Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

ΕΜΜΟΝΗ, ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΠΙΣΤΗ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΣΤΟ ΤΩΡΑ:

Η Εμμονή μου έχει χρονίσει ήδη, μπορεί δηλαδή επάξια να ειπωθεί εμμονή, γιατί τέτοιον τίτλο δεν αξίζει να δίνεις σε κάτι που διαρκεί έναν μήνα, άντε δύο. Εμμονή θεωρείται ό,τι ξεπερνά τον χρόνο. Όταν μάλιστα πας στα δίχρονα, ξέρεις ότι είσαι ψιλοχαμένος…. Η Εμμονή δεν έχει σχέση με έρωτα αγιάτρευτο, με αληθινή αγάπη, με τίποτα που φτάνει σε βάθος. Είναι κάτι που έχει πλατειάσει απελπιστικά στον χρόνο. Είναι μια κίνηση, ένα χέρι, ένα χάδι, μια στάση σώματος που επεκτάθηκε άθελά της στον χρόνο. Και δεν έχει καν σχέση με την ανάμνηση, γιατί δεν έχει γίνει μνήμη, δεν πρόλαβε να πεθάνει, να γίνει παρελθόν. Η Εμμονή είναι μια πιστή, ζωντανή, πολύ ζωντανή σύντροφος στο τώρα… Μόνο οι βραζιλιάνικες σαπουνόπερες, τα 300 επεισόδια και οι ατάκες «θα σ’ αγαπώ για πάντα» κλπ, κλπ είναι οι πλέον κατάλληλες για να δηλώσουν την πιο ουσιαστική και βαθιά αγάπη. Με αυτή την έννοια η εμμονή είναι βραζιλιάνα…  [Η ΕΜΜΟΝΗ ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΑ, μια ιστορία μέλλοντος από την Ουρανία Πανούτσου, για τα Πέντε  Περιστατικά της Εμμονής ΚΛΙΚ στην... άσχετη εικόνα από SANDRA BONELLO free to fly]


Τα περιστατικά:
Α. Κοιμάσαι στο κρεβάτι φίλου σε πλάγια στάση, δεν κοιμάσαι δηλαδή εντελώς. Έχεις κλείσει τα μάτια σου και χουζουρεύεις ώρα απογευματινή. Εκείνος χαζεύει στο φβ, σχολιάζετε πού και πού μαζί. Εσύ του λες πως σου αρέσει τόσο πολύ που άπλωσες το κορμί σου και τεντώθηκες. Δεν του λες ότι η πλάγια στάση που έχεις διαλέξει, με το χέρι σου διπλωμένο και την παλάμη στο μαξιλάρι, είναι η ίδια στάση του άλλου. Ήταν και δική σου από παλιά, η στάση που σε παίρνει ο ύπνος. Αλλά ήταν και η στάση σας, γιατί γυρνάγατε και οι δύο αντικριστά και βάζατε τις παλάμες σας τη μία πάνω στην άλλη. Και κοιμόσασταν. Κλείνεις ηδονικά τα μάτια και παίζεις αναπαράσταση της σκηνής. Για πολλοστή φορά.

Β. Κάνεις έρωτα με τον φίλο σου και βάζεις στο youtube να παίξει ολόκληρος ο δίσκος που ακούγατε μαζί όταν κάνατε έρωτα με εκείνον. Δεν το κάνεις συχνά αυτό. Να διαλέγεις τη μουσική τη συγκεκριμένη. Σήμερα έχεις μελαγχολήσει γιατί ξέρεις ότι δεν είσαι ερωτευμένη, ξέρεις ότι δεν πρόκειται κιόλας να το πεις, ξέρεις ότι θα έχεις και δυσκολία να είσαι ένθερμη. Ξαπλώνεις στο κρεβάτι γυμνή, ανάσκελα, με το χέρι το αριστερό ανοιχτό στο μαξιλάρι, το βλέμμα στο ταβάνι, μέσα στο σκοτάδι, με το άλλο έχεις αγκαλιά τον φίλο σου. Εκείνος είναι έτοιμος να κάνει έρωτα μαζί σου. Εσύ δέχεσαι αλλά δεν προσφέρεις. Αρνείσαι διάφορες παραλλαγές. Του λες ότι έχεις μελαγχολήσει εξαιτίας της ταινίας του Μπέλα Ταρ που είδατε πριν από λίγες ώρες. Του λες ότι σκέφτεσαι ακόμη τα πλάνα και τη βροχή. Συμφωνείς σε επανάληψη τις επόμενες μέρες όπου θα ολοκληρωθούν πράγματα. Του υπενθυμίζεις διακριτικά πως σου είχε πει προτού έρθει σπίτι σου ότι σκεφτόταν να γυρίσει σπίτι του, γιατί έλειπε όλη μέρα, και του προτείνεις να επιστρέψει στο δικό του, μια και σε έχει πιάσει αυτή η μελαγχολία. Φεύγει και βάζεις να ακούσεις τον δίσκο που πρώτη φορά άκουσες μαζί του, και θυμάσαι επακριβώς το κεφάλι σου στερεωμένο στο τρίγωνο του χεριού του, και τα λυτά σας μαλλιά, εκείνον να τραγουδά τους στίχους, και να σου λέει ιστορίες, αρκετές από αυτές χαζές. Ωστόσο, τα μαλλιά του ήταν εκείνα που ήθελε και η Μάτση Χ. να χώσει τα δάχτυλά της.

Γ. Εξάρχεια. Τα περπατάς με θάρρος γιατί οι δρόμοι είναι δικοί σου. Και με χαρά ανείπωτη γιατί κι εκείνος τριγυρνά εδώ. Δε θέλεις να τον συναντήσεις. Γιατί θα φερθείς γλυκά, θα τον ρωτήσεις τι κάνει, θα φοράει ένα ωραίο πουκάμισο γαλάζιο με κόκκινο γαζί και θα θέλεις να του χώσεις μία και δε λέει. Διαβάζεις ρωσικά σ' ένα καφέ ή προσπαθείς. Συναντάς τους πιο αγαπημένους σου ανθρώπους, αυτούς που σε καταλαβαίνουν. Ωραία. Το σώμα σου έχει ορίσει τα σταθερά του σημεία, τα τοπικά και τα χρονικά. Ακόμη μετεωρίζεσαι ανάμεσα σε ρακές και νύχτες ρωσικής ποίησης, κι υπερίπτασαι στο στενό με το μαγαζί με το ρυζόγαλο και την Καλλιδρομίου. Όσο είσαι εκεί, είναι καλά.

Δ. Συζητάς με φίλη σου για την Εμμονή. Συμφωνείτε ότι Η εμμονή αποτελεί από μόνη της ένα σταθερό σημείο –το επαναλαμβάνω πέντε σειρές παραπάνω, αλλά δε γίνεται να το αντικαταστήσω– μέσα στο χάος της ζωής, είναι αυτό που μένει αναλλοίωτο στο πέρασμα του χρόνου και στο πέρασμα των ονομάτων, είναι το Όνομα. Είναι μια πρόφαση ηθική, μια πρόφαση αφοσίωσης, ενώ δεν αφοσιώνεσαι σε τίποτα. Είναι ένας υποτιθέμενος πόνος που γεμίζει χρόνο, συζητήσεις, οινοποσίες, λέξεις, που θα οδηγήσει, ναι, σε ποίηση, σε πεζό, οδηγεί και σε έρωτα με άλλους και εφορμήσεις. Οδηγεί και στη δική σου ασφαλή μοναξιά. Συμφωνούμε ότι πρόκειται εντέλει για μια πολύ εξυπηρετική Εμμονή. Αποχαιρετιόμαστε σίγουρες για την αλήθεια της διαπίστωσής μας.

Ε. Μόνο μια μαξιλάρα ξέρει όλη την αλήθεια. Τα δάκρυα που έχυσες πάνω της προτού χώσεις τα σεντόνια στο πλυντήριο. Το τηλέφωνο με μάνα που προσπαθούσε να σε πείσει να χώσεις τα σεντόνια στο πλυντήριο για να μη μείνει η μυρωδιά του και σε βασανίζει. Έλεγες ναι, τα βάζω τώρα, κι είχες τη μαξιλαροθήκη αγκαλιά, στο πρόσωπο επάνω, να σκουπίζεις τα δάκρυα και να τη φιλάς προτού τη βάλεις τελευταία μέσα, μετά το απορρυπαντικό, το μαλακτικό. Κι αντίο, μυρωδιά μου, στους εξήντα βαθμούς, για τα ανθεκτικά.

Συμπέρασμα.
(Κλείνει το κείμενο γιατί έχει φτάσει τρεις το πρωί κι αύριο πρέπει να ξυπνήσει νωρίς. Θέλει να πιστεύει ότι οι λέξεις ξορκίζουν τα πάντα, όπως το σκόρδο. Σκέφτεται ότι μόνο οι βραζιλιάνικες σαπουνόπερες, τα 300 επεισόδια και οι ατάκες «θα σε αγαπώ για πάντα, πάντα σε αγαπούσα, κατέκτησα τη θέση της προέδρου του Ομίλου μόνο και μόνο για να βρίσκομαι δίπλα σου» ως τις πλέον κατάλληλες για να δηλώσουν την πιο ουσιαστική και βαθιά αγάπη. Η Εμμονή είναι βραζιλιάνα.)


[ΠΗΓΗ: Ουρανία Πανούτσου εργάστηκε ως αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης, και πρόσφατα ξεκίνησε να ξεναγεί στην Ακρόπολη και στα Μουσεία Αθηνών. Γεννήθηκε στο Αίγιο, θέλει να καταφέρει να φτάσει στην Παταγονία και στο Βλαδιβοστόκ. Μαθαίνει ρωσικά και λατρεύει το κολύμπι]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …