύεις κοχύλια. Χωρίς τίποτε το τρομακτικό. Ένα φωτεινό μονοπάτι από λέξεις. Πόση προσπάθεια θα χρειαζόταν; Δεν είχε ιδέα. Ήθελε μόνο να αφεθεί στην ηδονή αυτής της παρέκκλισης, αυτού του αδύνατου προορισμού. Οι λέξεις όμως…
Τι οι λέξεις; Ένοιωθε πάλι αυτό το σκοτάδι να έρχεται και να κυκλώνει τα πάντα. Σαν χίμαιρα που εφορμούσε. Αν και η «χίμαιρα», λέξη είναι. Μια λέξη που έλκει τις σκέψεις, που κάνει τις σκέψεις να έλκονται στον εαυτό τους. Σκέψεις που στροβιλίζονται σε μια απίστευτη προσαύξηση. Εξουθενωμένες, λαμπερές, πένθιμες. Δεν αγγίζονται. Δεν μεταβάλλεται η απόσταση που τους χωρίζει. Μία απόσταση που διευρύνει το κενό, που έλκει το κενό μέσα της. Πως τους επέλεξε; Σε ποιον πυρήνα του έλκονται; Ίσως το κέντρο αυτού του κενού διαστήματος να είναι το κέντρο του πόθου. Η προσπάθεια να καταστρέψει την εικόνα του. Να υπάρξει στερημένος απ’ τον εαυτό του. Ένας γυμνός και αφιλόδοξος πόθος. Η καθαρή ουσία της έλξης. Μόνο ένα όνομα απέναντι οικείο. Ένα όνομα τρομαγμένο και εξουθενωμένο. Μια διάρκεια να προσηλώνεις την σκέψη σου. Σ’ αυτό το όνομα που δεν είναι λέξη, που δεν γράφεται, αλλά διαρκεί. Ούτε συλλαβίζεται, ούτε ακούεται, ακτινοβολεί όμως. Ποτέ δεν θα προσκρούσεις πάνω του, είναι το πιο κενό σημείο του πυρήνα, όπου εσύ προσβλέπεις, όπου στρέφεις τις σκέψεις σου όλες. Προς τι όλη αυτή η προσπάθεια; Όλος αυτός ο υπέρμετρος ζήλος; Η έλξη που σου αποκαλύπτει την μοναξιά. Ο δρόμος που ακυρώνει όλους τους δρόμους. Μέσα στο δωμάτιο αυτήν την ώρα υπάρχει μιαν ορατότητα που οφείλεται στην διαύγεια του πρωινού. Στα πρόσωπα όμως η θαμπάδα της μελαγχολίας….

… Μένουν μετέωροι μπροστά στο τζάμι της βροχής. Όπως κι’ ο χρόνος στην μέση των ονείρων. Γιατί συμβαίνει και αυτό στη μέση των ονείρων. Όταν τα σώματα τρέμουν. Όταν η οδύνη τα αμελεί. Η σιωπή έπεφτε πάνω τους σαν χιόνι. Κάλυπτε με το χνούδι της τα έπιπλα και τους δρόμους της πόλης. Για μια στιγμή έμειναν όλα ακίνητα. Για μια στιγμή όμως. Η γαλήνη δεν διαρκεί. Η διάρκεια είναι οργανωμένη στην οδύνη. Μέσα στο δωμάτιο υπάρχει μια λευκότητα. Μια λευκότητα που έλκει τα πάντα και όλα αποκτούνε αυτήν την λευκότητα. Όπου και το βλέμμα γίνεται λευκό. Στερημένο από κάθε έκφραση χαράς η λύπης, επικεντρωμένο τώρα στην ανωνυμία. Ίσως η κενότητα που τους μετέδιδε αυτή η γλώσσα και τους έκανε μέτοχους μιας γυμνότητας τόσο εγκαταλελειμμένης όσο και αυτής του θανάτου, να είχε μεταβάλει και τους ίδιους σε ένα ψύχος, σε μια νεκρή ανάμνηση του εαυτού τους. Οι λέξεις τους είχαν πάνω τους αυτόν τον κρύο αέρα, αυτή την πάχνη της παγωνιάς, κάτοπτρα και οι δύο μιας εξουθενωμένης φωτεινότητας. Και απέναντί τους ένα βλέμμα. Πάντα απέναντι από τις λέξεις ένα βλέμμα. Ένα βλέμμα κενό, σε μια κατεύθυνση αόριστη. Ύστερα τι; Ύστερα οι λέξεις δεν υπάρχουν. Οι λέξεις είναι όπως τα πουλιά. Τίποτε πέραν της διαδρομής τους. Εφήμερες τροχιές να διαγράφουν τον αέρα….

… Όλα εξαϋλώνονταν από την σάρκα των δακρύων. Ο έρωτας. Ο κίνδυνος του αναδιπλασιασμού. Ο μόνος τρόπος να υπονομεύσεις το σώμα. Όταν αυτό δοξάζεται ανόμοιο, αλώβητο και εξωλεκτικό. Το ίδιο και με τις ιδέες. Όπως διαχέονται πάνω στον λόγο της ζωής. Το ατελεύτητο με το τετελεσμένο και ατελέσφορο. Ο έρωτας. Και πως αλλιώς θα εξαντλούνταν τα ύδατα μιας ολόκληρης ζωής. Μόνον η μοναξιά που έχουν μέσα τους αυτές οι ώρες και ένας πόνος σωματικός, ένα σφίξιμο στην καρδιά, μια υγρασία στα μάτια. Το νήμα της εισόδου η της εξόδου, τι σημασία πλέον έχει; είναι πάντα σωματικό. Τα μέσα η τα έξω του παιγνιδιού, έχουν το ίδιο πάντοτε σκοτάδι. Άφηνε αυτές τις σκέψεις να πέσουν ήσυχα πάνω του. Όπως κάποιες αόρατες φτερούγες στο χείλος της ζωής.

Φύλακας άγγελος η λόγια φτερωτά;
Η λέξη «κλώνος» που κάποια στιγμή ακούστηκε; Τι η λέξη «κλώνος»; Αν ο «κλώνος» είναι λέξη, τότε όλες οι λέξεις είναι κλώνοι. Άρα προς τι αυτή η επισήμανση; Προς τι γενικώς οι επισημάνσεις; Όταν αυτό το κενό αβυσσαλέο φωτίζεται; Όταν εσύ εγκαταλείπεσαι μόνος; Εδώ υπάρχει μία αιχμή. Μία αιχμή προσηλωμένη πάνω του. Ακονισμένη στην δική του αιχμηρότητα. Όπου αυτός δαπανάται. Όπου αυτός υποφέρει μιαν αδυναμία, μην αντέχοντας πια. Σ’ αυτήν την ψυχρότητα της επίθεσης τίποτε άλλο δεν έχει να αντιτάξει απ’ την σπουδή της πιο μικρούλας ανάμνησης, της πιο αδιόρατης. Μία παρέκκλιση στην κάθοδο της λήθης. Η μόνη που μπορεί να του δωρίσει μια ρωγμή. Όχι εξόδου. Όλες οι έξοδοι άλλωστε οδηγούνε εδώ. Αλλά ένα ίχνος. Να προσηλώνει το βλέμμα του, να αποχωρίζει τις σκέψεις του όλες. Κίνηση. Έλξη της σάρκας. Σπαραγμός. Τις βεβαιότητες που έψαχνε γύρω του δεν τις έβρισκε. Τα αισθήματά παρέμεναν ασαφή. Σε τι να ελπίσει; Ένοιωθε ανίκανος για οποιαδήποτε σκέψη. Το σώμα του; Μια αποχωρισμένη οικειότητα που την κυμάτιζαν αναπνοές Άλλοτε αργές και άλλοτε γρήγορες. «Αέρας», «ουρανός», «θάλασσα», «αλάτι», ήταν οι λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του. Λέξεις φθαρμένες από μια δοκιμασία. Τι να γυρεύουν; Πώς φτερουγίζουνε σ’ αυτήν την μοναξιά; Και τι να θέλουνε να πουν; Ακόμη κάτι άλλο; Μιαν άλλη ίσως λέξη; Ένα όνομα; Ένα ίχνος ονόματος; Μια δυνατότητα ονομασίας;

[ΠΗΓΗ: Αποστόλης Αρτινός  - αναρτήθηκε στα ΛΕΞΗΜΑΤΑ: http://leximata.blogspot.gr/ με φωτογραφίες slava Mogutin]