Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΚΙΝΗΣΕΩΝ, ΘΡΕΜΜΑ ΤΗΣ ΥΑΙΝΑΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ…

… Ο ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟΣ ΓΑΛΗΝΕΥΤΗΣ… πυροβολούσε συνεχώς, υποχωρώντας με το δάχτυλο στη σκανδάλη, υποχωρούσε στην αρχή δεξιά και ύστερα αριστερά, ώσπου αισθάνθηκε στην πλάτη του τον τοίχο. Αλλά ο τοίχος δεν ήταν εμπόδιο στο ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟ ΓΑΛΗΝΕΥΤΗ και άρχισε να βυθίζεται μέσα του σιγά- σιγά σα να διέσχιζε ένα θάμνο. Σπιθαμή-σπιθαμή ξαναγινόταν τοίχος! Ο τοίχος στο μέρος όπου είχε περάσει έγιανε από την πληγή που του΄χαν κάνει τα κύτταρα του σώματος του Διαμαντένιου Γαήνευτή. Εκείνοι που τον καταδιώκανε κάναν κράτει στ’ άλογά τους- όλα γυάλινα: ξεπέζεψαν. Μπήκαν στ’ άλογά τους (ήσαν όλοι δούρειοι οι ίπποι τους) και ήσυχα-ήσυχα ακολούθησαν τα ίχνη του μέσα στον τοίχο. Εκεί έγινε η μάχη.. Ο τοίχος φουσκώνοντας πού και πού, τους ρουφούσε μέσα του. Βογγούσε συνεχώς –αλλά ήχος των πυροβολισμών ήταν μουντός σαν πνιγμένος ώσπου χάθηκαν ολότελα. Τα γυάλινα άλογα ξαναβγήκαν απ’ τον τοίχο ένα-ένα: το τελευταίο τον κουβαλούσε μέσα του –αντί για τον αναβάτη του. Είχε προσχωρήσει σ’ αυτούς που τον κυνηγούσαν, είχε γίνει ένας από αυτούς. Κι εδώ τελειώνει η ιστορία του Διαμαντένιου Γαληνευτή (από τις εκδιηγήσεις του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟΣ ΓΑΛΗΝΕΥΤΗΣ, Ύψιλον/ βιβλία 1981ART kolaz by MAGRITTE rene]



ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ…
Ο νέος, ψηλός μελαχρινός τριαντάρης, εργένης και γαλήνιος. Ταραξίας που και που – μ’ ένα μαχαίρι πολύ κοφτερό σαν αυτό που χρησιμοποιούν για ν’ αποτελειώσουν τον εαυτό τους οι Σαμουράι όταν κάνουν χαρακίρι, έβλεπε πως έκοβε και πετούσε τον σπερματαγωγό του σωλήνα, που γρήγορα αποκτούσε την ταχύτητα του φωτός φέρνοντας μέσα του εμάς –μικρά μικρόβια όντα – ενώ αντίθετα εκείνος έβλεπε πως έραβε με μια βελόνα την εισδοχή του εν λόγω οργάνου – για να μην εισχωρήσει κανένα άλλο βλήμα. Και παρόλο που η γυναίκα αυτή έφερνε επάνω της όλα τα σημάδια του οδυνηρού της επαγγέλματος –λεπτή, αδύνατή, μελαχρινή, με μύτη στον αέρα, κλειδώσεις ωραίου σκελετού κάτω απ’ το δέρμα, καμιά τριανταριά χρονώ – φορώντας ένα φόρεμα –χρώμα ρόδινο ανοιχτό- χωρίς κορσέ ή στηθόδεσμο – το διάστημα που χώριζε το ένα όργανο από το άλλο όπως δυο άστρα πολύ απομακρυσμένα μίκραινε ανεπαίσθητα αλλά μίκραινε ώσπου σε λίγο θα έφτανε η ώρα –που να συναντηθούν η πρύμη με την πλώρη – του άλλου πλοίου –του ηλεκτρικού- ο γράφων μέσα πάντοτε στο βλήμα έβλεπε απ’ το παράθυρο να παρελαύνουν ήλιοι και αστερισμοί –του χώρου του διαστημικού –δακρυβρεχτος ο σιδερένιος άνθρωπος σημειώνει στο ημερολόγιο του την αναπόφευκτη πορεία – όπως το πλησίασμα ενός ήλιου από κομήτη που θα ξεχαρβαλωθεί –περνώντας δίπλα απ’ το πολύ ισχυρότερο εκείνο άστρο.

ΘΑ ΦΥΓΕΙ…
«Σε δέκα μέρες θα φύγω…»
Η φράση αυτή ειπώθηκε στην κόκκινη δύση με τα υπερρεαλιστικά της σύννεφα. Επάνω στο μπλε φόντο του ορίζοντα με τα χαμηλωμένα βουνά – τα ξουρισμένα γουλί σαν κατάδικοι στα κάτεργα. Την πέταξε ένας νεαρός λίγο σκυλομούρης μουστακαλής σ’ έναν άλλον με γένια και μακριά μαλλιά.
«Κι εγώ σε δέκα μέρες θα φύγω»-
«Πού πας;» ρώτησε σε λίγο φοβισμένος ο πρώτος
«Στην Αμερική…»
«Νέα Υόρκη;»
«Μάλλον»
«Για πόσο;»
«Για πάντα»
«Α»!
Σιωπή. Η σιωπή απλώθηκε. Πήρε διαστάσεις έγινε τοίχος – έγινε κάστρο – περιτριγύρισε την πόλη έσκαψε μια τάφρο – τη γέμισε νερό. Τέλος, άρχισε ένας απ’ τους δύο να σκάβει ένα λαγούμι. Αλλά γρήγορα παράτησε την προσπάθεια. Η σιωπή θριάμβευσε. Έγινε απειλητική. Έριξε σκιές –δεξιά, αριστερά – έκανε όπισθεν μπήκε στην ακρόπολη κι έκλεισε την πόρτα.
Έτσι γεμίζουν τα μάτια του ενός με τα μάτια του άλλου, ώσπου να ξεχωρίσουν τα δάκρυα να μεγαλώσουν τα δένδρα κι από τα δένδρα να γίνουν θυρεοί στις πόρτες των ξενοδοχείων. Και να μπαινοβγαίνουν οι ξένοι οι ντόπιοι κι οι ευνούχοι –κάνοντας το σταυρό τους- που δεν έχουν πεθάνει ακόμα σ’ αυτοκινητιστικό δυστύχημα ή από συγκοπή – και μένουν δυο τρεις σκιές ο ένας στην προκυμαία κοιτάζοντας ποια πλοία θα ’ρθουν ο άλλος στη θυρίδα του θυρωρού κοιτάζοντας ποιος έρχεται ποιος φεύγει κι ο τρίτος στην ταράτσα ανιχνεύοντας, μ’ ένα ζευγάρι κιάλια, τα ανοιχτά παράθυρα όπου γδύνονται και ντύνονται διάφορα ωραία σχήματα με καστανά μαλλιά και με φουντωτά στην ήβη τους δασάκια – αφού σε δασάκια ούτως ή άλλως θα καταλήξουν οι περισσότερες για να ικανοποιήσουν τις ορμές τους το Σαββατοκύριακο – κι ανάμεσά τους οι τρεις σκιές δεν αφήνουν να ξεφύγει τίποτε από την παρατηρητικότητα  του ματιού τους – σχηματίζοντας γύρω στα καθετί ένα τρίγωνο ερμητικό. Η Τρίτη σκιά κατεβάζοντας τα κιάλια της σβήνει το μέρος αυτό της θέας που ανιχνεύει εμποδίζοντας όλους αυτούς που κοιτάζουν προς τα εκεί να δουν όπως σ’ ένα σχέδιο, μια πελώρια γομολάστιχα σβήνει ένα τμήμα της μιας πόλης που δεν ικανοποιούσε το δημιουργό της. Το κενό αυτό το εκλογικεύουν λέγοντας πως είναι ομίχλη – ακόμα και η ελαττωματική τους μνήμη που δεν είχε τοποθετήσει, πριν, στο μέρος εκείνο, ένα κενό.
Και τώρα οι αποστάσεις μεταξύ δύο σημείων της πόλεως, απ’ όπου αναγκάζονται να περάσουν πεζή οι πεζοδρόμοι, διπλασιάζεται γιατί αναγκάζονται να κάνουν το γύρο της μεγάλης αυτής περιοχής που σβήστηκε από το χάρτη της συνείδησής τους. Όσο για τους κατοίκους της, έστω και τους στενούς συγγενείς των άλλων που έμειναν απόξω – δεν υπήρξαν ποτέ. Έσβησαν από τη μνήμη, σαν να είχε περάσει η ίδια διαβολική γομολάστιχα πάνω στα πρόσωπά τους – στις φωνές τους.
«Σε δέκα μέρες το πολύ θα έχω φύγει».
Οι συνομιλητές μιλάνε τώρα μέσα από τη σβησμένη περιοχή. Είναι από αυτούς που έμειναν – που πιάστηκαν μέσα στη φάκα. Ώστε η φράση αυτή να αποκτάει ιδιαίτερη δραματική σημασία που πλησιάζει τη λεγόμενη τραγωδία που τόσο μας την κοπανούσαν στο σχολείο όταν διαβάζαμε τους αρχαίους. Δεν είχαν φυσικά ποτέ διανοηθεί οι κύριοι καθηγηταί ότι ο όρος αυτός θα έβρισκε την εφαρμογή του εδώ σε μια συγκεκριμένη περίπτωση που ήταν τόσο φανερά παράλογη, που ασφαλώς θα γελούσαν με όλη τους την καρδιά αν κάποιος τους έλεγε τότε ότι μια μέρα θα δείτε θα συμβεί αυτό κι αυτό – και θα γελούσαν σ’ όλο το δρόμο ώσπου να φτάσουν στο σπίτι τους και μέσα στο λεωφορείο ακόμα όρθιοι ή καθιστοί και ακόμα παρά πέρα έστω κι αν τίποτα τέτοιο δεν θα γινόταν ποτέ για να ταράξει τα ήσυχα νερά της ζωής τους – τίποτα παραπάνω από ένα καλημέρα ή ένα καλησπέρα – μιας απροσδόκητης συνάντησης στη γωνιά του κήπου του προαστίου όπου έμεναν και όπου είχαν ακόμη δένδρα στα περιβολάκια τους και ιδίως λουλούδια άφθονα, ωραία λουλούδια στα παρτέρια. Και πέρα από την 3η σκιά αρχίζει το χάος της αβεβαιότητας. Ο κόσμος όλος συνοψίζεται σε μια μικρή άσπρη λαστιχένια μπότα που ανήκε σ’ ένα παιδάκι που την άφησε πάνω στο κρεβάτι κι έτσι την είδε ο γράφων, δισέγγονος του γράφοντος μιαν ωδή στον ήλιο, μεγάλη μεταφυσική φυσιογνωμία μεταμορφωμένη σε προτομή αγάλματος στημένη σ’ ένα πάρκο – απ’ όπου ξεμυτίζουν δειλά-δειλά δυο λουλουδάκια που κρατούνται από το χέρι και χαμογελάνε σε όλους τους διαβάτες σαν να τους λένε ελάτε να μας κόψετε – ελάτε να μας δρέψετε είμαστε δικές σας-
«Σε δέκα μέρες του πολύ…»
… έγραφε γυμνή κάτω από μια λάμπα σε μια φίλη της μια μελαψή γυναίκα με πολλά μαλλιά που σκέπαζαν, σχεδόν τη γύμνια της – επάνω στον καναπέ ξενοδοχείου τρίτης τάξεως, στο σαλόνι, όπου σήκωναν πότε πότε τις μύτες τους όσοι διάβαζαν εφημερίδες, για να δούνε παρά πέρα από τη μύτη τους, κι από την τυπογραφική μελάνι πάνω σε δημοσιογραφικό χαρτί χωρισμένο σε πέντε στήλες…
… έγραφε γυμνή κάτω από τα φοινικόδεντρα με αέρα που της φέρνει πιτσιλάδες, με το νερό της θάλασσας στα μάτια, και λίγη άμμο στα μαλλιά, με κόκκινα χείλια σαν ρουμπίνια που διψάνε για φιλιά. Τα ’γραφε όλα αυτά στις φίλες της αλλά δεν λάβαινε καμιά απάντηση ποτέ.
«Σε δέκα μέρες θα ’χω φύγει από δω…»
Η λέξη αυτή απευθύνθηκε με την ντροπή στο πρόσωπο – μια λέξη κατακόκκινη όπως η δύση – στο σκυμμένο σβέρκο ενός βουνού, κουρεμένου σαν κατάδικος στα κάτεργα άλλοτε της Γουινέας – δραπέτης απ’ τις φυλακές στην κατοχή και τώρα πάλι δραπέτης απ’ τη φυλακή του εαυτού του.
Σε δέκα μέρες θα ’χουν φύγει από δω η Σάρα και η Μάρα και η μικρή Καιτούλα που τόσο χαρήκαμε φέτος το καλοκαίρι στην Κέρκυρα και τον χειμώνα στην Αθήνα, την άνοιξη στην Κρήτη και το φθινόπωρο στην Πόλη – από όπου ήρθανε φυγάδες δεύτερο κύμα ανθρώπων που τους διώξανε χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους – και το τρίτο κύμα κατεβαίνοντας από τα Βαλκάνια με άδεια του Υπουργού των Εσωτερικών και της κρυφής αστυνομίας όπως οι μετανάστες άλλοτε των σκοτεινών φυλών κατέβηκαν και γέμισαν το Αιγαίο με τις πυραμίδες τους – βουνά με σκαλωτές προεξοχές στο βράχο λαξεμένες έως την κορφή.-
… με σκαλωτές προεξοχές ως τα βουνά – με άδεια του Υπουργείου των Εσωτερικών για ένα ταξίδι άνευ επιστροφής – μονόδρομος ο προς τη δύση διάδρομος και τώρα πώς να ξεμπλέξουμε από δω με την ευχή του διαβόλου.-
«…Σε δέκα μέρες θα φύγω από δω».-
Η φράση αυτή – όπως τόσες δηλώσεις ειπωμένες προς την κατακόκκινη δύση είχαν μιαν αξία ακόμα αστάθμητη.

ΚΑΙ ΘΑ ΠΑΕΙ…
Το μικρό ορθογώνιο λεωφορείο ανέβαινε γεμάτο πρόσωπα άσπρα αυστηρά βασανισμένα και με μεγάλα μάτια σκοτεινά που κοιτάζουν μπροστά τους αδιάφορα αφού κοιτάζουν προς τα μέσα καταβάθος – σκηνές της ζωής που δεν έχουν μεγάλη σχέση με το τοπίο εκείνο το γυμνό το γκρίζο των ελαιώνων με πίσω τους τη θάλασσα κι επάνω δεξιά τα καφετιά βουνά. – Ο οδηγός Βουκέφαλος οδηγούσε ήρεμα με μάτια κλειστά γνωρίζοντας το σκονισμένο δρόμο απέξω κι ανακατωτά –έστριβε πάντοτε εκεί που έπρεπε, χωρίς ποτέ να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του ή τη ζωή των επιβατών – ή την ασφάλεια του λεωφορείου στις απότομες πλαγιές και τους γκρεμνούς – και ξαφνικά η ατμόσφαιρα αλλάζει – ο ήλιος μαυρίζει, χάνεται, ένας άνεμος νοτιοδυτικός σηκώνει μια σκόνη φοβερή που ασπρίζει τα δένδρα της πλαγιάς – άσπρα σύννεφα του λεωφορείου θυμούνται τώρα χωρίς ειρμό διάφορες καταστάσεις ή σκηνές που έζησαν – πριν από πολλά χρόνια – ή πριν από μερικές ώρες μόλις – πριν αρχίσουν το μεγάλο αυτό ταξίδι που οδηγεί τον καθένα στη δουλειά του και στον προορισμό του ενόσω  ο νους τους ταξιδεύει σ’ άλλη διάσταση – εκείνη των επιθυμιών – των πόθων των ελπίδων και των αναμνήσεων – που ξετυλίγονται σιγά-σιγά, όπως τα σχήματα της μεγάλης σκοτεινιάς που συσσωρεύονται στον ορίζοντα: και χάνονται για τον καθένα τα δένδρα και τα βράχια και γίνονται παλάτια και τόπος χλοερός, τα γυμνά βουναλάκια γεμάτα άχαρες πέτρες και άγονη γη: Η έλξη της γης κανονική – κρατάει τα όντα στην ισορροπία τους επάνω από την άβυσσο – του καιρού και του άπειρου διαστήματος.

Σ’ ΑΛΛΟ ΜΕΡΟΣ…
Πολλά χρόνια αργότερα βρίσκομαι στο σταθμό Πελοποννήσου με άσπρα μαλλιά στρατιώτης. Ο πόλεμος έχει ξεσπάσει. Όχι ο πόλεμος με γειτόνους – ένας πόλεμος αόριστος. Το μέτωπό του δεν είναι πουθενά κι όμως μας έχει περιζώσει ο εχτρός μ’ ένα στόλο από δίπατα μονόξυλα πλοία γεμάτα Γιαροσλάβους: έρχονται από παντού: πολλά, είναι και πετούμενα: οι φρουρές αντιστέκονται σε μεμονωμένα σημεία – οι περισσότερες, σε παλαιά τούρκικα και βενετσιάνικα κάστρα, εφ’ όσον ο «εχτρός» δεν έχει σύγχρονα όπλα, και παρόλο που μάχονται με κοντάρια, βέλη, σπάθες, ακόντια, σαΐτες, τόξα, πέτρες και το πολύ-πολύ κανέναν καταπέλτη, είναι τόσοι πολλοί που όσα κύματα κι αν θερίζονται από τα ταχυβόλα όπλα μας, εμφανίζονται αμέσως άλλοι. Οι Γιαροσλάβοι είναι αμέτρητοι: στην αρχή ξεχύθηκαν στον κόσμο άοπλοι. Τώρα έχουν κάτι πρωτόγονα μέσα: Η Ιταλία έπεσε: Η Αφρική είναι ζωσμένη. Ο ελληνικός στρατός αντιστέκεται απελπισμένα και ηρωικά: μα τα πυρομαχικά τελειώνουν – και σε λίγο θα είμαστε ίσοι προς ίσους. Ένας στους χίλιους. Οι σύμμαχοι αποκήρυξαν τη συμμαχία τους με μας κυρίως για να σώσουν το πετσί τους. Οι Γιαροσλάβοι βρίσκονται ante portas. Οι υδρογονοβόμβες δεν τους κάνουν καμιά αίσθηση. Είναι η φυλή που αναπτύχθηκε μέσα στη ραδιενέργεια, μετά το βομβαρδισμό της Κίνας και της Ρωσίας. Είναι άτρωτοι. Οι βόμβες απλώς εξολοθρεύουν τους λίγους εναπομείναντες «ευαίσθητους». Κι έτσι τα τρομερά αυτά μέτρα εγκαταλείφθηκαν αλλά είναι πια αργά: Η νέα φυλή είναι πανίσχυρη. Είναι και άτρωτη στις κοινές σφαίρες, γιατί το πετσί τους δεν αντιστέκεται μόνο στη ραδιενέργεια, μα είναι κι ανθεκτικό σαν ατσάλι. Κάθε Γιαροσλάβος είναι κι ένα μικρό τανκ. Μόνον όλμοι, οβίδες κι αντιαρματικές ρουκέτες τους κλονίζουν. Το ελληνικό ιππικό μάχεται με ηρωισμό. Αλλά οι Γιαροσλάβοι έχουν ζώσει την Τρίπολη – τον Πύργο – τη Ναύπακτο, τη Μονεμβασία, το Ναύπλιο. Η Κόρινθος είναι η τελευταία ελεύθερη βάση του ελληνικού στρατού.
Γέρο πια με στέλνουν εκεί – να με φάνε οι Γιαροσλάβοι ζωντανό: Γιατί καθώς είναι γνωστό είναι ανθρωποφάγοι: Και τους αρέσει πολύ το μαλακό ανυπεράσπιστο κρέας των «ευαίσθητων» - λαών – που αργοπεθαίνουν – πάνω στον πλανήτη –γη.
ΣΗΜ. Συνέβη να βομβαρδιστεί στο παρελθόν στρατιά Γιαροσλάβων με πυρηνικούς κώνους 1000 μεγατόνων. Μόνο όσοι έφαγαν τη μπόμπα στο κεφάλι διαλύθηκαν – και πάλι όχι εντελώς. Εκείνοι που ήταν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου – όχι μόνον δεν έπαθαν τίποτα – αλλά έτρεξαν να πάρουν ένα λουτρό ραδιενέργειας που τους κάνει φαίνεται «καλό»

ΜΕ ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ… (omnia ex nihilo sunt)
Η νύχτα έπεφτε στην Αθήνα όπως και στις άλλες πόλεις του κόσμου. Μια γυναίκα με πράσινο φόρεμα στεκόταν στη γωνιά του δρόμου του παλατιού. Από μακριά φαινόταν νέα με πολλά μαύρα μαλλιά, αλλά από κοντά ήταν γριά. Δεν ήξερα καθόλου ποιος ήμουν και πού πήγαινα. Είχα έρθει εδώ το πρωί για πρώτη φορά. Κι όμως ζούσα εδώ από χρόνια. Ζούσα εδώ από χρόνια κι όμως δεν ζούσα εδώ. – Είχα φτάσει εκείνο το πρωί εκείνο το πρωί στις εφτά και οχτώ λεπτά στις αφίξεις της αφετηρίας της Ολυμπιακής Αεροπορίας στην πλατεία Συντάγματος (οδός Όθωνος 10 για την ακρίβεια). Είχα φτάσει εκεί το πρωί ολομόναχος. Κανένας εκτός από την αστυνομία δεν ξέρει ποιος είμαι. – Κι όμως μπροστά μου ήταν ένας άνθρωπος που περίμενε εμένα. Με περίμενε από χρόνια. Με περιμένει τώρα. Με περίμενε κι όμως δεν ήξερε ποιον περίμενε. Μου έκανε ένα νεύμα και μπήκαμε σ’ ένα ταξί. «Πού πάμε;». Όπου θέλετε απάντησε. – Όπου θέλετε σήμαινε σ’ ένα μέρος μονάχα. Σ’ ένα μέρος που ήξερα από χρόνια. Μια κλινική για τα νεύρα.
Όπως και στις άλλες πόλεις του κόσμου η νύχτα έπεφτε και στην Αθήνα. Αλλά τι σημαίνει αυτός ο θόρυβος, αυτό το βουητό; Μήπως είναι τα αυτοκίνητα μήπως είναι άλλου είδους τρομάρες μήπως είναι μεγάλα πορτοκάλια που κυλούν στις κατηφορικές λεωφόρους και πέφτουν με ορμή πλοίου που εμβαπτίζεται ναυπηγημένο, πετώντας δεξιά και αριστερά πελώριους πίδακες που γίνονται σιγά-σιγά κύματα – ορθογώνια τρίγωνα επάνω στην οριζόντια επιφάνεια γαλήνης – οριζόντιο για μικρά μόνο διαστήματα – για μεγαλύτερα – μια καμπύλη, ένα τόξο, μια σφαίρα, μια μπάλα νερού.
Στις επάλξεις της νύχτας στεκόμουνα και δίπλα μου ο άλλος εκείνος, ατός που δεν ήξερα, που δεν με ήξερε. Ο άγνωστος άνθρωπος που ήμουνα γι’ αυτόν, ήμουνα και για μένα. Από το μηδέν ξεκινώ και στο μηδέν ξαναπάω. Σιωπή, ουρλιαχτό, και πάλι σιωπή. Ο άγνωστος πλησιάζει τα δόντια του στο λαιμό μου. Θέλει να ρουφήξει το αίμα μου, θέλει να μου το πιει. Δράκουλας αλλά δεν είναι εκείνος, είναι άλλος ένας, αυτός που του μοιάζει χωρίς να ’ναι αυτός. Ετοιμάσου για τον Άγιο Φραγκίσκο μου ψιθυρίζει. Είσαι άγγελος της κολάσεως, έτσι δεν είναι; του λέω. Σιωπή παγερή, σιωπή γεμάτη αγκάθια σιωπή από άγρια πρόσωπα και κόκκινα μάτια –σιωπή – Σιωπή θα τα πω στον πλάστη όλα, για να μάθεις να φέρεσαι να μάθεις να είσαι συνεπής και ορθόδοξος. Αντίο – φεύγεις αλήθεια; Αμ τι νόμιζες; φεύγω!
Για πάντα; Για πάντα – Αντίο, αντίο, αντίο.
Omnia ex nixilo sunt

Κι ο Γιάννης Τσαϊκόφσκι… (πρόσωπα μυθιστορήματος: νεοφασίστες κ.λπ.)
Ο ήλιος είναι το κεφάλι ενός κοκκινολαίμη που προβάλλει πάνω από τον άσπρο βραχίονα μιας μελαχρινής Ολλανδέζας που κάνει ηλιοθεραπεία πάνω στο περβάζι ενός παραθυριού μιας εκκλησιάς ασβεστωμένης πίσω από ένα δένδρο πάνω από ένα γκρεμνό όπου ξεσπούν τα κύματα της καλοκαιρινής θάλασσας στους βράχους ή στις ακρογιαλιές του νησιού όπου παραθερίζει κι όπου ελπίζει να συναντήσει κάποιον που θα της αρέσει αρκετά για να του δοθεί ύστερα από έναν περίπατο νυχτερινό όταν δήθεν τυχαία θα τους φέρουν τα βήματά τους σε μέρος κατάλληλο γι’ αυτό που σχεδιάζουν και οι δυο στο μεταξύ νομίζοντας πως ο άλλος είναι απλό όργανο της πονηριάς τους, ενώ στο βάθος το ίδιο θέλουν κι οι δυο τους –χωρίς να το ομολογούνε ο ένας στον άλλον – αλλά όπως δυο παιδιά που ενώ παίζουν κρυφτό ξέρουν πολύ καλά πού βρίσκονται – έτσι κι εκείνοι προσποιούνται ότι δεν ξέρουν πού θα τελειώσει όλη τούτη η ιστορία σε λίγο – όπως δυο άλογα  όταν τρέχουν το ένα δίπλα στο άλλο στα νιοθερισμένα χωράφια μιας πλαγιάς δίχως καβαλάρη –αλλά- οδηγημένα από το ένστικτό τους στο σημείο του λόγου όπου έχει σταματήσει η πυρκαγιά – και ο καπνός που τα τυφλώνει αραιώνει και σκορπάει σιγά-σιγά όπως η άχνα η πρωινή.

… ΩΣΤΕ ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ…
Κι ήταν σαν να είχε χάσει ξαφνικά τον ήχο του ο κόσμος: καμπάνες χτυπούσαν χωρίς ν’ ακούγονται, στόματα μιλούσαν αλλά δεν άκουγες τι λέγανε – κάρα ανέβαιναν στις ανηφόρες σιωπηλά, χωρίς να τρίζουνε οι ρόδες τους – σφυριά πέφτανε άηχα στ’ αμόνια, κύματα ορθώνονταν και σπάγανε πάνω στους βράχους χωρίς το βούισμα των υδάτων – γυναίκες βογκούσαν σιωπηλά και ξεφώνιζαν κι αναστέναζαν άφωνες φωνές κάνοντας έρωτα – σκυλιά άνοιγαν τις μουσούδες τους αλλά κανένα γαβγητό δεν ερχόταν στ’ αυτιά μας: η μεγάλη κουφαμάρα είχε πέσει πάνω μας σαν λεπίδι – κόβονας τα νήματα – βροντές χαλούσαν τον κόσμο σ’ άλλη διάσταση, κανονιές, ποτάμια αγριεμένα, ραπίσματα βροχές στα παραθύρια – σοφές διαλέξεις, λόγοι ρητορείες, αποστροφές, σάλπιγγες, αγγελίες

Από πού; Κι ως που;
«Το τρένο αυτό δεν κουβαλάει νερό,
Οι ρόδες του είναι από λάστιχο
και συνθλίβουν τις γραμμές
Ανάμεσα στο δείχτη και τον αντίχειρά τους…»
Ο άνθρωπος που μιλούσε φορούσε ένα μαύρο βελούδινο παλτό μ’ ένα φιόγκο κίτρινο μεταξωτό – μακρύ μαύρο μαλλί που έπεφτε στο μέτωπό του ψιλό ψιλό μουστάκι και δυο μάτια μαύρα και γυαλιστερά που πέταγαν φωτιές χωρίς να το θέλουν.
«Το τρένο προχωράει με αέρα που εκτοπίζει  το φουγάρο του. Το τρένο σέρνει πίσω του δεμένο μ’ ένα σπάγκο ο γίγαντας (άνθρωπος) και το τραβάει όπως τραβάνε τα παιχνίδια τα παιδιά. Το τρένο θα σταματήσει κάποτε αλλά τότε θα είναι πολύ αργά. Το τρένο είναι η ουρά του νυφικού της νύφης των ανέμων  που ανεμίζει όταν περνάει δίπλα μας απαρατήρητη…»
Ο άνθρωπος που μιλούσε φορούσε ένα κοστούμι κάτασπρο από ταφετά μ’ ένα μαύρο ασημένιο φιόγκο από πλεκτό υφαντό άσπρο μαλλί που έπεφτε λίγο κιτρινισμένο στη ράχη του με γενάκι μυτερό με δυο μάτια γαλανά σαν ξεπλυμένος ουρανός που άφηναν να τρέξει πού και πού ένα οπάλινο δάκρυ σαν κρυστάλλινο σύννεφο.
«Πίσω από αυτό το τρένο αρχίζει το κενό – μαζεύεται όπου περνάει σε μικρές λιμνούλες που ενώνονται σιγά σιγά και αναιρούν το χώρο – όπου περνάει λοιπόν το τρένο αυτό αφήνει κενό αναιρεί τα δένδρα του τοπίου στον ορίζοντα, τους λόφους, τα σπιτάκια, τους δρόμους, τα χωράφια, τα βουνά – και προχωράει χωρίς να ξέρει που πηγαίνει το τρένο της καρδιάς – σαν ατμομηχανή που σφύζει κι εκτοξεύει ατμούς που σβήνουν το φεγγάρι…»
Ο άνθρωπος που μιλούσε ήταν γυναίκα:
 [ΠΗΓΗ: Νάνος Βαλαωρίτης, Ο ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟΣ ΓΑΛΗΝΕΥΤΗΣ, εκδιηγήσεις, Ύψιλον/ βιβλία 1981]

[Ο ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟΣ ΓΑΛΗΝΕΥΤΗΣ γράφτηκε την τετραετία 1963-67. Όπως η ανακάλυψη της πυρίτιδας, όπως η ανακάλυψη του έλικα από έναν γραφιά στο λιμάνι της Βουλώνης κατά τους Ναπολεόντιους πολέμους, που παρατήρησε ότι η πρυμναία αυλάκωση του νερού στο πέρασμα ενός πλοίου σχημάτιζε ένα οκτώ, έτσι κι εγώ ανακάλυψα τον ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟ ΓΑΛΗΝΕΥΤΗ κοιτάζοντας τους ιριδισμούς ενός ιστού αράχνης. Το πλαίσιο του γραψίματος είναι φασματικό. Περιέχει όλο το ουράνιο τόξο της γραφής όπως θα απλώνονταν σ’ έναν χώρο ομοιόμορφο… Την εποχή εκείνη προσπαθώ να απαγγιστρωθώ από το μοντερνισμό, δηλαδή το χωρισμό μορφής και περιεχομένου, αναζητώντας μιαν ενοποίηση του γραψίματος με εκτεταμένη επιφάνεια που να καταλύει το ειδικό θέμα σε μια συνεχή αναθεματογράφηση: η μια ιστορία συνεχίζει την άλλη χωρίς να την συνεχίζει και γίνεται έτσι προδρομική της σημερινής φάσης που διασχίζει η ποίηση στη Δύση… - από το οπισθόφυλλο του βιβλίου]

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

ΚΑΘΕ ΣΙΩΠΗ ΣΧΗΜΑΤΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΣΩΡΟ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΟΥΣ ΘΟΡΥΒΟΥΣ:

Τα νησιά έχουν μια σιωπή που ακούγεται διαφορετικά από τη σιωπή της ήρεμης θάλασσας, γιατί τη διαπερνούν τα τιτιβίσματα των πουλιών ή το ξαφνικό τους φτερούγισμα, γιατί την σκιάζουν λέξεις πυκνές, ατέλειωτες, διασταυρωμένες η μία με την άλλη, χωρίς ανάπαυλα, χωρίς σειρά…  ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ, ως τίτλος ενός βιβλίου του ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ, περιέχουν, βέβαια, αρκετή δόση ειρωνείας, γιατί ο Έρωτας, όταν και όπου υπάρχει, δε βιώνεται ποτέ σαν τέτοιος αλλά χάνεται πάντα πίσω από ένα αξεπέραστο τείχος μεγάλων ή μικρών δυσκολιών. Το κοινό στοιχείο όμως σ’ όλες τις ιστορίες είναι η δυσκολία της επικοινωνίας, αυτή η ζώνη Σιωπής που καλύπτει τις ανθρώπινες σχέσεις. Παράδειγμα Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗ, μια από τις ιστορίες του εν λόγω βιβλίου [ART by Rammos]


Η περιπέτεια ενός Ποιητή
Το νησάκι είχε απόκρημνες βραχώδεις όχθες. Η πυκνή και χαμηλή βλάστησή του έφτανε ως το ύψος της θάλασσας. Στον ουρανό πετούσαν οι γλάροι. Ήταν ένα μικρό νησί, όχι μακριά από την παραλία, έρημο και άγονο. Μέσα σε μισή ώρα μπορούσες να το γυρίσεις γύρω-γύρω με μια λαστιχένια βάρκα, όπως έκαναν εκείνοι οι δύο, ο άνδρας που τραβούσε ήσυχα κουπί, η γυναίκα που ξαπλωμένη έκανε ηλιοθεραπεία. Πλησιάζοντας το νησάκι ο άνδρας έστησε αυτί.
-Άκουσες τίποτα; ρώτησε η γυναίκα.
-Τη σιωπή, απάντησε εκείνος. Τα νησιά έχουν μια σιωπή που ακούγεται.

Κάθε σιωπή σχηματίζεται από ένα σωρό ανεπαίσθητους θορύβους που την τυλίγουν. Η σιωπή του νησιού ήταν διαφορετική από τη σιωπή της ήρεμης θάλασσας που τον περιτριγύριζε, γιατί τη διαπερνούσαν το θρόισμα των θάμνων, τα τιτιβίσματα των πουλιών ή το ξαφνικό τους φτερούγισμα.

Στα βράχια, χαμηλά, το νερό εκείνες τις ημέρες, τις χωρίς ούτε ένα κύμα, είχε ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα, ήταν ολοκάθαρο και το διαπερνούσαν απ’ άκρη σε άκρη οι ακτίνες του ήλιου. Οι δυο επιβάτες της λαστιχένιας βάρκας εξερευνούσαν τεμπέλικα τις σπηλιές που άνοιγαν τα στόματά τους εκεί ανάμεσα στα βράχια.
Ήταν μια παραλία του Νότου, που ακόμα δεν την είχε καταστρέψει ο τουρισμός, κι αυτοί οι δυο ήταν παραθεριστές που είχαν έρθει από μακριά. Αυτός ήταν κάποιος Ουσνέλι, ένας αρκετά γνωστός ποιητής, κι εκείνη η Ντέλια Η., μια πολύ όμορφη γυναίκα.
Η Ντέλια ήταν μια παθιασμένη, σχεδόν φανατική, θαυμάστρια του Νότου, και μιλούσε ξαπλωμένη στη βάρκα με πάθος για όλα όσα έβλεπε, ίσως μάλιστα και με μια διάθεση κριτικής προς τον Ουσνέλι που, νιοφερμένος σε τούτα τα μέρη, της φαινόταν ότι δεν συμμεριζόταν όσο έπρεπε το δικό της ενθουσιασμό.
-Περίμενε, έλεγε ο Ουσνέλι. Περίμενε.
-Να περιμένω τι; έκανε εκείνη. Τι περισσότερο θέλεις;

Εκείνος δύσπιστος (από τη φύση του αλλά και από φιλολογική παιδεία) σε όλες τις εύκολες συγκινήσεις και τις λέξεις των άλλων ανθρώπων, συνηθισμένος περισσότερο να ανακαλύπτει μόνος του κρυμμένες και όχι συνηθισμένες ομορφιές παρά να χαίρεται τις εύκολες και πασιφανείς, ήταν οπωσδήποτε σε κάποια ένταση. Η ευτυχία για τον Ουσνέλι ήταν πάντα μια αβέβαιη κατάσταση, που έπρεπε να ζει κανένας κρατώντας την αναπνοή του. Από τον καιρό που άρχισε να αγαπάει την Ντέλια, έβλεπε να κινδυνεύει η φρόνιμη, σχεδόν τσιγκούνικη σχέση του με τον κόσμο, αλλά από την άλλη μεριά δεν ήθελε να απαρνηθεί τίποτα από την ευτυχία που ανοίγονταν μπροστά του. Τώρα ήταν αρκετά ταραγμένος, λες και μετά από κάθε βαθμό τελειότητας που του πρόσφερε η φύση –το βαθύ χρώμα του νερού, η πρασινάδα του νησιού που ξεθώριαζε κι ύστερα έπαιρνε το χρώμα της τέφρας, η κίνηση ενός ψαριού εκεί όπου η κατηφοριά του βυθού γινόταν πιο ομαλή- ακολουθούσε ένας ακόμα μεγαλύτερος βαθμός τελειότητας σε μια ατέλειωτη κλίμακα, λες και η μακρινή αδιόρατη γραμμή του ορίζοντα θα άνοιγε ξαφνικά σαν όστρακο και θα του αποκάλυπτε ένα διαφορετικό πλανήτη, μια καινούργια λέξη.

Μπήκαν σε μια σπηλιά. Στην αρχή ήταν ευρύχωρη, σαν πράσινη λίμνη, με πέτρινο, ψηλό ουρανό. Παραμέσα κατέληγε σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο διάδρομο. Ο άνδρας χρησιμοποιώντας το κουπί άρχισε να γυρίζει τη λαστιχένια βάρκα γύρω από τον άξονά της, για να απολαύσει τις παιχνιδιάρικες ανταύγειες του φωτός. Το φως, που περνούσε μέσα από τις ακανόνιστες σχισμές της εισόδου, σε θάμπωνε με τα χρώματά του, που το σκοτάδι της σπηλιάς τα έκανε πιο ζωντανά. Το νερό λαμποκοπούσε και οι αντάυγειες πρόβαλλαν πάνω στα βράχια πολεμώντας τις υγρές σκιές του βάθους της σπηλιάς και μεταδίδοντας στα τοιχώματα την αστάθεια του υγρού στοιχείου.
-Εδώ αντικρίζεις τους θεούς, είπε η γυναίκα.
-Χμ…, έκανε ο Ουσνέλι. Ήταν νευρικός. Η σκέψη του συνηθισμένη να μεταφράζει τις αισθήσεις σε λέξεις, τώρα δεν μπορούσε να διατυπώσει τίποτα, ούτε μια λέξη.
Προχωρούσαν πιο μέσα. Η βάρκα προσπέρασε μια ξέρα, ένα κομμάτι βράχο σταματημένο στην επιφάνεια του νερού. Τώρα προχωρούσαν μέσα από τις αραιές ανταύγειες που έκαναν την εμφάνισή τους και μετά χάνονταν σε κάθε κίνηση του κουπιού μέσα στο νερό. Όλα τα υπόλοιπα τα σκέπαζε μια πυκνή σκιά και το κουπί κάθε τόσο χτυπούσε πάνω σε κάποιο βράχο. Η Ντέλια γυρισμένη προς τα πίσω έβλεπε το γαλανό μάτι του νερού να αλλάζει συνεχώς θέση.
-Ένας κάβουρας! Τεράστιος! Εκεί! φώναξε και πετάχθηκε όρθια.
-…ούρας! ειειιιι! ακούστηκε η ηχώ.
-Η ηχώ! έκανε χαρούμενη κι άρχιζε να απαγγέλλει δυνατά στίχους από ποιήματα, να διατυπώνει ευχές.
-Κι εσύ! Φώναξε κι εσύ! Πες μια επιθυμία σου! φώναξε στον Ουσνέλι.
-Ωωωωωω…, έκανε ο Ουσνέλι. Ειιιιι ηχώωωωω…
Η βάρκα περνούσε κάθε τόσο ξυστά από το τοίχωμα της σπηλιάς. Το σκοτάδι γινόταν πιο βαθύ.
-Φοβάμαι. Ποιος ξέρει πόσα ζώα θα υπάρχουν εδώ!
-Μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμα.
Ο Ουσνέλι διαπίστωνε ότι προχωρούσε μέσα στο σκοτάδι σαν ένα ψάρι που μέσα στην άβυσσο αποφεύγει τα φωτεινά νερά.
-Φοβάμαι, ας γυρίσουμε πίσω, επέμενε εκείνη.
Τελικά, ούτε αυτός διασκέδαζε με την αίσθηση του φόβου. Οδήγησε τη βάρκα πίσω, εκεί όπου η σπηλιά άνοιγε και η θάλασσα γινόταν καταγάλανη.
-Λες να υπάρχουν χταπόδια, ρώτησε η Ντέλια.
-Θα φαίνονταν. Το νερό είναι καθαρό.
-Τότε θα κολυμπήσω.
Αφέθηκε να κυλήσει από τη βάρκα και άρχισε να κολυμπά στα νερά αυτής της υπόγειας λίμνης. Το σώμα της άλλοτε έδειχνε κάτασπρο (λες και το φως την έγδυνε από κάθε δικό της χρώμα) και άλλοτε γαλαζωπό, στο χρώμα του νερού.
Ο Ουσνέλι είχε σταματήσει να τραβά κουπί. Συνέχιζε να κρατά την αναπνοή του. Ζούσε πάντα τον έρωτά του για την Ντέλια ακριβώς όπως αυτή τη στιγμή, μέσα στον καθρέφτη της σπηλιάς: σαν να έμπαινε σ’ έναν κόσμο που υπήρχε πέρα από τις λέξεις. Άλλωστε, σε όλα του τα ποιήματα, δεν είχε γράψει ούτε έναν ερωτικό στίχο. Ούτε έναν.
-Πλησίασε, φώναξε η Ντέλια. Συνεχίζοντας να κολυμπά είχε βγάλει το κουρελάκι που της κάλυπτε το στήθος. Το πέταξε μέσα στη βάρκα. –Μια στιγμή. Έβγαλε κι το άλλο κομμάτι ύφασμα που συνήθως έδενε τις περιφέρειες της και το έδωσε στον Ουσνέλι.

Τώρα ήταν γυμνή. Το κάτασπρο στο στήθος και στις περιφέρειες δέρμα της σχεδόν δεν ξεχώριζε, γιατί όλο το σώμα της ανέδινε εκείνη τη γαλαζωπή λάμψη της μέδουσας. Κολυμπούσε με αργές κινήσεις γέρνοντας ελαφρά στο πλάι, το κεφάλι (με την αγέρωχη και λίγο ειρωνική αγαλμάτινη έκφρασή του) έξω από το νερό, όπως ένα μέρος της ωμοπλάτης και του τεντωμένου χεριού της. Το άλλο της χέρι, με μια κίνηση σαν χάδι, έκρυβε και φανέρωνε το στητό, ωραίο της στήθος. Τα πόδια χτυπούσαν ελαφρά το νερό στηρίζοντας τη λεία της κοιλιά, τη σημαδεμένη από την αφαλό της που θύμιζε πατημασιά στην άμμο και το αστέρι της που θύμιζε φρούτο της θάλασσας. Οι ακτίνες διαπερνούσαν το νερό και τη χάιδευαν, άλλοτε την έντυναν με ένα φόρεμα και άλλοτε την ξεγύμνωναν πάλι από την αρχή.
Οι κινήσεις της θύμιζαν χορό. Μετέωρη μέσα στο νερό του χαμογελούσε και τέντωνε τα χέρια της με μια απαλή κίνηση της πλάτης και των καρπών της. Κάθε τόσο, με ένα τίναγμα του γόνατου έβγαζε στην επιφάνεια το πόδι της που θύμιζε μικρό ψάρι.
Ο Ουσνέλι, πάνω  στη βάρκα, είχε γίνει ολόκληρος ένα ζευγάρι μάτια. Καταλάβαινε πως αυτό που του χάριζε η ζωή εκείνη τη στιγμή, ήταν κάτι που δεν μπορούσαν όλοι να το χαρούν με ορθάνοιχτα μάτια. όπως ποτέ κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει κατευθείαν τη λαμπερή καρδιά του ήλιου. Και στην καρδιά αυτού του ήλιου υπήρχε μονάχα η σιωπή. Ό,τι έβλεπε εκείνη τη στιγμή δεν ήταν δυνατό να μεταφραστεί σε τίποτα άλλο, ίσως ούτε καν σε απλή ανάμνηση.

Τώρα η Ντέλια κολυμπούσε ανάσκελα στην είσοδο της σπηλιάς, αγγίζοντας τις ακτίνες του ήλιου. Προχωρούσε με μιαν ελαφριά κίνηση των χεριών της προς τα ανοιχτά, ενώ από κάτω το νερό άλλαζε σιγά-σιγά απόχρωση και γινόταν πιο φωτεινό.
-Πρόσεξε, καλύψου! Πλησιάζουν βάρκες εκεί έξω!
Η Ντέλια κολυμπούσε έξω από τη σπηλιά, ανάμεσα στα βράχια. Αμέσως γλίστρησε κάτω από την επιφάνεια του νερού, πλησίασε, άπλωσε το χέρι της, πήρε από τον Ουσνέλι εκείνα τα μικροσκοπικά κομμάτια ύφασμα, τα φέρεσε συνεχίζοντας να πλέει στο νερό και ανέβηκε στη λαστιχένια βάρκα.
Τα πλεούμενα που πλησίαζαν ήταν ψαρόβαρκες. Ο Ουσνέλι τους αναγνώρισε: ήταν κάτι κακόμοιροι ψαράδες που, αυτή την περίοδο την τόσο κατάλληλη για ψάρεμα, ζούσαν εκεί στην παραλία, και κοιμόντουσαν πάνω στα βράχια. Προχώρησε να τους συναντήσει. Ο άνδρας που τραβούσε κουπί ήταν ένας νεαρός, κατσούφης από τον πονόδοντο, το άσπρο του ναυτικό καπελάκι χαμηλωμένο στο ύψος των μικρών του ματιών, το κουπί του να ανεβοκατεβαίνει συνεχώς, λες και η κάθε του κίνηση μπορούσε να του απαλύνει το πόνο. Ήταν πατέρας πέντε παιδιών. Απελπισμένος. Ο γέρος καθόταν στην πρύμνη. Το μεξικάνικο καπέλο του έζωνε σαν ξεφτισμένο φωτοστέφανο το ισχνό του πρόσωπο, τα ανέκφραστα μάτια του που κάποτε πρέπει να είχαν γουρλώσει από μια ψευτοπαλικαρίστικη περηφάνια τώρα έμεναν γουρλωμένα από το πολύ πιοτό, το μισάνοιχτο στόμα συνόδευε τα ακατάστατα και ακόμα μαύρα μουστάκια. Με ένα μαχαίρι καθάριζε τους κέφαλους που είχαν ψαρέψει.
-Πήγε καλά το ψάρεμα; φώναξε  Ντέλια.
-Αυτό το λίγο που υπάρχει, απάντησαν. Η χρονιά, βλέπετε.
Στην Ντέλια άρεσε να μιλά με τους χωριάτες. Στον Ουσνέλι όχι (μπροστά τους, έλεγε, δε αισθάνομαι ήσυχη τη συνείδησή μου. Σήκωνε τους ώμους και η συζήτηση σταματούσε εκεί).
Τώρα η λαστιχένια βάρκα είχε πλευρίσει την ψαρόβαρκα, με την ξεθωριασμένη μπογιά που είχε αρχίσει να ξεκολλάει σε μικρά κομματάκια, με το κουπί που ήταν δεμένο με σκοινί στον πάσαλο του σκαρμού και έτριζε σε κάθε κίνηση, με τη μικρή σκουριασμένη άγκυρα κι ένα σωρό σταχτοπράσινα φύκια που είχαν μπερδευτεί στους τέσσερις γάντζους κάτω από το μικρό κάθισμα, ποιος ξέρει από πόσο καιρό εγκαταλειμμένα εκεί περά, με τα βαμμένα με ταννίνη δίχτυα, που είχαν στις άκρες τους μικρές στρογγυλές φέτες φελλού και έλαμπαν από τα λέπια των γκρίζων ή ασπρογάλαζων ψαριών που ψυχορραγούσαν και αποκάλυπταν κάτω απ’ τα σπάργανα ένα μικρό τρίγωνο γεμάτο αίμα.
Ο Ουσνέλι έμενε σιωπηλός, αυτή όμως η αγωνία του ανθρώπινου κόσμου ήταν το αντίθετο της αγωνίας που λίγο πριν τον κοινωνούσε στις ομορφιές της φύσης. Κι ενώ πριν δεν ήταν αναγκαίες, τώρα σωρό οι λέξεις συσσωρεύονταν στο μυαλό του: λέξεις ικανές να εκφράσουν κάθε κρεατοελιά, κάθε τρίχα της αδύνατης κακοξυρισμένης φάτσας του γέρου ψαρά, κάθε ασημένιο λέπι των κεφάλων.
Μακριά από το νησάκι, στην ακτή μια άλλη βάρκα ήταν αναποδογυρισμένη και στηριγμένη πάνω σε μικρούς πασσάλους. Κάτω από τη βάρκα, έβλεπες να προεξέχουν τα γυμνά πόδια των κοιμισμένων ανδρών που ψάρευαν όλη τη νύχτα. Δίπλα τους μια μαυροφορεμένη γυναίκα, χωρίς πρόσωπο, έβαζε ένα τηγάνι πάνω στη φωτιά που είχε ανάψει με ξερά φύκια, κι ο καπνός ανέβαινε ψηλά. Σ’ εκείνον τον όρμο η παραλία ήταν γεμάτη γκρίζες πέτρες, και τα ξεθωριασμένα χρώματα ήταν τα ρούχα των παιδιών που έπαιζαν, τα μικρότερα κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των πιο μεγάλων και κατσουφιασμένων αδελφάδων τους, τα μεγαλύτερα και πιο ζωηρά ντυμένα μονάχα με κοντά βρακιά φτιαγμένα από παλιά παντελόνια των πατεράδων τους. Πιο εκεί απλωνόταν μια παραλία με άμμο, άσπρη κι έρημη, που χανόταν στο βάθος μέσα σε αραιές καλαμιές και άγονα εδάφη. Ένας νεαρός, με τα γιορτινά του κατάμαυρα ρούχα, την τραγιάσκα, το μπαστούνι κι ένα σακούλι κρεμασμένο στην πλάτη του, περπατούσε κατά μήκος της θάλασσας, αφήνοντας τα σημάδια των παπουτσιών του στην εύθραυστη επιφάνεια της άμμου: σίγουρα θα ήταν αγρότης ή βοσκός που κατέβηκε από το χωριό του στην παραλία για να αγοράσει κάτι και τώρα περπατούσε κοντά στη θάλασσα για να χαρεί την αύρα. Η σιδηροδρομική γραμμή, με τα σύρματα, τους πασσάλους, το φράχτη, χανόταν σε ένα τούνελ, εμφανιζόταν πιο εκεί και εξαφανιζόταν πάλι, σαν τη βελονιά μιας κακοραμμένης ραφής. Από την άλλη πλευρά του δρόμου, μετά από τις άσπρες και μαύρες κολονίτσες, άρχιζαν οι ελαιώνες, ενώ πιο πάνω τα βουνά ήταν γυμνά, με μερικούς θάμνους ή μόνο πέτρες. Ένα χωριό σφηνωμένο σε μια χαράδρα ανηφόριζε στην πλαγιά, το ένα σπίτι κτισμένο πάνω στο άλλο να χωρίζουν μεταξύ τους από σκάλες και δρομάκια λιθόστρωτα, φτιαγμένα έτσι ώστε στο μέσο να μπορούν να κυλούν τα κόπρανα των μουλαριών, ενώ στο κατώφλι του κάθε σπιτιού κάθονταν γριές ή πρόωρα γερασμένες γυναίκες, και στους πέτρινους φράχτες όρθιοι στη σειρά οι άνδρες, γέροι και νέοι, όλοι με άσπρο πουκάμισο, και καταμεσής του δρόμου τα παιδιά έπαιζαν χάμω στη γη και κάποιος έφηβος κοιμόταν ξαπλωμένος στη μέση του δρόμου με το μάγουλο πάνω σ’ ένα σκαλοπάτι, γιατί έξω ήταν πιο δροσερά απ’ ό,τι μέσα στο σπίτι και βρομούσε λιγότερο, και παντού έβλεπες να πετούν ή να στέκονται σύννεφο οι μύγες, πάνω σε κάθε τοίχο, σε κάθε φύλλο εφημερίδας, σε κάθε καπνοδόχο, αφήνοντας παντού ασταμάτητα τα περιττώματά τους. Στο μυαλό του Ουσνέλι συνέχιζαν να έρχονται λέξεις, πυκνές ατέλειωτες, διασταυρωμένες η μία με την άλλη, χωρίς ανάπαυλα, χωρίς σειρά, ώσπου σιγά-σιγά δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει, ένας χείμαρρος λέξεων που εξαφάνιζε το άσπρο της σελίδας και άφηνε μόνο το μαύρο, ένα μαύρο απόλυτο, αδιαπέραστο, απελπισμένο σαν κραυγή.

 [Στα γαλλικά το βιβλίο ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ κυκλοφόρησε με τον τίτλο ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ και αυτό γιατί μπορεί κανείς να εντοπίσει, σε κάθε ιστορία του βιβλίου, την ύπαρξη μιας εσωτερικής περιπέτειας με συγκεκριμένη ψυχολογική διάθεση για την πορεία του ήρωα προς τη Σιωπή= λέξεις πυκνές ατέλειωτες, χωρίς ανάπαυλα, χωρίς σειρά]

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΣΦΑΔΑΖΕΙ ΜΕΣΑ Σ’ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΕΝΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ (έπειτα αστράφτει στιγμιαία και γίνεται ωδή στην αδυναμία)

[Να αγαπάς την τραγωδία με την οποία σε λογχίζουν τα συνηθισμένα πράγματα, αυτή την ανεπαίσθητη τραγωδία της πέτρας, του χώματος και της θάλασσας, που λίγο να γυρίσεις το κεφάλι σου, και αμέσως γίνεσαι κομμάτι του τυφώνα της] Αποξένωση… Ένα γύρισμα του νου και τίποτα άλλο. Ξέρεις τι φοβάμαι πιο πολύ, αυτό που σου έλεγα μες τη δίνη του μπλου βέλβετ, μήπως ξυπνήσω το πρωί, και η συνείδησή μου αποφασίσει, έτσι πραξικοπηματικά και τραγικά, ότι δεν υπάρχεις πλέον… Αποξένωση… Μας έχουν ζέψει από παντού με αυτοσχέδια εκρηκτικά, κρυμμένα μέσα σε δονητές, αγκαλιές και επίχρυσα δόντια. Δεν μας αφήνουν, δεν είσαι ο Πιερρό ούτε εγώ η Μαριάν καλέ μου, δεν παίζουμε σε ταινία του Γκοντάρ ούτε ζούμε στη Γαλλική Ριβιέρα αλλά σε τούτη τη σημαδεμένη χώρα, τα δόντια μας είναι τόσο επίχρυσα σαν το επίχρισμα του έρωτα πάνω στα σεντόνια, τα οποία, όχι, όχι από αϋπνία, μην ακούς τον Μαγιακόφσκι, απ’ τον ύπνο τον ίδιο ξεσκίζονται, τον ύπνο κάποιων ναρκωμένων, ληθαργικών, καχεκτικών υπάρξεων που σιγολιώνουν, γρυλίζοντας από πόνους μες τον αυτιστικό μικροαστισμό τους… Δεν αναζητώ δράματα ή θλίψη, ούτε μηδενίζω τη ζωή, απλά αναζητώ διαφάνεια. Διαύγεια, καθαρότητα, γνησιότητα. Διαφάνεια εναντίον της επιβαλλόμενης αποσπασματικότητας, η οποία να προέρχεται από τέτοια πύκνωση και συνεκτικότητα μεταξύ των βιωμάτων, σε σημείο να τα μετουσιώνει: θέλω έτσι όπως πυκνώνουν τα βιώματα, να τεντώνονται ταυτόχρονα σε βαθμό που να πιάνουν όλο το χώρο και το χρόνο, εσωτερικό-εξωτερικό. Και που τελικά να γίνονται ο καθρέφτης μέσα απ ’τον οποίο κοιτάμε τη ζωή, τόσο εύθραυστα, τόσο διάφανα, σχεδόν εξαϋλωμένα. Θέλω να μας καλύπτει ολόκληρους το βίωμα, να μας πατά και να μας λιώνει, καθώς τα τελευταία ψίχουλα μας διαθλώνται στην επιφάνεια του. Έτσι, χωρίς νοθείες… Μεταφυσικό το αίτημά μου θα μου πεις. Μην μπλέκεις με ιδέες και φαντασιώσεις. Με είχες ρωτήσει όμως: «ξέρεις πόσο διάφανος θα μπορούσε να γίνει ο κόσμος;»  [Χριστίνα Κορκοντζέλου -  ART by DERKERT edvard]


Οι εξής υπάρξεις αποθεώνουν τον Λωτρεαμόν, πίνουν το δηλητήριο του Μαλντορόρ στο ποτήρι με το μεσημεριανό κρασί μονάχα για να το αποβάλλουν αργότερα σε άθλια λιμνάζοντα αποχωρητήρια του είναι μαζί με τις λοιπές απεκκρίσεις συναισθημάτων, εκβαλλόμενες απ’τα γεννητικά τους όργανα. Le fantome de la liberte… Ο Λωτρεαμόν πεθαίνει ψυχορραγώντας μέσα σε χειρουργεία, ναυάγια, φουσκωτά, απανωτά τσιγάρα, σχολικές αυλές, πολιτικές δηλώσεις, ψηφιοποιημένα σ’ αγαπώ, μάσκες ευγενείας, μονωτικές σιωπές, κάθε λογής μηχανικά τέρατα, βροχές, βροχές, βροχές. Δεν αντέχω να ζω άλλο σ’ αυτό το καθαρτήριο του ύπνου, όλο προγραμματισμένες δόσεις θανάτου σε σελίδες μου δίνουν μήπως και πάψω να τον φοβάμαι, κατρακύλημα στην αδράνεια και στην ανία, πότε θα σπάσει η γυάλα, πότε θα φτάσει η στιγμή της πράξης, πότε θα πεθάνουμε τελειωτικά; 
Εσένα κάθε μέρα στη δουλειά εξαργυρώνονται στα χέρια σου ενδεχόμενα θανάτου, κάνεις εμβόλια μπολιασμένα με επανάσταση στο σώμα του αναπότρεπτου· μα το ξέρεις, επαναστατείς μονάχα όταν αφήνεις να μπηχτούν σε κάθε σου σάρκινη αναπνοή τα κουρελιασμένα ρούχα, έξω απ’ τα παράθυρα, στο λιμάνι της Μπαστιά. Άστα να σε σκοτώσουν μια και καλή, κλείσε τον Λωτρεαμόν. Μόνο αυτό αξίζει.

[Να αγαπάς την τραγωδία με την οποία σε λογχίζουν τα συνηθισμένα πράγματα, αυτή την ανεπαίσθητη τραγωδία της πέτρας, του χώματος και της θάλασσας, που
λίγο να γυρίσεις το κεφάλι σου, και αμέσως γίνεσαι κομμάτι του τυφώνα της.]

Εν τω μεταξύ ο Γουέιτς έφτασε με ένα ξεχασμένο μπλουζ του παραλόγου ως το Σαν Φρανσίσκο, ανέβηκε το φορτηγό και έφυγε, τον ρουφάει η λεωφόρος, τα νέον φώτα, τα χαώδη συμπλέγματα των μητροπόλεων, η νύχτα που αχνίζει, ο Μπάροουζ που αλητεύει στα μπορντέλα, οι αλλοιωμένες συγχορδίες του αγοραίου έρωτα, η μυρωδιά της ηρωίνης, του σπέρματος και των ταμειομηχανών, η μυρωδιά του κόσμου μας. Δεν έχει χρώμα η δυσωδία τούτη, κατασπαράζει το βαθυγάλαζο του πρώτου έρωτα, το χωνεύει σε σπλάχνα μουχλιασμένα, μπας και συνεχιστεί επιτυχώς η νεκρική επιβίωση. Το ποίημα σφαδάζει πρώτα μέσα σ’ εξαναγκασμένες κουβέντες, έπειτα αστράφτει στιγμιαία γινόμενο ωδή στην αδυναμία, τέλος παραπαίει και χάνεται πίσω από άρρωστα μάτια που κλείνουν. Οι λέξεις οι προορισμένες να το συνθέσουν, πέφτουν στο γκρεμό πριν γεννηθούν.
Έτσι εμείς, μένουμε να συνεχίζουμε στο πέρας των ημερών με τα αποφόρια του ποιήματος, ένα κράμα ευφορίας και μετάνοιας, c’est la nostalgie, ανάμνηση ενός πράγματος που διχάζεσαι αν ήρθε ποτέ στο φώς των χεριών σου. Γιατί σκέφτεσαι ότι αν πράγματι ερχόταν, θα ράγιζε, πριν τελικά αυτοαναφλεχτεί. Καταλαβαίνεις, αυτό ενοικεί αποκλειστικά στο ημίφως, μεταξύ πραγματικότητας κι’ ονείρου, μεταξύ φθοράς και μεταμόρφωσης, το βλέπεις μόνο κατά την ώρα του λύκου, την ώρα όλων των πραγμάτων εκείνων που φθάνουν από μακρινούς τόπους της ενδογεωγραφίας μας. Ενίοτε, η σκιά τους προβάλλεται κάπου-κάπου στα φυσικά αντικείμενα του περιβάλλοντος. Απεικάσματα λοιπόν, ελπίδες φρούδες, νοσταλγία.
Δεν αναζητώ δράματα ή θλίψη, ούτε μηδενίζω τη ζωή, απλά αναζητώ διαφάνεια. Διαύγεια, καθαρότητα, γνησιότητα. Διαφάνεια εναντίον της επιβαλλόμενης αποσπασματικότητας, η οποία να προέρχεται από τέτοια πύκνωση και συνεκτικότητα μεταξύ των βιωμάτων, σε σημείο να τα μετουσιώνει: θέλω έτσι όπως πυκνώνουν τα βιώματα, να τεντώνονται ταυτόχρονα σε βαθμό που να πιάνουν όλο το χώρο και το χρόνο, εσωτερικό-εξωτερικό. Και που τελικά να γίνονται ο καθρέφτης μέσα απ ’τον οποίο κοιτάμε τη ζωή, τόσο εύθραυστα, τόσο διάφανα, σχεδόν εξαϋλωμένα. Θέλω να μας καλύπτει ολόκληρους το βίωμα, να μας πατά και να μας λιώνει, καθώς τα τελευταία ψίχουλα μας διαθλώνται στην επιφάνεια του. Έτσι, χωρίς νοθείες.
Μεταφυσικό το αίτημά μου θα μου πεις. Μην μπλέκεις με ιδέες και φαντασιώσεις. Με είχες ρωτήσει όμως: «ξέρεις πόσο διάφανος θα μπορούσε να γίνει ο κόσμος;» Έλα, ας ακούσουμε ρεμπέτικα αυτό το βράδυ και να κάνουμε έρωτα. Ίσως πάρουμε απάντηση κι’ οι δυο καθώς σου παίζω τον πρώτο ουγγρικό χορό του Μπράμς, αφού ξυπνήσουμε το πρωί. Μετά ας πέσουμε από κάποιο εικοσαώροφο κτήριο πολυεθνικής -χωρίς φτερά όμως-, πάνω απ’το Βερολίνο… Η απόσταση απ’ το έδαφος θα είναι ένα πανδαιμόνιο γαρυφάλλων, που μες τον άχρωμο καμβά όπου αναπνέουμε, θα απαγγέλλουν πορφυρόχρωμο Πρεβέρ. Τα σώματά μας θα μπλέκονται χωρίς να γνωρίζουν πλέον το ένα το άλλο, δεν θα ποθούν τίποτα απ ’τον εξωτερικό κόσμο, θα πετάξουν τα εκρηκτικά, θα γίνονται μια παρθένα μάζα που θα τρέχει, σε κρεβάτια, λιμάνια, πλατείες, πολέμους, εξεγέρσεις, μουσικές, δεκαετίες και αιώνες, θα τρέχει, θα αγαπιέται/θα αγαπά και θα πεθαίνει, πονεμένη, φωτεινή και ανύπαρκτη, σαν τα ποιήματα.
 [Totalement, Tendrement, Tragiquement της Χριστίνας Κορκοντζέλου artworks : DERKERT edvard two]

Η ΤΡΕΛΑ ΤΟΥ ERASERHEAD (της Χριστίνας Κορκοντζέλου)
Λέξεις / μακρινά έμβρυα
στον πλακούντα του κομοδίνου
Θνησιγενείς μου φαίνονται
Όλες
Μετά ίσως ανασάνει κάποια παλιά μορφή τους
Μηρυκάζω τα πολύχρωμα αυτά κελύφη των μορφών
που τα βάζει ο εαυτός μου
στο στόμα μου
Τα φτύνω στην άσφαλτο
-δεν μπορώ να τα χωνέψω
είναι στυφά ακόμα και τα γράμματα στα ροδάνθη-
Τα κανιβαλιστικά πέλματα των άλλων
συνέχεια τα τσακίζουν
“μπαμ-μπουμ-μολότωφ στην Ακαδημίας
εξέγερση-κίνημα αλληλεγγύης-Κομπάνι
συνεταιριστικά βιβλιοπωλεία
με καυλώνεις-ο Χέγκελ-το πέρας-αγάπη μου
λόγια του Μπάαντερ πάνω στα πανεπιστημιακά βιβλία
θα μου βρεις λίγο μαύρο
την έβαλαν χθες σε βραχεία νοσηλεία
τον σκότωσαν στη λαχαναγορά
ο ζωγράφος αυτοκτόνησε”
Τσάκισμα στο τσάκισμα προκύπτει
ένας ομοιογενής πολτός
από κελύφη λέξεων
Χωρίς ουσία
Χωρίς λατρεία
Χωρίς αλήθεια
Όλων και κανενός συνάμα
 

Γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα, δεν προλαβαίνω
Πρέπει να τον θυμηθώ
Προχωράει προσχωρώντας

Δεν τον καταλαβαίνω
Θυμάμαι μόνο ένα μαύρο
που ρουφάει την σκέψη, το φως, το σπέρμα
Εκρέει από κάθε δρόμο
και εγκαθίσταται στο σώμα μου
Δεν μ’αφήνει να σηκώσω το χέρι μου
σε καμιά άλλη κατεύθυνση
παρά προς εμένα
μην έχοντας ούτε συνείδηση της πράξης
Τι διαφορά θα είχε λοιπόν
αν πυρπολείτο ένα αστικό λεωφορείο εν ώρα αιχμής
στην ιστορία του κόσμου;
Ναι, θα ήταν γεμάτο λέξεις
-ζωή δηλαδή κατά δύναμην-

Όμως πλέον ξέρω
ούτε ο θάνατος ενός/λίγων/πολλών έχει σημασία –
το κεφάλι του ανθρώπου αντικαταστάθηκε από γομολάστιχα.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ Η ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΝΟΥΣ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΟΛΑ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΚΙ ΟΛΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΤΕ:

Η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του… Κι εγώ που ήμουν ποιητής ήξερα πόσο οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους. Τους διεκδικούν από το μοναδικό ον που έχουν ανάγκη οι ποιητές. Τον άγνωστο κι αθέατο μάρτυρα της ζωής τους. Αυστηρός κι ως το τέλος βουβός τον αισθάνομαι να με παρακολουθεί από παντού. Γνωρίζει όλα τα πράγματα της ζωής μου ορίζει την ποίησή μου. Μονάχα αυτός μπορεί να επέμβει. θα φανερωθεί ξαφνικά την ώρα που θα κινδυνεύει η ζωή μου την ώρα Που ένα χάλκινο ποίημα να μπηχτεί κάτω απ’ την καρδιά μου. Μονάχα αυτός έδινε αξία στη ζωή μου και ακοίμητος παραμόνευε το έργο μου. Περιφερόταν στα σύνορα της ζωής μου και εγγυότανε για τη δραματικότητά της την επικύρωνε. Γιατί η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του. Καμιά μου κίνηση κανένας λόγος μου κι ο πιο καθημερινός κι ασήμαντος η ανάσα μου καμιά απολύτως στιγμή μου δεν θα ζούσε. Δεν θα υπήρχε αν εκείνος απέσυρε το βλέμμα του από επάνω μου αν έχανα την προσοχή του. Σ’ αυτόν τον ακούραστο θεατή μου χρωστάω ό,τι είμαι και δεν είμαι. Το ότι είμαι. Δεν έχει κανένα συναίσθημα για μένα κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο γιατί είναι αλήθεια. Γιατί εγώ δεν θέλω να μ’ αγαπούν δε θέλω να με τιμάν. Θέλω να με λυπούνται με μιαν αναίσθητη. Παγωμένη λύπη που ισοδυναμεί με γνώση. Γιατί ο νους είναι το παν και η ψυχή μας σε τίποτα δεν φταίει για τίποτα δεν είναι ικανή.  [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Ο Εχθρός του Ποιητή, Εκδόσεις Κέδρος 1990 ART by  

Η Τέχνη είναι ό,τι απέμεινε από το Θεό… Η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται ρημαγμένη από κάτι που δεν έχει αιτία… Κι εγώ που ήμουν Ποιητής ήξερα πόσο οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους. Τους διεκδικούν από το μοναδικό ον που έχουν ανάγκη οι ποιητές, τον άγνωστο κι αθέατο μάρτυρα της ζωής τους

Μονάχα εγώ την τελευταία ημέρα θα το ακούσω να δύει για πάντα εκείνο το μικρό λυπημένο σου Ποίημα


Η Κυβέλη με αγιότητα. Με βούρκωμα μαρτυρικής μέριμνας και πίστης για τους ανθρώπους. Είπε τρέμοντας από καλοσύνη η τέχνη είναι ό,τι απέμεινε από τον Θεό. Ας αφήσουμε λοιπόν τους ανθρώπους να έρθουν μόνοι τους προς αυτήν. Είμαι ποιητής και είμαι τριάντα επτά χρονών. Με λεν Κωνσταντίνο Λάιο. Η Κυβέλη είναι η δίδυμη αδελφή μου. Θα έρθουν! λέει η Κυβέλη ευτυχισμένη. Ο αιώνας θα αγιασθεί από την τέχνη κι ο κόσμος όλος θα αισθανθεί το μεγαλείο της και μονάχα εγώ απ’ όλους τους ανθρώπους. Μονάχα εγώ την τελευταία ημέρα θα το ακούσω να δύει για πάντα εκείνο το μικρό λυπημένο σου ποίημα. Σ’ αυτήν την ηλικία που έφτασα με κόπους θανάσιμους με αρρώστιες βαρειές. Σηκώθηκα πολύ πρωί κι είπα μ’ απελπισμένη ικεσία τελειώσαν πια για πάντα για μένα τα φυσικά πράγματα. Από σήμερα θα ζήσω περιμένοντας το υπερφυσικό.
Τότε συνέβησαν δυο υπερφυσικά γεγονότα. Το πρώτο έγινε σε μια εξοχή της Βοιωτίας. Ο καιρός ήταν βροχερός και ξαφνικά είδα επάνω σ’ έναν χαμηλό λόφο. Η μορφή του σκοτεινή όπως η γη ένας άνθρωπος όρθιος κι ασάλευτος. Στραμμένος προς εμένα ένας κουρασμένος άγνωστος πολεμιστής. Ντυμένος με μυθική μαύρη σιδερένια στολή φαινόταν τεράστιος. Αλλά ήταν εκεί για μένα κι αισθάνθηκα πως εγώ ήμουν η αιτία που ήταν πολεμιστής. Ξαφνικά σήκωσέ το πρόσωπό του προς τον ουρανό κι ούρλιαξε με μια φωνή που δεν ήταν ανθρώπινη. Ύστερα λύγισε απότομα στα δυο υποφέροντας από τρομερό πόνο. Ξεκίνησα να πάω προς το μέρος του. Έφτασα εκεί με αγωνία κλαίοντας από την ταραχή. Εκεί αντίκρισα ένα θέαμα αποτρόπαιο. Ένα σκοτωμένο πελώριο αγριογούρουνο κειτόταν εκεί όπου στεκόταν ο ουράνιος πολεμιστής. Μαύρες χοντρές τρίχες σκέπαζαν το άψυχο σώμα του. Από κάπου κοντά ακούγονταν οξείες οιμωγές μικρών γουρουνιών που ήταν τα παιδιά του. Πάνω από το νεκρό ζώο έσκυβαν τρεις άθλιοι άνθρωποι. Έμοιαζαν με παλιούς Έλληνες. Ντυμένοι με φαρδιές γκρίζες καμπαρτίνες που φορούσαν οι μικροαστοί του πενήντα. Μονάχα ο τρίτος ήταν τυλιγμένος με μια τριμμένη στρατιωτική κουβέρτα με φθαρμένα γράμματα κεντημένα καλλιγραφικά ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ. Οι άλλοι δυο είχαν σφιχτά δεμένη την ζώνη της καμπαρτίνας τους. Φορούσαν βρώμικα άσπρα πουκάμισα και πλεχτές νάιλον μαύρες γραβάτες. Θύμιζαν τους πεινασμένους Έλληνες δημόσιους υπάλληλους μετά την Κατοχή. Αλλά καταγίνονταν με έργα φριχτά. Ο ένας με το δείχτη του προσπαθούσε να ξεριζώσει τα θολά μάτια του ζώου. Έμπηγε το δάχτυλο του μέσα στην κόγχη και το στριφογύριζε κυκλικά για να ξεκολλήσει τον βολβό με το νύχι του. Ο άλλος έχωνε τα χέρια του μέσα στο μαχαιρωμένο ανοιγμένο κουφάρι. Τραβούσε την καρδιά και με τα δυο χέρια. Έσπαγε τεντώνοντας με δύναμη τις ασημένιες αορτές σα να κλάδευε απόκοβε την καρδιά από λασπωμένους με αίμα θάμνους. Ο τρίτος με την στρατιωτική κουβέρτα είχε κολλήσει το στόμα του στο μισάνοιχτο στόμα του ζώου. Σα να το φιλούσε και κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι του για να πάρει αναπνοή και πάλι ξανάσκυβε κι έγλειφε και φιλούσε το αποκρουστικό ρύγχος και κατάπινε τα πηχτά ματωμένα σάλια.

Το άλλο υπερφυσικό γεγονός ήταν ο ερχομός της Κυβέλης. Αλλά δεν ήταν φυσικός ερχομός. Η Κυβέλη είχε οριστικά εγκαταλείψει την Ελλάδα. Είχε παντρευτεί πριν δεκαοκτώ χρόνια έναν ξένο τον Yannic Kerjean. Δεν θα ξαναγύριζε ποτέ πια στην Ελλάδα. Όμως ξαφνικά την είδα ξυπνώντας. Καθόταν στα πόδια του κρεβατιού και ενώ ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι η δικιά μου Κυβέλη και παρόλο που καταλάβαινα πως δεν ήταν όνειρό μου ή μια παραίσθησή μου. Ήταν αυτή η ίδια ζωντανή. Η πραγματικότητα του απρόοπτου ερχομού της δεν είχε καμιά σχέση με την πραγματικότητα της ισόβιας αυτοεξορίας της, της ορκισμένης απουσίας της. Ούτε ένα γράμμα δεν έχουμε ανταλλάξει. Μένει μόνιμα στο χωριό Henvic της Βρετάννης είναι η πατρίδα του Kerjean. Το σπίτι τους είναι ένα μεγάλο διώροφο πρεσβυτέριο και ονομάζεται Ty Croas σπίτι του σταυρού. Επειδή έξω από την πόρτα του κήπου υπήρχε ένας μεγάλος σταυρός από γρανίτη. Ο θείος του Yannic ήταν chanoine. Δεν έκαναν παιδιά. Η μητέρα Ευρυδίκη δεν ήθελε αυτόν το γάμο. Έπεσε να πεθάνει. Ολοφυρόταν τις νύχτες και καταριόταν τον Yannic. Αυτόν τον ξένο και για τη μητέρα Ευρυδίκη όποιος δεν ήταν Έλληνας ήταν κακός και ανάξιος. Ήξερε όπως κι εγώ το ήξερα πως ποτέ δεν θα ξαναγυρνούσε.

Όμως εγώ την έπεισα με τα καλά μου όνειρα τα λαμπερά προαισθήματα που τάχα είχα. Γιατί η μητέρα Ευρυδίκη πίστευε στους πειραματισμούς. Στο τέλος υποτάχθηκε ότι αυτή ήταν η μοίρα της ακριβής της κόρης και τίποτε δεν θα την άλλαζε. Όταν την παρηγόρησα ότι εγώ θα την ξαναέφερνα πίσω αν την αποζητούσε. Η μητέρα Ευρυδίκη με κοίταξε με μίσος μου είπε δεν ξέρω γιατί. Αλλά αισθάνομαι ότι εσύ φταις για όλα. Για όλα! όσα μας έτυχαν για ό,τι μας μέλλεται ακόμα. Μακάρι εσύ να έφευγες και να μην ξαναγυρνούσες. Μακάρι εσύ να πέθαινες αντί για την Κυβέλη. Γιατί η Κυβέλη πέθανε πια για μένα κι ούτε και πεθαμένη δεν θα την ξαναδώ. Είχε δει ότι εγώ ήθελα να φύγει για πάντα η Κυβέλη να μην την ξαναδώ ποτέ. Επειδή η Κυβέλη με λάτρευε και με προστάτευε όσο κανείς στον κόσμο.

Η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του
Κι εγώ που ήμουν ποιητής ήξερα πόσο οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους. Τους διεκδικούν από το μοναδικό ον που έχουν ανάγκη οι ποιητές. Τον άγνωστο κι αθέατο μάρτυρα της ζωής τους. Αυστηρός κι ως το τέλος βουβός τον αισθάνομαι να με παρακολουθεί από παντού. Γνωρίζει όλα τα πράγματα της ζωής μου ορίζει την ποίησή μου. Μονάχα αυτός μπορεί να επέμβει. θα φανερωθεί ξαφνικά την ώρα που θα κινδυνεύει η ζωή μου την ώρα Που ένα χάλκινο ποίημα να μπηχτεί κάτω απ’ την καρδιά μου. Μονάχα αυτός έδινε αξία στη ζωή μου και ακοίμητος παραμόνευε το έργο μου. Περιφερόταν στα σύνορα της ζωής μου και εγγυότανε για τη δραματικότητά της την επικύρωνε.

Γιατί η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του. Καμιά μου κίνηση κανένας λόγος μου κι ο πιο καθημερινός κι ασήμαντος η ανάσα μου καμιά απολύτως στιγμή μου δεν θα ζούσε. Δεν θα υπήρχε αν εκείνος απέσυρε το βλέμμα του από επάνω μου αν έχανα την προσοχή του. Σ’ αυτόν τον ακούραστο θεατή μου χρωστάω ό,τι είμαι και δεν είμαι. Το ότι είμαι. Δεν έχει κανένα συναίσθημα για μένα κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο γιατί είναι αλήθεια. Γιατί εγώ δεν θέλω να μ’ αγαπούν δε θέλω να με τιμάν. Θέλω να με λυπούνται με μιαν αναίσθητη. Παγωμένη λύπη που ισοδυναμεί με γνώση. Γιατί ο νους είναι το παν και η ψυχή μας σε τίποτα δεν φταίει για τίποτα δεν είναι ικανή.

Υπάρχει μια αυτόνομη λειτουργία τρόμου μέσα στο νου μας και από αυτήν παίρνει η ψυχή μας και πλάθει τους φτωχικούς εφιάλτες της. Αφηγήθηκα στην Κυβέλη τον εφιάλτη που με ξύπνησε. Πολλές φορές τον έχω ξαναδεί αυτόν τον απλοϊκό κοινό εφιάλτη. Ότι κοιμόμουν με το πρόσωπο στον τοίχο. Μέσα στο άδειο άγνωστο δωμάτιο ενός χωριάτικου σπιτιού όπου με είχε πάει ο ύπνος. Όλα μου τα όνειρα συμβαίνουν σε άγνωστα ελληνικά χωριά. Κάνει πολύ κρύο κι έξω οι δρόμοι είναι ποτάμια λάσπης. Σημαδεμένοι από ρόδες κάρων και λάστιχα τρακτέρ. Ένας άνθρωπος ήταν στο δωμάτιο με πλησίαζε αργά και αθόρυβα. Παράλυτος δεν μπορούσα να γυρίσω να τον δω. Αλλά ήξερα ότι με πλησίαζε το πιο τρομαχτικό πλάσμα του κόσμου.
Το πιο τρομαχτικό πράγμα είναι μαζί και γελοίο. Το γελοίο είναι η φοβερότερη ιδιότητα του τρομαχτικού. Έπρεπε να γυρίσω να δω και με προσπάθεια υπεράνθρωπη γύρισα το κεφάλι. Ένιωσα να τρίζουν και να σπαν οι σπόνδυλοι του τραχήλου μου και τον είδα. Αλλά είχε σκεπασμένο το κεφάλι του κι έκρυβε το πρόσωπό του. Φορούσε μια μεγάλη χαρτοσακούλα από χοντρό πρόστυχο χαρτί που τυλίγουν τα κρέατα και δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του.  Αλλά φαντάστηκα ότι το πρόσωπό του. Θα ήταν ένα κομμάτι κρέας ζωντανό κι εκεί που με ρουφούσε η κινούμενη άμμος ενός ανυπόφορου κινδύνου ο νους μου πάλι με τράβηξε έξω στην επιφάνεια. Ξύπνησα χωρίς ν’ αναγνωρίσω αυτόν που θέλει χυδαία και γελοία να με τρομάξει.
Η Κυβέλη μίλησε καθησυχαστικά αλλά η φωνή της είναι στεγνή και αδιάφορη κι η τρυφερότητά της γίνεται σκληρή. Τότε για πρώτη φορά πρόσεξα ότι είχε σκεπασμένο το ένα μάτι της με ένα μαύρο στρογγυλό κάλυμμα που έδενε πίσω απ’ το κεφάλι της. Εγώ σαν μάνα σ’ αγαπώ και σε φυλάω απ’ το κακό είπε αυτήν την στερεότυπη φράση χωρίς κανένα αίσθημα και συνέχισε με μονότονη ξένη φωνή βγαίνω τις νύχτες. Γυρνάω να βρω τους εφιάλτες σου. Τους ξετρυπώνω τους σέρνω έξω από τις ακάθαρτες φωλιές τους. Τους παίρνω στον δικό μου ύπνο κι εκεί τους σκοτώνω. Εξαιτίας σου τα όνειρά μου σάπισαν μέσα στο αίμα τους λέει η Κυβέλη με μνησικακία.

Τον είδα αυτόν με την κουκούλα. Τον κυνήγησα ανάμεσα σε ερειπωμένα σπίτια γκρεμισμένα από πολύ καιρό. Με άγριες αυλές χορταριασμένες με πολλές συκιές. Τον συνάντησα να κάθεται καταγής στην παραλία μπροστά σε μια θάλασσα γεμάτη αχινούς. Μου φάνηκε πως ήταν στο Καστελλόριζο.. Έσκυψα από πάνω του κι άπλωσα το χέρι μου. Να τραβήξω την κουκούλα αλλά εκείνη τη στιγμή. Άκουσα κάτι σαν λυγμό να βγαίνει πνιχτός μέσα από κείνο το χαρτί και τότε αισθάνθηκα. Πώς ήταν ένα πολύ λυπημένο πλάσμα. Αποτράβηξα το χέρι μου δεν τον ακούμπησα. Τον λυπήθηκα περισσότερο απ’ ό,τι λυπάμαι εσένα. Λυπήσου τον κι εσύ ξαφνικά άλλαξε η φωνή της Κυβέλης κι έγινε ήσυχη και καρτερική. Μ’ αγκάλιασε και τώρα ήταν ξανά η Κυβέλη που ήξερα να λυπάσαι τους φόβους σου. Ποτέ μην τους ξεσκεπάσεις λυπήσου τους αγάπη μου. Άκουσέ τους πως κλαιν όλη τη νύχτα κι ολόκληρο το όνειρο τραντάζεται από το κλάμα τους.

Τίποτε δεν υπάρχει και δεν υπήρξε τίποτε παρά μονάχα ό,τι εγώ πρόλαβα να σκεφτώ
Η ιστορία της Ελένης Ξένου. Στεκόταν εκεί ακίνητη στο άνοιγμα της πόρτας κι η ομορφιά της ήταν κι αυτή άνοιγμα απ’ όπου ήθελαν να περάσουν όλα όσα είχα ζήσει ως εκείνη τη στιγμή. Η Ελένη Ξένου άρχισε να μου μιλά κι εγώ την έβλεπα και την άκουγα και καταλάβαινα αμέσως το νόημα από τα λόγια της σχεδόν πριν τα προφέρει κι ήταν σαν να της υπαγόρευα εγώ ό,τι η ίδια έλεγε και διεπίστωνα ακόμα μια φορά πως τίποτε δεν υπάρχει και δεν υπήρξε τίποτε παρά μονάχα ό,τι εγώ πρόλαβα να σκεφτώ. Και με ό,τι εσκέφτηκα στήριξα τον κόσμο και κάθε φορά τον έσωζα κι έλεγα με την αγωνία της εσχάτης σωτηρίας ευτυχώς πρόλαβα και το σκέφτηκα και το σκέφτηκα και το θυμήθηκα αυτό και το έζησα γιατί αν δεν προλάβαινα τότε δεν θα υπήρχε.

Υπάρχει μονάχα η ώρα που ο νους αισθάνεται κι αυτή την ώρα όλα ανοίγουν και όλα κινδυνεύουν να μην έχουν υπάρξει ποτέ. Άκουα τα λόγια της να έρχονται απ’ αλλού πολύ μακριά από το στόμα της κι από το πρόσωπό της και σκέφτηκα πως μερικές φορές φαίνονται καθαρά οι διαφορετικές φάσεις των πραγμάτων. Υπάρχει ένας αδιανόητος δύσμορφος σκελετός ζωής που συγκρατεί τα πράγματα και τυχαία. Ανεξήγητα τα συνδέει το ένα με το άλλο και καθώς την άκουγα και την έβλεπα ανακάλυπτα με έκπληξη πόσο απέχει το πρόσωπο από την ίδια τη μιλιά του και πρώτη φορά εσκέφτηκα πως άλλος ήχος. Άλλη φωνή κι άλλη ομιλία ταίριαζαν στο πρόσωπο του ανθρώπου. Η Ελένη Ξένου έλεγε με χαμηλή και σταθερή φωνή πως έπαιζα.

Πείτε μου τι ρόλο έπαιξα εγώ στη ζωή σας; Τίποτε δεν υπήρξατε για μένα και κανένα ρόλο δεν είχα την πρόθεση να παίξω και μάλιστα. Έναν ρόλο τόσο σημαντικό όπως σχεδόν εξοργισμένος. Απελπισμένος φωνάξατε ότι είχα παίξει κι ακόμα αφήσατε να φανεί μιλώντας μου κοιτώντας με με τ’ ανυπόφορα μάτια σας. Θελήσατε να κατηγορήσετε απερίφραστα κάποιον. Σιχαίνομαι τους ανθρώπους είναι όλοι τους άνανδροι και δειλοί. Υπαινιχθήκατε ότι ευθυνόμουν για κάποιο ακατανόμαστο έγκλημα που διέπραξα καταστρέφοντάς σας. Για το οποίο όμως εσείς ήδη και με μεγαλοψυχία με είχατε ήδη αθωώσει καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσαν να έχουν γίνει αλλιώς τα πράγματα. Αυτή ήταν η αγαπημένη σας φράση και μ’ αυτήν πάντα κλείνατε τα λόγια σας και μ’ αυτήν αθωώνατε τους πάντες και προπαντός τον εαυτό σας αθωώνατε για την πιο απάνθρωπη πράξη σας. Αν είστε εσείς ικανός για απάνθρωπες πράξεις γιατί ασφαλώς δεν είστε. Έτσι απαλλάξατε κι εμένα πως δεν ήταν δυνατό εγώ να ήμουν αυτή που προκάλεσε την καταστροφή σας. Αλλά ότι εγώ απλώς συνόψιζα. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιήσατε συνόψιζα.
Πόσο κωμικές μου φαίνονταν πάντα οι εκλεκτές σας λέξεις. Συνόψιζα είπατε όλους σας τους θανάτους και ότι εγώ. Η σχέση σας μαζί μου επαναλάμβανε όλους τους προηγούμενους θανάτους σας και ήταν σαν εγώ να τους είχα συγκεντρώσει και να σας είχα καταφέρει το καίριο χτύπημα. Omnia vulnerant ultimum necat. Και φυσικά δεν θα μπορούσαν να έχουν γίνει διαφορετικά τα πράγματα. Αλλά για ποια πράγματα για ποια σχέση μιλάτε. Αφού εγώ δεν έχω και ποτέ δεν είχα καμμία σχέση με σας και είναι βέβαια αδύνατο να υπάρχουν πράγματα που κοινά μας αφορούν εμάς τους δύο. Τίποτα και το πιο ασήμαντο το πιο τυχαίο δεν θα μπορούσε να μας ενώσει εμένα κι εσάς κι εγώ με κάθε τρόπο σας απέφυγα από την αρχή το ξέρετε καλά. Το είχατε κι εσείς από την αρχή αποδεχθεί κι είχατε αντιληφθεί το λόγο.
Ότι από την πρώτη στιγμή που σας αντίκρισα ένοιωσα για σας απέχθεια. Αντιπάθεια και κατάλαβα από την πρώτη κιόλας στιγμή πως τίποτε καλό. Ούτε καν. Τίποτα απολύτως δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί ανάμεσα σ’ εμάς τους δυο κι αν θέλετε κι αν σας αρέσουν όπως σε όλους σας οι ηλίθιες αιτιολογήσεις. Σαν να έχουν καμιά σημασία οι αιτίες ενός γεγονότος την ώρα που το γεγονός αυτό θανατώνει μας έχει κιόλας θανατώσει. Θεωρήστε λοιπόν πως αυτή η τελεσίδικη βεβαιότητα μου από την αρχή γι’ αυτό το αμετάκλητο τίποτε γέννησε την αποστροφή μου για σας.

Πρώτη φορά στην ζωή μου τα συναισθήματά μου για τον άλλον υπήρξαν από την αρχή τόσο κατασταλαγμένα και αναπότρεπτα. Σαν να είχα κιόλας ζήσει μαζί σας την πιο έντονη σχέση και είχα βγει από αυτήν πληγωμένη αλλά και πάλι προσέξτε. Μη φανταστείτε κάτι υπερβολικό ή αβυσσαλέο που τάχα βαθιά με τάραξε κι ύστερα εκδηλώθηκε ανεστραμμένο. Μεταμορφωμένο σ’ αυτή την αποστροφή κι ότι ίσως εγώ είχα προσέξει ραγδαία κι είχα από πριν ζήσει την ιστορία μας βαθιάς μας σχέσης αφού απ’ όλες τις σχέσεις και τις πιο ιδανικές βγαίνουμε στο τέλος προδομένοι βρωμισμένοι. Σας βεβαιώνω τίποτε τέτοιο δεν συνέβη αν και δεν είναι ακριβώς αποστροφή είναι μίσος.

Με ήρεμο με ατάραχο. Με καλό μίσος σας εχθρεύομαι. Σας μισώ. Θέλω να πεθάνετε. Αυτήν την στιγμή τώρα. Μπροστά μου! φώναξε η Ελένη Ξένου με λύσσα κι έτρεμε κρατήθηκε στο κούφωμα της πόρτας κάτωχρη. Είπε γελώντας αυτήν την παραφορά περιμένετε ίσως από μένα για να σκεφτείτε κάποιον δαιμονικό έρωτα που έχω για σας. Μην το κάνετε σας προειδοποιώ και μη με ρωτήσετε περισσότερα. Δεν υπάρχουν. Κρατήστε αυτήν την μόνη αλήθεια. Πόσο ανίκανο πόσο ακίνδυνο είναι για σας αυτό το μίσος και πόσο άτονο και φυσικό για μένα. Πιστέψτε με. Εγώ ξέρω.

Ισχυροί άγνωστοι αποφασίζουν για τα αισθήματά μας και η υπόδουλη ψυχή μας τα εκτελεί.
Και μη μου καταλογίσετε αλλόκοτες θηλυκές νευρώσεις. Δεν έχω σκοτάδι εγώ. Ολόκληρη είμαι στο φως κι ίσως αυτό να σας γοήτευσε σε μένα όμως για μένα αυτή είναι η λέπρα μου ότι το φως. Θεέ μου το φως μ’ έχει όλη διαπεράσει και δεν υπάρχει για μένα στον κόσμο σκιά. Να προστατευθώ από αυτό το ανευλαβές φως που πέφτει διαρκώς επάνω μου και διαρκώς αισθάνομαι τα μάτια μου να λείπουν. Αλλά και πάλι μην υποθέσετε ότι τώρα εδώ μπροστά σας στέκομαι και σας εξομολογούμαι σας εμπιστεύομαι. Πραγματικά δικά μου μυστικά κι ανομολόγητα και πώς θα μπορούσα αφού κανέναν άνθρωπο δεν το θεωρώ. Δεν σας θεωρώ άξιο καμιάς εμπιστοσύνης. Σας παρακαλώ υπολογίστε την τρυφερότητα των μισητών μου λόγων και υποδεχθείτε ψύχραιμα την αβλαβή κακία μου για σας που δεν σημαίνει παρά την απαγόρευσή μου να αισθανθείτε το παραμικρό για μένα και να το απαιτήσετε ακόμα κι αν δεν το απαιτήσετε φανερά.

Πάντα οι άλλοι μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Με τη βία μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Και την άρνησή μου να την θυμάστε σαν μια απόλυτη σιωπή. Τίποτε δεν υπονοεί κι αν σας μίλησα είναι γιατί είμαι τίμια. Αυτά σε όλους τα έχω πει όλοι από μένα την ίδια τα έχουν μάθει αυτά που είπα για το φως. Αν και το παραδέχομαι δεν υπάρχει ευτελέστερη ανανδρία από την ειλικρίνεια. Είμαι λοιπόν κι εγώ όπως όλοι σας άνανδρη και δειλή. Αφήστε με ήσυχη. Μην ξανάρθετε. Δεν έχω τίποτε να σας πω κι από την αρχή ποτέ δεν είχα τίποτε να σας πω κι αυτός ήταν ο λόγος που αμέσως έκανα έρωτα μαζί σας γιατί δεν είχα τίποτε απολύτως να σας πω. Φύγετε. Και μπορεί να προαισθανθήκατε σωστά γιατί ο μοναδικός τρόπος να ασχοληθώ μαζί σας είναι να σας καταστρέψω. Αλλά ποτέ δεν θα ασχοληθώ μ’ εσάς τίποτε δεν σας προξενήσω

κι ούτε κανένας άνθρωπος καταστράφηκε ποτέ από έναν άλλον άνθρωπο. Φύγετε λοιπόν πηγαίνετε να καταστραφείτε μόνος σας. Ανησυχώ για σας. Φοβάμαι ότι στο τέλος θα αυτοκτονήσετε. Ίσως επειδή ποτέ δεν είχατε τους ανθρώπους που θέλατε ενώ σας είχαν πάντα οι άνθρωποι που σας ήθελαν και θα φύγετε με την πικρία της αδυναμίας σας να αναγκάσετε τους άλλους να αισθανθούν. Τόσο το χειρότερο για σας. Πραγματικά σας λυπάμαι είπε η Ελένη και δάκρυσε θα είναι κρίμα.
Εν τω μεταξύ πλάστε όπως σας αρέσει την φανταστική ιστορία σας μ’ εμένα. Αλλά εγώ θα σας βοηθήσω αν και το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω είναι να αποσύρω τη μορφή μου. Δε θα με ξαναδείτε. Με δυσκολία με κόπο που όσο πάει θα μεγαλώνει η μνήμη σας θα αγωνιά. Θα αγωνίζεται να ξαναφτιάξει τη μορφή μου το πρόσωπό μου το σώμα μου. Έχω ακούσει αλλά το ξέρω κι από τον εαυτό μου πως η μνήμη μας χάνει πολύ γρήγορα και πριν απ’ όλα τα άλλα χάνει τις μορφές εκείνων που αγαπήσαμε. Δεν είναι παράδοξο;
Η εικόνα μου στην μνήμη σας θα έχει πια τρυπήσει και θα ξεφεύγω από τις τρύπες κι εσείς μ’ αγωνία με πόνο. Θα προσπαθείτε να κρατήσετε ακέραια όλα μου τα μέλη όμως αυτά θα χάνονται θα γλυστράν μέσα από τα δάχτυλα σας ώσπου τίποτε πια να μη μείνει μέσα σας από την μορφή μου από εμένα. Θα είναι ένα μαρτύριο για σας αλλά εύχομαι. Ειλικρινά σας το εύχομαι ν’ αντέξετε σ’ αυτήν την εξαθλίωση. Η Ελένη έκλεισε την πόρτα και βρέθηκα στο σκοτάδι γιατί όλο το φως ερχόταν από μέσα. Αλλά σε λίγο η πόρτα ξανάνοιξε και πάλι ξαναφάνηκε αυτή με όλο της το φως. Κρατούσε κι έσερνε στο πράσινο μωσαϊκό όρθιον έναν πίνακα. Είπε με φωνή θαμπή σας τον χαρίζω. Πάρτε τον. Σας παρακαλώ. Πάρτε τον το πρόσωπό της είναι αγνώριστο. Αλλοιωμένο από την πιο ταπεινή παράκληση από μιαν ασέλγεια αξιολύπητη. Έκαμνε το χάρισμα αυτό με μια τελευταία υγρή χειρονομία ερωτικού θανάτου.

Ο πίνακας ήταν η ολόσωμη προσωπογραφία της. Αναγνώρισα τον διάσημο Έλληνα ζωγράφο που την είχε κάνει. Το πρόσωπο της Ελένης στον πίνακα ήταν σκοτεινό. Αλλά με παράξενα και έντονα ευδιάκριτες όλες τις λεπτομέρειες των χαρακτηριστικών του. Ήταν επίτηδες αφώτιστο κι όμως μ’ έναν άλλον βασανιστικό τρόπο φωτεινό. Σαν από αλχημεία φυλαγμένων παλαιών χρωμάτων ο ζωγράφος ήθελε να απομακρύνει όλο εκείνο το φως που η Ελένη Ξένου το είχε κατηγορήσει ότι διάβρωνε τη ζωή της. Ήταν αυτή όπως ποτέ με κανέναν άλλον τρόπο δεν θα ήταν.

Χάθηκε πάλι κλείνοντας αργά την πόρτα. Έγινε ξανά σκοτάδι. Ψηλάφισα τον μουσαμά και ξαφνικά σκέφτηκα πως η μορφή του ανθρώπου δεν υπάρχει στην φύση και ότι οι ζωγράφοι την έχουν επινοήσει. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκα μέσα σε μια διαύγεια που ήταν σαν να έτριζε. Μέσα σ’ έναν απότομο κρότο κατάλαβα πως ήμουν το θύμα της σκοτεινής πλεκτάνης των ανθρώπων.

Άφησε με για μια φορά να σου πω εγώ έναν εφιάλτη ουρλιάζοντας από την πιο άγρια την πιο αχαλίνωτη λαγνεία ζωής
φώτα! Φώτα! Φώτα! φώναξε σαν να πνιγόταν η Κυβέλη. Το σπίτι γέμισε αναμμένες λάμπες. Η Κυβέλη στάθηκε στη μέση του δωματίου κάτω απ’ το φως ενός εκκλησιαστικού πολυελαίου. Καταρράχτης αστραφτερών κρυστάλλων έπεσε επάνω της. Έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες της. Δεν αντέχω το σκοτάδι είπε κατάκοπη. Ποιοι με όρισαν να γίνω εγώ το σκοτάδι που θα σε κρύβει λέει με θυμό. Με παράπονο με ένταση με κοιτάζει.

Άφησέ με για μια φορά να σου πω εγώ έναν εφιάλτη. Ήμασταν οκτώ-εννέα χρονών. Εγώ σ’ ανάσταινα ήσουν ό,τι είχα και δεν είχα. Ξαφνικά σαν να με πήρε ο ύπνος γερμένη στο πλάι σου. Κοιμόμουν από ώρα και σαν ένα μικρό άγγελο ολόδικό μου σε είχα στην αγκαλιά μου. Τότε ένας θόρυβος με ξύπνησε κι είδα πως έλειπες από κοντά μου. Είδα ένα άγνωστο παιδί να τρέχει μέσα στο δωμάτιο. Φώναζε με όλη του τη φωνή. Το πρόσωπό του είχε γίνει μπλε από την έξαψη από έναν πυρετό χαράς κι είχε ένα γέλιο βαθύ και σκαφτό σαν γεροντικό. Ήσουν εσύ αλλά στην αρχή δεν σε γνώρισα έτσι παρμένον. Από μιαν αφύσικη μανία παιχνιδιού να φτεροκοπάς παντού μέσα στο δωμάτιο ουρλιάζοντας από την πιο άγρια την πιο αχαλίνωτη λαγνεία ζωής.

Ξαφνικά το παιδί χάθηκε. Μια διαπεραστική ησυχία ήρθε και ξέσκισε τα αυτιά μου. Με αγωνία άρχισα να ψάχνω πού είχες κρυφτεί γιατί είχες ξαφνικά σωπάσει. Τότε σε είδα. Είδα εκείνο το δαιμονισμένο παιδί να κάθεται ακίνητο δίπλα μου στο κρεβάτι. Ήσυχο με κοίταξε σιωπηλό. Αλλά με μια σοβαρότητα στοχαστική κι εκείνο το ξαφνικό πέρασμα από τη χαρά στη νέκρα με πάγωσε από τον φόβο κι εκείνο που με τάραξε ήταν ότι ένιωσα πως η σοφή του σοβαρότητα σ’ εμένα απευθυνόταν. Κάτι τρομερό άρχιζε για μένα. Δεν έδειχνες λύπη ή έχθρα αλλά μια περίσκεψη ώριμη. Τόσο γνωστικιά για ένα παιδί κι αυτό την έκαμνε εφιαλτική και μ’ έκανε να προαισθανθώ μιαν ασήκωτη. Την απάνθρωπη ευθύνη που από δω και πέρα θα πλάκωνε την ζωή μου.
η Κυβέλη λέει αφηρημένα ο Yannic μου είπε πως όταν με είδε για πρώτη φορά στην Φλωρεντία. Μόλις μ’ αντίκρισε ένιωσε ξαφνικά σαν ετοιμοθάνατος. Όταν κάποιος σε κάνει να αισθανθείς ετοιμοθάνατος είναι το σημάδι ότι σε δείχνει ο έρωτας κι από την δικαιοσύνη του είσαι καταδικασμένος κι όταν ο Yannic άρχισε να με ρωτά. Ήθελε να μάθει για μένα κι εγώ του αποκρίθηκα. Θυμάμαι την απάντησή μου με ντροπή επειδή ήταν μεγαλόστομη αλλά εκείνη την ώρα. Με άρπαξε η τραγική παράλυτη μου μοίρα και απάντησα πως η μοναδική αξιοπρέπεια της ζωής και του θανάτου μας είναι να μη μάθε κανείς κι ο πιο αγαπημένος. Προπαντός ο πιο αγαπημένος να μη μάθει ποτέ από πού έρχεσαι. Πώς έζησες και πώς αγάπησες και πώς πεθαίνεις. Μη δίνεις σημασία στα σκοτάδια μου είπε ξένοιαστα η Κυβέλη. Είναι δικά μου μ’ αυτά γεννήθηκα κι εσύ είσαι το αυστηρό φως που τα φράζει να μη χυθούν.
Αηδιαστικοί ιδρώτες έξω απ’ το μαύρο σώμα μου. Άσπρε μου αδελφέ είσαι το αρχοντικό μου γένος αλλά εγώ είμαι η βάρβαρη νόθα πιστή σου δούλα. Αυτή είναι η αξία μου να είμαι νόθα και δούλα. Η Κυβέλη λέει ξεσηκωμένη από αθώα χαρά εργάστηκα πολύ για σένα αυτό τον καιρό. Μετέφρασα για χάρη σου μια κέλτικη μπαλάντα. Λέγεται Diougan Gwenc Hlan που θα πει Η Προφητεία του Γκουένκ Χλαν. Μέρες ερχόταν και μου την τραγουδούσε ένας νεαρός βρετόννος. Δεκαέξι χρονών από το χωριό. Τραγουδάει με σπασμένη βραχνή φωνή γριάς γυναίκας.