Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΣΦΑΔΑΖΕΙ ΜΕΣΑ Σ’ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΕΝΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ (έπειτα αστράφτει στιγμιαία και γίνεται ωδή στην αδυναμία)

[Να αγαπάς την τραγωδία με την οποία σε λογχίζουν τα συνηθισμένα πράγματα, αυτή την ανεπαίσθητη τραγωδία της πέτρας, του χώματος και της θάλασσας, που λίγο να γυρίσεις το κεφάλι σου, και αμέσως γίνεσαι κομμάτι του τυφώνα της] Αποξένωση… Ένα γύρισμα του νου και τίποτα άλλο. Ξέρεις τι φοβάμαι πιο πολύ, αυτό που σου έλεγα μες τη δίνη του μπλου βέλβετ, μήπως ξυπνήσω το πρωί, και η συνείδησή μου αποφασίσει, έτσι πραξικοπηματικά και τραγικά, ότι δεν υπάρχεις πλέον… Αποξένωση… Μας έχουν ζέψει από παντού με αυτοσχέδια εκρηκτικά, κρυμμένα μέσα σε δονητές, αγκαλιές και επίχρυσα δόντια. Δεν μας αφήνουν, δεν είσαι ο Πιερρό ούτε εγώ η Μαριάν καλέ μου, δεν παίζουμε σε ταινία του Γκοντάρ ούτε ζούμε στη Γαλλική Ριβιέρα αλλά σε τούτη τη σημαδεμένη χώρα, τα δόντια μας είναι τόσο επίχρυσα σαν το επίχρισμα του έρωτα πάνω στα σεντόνια, τα οποία, όχι, όχι από αϋπνία, μην ακούς τον Μαγιακόφσκι, απ’ τον ύπνο τον ίδιο ξεσκίζονται, τον ύπνο κάποιων ναρκωμένων, ληθαργικών, καχεκτικών υπάρξεων που σιγολιώνουν, γρυλίζοντας από πόνους μες τον αυτιστικό μικροαστισμό τους… Δεν αναζητώ δράματα ή θλίψη, ούτε μηδενίζω τη ζωή, απλά αναζητώ διαφάνεια. Διαύγεια, καθαρότητα, γνησιότητα. Διαφάνεια εναντίον της επιβαλλόμενης αποσπασματικότητας, η οποία να προέρχεται από τέτοια πύκνωση και συνεκτικότητα μεταξύ των βιωμάτων, σε σημείο να τα μετουσιώνει: θέλω έτσι όπως πυκνώνουν τα βιώματα, να τεντώνονται ταυτόχρονα σε βαθμό που να πιάνουν όλο το χώρο και το χρόνο, εσωτερικό-εξωτερικό. Και που τελικά να γίνονται ο καθρέφτης μέσα απ ’τον οποίο κοιτάμε τη ζωή, τόσο εύθραυστα, τόσο διάφανα, σχεδόν εξαϋλωμένα. Θέλω να μας καλύπτει ολόκληρους το βίωμα, να μας πατά και να μας λιώνει, καθώς τα τελευταία ψίχουλα μας διαθλώνται στην επιφάνεια του. Έτσι, χωρίς νοθείες… Μεταφυσικό το αίτημά μου θα μου πεις. Μην μπλέκεις με ιδέες και φαντασιώσεις. Με είχες ρωτήσει όμως: «ξέρεις πόσο διάφανος θα μπορούσε να γίνει ο κόσμος;»  [Χριστίνα Κορκοντζέλου -  ART by DERKERT edvard]


Οι εξής υπάρξεις αποθεώνουν τον Λωτρεαμόν, πίνουν το δηλητήριο του Μαλντορόρ στο ποτήρι με το μεσημεριανό κρασί μονάχα για να το αποβάλλουν αργότερα σε άθλια λιμνάζοντα αποχωρητήρια του είναι μαζί με τις λοιπές απεκκρίσεις συναισθημάτων, εκβαλλόμενες απ’τα γεννητικά τους όργανα. Le fantome de la liberte… Ο Λωτρεαμόν πεθαίνει ψυχορραγώντας μέσα σε χειρουργεία, ναυάγια, φουσκωτά, απανωτά τσιγάρα, σχολικές αυλές, πολιτικές δηλώσεις, ψηφιοποιημένα σ’ αγαπώ, μάσκες ευγενείας, μονωτικές σιωπές, κάθε λογής μηχανικά τέρατα, βροχές, βροχές, βροχές. Δεν αντέχω να ζω άλλο σ’ αυτό το καθαρτήριο του ύπνου, όλο προγραμματισμένες δόσεις θανάτου σε σελίδες μου δίνουν μήπως και πάψω να τον φοβάμαι, κατρακύλημα στην αδράνεια και στην ανία, πότε θα σπάσει η γυάλα, πότε θα φτάσει η στιγμή της πράξης, πότε θα πεθάνουμε τελειωτικά; 
Εσένα κάθε μέρα στη δουλειά εξαργυρώνονται στα χέρια σου ενδεχόμενα θανάτου, κάνεις εμβόλια μπολιασμένα με επανάσταση στο σώμα του αναπότρεπτου· μα το ξέρεις, επαναστατείς μονάχα όταν αφήνεις να μπηχτούν σε κάθε σου σάρκινη αναπνοή τα κουρελιασμένα ρούχα, έξω απ’ τα παράθυρα, στο λιμάνι της Μπαστιά. Άστα να σε σκοτώσουν μια και καλή, κλείσε τον Λωτρεαμόν. Μόνο αυτό αξίζει.

[Να αγαπάς την τραγωδία με την οποία σε λογχίζουν τα συνηθισμένα πράγματα, αυτή την ανεπαίσθητη τραγωδία της πέτρας, του χώματος και της θάλασσας, που
λίγο να γυρίσεις το κεφάλι σου, και αμέσως γίνεσαι κομμάτι του τυφώνα της.]

Εν τω μεταξύ ο Γουέιτς έφτασε με ένα ξεχασμένο μπλουζ του παραλόγου ως το Σαν Φρανσίσκο, ανέβηκε το φορτηγό και έφυγε, τον ρουφάει η λεωφόρος, τα νέον φώτα, τα χαώδη συμπλέγματα των μητροπόλεων, η νύχτα που αχνίζει, ο Μπάροουζ που αλητεύει στα μπορντέλα, οι αλλοιωμένες συγχορδίες του αγοραίου έρωτα, η μυρωδιά της ηρωίνης, του σπέρματος και των ταμειομηχανών, η μυρωδιά του κόσμου μας. Δεν έχει χρώμα η δυσωδία τούτη, κατασπαράζει το βαθυγάλαζο του πρώτου έρωτα, το χωνεύει σε σπλάχνα μουχλιασμένα, μπας και συνεχιστεί επιτυχώς η νεκρική επιβίωση. Το ποίημα σφαδάζει πρώτα μέσα σ’ εξαναγκασμένες κουβέντες, έπειτα αστράφτει στιγμιαία γινόμενο ωδή στην αδυναμία, τέλος παραπαίει και χάνεται πίσω από άρρωστα μάτια που κλείνουν. Οι λέξεις οι προορισμένες να το συνθέσουν, πέφτουν στο γκρεμό πριν γεννηθούν.
Έτσι εμείς, μένουμε να συνεχίζουμε στο πέρας των ημερών με τα αποφόρια του ποιήματος, ένα κράμα ευφορίας και μετάνοιας, c’est la nostalgie, ανάμνηση ενός πράγματος που διχάζεσαι αν ήρθε ποτέ στο φώς των χεριών σου. Γιατί σκέφτεσαι ότι αν πράγματι ερχόταν, θα ράγιζε, πριν τελικά αυτοαναφλεχτεί. Καταλαβαίνεις, αυτό ενοικεί αποκλειστικά στο ημίφως, μεταξύ πραγματικότητας κι’ ονείρου, μεταξύ φθοράς και μεταμόρφωσης, το βλέπεις μόνο κατά την ώρα του λύκου, την ώρα όλων των πραγμάτων εκείνων που φθάνουν από μακρινούς τόπους της ενδογεωγραφίας μας. Ενίοτε, η σκιά τους προβάλλεται κάπου-κάπου στα φυσικά αντικείμενα του περιβάλλοντος. Απεικάσματα λοιπόν, ελπίδες φρούδες, νοσταλγία.
Δεν αναζητώ δράματα ή θλίψη, ούτε μηδενίζω τη ζωή, απλά αναζητώ διαφάνεια. Διαύγεια, καθαρότητα, γνησιότητα. Διαφάνεια εναντίον της επιβαλλόμενης αποσπασματικότητας, η οποία να προέρχεται από τέτοια πύκνωση και συνεκτικότητα μεταξύ των βιωμάτων, σε σημείο να τα μετουσιώνει: θέλω έτσι όπως πυκνώνουν τα βιώματα, να τεντώνονται ταυτόχρονα σε βαθμό που να πιάνουν όλο το χώρο και το χρόνο, εσωτερικό-εξωτερικό. Και που τελικά να γίνονται ο καθρέφτης μέσα απ ’τον οποίο κοιτάμε τη ζωή, τόσο εύθραυστα, τόσο διάφανα, σχεδόν εξαϋλωμένα. Θέλω να μας καλύπτει ολόκληρους το βίωμα, να μας πατά και να μας λιώνει, καθώς τα τελευταία ψίχουλα μας διαθλώνται στην επιφάνεια του. Έτσι, χωρίς νοθείες.
Μεταφυσικό το αίτημά μου θα μου πεις. Μην μπλέκεις με ιδέες και φαντασιώσεις. Με είχες ρωτήσει όμως: «ξέρεις πόσο διάφανος θα μπορούσε να γίνει ο κόσμος;» Έλα, ας ακούσουμε ρεμπέτικα αυτό το βράδυ και να κάνουμε έρωτα. Ίσως πάρουμε απάντηση κι’ οι δυο καθώς σου παίζω τον πρώτο ουγγρικό χορό του Μπράμς, αφού ξυπνήσουμε το πρωί. Μετά ας πέσουμε από κάποιο εικοσαώροφο κτήριο πολυεθνικής -χωρίς φτερά όμως-, πάνω απ’το Βερολίνο… Η απόσταση απ’ το έδαφος θα είναι ένα πανδαιμόνιο γαρυφάλλων, που μες τον άχρωμο καμβά όπου αναπνέουμε, θα απαγγέλλουν πορφυρόχρωμο Πρεβέρ. Τα σώματά μας θα μπλέκονται χωρίς να γνωρίζουν πλέον το ένα το άλλο, δεν θα ποθούν τίποτα απ ’τον εξωτερικό κόσμο, θα πετάξουν τα εκρηκτικά, θα γίνονται μια παρθένα μάζα που θα τρέχει, σε κρεβάτια, λιμάνια, πλατείες, πολέμους, εξεγέρσεις, μουσικές, δεκαετίες και αιώνες, θα τρέχει, θα αγαπιέται/θα αγαπά και θα πεθαίνει, πονεμένη, φωτεινή και ανύπαρκτη, σαν τα ποιήματα.
 [Totalement, Tendrement, Tragiquement της Χριστίνας Κορκοντζέλου artworks : DERKERT edvard two]

Η ΤΡΕΛΑ ΤΟΥ ERASERHEAD (της Χριστίνας Κορκοντζέλου)
Λέξεις / μακρινά έμβρυα
στον πλακούντα του κομοδίνου
Θνησιγενείς μου φαίνονται
Όλες
Μετά ίσως ανασάνει κάποια παλιά μορφή τους
Μηρυκάζω τα πολύχρωμα αυτά κελύφη των μορφών
που τα βάζει ο εαυτός μου
στο στόμα μου
Τα φτύνω στην άσφαλτο
-δεν μπορώ να τα χωνέψω
είναι στυφά ακόμα και τα γράμματα στα ροδάνθη-
Τα κανιβαλιστικά πέλματα των άλλων
συνέχεια τα τσακίζουν
“μπαμ-μπουμ-μολότωφ στην Ακαδημίας
εξέγερση-κίνημα αλληλεγγύης-Κομπάνι
συνεταιριστικά βιβλιοπωλεία
με καυλώνεις-ο Χέγκελ-το πέρας-αγάπη μου
λόγια του Μπάαντερ πάνω στα πανεπιστημιακά βιβλία
θα μου βρεις λίγο μαύρο
την έβαλαν χθες σε βραχεία νοσηλεία
τον σκότωσαν στη λαχαναγορά
ο ζωγράφος αυτοκτόνησε”
Τσάκισμα στο τσάκισμα προκύπτει
ένας ομοιογενής πολτός
από κελύφη λέξεων
Χωρίς ουσία
Χωρίς λατρεία
Χωρίς αλήθεια
Όλων και κανενός συνάμα
 

Γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα, δεν προλαβαίνω
Πρέπει να τον θυμηθώ
Προχωράει προσχωρώντας

Δεν τον καταλαβαίνω
Θυμάμαι μόνο ένα μαύρο
που ρουφάει την σκέψη, το φως, το σπέρμα
Εκρέει από κάθε δρόμο
και εγκαθίσταται στο σώμα μου
Δεν μ’αφήνει να σηκώσω το χέρι μου
σε καμιά άλλη κατεύθυνση
παρά προς εμένα
μην έχοντας ούτε συνείδηση της πράξης
Τι διαφορά θα είχε λοιπόν
αν πυρπολείτο ένα αστικό λεωφορείο εν ώρα αιχμής
στην ιστορία του κόσμου;
Ναι, θα ήταν γεμάτο λέξεις
-ζωή δηλαδή κατά δύναμην-

Όμως πλέον ξέρω
ούτε ο θάνατος ενός/λίγων/πολλών έχει σημασία –
το κεφάλι του ανθρώπου αντικαταστάθηκε από γομολάστιχα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …