Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Ο Έρωτας της ιδέας του Σώματος και η Νεκρά θέση του βλέμματος στον ορίζοντα της Ρέμβης

«ΛΑΒΕΤΕ ΦΑΓΕΤΕ, ΤΟΥΤΟ ΕΣΤΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ» (ο Κύριος): Και άγγιξε ποθούμενος το ξένο σώμα. Ξένο που έμοιαζε με το δικό του. Να ψηλαφεί τις σχισμές, να υγραίνει, και πάλι να ’ρχεται. Με ζέστη που όμοια σώμα δεν άγγιξε. Τους τελευταίους σπασμούς διαδέχθηκαν τα πρώτα κύματα. Άσπρα στο σώμα και στο κάτασπρο σεντόνι. Σώμα γυμνό, στο τέλος άδειασες, δεν είχες άλλο τρόπο να τελειώσεις.  Ό, τι ανήκει στο θάνατο σκέφθηκε, ανήκει και στην ηδονή του, και ησύχασε. Ο έρωτας της ιδέας.  Το σώμα του έρωτα. Και ο κίνδυνος.  Όλα συσσωρευμένα και ασύμμετρα [Αποστολης Αρτινός, από τη συλλογή ΒΙΟΣ ΙΔΕΟΛΗΠΤΟΣ – αναρτήθηκε στο ιστολόγιο ΛΕΞΗΜΑΤΑ – ARTWORK: Slava Mogutin]



Νεκρά Θέση όπου το βλέμμα κοιτούσε ίσια στον ορίζοντα της Ρέμβης (αποσπάσματα παραληρήματος)
Η λέξη ποθώντας πορεύεται. Δεν εκστομείται από κανέναν. Πορεύεται. Σκοτάδι ότι προπορεύεται του πόθου. Όπου η αφή παρεκκλίνει και ομιλεί. Όχι η γλώσσα, αλλά η αφή. Ο πόθος ομιλεί. Η γλώσσα καταγράφει μόνο. Ήταν το χρώμα που ερχόταν απ’ το τοπίο του παραθύρου. Τοπίο της θάλασσας. Η μήπως όχι της θάλασσας; Σύννεφα που άφηναν τη σκιά τους με μια κίνηση αργή. Και το βλέμμα που κοιτούσε ίσια στον ορίζοντα της ρέμβης. Ορίζοντας βαθύς γκρίζος. Και όχι πάντοτε. Ύστερα η άκρη των ματιών να συναντά το σκοτάδι. Το ανεικόνιστο τοπίο. Η αδιόρατη κορυφογραμμή μιας νυχτερινής υδατογραφίας. Στα όρια του νερού φώτα που λικνίζονταν. Μπλε, κόκκινα και κίτρινα λαμπιόνια στη σειρά. Και ο ήχος του κύματος με μπλε μελάνι. Ίχνος εφήμερο στην άμμο της γραφής. Τα μάτια παρέμεναν ανοιχτά και κλειστά πάνω στο γυμνό σώμα. Φλέβα δονούμενη στους χτύπους της καρδιάς. Και έδωσε τα χείλη του και θήλασε την υγρασία. Και έκλεισε τα μάτια και ανέπνευσε. Ανέπνευσε και το γυμνό σώμα. Ένα κοκκινωπό σύννεφο περνούσε αργά και απομακρυνόταν. Πυκνό σκοτάδι ώστε το βλέμμα να μην συναντήσει τις λέξεις. Να μην αναγνωρίσουνε αυτές το ίχνος της γραφής….
… Και η στιγμή του μετατρέπεται σε μια δριμύτητα φωτός. Σ’ έναν ορίζοντα παρουσίας και τετελεσμένου θανάτου. Του ζήτησε να κοιμηθεί. Να κλείσει τα μάτια. Να μην φοβηθεί το σκοτάδι. Να μην φοβάται από ’δω και πέρα το σκοτάδι. Ιδιαίτερα να μην φοβάται το σκοτάδι του ύπνου. Και ότι σ’ αυτή την σιωπή θα του μιλά διαρκώς. Θα του μιλά. Οι λέξεις άλλωστε ανήκουνε σε όλους.

