Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΑΓΓΕΛΟΙ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΡΕΧΟΥΝ ΣΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ:

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΜΕ ΤΟ ΚΑΜΠΑΝΙΣΜΑ τοῦ κου­δου­νιοῦ ἀνοίγουν τὰ μά­τια. Ἀ­να­ση­κώ­νον­ται στὸ στρῶ­μα τεντώνοντας τὸν ψη­λὸ λαι­μό τους καὶ κά­θον­ται στὴν ἄκρη τοῦ κρεβ­βα­τιοῦ μέ­χρις ὅ­του τὸ μού­δια­σμα τοῦ ὕπνου γλυστρί­σει ἀ­πὸ τὸ γυ­μνό τους σῶ­μα. Κά­θον­ται ἔ­τσι κάμποση ὥ­ρα, ἄλ­λοι σκυ­φτοὶ μι­σο­κλεί­νον­τας γιὰ λί­γο τὰ μά­τια, ἄλ­λοι, βυθίζον­τας τὸν ἀγ­κώ­να στὸ γόνα­το, βαστάζουν τὸ βάρυπνο πη­γού­νι τους στὴ χούφτα, ἄλ­λοι κυρ­τώνον­τας σὰν τό­ξο τὴ ρα­χο­κοκ­κα­λιὰ στρέ­φουν τὸ πρόσω­πο πρὸς τὸ ἄυ­λο τα­βά­νι. Ὅ­ταν πιὰ ση­κώ­νον­ται, πάνε εὐ­θὺς στὴν κα­ρέ­κλα ποὺ ἔ­χουν ἀφημέ­να τὰ φτε­ρά τους, τὰ βουρτσίζουν προ­σε­χτι­κὰ καὶ τὰ φο­ροῦν. Ἡ διαδικα­σί­α παίρ­νει πο­λὺ χρό­νο καὶ ἀπαι­τεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρη προσο­χή. Ὅ­ταν ὅ­λο τὸ φτέ­ρω­μα ἔ­χει δέ­σει σπόν­δυ­λο σπόνδυ­λο στὴ ρά­χη, ὁ ἄγ­γε­λος γί­νε­ται ὅ­λος, ὁ ἄγ­γε­λος γίνε­ται ἄγ­γε­λος. Πρῶτα κου­νοῦν τὶς φτε­ροῦ­γες ἀρ­γὰ ἀργά, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­κτή­σουν καὶ πά­λι ζω­ή, μὰ σύντο­μα ὁ χῶ­ρος γε­μί­ζει ἀ­πὸ δυ­να­τὰ φτερο­κο­πή­μα­τα, προ­μη­νύ­ον­τας τὸ ἐ­πι­τή­δει­ο πέ­ταγ­μα. Ὅ­ταν τὰ φτε­ρὰ τους εἶ­ναι καὶ πά­λι ἄλ­κι­μα, οἱ ἄγ­γε­λοι βά­ζουν τὸ χέ­ρι σὲ μί­α κόγ­χη τοῦ τοί­χου στὸ πλά­ι τοῦ κρεβ­βα­τιοῦ καὶ βγά­ζουν μιὰ πέ­τρι­νη πλά­κα. Ἀ­φοῦ διαβά­σει ὁ κα­θέ­νας τὴν ἀ­πο­στο­λή του, κα­τευ­θύ­νον­ται πρὸς τὶς αἴ­θου­σες ἑ­τοι­μα­σί­ας [Άννα Βερροιοπούλου, Αγγέλων Έργα -  Μποτιτσέλι Γέννηση της Αφροδίτης ]:

Ἐ­δῶ οἱ ἄγ­γε­λοι συνομιλοῦν χα­ρω­πὰ γιὰ τὶς ἀ­πο­στο­λές τους μὲ τὴν οὐρά­νια φω­νή τους, στὴν ὁ­ποί­α δὲν ἠ­χοῦν φθόγ­γοι, μὰ σύν­το­μες με­λω­δι­κὲς παύ­σεις. Ὁ κα­θέ­νας ἐφοδι­ά­ζε­ται μὲ τὰ κα­τάλ­λη­λα σύ­νερ­γα γιὰ τὸ ἔρ­γο του. Κά­ποι­οι ἁρματώνονται μὲ πε­ρι­κε­φα­λαῖ­ες, θώ­ρα­κες χρυσούς, ξεγυμνω­μέ­να ξί­φη καὶ πύ­ρι­νες ρομ­φαῖ­ες. Ἄλ­λοι κρατοῦν λύ­ρες, ἅρ­πες, σάλ­πιγ­γες καὶ φλο­γέ­ρες. Κάποιος δι­α­λέ­γει ἕνα σκῆ­πτρο κι ἕ­νας ἄλ­λος ἕ­ναν κρίνο λευ­κό. Παν­τα­χοῦ τρι­γυρ­νοῦν ἄγ­γε­λοι μὲ φωτεινὲς πε­ρι­βο­λές, μὲ πο­λύ­χρω­μες ἐ­σθῆ­τες, λευκοφορε­μέ­νοι, μὲ ὠ­μο­φό­ρια καὶ πετραχήλια, μὲ γαλά­ζιους μαν­δύ­ες, χρυ­σὲς καὶ κόκ­κι­νες ζῶ­νες. Ἄλ­λοι μὲ ἀ­δα­μια­ία πε­ρι­βο­λὴ πε­ρι­μέ­νουν τοὺς ὑπόλοι­πους νὰ ντυ­θοῦν καὶ πε­ρι­παί­ζουν κά­ποι­ους ἀγγέλους ἐκκεντρικοὺς μὲ βα­ρυ­φορ­τω­μέ­να καὶ πε­ρί­τε­χνα ἐνδύμα­τα τοῦ δέ­κα­του ὄ­γδο­ου αἰ­ώ­να. Αὐ­τοὶ οἱ τελευταῖ­οι φο­ροῦν πο­λύ­χρω­μα χρυ­σο­ποί­κιλ­τα ροῦ­χα, φαρ­δειὰ σὰν κρι­νο­λί­να, μὲ μα­νί­κια φου­σκω­τά, ὅ­λο δαντέ­λα, καπελαδού­ρα μὲ τρί­α φτε­ρά, καλ­σὸν χρωματι­στὰ καὶ παπού­τσια μὲ πε­λώ­ριους φι­όγ­γους. Τέ­λος περ­νοῦν στὸν ὧμο ἕ­να ἀρ­κε­βού­ζιο, τὸ ἀρ­χαῖ­ο αὐ­τὸ του­φέ­κι. Ὅ­ταν ὅ­λοι ἑτοι­μα­στοῦν, κα­τευ­θύ­νον­ται πρὸς τὴν πύ­λη καὶ ξεχύνονται βου­τών­τας στὸν οὐ­ρα­νό· μὲ παι­χνι­δι­ά­ρι­κους στρο­βι­λι­σμοὺς ὁ κα­θέ­νας τους ἀναχωρεῖ γιὰ τὸν καθορισμέ­νο προ­ο­ρι­σμὸ στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο. Δου­λειὰ τους εἶ­ναι νὰ πα­ρου­σια­στοὺν στὶς ἐγ­κό­σμι­ες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φαν­τα­σί­α γεν­νᾶ τὴν εἰ­κό­να τῶν ἀγ­γε­λι­κῶν ὄν­των. Ἔτσι πάμ­πολ­λοι ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λους σπεύ­δουν νὰ ποζά­ρουν στὸ φαν­τα­σια­κὸ ζω­γρά­φων, γλυπτῶν κι ἁγιο­γρά­φων. Tὸ 1512 δυ­ὸ γυ­μνὰ ἀγ­γε­λά­κια ποζά­ρουν στὸν Ρα­φα­ῆ­λο γιὰ νὰ κο­σμή­σουν τὸν πί­να­κά του Μαντό­να Σιξ­τί­να, ἄλ­λοι στὸν Μπο­τι­τσέ­λι γιὰ νὰ δημιουργή­σει τὴ Γέν­νη­ση τῆς Ἀ­φρο­δί­της καὶ στὸν Ἒλ Γκρέκο γιὰ τὴν Προ­σευ­χὴ στὸν κῆ­πο τῆς Γεθ­ση­μα­νῆ. Πολλοὶ ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λους, κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι τους τὸν κρί­νο, πε­τοῦν πρὸς τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴ Φλάν­δρα τῆς Ἀναγέννη­σης καὶ τοῦ Μπα­ρὸκ γιὰ νὰ πο­ζά­ρουν στοὺς Εὐαγ­γε­λι­σμοὺς τοῦ Ντὰ Βίν­τσι, τοῦ Κα­ρα­βάτ­ζιο καὶ τοῦ Βὰν Ἄικ. Κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­πα­θα­να­τί­ζε­ται σὲ λευ­κὸ μάρμαρο, μὲ βέ­λος χρυ­σὸ κι εὐ­α­ρε­στη­μέ­νο μει­δί­α­μα στὴν Ἔκ­στα­ση τῆς Ἁ­γί­ας Τε­ρέ­ζας. Οἱ ἄγ­γε­λοι μὲ τὰ ἀρκε­βού­ζια στὸν ὦ­μο, φθά­νουν στὸ Πε­ροὺ τοῦ δέ­κα­του ὄ­γδο­ου αἰ­ώ­να γιὰ νὰ πο­ζά­ρουν στοὺς ἀ­νώ­νυ­μους μιγάδες καὶ ἰν­διά­νους καλ­λι­τέ­χνες, ποὺ ἀ­να­πα­ρι­στοῦν μὲ τὸ δι­κό τους ξε­χω­ρι­στὸ τρό­πο τὴν ἰ­δέ­α τοῦ ἀγ­γέ­λου. Στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ χρό­νου, στὴν ἀρχαί­α Με­σο­πο­τα­μί­α καὶ Περ­σί­α, τὰ φτε­ρω­τὰ ὄν­τα ἐμφα­νί­ζον­ται γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γη­θοῦν τὰ σύμβο­λα τῶν πα­λι­ῶν θε­ῶν.  Καὶ οἱ δου­λει­ές τους δὲν σταμα­τοῦν, τρέχουν δῶθε κεῖ­θε γιὰ νὰ δώ­σουν εἰ­κό­να καὶ μορ­φὴ στὰ πλά­σμα­τα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ. Ἀ­κό­μη καὶ σὲ ὅσους ἀγ­γε­λο­θω­ροῦν κα­θὼς χα­ρο­πα­λεύ­ουν, κά­ποι­ος ἄγγε­λος προ­στρέ­χει. Κι ὅ­ταν πιὰ ὁ ζω­γρά­φος βά­λει στὴν ἄκρη τὴν πα­λέ­τα, ὁ γλύ­πτης τὸ κα­λέ­μι καὶ ὁ ἐτοιμαθάνατος σφα­λί­σει τὰ μά­τια, οἱ ἄγ­γε­λοι χά­νον­ται μὲ μιᾶς στὸ βα­θὺ ὕ­πνο τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας.

       Κι ἔ­τσι λοι­πόν, ὅ­πως ὁ καλ­λι­τέ­χνης ὁ­ρα­μα­τί­ζε­ται καὶ στή­νει τὸ μον­τέ­λο του, ἡ λα­ϊ­κὴ καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὴ φαν­τα­σί­α πλά­θει τοὺς ἀγ­γέ­λους, πλά­σμα­τα τοῦ νοῦ ὅσων σκέπτονται μὲ ἀγ­γε­λι­κὴ συ­νει­δη­τό­τη­τα. Ὁ ἄνθρωπος ἔ­χει ἐμ­φυ­σή­σει τὴ ζω­ὴ στὸ θαυ­μα­στὸ καὶ τὸ θαυ­μα­στὸ μὲ δι­κή του πιὰ ὑπόσταση, μορ­φώ­νε­ται καὶ προ­στρέ­χει στὶς ἐπιθυμί­ες καὶ ἀ­νάγ­κες τοῦ ἀν­θρώ­που. Καὶ κά­θε μέ­ρα, μὲ τὸ καμ­πά­νι­σμα τοῦ κου­δου­νιοῦ οἱ ἄγγε­λοι ἀ­νοί­γουν τὰ μάτια.


 [Πη­γή:  ν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (­θή­να, 1970. Σπού­δα­σε κεανο­γρα­φί­α κα ­σπα­νι­κ Γλώσ­σα κα Πο­λι­τι­σμό. ­χει μεταφρά­σει Χου­ν Ρα­μν Χι­μέ­νεθ κι ­χει γρά­ψει ρ­θρα σχε­τι­κ μ τν ­σπα­νό­φω­νο πο­λι­τι­σμ κα τ λο­γο­τε­χνί­α. Τ τε­λευ­τα­α χρό­νια δι­δά­σκει ­σπα­νι­κά. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στις «Ιστορίες Μπονζάι, Η Αισθητική του μικρού», ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …