Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΤΑ ΚΑΤ’ ΕΥΦΗΜΙΣΜΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ: ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΛΕΜΕ ΘΑΝΑΤΟΣ, ΛΕΜΕ ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ…

Στη βικτοριανή εποχή δεν μπορούσες να αναφέρεις τη λέξη παντελόνια μπροστά σε μια δεσποινίδα. Στις μέρες μας ορισμένα πράγματα δεν είναι σωστό να λέγονται δημοσίως, π.χ.  ο καπιταλισμός φέρει το καλλιτεχνικό όνομα της οικονομίας της αγοράς, ο ιμπεριαλισμός λέγεται παγκοσμιοποίηση, τα θύματα του ιμπεριαλισμού λέγονται χώρες υπό ανάπτυξη, που είναι σαν να αποκαλείς τους νάνους παιδιά, η προδοσία λέγεται ρεαλισμός, η φτώχεια λέγεται στέρηση ή στενότητα και οι φτωχοί άνθρωποι με ανεπαρκείς πόρους,  το δικαίωμα του αφεντικού να απολύει τους εργάτες χωρίς αποζημιώσεις ή εξηγήσεις λέγεται ευελιξία της αγοράς, αντί για στρατιωτική δικτατορία, λέμε μεταβατική κυβέρνηση, η λεηλασία των δημόσιων αποθεμάτων από διεφθαρμένους πολιτικούς φέρει το όνομα αθέμιτος πλουτισμός κτλ, κτλ [από το ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ του Εντουάρντο Γκαλεάνο και άλλες κατ’ ευφημισμόν λεξιλογικές ασκήσεις με ΚΛΙΚ στην εικόνα  -  artworks : Lynn Whipple]



Η απομάκρυνση των φτωχών παιδιών από το εκπαιδευτικό σύστημα είναι γνωστή με το όνομα σχολική λιποταξία

 Η επίσημη γλώσσα αναγνωρίζει τα δικαιώματα των γυναικών ως δικαιώματα μειονοτήτων, λες και ο μισός αρσενικός πληθυσμός της ανθρωπότητας είναι η πλειονότητα

 Τα βασανιστήρια λέγονται παράνομος καταναγκασμός ή φυσικές και ψυχολογικές πιέσεις

Όταν οι κλέφτες είναι από καλή οικογένεια δεν είναι κλέφτες αλλά κλεπτομανείς

Τα εγκλήματα που διαπράττουν τα αυτοκίνητα καλούνται ατυχήματα
 Όταν θέλουμε να πούμε τυφλοί, λέμε μη διορατικοί

 Οι μαύροι είναι έγχρωμοι

 Όπου δεις μακρόχρονη και επάρατος ασθένεια, πρέπει να διαβάζεις καρκίνο ή AIDS

 Αιφνίδια ασθένεια σημαίνει καρδιακή ανακοπή

 Ποτέ δε λέμε θάνατος, λέμε το μοιραίο

Ποτέ επίσης δεν είναι νεκροί όσοι εξοντώνονται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις: οι νεκροί της μάχης είναι απώλειες και οι απλοί πολίτες που σκοτώνονται, χωρίς να φταίνε σε τίποτε, είναι παράλληλες ζημίες

Το 1995, όταν η Γαλλία έκανε τις πυρηνικές εκρήξεις στο Νότιο Ειρηνικό, ο πρέσβης της Γαλλίας στη Νέα Ζηλανδία δήλωσε: «Δε μου αρέσει η λέξη βόμβα. Δεν είναι βόμβες. Είναι μηχανισμοί που εκρήγνυνται»

 Convivir (Συμβίωση) ονομάζονται κάποιες συμμορίες που δολοφονούν ανθρώπους στην Κολομβία, υπό την προστασία και την κάλυψη του στρατού

Dignidad (Αξιοπρέπεια), ήταν το όνομα ενός από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Χιλιανής δικτατορίας και

Libertad (Ελευθερία) λεγόταν η μεγαλύτερη φυλακή της δικτατορίας της Ουρουγουάης

 Pazy Justicia (Ειρήνη και Δικαιοσύνη) ονομάζεται η παραστρατιωτική ομάδα που γάζωσε πισώπλατα το 1997 σαράντα πέντε αγρότες, σχεδόν όλοι τους γυναίκες και παιδιά, που προσεύχονταν σε μια εκκλησία του χωριού Ακτεάλ στην Τσιάπας.


[ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ 3 του Εντουάρντο Γκαλεάνο σε μετάφραση της Γεωργίας Ζακοπούλου όπως αναρτήθηκε στην Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβιοθήκη -  artworks : Lynn Whipple]

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

(σε τι Θεό να πιστέψεις, τέλος πάντων;) Στο ΝΟΗΤΟ ΚΟΣΜΟ των ΙΔΕΩΝ (που προϋπάρχει, λέει, μέσα μας) ή στις τρέχουσες ΣΤΙΓΜΕΣ (αντανάκλαση της εκάστοτε υλικής πραγματικότητας);

Όταν κάτι μας φαίνεται όμορφο, αυτό το κάτι είναι, τελικά, μια εικόνα η οποία ταιριάζει σε μιαν όμορφη ιδέα που προϋπήρχε μέσα μας και απλώς περίμενε τη μορφή της να έρθει απ’ έξω; Όταν ερωτευόμαστε, εκείνος τον οποίο ερωτευθήκαμε είναι η εικόνα που αγαπούσαμε ανέκαθεν και που τώρα, ξαφνικά, αποκτάει σάρκα και οστά; Ο θαυμασμός μας είναι ένα καθρέφτισμα; «Σ’ αγαπώ» θα πει «Σε θυμάμαι από μιαν άλλη ζωή, ωραιότερη»; Αγάπη είναι η Στιγμή που ένα Σύμβολο (από μέσα μας ξεκινώντας) έρχεται να τυλίξει μιαν εικόνα (εκεί έξω) με τρυφερότητα τριών διαστάσεων»; Ερωτήματα που έθετε με το δικό του μοναδικό τρόπο ο Ευγένιος Αρανίτσης σ’ ένα του βιβλίο για παιδιά, που δεν κυκλοφορεί πια: «ΙΨ ο τυπογράφος – Ο Ελύτης για παιδιά και ερωτευμένους» των εκδόσεων Πατάκη, 1999. Ίσως ο συγγραφέας να έχει ανακαλέσει, ίσως να μην επιθυμεί την επανέκδοση του, ίσως απλά… να νευρίασε με όσα βλέπει και ακούει. Όμως πρόκειται για ένα μοναδικό έργο που αστραποβολεί στο στερέωμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κόβει βόλτες στην ψυχή μας, θυμίζοντας για μια ακόμη φορά ότι η ψυχή αν και σκοτεινή είναι απέραντη. Μικρά αποσπάσματα με ΚΛΙΚ εδώ – ART by Krzysztof Domaradzki]


Η ψυχή στο επίπεδο του μέσου ανθρώπου δύσκολα αφουγκράζεται, καθώς εγκλωβίζεται στη ρηχότητα των ψηφιακών λεωφόρων. «Η ροή των εικόνων της τηλεόρασης, για παράδειγμα, δεν παρουσιάζει κάτι αληθινό… Αληθινό είναι ό,τι περιέχει Νόημα, δηλαδή αυτό στο οποίο διακρίνουμε βαθύτητα. Η ομορφιά είναι πολύ καλά κρυμμένη ειδικά όταν είμαστε νέοι. Ίσως η νεότητα δεν έχει τις ικανότητες να ψάξει στα βαθειά. Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο θάνατο τόσο μεγαλύτερη η ωριμότητα μας. Το ενδοψυχικό υλικό μαλακώνει, οι ιδέες περνούν στο υπέδαφος της προσωπικότητας προκαλώντας τομές, αναδεικνύοντας παλιές πληγές. Τι είναι όμως η ποίηση; Είναι το δίδαγμα του ποιήματος που απαιτούσαν τα κοκάλινα γυαλιά της φιλολόγου; Είναι η στεγνή και άτονη φωνή των σχολικών τοίχων που διδάσκουν υποτίθεται Νέα Ελληνικά;  Είναι πολλά και τίποτα. Αλλά όμως: «ένας καλός αναγνώστης της καλής ποίησης πρέπει να διαβάζει απ’ έξω προς τα μέσα, δηλαδή αρχίζοντας από τις λέξεις που επιπλέουν στην επιφάνεια του κειμένου, και προχωρώντας κάτω απ’ αυτήν, πίσω απ τις λέξεις και τα σημεία της στίξης, ως τα βάθος, ως εκεί που θα βρει τη συγκίνηση. Διότι αυτός είναι ο στόχος»!.. Επιτέλους, ο στόχος ήταν η συγκίνηση, το αντίθετο δηλαδή του βαθμού στον έλεγχο. Πόσοι βγήκαμε συγκινημένοι από στις σχολικές αίθουσες; Πόσοι αναζητήσαμε αργότερα να απαντήσουμε ξανά τον Ελύτη ή το Σολωμό; 

 «Το Σύμβολο χρησιμεύει στο να σημαίνει αυτό που δεν μπορούμε να δούμε αλλά μόνον να σκεφτούμε και να νιώσουμε. […] Καμιά φορά το κύκλωμα της λογικής υπερθερμαίνεται προκαλώντας εγκαύματα. Απέναντι σ’ αυτό τον κίνδυνο, το Σύμβολο λειτουργεί σαν φυλαχτό, σαν ασφάλεια στον πίνακα της ΔΕΗ. Άλλοι λένε πως το Σύμβολο είναι το οξυγόνο της σκέψης και πως, γι’ αυτό η γλώσσα που σκέφτεται με Σύμβολα δεν λαχανιάζει ποτέ, ακόμη κι αν ανεβαίνει στον Όλυμπο για να δει τους θεούς πάνω στα 24 σκι τους. Μια μέρα (αλλά ποια μέρα!) το Σύμβολο θα θεωρείται το εμβόλιο που θα πρέπει να κάνεις στη σκέψη σου όταν αυτή είναι ακόμη νήπιο. Χαμένες ιδέες, χαμένες πατρίδες, ποιος σκοτίζεται για τα σύμβολα στην εποχή μας… Κάθετι που φτιάχνουν οι άνθρωποι γύρω μας για να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, προβάλει τεράστιο και επιβλητικό: το διαφημίζουν σαν απαραίτητο. Το προσκυνάνε λες και η ψυχή τους έχει πονόδοντο. Το λεγόμενο Κράτος, η κρατική οικονομία, τα δίκτυα της τηλεόρασης, όλ’ αυτά είναι πράγματα γιγαντιαία, πανταχού παρόντα. Όμως η λεπτομέρεια παραμένει μαγική. Είναι εγγονάκι του ονείρου»!
 
Το βιβλίο του Αρανίτση είναι ένας μικρός θησαυρός, μεταφορών και συμβόλων. Τη χρειαζόμαστε τη συγκίνηση. Μας βγάζει για λίγο από το καταστροφικό εγώ μας. Περιέχει μέσα η έννοια το σωτήριο «συν», αλλά και τη λέξη «κίνηση». Προφανώς το πτώμα είναι το μόνο ακίνητο. Ακόμη και το σύμβολο δείχνει σε άλλο σύμβολο, που δείχνει σε άλλο σύμβολο δημιουργώντας κίνηση (ή ενέργεια). Λένε πως είναι δύστροπος και δυσνόητος ο Αρανίτσης. Όμως, ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα, είχε γράψει ο Ελύτης. Όσο ψαρεύεις στα βαθειά νερά του, όλο και κάτι πιάνεις. Χρειάζεσαι όμως τις ρυτίδες που αυλακώνουν το πρόσωπο του ψαρά πριν κρατήσεις στα χέρια σου τα μεγάλα ψάρια. Τότε έρχεται και η θάλασσα δηλαδή η συνείδηση.

[ΠΗΓΗ: Ευγένιος Αρανίτσης «Ιψ ο τυπογράφος» Ο Ελύτης για παιδιά κι ερωτευμένους αποσπάσματα από την παρουσίαση του Βαγγέλη Μεννή στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ] 

ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Μια καλύβα τόσο δα μικρή που δεν έφτανε για να φιλοξενήσει ούτε έναν στεναγμό.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια επαρχία της Αμερικής, κοντά στη πόλη Κόνκορντ της Νέας Αγγλίας, ένας νεαρός άντρας, απόφοιτος του Χάρβαρντ, αποφασίζει να εγκαταλείψει την αστική ζωή και να ζήσει μόνος του στο δάσος μιας μικρής λίμνης. Μ’ ένα δανεικό τσεκούρι και με κάποιες παλιές σανίδες, θα επιχειρήσει να στήσει τη καλύβα του. Θα σκάψει πρώτα ένα μικρό κελάρι για τις προμήθειες του και ύστερα θα πελεκήσει τους κορμούς κάποιων μικρών δέντρων για να κάνει τα δοκάρια που χρειαζόταν για το πάτωμα και τη στέγη. Μια ξυλοκατασκευή μόλις τριάμισι επί τεσσερισήμισι μέτρα, «μια καλύβα τόσο δα μικρή που δεν έφτανε για να φιλοξενήσει ούτε έναν στεναγμό»… Το σπίτι, θα γράψει αργότερα, ήταν σε όλες τις εποχές αυτό και μόνο, μια μικρή φωλιά, μια μυστική τρύπα μέσα στη γη, όλη η υπόλοιπη κατασκευή δεν είναι παρά «μια βεράντα στην είσοδο ενός λαγουμιού»… Αυτός ο νεαρός άντρας που δεν είχε κλείσει ακόμη τα εικοσιοκτώ του χρόνια, αλλά έδειχνε ήδη κουρασμένος από τις ψεύτικες υποχρεώσεις της αστικής ζωής, ήταν ο Αμερικανός συγγραφέας και νατουραλιστής φιλόσοφος Henry D. Thoreau. Αντιδρώντας στην ανελευθερία και τους καταναγκασμούς της αστικής ζωής, στην ανίατη ασθένεια του άγχους των καθημερινών υποχρεώσεων αποφασίζει να ζήσει αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «αφτιασίδωτη ζωή», αλλά και τη συστηματικότητα μαζί της πνευματικής εργασίας. Το μόνο του καθήκον θα ήταν αυτό του «αυτόκλητου επιθεωρητή  της χιονοθύελλας και της καταιγίδας, ενός τοπογράφου των μονοπατιών του δάσους και όλων εκείνων των μονοπατιών που διασχίζουν τα χωράφια». Με μια «εθελούσια ένδεια», που όπως υποστήριζε εξυψώνει τον άνθρωπο, αποφασίζει να αφεθεί στην ανοικτότητα του τοπίου, στις συνακροάσεις του, στις συνδηλώσεις του, και εν τέλει στις συνυπογραφές του, γιατί ο Thoreau γράφει, είναι εκεί για να γράψει, κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Ο Thoreau δεν ήθελε να ζήσει απλώς μια λιτή και ξέγνοιαστη ζωή κοντά στη φύση, αλλά να συνδυάσει αυτή τη λιτότητα με το βάθος και το εύρος της πνευματικής εργασίας και με την αποκλειστικότητα που αυτή του εγείρει. «Είναι αδύνατον», αναρωτιόταν, «να συνδυάσει κανείς την ευρωστία των άγριων με την πνευματικότητα του πολιτισμένου ανθρώπου;»… Ο Thoreau δεν θα ζήσει ως οικολόγος στη φύση, όπως το καταλαβαίνουμε αυτό σήμερα, ούτε ως ένας ρομαντικός νοσταλγός της, θα ζήσει ως ποιητής. Ο νοσταλγικός ριζοσπαστισμός τουThoreau που δεν είναι μια νοσταλγία για ένα παρθένο κόσμο που χάθηκε, ο λόγος του δεν είναι η ηχώ ενός παρελθόντος αλλά η αντήχηση ενός αρχετυπικού, εξόριστου είναι. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μια απλή επιστροφή στη φύση αλλά με κάτι παραπάνω, με το ξεπέρασμα κι αυτής της ίδιας της φύσης, με την απόλυτη γυμνότητα του ανθρώπου, την καθολική του αποδέσμευση και διαθεσιμότητα. Μια ποιητική στάση, λοιπόν  που φωτίζεται και με το παρακάτω απόσπασμα ως παράδειγμα αληθινής ζωής: [Η Καλύβα του Thoreau , όπως αναρτήθηκε στο ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ του Απόστολου Αρτινού ΛΕΞΗΜΑΤΑ με ΚΛΙΚ εδώ]



Μέχρι να ολοκληρώσει το έργο του θα μαγειρεύει έξω στο χώμα και θα κοιμάται κάτω από ένα πρόχειρο στέγαστρο. Σε ένα διπλανό χωράφι θα φυτέψει τις φασολιές του και θα τρέφεται αποκλειστικά με φρούτα και λαχανικά. Θα τρυγάει τα άγρια σταφύλια, θα φτιάχνει κομπόστες από μήλα του δάσους και θα κλέβει κάστανα από τα χέρια των σκίουρων, «γιατί τα ζώα ξέρουν να διαλέγουν τα καλύτερα». Θα διαβάζει, θα γράφει στο ημερολόγιο του και θα στοχάζεται…

 «Η αλήθεια του Walden», θα πει ο Μισέλ Κρεπύ, «είναι η ανάγκη του Thoreau να αποκομίσει ένα γραπτό συμπέρασμα». Σ' ένα εγκαταλελειμμένο χωράφι, περίπου δέκα στρεμμάτων, οThoreau θα αφοσιωθεί στην καλλιέργεια του φασολιού. Θα τσαπίσει το χωράφι, θα το καθαρίσει από τα αγριόχορτα και θα προσθέσει φρέσκο χώμα στα νεαρά του φυτά. Μια καλλιέργεια όμως που δεν γινόταν για την προσωπική του κατανάλωση αλλά για την ιερή τέχνη της καλλιέργειας της γης. Μια ποιητική στάση που φωτίζεται και με το παρακάτω απόσπασμα,

«Συχνά βλέπω ποιητές να αποσύρονται αφού έχουν απολαύσει το πιο πολύτιμο κομμάτι μιας φάρμας, την ώρα που ο οξύθυμος αγρότης νομίζει ότι το μόνο που κέρδισαν ήταν λίγα άγρια μήλα. Ο ιδιοκτήτης δεν μαθαίνει παρά ύστερα από πολλά χρόνια ότι ο ποιητής έχει κάνει τη φάρμα του ποίημα, της έχει κτίσει μια αόρατη περίφραξη, έχει συλλέξει τους καρπούς της, έχει μαζέψει τη κρέμα της και έχει αφήσει στον αγρότη μονάχα το άπαχο γάλα».

Ο Thoreau δεν θα ζήσει ως οικολόγος στη φύση, όπως το καταλαβαίνουμε αυτό σήμερα, ούτε ως ένας ρομαντικός νοσταλγός της, θα ζήσει ως ποιητής. Στο Walden όπως και στο The Maine Woods θα καταθέσει σελίδες αποσβολωτικής ομορφιάς. Το αντίσκηνό του το στήνει, όπως χαρακτηριστικά γράφει, στην άκρη του σύμπαντος και απ’ αυτή την ακρώρεια, θα στρέψει όλο το είναι του σ’ αυτό το τοπίο της λίμνης που πλέον θα γίνει και το τοπίο του δικού του αναστοχασμού και αποχωρισμού.

«Ούτε ένας κορυδαλλός, ούτε ένας φλώρος, κάποια από αυτά τα ήρεμα πουλιά των φυτειών, δεν επισκέφθηκε ποτέ το ξέφωτό μου. Ούτε πετεινοί να κρώζουν ούτε κότες να κακαρίζουν στην αυλή μου. Ούτε αυλή. Μόνο η άφρακτη φύση να φθάνει ως το περβάζι μου. Αντί για μονοπάτι ανοιγμένο μες το χιόνι την εποχή του μεγάλου χιονιά που να φθάνει ως την πόρτα της αυλής μου – ούτε πόρτα ούτε αυλή ούτε κανένα μονοπάτι».
Όταν ο παγωμένος αέρας έμπαινε από τις ασοβάτιστες σανίδες της καλύβας του και έτριζε ολόκληρη η κατασκευή, τότε το σκάλισμα της φωτιάς έδινε στον Thoreau όλες τις εικόνες της σπιτικής θαλπωρής. Σ’ αυτή την απομακρυσμένη πλαγιά, στην άκρη του δάσους, η μόνη συντροφιά θα ήταν οι τριγμοί που έκανε ο πάγος της λίμνης καθώς συστελλόταν και διαστελλόταν, το τρίξιμο του χιονιού από τα ποδοβολητά της αλεπούς στην αυλή και των σκίουρων στη στέγη, ενώ τα ανοιξιάτικα δειλινά οι ήχοι απ’ τα νυχτοπούλια, οι μελαγχολικές κραυγές της κουκουβάγιας, τα κοάσματα των φρύνων, η ακριβή επίσκεψη μιας πέρδικας ένα προχωρημένο απόγευμα με τα μικρά της, που η παρουσία του ερημίτη θα τα σκορπίσει, όπως «ο ανεμοστρόβιλος τα ξερά φύλλα», τα τρυγόνια που φτερούγιζαν πάνω από τα ρόμπολα, η αναπάντεχη συνάντηση στον απογευματινό περίπατο με ένα άνθος, η τρυφερή άκρη της φασολιάς, το θρόισμα της λεύκας, ο ελαφρύς κυματισμός της λίμνης, η λίμνη, το ηλιοβασίλεμα, ο ήλιος που δύει, που πάντα δύει. Εικόνες που για τον Thoreau δεν εικονίζουν τίποτε άλλο απ' το λυκόφως της ίδιας της ύπαρξης.

«Μερικές φορές περίμενα και τον επισκέπτη που δεν έρχεται ποτέ. Ένα αρχαίο κείμενο λέει: «ο νοικοκύρης πρέπει να μένει στην αυλή του τα δειλινά όση ώρα χρειάζεται για να αρμέξει μια αγελάδα ή και περισσότερο αν θέλει για να περιμένει την άφιξη ενός ξένου». Εγώ περίμενα αρκετή ώρα, τόση ώστε θα μπορούσα να είχα αρμέξει ένα ολόκληρο κοπάδι από αγελάδες, αλλά δεν είδα ποτέ κανέναν να πλησιάζει απ’ το χωριό».

Ο Thoreau ήθελε το χρόνο και την ησυχία για να ενσκήψει μέσα του. Μέσα του και έξω του, σ’ αυτό το έξω που τον περιβάλλει. Και αυτό που τον περιέβαλλε είναι η λίμνη, οι απότομες όχθες της, το δάσος της, οι καταρράκτες που την εμπλουτίζουν, «αυτή η λίμνη που φτιάχτηκε τόσο βαθιά και τόσο παρθένα που να λειτουργεί ως σύμβολο». Ως σύμβολο. Γιατί η λίμνη αυτή είχε συμβολοποιηθεί ήδη από τις παιδικές του ονειροπολήσεις. Από τη διετή παραμονή του σ’ αυτή θα αντλήσει ένα χείμαρρο μεταφορών και παρομοιώσεων, δηλαδή ένα σύμπαν νοήματος, που θα φθάνει πολύ πέραν της λίμνης και πολύ πέραν των λέξεών του. Ψαρεύοντας στη λίμνη βυθίζεται στις ονειροπολήσεις του, κάτω από τη νυχτερινή καντάδα της κουκουβάγιας ή κάποιου άλλου άγνωστου πουλιού. Η λίμνη ήταν πάντα εκεί, «μεταξύ ουρανού και γης», μετέωρη στο μαγνητικό της πεδίο. Το τσίμπημα ενός ψαριού ήταν αυτό που θα διέκοπτε την ονειροπόληση του και θα τον επέστρεφε στην πραγματικότητα. Το δόλωμα που ήταν το ίδιο το σκοτάδι. «Ήταν φανερό , σημειώνει στο Walden, ότι οι ψαράδες της λίμνης ψάρευαν εκτός από ψάρια και άλλα πράγματα από τη φύση τους, δολώνοντας τα αγκιστριά τους με σκοτάδι». 

Στο Walden ο Thoreau θα συγκροτήσει τη μεταφυσική του. Η λίμνη ήταν εκεί πριν τον Thoreau, πριν «το ανοιξιάτικο πρωινό του Αδάμ και της Εύας», γι αυτό και ο πυρηνικός της συμβολισμός, η ακατανίκητη έλξη της, γιατί είναι μια άχρονη ύπαρξη, ακύμαντη και διαυγής, η πιο βαθιά νοσταλγία της ύπαρξης. Η λίμνη Walden ήταν μια εικόνα του ίδιου του Thoreau. «Ουόλντεν εσύ είσαι;», διερωτάται ο Thoreau πάνω από τον αντικατοπτρισμό του στα νερά της. Το χειμώνα η λίμνη πάγωνε και γινόταν ένα θολό κι αδιαπέραστο κρύσταλλο, τότε που διάβαζε περισσότερο την ακύμαντη γαλήνη της, την άχρονη υπόστασή της. Ο Thoreau το ήξερε, η λίμνη Walden εμπλουτιζόταν από τη «Κασταλία πηγή, από τα ιερά νερά του Γάγγη», και έτσι ήταν. Η καλύβα δίπλα στη λίμνη ήταν τότε μια καλύβα δίπλα στην άβυσσο, δίπλα στο σκοτάδι της ύπαρξης. Με αυτό το σκοτάδι δόλωνε και ο ίδιος τις λέξεις του για να αφηγηθεί τη ζωή στη λίμνη που πάει πέρα από τη λίμνη και πέρα απ' τη ζωή. Χτίζοντας τη καλύβα του στις όχθες της ο Thoreau αποφασίζει να αφεθεί στην ανεστιότητά του, στη διαθεσιμότητά του σ’ αυτό το ανοικτό περιβάλλον, σ’ αυτό το Έξω που τον περιβάλλει. Η καλύβα δεν είναι σπίτι, είναι αντίσκηνο, ένα κάθισμα όπως λέει κι ο ίδιος, όχι μια ιδιοκτησία, ένα κατάλυμα μόνο για τη νύχτα.

«Αλλοίμονο, λέει ο Thoreauοι άνθρωποι έγιναν εργαλεία των εργαλείων τους. Ο άνθρωπος που μάζευε μόνος του φρούτα όταν πεινούσε έγινε γεωργός, κι εκείνος που στεκόταν κάτω από ένα δέντρο για να προφυλαχθεί από τον καιρό, έγινε νοικοκύρης. Τώρα πια δεν κατασκηνώνουμε για να περάσουμε τη νύχτα, αλλά ριζώσαμε στη γη και ξεχάσαμε τα ουράνια».

Αυτός ο νοσταλγικός ριζοσπαστισμός τουThoreau που δεν είναι μια νοσταλγία για ένα παρθένο κόσμο που χάθηκε, ο λόγος του δεν είναι η ηχώ ενός παρελθόντος αλλά η αντήχηση ενός αρχετυπικού, εξόριστου είναι. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μια απλή επιστροφή στη φύση αλλά με κάτι παραπάνω, με το ξεπέρασμα κι αυτής της ίδιας της φύσης, με την απόλυτη γυμνότητα του ανθρώπου, την καθολική του αποδέσμευση και διαθεσιμότητα. Διαμένω για τον Thoreau δεν σημαίνει μένω κάπου, στη πόλη ή στη φύση, αλλά διανυκτερεύω και την επαύριον πάλιν αφήνομαι σ’ αυτό που με χαρακτηρίζει βαθύτερα, στην περιπλάνηση μου στο Έξω, στο Έξω που με δοκιμάζει. Όταν ο Thoreau αποφασίζει να εγκατασταθεί σε ένα παρθένο τόπο, μια πράξη όντως πολύ αμερικάνικη, δεν πραγματώνει τη συλλογική φαντασίωση της εποχής του, όπως υποστηρίζει η Verlyn Klinkenborg, ούτε μια παιδική του φαντασίωση ακόμη, αλλά αυτή τη μεταφυσική του στάση. Δεν καταλαμβάνει ένα χώρο, αλλά τον εγκαταλείπει, οι απαιτήσεις του άλλωστε είναι οριακές, τη μια ζηλεύει τον ίσκιο ενός δέντρου, την άλλη το άνοιγμα μιας σπηλιάς, ένα απλό κουτί που βλέποντας το φανταζόταν τι ωραία που θα έβγαζε τη νύχτα του εκεί μέσα. Ο Thoreau δεν παίρνει θέση, δεν εγκαθίσταται. Η εγκατάσταση, όπως υποστηρίζει, κάνει τον άνθρωπο δυσκίνητο, απρόθυμο στη περιπέτεια του ταξιδιού, στη συνάντηση του με το έξω. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, το σπίτι δεν μπορεί παρά να είναι ένα αντίσκηνο, ένα αντίσκηνο που να μπορείς εύκολα να το εγκαταλείψεις ή να το σηκώσεις στη πλάτη σου. Αυτή η ελαχιστοποίηση της υλικότητας του σπιτιού που είναι για τονThoreau η αφτιασίδωτη ζωή. Στα πλαίσια αυτής της ελαχιστοποίησης ο Thoreau θα αποχωριστεί στο τέλος και την καλύβα του και τη λίμνη και το φιλόξενο δάσος της, για να χαθεί και πάλι στους Ατλαντικούς και Ειρηνικούς της μοναξιάς του γι' αυτό «το κατάστρωμα του κόσμου».


[ΠΗΓΗ: Η Καλύβα του Thoreau , όπως αναρτήθηκε στο ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ του Απόστολου Αρτινού ΛΕΞΗΜΑΤΑ: http://leximata.blogspot.gr/2008/09/thoreau.html