Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ: «Δεν θα γινόταν άραγε να δίναμε ραντεβού στο παρελθόν;»

Δυο φορές η μάνα μου αντέδρασε σαν υστερική. Γιατί ήτανε πάντα ψύχραιμη και μετρημένη. Και τις δυο φορές για τον ίδιο λόγο, αν και το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των εκρήξεών της, φαίνεται αρκετά μεγάλο. Ήμουνα πεντέμιση χρόνων την πρώτη φορά και κόντευα να φτάσω στα οχτώ την τελευταία. Η αιτία, όπως είπα, η ίδια. Ένα έντομο. Λίγο πιο μεγάλο από σφήκα, με παράξενα κόκκινα μάτια, στο χρώμα του κονιάκ. «Το σερσέγκι», ξεφώνισε πανικόβλητη. Δεν έδωσα σημασία και την αγνόησα. Εντύπωση όμως μου ’κανε το γεγονός πως αργότερα, και σε στιγμές ανύποπτες, παρατήρησα κι άλλες μανάδες να αντιδρούν εξίσου παράλογα, με παρόμοιο πανικό, στη θέα εκείνου του εντόμου. Το συμβάν, ωστόσο, το θεώρησα ασήμαντο, και το έσβησα από τη μνήμη μου. Το ξέχασα [Ανδρέας Μήτσου, Ο Κήπος με τις Πυγολαμπίδες, μια από τις 70 ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ, που αναρτήθηκαν στο ηλεκτρονικό περιοδικό FRACTAL Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ:  70 έλληνες και ξένοι συγγραφείς γράφουν μελλοντικές ιστορίες – ART by W.G. Sebald Αούστερλιτς]




Αμέτρητες είναι οι θύμησες της παιδικής ηλικίας. Άλλες σκεπάζονται, θάβονται πρόχειρα και βιαστικά, κι άλλες έρχονται σαν αναπάντεχοι συγγενείς, χρόνια ξενιτεμένοι. Από αυτή, την παιδική μου πάντως ηλικία, ένα δεν ξέχασα: το θάνατο της Ερμιόνης. Ήταν η μόνη φορά που έμεινα έκθαμβος στη ζωή μου. Η πρώτη μου επαφή με το ανεξήγητο, και η συμφιλίωση έκτοτε μαζί του ως φυσιολογική, ως αναπότρεπτη, θέλω να πω, κατάσταση.
Γιατί το πτώμα της Ερμιόνης έδειχνε τεράστιο, πάνω από διακόσια κιλά. Η ίδια όμως δεν έφτανε στα εξήντα, όταν ήταν ζωντανή. «Μαμά, όσοι πεθαίνουν, έτσι πρήζονται;» τη ρώτησα. «Έτσι», μου απάντησε κοφτά.
Την κουβαλούσανε πολλοί άντρες την Ερμιόνη. Δέκα άντρες κάτω από το φέρετρο. Τα ποδάρια της ήτανε σαν χοντρές κολόνες. Τα μάτια της, ωσάν αυγά χήνας. Εγώ πολύ μικρός, αλλά τη θυμάμαι καλά την κηδεία της.
Μεγαλώνοντας, φοιτητής πια, είδα το έντομο ξανά στο ποτήρι του λαδιού, αυτή τη φορά, στο ψηλό εικονοστάσι, στο υπνοδωμάτιο των γονιών μου. Πήρε τη σκούπα η μάνα μου και το σούβλιζε. Τελικά το γκρέμισε κάτω το ξύλινο εικονοστάσι. Έσκασε με πάταγο στο πάτωμα και διαλύθηκε. Πνίγηκε το έντομο μέσα στο λάδι. Αυτή το χτύπαγε από πάνω, ώσπου το έλιωσε.

Μόνο τα παράξενα κόκκινα μάτια του μέναν αλώβητα, λες κι ήτανε από κάποιο υλικό, άτρωτο. Το ένα στη μια μεριά του πατώματος, το άλλο στην άλλη άκρη του. Τα μάζεψε η μάνα μου εκείνα τα μάτια μ’ ένα κουτάλι και πήγε και τα έχωσε στον κήπο. Έδειχνε απίθανα σοβαρή κι απόμακρη, σχεδόν τελετουργική, ενώ έσκαβε.
«Έλα εδώ, ρε μάνα», τη μάλωσα μόλις επέστρεψε στο σπίτι. «Εσύ σε παλαβομάρες δεν μ’ έχει συνηθίσει. Μίλησέ μου, εξήγησέ μου».
«Ετούτο, σκότωσε την Ερμιόνη», μου αποκάλυψε.
Μίλησε τόσο σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά, που μόλις την άκουσα. Πώς αναφέρονται στα παραμύθια σε κατάρες και σε άλλα παραφυσικά φαινόμενα, ένα τέτοιο φοβισμένο ύφος είχε η μάνα μου.
«Δεν θα μου πεις τίποτε άλλο;» τη ρώτησα ενοχλημένος.
«Κάτι περισσότερο;»
«Τίποτε», είπε.

Ήταν τόσο σοβαρή, που εγώ αναγκάστηκα να σωπάσω. Η ίδια με είχε μάθει εξάλλου, να σέβομαι τις παραξενιές του κάθε ανθρώπου. Πως είναι ό,τι πολυτιμότερο κουβαλάει κανείς.
Από τότε, συχνά έβλεπα να γεμίζει το χωριό τέτοια έντομα. Έβλεπα, πως τσιμπάγανε τα γελάδια και τα πρόβατα. Πρήζονταν αυτά αμέσως, γίνονταν τεράστια. Φανταζόμουν ακόμα, ότι μετά τα ζώα, τα έντομα άρχισαν να τσιμπούν και τους κατοίκους του χωριού. Αυτοί φορούσαν συρμάτινες μάσκες, τσόχες στο πρόσωπο, όπως οι μελισσοκόμοι, και σ’ ολόκληρο το κορμί τους, για να προφυλαχτούν. Κι ότι αναγκάστηκαν μια μέρα να μεταναστεύσουν σε πομπή μεγάλη. Να εγκαταλείψουν το χωριό.
Τοποθετούσα την φαντασίωσή μου σε χρόνους ακαθόριστους, δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν στο σκοτεινό παρελθόν που πορεύονταν ομαδικά εκείνοι οι άνθρωποι, ή φεύγανε κυνηγημένοι σ’ ένα χρόνο μακρινό και μελλοντικό, για να γλυτώσουν το θανατηφόρο τσίμπημα και να σωθούν.

Περπατούσαν όλοι, σιωπηλοί, σχηματίζοντας μιαν ατέλειωτη γραμμή, ανάμεσα σε αφύσικα φουσκωμένα πτώματα σκύλων, αλόγων και μαύρων γουρουνιών, και σε γιγαντιαία νεκρά κορμιά γέρων, ή νεότερων, αντρών και γυναικών. Περνούσαν δρασκελώντας, ακόμα και πάνω από τυμπανιαία σώματα βρεφών.
Μπροστά μπροστά στην πομπή πήγαινε η μάνα μου, αυτή οδηγούσε προς τον νέο τόπο. Ωσάν προφήτης, σαν τον Μωυσή στη Γη της Επαγγελίας. Προπορευότανε, γύριζε και μου έκανε νεύμα, χειρονομία μεγάλη, με παρακινούσε να προχωρήσω, και να μην αργώ. Εγώ ασφυκτιούσα μέσα από την συρμάτινη μάσκα. Αλλά πιο πολύ μου έκοβε τα πόδια η λύπη, ότι αφήνω για πάντα το χωριό.
Κλείνω τα μάτια, συνήθως το σούρουπο, ηλικιωμένος άντρας σήμερα πια, όπως δικαίως θα έλεγε κανείς, και το ακούω, ευδιάκριτα, εκείνο το βουητό του φοβερού εντόμου. Όλο να πλησιάζει. Σχεδόν ξεχωρίζω στο σκοτάδι τα κόκκινα, σαν κονιάκ μάτια του.
«Μας βρήκε πάλι το σερσέγκι, αναστενάζω. Μας ακολούθησε. Άδικα τρέχαμε».

Τότε, πάω και συναντώ τη μάνα μου. Πρέπει να της ζητήσω εξηγήσεις. Να μου δώσει λόγο. Μου φέρνει καφέ στον κήπο και κάθεται κι αυτή μαζί μου. Δε μιλάει. Αχνίζει ατέλειωτα μια πολύ ψιλή γραμμή καπνού πάνω από το φλυντζάνι μου. Ένα ελάχιστο συννεφάκι έρχεται και μένει ακίνητο ανάμεσά μας. Σ’ αυτό το σύννεφο εγώ τρυπώνω. Χώνομαι μέσα και κρύβομαι.
Τα καλά μας χρόνια, βρίσκονται πίσω μας. Εκεί, στέκονται και μας περιμένουν. Για ένα ζεστό καφέ μες στην απόλυτη ασφάλεια του κήπου. Ευωδιάζει ο παλιός χρόνος. Απλώνεται το άρωμά του και φτάνει ως εμάς, μας τυλίγει. Έτσι γεμίζει το σήμερα, από το χτες. Έτσι «γίνεται». Ωριμάζει σαν τον καρπό. Γιατί υπάρχει μόνο το παρελθόν. Το μέλλον αφορά πάντα στους άλλους.
Λοιπόν, μέσα στον κήπο, πλάι στο βαθύ πηγάδι, φυτρώνει η παλιά ιστορία μου. Η νέα προοπτική μου. Σούρουπο, και γεμίζει το χώμα μάτια. Είναι πυγολαμπίδες, δεν είναι τίποτε άλλο. Γουργουρίζουν τα πουλιά πάνω στα δέντρα, καθώς κουρνιάζουν, βουίζουν αμέτρητα έντομα γύρω μου. Δεν νοιάζομαι να ξεχωρίσω τους ήχους.
Σαν χέλι, μέσα από τη λάσπη, τεντώνω το κεφάλι και επισκοπώ, περίεργος, τον μελλοντικό κόσμο μου.


ΠΗΓΗ: Ανδρέας Μήτσου: Έχει σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία, ελληνική φιλολογία και είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Έχει δημοσιεύσει κείμενα δοκιμιακού λόγου καθώς και κριτική λογοτεχνίας στις εφημερίδες «Το Βήμα», «Εξουσία», «Καθημερινή» και στα περιοδικά «Αντί», «Ίνδικτος», «Διαβάζω», «Ελίτροχος». Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Έχει εκδώσει επτά συλλογές διηγημάτων, τέσσερα μυθιστορήματα και μία νουβέλα. Το μυθιστόρημα του «Τα ανίσχυρα -ψεύδη» του Ορέστη Χαλκιόπουλου τιμήθηκε το 1996 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Η συλλογή διηγημάτων του «Σφήκες» απέσπασε το Βραβείο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2002. Το 2007 η νουβέλα του «Ο κύριος Επισκοπάκης» τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών (ΕΚΕΒΙ – ΕΡΤ), ενώ την επόμενη χρονιά διασκευάστηκε για το θέατρο από τον ίδιο τον συγγραφέα και ανέβηκε στο «104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης» σε σκηνοθεσία του Στέλιου Μάινα. Έργα του έχουν ανθολογηθεί και μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …