Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ Η ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΝΟΥΣ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΟΛΑ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΚΙ ΟΛΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΤΕ:

Η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του… Κι εγώ που ήμουν ποιητής ήξερα πόσο οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους. Τους διεκδικούν από το μοναδικό ον που έχουν ανάγκη οι ποιητές. Τον άγνωστο κι αθέατο μάρτυρα της ζωής τους. Αυστηρός κι ως το τέλος βουβός τον αισθάνομαι να με παρακολουθεί από παντού. Γνωρίζει όλα τα πράγματα της ζωής μου ορίζει την ποίησή μου. Μονάχα αυτός μπορεί να επέμβει. θα φανερωθεί ξαφνικά την ώρα που θα κινδυνεύει η ζωή μου την ώρα Που ένα χάλκινο ποίημα να μπηχτεί κάτω απ’ την καρδιά μου. Μονάχα αυτός έδινε αξία στη ζωή μου και ακοίμητος παραμόνευε το έργο μου. Περιφερόταν στα σύνορα της ζωής μου και εγγυότανε για τη δραματικότητά της την επικύρωνε. Γιατί η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του. Καμιά μου κίνηση κανένας λόγος μου κι ο πιο καθημερινός κι ασήμαντος η ανάσα μου καμιά απολύτως στιγμή μου δεν θα ζούσε. Δεν θα υπήρχε αν εκείνος απέσυρε το βλέμμα του από επάνω μου αν έχανα την προσοχή του. Σ’ αυτόν τον ακούραστο θεατή μου χρωστάω ό,τι είμαι και δεν είμαι. Το ότι είμαι. Δεν έχει κανένα συναίσθημα για μένα κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο γιατί είναι αλήθεια. Γιατί εγώ δεν θέλω να μ’ αγαπούν δε θέλω να με τιμάν. Θέλω να με λυπούνται με μιαν αναίσθητη. Παγωμένη λύπη που ισοδυναμεί με γνώση. Γιατί ο νους είναι το παν και η ψυχή μας σε τίποτα δεν φταίει για τίποτα δεν είναι ικανή.  [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Ο Εχθρός του Ποιητή, Εκδόσεις Κέδρος 1990 ART by  

Η Τέχνη είναι ό,τι απέμεινε από το Θεό… Η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται ρημαγμένη από κάτι που δεν έχει αιτία… Κι εγώ που ήμουν Ποιητής ήξερα πόσο οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους. Τους διεκδικούν από το μοναδικό ον που έχουν ανάγκη οι ποιητές, τον άγνωστο κι αθέατο μάρτυρα της ζωής τους

Μονάχα εγώ την τελευταία ημέρα θα το ακούσω να δύει για πάντα εκείνο το μικρό λυπημένο σου Ποίημα


Η Κυβέλη με αγιότητα. Με βούρκωμα μαρτυρικής μέριμνας και πίστης για τους ανθρώπους. Είπε τρέμοντας από καλοσύνη η τέχνη είναι ό,τι απέμεινε από τον Θεό. Ας αφήσουμε λοιπόν τους ανθρώπους να έρθουν μόνοι τους προς αυτήν. Είμαι ποιητής και είμαι τριάντα επτά χρονών. Με λεν Κωνσταντίνο Λάιο. Η Κυβέλη είναι η δίδυμη αδελφή μου. Θα έρθουν! λέει η Κυβέλη ευτυχισμένη. Ο αιώνας θα αγιασθεί από την τέχνη κι ο κόσμος όλος θα αισθανθεί το μεγαλείο της και μονάχα εγώ απ’ όλους τους ανθρώπους. Μονάχα εγώ την τελευταία ημέρα θα το ακούσω να δύει για πάντα εκείνο το μικρό λυπημένο σου ποίημα. Σ’ αυτήν την ηλικία που έφτασα με κόπους θανάσιμους με αρρώστιες βαρειές. Σηκώθηκα πολύ πρωί κι είπα μ’ απελπισμένη ικεσία τελειώσαν πια για πάντα για μένα τα φυσικά πράγματα. Από σήμερα θα ζήσω περιμένοντας το υπερφυσικό.
Τότε συνέβησαν δυο υπερφυσικά γεγονότα. Το πρώτο έγινε σε μια εξοχή της Βοιωτίας. Ο καιρός ήταν βροχερός και ξαφνικά είδα επάνω σ’ έναν χαμηλό λόφο. Η μορφή του σκοτεινή όπως η γη ένας άνθρωπος όρθιος κι ασάλευτος. Στραμμένος προς εμένα ένας κουρασμένος άγνωστος πολεμιστής. Ντυμένος με μυθική μαύρη σιδερένια στολή φαινόταν τεράστιος. Αλλά ήταν εκεί για μένα κι αισθάνθηκα πως εγώ ήμουν η αιτία που ήταν πολεμιστής. Ξαφνικά σήκωσέ το πρόσωπό του προς τον ουρανό κι ούρλιαξε με μια φωνή που δεν ήταν ανθρώπινη. Ύστερα λύγισε απότομα στα δυο υποφέροντας από τρομερό πόνο. Ξεκίνησα να πάω προς το μέρος του. Έφτασα εκεί με αγωνία κλαίοντας από την ταραχή. Εκεί αντίκρισα ένα θέαμα αποτρόπαιο. Ένα σκοτωμένο πελώριο αγριογούρουνο κειτόταν εκεί όπου στεκόταν ο ουράνιος πολεμιστής. Μαύρες χοντρές τρίχες σκέπαζαν το άψυχο σώμα του. Από κάπου κοντά ακούγονταν οξείες οιμωγές μικρών γουρουνιών που ήταν τα παιδιά του. Πάνω από το νεκρό ζώο έσκυβαν τρεις άθλιοι άνθρωποι. Έμοιαζαν με παλιούς Έλληνες. Ντυμένοι με φαρδιές γκρίζες καμπαρτίνες που φορούσαν οι μικροαστοί του πενήντα. Μονάχα ο τρίτος ήταν τυλιγμένος με μια τριμμένη στρατιωτική κουβέρτα με φθαρμένα γράμματα κεντημένα καλλιγραφικά ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ. Οι άλλοι δυο είχαν σφιχτά δεμένη την ζώνη της καμπαρτίνας τους. Φορούσαν βρώμικα άσπρα πουκάμισα και πλεχτές νάιλον μαύρες γραβάτες. Θύμιζαν τους πεινασμένους Έλληνες δημόσιους υπάλληλους μετά την Κατοχή. Αλλά καταγίνονταν με έργα φριχτά. Ο ένας με το δείχτη του προσπαθούσε να ξεριζώσει τα θολά μάτια του ζώου. Έμπηγε το δάχτυλο του μέσα στην κόγχη και το στριφογύριζε κυκλικά για να ξεκολλήσει τον βολβό με το νύχι του. Ο άλλος έχωνε τα χέρια του μέσα στο μαχαιρωμένο ανοιγμένο κουφάρι. Τραβούσε την καρδιά και με τα δυο χέρια. Έσπαγε τεντώνοντας με δύναμη τις ασημένιες αορτές σα να κλάδευε απόκοβε την καρδιά από λασπωμένους με αίμα θάμνους. Ο τρίτος με την στρατιωτική κουβέρτα είχε κολλήσει το στόμα του στο μισάνοιχτο στόμα του ζώου. Σα να το φιλούσε και κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι του για να πάρει αναπνοή και πάλι ξανάσκυβε κι έγλειφε και φιλούσε το αποκρουστικό ρύγχος και κατάπινε τα πηχτά ματωμένα σάλια.

Το άλλο υπερφυσικό γεγονός ήταν ο ερχομός της Κυβέλης. Αλλά δεν ήταν φυσικός ερχομός. Η Κυβέλη είχε οριστικά εγκαταλείψει την Ελλάδα. Είχε παντρευτεί πριν δεκαοκτώ χρόνια έναν ξένο τον Yannic Kerjean. Δεν θα ξαναγύριζε ποτέ πια στην Ελλάδα. Όμως ξαφνικά την είδα ξυπνώντας. Καθόταν στα πόδια του κρεβατιού και ενώ ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι η δικιά μου Κυβέλη και παρόλο που καταλάβαινα πως δεν ήταν όνειρό μου ή μια παραίσθησή μου. Ήταν αυτή η ίδια ζωντανή. Η πραγματικότητα του απρόοπτου ερχομού της δεν είχε καμιά σχέση με την πραγματικότητα της ισόβιας αυτοεξορίας της, της ορκισμένης απουσίας της. Ούτε ένα γράμμα δεν έχουμε ανταλλάξει. Μένει μόνιμα στο χωριό Henvic της Βρετάννης είναι η πατρίδα του Kerjean. Το σπίτι τους είναι ένα μεγάλο διώροφο πρεσβυτέριο και ονομάζεται Ty Croas σπίτι του σταυρού. Επειδή έξω από την πόρτα του κήπου υπήρχε ένας μεγάλος σταυρός από γρανίτη. Ο θείος του Yannic ήταν chanoine. Δεν έκαναν παιδιά. Η μητέρα Ευρυδίκη δεν ήθελε αυτόν το γάμο. Έπεσε να πεθάνει. Ολοφυρόταν τις νύχτες και καταριόταν τον Yannic. Αυτόν τον ξένο και για τη μητέρα Ευρυδίκη όποιος δεν ήταν Έλληνας ήταν κακός και ανάξιος. Ήξερε όπως κι εγώ το ήξερα πως ποτέ δεν θα ξαναγυρνούσε.

Όμως εγώ την έπεισα με τα καλά μου όνειρα τα λαμπερά προαισθήματα που τάχα είχα. Γιατί η μητέρα Ευρυδίκη πίστευε στους πειραματισμούς. Στο τέλος υποτάχθηκε ότι αυτή ήταν η μοίρα της ακριβής της κόρης και τίποτε δεν θα την άλλαζε. Όταν την παρηγόρησα ότι εγώ θα την ξαναέφερνα πίσω αν την αποζητούσε. Η μητέρα Ευρυδίκη με κοίταξε με μίσος μου είπε δεν ξέρω γιατί. Αλλά αισθάνομαι ότι εσύ φταις για όλα. Για όλα! όσα μας έτυχαν για ό,τι μας μέλλεται ακόμα. Μακάρι εσύ να έφευγες και να μην ξαναγυρνούσες. Μακάρι εσύ να πέθαινες αντί για την Κυβέλη. Γιατί η Κυβέλη πέθανε πια για μένα κι ούτε και πεθαμένη δεν θα την ξαναδώ. Είχε δει ότι εγώ ήθελα να φύγει για πάντα η Κυβέλη να μην την ξαναδώ ποτέ. Επειδή η Κυβέλη με λάτρευε και με προστάτευε όσο κανείς στον κόσμο.

Η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του
Κι εγώ που ήμουν ποιητής ήξερα πόσο οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους. Τους διεκδικούν από το μοναδικό ον που έχουν ανάγκη οι ποιητές. Τον άγνωστο κι αθέατο μάρτυρα της ζωής τους. Αυστηρός κι ως το τέλος βουβός τον αισθάνομαι να με παρακολουθεί από παντού. Γνωρίζει όλα τα πράγματα της ζωής μου ορίζει την ποίησή μου. Μονάχα αυτός μπορεί να επέμβει. θα φανερωθεί ξαφνικά την ώρα που θα κινδυνεύει η ζωή μου την ώρα Που ένα χάλκινο ποίημα να μπηχτεί κάτω απ’ την καρδιά μου. Μονάχα αυτός έδινε αξία στη ζωή μου και ακοίμητος παραμόνευε το έργο μου. Περιφερόταν στα σύνορα της ζωής μου και εγγυότανε για τη δραματικότητά της την επικύρωνε.

Γιατί η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του. Καμιά μου κίνηση κανένας λόγος μου κι ο πιο καθημερινός κι ασήμαντος η ανάσα μου καμιά απολύτως στιγμή μου δεν θα ζούσε. Δεν θα υπήρχε αν εκείνος απέσυρε το βλέμμα του από επάνω μου αν έχανα την προσοχή του. Σ’ αυτόν τον ακούραστο θεατή μου χρωστάω ό,τι είμαι και δεν είμαι. Το ότι είμαι. Δεν έχει κανένα συναίσθημα για μένα κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο γιατί είναι αλήθεια. Γιατί εγώ δεν θέλω να μ’ αγαπούν δε θέλω να με τιμάν. Θέλω να με λυπούνται με μιαν αναίσθητη. Παγωμένη λύπη που ισοδυναμεί με γνώση. Γιατί ο νους είναι το παν και η ψυχή μας σε τίποτα δεν φταίει για τίποτα δεν είναι ικανή.

Υπάρχει μια αυτόνομη λειτουργία τρόμου μέσα στο νου μας και από αυτήν παίρνει η ψυχή μας και πλάθει τους φτωχικούς εφιάλτες της. Αφηγήθηκα στην Κυβέλη τον εφιάλτη που με ξύπνησε. Πολλές φορές τον έχω ξαναδεί αυτόν τον απλοϊκό κοινό εφιάλτη. Ότι κοιμόμουν με το πρόσωπο στον τοίχο. Μέσα στο άδειο άγνωστο δωμάτιο ενός χωριάτικου σπιτιού όπου με είχε πάει ο ύπνος. Όλα μου τα όνειρα συμβαίνουν σε άγνωστα ελληνικά χωριά. Κάνει πολύ κρύο κι έξω οι δρόμοι είναι ποτάμια λάσπης. Σημαδεμένοι από ρόδες κάρων και λάστιχα τρακτέρ. Ένας άνθρωπος ήταν στο δωμάτιο με πλησίαζε αργά και αθόρυβα. Παράλυτος δεν μπορούσα να γυρίσω να τον δω. Αλλά ήξερα ότι με πλησίαζε το πιο τρομαχτικό πλάσμα του κόσμου.
Το πιο τρομαχτικό πράγμα είναι μαζί και γελοίο. Το γελοίο είναι η φοβερότερη ιδιότητα του τρομαχτικού. Έπρεπε να γυρίσω να δω και με προσπάθεια υπεράνθρωπη γύρισα το κεφάλι. Ένιωσα να τρίζουν και να σπαν οι σπόνδυλοι του τραχήλου μου και τον είδα. Αλλά είχε σκεπασμένο το κεφάλι του κι έκρυβε το πρόσωπό του. Φορούσε μια μεγάλη χαρτοσακούλα από χοντρό πρόστυχο χαρτί που τυλίγουν τα κρέατα και δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του.  Αλλά φαντάστηκα ότι το πρόσωπό του. Θα ήταν ένα κομμάτι κρέας ζωντανό κι εκεί που με ρουφούσε η κινούμενη άμμος ενός ανυπόφορου κινδύνου ο νους μου πάλι με τράβηξε έξω στην επιφάνεια. Ξύπνησα χωρίς ν’ αναγνωρίσω αυτόν που θέλει χυδαία και γελοία να με τρομάξει.
Η Κυβέλη μίλησε καθησυχαστικά αλλά η φωνή της είναι στεγνή και αδιάφορη κι η τρυφερότητά της γίνεται σκληρή. Τότε για πρώτη φορά πρόσεξα ότι είχε σκεπασμένο το ένα μάτι της με ένα μαύρο στρογγυλό κάλυμμα που έδενε πίσω απ’ το κεφάλι της. Εγώ σαν μάνα σ’ αγαπώ και σε φυλάω απ’ το κακό είπε αυτήν την στερεότυπη φράση χωρίς κανένα αίσθημα και συνέχισε με μονότονη ξένη φωνή βγαίνω τις νύχτες. Γυρνάω να βρω τους εφιάλτες σου. Τους ξετρυπώνω τους σέρνω έξω από τις ακάθαρτες φωλιές τους. Τους παίρνω στον δικό μου ύπνο κι εκεί τους σκοτώνω. Εξαιτίας σου τα όνειρά μου σάπισαν μέσα στο αίμα τους λέει η Κυβέλη με μνησικακία.

Τον είδα αυτόν με την κουκούλα. Τον κυνήγησα ανάμεσα σε ερειπωμένα σπίτια γκρεμισμένα από πολύ καιρό. Με άγριες αυλές χορταριασμένες με πολλές συκιές. Τον συνάντησα να κάθεται καταγής στην παραλία μπροστά σε μια θάλασσα γεμάτη αχινούς. Μου φάνηκε πως ήταν στο Καστελλόριζο.. Έσκυψα από πάνω του κι άπλωσα το χέρι μου. Να τραβήξω την κουκούλα αλλά εκείνη τη στιγμή. Άκουσα κάτι σαν λυγμό να βγαίνει πνιχτός μέσα από κείνο το χαρτί και τότε αισθάνθηκα. Πώς ήταν ένα πολύ λυπημένο πλάσμα. Αποτράβηξα το χέρι μου δεν τον ακούμπησα. Τον λυπήθηκα περισσότερο απ’ ό,τι λυπάμαι εσένα. Λυπήσου τον κι εσύ ξαφνικά άλλαξε η φωνή της Κυβέλης κι έγινε ήσυχη και καρτερική. Μ’ αγκάλιασε και τώρα ήταν ξανά η Κυβέλη που ήξερα να λυπάσαι τους φόβους σου. Ποτέ μην τους ξεσκεπάσεις λυπήσου τους αγάπη μου. Άκουσέ τους πως κλαιν όλη τη νύχτα κι ολόκληρο το όνειρο τραντάζεται από το κλάμα τους.

Τίποτε δεν υπάρχει και δεν υπήρξε τίποτε παρά μονάχα ό,τι εγώ πρόλαβα να σκεφτώ
Η ιστορία της Ελένης Ξένου. Στεκόταν εκεί ακίνητη στο άνοιγμα της πόρτας κι η ομορφιά της ήταν κι αυτή άνοιγμα απ’ όπου ήθελαν να περάσουν όλα όσα είχα ζήσει ως εκείνη τη στιγμή. Η Ελένη Ξένου άρχισε να μου μιλά κι εγώ την έβλεπα και την άκουγα και καταλάβαινα αμέσως το νόημα από τα λόγια της σχεδόν πριν τα προφέρει κι ήταν σαν να της υπαγόρευα εγώ ό,τι η ίδια έλεγε και διεπίστωνα ακόμα μια φορά πως τίποτε δεν υπάρχει και δεν υπήρξε τίποτε παρά μονάχα ό,τι εγώ πρόλαβα να σκεφτώ. Και με ό,τι εσκέφτηκα στήριξα τον κόσμο και κάθε φορά τον έσωζα κι έλεγα με την αγωνία της εσχάτης σωτηρίας ευτυχώς πρόλαβα και το σκέφτηκα και το σκέφτηκα και το θυμήθηκα αυτό και το έζησα γιατί αν δεν προλάβαινα τότε δεν θα υπήρχε.

Υπάρχει μονάχα η ώρα που ο νους αισθάνεται κι αυτή την ώρα όλα ανοίγουν και όλα κινδυνεύουν να μην έχουν υπάρξει ποτέ. Άκουα τα λόγια της να έρχονται απ’ αλλού πολύ μακριά από το στόμα της κι από το πρόσωπό της και σκέφτηκα πως μερικές φορές φαίνονται καθαρά οι διαφορετικές φάσεις των πραγμάτων. Υπάρχει ένας αδιανόητος δύσμορφος σκελετός ζωής που συγκρατεί τα πράγματα και τυχαία. Ανεξήγητα τα συνδέει το ένα με το άλλο και καθώς την άκουγα και την έβλεπα ανακάλυπτα με έκπληξη πόσο απέχει το πρόσωπο από την ίδια τη μιλιά του και πρώτη φορά εσκέφτηκα πως άλλος ήχος. Άλλη φωνή κι άλλη ομιλία ταίριαζαν στο πρόσωπο του ανθρώπου. Η Ελένη Ξένου έλεγε με χαμηλή και σταθερή φωνή πως έπαιζα.

Πείτε μου τι ρόλο έπαιξα εγώ στη ζωή σας; Τίποτε δεν υπήρξατε για μένα και κανένα ρόλο δεν είχα την πρόθεση να παίξω και μάλιστα. Έναν ρόλο τόσο σημαντικό όπως σχεδόν εξοργισμένος. Απελπισμένος φωνάξατε ότι είχα παίξει κι ακόμα αφήσατε να φανεί μιλώντας μου κοιτώντας με με τ’ ανυπόφορα μάτια σας. Θελήσατε να κατηγορήσετε απερίφραστα κάποιον. Σιχαίνομαι τους ανθρώπους είναι όλοι τους άνανδροι και δειλοί. Υπαινιχθήκατε ότι ευθυνόμουν για κάποιο ακατανόμαστο έγκλημα που διέπραξα καταστρέφοντάς σας. Για το οποίο όμως εσείς ήδη και με μεγαλοψυχία με είχατε ήδη αθωώσει καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσαν να έχουν γίνει αλλιώς τα πράγματα. Αυτή ήταν η αγαπημένη σας φράση και μ’ αυτήν πάντα κλείνατε τα λόγια σας και μ’ αυτήν αθωώνατε τους πάντες και προπαντός τον εαυτό σας αθωώνατε για την πιο απάνθρωπη πράξη σας. Αν είστε εσείς ικανός για απάνθρωπες πράξεις γιατί ασφαλώς δεν είστε. Έτσι απαλλάξατε κι εμένα πως δεν ήταν δυνατό εγώ να ήμουν αυτή που προκάλεσε την καταστροφή σας. Αλλά ότι εγώ απλώς συνόψιζα. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιήσατε συνόψιζα.
Πόσο κωμικές μου φαίνονταν πάντα οι εκλεκτές σας λέξεις. Συνόψιζα είπατε όλους σας τους θανάτους και ότι εγώ. Η σχέση σας μαζί μου επαναλάμβανε όλους τους προηγούμενους θανάτους σας και ήταν σαν εγώ να τους είχα συγκεντρώσει και να σας είχα καταφέρει το καίριο χτύπημα. Omnia vulnerant ultimum necat. Και φυσικά δεν θα μπορούσαν να έχουν γίνει διαφορετικά τα πράγματα. Αλλά για ποια πράγματα για ποια σχέση μιλάτε. Αφού εγώ δεν έχω και ποτέ δεν είχα καμμία σχέση με σας και είναι βέβαια αδύνατο να υπάρχουν πράγματα που κοινά μας αφορούν εμάς τους δύο. Τίποτα και το πιο ασήμαντο το πιο τυχαίο δεν θα μπορούσε να μας ενώσει εμένα κι εσάς κι εγώ με κάθε τρόπο σας απέφυγα από την αρχή το ξέρετε καλά. Το είχατε κι εσείς από την αρχή αποδεχθεί κι είχατε αντιληφθεί το λόγο.
Ότι από την πρώτη στιγμή που σας αντίκρισα ένοιωσα για σας απέχθεια. Αντιπάθεια και κατάλαβα από την πρώτη κιόλας στιγμή πως τίποτε καλό. Ούτε καν. Τίποτα απολύτως δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί ανάμεσα σ’ εμάς τους δυο κι αν θέλετε κι αν σας αρέσουν όπως σε όλους σας οι ηλίθιες αιτιολογήσεις. Σαν να έχουν καμιά σημασία οι αιτίες ενός γεγονότος την ώρα που το γεγονός αυτό θανατώνει μας έχει κιόλας θανατώσει. Θεωρήστε λοιπόν πως αυτή η τελεσίδικη βεβαιότητα μου από την αρχή γι’ αυτό το αμετάκλητο τίποτε γέννησε την αποστροφή μου για σας.

Πρώτη φορά στην ζωή μου τα συναισθήματά μου για τον άλλον υπήρξαν από την αρχή τόσο κατασταλαγμένα και αναπότρεπτα. Σαν να είχα κιόλας ζήσει μαζί σας την πιο έντονη σχέση και είχα βγει από αυτήν πληγωμένη αλλά και πάλι προσέξτε. Μη φανταστείτε κάτι υπερβολικό ή αβυσσαλέο που τάχα βαθιά με τάραξε κι ύστερα εκδηλώθηκε ανεστραμμένο. Μεταμορφωμένο σ’ αυτή την αποστροφή κι ότι ίσως εγώ είχα προσέξει ραγδαία κι είχα από πριν ζήσει την ιστορία μας βαθιάς μας σχέσης αφού απ’ όλες τις σχέσεις και τις πιο ιδανικές βγαίνουμε στο τέλος προδομένοι βρωμισμένοι. Σας βεβαιώνω τίποτε τέτοιο δεν συνέβη αν και δεν είναι ακριβώς αποστροφή είναι μίσος.

Με ήρεμο με ατάραχο. Με καλό μίσος σας εχθρεύομαι. Σας μισώ. Θέλω να πεθάνετε. Αυτήν την στιγμή τώρα. Μπροστά μου! φώναξε η Ελένη Ξένου με λύσσα κι έτρεμε κρατήθηκε στο κούφωμα της πόρτας κάτωχρη. Είπε γελώντας αυτήν την παραφορά περιμένετε ίσως από μένα για να σκεφτείτε κάποιον δαιμονικό έρωτα που έχω για σας. Μην το κάνετε σας προειδοποιώ και μη με ρωτήσετε περισσότερα. Δεν υπάρχουν. Κρατήστε αυτήν την μόνη αλήθεια. Πόσο ανίκανο πόσο ακίνδυνο είναι για σας αυτό το μίσος και πόσο άτονο και φυσικό για μένα. Πιστέψτε με. Εγώ ξέρω.

Ισχυροί άγνωστοι αποφασίζουν για τα αισθήματά μας και η υπόδουλη ψυχή μας τα εκτελεί.
Και μη μου καταλογίσετε αλλόκοτες θηλυκές νευρώσεις. Δεν έχω σκοτάδι εγώ. Ολόκληρη είμαι στο φως κι ίσως αυτό να σας γοήτευσε σε μένα όμως για μένα αυτή είναι η λέπρα μου ότι το φως. Θεέ μου το φως μ’ έχει όλη διαπεράσει και δεν υπάρχει για μένα στον κόσμο σκιά. Να προστατευθώ από αυτό το ανευλαβές φως που πέφτει διαρκώς επάνω μου και διαρκώς αισθάνομαι τα μάτια μου να λείπουν. Αλλά και πάλι μην υποθέσετε ότι τώρα εδώ μπροστά σας στέκομαι και σας εξομολογούμαι σας εμπιστεύομαι. Πραγματικά δικά μου μυστικά κι ανομολόγητα και πώς θα μπορούσα αφού κανέναν άνθρωπο δεν το θεωρώ. Δεν σας θεωρώ άξιο καμιάς εμπιστοσύνης. Σας παρακαλώ υπολογίστε την τρυφερότητα των μισητών μου λόγων και υποδεχθείτε ψύχραιμα την αβλαβή κακία μου για σας που δεν σημαίνει παρά την απαγόρευσή μου να αισθανθείτε το παραμικρό για μένα και να το απαιτήσετε ακόμα κι αν δεν το απαιτήσετε φανερά.

Πάντα οι άλλοι μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Με τη βία μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Και την άρνησή μου να την θυμάστε σαν μια απόλυτη σιωπή. Τίποτε δεν υπονοεί κι αν σας μίλησα είναι γιατί είμαι τίμια. Αυτά σε όλους τα έχω πει όλοι από μένα την ίδια τα έχουν μάθει αυτά που είπα για το φως. Αν και το παραδέχομαι δεν υπάρχει ευτελέστερη ανανδρία από την ειλικρίνεια. Είμαι λοιπόν κι εγώ όπως όλοι σας άνανδρη και δειλή. Αφήστε με ήσυχη. Μην ξανάρθετε. Δεν έχω τίποτε να σας πω κι από την αρχή ποτέ δεν είχα τίποτε να σας πω κι αυτός ήταν ο λόγος που αμέσως έκανα έρωτα μαζί σας γιατί δεν είχα τίποτε απολύτως να σας πω. Φύγετε. Και μπορεί να προαισθανθήκατε σωστά γιατί ο μοναδικός τρόπος να ασχοληθώ μαζί σας είναι να σας καταστρέψω. Αλλά ποτέ δεν θα ασχοληθώ μ’ εσάς τίποτε δεν σας προξενήσω

κι ούτε κανένας άνθρωπος καταστράφηκε ποτέ από έναν άλλον άνθρωπο. Φύγετε λοιπόν πηγαίνετε να καταστραφείτε μόνος σας. Ανησυχώ για σας. Φοβάμαι ότι στο τέλος θα αυτοκτονήσετε. Ίσως επειδή ποτέ δεν είχατε τους ανθρώπους που θέλατε ενώ σας είχαν πάντα οι άνθρωποι που σας ήθελαν και θα φύγετε με την πικρία της αδυναμίας σας να αναγκάσετε τους άλλους να αισθανθούν. Τόσο το χειρότερο για σας. Πραγματικά σας λυπάμαι είπε η Ελένη και δάκρυσε θα είναι κρίμα.
Εν τω μεταξύ πλάστε όπως σας αρέσει την φανταστική ιστορία σας μ’ εμένα. Αλλά εγώ θα σας βοηθήσω αν και το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω είναι να αποσύρω τη μορφή μου. Δε θα με ξαναδείτε. Με δυσκολία με κόπο που όσο πάει θα μεγαλώνει η μνήμη σας θα αγωνιά. Θα αγωνίζεται να ξαναφτιάξει τη μορφή μου το πρόσωπό μου το σώμα μου. Έχω ακούσει αλλά το ξέρω κι από τον εαυτό μου πως η μνήμη μας χάνει πολύ γρήγορα και πριν απ’ όλα τα άλλα χάνει τις μορφές εκείνων που αγαπήσαμε. Δεν είναι παράδοξο;
Η εικόνα μου στην μνήμη σας θα έχει πια τρυπήσει και θα ξεφεύγω από τις τρύπες κι εσείς μ’ αγωνία με πόνο. Θα προσπαθείτε να κρατήσετε ακέραια όλα μου τα μέλη όμως αυτά θα χάνονται θα γλυστράν μέσα από τα δάχτυλα σας ώσπου τίποτε πια να μη μείνει μέσα σας από την μορφή μου από εμένα. Θα είναι ένα μαρτύριο για σας αλλά εύχομαι. Ειλικρινά σας το εύχομαι ν’ αντέξετε σ’ αυτήν την εξαθλίωση. Η Ελένη έκλεισε την πόρτα και βρέθηκα στο σκοτάδι γιατί όλο το φως ερχόταν από μέσα. Αλλά σε λίγο η πόρτα ξανάνοιξε και πάλι ξαναφάνηκε αυτή με όλο της το φως. Κρατούσε κι έσερνε στο πράσινο μωσαϊκό όρθιον έναν πίνακα. Είπε με φωνή θαμπή σας τον χαρίζω. Πάρτε τον. Σας παρακαλώ. Πάρτε τον το πρόσωπό της είναι αγνώριστο. Αλλοιωμένο από την πιο ταπεινή παράκληση από μιαν ασέλγεια αξιολύπητη. Έκαμνε το χάρισμα αυτό με μια τελευταία υγρή χειρονομία ερωτικού θανάτου.

Ο πίνακας ήταν η ολόσωμη προσωπογραφία της. Αναγνώρισα τον διάσημο Έλληνα ζωγράφο που την είχε κάνει. Το πρόσωπο της Ελένης στον πίνακα ήταν σκοτεινό. Αλλά με παράξενα και έντονα ευδιάκριτες όλες τις λεπτομέρειες των χαρακτηριστικών του. Ήταν επίτηδες αφώτιστο κι όμως μ’ έναν άλλον βασανιστικό τρόπο φωτεινό. Σαν από αλχημεία φυλαγμένων παλαιών χρωμάτων ο ζωγράφος ήθελε να απομακρύνει όλο εκείνο το φως που η Ελένη Ξένου το είχε κατηγορήσει ότι διάβρωνε τη ζωή της. Ήταν αυτή όπως ποτέ με κανέναν άλλον τρόπο δεν θα ήταν.

Χάθηκε πάλι κλείνοντας αργά την πόρτα. Έγινε ξανά σκοτάδι. Ψηλάφισα τον μουσαμά και ξαφνικά σκέφτηκα πως η μορφή του ανθρώπου δεν υπάρχει στην φύση και ότι οι ζωγράφοι την έχουν επινοήσει. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκα μέσα σε μια διαύγεια που ήταν σαν να έτριζε. Μέσα σ’ έναν απότομο κρότο κατάλαβα πως ήμουν το θύμα της σκοτεινής πλεκτάνης των ανθρώπων.

Άφησε με για μια φορά να σου πω εγώ έναν εφιάλτη ουρλιάζοντας από την πιο άγρια την πιο αχαλίνωτη λαγνεία ζωής
φώτα! Φώτα! Φώτα! φώναξε σαν να πνιγόταν η Κυβέλη. Το σπίτι γέμισε αναμμένες λάμπες. Η Κυβέλη στάθηκε στη μέση του δωματίου κάτω απ’ το φως ενός εκκλησιαστικού πολυελαίου. Καταρράχτης αστραφτερών κρυστάλλων έπεσε επάνω της. Έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες της. Δεν αντέχω το σκοτάδι είπε κατάκοπη. Ποιοι με όρισαν να γίνω εγώ το σκοτάδι που θα σε κρύβει λέει με θυμό. Με παράπονο με ένταση με κοιτάζει.

Άφησέ με για μια φορά να σου πω εγώ έναν εφιάλτη. Ήμασταν οκτώ-εννέα χρονών. Εγώ σ’ ανάσταινα ήσουν ό,τι είχα και δεν είχα. Ξαφνικά σαν να με πήρε ο ύπνος γερμένη στο πλάι σου. Κοιμόμουν από ώρα και σαν ένα μικρό άγγελο ολόδικό μου σε είχα στην αγκαλιά μου. Τότε ένας θόρυβος με ξύπνησε κι είδα πως έλειπες από κοντά μου. Είδα ένα άγνωστο παιδί να τρέχει μέσα στο δωμάτιο. Φώναζε με όλη του τη φωνή. Το πρόσωπό του είχε γίνει μπλε από την έξαψη από έναν πυρετό χαράς κι είχε ένα γέλιο βαθύ και σκαφτό σαν γεροντικό. Ήσουν εσύ αλλά στην αρχή δεν σε γνώρισα έτσι παρμένον. Από μιαν αφύσικη μανία παιχνιδιού να φτεροκοπάς παντού μέσα στο δωμάτιο ουρλιάζοντας από την πιο άγρια την πιο αχαλίνωτη λαγνεία ζωής.

Ξαφνικά το παιδί χάθηκε. Μια διαπεραστική ησυχία ήρθε και ξέσκισε τα αυτιά μου. Με αγωνία άρχισα να ψάχνω πού είχες κρυφτεί γιατί είχες ξαφνικά σωπάσει. Τότε σε είδα. Είδα εκείνο το δαιμονισμένο παιδί να κάθεται ακίνητο δίπλα μου στο κρεβάτι. Ήσυχο με κοίταξε σιωπηλό. Αλλά με μια σοβαρότητα στοχαστική κι εκείνο το ξαφνικό πέρασμα από τη χαρά στη νέκρα με πάγωσε από τον φόβο κι εκείνο που με τάραξε ήταν ότι ένιωσα πως η σοφή του σοβαρότητα σ’ εμένα απευθυνόταν. Κάτι τρομερό άρχιζε για μένα. Δεν έδειχνες λύπη ή έχθρα αλλά μια περίσκεψη ώριμη. Τόσο γνωστικιά για ένα παιδί κι αυτό την έκαμνε εφιαλτική και μ’ έκανε να προαισθανθώ μιαν ασήκωτη. Την απάνθρωπη ευθύνη που από δω και πέρα θα πλάκωνε την ζωή μου.
η Κυβέλη λέει αφηρημένα ο Yannic μου είπε πως όταν με είδε για πρώτη φορά στην Φλωρεντία. Μόλις μ’ αντίκρισε ένιωσε ξαφνικά σαν ετοιμοθάνατος. Όταν κάποιος σε κάνει να αισθανθείς ετοιμοθάνατος είναι το σημάδι ότι σε δείχνει ο έρωτας κι από την δικαιοσύνη του είσαι καταδικασμένος κι όταν ο Yannic άρχισε να με ρωτά. Ήθελε να μάθει για μένα κι εγώ του αποκρίθηκα. Θυμάμαι την απάντησή μου με ντροπή επειδή ήταν μεγαλόστομη αλλά εκείνη την ώρα. Με άρπαξε η τραγική παράλυτη μου μοίρα και απάντησα πως η μοναδική αξιοπρέπεια της ζωής και του θανάτου μας είναι να μη μάθε κανείς κι ο πιο αγαπημένος. Προπαντός ο πιο αγαπημένος να μη μάθει ποτέ από πού έρχεσαι. Πώς έζησες και πώς αγάπησες και πώς πεθαίνεις. Μη δίνεις σημασία στα σκοτάδια μου είπε ξένοιαστα η Κυβέλη. Είναι δικά μου μ’ αυτά γεννήθηκα κι εσύ είσαι το αυστηρό φως που τα φράζει να μη χυθούν.
Αηδιαστικοί ιδρώτες έξω απ’ το μαύρο σώμα μου. Άσπρε μου αδελφέ είσαι το αρχοντικό μου γένος αλλά εγώ είμαι η βάρβαρη νόθα πιστή σου δούλα. Αυτή είναι η αξία μου να είμαι νόθα και δούλα. Η Κυβέλη λέει ξεσηκωμένη από αθώα χαρά εργάστηκα πολύ για σένα αυτό τον καιρό. Μετέφρασα για χάρη σου μια κέλτικη μπαλάντα. Λέγεται Diougan Gwenc Hlan που θα πει Η Προφητεία του Γκουένκ Χλαν. Μέρες ερχόταν και μου την τραγουδούσε ένας νεαρός βρετόννος. Δεκαέξι χρονών από το χωριό. Τραγουδάει με σπασμένη βραχνή φωνή γριάς γυναίκας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …