Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

ΘΑ ΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΑΙ ΣΕ ΣΕΝΑ, απορριπτική παραλήπτρια, και θα σε φαντάζομαι με την αποδοκιμασία στα μάτια προτρεπτική να με σπρώχνεις:

Το μέλλον το δικό σου δεν έχει βέβαια να κάμει με το δικό μου σημειωτόν: μόνον λοιπόν ο Οιδίποδας δεν άντεξε, προνόμιο του ανθρώπου να συνηθίζει και να ανέχεται, χάρισμά του η αθωότητα και αρχίζω μόλις να καταλαβαίνω ότι γίνομαι ήρωας σε βιβλίο, ας μην είμαι σκωπτικός αυτή τη νύχτα του Ιωάννου του Προδρόμου, με την κρυάδα του λευκού ως την ψυχή μου, ο τόσος σαρκασμός θα μπορούσε να θεωρηθεί οίηση και ο μύθος του Οιδίποδα σ’ ένα βιβλίο ελληνικό θα ήταν παράταιρος… Άλλη η νύχτα που αρχίζω να γράφω κι άλλη η η πρώτη νύχτα της ιστορίας μου… [Μάρω Δούκα, ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΤΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος 1990 –ART by Strempler and madeleine]

 «…Τούτη λοιπόν την έπαρση του ανθρώπου που φιλοδοξεί να μιλήσει για την εποχή του μέσα από πρόσωπα φανταστικά προσπάθησα να αναπαραστήσω… Θέλησα επίσης να περιγράψω την εξακτίνωση της συνείδησής του σε συνειδήσεις ξένες, επινοημένες και την ακούσια παράδοσή του στους μαγικούς και εύθραυστους καθρέφτες των ψευδαισθήσεων της κοινωνίας που τον περιβάλλει» Η Μαρω Δούκα, προκειμένου να δώσει και τις δυο όψεις της νεοελληνική πραγματικότητας, τη μικροαστική και τη «λαϊκή», κάνει μια πολύ έξυπνη επινόηση: με τη μορφή του εσωτερικού μονόλογου ο αφηγητής, μέσα από ένα ακατάσχετο χείμαρρο ελεύθερων συνειρμών, απευθύνεται σε μια Ηώ κρατίστη (αποδέκτη της αφήγησης), εκθέτοντας έτσι τα τυπικά προβλήματα του νεοέλληνα μικροαστού…

Πλατεία Καϊρου (αποσπάσματα από το 1ο κεφάλαιο του βιβλίου της Μάρως Δούκα ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΤΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος 1990)

Αν ήμουν θαυματοποιός θα έριχνα διαμιάς την ιστορία μου στο χαρτί, καταχείμωνο, αλλά δεν είμαι παρά το άθυρμα και πρέπει, Ηώ κρατίστη, ψύλλων πηδήματα διαμετρών, όλα τα πρόσωπα να τα συνθέσω μεθοδικά, ακόμη κι εσένα, ακόμα και τον εαυτό μου που θα γράφει – πέρσι που σαν να είχαν βουλώσει οι υπόνομοι, μες στα σκατόνερα, με όνειρα, όπου εμπλέκονταν οι αρχηγοί, οι πουτανιές και τα τρισάγια, πίστεψέ με, αν ήμουν αμπελουργός θα σου έφτιαχνα γλυκό κρασί για να μεθύσουμε, αλλά ένας δικηγοράκος είμαι μόνο, να είχαμε την Ίμβρο και την Τένεδο, να είχαμε τη Βασιλεύουσα, σαν ρόδου και λιβανιού αρώματα, ρωτιέμαι ακατάπαυστα για τη φυλή, το πεπρωμένο της, μελανωμένος, γέμισαν, φράκαραν οι δρόμοι, έπειτα από δέκα χρόνια θα είναι των κατσαρίδων και των αρουραίων, να με φαντάζεσαι μες στον καπνό που αιωρείται χωρίς διέξοδο στο δωμάτιο, ξεπαγιασμένο, διότι έχει σβήσει απ’ ώρα το καλοριφέρ, σκυφτό στα χαρτιά μου, γράφω και μουντζουρώνω, δεν έχω σιγουριά ούτε έμπνευση, απλώς το πείσμα μου για το χειμώνα που μας πέρασε, τον άνυδρο, και ο τωρινός πολύ χειρότερος, αμνήμονες, Ηώ, ούτε δεκαετίες να μας χώριζαν, αλλά δεν μας χωρίζουν παρά μήνες…

Ακόμη να με φαντάζεσαι πελαγωμένο, με ανοιχτό στόμα, άλαλο, πιστό σ’ όσα δεν μπόρεσα ν’ αποστηθίσω, ούτε να καταλάβω, φαντάσου με στραμμένο  σ’ όσα δεν φαίνονται, θα είναι νύχτα στην Ομόνοια, η ιστορία μου θ’ αρχίζει σ’ ένα εστιατόριο της κακιάς ώρας, σ’ ένα από αυτά που συχνάζουν επαρχιώτες και φαντάροι, μήνα Δεκέμβριο, παραμονές Χριστουγέννων, άλλη η νύχτα που αρχίζω να γράφω κι άλλη η πρώτη νύχτα της ιστορίας μου, σε σκεφτόμουν τότε και τώρα σε σκέφτομαι, ας συναντιόμαστε σπάνια, στο γραφείο σου αποφεύγω να έρχομαι, δεν έρχομαι καθόλου, έχει ατονήσει η φιλία μας, αλλά προς το παρόν δεν θα ήθελα να εξετάσω τους λόγους, προτιμώ να πιστεύω ότι μας χωρίζει η απόσταση από την Κυψέλη ως το Φάληρο, έτσι σε σκέφτομαι και ομολογώ χωρίς να με πειράζει που δεν σε βλέπω, καλύτερα που δεν σε βλέπω, δύσκολα συμφωνούσαμε.

Όταν πρωτάκουσα τη φωνή σου στον αυτόματο τηλεφωνητή, ας ενοχλήθηκα κάπως, η πολυάσχολη που δεν ευκαιρεί! αμέσως μετά την πρώτη μου αντίδραση να σε ειρωνευτώ, καταχάρηκα, ίσως να με ευνοούσε η διαχωριστική γραμμή που επέβαλες, ακόμη και παρά τη θέλησή σου αυτός ο κύριος τηλεφωνητής θα ήταν ο ανεπηρέαστος παραλήπτης των μηνυμάτων μου, τώρα πια θα έπρεπε να υποστείς τη δική μου συχνότητα επικοινωνίας, εγώ θα μπορούσα να χαθώ για μέρες, εσύ όχι, εφόσον θα σου άφηνα μήνυμα, θα σ’ έτρωγε η περιέργεια να μάθεις τι σε θέλω, σου έχω αφήσει όμως άπειρα μηνύματα αναπάντητα, τα σβήνεις, ξέρεις να σβήνεις και να προσπερνάς, Ηώ κρατίστη, το μέλλον το δικό σου δεν έχει βέβαια να κάνει με το δικό μου σημειωτόν, εσύ ακόμη και από τους καθηγητές μας ζητούσες έξαλλη το λόγο για το εννιάρι που σου έβαλαν, άλλος ο αέρας δικός σου και άλλες οι δικές μου πλάτες, εσύ, όπου κι αν ήσουν, πρώτη θα ’σουν, γι’ αυτό λοιπόν σε προκαλώ να με φαντάζεσαι ξεπαγιασμένο μες στην κάπνα, εσύ και πάνω στο μπαλκόνι θα μπορούσες να σταθείς και λόγο να εκφωνήσεις θα τολμούσες, από το ίδιο υλικό με τη Μαρία που κοιμάται νωρίς και ξυπνά νωρίς, δεν είμαι ο άνθρωπος που θα ’βγαινε να διατυμπανίσει τα καλά του –κι όπως θα με φαντάζεσαι με τα χαρτιά μου, δες με λαθραίο, πώς θα μιλούσα για τον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο;

Γράφω κρυφά: Ο Αλέξανδρος Παπαδάκος, δικηγόρος και πιστεύει μαχόμενος, στο πλευρό του αδικημένου και του εργαζομένου, παρότι συντηρείται σχεδόν από υποθέσεις διαζυγίων και από μικροδιαφορές που καταλήγουν στα δικαστήρια. Δεν χρειάστηκε ν’ αρχίσει από το τίποτα, βρήκε πολλά τα έτοιμα, έστω κι αν πρόωρος θάνατος της μητέρας του τον έχει σημαδέψει, συχώρα μου την κλίση στους μελλοδραματισμούς, ο Αλέξανδρος Παπαδάκος μεγάλωσε στα χέρια μητριάς. Ευπαρουσίαστος τριαντάρης σήμερα, τριάντα ενός για την ακρίβεια, το 1967 ήταν μόλις οκτώ χρονών, χωρίς αντιστασιακές περγαμηνές λοιπόν, ούτε παπύρους, παλιομοδίτης κάπως, περαστικός και βιαστικός απ’ τα Εξάρχεια, συλλέκτης αναφομοίωτων εμπειριών, παντρεμένος κιόλας, με κόρη σχεδόν δεκαπέντε μηνών, χωρίς μακρύ μαλλί ούτε γένια, με τη γραβάτα του συνήθως διπλωμένη σ’ ένα δερμάτινο χαρτοφύλακα, ευκατάστατος, χωρίς κόμμα, τοποθετημένος κριτικά και ίσως υπεροπτικά απέναντι στο σύνολο, αισθάνεται καλύτερος απ’ άλλους συναδέλφους, πιο έξυπνος, πιο έντιμος, πιο ειλικρινής, σπάνια συναντάς άνθρωπο με αυτογνωσία, αυτοειρωνεύεται, κανένας δεν αναγνωρίζει στα σοβαρά πως είναι βλάκας ή ανέντιμος ή ένοχος, πόσοι τυφλώνονται;

Μόνον ο Οιδίποδας δεν άντεξε, προνόμιο του ανθρώπου να συνηθίζει και να ανέχεται, χάρισμά του η αθωότητα. Όπως λοιπόν εσύ θα με φαντάζεσαι ν’ ακούω τις πεινασμένες γάτες στους σωρούς των σκουπιδιών και να αφουγκράζομαι το αλύχτισμα των σκύλων από τα Τουρκοβούνια, εγώ θα βλέπω ασυγκίνητος τον εαυτό μου, και πέρσι ασυγκίνητος τον έβλεπα, σκυφτό σε κόλλες άγραφες  σ’ ένα δωμάτιο που χωρίζεται με συρόμενη απ’ το καθιστικό, κι έτσι στριμώξαμε τραπεζαρία-σαλόνι σ’ ένα χώρο οχτώ επί πέντε, η πεθερά μου απαρχής κουφόβραζε, ας ετοιμάζει τις υποθέσεις του στη Σόλωνος ο δόχτορας! Αγνόησέ την, εμένα παντρεύτηκες. Μόνον λοιπόν ο Οιδίποδας δεν άντεξε και αρχίζω μόλις να καταλαβαίνω πως γίνομαι ήρωας σε βιβλίο, ας μην είμαι σκωπτικός αυτή τη νύχτα του Ιωάννου του Προδρόμου, με την κρυάδα του λευκού ως την ψυχή μου, ο τόσος σαρκασμός θα μπορούσε να θεωρηθεί οίηση και ο μύθος του Οιδίποδα σ’ ένα βιβλίο ελληνικό θα ήταν παράταιρος, μακριά, Αλέξανδρε, από τις θεωρίες, δεν είσαι και για τα βαθιά, δεν είμαι ο πολυμήχανος, ο άνθρωπος που θα μπορούσε να επιτύχει ή να ξεγελάσει, ακόμη και τις πιο εύκολες, τις ασήμαντες, θα έλεγα, υποθέσεις μου στο δικαστήριο ανά πάσα στιγμή κινδυνεύω να τις χάσω, διαρκώς χάνω στα πρακτικά και στα τρέχοντα, δεν ενδιαφέρομαι, ούτε βαυκαλίζομαι ότι εγώ με τη φωνή ή με τις πράξεις μου θα μπορούσα ν’ αλλάξω τον κόσμο, θα αλλάζει ο κόσμος κι εγώ θα γερνώ, όποιος αρνείται να γεράσει αμαρτάνει.

Αν είχες τελειώσει κάποια σχολή της βόρειας Ιταλίας, την Αρχιτεκτονική ας πούμε, αν ήσουν άνεργος στα μίζερα εκείνα, τα νεοδημοκρατικά χρόνια της Δεξιάς, το ΠΑΣΟΚ, μόλις ανέβαινε στην εξουσία, θα μπορούσε σίγουρα να σε τακτοποιήσει, θα μπορούσε να σε στείλει διπλωματικό ακόλουθο στην Ουγγαρία ή στη Ρουμανία, με εκαντόν τριάντα ή εκατόν σαράντα ή εκατόν πενήντα χιλιάδες μισθό το μήνα, συν το πλιάτσικο, εποχή που ο μισθός του απλού εργαζόμενου δεν ξεπερνούσε τις είκοσι χιλιάδες – έχω απόψεις που κανέναν δεν ενδιαφέρουν, για τις κλαγγές Πασών των Ρωσιών και το διεκδικούμενο οκτάωρο των ανθρακωρύχων στη Σιβηρία, για τα καρφιά και για τις μοιρασιές, από τον Χέγκελ στον Μαρξ και από τον Μαρξ στον Λένιν και από του Τρότσκι το θρυμματισμένο κρανίο στου Στάλιν την κυλισμένη σημαία και από της Ρόζας το κοντύτερο πόδι στα ξυλοπόδαρα του ευρωκομουνισμού και από τον υπαρκτό σοσιαλισμό στο πτώμα του Τσαουσέσκου και από τους σοσιαλδημοκράτες στους σοσιαλφασίστες, πνευστά πολλά, πίπιζες και νταούλια, νάνι σ’ ένα παραμύθι χωρίς τέλος, έπειτα από πενήντα-εξήντα χρόνια, κι ας μην είμαι προφήτης, Νεοέλληνας είμαι, ένας άλλος Τσαουσέσκου θα μιλάει για το καλαμπόκι του λαού κι ένας άλλος Χόνεκερ θα σύρεται από το χειρουργείο στη φυλακή, κι έπειτα από μένα οι λαοί θα θριαμβεύουν και θα σκύβουν το κεφάλι εκκολαπτόμενοι δολοφόνοι, εγώ όμως θα έχω λιώσει, ένας μικρός σωρός θαμπά, πορώδη οστά στους πρόποδες του Υμηττού Κυριακή ψυχρή και ανάποδη. Την μπουκάλα το ουίσκι της αδειάζω σε δυο νύχτες, μια ιστορία περπατάει μέσα μου, οι ιστορίες, θα μου πεις, δεν περπατούν, πες το……………………………..

Κάπως έτσι, με τα εγγονάκια και με το σουβλιστό αρνί στο χωριό κάθε Πάσχα, με το κασετόφωνο στη διαπασών και με το τσάμικο, θα έκλεινε η βιοπάλη του Αντώνη Λύτρα και της Θάλειας, το γένος Μπακλέζου, ώσπου κάτι έγινε. Πώς έφτασαν αυτοί οι άνθρωποι κι έχασαν τη σειρά τους; Πώς κύλησαν στο χαντάκι; -Ηώ κρατίστη, δεν είμαι θαυματοποιός. Έχω μείνει για την αντιβίωση της μικρής, που μοιάζει κάπως, το είπες κι εσύ όταν επιτέλους μας καταδέχτηκες, πέρυσι δεν την είχες ακόμη γνωρίσει κι όποτε τηλεφωνιόμαστε, ρωτούσες πώς είναι και τι κάνει, αχ, πόσο σ’ έχω επιθυμήσει, Άκη, μου λες πάντα, δεν κάνεις την παραμικρή κίνηση για να συναντηθούμε, και ας συνορεύουν σχεδόν τα γραφεία μας, όσο εσύ δεν ευκαιρείς, είμαι κι εγώ πνιγμένος στις υποθέσεις μου. Στις είκοσι επτά Δεκεμβρίου, αν θυμάμαι καλά, και θυμάμαι, πέρυσι, τη μεθεπομένη των Χριστουγέννων, σε είχα δει να έρχεσαι καταπάνω μου, αγέρωχη στα μαύρα, βιαστική σαν να σε κυνηγούσαν, άλλαξα πανικόβλητος σχεδόν πεζοδρόμιο και χώθηκα σε μια βιτρίνα για να σε αποφύγω, παρότι θα ήθελα να πιούμε έστω έναν καφέ και να μιλήσουμε, θα ήθελα και για τον Κύρκο να σε ρωτήσω, εσύ ήσουν που τον έλεγες ταξικό εχθρό, έκαμα μετανιωμένος να τρέξω να σε προλάβω, δεν ήθελα να πολυσκαλίζω τι μας έχει τόσο αποξενώσει, σε άφηνα άλλοτε να πιστεύεις πως με εξομολογείς, όσο κι αν είμαι εγωιστής, εσύ πότε μου φέρθηκες με ειλικρίνεια; Σε σκέφτομαι δαγκώνοντας ένα καλοξυσμένο μολύβι, έχουν κατέβει αγριόγατες από τα Τουρκοβούνια, σαπουνόνερα σβήνουν στ’ αυτιά μου, ακούω το ψυγείο στην κουζίνα και σε βλέπω μ’ ένα κλωνάρι ανθισμένης μυγδαλιάς στην κηδεία του πατέρα μου, ήμαστε στο πρώτο έτος της σχολής κι όπως με κοίταζες με κοκκινισμένα μάτια, μου ’χε περάσει προς στιγμήν από το μυαλό πως θα μπορούσαμε να παντρευτούμε, μα ήταν η ώρα πιο πολύ που με έφερνε κοντά σου, τότε δεν ήξερα ακόμη ότι η Ισμήνη, η μητριά μου, θα μου φερθεί τόσο καλά, ποτέ της δεν με χάιδεψε, έπειτα όμως από το θάνατο του πατέρα σαν να έγινα ο γιος της, και σήμερα μας νοιάζεται, αγαπάει το μωρό, κάνει δώρα στη Μαρία, σκύβει πάντα το κεφάλι, ποτέ της δε μας αντιμίλησε, χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την οικοδομή μας στην Πεντέλη.

Ας μην ήταν στέρφα και θα σου ’λεγα! Ίσως και να ’χεις δίκιο, ενεός μένω εμπρός στη λογική της Μαρίας, το πώς μπορεί να αιτιολογεί τα πάντα, όπως κι εσύ, δεν τους ανέχεται τους εύκολους συναισθηματισμούς, αφού θα τη γηροκομήσουμε, μας οφείλει, λέει ψυχρά και σαν να κιτρινίζει το ασπράδι του ματιού της, δεν είναι αντικοινωνική ή αγέλαστη, το αντίθετο, κι όμως από τότε που την γνώρισα δεν έχει φίλες, πολλές γνωστές για τη μόδα και τις συνταγές, ούτε μια φίλη όμως για τα ουσιώδη, μου αρκείς εσύ, πριν από εμένα ούτε καν ένα δεσμό, αν το ’χα καταλάβει, ίσως και να μην τολμούσα να την αγαπήσω, υπάρχει κάτι το άκαμπτο στις χειρονομίες της, σαν να μην έχει κλάψει ή πονέσει, και αυτό, εμένα, έρχονται στιγμές που με παγώνει – σε σκέφτομαι λοιπόν απόψε που πρωταρχίζω, όχι μόνο γιατί μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε μαζί, αλλά και γιατί ήσουν πάντα απορριπτική παραλήπτρια, ακόμη κι αν δεν υπήρχες θα ήμουν αναγκασμένος να σε επινοήσω, θα γράφω και θα απευθύνομαι  σ’ εσένα και θα σε φαντάζομαι με την αποδοκιμασία στα μάτια  προτρεπτική να με σπρώχνεις.

Για ένα μυθιστόρημα θα έδινα ακόμη και την ψυχή μου, μεγάλα λόγια, θα μου πεις, άλλοι τη δίνουν για έναν λουτροκαμπινέ: Τη Νομική τελειώναμε όταν το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές του ’81, είχαμε κατέβει στην Ομόνοια, θυμάσαι εκείνα τα τραγούδια και τα κόκκινα λάβαρα, ένα ποτάμι, ένα κίνημα λαού που ξεχείλισε, θα έλεγες ποτέ χαλκογραφία το καμένο δάσος; Έρχεται έπειτα, δεν το ’ξερα, η εποχή να μαζευτούν τα νερά κι ένας λαός στη λάσπη. Ιλύ να τη λες, μα από την ιλύ καρπίζουν τα χωράφια των φτωχών. Θα ’μπαινε κάποτε το ποτάμι στην κοίτη του, δεν το ’χα σκεφτεί, ποια ήταν άραγε η κοίτη του ΠΑΣΟΚ; μην το ξεχνάς, σ’ έχω για να μ’ ακούσεις, ας φαίνεται ο τόνος μου απολογητικός, ουδέποτε εξομολογήθηκα, ακόμη κι εκείνες τις φορές  που είδα τον εαυτό μου γονατισμένο να παρακαλεί ή να προσεύχεται, ακόμη κι όταν ένιωσα πολύ κοντά στις ιδέες που θα επιθυμούσα να με περιβάλλουν, ήξερα πως την αλήθεια τη δική μου, ποτέ δεν θα μπορούσες να την καταλάβεις, άλλη η Μικρά Ασία και άλλη η Αστόρια, άλλα θα είναι τα δικά σου και άλλα τα δικά μου, εσύ κι εγώ άλλα θα αναζητούμε, άλλα θα εικονίζει του πουλιού το πέταγμα για εσένα κι άλλα για εμένα, έστω κι αν πριν από μας κι έπειτα από μας αυτό το πέταγμα συμβόλιζε και θα συμβολίζει όσα ο άνθρωπος δεν μπόρεσε και ούτε θα μπορέσει, φτερά στην  πλάτη κανενός μας δεν φυτρώνουν, άλλος θα είμαι εγώ κι άλλη εσύ, προς δόξαν του ανθρώπου που φιλοδόξησε να διαβρώσει το πλατωνικό του κέλυφος… οι σοφιστές για χάρη μας είχαν τόσο ξεπέσει και καλά τους πληρώσαμε, ώσπου χαμήλωσαν τη νοσταλγία και στα δικά σου μέτρα και στα δικά μου, θα βλέπω βιντεοταινίες και θα ταξιδεύω, τα πραγματικά ταξίδια με αφήνουν αδιάφορο, μήνες πολλούς φανταζόμουν έναν άγνωστο στην Ομόνοια –
…………………………………………………………………………   
Μια συνισταμένη ξένων συμφερόντων είναι η ελευθερία ολονών μας
 Δεν το ξεχνώ, τίποτα δεν ξεχνώ, Ηώ κρατίστη, εκείνες τις νύχτες προπαντός με τα ατέλειωτα διαβάσματα, λέγαμε πως η ιστορία του ανθρώπου είναι μια αλυσίδα συμφερόντων, πως οι αγώνες και τα οράματα των λαών πάντοτε καταλήγουν στην ψιλοδουλεμένη συναρμολόγηση των κρίκων μιας άλλης υποταγής, πίναμε ζεστό γάλα, η Ισμήνη παραφύλαγε, σκεφτόμουν ότι το στήθος σου είχε πολύ μεγαλώσει και θα ’θελα να σε δω γυμνή, να σε χαϊδέψω, όπως θα χάιδευα μια πεπλοφόρο στην Ακρόπολη, το χάδι σ’ ένα άγαλμα με όλους τους συναφείς συμβολισμού ανήκει βέβαια στους ποιητές, προλαβαίνω το ειρωνικό σου μειδίαμα, πιθανόν να ήμουν ερωτευμένος μαζί σου, αλλά ποτέ δεν θέλησα να σ’ αγγίξω, τόσες γυναίκες υπάρχουν για να ερωτευθώ, Ηώ μόνο μία, για να την έχω φίλη.

Εξουσιαζόμενος αυτουργός (αποσπάσματα από το 3ο κεφάλαιο του βιβλίου της Μάρως Δούκα ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΤΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ)

Να με φαντάζεσαι μ’ εφημερίδες, όλες τις εφημερίδες, κρεμασμένο από τους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, τους ελεύθερους λένε, για ποια ελευθερία θα μπορούσαν να καυχηθούν; Έτσι κι αλλιώς, μια συνισταμένη ξένων συμφερόντων είναι η ελευθερία ολονών μας, δεν υπάρχουν ελεύθερα ειδησεογραφικά πρακτορεία, βιομηχανίες ειδήσεων μόνο, το ξέρω, δεν σου αρέσουν αυτά, δεν θα ’θελες ποτέ να το παραδεχτείς, διότι, σύμφωνοι, έχουμε πάντοτε τη δυνατότητα της επιλογής, μπορούμε σίγουρα να ξεδιαλέγουμε από τα διαλεγμένα. Και βυθιζόμουν με τις ώρες στην ανάγνωση εφημερίδων. Αρρώστια! τι περιμένεις να διαβάσεις; Θα ’θελα να είχα γίνει δημοσιογράφος, να ξενυχτώ σ’ ένα γραφείο, πλάι σ’ ένα τηλέφωνο, ή να τρέχω στα σκοτάδια και να ψάχνω, οι άλλοι να κοιμούνται κι εγώ να κυνηγώ τα γεγονότα, παρατηρητής, στα πυρά της μάχης, στα άδυτα της εξουσίας, εξουσιαζόμενος αυτουργός, να επιλέγω εγώ από την εικόνα, πολιτικός συντάκτης με πληροφοριοδότες σ’ όλα τα κόμματα, να έχω διασυνδέσεις κι επαφές με τους αρχηγούς, με τους διευθυντές, τα έμπιστα πρόσωπα, θα ’θελα να ’μουν πότης και γλεντζές, να μου πέφτουν οι γκόμενες, να μου ανοίγουν οι πόρτες και να πεθάνω στα πενήντα μου από συγκοπή κρασοπίνοντας σ’ ένα λαϊκό ταβερνάκι. Δεν αστειεύομαι. Κάποτε ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, αλλά δεν τα κατάφερα, ίσως να μην προσπάθησα αρκετά, πιθανόν να μην είχα τα προσόντα, το βασικό προσόν ν’ αποσυνδέω το γεγονός από τις τραγικές διαστάσεις ή επιπτώσεις του και να το περιγράφω χωρίς θυμό, με την αδιαφορία του υπαλλήλου. Δυσκολεύομαι να περιγράψω τι ακριβώς μου συνέβαινε, σαν να είχε ενταθεί κάτι μέσα μου, δε θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι με ενδιέφεραν τόσο πολύ τα γεγονότα κι όμως μου είχαν γίνει έμμονη ιδέα, ούτε καν άκουγα ειδήσεις, ώσπου ξαφνικά, όσο αυξανόταν η περιφρόνησή μου για πρόσωπα και πράγματα, τόσο κεντριζόταν το ενδιαφέρον μου για τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, μπορούσα να μείνω ώρες κοιτάζοντας τη φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου, για παράδειγμα, προσπαθώντας να μαντέψω τη σκέψη του, τι υπολόγιζε ακόμη, τι ήθελε. Δίκαιο είχε η Μαρία! Αρρώστια! Χθες σχεδόν μ’ απειλούσε καθώς με κοίταζε χαμογελαστή, θέλει να ξαπλώνουμε μαζί, να της ζεσταίνω τα πόδια, τυλίγεται επάνω μου, σαν να γεμίζει με βεντούζες χταποδιού όλο το σώμα της, ποτέ δεν θα με καταλάβει, ας την κοιτάζω τρυφερά, δεν το βλέπει, ούτε και πέρσι κατάλαβε τίποτε. Μα τι κάνεις; Γράφεις; Είναι νωρίς ακόμα για να σου πω. Δηλαδή στ’ αλήθεια γράφεις! Υπήρχε στο βλέμμα της κάτι σαν ειρωνεία, δεν την κακίζω, σίγουρα την έχω απογοητεύσει, αλλιώς με περίμενε. Κουράζεσαι πολύ, για σένα ανησυχώ, το πρωί δουλειά, τις νύχτες άγρυπνος, θα γίνεις δηλαδή συγγραφέας; Έσκυψα το κεφάλι σαν ένοχος. Με φίλησε στο μάγουλο και μου ψιθύρισε πως μ’ αγαπά πολύ, χάρισμά της που δεν επιμένει, είναι αυτό που θα λέγαμε κοπέλα με ανατροφή, διακριτική, σχεδόν αδιάφορη. Μην ξεχνάς είσαι πατέρας. Δεν το ξεχνώ, τίποτα δεν ξεχνώ, Ηώ κρατίστη, εκείνες τις νύχτες προπαντός με τα ατέλειωτα διαβάσματα, λέγαμε πως η ιστορία του ανθρώπου είναι μια αλυσίδα συμφερόντων, πως οι αγώνες και τα οράματα των λαών πάντοτε καταλήγουν στην ψιλοδουλεμένη συναρμολόγηση των κρίκων μιας άλλης υποταγής, πίναμε ζεστό γάλα, η Ισμήνη παραφύλαγε, σκεφτόμουν ότι το στήθος σου είχε πολύ μεγαλώσει και θα ’θελα να σε δω γυμνή, να σε χαϊδέψω, όπως θα χάιδευα μια πεπλοφόρο στην Ακρόπολη, το χάδι σ’ ένα άγαλμα με όλους τους συναφείς συμβολισμού ανήκει βέβαια στους ποιητές, προλαβαίνω το ειρωνικό σου μειδίαμα, πιθανόν να ήμουν ερωτευμένος μαζί σου, αλλά ποτέ δεν θέλησα να σ’ αγγίξω, τόσες γυναίκες υπάρχουν για να ερωτευθώ, Ηώ μόνο μία, για να την έχω φίλη. Ήμουν από τότε ο παλιομοδίτης της παρέας, κυνηγούσαν μέσα μου και δικηγορούσε, πίναμε το γάλα γουλιά-γουλιά, Άκη, σε παρακαλώ, μην μπλεκόμαστε με θεωρίες, δυσανασχετούσες, για εξετάσεις πάμε, όχι για διατριβή, άσε με να χαρείς, με τα συμφέροντα. Εσύ λοιπόν κατέληξες συμβολαιογράφος στο γραφείο του πατέρα σου κι εγώ δικηγοράκι στο γραφείο του δικού μου, θα μπορούσα όμως κι εγώ να είμαι, σαν κι εσένα, μέσα στο πνεύμα των καιρών, ίσως και να ’μαι, καλός και αισιόδοξος πολίτης, κολακευμένος και αποθεωμένος, για τον ελληνικό λαό και τη μεγαλοσύνη του ποιος θα τολμούσε να αντιμιλήσει; ακόμη και η 17η του Νοέμβρη έτσι μαζεύει τους θαυμαστές της, με το γλείψιμο σαν τους πολιτικούς, κι εσύ λαέ ξεφτιλισμένε, ποιος θα τολμούσε να τον προσφωνήσει, λαέ κουρέλα που σε πηδούν; κριτή και επικριτή και παμφάγε; - θα ’βλεπα στο βίντεο μου ταινίες με την ψευδαίσθηση ότι εγώ τις επέλεξα, ο παντογνώστης και ο πανέξυπνος μικρομεσαίος που θα μιλούσα για την απλή αναλογική, την άδολη ή θα μπορούσα να πνιγώ στα αβυσσαλέα ψυχοσωματικά μου, μεθοκοπώντας και ευφυολογώντας κάθε νύχτα, στο χέρι μου θα ήταν να απαλλαγώ από τους περιορισμούς της Μαρίας, να επιβάλω τους όρους μου, να πετάξω με τις κλοτσιές έξω την πεθερά μου, ακόμη και να χωρίσω στο χέρι μου θα ’ταν ή θα μπορούσα να περιοριστώ διαπαντός στην αγωνία μου για το παιδί, που θα μεγαλώσει, θα μπορούσε να αρκεστώ στα χαρίσματα της Μαρίας, δεν τη συμπάθησες ποτέ, Ηώ κρατίστη, θυμάμαι πώς με κάρφωσες, όταν σου είπα ότι θα παντρευτούμε, ούτε σου απάντησα, ούτε καταδέχτηκα να σε ρωτήσω τι εννοείς, η Μαρία πάντως έχει πολλά χαρίσματα, δεν είναι μόνο σπουδαία οδοντογιατρός, είναι και καλή μητέρα, στέρεος άνθρωπος, αφοσιωμένη σύζυγος, μπορώ να βασιστώ σ’ αυτήν και βασίζομαι, κάθε πρωί με περιμένει φρεσκοσιδερωμένη αλλαξιά εσώρουχα. Αναρωτιέμαι λοιπόν γιατί να θέλω τόσο πολύ να γράψω ένα μυθιστόρημα, έτσι ξαφνικά, βάλε το χέρι σου εδώ να ακούσεις, τ’ άκουγα που κλοτσούσε, ό,τι κι αν μου συνέβαινε το φανταζόμουν προορισμένο για σκοπούς αξεδιάλυτους, αρκεί να διαβάζεις μυθιστορήματα; Εδώ και δυο χρόνια, όσο φούντωνε το σκάνδαλο Κοσκωτά, ετοιμόγεννη η Μαρία, ταλαιπωρημένη, ούτε καν να την κοιτάξω, χωμένος στα δικά μου, ίσως γι’ αυτό να μ’ έχει μισήσει η μάνα της, ταπεινωμένος από τη σιγουριά και τα σάπια φρούτα του γωνιακού μανάβη κι απ’ τον άγνωστο που μ’ έσπρωξε και μπήκε πρώτος στο ταξί. Σ’ έχω για να μ’ ακούσεις, αμφιβάλλω όμως αν μπορείς να με καταλάβεις, ούτε θα συμφωνήσεις μαζί μου για το μικρόβιο, το ξέρω, εσύ που είσαι αριστερή οργανωμένη κι έχεις για όλα μιαν απάντηση, δεν ειρωνεύομαι, και για τον Τσαουσέσκου και για τον Ζίβκοφ, , σίγουρα εσύ κι εμένα θα μπορούσες να με αναλύσεις σε συνδυασμό βεβαίως με την ταξική μου προέλευση, αυτή ήταν, ξέρεις, πάντα η απορία μου, εφόσον εμένα μ’ έχεις προ πολλού καταδικάσει και μ’ έχεις αποβάλει, δεν ξεγελιέμαι, ένας μικροαστός περισπούδαστος, έτσι με καταχώρισες στα κιτάπια σου, πώς, αναρωτιέμαι, παρόλη την ευστροφία σου, δεν έχεις έστω αντιληφθεί ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν θέλει τίποτα άλλο παρά τη ρουσφετοβόλεψη. Να αξιωνόμουν, λέω, και ν’ άκουγα όλη την Αριστερά, μια φορά έστω, να αναλύει με τόλμη και αυτογνωσία τα εκλογικά της αποτελέσματα, να την άκουγα κατεβασμένη από τα μπαλκόνια, απαλλαγμένη από τις ενοχές και από τα καλοπιάσματα των αστών ψηφοφόρων – πήραν, Άκη, αέρα τα μυαλά σου, και σωστά θα με παρατηρήσεις πως την Ελένη του δεύτερου κεφαλαίου την παραφόρτωσα με την κοινή μας φίλη, ούτε καν να της αλλάξω το όνομα δεν μπήκα στον κόπο, ακόμη και την αφεντιά μου έχωσα με όλο τον ακκισμό που με χαρακτηρίζει, μακάρι να είχα δεχτεί τόσο εύκολα το χωρισμό μας, ακόμη και σένα σε παρουσίασα να με διακωμωδείς, είσαι σε θέση να ξεκόψεις από τον εαυτό σου; σαν να σε ακούω, έτσι, θαρρείς, γράφονται τα μυθιστορήματα; σας θυμάμαι, εσένα και την Ελένη, πώς μιλούσατε για τον Καζαντζάκη, λες και θα ήσαστε εσείς άξιες να γράψετε απείρως καλύτερες σελίδες, σαν να σε βλέπω κιόλας με το αποδοκιμαστικό βλέμμα, με τη χολή στα χείλη σου να μειδιάς συγκαταβατικά, καλές πουτάνες ήσαστε και οι δυο, συγγνώμη για την έκφραση. Έτσι με τις πολιτικολογίες και τους αναβρασμούς, καημένε μου! εσύ είσαι η καημένη, έτσι που μάδησες τα φρύδια σου, Ηώ κρατίστη, αποκλείεται να με κλονίσεις, ο Αντώνης Λύτρας είναι δικό μου επινόημα, κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί πως τον γνωρίζει, αν η Ελένη Σπυροπούλου του δεύτερου κεφαλαίου ταυτίζεται κάπου κάπου με τη δική μας Ελένη, τι σημασία μπορεί να έχει; η Ελένη του βιβλίου δεν θα είναι άτυχη σαν την πρώην φιλενάδα μου, ούτε πειράζει αν ο γιος του ήρωά μου είναι γιατρός που σπούδασε στη Ρουμανία σαν τον Στάθη Ανιμούκα, τον ανεπίσημο αρραβωνιαστικό της, θα προσπαθήσω και θα αποσπαστώ από την πραγματικότητα, έχω κιόλας αποσπαστεί, κι όπως θα δεις, την Ελένη της ιστορίας την έχω φανταστεί με τα δικά σου εξωτερικά γνωρίσματα, εσύ φοράς τα μαύρα, φοράς τα μαύρα, γιατί δε θα μπορούσες να παίξεις με τα χρώματα κι εγώ με τα λακόστ μπλουζάκια ριχτά επάνω μου γιατί δε θα κατάφερνα να βολευτώ σ’ ένα πουκάμισο, εσύ κι εγώ φοβόμαστε τη γελοιότητα, την τρέμουμε, το σώμα μας τρέμουμε, Ηώ κρατίστη, αλλά εσύ θα αναληφθείς σ’ ένα μπαλκόνι και μην θαρρείς πως εξομολογούμαι, δε θα σε πλησιάσω καν, σ’ έχω απλώς να με φαντάζεσαι καθώς εγώ δεν θα χάνω από τα μάτια μου τον Αντώνη Λύτρα που προχωρεί αργά, παραμονές Χριστουγέννων, με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, δεν έχει κουράγιο για δουλειά, από το απόγευμα κάτι τον έπνιγε, ούτε τολμούσε να επιστρέψει στης Φανής -

Η Μάρω Δούκα αφηγείται ιστορίες με τέχνη, ζωντανεύει τα πρόσωπά της, κινεί με επιδεξιότητα νήματα παράλληλα ανάμεσα στον κόσμο των πραγμάτων και στον κόσμο του μυαλού, όπως στο τελευταίο της έργο, την Ουράνια μηχανική. Αγγίζοντας προβλήματα υπαρξιακά στην ουσία τους, μέσα από τον εφήμερο αλλά καθοριστικό χαρακτήρα της ελληνικότητάς τους, αναζητεί τον πυρήνα της ευτυχίας, καταγράφοντας την αντίφαση της πραγμάτωσής της μέσα σε έναν κόσμο που τη μάχεται σε όλα τα επίπεδα. Αυτή η σύνθετη οπτική, που τη διαφοροποιεί τόσο από τους αμιγώς ρεαλιστικούς συγγραφείς όσο και από τους θεράποντες του φανταστικού, εκφράζεται κατά κύριο λόγο στο ύφος της, στις συνεχείς αναλήψεις της αφήγησης, στην τεθλασμένη ευθεία των γεγονότων ή στο παροξυσμό τους, που μοιάζει να εκπορεύεται άμεσα από τη συμπύκνωση των βιντεοπαιχνιδιών στο τελευταίο της έργο, στον εσωτερικό μονόλογο που κατακρημνίζει κομμάτια ολόκληρα συνείδησης υπέρ της αλήθειας του ήρωα. Αν όπως έλεγε ο Ρ. Μπαρτ ο ρεαλισμός έχει οριστεί πολύ περισσότερο σε σχέση με το περιεχόμενο παρά με την τεχνική του, η Δούκα μας δίνει μια απολύτως σύγχρονη και μοντερνιστική εκδοχή της τεχνικής αυτής. [Τιτίκα Δημητρούλια]

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΑΦΗΝΕΙΑ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ:

… κιόλας τον διακρίνω μόλις μακριά στον ορίζοντα αυτόν τον παράξενο συγγραφέα του Νέου Λόγου. Κι όμως μπορώ με σιγουριά από τώρα να σας βεβαιώσω ότι θα είναι, αυτός μόνον, ικανός να τεντώσει τόσο πολύ την ακτίνα δράσης του, ώστε να καταφέρει να δραματοποιήσει, να ιστορήσει πράγματα, τα οποία μέχρι τώρα κανένας δεν τόλμησε να γράψει. Ούτε καν διανοήθηκε ότι, προπάντων, γι’ αυτά τα πράγματα θα έπρεπε να μιλήσει: πώς ακούγεται η δύναμη της μουσικής, πώς βλέπονται τα οράματα, τι είναι αισθησιασμός, τι είναι δένδρο, χρώμα. Πώς μπορείς όχι με τα μάτια αλλά με το άγγιγμα να αισθανθείς το πλήθος, πως είναι, πώς ζουν τους πιο σκοτεινούς μας φόβους που αντέχουν να ζουν… Αυτά έλεγε η Βιρτζίνια Γουλφ. Τώρα, από το τέλος του αιώνα, μπορώ να απαντήσω στη Γουλφ ότι τον βλέπω και εγώ μακριά στον ορίζοντα αυτόν τον συγγραφέα... Δεν θυμάμαι αν αυτός ο συγγραφέας ήρθε ποτέ κοντά μας, αν έζησε μαζί μας –όπως προφήτευε εκείνη- κι ύστερα ξαναγύρισε και στάθηκε πάλι στον ορίζοντα. Ίσως, ποτέ δεν ήρθε και πάντα από μακριά ακούσαμε το λόγο του – να έρχεται μέσα από χάσματα σιωπής ή σαν άναρθρη βοή: ίσως, ένας τέτοιος συγγραφέας να είναι πάντοτε, θα μείνει για πάντα συγγραφέας του ορίζοντα. Θυμάμαι μονάχα ότι πιο σημαντικά ποιήματα ήταν ποιήματα που τυλίχθηκαν σαν φυλλώματα επάνω σ’ έναν γερό αφηγηματικό κορμό, όσο κι αν τον έκρυβαν. Θυμάμαι, ακόμη, ότι τα πιο μεγάλα μυθιστορήματα πλέχθηκαν γύρω από άγουρες, χλωρές ποιητικές ιδέες, από το γένος εκείνο της Ποίησης από το οποίο κατάγεται και η Θεολογία της Αποκάλυψης του ανθρώπινου λόγου. [Γιώργος Χειμωνάς, Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ, εκδόσεις Καστανιώτη 1995 – ART by Lamboray Olivier]

 [Έληξε η αμφισβήτηση. Απαφανατίστηκαν οι επαναστάσεις. Καταγγέλθηκε η απάτη κάθε «πρωτοπορίας» Μια οργιαστική Σιγή εβλάστησε σε όλες τις ρωγμές. Προσέξτε πόσο Ακίνητος είναι αυτός ο Νέος Άνθρωπος, πόσον Αμίλητο Φόνο κουβαλάει μέσα του. Θα έρθουν παιδιά, έφηβοι που θα είναι προορισμένοι για το Συναγερμό του νέου Λόγου. Για λέξεις, δηλαδή, που ποτέ δεν διαπράχθηκαν, για νοήματα που ποτέ δεν ορθολογήθηκαν, για εικόνες που ποτέ δεν μιλήθηκαν. Φοβηθείτε τους!]

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ;
Στις αρχές περίπου του αιώνα μας μια σπουδαία «πεζογράφος» - η σπουδαιότερη ίσως της νεώτερης ευρωπαϊκής γραμματείας – η Βιρτζίνια Γουλφ, έλεγε (μεταφέρω από μνήμης το λόγο της):


«Θα έρθει καιρός που θα υποχρεωθούμε ν’ ανακαλύψουμε καινούργιες ονομασίες για κείμενα που κρύβονται πίσω απ’ τον υπότιτλο: μυθιστόρημα. Θα παρουσιαστεί κάποτε ένα βιβλίο, που δεν θα ξέρουμε πώς να το «βαφτίσουμε». Θα έχει τη μορφή μιας γραφής που συνηθίσαμε να τη λέμε «πρόζα», όμως θα πρόκειται για μια αλλόκοτη πρόζα, γραμμένη με πολλά στοιχεία της γραφής που συνηθίσαμε να την λέμε «ποίηση». Ωστόσο, φοβάμαι, πολύ εύκολα θα ξεπεράσουμε την αμηχανία μας, καταλήγοντας στο ανακουφιστικό συμπέρασμα ότι το απειλητικό αυτό βιβλίο δεν μπορεί ν’ ανήκει στην πεζογραφία. Είμαστε πεζογράφοι – και μονάχα εμείς ξέρουμε ν’ αναγνωρίζουμε ό,τι είναι πρόζα, αφού μονάχα εμείς ξέρουμε να γράφουμε πρόζα.
Το βιβλίο αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ποίηση ή, εν πάση περιπτώσει, κάποιο είδος ποίησης. Έχουμε αναγνωρίσει, με μια αδιάφορη γενναιοδωρία, τις πιο ασύδοτες ελευθερίες στους ποιητές, για να επωμισθούμε αποκλειστικά εμείς οι πεζογράφοι, την πιο ανιδιοτελή ανελευθερία: της υποταγής μας στους αυστηρούς κανόνες της σαφήνειας. Διεκδικούμε, με άλλα λόγια, ως αποκλειστικό θεσμικό μας προνόμιο την κορυφαία αρετή του λόγου ως πρώτη αρχή της έννομης γραφής, δηλαδή της αφήγησης: ο λόγος να υποτάσσεται στο λόγο και αθωώνουμε ως ακαταλόγιστη, λόγω μέθης, την παρανομία της ποίησης: ο λόγος να απειθαρχεί στο λόγο.
Θλιβερός σφετερισμός δημιουργικής εξουσίας – αυταρχική καταπάτηση της λογοτεχνικής «ελευθερίας». Ποιος φοβάται την ελευθερία του πεζού λόγου; Εγώ, δηλαδή εκείνος που κινδυνεύει περισσότερο απ’ αυτήν: ο πεζογράφος. Γιατί μονάχα αυτός είναι ικανός να γνωρίζει τους κινδύνους που θα εξαπολύσει μια απελευθέρωση του πεζού λόγου. Κινδύνους, τους οποίους αποκλειστικά ο ίδιος, και κανείς άλλος, είναι υποχρεωμένος ν’ αντιμετωπίσει. Όχι βέβαια για να τους εξουδετερώσει. Το αντίθετο, για να ωφεληθεί από αυτούς, να εμπλουτίσει τη δημιουργία του με αυτούς. Και είναι ένας τέτοιος μόχθος (ή ανικανότητα;) που τον τρομάζει: να τους μεταμορφώσει σε λειτουργίες πολύ πιο σπουδαίες από τη διαβόητη αυτή «σαφήνεια». Πολλές φορές συμβαίνει οι ελευθερίες που εννοώ να μην καταλήγουν στη σαφήνεια. Είναι όμως απόλυτα βέβαιο ότι όλες οι ελευθερίες πάντοτε από μια Σαφήνεια γεννιούνται.
Πιστεύω ότι η νέα γραφή, που ίσως ποτέ δεν θα αποκτήσει το δικό της όνομα, δεν μπορεί παρά να είναι πεζός λόγος. Γιατί, αν τον πεζό λόγο τον απαλλάξουμε από τον ταπεινό ρόλο που μέχρι σήμερα τον αναγκάζαμε να παίζει – δηλαδή το ρόλο του υποζυγίου, του φορτίου φλύαρων λεπτομερειών και ασήμαντων γεγονότων – τότε αυτός ο «επικίνδυνος» πεζός λόγος θα είναι ο μοναδικός που θα μπορεί να υψωθεί ως τον ουρανό: όχι μονάχα με άλματα αλλά, περισσότερο με Έλικες και Σπείρες.
Κιόλας τον διακρίνω μόλις μακριά στον ορίζοντα αυτόν τον παράξενο συγγραφέα. Κι όμως μπορώ με σιγουριά από τώρα να σας βεβαιώσω ότι θα είναι, αυτός μόνον, ικανός να τεντώσει τόσο πολύ την ακτίνα δράσης του, ώστε να καταφέρει να δραματοποιήσει, να ιστορήσει πράγματα, τα οποία μέχρι τώρα κανένας από τους μυθιστοριογράφους μας δεν τόλμησε να γράψει. Ούτε καν διανοήθηκε ότι, προπάντων, γι’ αυτά τα πράγματα θα έπρεπε να μιλήσει: πώς ακούγεται η δύναμη της μουσικής, πώς βλέπονται τα οράματα, τι είναι αισθησιασμός, τι είναι δένδρο, χρώμα. Πώς μπορείς όχι με τα μάτια αλλά με το άγγιγμα να αισθανθείς το πλήθος, πως είναι, πώς ζουν τους πιο σκοτεινούς μας φόβους που αντέχουν να ζουν: εγώ θα σταματούσα εδώ»
Αυτά έλεγε η Βιρτζίνια Γουλφ.
Τώρα, από το τέλος του αιώνα, μπορώ να απαντήσω στη Γουλφ ότι τον βλέπω και εγώ μακριά στον ορίζοντα αυτόν τον συγγραφέα. Αλλά ήταν ένας αιώνας δύσκολος και ταραγμένος, και το τέλος του άγριο και συγκεχυμένο, που έχει θολώσει τη μνήμη μου, την έχει σχεδόν καταλύσει. Δεν θυμάμαι αν αυτός ο συγγραφέας ήρθε ποτέ κοντά μας, αν έζησε μαζί μας –όπως προφήτευε εκείνη- κι ύστερα ξαναγύρισε και στάθηκε πάλι στον ορίζοντα. Ίσως, ποτέ δεν ήρθε και πάντα από μακριά ακούσαμε το λόγο του – να έρχεται μέσα από χάσματα σιωπής ή σαν άναρθρη βοή: ίσως, ένας τέτοιος συγγραφέας να είναι πάντοτε, θα μείνει για πάντα συγγραφέας του ορίζοντα. Θυμάμαι μονάχα ότι πιο σημαντικά ποιήματα ήταν ποιήματα που τυλίχθηκαν σαν φυλλώματα επάνω σ’ έναν γερό αφηγηματικό κορμό, όσο κι αν τον έκρυβαν. Θυμάμαι, ακόμη, ότι τα πιο μεγάλα μυθιστορήματα πλέχθηκαν γύρω από άγουρες, χλωρές ποιητικές ιδέες, από το γένος εκείνο της Ποίησης από το οποίο κατάγεται και η Θεολογία της Αποκάλυψης του ανθρώπινου λόγου.
Και μου περνάει από το νου ότι από γενέσεως της η Λογοτεχνία πορεύτηκε μαζί με τέτοιους, απλησίαστους συγγραφείς του Ορίζοντα ή υπήρξε, εξαιτίας του φόβου της απέναντί τους: «λογοτεχνία», αυτή η δεισιδαιμονία του λόγου να τους εξορκίζει.
[από ομιλία του Γιώργου Χειμωνά με θέμα την πεζογραφία στην Πάτρα το 1994 – περιέχεται στο βιβλίο ΠΟΙΟΝ ΦΟΒΑΤΑΙ Η ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ, εκδόσεις Καστανιώτη 1995 ]

[Κρατώ για την τέχνη ένα παράξενο αίσθημα, ένα συνδυασμό δέους και στοργής κι αυτό ίσως οφείλεται στην ιδέα που έχω για την τέχνη: ότι αποτελεί ένα μοναχικό πάντα φαινόμενο, που έρπει αβοήθητο κι αυτόφωτο στις σκοτεινές παρυφές της ιστορίας και της ομολογημένης γνώσης – είναι ένα άβατο, όπου τα περιβάλλοντα πράγματα και οι άλλες, έξω της τέχνης, δράσεις του ανθρώπου πολύ εξωτερικούς μετασχηματισμούς μπορούν να δεχθούν ή και να επιφέρουν - Γιώργος Χειμωνάς, Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ, Εκδόσεις Καστανιώτη,1995]

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΛΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΙΟΛΑΣ ΟΤΙ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΣΩΣΤΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ:

Ο Πλανόδιος πωλητής καπέλων και η… τάση για μίμηση κάποιων πιθήκων. Ένα παραμύθι με ηθικό δίδαγμα για ανθρώπους που πιθηκίζουν! (αντί να μελετούν σε βάθος τα παραδείγματα της ιστορίας)

Ένας πλανόδιος πωλητής καπέλων, έπεσε ένα μεσημέρι να ρίξει τον υπνάκο του κάτω από ένα δέντρο. Όταν ξύπνησε ανακάλυψε έντρομος ότι μια αγέλη πιθήκων είχε βουτήξει όλα τα καπέλα του, και τα είχε ανεβάσει στο δέντρο. Τσαντισμένος και σε απόγνωση, έμεινε λίγη ώρα κοιτώντας την πραμάτεια του στα χέρια των πιθήκων. Κι ύστερα, ρίχνοντας κατάρες στην ατυχία του, έβγαλε το καπέλο που φόραγε και το βρόντηξε θυμωμένος στο χώμα. Οι πίθηκοι που όλη την ώρα τον χάζευαν από ψηλά, με την έντονη τάση τους για μίμηση, πέταξαν κι αυτοί τα καπέλα με δύναμη κάτω. O άνθρωπός μας έτρεξε και τα μάζεψε και σώθηκε.
Καμιά πενηνταριά χρόνια αργότερα, ο εγγονός του, που επίσης πούλαγε καπέλα, άφησε το εμπόρευμά του κάτω απ’ το δέντρο και την έπεσε κι αυτός για ύπνο. Κακώς, κάκιστα: όταν ξύπνησε τα καπέλα είχαν κάνει φτερά. Σήκωσε θυμωμένος το κεφάλι και είδε τα καπέλα του στα χέρια και στα κεφάλια των πιθήκων πάνω στο δέντρο. Πάνω στην απελπισία του θυμήθηκε την ιστορία που του είχε διηγηθεί ο παππούς του. Έτσι έβγαλε το καπέλο που φορούσε και το χτύπησε με δύναμη στο χώμα. Έμεινε έκπληκτος όμως που κανένας πίθηκος δεν έκανε το ίδιο. Μόνο ένας κατέβηκε απ’ το δέντρο. Έτρεξε, βούτηξε το καπέλο που ήταν στο χώμα, πλησίασε τον νεαρό πιλοπώλη που είχε μείνει άναυδος, του έριξε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι, και φεύγοντας του φώναξε:
«νομίζεις ότι μόνο εσύ έχεις παππού;».


 [Πηγή:, Steve Bogdanoff, Blue Monkeys,   http://www.sarajevomag.gr/ ]

ΕΧΩ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΝΟΥ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΔΙΗΓΗΜΑ ή ΠΟΙΗΜΑ:

Το ζύγωμα της θάλασσας ή των γυναικών, το φεγγάρι απ’ όπου έπεσε ένα λιοντάρι, το δυνατό κρασί, το καθένα χωριστά κι όλα μαζί μπορούσαν να γεμίσουν την έκταση της ψυχής του… Ήξερε τι θα πει φόβος, όμως και τι θα πει θυμός και θάρρος… Ακόρεστος, περίεργος, ανυπόμονος, με μόνη αρχή του την απόλαυση και την αδιαφορία που έρχεται μετά, ταξίδεψε σε διάφορα μέρη και είδε, στη μια και την άλλη άκρη της θάλασσας, τις πολιτείες και τα παλάτια των ανθρώπων. Σε αγορές πολύβουες ή στη ρίζα ενός βουνού που η κορφή του χάνονταν στην καταχνιά και που, κάποτε, ίσως να ’ζησαν εκεί κένταυροι, άκουσε συγκεχυμένες ιστορίες που τις δεχόταν όπως δεχόταν την πραγματικότητα, δίχως να ψάχνει αν ήταν αληθινές ή φτιαχτές... [αποσπάσματα από το ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, μια από τις ιστορίες που περιέχονται στο ομότιτλο βιβλίο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ύψιλον/ βιβλία 1980 – ART by artworks : Bizyaev]

 «Με το να είμαι τυφλός, ζω μέσα στη μοναξιά. Έχω φίλους, βέβαια, αλλά δεν είναι δυνατό να μου αφιερώσουν όλο το χρόνο τους. Έτσι, περνώ ένα μεγάλο μέρος της μέρας μου μόνος. Όλες αυτές τις ώρες, τις περνώ ονειροπολώντας. Έχω πάντα στο νου μου μια ιστορία που θα γίνει διήγημα ή ποίημα. Έχω την τάση να μετατρέπω τα πάντα σε λογοτεχνία. Δε θα ’λεγα πως είναι το επάγγελμά μου. Είναι η μοίρα μου. Ζω μέσα στη λογοτεχνία» Ο Μπόρχες ψάχνει πάντα τις πιο επικίνδυνες κι ωστόσο ποτέ τους αποτυχημένες αναλογίες. Το γράψιμό του τιμωρεί σταθερά την κοινοτοπία, δεν αφήνει κανένα περιθώριο ματαιογνωσίας, απεχθάνεται τους φιλολογισμούς» και ρέει με κανονική απλότητα.

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ
Δε χασομέρησε ποτέ στις απολαύσεις της μνήμης, οι εντυπώσεις γλιστρούσαν από πάνω του φευγαλέες και ζωηρές. Το κόκκινο του αγγειοπλάστη, το στερέωμα πλημμυρισμένο στ’ άστρα, που ήταν και θεότητες, το φεγγάρι απ’ όπου έπεσε ένα λιοντάρι, η γυαλάδα ενός μαρμάρου κάτω από την αργή, ευαίσθητη άκρια των δαχτύλων, η γεύση της σάρκας του αγριογούρουνου, που του άρεζε να κομματιάζει με γερές δαγκωματιές, μια φοινικική λέξη, ο μαύρος ίσκιος που ρίχνει ένα κοντάρι πάνω στην κίτρινη άμμο, το ζύγωμα της θάλασσας ή των γυναικών, το δυνατό κρασί που κόβεται η αψάδα του με το μέλι, μπορούσαν, το καθένα χωριστά κι όλα μαζί, να γεμίσουν την έκταση της ψυχής του. Ήξερε τι θα πει φόβος, όμως και τι θα πει θυμός και θάρρος και, κάποια φορά, σκαρφάλωσε πρώτος σ’ ένα εχθρικό τείχος. Ακόρεστος, περίεργος, ανυπόμονος, με μόνη αρχή του την απόλαυση και την αδιαφορία που έρχεται μετά, ταξίδεψε σε διάφορα μέρη και είδε, στη μια και την άλλη άκρη της θάλασσας, τις πολιτείες και τα παλάτια των ανθρώπων. Σε αγορές πολύβουες ή στη ρίζα ενός βουνού που η κορφή του χάνονταν στην καταχνιά και που, κάποτε, ίσως να ’ζησαν εκεί κένταυροι, άκουσε συγκεχυμένες ιστορίες που τις δεχόταν όπως δεχόταν την πραγματικότητα, δίχως να ψάχνει αν ήταν αληθινές ή φτιαχτές.


Σιγά-σιγά, το σύμπαν μ’ όλη του την ομορφιά, άρχισε να τον εγκαταλείπει. Μια καταχνιά επίμονη σκοτείνιαζε τις γραμμές του χεριού του, η νύχτα απογυμνώθηκε από τα αστέρια της, το έδαφος έγινε λιγότερο σταθερό κάτω από τα βήματά του. Όλα απομακρύνονταν και συγχέονταν. Όταν κατάλαβε πως άρχισε να τυφλώνεται, έκλαψε. Η στωική εγκαρτέρηση δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί κι ο Έκτορας μπορούσε να το βάλει στα πόδια χωρίς να ντροπιαστεί. «Δεν πρόκειται» ένιωσε «ούτε τον ουρανό να ξαναδώ, γεμάτο με το μυθολογικό του δέος, ούτε τούτο το πρόσωπο που θα το μεταμορφώσουν τα χρόνια». Μέρες και νύχτες πέρασαν πάνω από την απελπισμένη σάρκα του. Ύστερα, ξυπνώντας ένα πρωί, κοίταξε (χωρίς φόβο πια) τα συγκεχυμένα πράγματα που τον τριγύριζαν. Ένιωσε ανεξήγητα, έτσι όπως αναγνωρίζει κανείς μια μελωδία ή μια φωνή, πως όλα αυτά του είχανε ξανασυμβεί και τα ’χε αντικρίσει έντρομος αλλά ταυτόχρονα και με χαρά, με ελπίδα και περιέργεια. Βυθίστηκε λοιπόν στη μνήμη του, που του φάνηκε απύθμενη και κατάφερε ν’ ανασύρει από αυτή του τη σκοτοδίνη, τη χαμένη του ανάμνηση, που έλαμπε σα νόμισμα στο φεγγαρόφωτο, ίσως γιατί δεν την είχε ποτέ αντικρίσει άλλη φορά εκτός, μπορεί, μέσα σε κάποιο όνειρο.

Η ανάμνηση ήταν η ακόλουθη: τον είχε προσβάλει κάποιο άλλο παιδί κι είχε τρέξει στον πατέρα του να του πει. Ο πατέρας του τον άφησε να μιλήσει, σαν να μην άκουγε ή να μην καταλάβαινε και, μετά, ξεκρέμασε από τον τοίχο ένα μπρούτζινο στιλέτο, όμορφο κι όλο δύναμη, που το παιδί μυστικά το λαχταρούσε. Τώρα το κρατούσε στα χέρια του και, η έκπληξη που ένιωσε αποχτώντας το, έσβησε την προσβολή που είχε δεχτεί. Αλλά η φωνή του πατέρα του έλεγε: Δείξε πως είσαι άνδρας κι είχε μια προσταγή αυτή η φωνή. Η νύχτα σκοτείνιαζε τα δρομάκια. Σφίγγοντας το στιλέτο, που το ’νιωθε προικισμένο με μια δύναμη μαγική, κατηφόρισε την απότομη πλαγιά που τύλιγε το σπίτι κι έτρεξε στην ακροθαλασσιά, νιώθοντας Αίαντας ή Περσέας και γεμίζοντας με πληγές και μάχες την αρμύρα της σκοτεινιάς. Η γεύση ακριβώς εκείνης της στιγμής ήταν αυτό που γύρευε και τώρα. Τα υπόλοιπα δεν τον ένοιαζαν: οι προσβολές της πρόκλησης, η άτσαλη πάλη, ο γυρισμός με τη λεπίδα ματωμένη.

Απ’ την ανάμνηση αυτή ξεπήδησε μια άλλη, που πάλι είχε να κάνει με νύχτα και με κάποια περιπέτεια που θα επακολουθούσε. Μια γυναίκα, η πρώτη που του έστειλαν οι θεοί, τον περίμενε στη σκιά ενός υπόγειου και την έψαχνε μέσα σε στοές που έμοιαζαν με πέτρινα υφάδια και σε κατηφοριές που βυθιζόταν μέσα στο σκοτάδι. Γιατί τάχα ξαναγύριζαν οι αναμνήσεις αυτές και γιατί του ξανάρχονταν, δίχως πίκρα, έτσι απλά σαν να προεικόνιζαν το παρόν;

Το κατάλαβε μαζί με το τελικό σκοτάδι. Σ’ αυτή τη νύχτα που κατέβαιναν τώρα τα θνητά μάτια του, τον περίμενε ο έρωτας κι ο κίνδυνος μαζί, ο Άρης και η Αφροδίτη, γιατί διαισθανόταν κιόλας –επειδή είχε αρχίσει ήδη να τον τριγυρίζει – κάποιαν υπόνοια για δόξες και εξάμετρα, μια αίσθηση ανθρώπων που υπερασπίζονται ένα ναό που οι θεοί δεν πρόκειται να σώσουν και για καράβια μαύρα που γυρεύουν στις θάλασσες ένα αγαπημένο νησί, μια νύξη για Ιλιάδες και Οδύσσειες που του ’χε η μοίρα του να δημιουργήσει και να τις αφήσει κληρονομιά, ν’ αντηχούν μέσα στην κοίλη μνήμη των ανθρώπων. Όλα αυτά τα ξέρουμε, δεν ξέρουμε μονάχα το τι ένιωσε καθώς βυθιζόταν στο απόλυτο σκοτάδι.

 «Δεν γράφω για μια μικρή ελίτ που δεν την υπολογίζω, ούτε γι’ αυτό το αφηρημένο και τόσο παινεμένο πλατωνικό σύνολο που αποκαλούμε μάζα. Δεν πιστεύω σ’ αυτές τις δύο γενικότητες, τις τόσο αγαπητές στους δημιουργούς. Γράφω για μένα, για τους φίλους μου και για να απαλύνω τη ροή του χρόνου» (ΜΠΟΡΧΕΣ). Οποιοδήποτε απ’ τα σύντομα, ως επί το πλείστον, δοκίμια του Μπόρχες μοιάζουν με αναπτήρες: τη φλόγα δεν την σπαταλούν, ενυπάρχουσα για θαυμαστά τινάγματα. Ο Μπόρχες- δοκιμιογράφος κάνει τις κινήσεις ενός ατίθασου και φανταστικού εκκρεμούς προς εκατό, να πούμε, κατευθύνσεις.