Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Αρς-αρσινό, το κόκκινο σταφύλι

Μια φορά κι έναν καιρό είχε ένα βασιλιά, που 'χε τρεις κόρες. Μιαν εποχή βγήκε στον πόλεμο με το βασιλιά της Βενετίας. Ετοιμάστηκε λοιπόν κι ήθελε να ξεκινήσει. Προσκάλεσε τότε τις τρεις κόρες του για να τις ρωτήσει τι θέλουν να τους φέρει από τη Βενετία όταν θα γυρίσει νικητής. Η μεγάλη του κόρη ζήτησε ένα φόρεμα όμορφο και να 'χει πάνω τα τοπία της Βενετίας. Η δεύτερη ένα καπέλο με φτερά. Η μικρή ζήτησε να της φέρει το αρς-αρσινο, το κόκκινο σταφύλι. Το αρς-αρσινό ήταν ένα βασιλόπουλο μαγεμένο, που ζούσε στα έγκατα της γης, μέσα στο βούρκο. Η μάνα του του ’δωκε κατάρα να ζει εκεί κάτω με τη μορφή ενός κροκοδείλου μαζί με μια νεράιδα. Αυτό της το 'πε η γριά μάγισσα του παλατιού και τη συβούλεψε το σταφύλι να ζητήσει κι όχι φορέματα και καπέλα, σαν τις αδερφές της… [καστελοριζιώτικο παραμύθι «Αρς-αρσινό, το κόκκινο σταφύλι», που αφηγήθηκε ο ηθοποιός Γιώργος Μπινιάρης στην παράσταση ΣΥΣΣΗΜΟΝ – στη φωτογραφία σκηνή από την παράσταση]


Έφυγε λοιπόν ο βασιλιάς για τον πόλεμο. Νίκησε το βασιλιά της Βενετίας κι έμελλε να γυρίσει στον τόπο του.  Αγόρασε τις παραγγελίες των θυγατέρων του και της μικρής ένα κόκκινο σταφύλι. Μπήκε στο καΐκι του για να φύγουν. Ούτε μπροστά πήγαινε ούτε πίσω. Έβαλαν τότες κλήρο για να δουν ποιος φταίει. Ο λοτός έπεσε σ' έναν παπά και τον έριξαν στη θάλασσα. Αλλά πάλι το καΐκι δεν κούνησε από τη θέση του. Ρίχνουν λοτό για δεύτερη φορά και πέφτει στο βασιλιά. Δεν τον έριξαν όμως στη θάλασσα, παρά μόνον τον έβγαλαν στη στεριά. Πήγε τότες και ρώτησε μια γριά για να του πει ποιο ήταν το αρς-αρσινό, το κόκκινο σταφύλι. Αυτή του 'πε ότι είναι ένα βασιλόπουλο, που ναι μαγιωμένο και καταριασμένο: «Ας πας σ' εκείνη την πόρτα και να καρτερείς να 'ρθει το βράδυ, γιατί τότες βγαίνει και πάει στο παλάτι του, ενώ την ημέρα είναι μέσα στα βάθη της γης». Επήγε πράγματι ο βασιλιάς κι εκαρτέρη στην πόρτα που του 'δείξε η γριά. Όταν έκατσε ο ήλιος, θωρεί και βγαίνει από την πόρτα ένας κροκόδειλος. Τον ρωτά τότες ο βασιλιάς αν είναι το αρς-αρσινό, το κόκκινο σταφύλι, και λέει του το βασιλόπουλο ότι «εγώ είμαι» και δίνει στο βασιλιά ένα δαχτυλίδι και λέει του να το πάει στην κόρη του τη μικρή κι όποτε θέλει να τον δει, να σφίξει στο δάχτυλο της το δαχτυλίδι κι εκείνος θα 'ρθει. Να ετοιμάσει και δύο στέρνες, η μια να 'χει μέλι κι η άλλη γάλα.


Όπως είπε το βασιλόπουλο έπραξεν ο βασιλιάς, μπαίνει στο καΐκι του και φεύγει. Όταν έφτασε στον τόπο του, έτρεξαν οι κόρες του να τους δώσει τα δώρα. Η μικρή, όταν πήρε το δαχτυλίδι, εσάρταρεν από τη χαρά της. Μια μέρα αποθύμησε το βασιλόπουλο κι ήθελε να το δει. Έσφιξε το δαχτυλίδι κι έρχεται το βασιλόπουλο. Μπαίνει στο μέλι κι ύστερα στο γάλα και πλύθηκε και τότες έλαμψε το στενό κι άστραψε το σπίτι. Πήρε τη βασιλοπούλα κι έμειναν σε ξεχωριστή κάμαρη κάμποσον καιρό. Ύστερα από μερικές μέρες, η βασιλοπούλα έμεινε γκαστρωμένη με το βασιλόπουλο. Τότες του το 'πε και τη συμβούλεψε να μπει σ' ένα καΐκι και να πάει στον τόπο του βασιλόπουλου κι εκεί θα παντρευτεί μαζί της, γιατί η μάνα του, όταν του 'δωκε την κατάρα της, του 'πε ότι θα λυθεί μόνον όταν βρεθεί κοπέλα και μείνει, μαζί του γκαστρωμένη και πάει μαζί του στα έγκατα της γης και πλύνει το σκουληκιασμένο παιδί που 'κάμε το βασιλόπουλο με τη νεράιδα. Αφού λοιπόν τα είπεν αυτά, το παλικάρι χάθηκε. Η βασιλοπούλα, όπως της είπε, μπαίνει σ' ένα καΐκι και φτάνει στον τόπο του. Πάει απευθείας στο γραφείο του κι έκατσε και ρώτα τον. «Δε με θέλεις πια, δε μ αγαπάς;». Το βασιλόπουλο όμως, επειδή ήταν ακόμα μαγιωμένο, θαρρούσε ότι ήταν το καντηλέρι και της λέει: «Σαν τα μου, σαν τα ψου, καντηλέρι μου, τι μου 'χεις και κλαις;» Αφού το 'πε τρεις φορές, σηκώθηκε κι έφυγε. Η βασιλοπούλα έτρεξε από πίσω του και μπήκε στα έγκατα της γης. Τον θωρεί τότε και γδύνεται και κοιμάται με μια νεράιδα και στη μέση τους είχαν το σκουληκιασμένο παιδί. Τότε η βασιλοπούλα αρπάζει το παιδί, το πλύνει και του βάζει καθαρά ρούχα. Όταν τα 'κάμε αυτά, η νεράιδα χάθηκε. Το βασιλόπουλο, μ' έναν κρότο, από κροκόδειλος που 'τανε, έγινε ένα ωραίο παλικάρι και λέει στη βασιλοπούλα να φύγουν, να γυρίσουν στο παλάτι του γονιού της, να κάμουν τους γάμους των επειδή βρέθηκε αυτή να λύσει τα μάγια του παλικαριού. Φύγανε λοιπόν και παντρευτήκανε.
Εκάναν τέκνα και παιδιά και καττενιά και λουγκρενιά.
 

[ΠΗΓΗ: καστελοριζιώτικο παραμύθι «Αρς-αρσινό, το κόκκινο σταφύλι», που αφηγήθηκε ο ηθοποιός Γιώργος Μπινιάρης στην παράσταση ΣΥΣΣΗΜΟΝ (σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα), στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, 31 Αυγούστου 2013 – καταγράφηκε από τη Χαριτωμένη Μιχαλαριά από το Καστελλόριζο Δωδεκανήσου – η φωτογραφία είναι από την παράσταση της ομάδας ΧΩΡΟΣ ΣΥΣΣΗΜΟΝ, το συμφωνημένο σημάδι]

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

ΜΙΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΣΥΝΗΘΙΣΕΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΑΓΓΕΛΟΥΣ:

Η Μαριάνθη ντε Φλώρινα είχε συνηθίσει να ονειρεύεται αγγέλους και παράξενα έντομα. Χάρη στην ευγενή, όπως έλεγε, καταγωγή της απέφευγε να συζητά ανοιχτά με τους άλλους για όλα αυτά. Κρατούσε όμως λεπτομερές ημερολόγιο ονείρων στο πρώτο συρτάρι της κομόντας της. Μέσα εκεί φύλαγε και τα πατικωμένα λουλούδια ενός καλοκαιριού που θεωρούσε το καλύτερο της ζωής της –το 2008 μάλλον– αποκόμματα εφημερίδων με συνταγές, τσαλακωμένα εισιτήρια από αεροπλάνα και βαπόρια. Το ημερολόγιό της έμοιαζε περισσότερο με λεύκωμα παρά με ημερολόγιο. Όμως αυτό δεν φαινόταν να έχει ιδιαίτερη σημασία… Τότε ήρθε στο νου της η μυρωδιά του αγγέλου που είχε ονειρευτεί την προηγούμενη νύχτα. Ήταν ένας παράδοξος, έκπτωτος άγγελος με σώμα σκαθαριού και φτερά από κίτρινη δαντέλα. Το αποκορύφωμα της χοντράδας και της απόλυτης μαγείας δηλαδή. Όταν την πλησίασε στο κρεβάτι της κρατώντας στο άγαρμπο χέρι του ένα σπαθί, τα ρουθούνια της πλημμύρισαν από την έξοχη μυρωδιά του…  [Μαρία Πετρίτση – ART by Ωγκυστ Ρόντεν]


Εκείνο το πρωί βγήκε από το σπίτι της αργά. Μπορεί και περασμένες δέκα. Δεν την πείραζε που θα αργούσε στη δουλειά. Για την ακρίβεια την είχαν μόλις απολύσει. Το μόνο που της έμενε ήταν να περάσει από το πρώην γραφείο της και να μαζέψει τα πράγματά της μέσα σε μια κούτα ΝΟΥΝΟΥ, που της είχε πολύ ευγενικά παραχωρήσει το πρώην αφεντικό της. Προς το παρόν δεν την ενοχλούσε η ιδέα της ανεργίας της. Την έβλεπε ως μια εκδοχή ελευθερίας. Το οκτάωρο δεν το συμπάθησε ποτέ και τους συναδέλφους της δεν τους εκτιμούσε. Παρ’ όλα αυτά, όσο είχε δουλειά δούλευε. Ουδέποτε της έτυχε δουλειά που να μην την κάνει.

Τη Μαριάνθη ντε Φλώρινα την ενοχλούσαν ελάχιστα πράγματα. Αυτό που της έκοβε τα πόδια ήταν οι μυρωδιές της πόλης. Κάθε σημείο απ’ όπου περνούσε της φαινόταν πως βρώμαγε. Ποδαρίλα, σκυλοτροφή, εμετό, ιδρωτίλα, σάπιο καλοκαίρι. Αναρωτήθηκε τι τρώνε οι άνθρωποι και αναδίδουν τέτοιες οσμές στην Αθήνα. Αναρωτήθηκε επίσης αν οι χημικοί ψεκασμοί μεταλλάσσουν τη σύσταση της ατμόσφαιρας και τι κονδύλια διαθέτει ο δήμος για την καθαριότητα της πόλης. Ονειρευόταν κάποτε να ζήσει στη φύση. Ίσως τώρα που ήταν άνεργη να επέστρεφε στο σπίτι που είχε κληρονομήσει στη Φλώρινα. Ίσως ξεκινούσε μια αλλιώτικη ζωή εκεί. Ίσως έκανε τα πάντα.

Όταν μπήκε στο μετρό οι χρησιμοποιημένες αναπνοές του βαγονιού της έφεραν ασφυξία. Στο διπλανό κάθισμα μια γυναίκα κρατούσε μια τσάντα κρεμμύδια. Πιο κει, μια παρέα εφήβων μασούλαγαν τσίχλα βατόμουρο για να φύγει η τσιγαρίλα. Ένας κουστουμαρισμένος υπάλληλος ιδροκοπούσε μέσα στο κολάρο του πουκαμίσου του που είχε πλυθεί με Essex. Μια μισοκοιμισμένη υπερήλικη ρευόταν κάποιο φρικτό αλλαντικό. Ένας φοιτητής διάβαζε ένα βιβλίο που μύριζε μούχλα. Η Μαριάνθη ντε Φλώρινα ένιωσε απελπισία.
«Πρέπει να βρω μια μυρωδιά που να με παρηγορήσει μέχρι να φτάσω στον τόπο της ανεργίας μου», σκέφτηκε έντρομη συγκρατώντας με κόπο την τάση της προς εμετό και μια απρεπή έκφραση αηδίας.

Τότε ήρθε στο νου της η μυρωδιά του αγγέλου που είχε ονειρευτεί την προηγούμενη νύχτα. Ήταν ένας παράδοξος, έκπτωτος άγγελος με σώμα σκαθαριού και φτερά από κίτρινη δαντέλα. Το αποκορύφωμα της χοντράδας και της απόλυτης μαγείας δηλαδή. Όταν την πλησίασε στο κρεβάτι της κρατώντας στο άγαρμπο χέρι του ένα σπαθί, τα ρουθούνια της πλημμύρισαν από την έξοχη μυρωδιά του.

«Tribulus terrestris», θυμήθηκε και έκλεισε τα μάτια της.
Η Μαριάνθη ντε Φλώρινα αφέθηκε στην ευωδιαστή ανάμνηση. Η μυρωδιά του αγγέλου ήταν τώρα το καινούριο αφεντικό της. Η νέα της απασχόληση, εκτός ωραρίου, ενσήμων και υπερωριών, ήταν να διατηρήσει μέσα της ζωντανή αυτή τη μυρωδιά. Όσο πιο πιστά γινόταν. Δεν παρατηρούσε καν τους σταθμούς που άλλαζαν έξω από το παράθυρο του βαγονιού της. Οι γύρω της είχαν πάψει να υπάρχουν.

Λίγο πριν φτάσει στον Πειραιά, φαντάστηκε τον εαυτό της να παίρνει το μπουκάλι της κολόνιας μέσα από τα χέρια του, να το βάζει στο στόμα και να το μασά απολαυστικά. Η μυρωδιά του χοντροκομμένου και εξαίσιου αγγέλου της άλλαζε τη ζωή. Δεν την πείραζαν τα σπασμένα γυαλιά που έτριζαν κάτω από τα δόντια της. Δεν την πείραζε η μπόχα των άλλων. Όσο περνούσε ο καιρός τη Μαριάνθη ντε Φλώρινα την ενοχλούσαν όλο και λιγότερα πράγματα.
Ήταν μια εμπνευσμένη άνεργη. Μια ερωτευμένη ποιήτρια. Μια ξένη.

[ΠΗΓΗ: Μαρία Πετρίτση Μαριάνθη ντε Φλώρινα Τελευταίο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «Μιράντα» (Κέδρος, 2012). Διατηρεί το ιστολόγιο www.thethreewishes.wordpress.com ]

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

ΕΜΜΟΝΗ, ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΠΙΣΤΗ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΣΤΟ ΤΩΡΑ:

Η Εμμονή μου έχει χρονίσει ήδη, μπορεί δηλαδή επάξια να ειπωθεί εμμονή, γιατί τέτοιον τίτλο δεν αξίζει να δίνεις σε κάτι που διαρκεί έναν μήνα, άντε δύο. Εμμονή θεωρείται ό,τι ξεπερνά τον χρόνο. Όταν μάλιστα πας στα δίχρονα, ξέρεις ότι είσαι ψιλοχαμένος…. Η Εμμονή δεν έχει σχέση με έρωτα αγιάτρευτο, με αληθινή αγάπη, με τίποτα που φτάνει σε βάθος. Είναι κάτι που έχει πλατειάσει απελπιστικά στον χρόνο. Είναι μια κίνηση, ένα χέρι, ένα χάδι, μια στάση σώματος που επεκτάθηκε άθελά της στον χρόνο. Και δεν έχει καν σχέση με την ανάμνηση, γιατί δεν έχει γίνει μνήμη, δεν πρόλαβε να πεθάνει, να γίνει παρελθόν. Η Εμμονή είναι μια πιστή, ζωντανή, πολύ ζωντανή σύντροφος στο τώρα… Μόνο οι βραζιλιάνικες σαπουνόπερες, τα 300 επεισόδια και οι ατάκες «θα σ’ αγαπώ για πάντα» κλπ, κλπ είναι οι πλέον κατάλληλες για να δηλώσουν την πιο ουσιαστική και βαθιά αγάπη. Με αυτή την έννοια η εμμονή είναι βραζιλιάνα…  [Η ΕΜΜΟΝΗ ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΑ, μια ιστορία μέλλοντος από την Ουρανία Πανούτσου, για τα Πέντε  Περιστατικά της Εμμονής ΚΛΙΚ στην... άσχετη εικόνα από SANDRA BONELLO free to fly]


Τα περιστατικά:
Α. Κοιμάσαι στο κρεβάτι φίλου σε πλάγια στάση, δεν κοιμάσαι δηλαδή εντελώς. Έχεις κλείσει τα μάτια σου και χουζουρεύεις ώρα απογευματινή. Εκείνος χαζεύει στο φβ, σχολιάζετε πού και πού μαζί. Εσύ του λες πως σου αρέσει τόσο πολύ που άπλωσες το κορμί σου και τεντώθηκες. Δεν του λες ότι η πλάγια στάση που έχεις διαλέξει, με το χέρι σου διπλωμένο και την παλάμη στο μαξιλάρι, είναι η ίδια στάση του άλλου. Ήταν και δική σου από παλιά, η στάση που σε παίρνει ο ύπνος. Αλλά ήταν και η στάση σας, γιατί γυρνάγατε και οι δύο αντικριστά και βάζατε τις παλάμες σας τη μία πάνω στην άλλη. Και κοιμόσασταν. Κλείνεις ηδονικά τα μάτια και παίζεις αναπαράσταση της σκηνής. Για πολλοστή φορά.

Β. Κάνεις έρωτα με τον φίλο σου και βάζεις στο youtube να παίξει ολόκληρος ο δίσκος που ακούγατε μαζί όταν κάνατε έρωτα με εκείνον. Δεν το κάνεις συχνά αυτό. Να διαλέγεις τη μουσική τη συγκεκριμένη. Σήμερα έχεις μελαγχολήσει γιατί ξέρεις ότι δεν είσαι ερωτευμένη, ξέρεις ότι δεν πρόκειται κιόλας να το πεις, ξέρεις ότι θα έχεις και δυσκολία να είσαι ένθερμη. Ξαπλώνεις στο κρεβάτι γυμνή, ανάσκελα, με το χέρι το αριστερό ανοιχτό στο μαξιλάρι, το βλέμμα στο ταβάνι, μέσα στο σκοτάδι, με το άλλο έχεις αγκαλιά τον φίλο σου. Εκείνος είναι έτοιμος να κάνει έρωτα μαζί σου. Εσύ δέχεσαι αλλά δεν προσφέρεις. Αρνείσαι διάφορες παραλλαγές. Του λες ότι έχεις μελαγχολήσει εξαιτίας της ταινίας του Μπέλα Ταρ που είδατε πριν από λίγες ώρες. Του λες ότι σκέφτεσαι ακόμη τα πλάνα και τη βροχή. Συμφωνείς σε επανάληψη τις επόμενες μέρες όπου θα ολοκληρωθούν πράγματα. Του υπενθυμίζεις διακριτικά πως σου είχε πει προτού έρθει σπίτι σου ότι σκεφτόταν να γυρίσει σπίτι του, γιατί έλειπε όλη μέρα, και του προτείνεις να επιστρέψει στο δικό του, μια και σε έχει πιάσει αυτή η μελαγχολία. Φεύγει και βάζεις να ακούσεις τον δίσκο που πρώτη φορά άκουσες μαζί του, και θυμάσαι επακριβώς το κεφάλι σου στερεωμένο στο τρίγωνο του χεριού του, και τα λυτά σας μαλλιά, εκείνον να τραγουδά τους στίχους, και να σου λέει ιστορίες, αρκετές από αυτές χαζές. Ωστόσο, τα μαλλιά του ήταν εκείνα που ήθελε και η Μάτση Χ. να χώσει τα δάχτυλά της.

Γ. Εξάρχεια. Τα περπατάς με θάρρος γιατί οι δρόμοι είναι δικοί σου. Και με χαρά ανείπωτη γιατί κι εκείνος τριγυρνά εδώ. Δε θέλεις να τον συναντήσεις. Γιατί θα φερθείς γλυκά, θα τον ρωτήσεις τι κάνει, θα φοράει ένα ωραίο πουκάμισο γαλάζιο με κόκκινο γαζί και θα θέλεις να του χώσεις μία και δε λέει. Διαβάζεις ρωσικά σ' ένα καφέ ή προσπαθείς. Συναντάς τους πιο αγαπημένους σου ανθρώπους, αυτούς που σε καταλαβαίνουν. Ωραία. Το σώμα σου έχει ορίσει τα σταθερά του σημεία, τα τοπικά και τα χρονικά. Ακόμη μετεωρίζεσαι ανάμεσα σε ρακές και νύχτες ρωσικής ποίησης, κι υπερίπτασαι στο στενό με το μαγαζί με το ρυζόγαλο και την Καλλιδρομίου. Όσο είσαι εκεί, είναι καλά.

Δ. Συζητάς με φίλη σου για την Εμμονή. Συμφωνείτε ότι Η εμμονή αποτελεί από μόνη της ένα σταθερό σημείο –το επαναλαμβάνω πέντε σειρές παραπάνω, αλλά δε γίνεται να το αντικαταστήσω– μέσα στο χάος της ζωής, είναι αυτό που μένει αναλλοίωτο στο πέρασμα του χρόνου και στο πέρασμα των ονομάτων, είναι το Όνομα. Είναι μια πρόφαση ηθική, μια πρόφαση αφοσίωσης, ενώ δεν αφοσιώνεσαι σε τίποτα. Είναι ένας υποτιθέμενος πόνος που γεμίζει χρόνο, συζητήσεις, οινοποσίες, λέξεις, που θα οδηγήσει, ναι, σε ποίηση, σε πεζό, οδηγεί και σε έρωτα με άλλους και εφορμήσεις. Οδηγεί και στη δική σου ασφαλή μοναξιά. Συμφωνούμε ότι πρόκειται εντέλει για μια πολύ εξυπηρετική Εμμονή. Αποχαιρετιόμαστε σίγουρες για την αλήθεια της διαπίστωσής μας.

Ε. Μόνο μια μαξιλάρα ξέρει όλη την αλήθεια. Τα δάκρυα που έχυσες πάνω της προτού χώσεις τα σεντόνια στο πλυντήριο. Το τηλέφωνο με μάνα που προσπαθούσε να σε πείσει να χώσεις τα σεντόνια στο πλυντήριο για να μη μείνει η μυρωδιά του και σε βασανίζει. Έλεγες ναι, τα βάζω τώρα, κι είχες τη μαξιλαροθήκη αγκαλιά, στο πρόσωπο επάνω, να σκουπίζεις τα δάκρυα και να τη φιλάς προτού τη βάλεις τελευταία μέσα, μετά το απορρυπαντικό, το μαλακτικό. Κι αντίο, μυρωδιά μου, στους εξήντα βαθμούς, για τα ανθεκτικά.

Συμπέρασμα.
(Κλείνει το κείμενο γιατί έχει φτάσει τρεις το πρωί κι αύριο πρέπει να ξυπνήσει νωρίς. Θέλει να πιστεύει ότι οι λέξεις ξορκίζουν τα πάντα, όπως το σκόρδο. Σκέφτεται ότι μόνο οι βραζιλιάνικες σαπουνόπερες, τα 300 επεισόδια και οι ατάκες «θα σε αγαπώ για πάντα, πάντα σε αγαπούσα, κατέκτησα τη θέση της προέδρου του Ομίλου μόνο και μόνο για να βρίσκομαι δίπλα σου» ως τις πλέον κατάλληλες για να δηλώσουν την πιο ουσιαστική και βαθιά αγάπη. Η Εμμονή είναι βραζιλιάνα.)


[ΠΗΓΗ: Ουρανία Πανούτσου εργάστηκε ως αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης, και πρόσφατα ξεκίνησε να ξεναγεί στην Ακρόπολη και στα Μουσεία Αθηνών. Γεννήθηκε στο Αίγιο, θέλει να καταφέρει να φτάσει στην Παταγονία και στο Βλαδιβοστόκ. Μαθαίνει ρωσικά και λατρεύει το κολύμπι]

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Ο ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΨΑΧΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΣΕΝΑ: η ιστορία ενός ταξιδιού για την επικίνδυνη εξερεύνηση ψυχής και νου

Αν η σοφία έχασε το πεδίο αναφοράς της, δεν είναι επειδή χάθηκε η όρεξη για μάθηση, αλλά επειδή οι άνθρωποι έχασαν προοδευτικά τους δεσμούς που τους έδεναν με τη ζωή και το μέλλον τους….  Η επίσημη επιστήμη και ο καλύτερος σύμμαχός της, η τεχνολογία, αποτελούν σήμερα την κυρίαρχη δύναμη του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Αυτό σημαίνει ότι όλα όσα εννοούμε λέγοντας «πρόοδος» και «εξέλιξη» οφείλουν να καλύπτονται υπό την προστατευτική σκιά της περί ης ο λόγος δύναμης, ή να διαθέτουν τη θύραθεν ευλογία της ως εγγύηση.  Πράγματι, όταν δεν συμβαίνει αυτό, κάθε γνώση ξεπέφτει στην αναξιοπιστία του αναπόδεικτου, στο σκοτάδι, μαζί με όλα όσα ανήκουν στο μακρινό παρελθόν (σε μια εποχή που την περιφρονούμε, επειδή θεωρούμε ότι τότε επικρατούσε μια υποτιθέμενη παιδικότητα και μια ακόμη πιο υποτιθέμενη ανωριμότητα). Μολαταύτα, περισσότερη πληροφόρηση δεν σημαίνει πάντα περισσότερη γνώση, κι όπως θα δούμε παρακάτω, περισσότερη γνώση δεν σημαίνει περισσότερη σοφία. Ο πιο διαβασμένος δεν ξέρει πάντα τα περισσότερα, ο πιο μορφωμένος δεν είναι και ο πιο καλλιεργημένος. Περισσότερη γνώση δεν σημαίνει απαραίτητα και περισσότερη σοφία! Διδάσκει και η ζωή και μάλιστα πολύ [Για του λόγου το αληθές διάβασε την ΙΣΤΟΡΙΑ του ΑΓΡΟΤΗ και του ΒΙΟΛΟΓΟΥ από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ, εκδόσεις OPERA 2012  – ART by KRAMER CARTER heaven morning swim]

Ο Πλάτωνας με τη διαλεκτική του δεν αποσκοπούσε μόνο στη διάδοση περισσότερων γνώσεων, αλλά βοηθούσε και παρότρυνε τους μαθητές του να συλλέγουν όλο και περισσότερη σοφία, υποσχόμενος –εμμέσως πλην σαφώς- ότι μέσα από αυτόν το δρόμο οι ζωές τους θα άγγιζαν ένα ανώτερο επίπεδο.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΗ και του ΒΙΟΛΟΓΟΥ:
Σ’ ένα τρένο κάθονται μαζί, ο ένας απέναντι από τον άλλον, ένας διάσημος βιολόγος με διεθνή βραβεία, κι ένας σχεδόν αγράμματος αγρότης της περιοχής. Ο πρώτος, φοράει ένα άψογο επίσημο κουστούμι, σε σκούρο γκρι, ο άλλος, ένα φθαρμένο αλλά καθαρό παντελόνι για τη δουλειά στα χωράφια. Ο επιστήμονας έχει γύρω του βιβλία, ενώ ο επαρχιώτης ένα μικρό μπογαλάκι με ρούχα.


-Θα διαβάσετε όλα αυτά τα βιβλία στο ταξίδι, ρωτάει ο χωρικός.
-Όχι, αλλά ποτέ δεν ταξιδεύω χωρίς αυτά, αποκρίνεται ο βιολόγος.
-Και πότε θα τα διαβάσετε;
-Τα έχω διαβάσει… και όχι μόνο μια φορά.
-Και δεν τα θυμάστε;
-Τα θυμάμαι, όπως κι άλλα, πολύ περισσότερα…
-Τρομερό!!! Και γιατί πράγμα μιλάνε αυτά τα βιβλία;
-Για ζώα…
-Τυχεροί θα είναι οι γείτονές σας, που έχουν κοντά έναν κτηνίατρο…
-Δεν είμαι κτηνίατρος, είμαι βιολόγος.
Ααααα! Και σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά που ξέρετε αφού δεν γιατρεύετε ζώα;
Για να ξέρω. Να ξέρω όλο και περισσότερα… Να ξέρω περισσότερα από κάθε άλλον.
-Κι αυτό σε τι χρησιμεύει;
-Κοιτάξτε… Θα σας δείξω, και με την ευκαιρία θα κάνουμε πιο παραγωγικό αυτό το ταξίδι. Ας υποθέσουμε ότι βάζουμε ένα στοίχημα. Ας πούμε ότι για κάθε ερώτηση που σας κάνω σχετικά με ζώα και δεν ξέρετε να μου απαντήσετε, θα μου δίνετε ένα πέσο. Και για κάθε ερώτηση που θα μου κάνετε εσείς σχετικά με τα ζώα κι εγώ δεν θα ξέρω να σας απαντήσω, θα σας δίνω, ας πούμε, εκατό πέσος… παρόλη τη διαφορά της χρηματικής αποζημίωσης, οι γνώσεις μου θα συμβάλουν να γείρει υπέρ μου η πλάστιγγα, και στο τέλος του ταξιδιού θα έχω κερδίσει και λίγα χρήματα».
Ο χωρικός σκέφτεται, σκέφτεται… Κάνει λογαριασμούς με το νου του και με τη βοήθεια των δαχτύλων του.
Τελικά λέει:
-Είστε σίγουρος;
-Απολύτως, απαντάει ο βιολόγος.
Ο άνθρωπος με τις χωριάτικες βράκες χώνει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ένα κέρμα του ενός πέσο (ένας χωρικός ποτέ δεν στοιχηματίζει εάν δεν έχει να πληρώσει).
-Ν’ αρχίσω εγώ πρώτος; ρωτάει ο χωρικός.
-Αρχίστε, απαντάει με άνεση ο βιολόγος.
-Για ζώα;
-Για ζώα…

-Λοιπόν… Ποιο είναι το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δυο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά;
-Τι; ρωτάει ο βιολόγος.
Ρωτάω πώς λέγεται το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δυο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά;
Ο επιστήμονας μένει άναυδος και δείχνει συλλογισμένος.
Αμίλητος ψάχνει μανιωδώς στη μνήμη του τη σωστή απάντηση.
Περνούν τα λεπτά.
Τότε, βρίσκει το θάρρος να ρωτήσει:
-Μπορώ να χρησιμοποιήσω τα βιβλία μου;
-Φυσικά, απαντάει ο αγρότης.
Ο άνθρωπος της επιστήμης αρχίζει ν’ ανοίγει τον έναν τόμο μετά τον άλλο, ψάχνει στα ευρετήρια, κοιτάζει τις φωτογραφίες… Μετά βγάζει ένα χαρτί και κρατάει σημειώσεις.
Ύστερα κατεβάζει από το ράφι μια τεράστια βαλίτσα και βγάζει από μέσα τρία χοντρά βιβλία που τα συμβουλεύεται.
Έχουν περάσει δυο ώρες και ο βιολόγος εξακολουθεί να ξεφυλλίζει βιβλία, να ψάχνει και να μουρμουρίζει ενώ κάνει ακατανόητα σχήματα στο σημειωματάριο του.
Τελικά, από τα μεγάφωνα ανακοινώνουν ότι το τρένο φτάνει στον σταθμό. Ο βιολόγος επιταχύνει, ενώ λαχανιάζει ταραγμένος. Δεν τα καταφέρνει. Όταν το τρένο κόβει ταχύτητα, ο επιστήμονας βάζει το χέρι στην τσέπη, βγάζει ένα κολλαριστό χαρτονόμισμα των εκατό πέσος και λέει στον χωρικό:
-Κερδίσατε… Ορίστε!
Ο χωρικός σηκώνεται όρθιος, παίρνει το χαρτονόμισμα, τον κοιτάζει ικανοποιημένος και το χώνει στην τσέπη.
-Ευχαριστώ, του λέει, και παίρνοντας το δισάκι του πάει να φύγει.
-Περιμένετε, περιμένετε, τον σταματάει ο βιολόγος. Ποιο είναι αυτό το ζώο;
-Ααααα… Ούτε εγώ το ξέρω, λέει ο αγρότης. Κα χώνοντας πάλι το χέρι στην τσέπη, βγάζει το ένα πέσο και το δίνει στον επιστήμονα λέγοντας:
-Ορίστε ένα πέσο. Χάρηκα πολύ για την γνωριμία κύριε…

Ο πιο διαβασμένος δεν ξέρει πάντα τα περισσότερα, ο πιο μορφωμένος δεν είναι και ο πιο καλλιεργημένος, δεν κερδίζει πάντοτε ο καλύτερα πληροφορημένος. Διδάσκει και η ζωή… και μάλιστα πολύ.
Είναι λοιπόν προφανές ότι οι θηρευτές της γνώσης που δεν απόκτησαν ποτέ την κάλυψη της εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης, αφοσιώθηκαν σε μια ανοιχτή αναζήτηση, μακριά από αυτό που έκανε η πλειονότητα, βασιζόμενοι σχεδόν αποκλειστικά στην τίμια αντίληψη τους και στις μεγαλειώδεις ή απογοητευτικές εμπειρίες τους. Σε δρόμους εμπειρικούς, γεμάτους δοκιμές και επανορθώσεις, που η επιστήμη, έπειτα, θα ονόμαζε «εναλλακτικούς».
Στην ιατρική, ειδικότερα, οι επαγγελματίες που δουλεύουν με τις λεγόμενες εναλλακτικές θεραπείες κέρδισαν τον χαρακτηρισμό των παράξενων και μη σοβαρών, επειδή χρησιμοποιούν απλή γλώσσα χωρίς πολλούς «επιστημονικούς» όρους, ενώ συχνά θεωρούνται περιθωριακοί ή επικίνδυνοι…
Σήμερα, καθώς νιώθω κι εγώ λίγο σαν κι αυτούς, παραδέχομαι ότι το απαξιωτικό βλέμμα καταντά ενοχλητικό. Όμως, μπορώ να ισχυριστώ με περηφάνια ότι αξίζει τον κόπο να συνεχίσεις τη δική σου αναζήτηση, είτε έτσι είτε αλλιώς.

 «Εγώ είμαι εξαγωγέας αγκαθιών κι όλη μου η δουλειά περιγράφεται ως εξής: Έχεις ένα αγκάθι στο πόδι σου, φέρνω μια βελόνα (που, το δίχως άλλο, μοιάζει κι αυτή με αγκάθι) και προσπαθώ μα αυτήν να βγάλω το αγκάθι που σου πληγώνει το πόδι. Το πρώτο αγκάθι, αυτό που πληγώνει, και το δεύτερο, που πάει να βγάλει το πρώτο, μοιάζουν. Όταν με τη βοήθεια του δεύτερου βγάλουμε το πρώτο, πρέπει να τα πετάξουμε και τα δύο»  https://youtu.be/7zujGFsyjcE


[ΠΗΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ Το Ταξίδι της Σιμρίτι του Χέρχε Μπουκάι, Εκδόσεις Opera 2012]

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

ΜΠΕΡΔΕΜΑΤΑ (τα ασαφή όρια της επικοινωνίας και ανθρώπινης επαφής)

Πριν καλά-καλά ξετυλίξω το δώρο των γενεθλίων μου, ακούστηκε μέσα από το πακέτο ένα κουδούνισμα: ήταν ένα κινητό. Το σήκωσα και άκουσα τη γυναίκα μου να μου εύχεται γελώντας από τη συσκευή του υπνοδωματίου. Τη νύχτα εκείνη, ζήτησε να μιλήσουμε για τη ζωή: για τα χρόνια που ήμασταν μαζί κι όλα αυτά. Επέμενε όμως να το κάνουμε απ’ το τηλέφωνο κι έτσι πήγε στο υπνοδωμάτιο  και από εκεί μου τηλεφώνησε στο σαλόνι, όπου είχα απομείνει εγώ με το μαραφέτι στην τσέπη. Μόλις τελειώσαμε την κουβέντα πήγα στο υπνοδωμάτιο και τη βρήκα να κάθεται στο κρεβάτι σκεπτική. Μου είπε πως είχε μόλις μιλήσει στο τηλέφωνο με τον άνδρα της και αναρωτιόταν αν θα ξαναγύριζε σ’ αυτόν. Η ιστορία μας της προκαλούσε ενοχές

 Εγώ είμαι ο μοναδικός της σύζυγος κι έτσι όλο αυτό το εξέλαβα ως σεξουαλική πρόκληση. Κάναμε έρωτα με την απελπισία δύο μοιχών. Την επόμενη μέρα, ήμουν στο γραφείο κι έτρωγα ένα σάντουιτς για κολατσιό, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνη φυσικά. Είπε ότι επιθυμούσε να μου εξομολογηθεί πως είχε εραστή! Εγώ πήγα με τα νερά της γιατί μου φάνηκε πως εκείνο το παιχνίδι μας βόλευε και τους δυο. Της απάντησα λοιπόν να μην ανησυχεί: είχαμε ξεπεράσει κι άλλες κρίσεις, κι έτσι θα ξεπερνούσαμε κι αυτήν. Το βράδυ ξαναμιλήσαμε στο τηλέφωνο, όπως την προηγούμενη μέρα, και μου είπε πως σε λίγο θα συναντιόταν με τον εραστή της. Αυτό με διήγειρα, το έκλεισα αμέσως, πήγα στην κρεβατοκάμαρα και κάναμε έρωτα μέχρι το ξημέρωμα. Όλη η βδομάδα κύλησε έτσι. Το Σάββατο, τελικά, όταν συναντηθήκαμε στην κρεβατοκάμαρα μετά τη συνηθισμένη τηλεφωνική συνομιλία, μου είπε πως μ’ αγαπούσε, αλλά έπρεπε να μ’ αφήσει γιατί ο άνδρας της τη χρειαζόταν περισσότερο απ’ ότι εγώ. Μετά από αυτή τη δήλωση, τα μάζεψε και έφυγε. Από τότε το τηλέφωνο δεν έχει ξαναχτυπήσει. Είμαι μπερδεμένος!

[ΠΗΓΗ: Χουάν Χοσέ Μιγιάς, Ισπανός συγγραφέας και δημοσιογράφος όπως δημοσιεύτηκε στις  Ιστορίες ΜΠΟΝΖΑΪ, ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ ART by Mummenschanz]

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΜΕ ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ:

Ο ήλιος φεύγει διακριτικά, μετά ο Λούης – είναι ένα αγνό παιδί της υπαίθρου με ισχυρή όραση, τον λυπάμαι, δεν γνωρίζει την ταραχή των αποχρώσεων, δεν θα μιλήσουμε τώρα για τον Λούη, η Άννα διονυσιάζεται μπροστά σ’ ένα ορθογώνιο σχήμα «α, αυτός» λέει, «βυθισμένος στην ανωτερότητά του σχολιάζει και λεπτολογεί μέχρι την αποσύνθεση, τι εξαίσια αποσύνθεση, μια ραγισμένη λευκότητα που εκπέμπει εκθαμβωτικά περίπτερα όντα», μιλάει για τον Ουάιλντ, μπορεί και να τον θαυμάζει, αν όχι, είπε τον πιο ποιητικό ορισμό για τις διαφημίσεις ΝΕΟΝ, γλυκιά Άννα, η λογοτεχνία την απελπίζει καμιά φορά σε τέτοιο βαθμό που αναγκάζεται να κάνει έρωτα, σ’ αυτό ακριβώς οφείλεται ο Μίμης, είναι συμπαθής, θα πεθάνει από έλλειψη επιπλοκών, ευκαιρία να ασχοληθούμε με το θέμα της λογοτεχνίας και την επίδρασή της στις μάζες, συζητήστε, εγώ αισθάνομαι αδυναμία να παρακολουθώ τους συλλογισμούς μου μέχρι το τέλος, άλλωστε μόνο στον Ιησού συνέβη μια φορά το αντίθετο, τότε που είπε «τετέλεσται», ο διάκοσμος επιπλέον επιβάλλει παιχνίδια συναναστροφών, τα πάντα μπορούν να συνδυαστούν, ακόμα και η κυρία Λούλα με το τοπίο, ας πούμε ο καθένας μια ιστορία, άρχισε Άννα… [Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ και άλλα ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΩΝ από το βιβλίο της Παυλίνας Παμπούδη ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ, Ίκαρος 1971 – ART by ARMENE Be different]



… έχεις μεγαλώσει σ’ ένα φευγαλέο σπίτι, οι ιστορίες σου είναι σαν φέιγ βολάν, ποιος έχει φωτιά; «η μητέρα μου» λέει η Άννα «ήθελε να βγει έξω, ήταν κοντά δέκα η ώρα το βράδυ, εγώ έπλενα τα δόντια μου, ο πατέρας πήρε το μαντώ της, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού κι άρχισε να το κόβει με το ψαλίδι, προσεχτικά, σε λουρίδες· η κάμαρα ήταν πολύ μεγάλη» ΤΟΝ ΚΟΙΤΟΥΣΕ ΜΕ ΜΙΣΟΚΛΕΙΣΤΑ ΜΑΤΙΑ, ΣΧΕΔΟΝ ΛΙΠΟΘΥΜΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ: ΡΟΖΑΛΙΝΤΑ, ΔΙΚΗ ΜΟΥ, ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΜΟΥ, ΨΙΘΥΡΙΣΕ ΕΚΕΙΝΟΣ. ΞΑΦΝΙΚΑ Η ΤΖΑΜΟΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΞΕ ΚΑΙ Ο ΣΕΡΓΙΟΣ ΒΓΗΚΕ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ: «Ω» ΕΙΠΕ ΜΟΝΟ - «Λοιπόν», λέει ο Αντρέας, «είχα μια χελώνα, την έλεγαν Χατσεψούτ, πολύ επιβλητική, την πήρα και την έκρυψα κάτω από τα σκεπάσματα της γιαγιάς, η γιαγιά βρέθηκε πεθαμένη το άλλο πρωί, η Χατσεψούτ είχε πέσει στο πάτωμα και είχε ραγίσει το καβούκι της, την πήρα και την έριξα από την ταράτσα στην άσφαλτο, την αποτέλειωσα, κανείς δεν κατάλαβε τίποτε» Ο ΑΞΙΟΤΙΜΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΝΟΡΝΤΕΝ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ ΜΕ ΚΟΠΟ, ΤΟΝ ΒΑΣΑΝΙΖΕ ΕΝΑ ΝΕΥΡΙΚΟ ΤΙΚ ΣΤΟ ΔΕΞΙ ΒΛΕΦΑΡΟ: ΧΑΜΗΛΩΣΤΕ ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΕΙΠΕ, ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ Όλγα, η σειρά σου «ναι» λέει η Όλγα «μια φορά ήταν ένα κορίτσι κι ένα αγόρι που χάθηκαν στο δάσος, τι μπορεί να συμβεί αν διάφορα παιδιά χαθούν σ’ ένα δάσος, αν διάφορα δάση χαθούν σ’ ένα παιδί; το συγκεκριμένο δάσος είναι βέβαια συμβολικό, επρόκειτο για ένα κρεβάτι με ουρανό, λυπάμαι, από τότε έχω την αίσθηση πως όλα τα πράγματα είναι μισοτελειωμένα»- ΚΑΙ Ο ΨΙΤ ΕΠΕΣΕ ΜΕΣΑ Σ’ ΕΝΑ ΛΑΚΚΟ ΜΕ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΡΝΙΟΥ ΜΠΕ. «ΒΟΗΘΕΙΑ, ΚΑΛΗ ΜΟΥ ΝΕΡΑϊΔΑ» ΠΡΟΦΤΑΣΕ ΝΑ ΦΩΝΑΞΕΙ. Η ΚΑΛΗ ΝΕΡΑϊΔΑ ΕΡΙΞΕ ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΑΚΙ ΣΤΟ ΛΑΚΚΟ ΚΑΙ Ο ΨΙΤ ΠΝΙΓΗΚΕ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ – Δεν είναι χαριτωμένοι; τους αγαπώ, έτσι, αποσπασματικά, υπολείπεται ο Άλκης, «πέρυσι» λέει «η θάλασσα ήταν συγκλονιστική, έπλεα ανάσκελα, ο ήλιος με τυραννούσε σε μια ατέλειωτη αγαλλίαση, πόθησα να πεθάνω σαν να ήμουν κορίτσι» - ο Άλκης είναι ποιητής, χορτοφάγος και εκτός θέματος, σε λίγο θα πάρει την Άννα και θα φύγουν, περιμένουν να μιλήσω κι εγώ, ισχυρίζομαι πως αποτελώ ενότητα, αδύνατον να εκφραστώ αποσπασματικά, βαρέθηκα το παιχνίδι, κάτι άλλο τώρα πριν από το τσάι, η Όλγα προτείνει ονειροπόληση, με υποχρεώνουν να ονειροπολήσω πρώτη, ο φωτισμός γίνεται κατάλληλος «μια γριά στην ακροθαλασσιά, μαζεύει φρύγανα κι ανάβει φωτιά, κάθε τρία βήματα μια μικρή φωτιά, ύστερα βουλιάζει σ’ ένα σάπιο σφουγγάρι, μένουν απέξω μόνο τα κίτρινα μαλλιά της, σαλεύουν στον αέρα, η γριά κοιμάται, πιο πέρα ένα γεφύρι καμωμένο από μια πλεξούδα, τη λέγαν Φλιλάϊ, δεν την αγάπησε κανείς, κάτω κυλάει ο αστερόεις ποταμός, οι πέστροφες πηδούν αντίθετα στο ρεύμα, το βασικό χρώμα είναι μοβ, το έδαφος στον πλανήτη προέρχεται από προσχώσεις μεγάλων ιδεών, αργιλλώδες, ευδοκιμούν τα σαπρόφυτα, σε μια γυάλα ζει ένα πουλί με δεκανίκια, γύρω από το ράμφος του μαρμελάδα κονσέρβας, προφητεύει κυρίως τραστ, ενίοτε λούνα παρκ, δηλονότι φυγή προς την περιοχή της ποίησης με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες, το τρένο - φάντασμα και την πανοραμική φαύλη ρόδα, ένα νήπιο ερείπιο ολολύζει, σώπα, σώπα, θα μεγαλώσεις, θα γίνεις κρατίδιο, ευαγγελίζομαι την αέναη εναλλαγή μαύρου – άσπρου επί της κεφαλής του λαού σου και των τέκνων του, ήτοι εφημερίδες, κανείς δεν θα αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχουν γεγονότα αλλά μόνο διαφημίσεις, θα πείθεσαι, θα καταναλώσεις οδοντόκρεμες, εγκλήματα, εδαφικές αξιώσεις, πλυντήρια – ΚΑΤΑΦΕΥΓΩ ΤΕΛΙΚΑ Σ’ ΕΝΑ ΦΛΙΤΖΑΝΙ ΤΣΑΙ. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΠΙΠΛΕΕΙ ΕΙΝΑΙ ΑΣΧΕΤΟ, ΩΣ ΣΥΝΗΘΩΣ – Ο Αντρέας ξεκινά από το φοβερό έντομο του τριαντάφυλλου στο βάζο δεξιά, είναι πράσινο, έχει διάφορα πόδια, δεν ανησυχεί «αυτό τρέφεται με φύλλα» λέει «η ανθρωπότητα με ελιξήρια νεότητας, κάποτε θα εξελιχτεί σε οριστική κατάσταση, αν σταματήσει η παραγωγή της βαριάς βιομηχανίας – φρίκη, δεν θα αρμόζει πια να το συζητάμε, για ν’ αγαπάς κάτι πρέπει να έχεις την ευθύνη του απέναντι στον εαυτό σου, δηλαδή να γνωρίζεις από αυτό μόνο το περίγραμμά του, στην περίπτωσή μας την κρατούσα ηθική, οριστική κατάσταση είναι λ. χ. τα κύματα, όπως τα βλέπει ο πνιγμένος, η Μαρίνα στο κρεβάτι είναι όμορφη, τα πάντα είναι ζήτημα προοπτικής, έρωτας σημαίνει μια αναβολή, είπε κάποια δεσποινίς, καλημέρα, είπε ο θυρωρός, εγώ θα’ θελα να πω αύριο κάτι που να μη χωρά πουθενά, οι σχολιαστές εκπορνεύουν τους κλασσικούς, γενικώς, καταλήγεις πως μόνο οι τοπιογράφοι και οι ράφτες συμπεριφέρονται σοφά, δηλαδή μόνο όσοι ασχολούνται ή καθόλου ή τελείως ακαδημαϊκά με τον άνθρωπο, ποτέ οι συγγραφείς, αχ, αισθάνομαι καμιά φορά τόσο απογοητευμένος, που σκέφτομαι ν’ αρχίσω να διδάσκω – Η ΦΩΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΧΡΗΣΙΜΗ ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΜΦΑΝΙΣΘΕΙΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΑ ΜΟΝΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΗΤΑΝ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ – Η Όλγα τώρα ανάβει τσιγάρο «πιστεύω» λέει «πως ο θεσμός της ύπαρξης πρέπει να εκλείψει ομαλά και ανώδυνα, αυτό σημαίνει πως κι εγώ επίσης θα’ θελα να’ χω ένα παιδί που θα το μεγαλώσω κι άλλο ένα που θα μου πεθάνει, οπότε η ζωή μου θα γεμίσει από μια αξιοπρεπή θλίψη στην οποία θα μπορώ να προσαρτώ τις μελαγχολίες μου, κατάσταση δηλαδή που όλες οι περιπτώσεις μερικής αναφροδισίας επιδιώκουν και πετυχαίνουν από ενάρξεως του ιστορικού μας βίου», μετά, αφοσιώνεται στα βουτήματα γλυκανίσου, κάποιος ανάβει τα φώτα – ΕΙΜΑΣΤΕ ΓΥΡΩ ΣΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΚΑΙ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΜΕ ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ – 

(Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ και άλλα ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΩΝ από το βιβλίο της Παυλίνας Παμπούδη ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ, Ίκαρος 1971 – ART by ARMENE Be different)