Η γλώσσα ανοίγει την παράγραφο. Τα αισθήματα όλα στη διάθεση της γραφής. …. Μαζί με την μυρωδιά του νοτισμένου πεύκου ήλθε και αυτή του άλλου σώματος. Και έστρεψε το βλέμμα του να δει. Πέρα απ ’το όριο της αποπλάνησης που είναι η βροχή. Να δει. Το άλλο σώμα. Το αντίγραφο της πιο δικής του αντανάκλασης. Μια αντανάκλαση γυμνή. Αμέριμνη στην όρασή της. Το σύννεφο είχε αρχίσει να καλύπτει πάλι τον ουρανό, να δίνει την ομοιομορφία του στο τοπίο, και να σκιάζει τα πάντα. Ένα τοπίο που τον εξουθένωνε, όπως τον άφηνε ανίσχυρο σ’ αυτή την ρευστότητα των διαδρομών, στην αντανάκλαση που κάθε φορά τον ανακάλυπτε και μέσα του φεγγοβολούσε. Μια φωτεινότητα κρυμμένη. Σαν μια λανθάνουσα ανάμνηση. Πιο θλιβερή και από τον πιο διστακτικό βηματισμό. Βηματισμοί. Ίχνη από βήματα. Όμοια με τις επικλήσεις των λέξεων. Να τον δει. Να στρέψει το βλέμμα. Το βλέμμα όπως και οι λέξεις μπορεί να στρέφεται. Και πάλι να μένει ανέπαφο. Καθρέπτισμα μεσ’ τον ορίζοντα του άλλου. Και τίποτε. Μόνο μια δύναμη αυξανόμενη. Μια έλξη. Το ίχνος μιας έλξης. Μια δυνατή αδυναμία. Όπου οι λέξεις παραδίδονται σε μιαν επιστροφή, σε μιαν αναδίπλωση προς την οποία εσύ κοιτάζεις, ανίκανος να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού. Γιατί υγραίνει το βλέμμα. Αυξάνει μέσα σου όλες τις ροές και τις πληθαίνει. Δυο βλέμματα. Δυο αντιμέτωποι καθρέπτες. Μιαν άπειρη επιστροφή. Όταν σ’ αυτό το αντικαθρέφτισμα χάνεις το βάρος σου και γίνεσαι μια σκέψη οδυνηρή. Μια σκέψη που δεν αντέχεται πια. Το τοπίο παραμένει εσωτερικό. Μπορούσε να ισορροπήσει στα νερά του. Να βλέπει την αμετάβλητη απεραντοσύνη του από ψηλά. Να το εγκαταλείπει στο κιτρινωπό των αναμνήσεων, στους φόβους των πιο απίθανων μουσώνων. Κάποιες φορές να βλέπει να καταφθάνει απ’ τον ορίζοντα το σύννεφο της ομίχλης και να σκιάζει τα πάντα, τους πίνακες, τα έπιπλα, τα βιβλία. Και πάλι ο ήχος του νερού να τα διατρέχει όλα. Το αμετάβλητο σκηνικό της απομόνωσης στην πιο απροσδιόριστη εκδοχή του. Απ’ το παράθυρο τα φώτα των αυτοκινήτων στρίβουν και χάνονται. Η πόλη ένα βλέμμα προσηλωμένο πάνω του. Ένα βλέμμα που επιζητούσε την αντανάκλαση της σιωπής του. Όπου η πόλη δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν τα φώτα, οι δρόμοι και οι φωνές. Μόνον ο ήχος του ασανσέρ, οι σωληνώσεις του πάνω ορόφου και πάλι τίποτε. Η μοναξιά τα περιτοίχισε όλα. Η βία αυτών των ανήσυχων στιγμών. Όλων των στιγμών που ανησυχούνε στη βία της. Τα σώματα διαγράφουν τις ασύμπτωτες τροχιές τους μέσα στον χώρο του δωματίου. Μοναχικές και αμίλητες. Όταν ο κόσμος κυκλώνεται στα πέπλα του οράματός του και δεν γνωρίζεις πια τι είναι το σώμα που αγκάλιαζες. Είναι υπόσταση ανθρώπου που αγαπήθηκε ή το σκοτάδι μιας έκλαμψης μοναχικής; Αφέθηκε στον θόρυβο των αυτοκινήτων και των φωνών, σ’ αυτήν την μεγάλη και αργόσυρτη ώρα, όταν θυμήθηκε το σκοτάδι που καταλάμβανε το τοπίο. Την κορυφογραμμή της απέναντι πλευράς. Ο ορίζοντας της θάλασσας έμοιαζε επίπεδος μες την ακινησία του. Ύστερα οι μεταβολές του φωτός άρχιζαν όλα να τ’ αλλάζουν, να τ’ ανατρέπουν σε μια ροή διαδοχής. Ο ήλιος και το πληθυντικό του συναισθήματος, η θάλασσα και το αδιόρατο της υπερβολής της και έπειτα η ομίχλη. Η ομίχλη του φωτός και η ομίχλη της υγρασίας. Πλησιάζει. Πάνω στο κρεβάτι το σώμα γυμνό. Με το κεφάλι γυρισμένο στο πλάι, ακουμπισμένο στο χέρι. Το βλέπουμε να στρέφεται. Να στρέφεται στο φως του διαδρόμου. Δείχνει να έλκει αυτό το φως προς το μέρος του. Να το έλκει με ένα ρίγος γυμνό. Να το κάνει ίχνος στο σώμα του. Και ύστερα να μένει εκεί. Αδύναμο μέσα στην οδύνη. Σ’ αυτήν την οδύνη του ύπνου, που κάποιες φορές θα μπορούσε και να είναι του θανάτου. Τον βλέπει. Αρχίζει να τον βλέπει. Να τον παρατηρεί με μια βραδύτητα βασανιστική. Να τον αναλύει. Να τον απωθεί μέσα του. «Είμαι εδώ. Εγώ. Εσύ, να παραμείνεις μέχρι τέλους». Βλέπει το πρόσωπο του άλλου να φλογίζεται κι’ αυτόν τον φλογισμό να διαρκεί. Μέσα στο βλέμμα που τον κοιτάζει. Ένα βλέμμα γυμνό και αδύναμο. Δεν κοιτάζονται πλέον. Εισχωρούν αδύναμοι σ’ αυτό που τους έλκει, σ’ αυτό που τους χειραγωγεί βάναυσα, δίχως τη δική τους συγκατάθεση και τους εγκαταλείπει στη μοναξιά. Τα χείλη υγραίνουν, συγχωνεύονται, εξαντλούνται σ’ αυτόν τον φλογισμό, σ’ αυτήν την κλιμακούμενη βαναυσότητα. Όπου ο άλλος συντρίβεται. Όπου η γύμνωσή του παραμένει ανοικτή και φλογίζεται. Βυθίζει στο στόμα του αυτό το αναστατωμένο σχήμα, το βασανίζει, το παραδίδει στον κίνδυνο. Δεν το βλέπει. Το μεγεθύνει μέσα του. Όπως μεγεθύνει το κενό τις κραυγές. Όπως αφήνει τις κραυγές να πέφτουν. Κραυγάζει. Αφήνει τα χείλη του στο ρίγος. Να πλημμυρίσουν μ’ αυτή την αργή διαδοχή. Όπου το σώμα αδειάζει, όπου αυτός απειλείται και κραυγάζει με μια κραυγή δυσφορίας. Δεν του μιλά. Τον βλέπει. Όσο το ίχνος του θα είναι ορατό θα συνεχίσει να τον βλέπει. Ύστερα θα αφεθεί στη μοναξιά, θα δύσει όλος στη λήθη της. Το φως του διαδρόμου πέφτει πάνω τους λοξά. Ένα ψυχρό και αδύναμο φως, στραμμένο τώρα στην ακινησία. Σ’ αυτό το όριο του ύπνου. Όπου η γλώσσα αφηγείται τη σκιά της. Όπου οι λέξεις μηχανεύουν τις χρήσεις τους. Και φθείρονται σε μια λεπτότητα ονείρου. Σε μια λεπτότητα που οφείλεται στις άπειρες συστρωματώσεις αυτής της επίκλησης. Όπου αυτός ανακαλείται. Όπου οι ανακλήσεις σιωπούν και σαγηνεύονται. Και αγγίζουνε οι λέξεις του την νύχτα. Μέχρι να γίνει το σκοτάδι μια λεπτή γραμμή φωτός. Ακτίνα που σε διασχίζει ακαριαία. Ένας οφθαλμός ανυπεράσπιστος. Μια αντανάκλαση του εαυτού σου. Μια διαρκής επιστροφή της εικόνας σου. Σ’ αυτό το μοναχικό σκοτάδι. Σ’ αυτό το καθρέπτισμα του ονείρου. Ο πόθος του ματιού είναι εκτυφλωτικός. Σ’ αυτή τη δριμύτητα άλλωστε δεν χάνει τον άλλον; Το πρωί θα ξυπνούσαν απ’ το φως του παραθύρου. Τα λίγα σύννεφα δεν θα μπορούσαν να σκεπάσουνε τον ουρανό. Η φωτεινότητα του πρωινού είχε βυθίσει την πόλη στην ομίχλη. Τοπία που, όπως συμβαίνει και με τα αισθήματα, έχουν ανάγκη και την πιο απροσδιόριστη εκδοχή τους, αν θέλουν πραγματικά να υπάρχουν……
 Στεκόταν αφηρημένος στο παράθυρο, μπροστά στην κίνηση των δρόμων. Για μια στιγμή πίστεψε πως έβλεπε και τις διαδρομές που διαβάζονται στις λέξεις «ασφάλεια», «θάλασσα», «ουρανός». Δεν είπε τίποτε. Κοιτάζει εκείνον. Την νωχέλεια των δικών του κινήσεων. Τη χαλαρότητά του. Να του μιλήσει. Αυτόν να διασχίσει με λέξεις. Και πάλι να μην του εμπνεύσει τον κίνδυνο. Να άρχιζε έτσι απλά με την λέξη «εγώ» και έπειτα μια άλλη λέξη και μια άλλη λέξη. Να τοποθετηθούν οι λέξεις από μόνες τους σε μια σειρά, να μην χρειαστεί να τον εγκαταλείψουν. Όπως το αμέριμνο ίχνος που αφήνουν τα βήματα στην άμμο όταν γυρεύεις κοχύλια. Χωρίς τίποτε το τρομακτικό. Ένα φωτεινό μονοπάτι από λέξεις. Πόση προσπάθεια θα χρειαζόταν; Δεν είχε ιδέα. Ήθελε μόνο να αφεθεί στην ηδονή αυτής της παρέκκλισης, αυτού του αδύνατου προορισμού. Οι λέξεις όμως…
Τι οι λέξεις; Ένοιωθε πάλι αυτό το σκοτάδι να έρχεται και να κυκλώνει τα πάντα. Σαν χίμαιρα που εφορμούσε. Αν και η «χίμαιρα», λέξη είναι. Μια λέξη που έλκει τις σκέψεις, που κάνει τις σκέψεις να έλκονται στον εαυτό τους. Σκέψεις που στροβιλίζονται σε μια απίστευτη προσαύξηση. Εξουθενωμένες, λαμπερές, πένθιμες. Δεν αγγίζονται. Δεν μεταβάλλεται η απόσταση που τους χωρίζει. Μία απόσταση που διευρύνει το κενό, που έλκει το κενό μέσα της. Πως τους επέλεξε; Σε ποιον πυρήνα του έλκονται; Ίσως το κέντρο αυτού του κενού διαστήματος να είναι το κέντρο του πόθου. Η προσπάθεια να καταστρέψει την εικόνα του. Να υπάρξει στερημένος απ’ τον εαυτό του. Ένας γυμνός και αφιλόδοξος πόθος. Η καθαρή ουσία της έλξης. Μόνο ένα όνομα απέναντι οικείο. Ένα όνομα τρομαγμένο και εξουθενωμένο. Μια διάρκεια να προσηλώνεις την σκέψη σου. Σ’ αυτό το όνομα που δεν είναι λέξη, που δεν γράφεται, αλλά διαρκεί. Ούτε συλλαβίζεται, ούτε ακούεται, ακτινοβολεί όμως. Ποτέ δεν θα προσκρούσεις πάνω του, είναι το πιο κενό σημείο του πυρήνα, όπου εσύ προσβλέπεις, όπου στρέφεις τις σκέψεις σου όλες. Προς τι όλη αυτή η προσπάθεια; Όλος αυτός ο υπέρμετρος ζήλος; Η έλξη που σου αποκαλύπτει την μοναξιά. Ο δρόμος που ακυρώνει όλους τους δρόμους. Μέσα στο δωμάτιο αυτήν την ώρα υπάρχει μιαν ορατότητα που οφείλεται στην διαύγεια του πρωινού. Στα πρόσωπα όμως η θαμπάδα της μελαγχολίας….

… Μένουν μετέωροι μπροστά στο τζάμι της βροχής. Όπως κι’ ο χρόνος στην μέση των ονείρων. Γιατί συμβαίνει και αυτό στη μέση των ονείρων. Όταν τα σώματα τρέμουν. Όταν η οδύνη τα αμελεί. Η σιωπή έπεφτε πάνω τους σαν χιόνι. Κάλυπτε με το χνούδι της τα έπιπλα και τους δρόμους της πόλης. Για μια στιγμή έμειναν όλα ακίνητα. Για μια στιγμή όμως. Η γαλήνη δεν διαρκεί. Η διάρκεια είναι οργανωμένη στην οδύνη. Μέσα στο δωμάτιο υπάρχει μια λευκότητα. Μια λευκότητα που έλκει τα πάντα και όλα αποκτούνε αυτήν την λευκότητα. Όπου και το βλέμμα γίνεται λευκό. Στερημένο από κάθε έκφραση χαράς η λύπης, επικεντρωμένο τώρα στην ανωνυμία. Ίσως η κενότητα που τους μετέδιδε αυτή η γλώσσα και τους έκανε μέτοχους μιας γυμνότητας τόσο εγκαταλελειμμένης όσο και αυτής του θανάτου, να είχε μεταβάλει και τους ίδιους σε ένα ψύχος, σε μια νεκρή ανάμνηση του εαυτού τους. Οι λέξεις τους είχαν πάνω τους αυτόν τον κρύο αέρα, αυτή την πάχνη της παγωνιάς, κάτοπτρα και οι δύο μιας εξουθενωμένης φωτεινότητας. Και απέναντί τους ένα βλέμμα. Πάντα απέναντι από τις λέξεις ένα βλέμμα. Ένα βλέμμα κενό, σε μια κατεύθυνση αόριστη. Ύστερα τι; Ύστερα οι λέξεις δεν υπάρχουν. Οι λέξεις είναι όπως τα πουλιά. Τίποτε πέραν της διαδρομής τους. Εφήμερες τροχιές να διαγράφουν τον αέρα….

… Όλα εξαϋλώνονταν από την σάρκα των δακρύων. Ο έρωτας. Ο κίνδυνος του αναδιπλασιασμού. Ο μόνος τρόπος να υπονομεύσεις το σώμα. Όταν αυτό δοξάζεται ανόμοιο, αλώβητο και εξωλεκτικό. Το ίδιο και με τις ιδέες. Όπως διαχέονται πάνω στον λόγο της ζωής. Το ατελεύτητο με το τετελεσμένο και ατελέσφορο. Ο έρωτας. Και πως αλλιώς θα εξαντλούνταν τα ύδατα μιας ολόκληρης ζωής. Μόνον η μοναξιά που έχουν μέσα τους αυτές οι ώρες και ένας πόνος σωματικός, ένα σφίξιμο στην καρδιά, μια υγρασία στα μάτια. Το νήμα της εισόδου η της εξόδου, τι σημασία πλέον έχει; είναι πάντα σωματικό. Τα μέσα η τα έξω του παιγνιδιού, έχουν το ίδιο πάντοτε σκοτάδι. Άφηνε αυτές τις σκέψεις να πέσουν ήσυχα πάνω του. Όπως κάποιες αόρατες φτερούγες στο χείλος της ζωής.

Φύλακας άγγελος η λόγια φτερωτά;
Η λέξη «κλώνος» που κάποια στιγμή ακούστηκε; Τι η λέξη «κλώνος»; Αν ο «κλώνος» είναι λέξη, τότε όλες οι λέξεις είναι κλώνοι. Άρα προς τι αυτή η επισήμανση; Προς τι γενικώς οι επισημάνσεις; Όταν αυτό το κενό αβυσσαλέο φωτίζεται; Όταν εσύ εγκαταλείπεσαι μόνος; Εδώ υπάρχει μία αιχμή. Μία αιχμή προσηλωμένη πάνω του. Ακονισμένη στην δική του αιχμηρότητα. Όπου αυτός δαπανάται. Όπου αυτός υποφέρει μιαν αδυναμία, μην αντέχοντας πια. Σ’ αυτήν την ψυχρότητα της επίθεσης τίποτε άλλο δεν έχει να αντιτάξει απ’ την σπουδή της πιο μικρούλας ανάμνησης, της πιο αδιόρατης. Μία παρέκκλιση στην κάθοδο της λήθης. Η μόνη που μπορεί να του δωρίσει μια ρωγμή. Όχι εξόδου. Όλες οι έξοδοι άλλωστε οδηγούνε εδώ. Αλλά ένα ίχνος. Να προσηλώνει το βλέμμα του, να αποχωρίζει τις σκέψεις του όλες. Κίνηση. Έλξη της σάρκας. Σπαραγμός. Τις βεβαιότητες που έψαχνε γύρω του δεν τις έβρισκε. Τα αισθήματά παρέμεναν ασαφή. Σε τι να ελπίσει; Ένοιωθε ανίκανος για οποιαδήποτε σκέψη. Το σώμα του; Μια αποχωρισμένη οικειότητα που την κυμάτιζαν αναπνοές Άλλοτε αργές και άλλοτε γρήγορες. «Αέρας», «ουρανός», «θάλασσα», «αλάτι», ήταν οι λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του. Λέξεις φθαρμένες από μια δοκιμασία. Τι να γυρεύουν; Πώς φτερουγίζουνε σ’ αυτήν την μοναξιά; Και τι να θέλουνε να πουν; Ακόμη κάτι άλλο; Μιαν άλλη ίσως λέξη; Ένα όνομα; Ένα ίχνος ονόματος; Μια δυνατότητα ονομασίας;

[ΠΗΓΗ: Αποστόλης Αρτινός  - αναρτήθηκε στα ΛΕΞΗΜΑΤΑ: http://leximata.blogspot.gr/ με φωτογραφίες slava Mogutin]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …