Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

ΜΟΝΑΧΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΕ ΟΣΟ ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΣΤΕ ΟΤΙ Η ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΕΙΧΕ ΑΓΑΠΗΣΕΙ:

Σ’ αυτό το μέρος που το λένε Γολγοθά, πολλοί είναι αυτοί που είχαν την ίδια μοιραία κατάληξη και πολλοί άλλοι ακόμα θα τη συναντήσουν, αλλά αυτός ο άνθρωπος, γυμνός, καρφωμένος χειροπόδαρα σε ένα σταυρό, γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας, Ιησούς το όνομά του, είναι ο μόνος που το μέλλον του επιφυλάσσει την τιμή ενός κεφαλαίου αρχικού, οι περισσότεροι θα παραμείνουν ελάσσονες εσταυρωμένοι…  (αποσπάσματα από το κατά Ζοζέ Σαραμάγκου Ευαγγέλιον Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1997 – Η διαφορά από τα γνωστά Ευαγγέλια είναι ότι ο «ευαγγελιστής» Σαραμάγκου έχει τη δική του αιρετική άποψη για τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης. Το βιβλίο του δεν είναι μια θεολογική πρόταση. Είναι ένα συναρπαστικό αντιδογματικό μυθιστορημα, γεμάτο ευρήματα, ανατροπές και οικείους χαρακτήρες, που ο συγγραφέας παρακολουθεί άγρυπνα, αποκαλύπτοντάς μας τις πιο απίθανες λεπτομέρειες της ζωής τους ART by- 




Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ 
Ο Ήλιος παρουσιάζεται σε μια από τις πάνω γωνίες του ορθογωνίου, που βρίσκεται στα αριστερά όπως κοιτάζει κανείς, και παριστάνει, ο βασιλικός αστέρας, το κεφάλι ενός άνδρα απ’ όπου ξεχύνονται ακτίνες δυνατού φωτός και φιδωτές φλόγες, σαν μια ανεμοδούρα αναποφάσιστη για την κατεύθυνση των σημείων που θέλει να δείξει, και αυτό το κεφάλι έχει ένα πρόσωπο που κλαίει, συσπασμένο από έναν πόνο αμείωτο, βγάζοντας από το ανοιχτό στόμα μια κραυγή που δεν θα μπορέσουμε να ακούσουμε, αφού τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αληθινό, ό,τι έχουμε μπροστά μας είναι χαρτί και μελάνι και τίποτε άλλο.

Κάτω απ’ τον ήλιο βλέπουμε έναν άνδρα γυμνό, δεμένο στον κορμό ενός δένδρου, με τα λαγόνια σκεπασμένα από ένα πανί που καλύπτει τα μέρη που αποκαλούμε γενετήσια και απόκρυφα και τα πόδια του στερεωμένα σε ό,τι απόμεινε από έναν εγκάρσια κομμένο κορμό, πάντως για μεγαλύτερη σταθερότητα και για να μην γλιστρήσουν από αυτό το φυσικό υποστήριγμα, τα κρατούν δυο καρφιά βαθιά μπηγμένα. Από την έκφραση του προσώπου, εμπνευσμένο πάθος, και από την κατεύθυνση του βλέμματος, στραμμένο ψηλά, θα πρέπει να είναι ο Καλός Ληστής.  Τα μαλλιά όλο δαχτυλίδια, άλλη ένδειξη που δεν ξεγελά, αφού είναι γνωστό ότι άγγελοι κι αρχάγγελοι τέτοια μαλλιά έχουν, και ο μετανοημένος εγκληματίας, κατά τα φαινόμενα, ήδη βρίσκεται καθ’ οδόν για να ανέλθει στον κόσμο των ουρανίων πλασμάτων. Δεν θα μπορέσουμε να επαληθεύσουμε αν αυτός ο κορμός είναι ακόμα δένδρο, απλώς προσαρμοσμένο, με επιλεκτικό κουτσούρεμα σε όργανο μαρτυρίου, που όμως συνεχίζει να τρέφεται με τις ρίζες από τη γη, γιατί όλο το κάτω μέρος του καλύπτεται από έναν άνδρα με μακριά γενειάδα, ντυμένο πλούσια, ευρύχωρα και πληθωρικά, που ενώ έχει σηκωμένο το κεφάλι, δεν κοιτά ωστόσο τον ουρανό. 

Αυτή η επίσημη στάση, αυτή η θλιμμένη φυσιογνωμία δεν μπορεί παρά να είναι του Ιωσήφ της Αριμαθαίας ή του Σίμωνα του Κυρηναίου, αναμφίβολα άλλη μια δυνατή υπόθεση, μετά από τη δουλειά στην οποία τον εξανάγκασαν, να βοηθά δηλαδή τον μελλοθάνατο στη μεταφορά του σταυρού, σύμφωνα με το πρωτόκολλο τέτοιων εκτελέσεων, αλλά έξω από τις συνήθειες του, απασχολημένος μάλλον με τις συνέπειες της καθυστέρησης, μιας συμφωνημένης συναλλαγής παρά με την επιθανάτια θλίψη του δυστυχή που πήγαιναν για σταύρωση. Αυτός λοιπόν ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας είναι ο αγαθός εκείνος άνθρωπος που πρόσφερε ένα δικό του τάφο για να εναποτεθεί εκεί το κύριο λείψανο, η γενναιοδωρία του όμως δεν του χρησίμευσε πολύ την ώρα των αγιοποιήσεων, ούτε καν των οσιοποιήσεων, αφού δεν υπάρχει γύρω από το κεφάλι του άλλο από το τουρμπάνι που το έχει για να βγαίνει τις καθημερινέ, αντίθετα από τη γυναίκα που βλέπουμε στη διπλανή σκηνή, με τα μαλλιά ατίθασα πάνω στην κυρτή, διπλωμένη πλάτη, στεφανωμένη όμως με την απώτατη δόξα ενός φωτοστέφανου, στην περίπτωσή της δαντελωτού σαν σπιτικό εργόχειρο. 

Είναι σίγουρο ότι η γονατισμένη γυναίκα ονομάζεται Μαρία, αφού εκ προοιμίου γνωρίζουμε πως όλες όσες έρθουν να συγκεντρωθούν εδώ αυτό το όνομα έχουν, και μόνο μία τους, που είναι επιπλέον και Μαγδαληνή, διακρίνεται ονοματολογικά από τις άλλες, ε λοιπόν, οποιοσδήποτε παρατηρητής, επαρκής γνώστης των θεμελιωδών γεγονότων της ζωής, με την πρώτη ματιά θα ορκιστεί ότι εκείνη που αναφέραμε ως Μαγδαληνή είναι αυτή ακριβώς, αφού μόνο ένας άνθρωπος ενόχου παρελθόντος, σαν αυτή, θα τολμούσε να παρουσιαστεί αυτή την τραγική ώρα με ένα μπούστο τόσο ανοιχτό κι ένα στηθόπανο τόσο σφιχτό που σηκώνει και τονίζει τη στρογγυλάδα του στήθους, λόγος για τον οποίο έχει, αναπόφευκτα, προσελκύσει και αδράξει το λαίμαργο βλέμμα περαστικών ανδρών, προς σοβαρή ζημία ψυχών, παρασυρμένων στο χαμό από το άσεμνο σώμα. Έχει ωστόσο την έκφραση της μεταμελημένης θλίψης στο πρόσωπό της, και η εγκατάλειψη του σώματός της δεν εκφράζει παρά τον πόνο μιας ψυχής, κρυμμένης σε προκλητική σάρκα, είναι αλήθεια, που όμως είναι υποχρέωσή μας να λάβουμε υπόψη, την ψυχή εννοείται, προφανώς η γυναίκα αυτή θα μπορούσε να είναι από μέσα γυμνή, αν με τέτοια απεικόνιση είχαν επιλέξει να την παραστήσουν, κι εμείς παρ’ όλα αυτά θα έπρεπε να της αποδώσουμε σεβασμό και φόρο τιμής. 

Η Μαρία η Μαγδαληνή, αν είναι όντως αυτή, συγκρατεί και φαίνεται ότι πάει να φιλήσει, με μια χειρονομία συμπόνιας που οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν, το χέρι μιας άλλης γυναίκας, ετούτη μάλιστα είναι πεσμένη στη γη, αποστερημένη από δυνάμεις ή πληγωμένη θανάσιμα. Το όνομά της είναι επίσης Μαρία, δεύτερη στη σειρά παρουσίασης, αλλά χωρίς αμφιβολία, πρωταρχική σε σημασία, αν κάτι σημαίνει η κεντρική θέση που καταλαμβάνει στο κάτω μέρος της σύνθεσης. Αν εξαιρέσει κανείς το δακρυσμένο πρόσωπο και τα παρατημένα χέρια, δεν απομένει να δει τίποτα από το σώμα, καλυμμένο από τις πολλαπλές πτυχές του μανδύα και του χιτώνα, σφιγμένου στη μέση μ’ ένα κορδόνι που την ταχύτητά του μαντεύουμε. Είναι μεγαλύτερη απ’ την άλλη Μαρία, και αυτός είναι ένας καλός λόγος, πιθανόν, αλλά όχι ο μοναδικός, που το φωτοστέφανό της έχει πιο πολύπλοκο σχέδιο, έτσι τουλάχιστον θα έπαιρνε το ελεύθερο να σκεφτεί όποιος, μη διαθέτοντας ακριβείς πληροφορίες σχετικά με προτεραιότητες, προνόμια και ιεραρχίες που ισχύουν σ’ αυτό τον κόσμο, θα ήταν υποχρεωμένος να διατυπώσει άποψη. Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη μας το βαθμό διάδοσης αυτών των εικονογραφιών, που τους εξασφάλισαν μείζονες και ελάσσονες καλλιτεχνίες, μόνο ένας κάτοικος από άλλο πλανήτη, αν υποθέσουμε ότι και σ’ αυτόν θα είχε επαναληφθεί ή πρωτοπαιχτεί αυτό το δράμα, μόνο αυτό το αληθινά αδιανόητο ον θα αγνοούσε ότι η τυραννισμένη γυναίκα είναι η χήρα ενός ξυλουργού ονόματι Ιωσήφ και μητέρα πολυάριθμων γιων και θυγατέρων, παρόλο που ένας και μόνο από αυτούς, κατά προσταγή του πεπρωμένου ή όποιου το κυβερνά, ήρθε στη γη για να ευδοκιμήσει, μέτρια στη ζωή, αλλά μέγιστα μετά θάνατον. 

Γερμένη στ’ αριστερά, η Μαρία, μητέρα του Ιησού, αυτού ακριβώς που μόλις μνημονεύσαμε, στηρίζει τον πήχη στο μηρό μιας άλλης γυναίκας, που είναι επίσης γονατισμένη. Μαρία πάλι το όνομα και, εντέλει, παρόλο που δεν μπορούμε να δούμε, ούτε καν να φανταστούμε, το μπούστο, το μπούστο, πραγματική ίσως Μαγδαληνή. Ακριβώς όπως και η πρώτη αυτής της γυναικείας τριάδας, έχει μακριά ατίθασα μαλλιά, ριγμένα στην πλάτη, ετούτα όμως δίνουν την αίσθηση ότι είναι ξανθά, αν δεν είναι απλή σύμπτωση η διαφορά στο περίγραμμα, πιο ελαφρύ σ’ αυτή την περίπτωση και με αφημένα κενά στις τούφες πράγμα που, προφανώς, εξυπηρετεί το ζωγράφο στο να ανοίξει το γενικό τόνο της κώμης που αναπαριστά.

Με αυτούς τους ισχυρισμούς δεν έχουμε πρόθεση να δηλώσουμε  ότι η Μαρία η Μαγδαληνή υπήρξε, όντως, ξανθιά, απλώς συμμορφωνόμαστε στο ρεύμα της πλειοψηφούσας άποψης που επιμένει να βλέπει στις ξανθές, τόσο στις φυσικές όσο και στις βαμμένες, τα πιο αποτελεσματικά όργανα της αμαρτίας και πτώσης. Η Μαρία η Μαγδαληνή έχοντας υπάρξει, όπως είναι γενικά γνωστό, γυναίκα τόσο αμαρτωλή, χαμένη όσο λίγες, θα έπρεπε να είναι και ξανθιά, ώστε να μην διαψεύσει  τις πεποιθήσεις, καλώς ή κακώς διαμορφωμένες, του μισού ανθρώπινου είδους. Δεν είναι πάντως επειδή η Τρίτη αυτή Μαρία, συγκριτικά με την άλλη, φαίνεται πιο ανοιχτόχρωμη στην επιδερμίδα και την απόχρωση των μαλλιών, που υπαινισσόμαστε και προτείνουμε, ενάντια στις συντριπτικές ενδείξεις ενός βαθιού μπούστου και ενός επιδεικνυόμενου στήθους, ότι αυτή είναι η Μαγδαληνή. Άλλη απόδειξη, ισχυρότατη αυτή, που ενισχύει και επιβεβαιώνει την ταύτιση, είναι ότι η περί ης ο λόγος γυναίκα, συγκρατεί μεν ελαφρά, με χαλαρό το χέρι, την εξουθενωμένη μητέρα του Ιησού, σηκώνει δε το βλέμμα προς τα πάνω, και αυτό το βλέμμα αυθεντικού και εκστατικού έρωτα ανυψώνεται με τέτοια δύναμη που μοιάζει να παίρνει μαζί του το σώμα ολόκληρο, όλο το σάρκινο εγώ της, σαν ένα εκθαμβωτικό φωτοστέφανο ικανό να κάνει να ωχριά το στέμμα που ήδη περιβάλλει το κεφάλι της και απορροφά σκέψεις και συναισθήματα. 

Μονάχα μια γυναίκα που αγάπησε όσο φανταζόμαστε ότι η Μαρία η Μαγδαληνή είχε αγαπήσει θα μπορούσε α κοιτάξει με αυτόν τον τρόπο, έσχατη απόδειξη ότι είναι αυτή, μόνο αυτή και καμία άλλη, εξαιρουμένης ωστόσο εκείνης που βρίσκεται στο πλάι, τέταρτη Μαρία, όρθια με τα χέρια μισοσηκωμένα, σε εκδήλωση ευλάβειας, αλλά με βλέμμα κενό, συνοδεύοντας σ’ αυτή τη πλευρά της γκραβούρας ένα νέο άνδρα, λίγο μεγαλύτερο από έφηβο, που με εξεζητημένο τρόπο λυγίζει το αριστερό του πόδι, έτσι στο γόνατο, καθώς το δεξί του χέρι, ανοιχτό, δείχνει με μια στάση επιτηδευμένη και θεατρική, την ομάδα των γυναικών στην οποία έπεσε ο κλήρος να παραστήσει στο έδαφος τα δρώμενα.

Αυτό το πρόσωπο, τόσο νεαρούτσικο, με τα μαλλιά του μπούκλες και τα χείλη τρεμάμενα, είναι ο Ιωάννης. Όπως ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας, έτσι και τούτος κρύβει με το σώμα του τον κορμό του άλλου δένδρου που εκεί, ψηλά, στο ύψος της διχάλας, συγκρατεί στον αέρα ένα δεύτερο γυμνό άνδρα, δεμένα και καρφωμένο όπως ο πρώτος, μόνο που ετούτος έχει ίσια μαλλιά και αφήνει το κεφάλι του να γείρει και να κοιτάξει, αν ακόμα το μπορεί, το έδαφος και το πρόσωπό του, αδύνατο και σκυθρωπό, προκαλεί λύπη, αντίθετα από το ληστή της άλλης πλευράς, που, ακόμα κι αυτή την αποφράδα στιγμή αγωνίας και πάθους, καταφέρνει να μας δείχνει ένα πρόσωπο που εύκολα θα φανταζόμασταν ροδοκόκκινο, η ζωή του πήγαινε καλά όσο έκλεβε, αν κι εδώ μας γίνεται αισθητή η έλλειψη των χρωματων. Αδύνατος με ίσια μαλλιά, το κεφάλι πεσμένο στη γη, που θα πρέπει να τον καταπιεί, δυο φορές καταδικασμένος, σε θάνατο και σε κόλαση, αυτό το άθλιο θήραμα δεν μπορεί παρά να είναι ο Κακός Ληστής, άνθρωπος ακεραιότατος τελικά, στον οποίο υπερίσχυσε η συνείδηση, ώστε να μην  προσποιηθεί, με την κάλυψη θείων κι ανθρώπινων νόμων, ότι ένα λεπτό μεταμέλειας αρκεί για να εξαγοράσει μια ολόκληρη ζωή κακίας ή μια απλή ώρα αδυναμίας. Πάνω από αυτόν, επίσης κλαίγοντας και φωνάζοντας όπως ο ήλιος που βρίσκεται μπροστά, βλέπουμε τη σελήνη με τη μορφή γυναίκας, με ένα αταίριαστο στεφάνι να της σουλουπώνει το αυτί, άδεια που σε κανένα καλλιτέχνη ή ποιητή δεν έχει δοθεί πριν και είναι αμφίβολο αν θα δοθεί στο εξής, παρ’ όλο το προηγούμενο.

Αυτός ο ήλιος κι αυτή η σελήνη φωτίζουν εξίσου τη γη, αλλά το περιβάλλον φως είναι διάχυτο, χωρίς σκιές, γι’ αυτό και είναι καθαρά ορατό αυτό που βρίσκεται στο φόντο, πύργοι και τείχη, μια κινητή γέφυρα πάνω από μια τάφρο που το νερό της λάμπει, κάποια γοτθικά αετώματα, και εκεί από πίσω, στην κορυφή του τελευταίου λόφου, τα σταματημένα φτερά ενός μύλου. Εδώ, πιο κοντά, χάρη στη ψευδαίσθηση της προοπτικής, τέσσερις καβαλάρηδες με περικεφαλαία, λόγχη και αρματωσιά, κάνουν γύρους τα άλογα σε μια επίδειξη υψηλού επιπέδου, χαιρετώντας, τρόπος του λέγειν, ένα αθέατο κοινό. Την ίδια εντύπωση τέλους γιορτής δίνει κι εκείνος ο στρατιώτης του πεζικού που ήδη κάνει το πρώτο βήμα για να αποσυρθεί, ενώ από το δεξί του χέρι κρέμεται κάτι που, από τούτη την απόσταση, φαίνεται για μαντίλι, αλλά θα μπορούσε ακόμη να είναι χιτώνας ή μανδύας, ενόσω δύο άλλοι στρατιωτικοί δείχνουν σημεία εκνευρισμού και δυσαρέσκειας και, αν είναι δυνατόν από τόσο μακριά ν’ αποκωδικοποιήσουμε στα μικροσκοπικά πρόσωπα ένα συναίσθημα, μοιάζουν σαν να έπαιξαν κι έχασαν. Υπεράνω αυτών των κοινοτοπιών του στρατού και της τειχισμένης πόλης πλανώνται τέσσερις άγγελοι, οι δυο με ορατό ολόκληρο το σώμα, κλαίνε, οδύρονται και μεμψιμοιρούν, ένας από αυτούς  όχι τόσο, με τραχύ προφίλ, απορροφημένος στο έργο της συλλογής, μέσα σ’ ένα τάσι, μέχρι τελευταίας ρανίδας, του πίδακα αίματος που βγαίνει από τη δεξιά πλευρά του Εσταυρωμένου. 

Σ’ αυτό το μέρος που το λένε Γολγοθά, πολλοί είναι αυτοί που είχαν την ίδια μοιραία κατάληξη και πολλοί άλλοι ακόμα θα τη συναντήσουν, αλλά αυτός ο άνθρωπος, γυμνός, καρφωμένος χειροπόδαρα σε ένα σταυρό, γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας, Ιησούς το όνομά του, είναι ο μόνος που το μέλλον του επιφυλάσσει την τιμή ενός κεφαλαίου αρχικού, οι περισσότεροι θα παραμείνουν ελάσσονες εσταυρωμένοι. 

Προς αυτόν μόνον, τελικά, κοιτάζουν ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας και η Μαρία η Μαγδαληνή, αυτός κάνει και κλαίνε ο ήλιος και η σελήνη, αυτόν μόλις προ ολίγου δόξασε ο Καλός Ληστής και χλεύασε ο Κακός, μιας και δεν καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον ένα και τον άλλο, ή και αν υπάρχει διαφορά, δεν είναι αυτή, αφού ο Καλός και ο Κακός δεν υπάρχουν αφ’ εαυτού τους, καθένας τους είναι αποκλειστικά η απουσία του άλλου. Έχει πάνω απ’ το κεφάλι του, το απαστράπτον από χίλιες ακτίνες, περισσότερο από τον ήλιο και τη σελήνη μαζί, μια επιγραφή γραμμένη στα ρωμαϊκά που τον ανακηρύσσει βασιλέα των Ιουδαίων και, σφιγμένη στο κεφάλι, μια οδυνηρή ακάνθινη κορόνα, τέτοια που φέρουν, και δεν το ξέρουν, ακόμα κι όταν το σώμα τους δεν αιμορραγεί εξωτερικά, εκείνοι οι άνθρωποι που δεν τους επιτρέπεται να είναι βασιλιάδες του προσώπου τους. 

Ο Ιησούς δεν επωφελείται να ξεκουράσει τα πόδια, όπως κάνουν οι ληστές, κι όλο το βάρος του σώματός του θα κρεμόταν από τα καρφωμένα στον κορμό χέρια του, αν δεν του απέμενε ακόμα λίγη ζωή, ικανή να τον κρατά όρθιο πάνω στα τεντωμένα γόνατα, αλλά που σύντομα θα του τελειώσει, η ζωή με το αίμα να συνεχίζει να ξεπηδά απ’ την πληγή του στήθους, όπως ήδη αναφέρθηκε. Ανάμεσα στις δυο σφήνες που στερεώνουν το σταυρό, μπηγμένες όπως κι αυτός σε μια σκούρα ρωγμή στο έδαφος, πληγή της γης, αγιάτρευτη όσο κι ο τάφος ενός ανθρώπου, βρίσκεται ένα κρανίο, κι ακόμη μια κνήμη και μια ωμοπλάτη, αλλά το κρανίο είναι που μας ενδιαφέρει, γιατί αυτό σημαίνει Γολγοθάς, κρανίο, δεν μοιάζουν οι δυο λέξεις να σημαίνουν το ίδιο, τη διαφορά θα την καταλαβαίναμε αν, αντί να γράψουμε κρανίο και Γολγοθάς, γράφαμε γολγοθάς και Κρανίο. Κανείς δεν ξέρει ποιος έβαλε εκεί αυτά τα απομεινάρια και με ποιο σκοπό το έκανε, αν είναι απλά μια ειρωνική και μακάβρια προειδοποίηση στους δυστυχείς μελλοθάνατους για την κατοπινή τους κατάσταση, πριν γίνουν χώμα, σκόνη κι άλλο τίποτα.

Υπάρχει όμως και ο ισχυρισμός ότι αυτό είναι το ίδιο το κρανίο του Αδάμ, αναδυμένο από το βαθύ σκοτάδι των αρχαϊκών γεωλογικών στρωμάτων, και τώρα, που πια δεν μπορεί να γυρίσει σ’ αυτά, είναι καταδικασμένο αιώνια να έχει, μπροστά στα μάτια της γης, το μοναδικό δυνατό παράδεισό του παντοτινά χαμένο. Εκεί πίσω, στο πεδίο όπου οι καβαλάρηδες εκτελούν τον τελευταίο γύρο, ένας άνδρας απομακρύνεται, γυρνώντας το κεφάλι του προς αυτή την πλευρά. Κρατά στο αριστερό του χέρι ένα κανάτι και στο δεξί ένα καλάμι. Στην άκρη του καλαμιού πρέπει να υπάρχει ένα σφουγγάρι, είναι δύσκολο από δω να δει κανείς και το κανάτι, σχεδόν θα στοιχηματίζαμε, περιέχει νερό και ξίδι. Αυτός ο άνθρωπος μια μέρα, και εις το εξής για πάντα, θα πέσει θύμα μιας συκοφαντίας, ότι από μοχθηρία ή χλευασμό, έδωσε ξίδι στον Ιησού  όταν εκείνος ζήτησε νερό, ενώ το σίγουρο είναι ότι του έδωσε από το μίγμα ξίδι και νερό, που είναι από τα καλύτερα δροσιστικά για να σβήνει τη δίψα, όπως τότε ήταν γνωστό και συνηθίζονταν. Φεύγει, δεν μένει μέχρι τέλους, έκανε ότι μπορούσε για να ανακουφίσει την επιθανάτια στέγνα των τριών καταδικασμένων και δεν έκανε διάκριση ανάμεσα στον Ιησού και τους Ληστές, για τον απλό λόγο ότι αυτά είναι πράγματα της γης, και στη γη θα μείνουν, κι από αυτά φτιάχνεται η μοναδική δυνατή ιστορία. 

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο για να δουλέψει. Ουσιαστικά είναι αυτοδίδακτος. Η πρώτη του νουβέλα με τίτλο ΓΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ εκδόθηκε το 1947, μεσολάβησαν όμως τριάντα περίπου χρόνια μέχρι την έκδοση του σημαντικότερου μέρους του έργου του, για το οποίο βραβεύτηκε το 1998 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο για να δουλέψει. Ουσιαστικά είναι αυτοδίδακτος. Η πρώτη του νουβέλα με τίτλο ΓΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ εκδόθηκε το 1947, μεσολάβησαν όμως τριάντα περίπου χρόνια μέχρι την έκδοση του σημαντικότερου μέρους του έργου του, για το οποίο βραβεύτηκε το 1998 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο Σαραμάγκου αγαπάει τις ανατρεπτικές ιστορίες. Του αρέσει να βάζει ένα «δεν» μπροστά από κάθε πρόταση και να εξετάζει την εντελώς αντίθετη εκδοχή από αυτήν που όλοι γνωρίζουν. Αν, λόγου χάρη, έγραφε την ιστορία της ανακάλυψης της Αμερικής, ο Σαραμάγκου θα άρχιζε την εξιστόρηση με το ότι ο Χριστόφορος Κολόμβος «δεν» ανακάλυψε την Αμερική. Κάτι παρόμοιο έκανε και με το προηγούμενο μυθιστόρημά του, την «Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας», όπου παρουσιάζει την ιστορική εκδοχή ελαφρώς ανάποδα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και τώρα, με το «Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο». Βρίσκουμε όλα τα γνωστά από τα Ευαγγέλια επεισόδια, αλλά ιδωμένα από μια άλλη οπτική γωνία. Ο Ιησούς συναντά τον Θεό, αλλά συναντά και τον Διάβολο. Ο Ιησούς ξεφεύγει από τον Διάβολο, αλλά προσπαθεί να ξεφύγει και από το πεπρωμένο που του επιφυλάσσει ο Θεός, για να αντιληφθεί τελικά, πάνω στον Σταυρό, ότι εξαπατήθηκε. Στο τέλος, αντί να πει το γνωστό «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», κραυγάζει προς τον ανοιχτό ουρανό, όπου ο Θεός χαμογελά: «Άνθρωποι, συγχωρήστε τον, γιατί δεν ξέρει τι κάνει». Συγχρόνως, όμως, ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά ακριβής όσον αφορά τον ιστορικό περίγυρο, τις εξαντλητικές περιγραφές και τη μεθοδική αποτύπωση των πιο απροσδόκητων λεπτομερειών.



Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

ΤΑ ΠΡΩΤΑ... ΧΡΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΑ (μετά συνηθίζεις...)

Πίνακας δραστηριοτήτων παντρεμένων (στην αρχή, στη μέση και σε... κάποια χρόνια): κάνε τον έλεγχο και διαπίστωσε σε ποια φάση είσαι... 
 


1οςμήνας
1οςχρόνος
10 χρόνια
Καφές
Κάθε πρωί
Κάθε Κυριακή
Στα μνημόσυνα
Πάνε Μαζί
Σινεμά
Διακοπές
Λαϊκή
Της κατεβάζει
Το βρακί
Τις κουρτίνες
Καντήλια
Φιλιά
Με πάθος, στο στόμα
Παιχνιδιάρικα, στη μύτη
Σαν παπάς, στο μέτωπο
Άγγιγμα στο λαιμό
Ανατριχιάζει
Γαργαλιέται
Χασμουριέται
Χάδια
Προκαταρκτικά
Ερωτικά
Μητρικά
Ευαίσθητο σημείο
Ο λοβός του αυτιού
Το στήθος
Το κότσι στο πόδι
Sex
Κολασμένο
Παραδεισένιο
Τηλεπαθητικό
Μασάζ
Ερωτικό
Χαλαρωτικό
Αυχενικό
Βλέμμα
Λάγνο, πολλά υποσχόμενο
Αινιγματικό, γεμάτο απορίες
Απλανές, της αγελάδας
Πονάει
Όλο το σώμα, απ' το σεξ
Η μέση, απ' το γυμναστήριο
Το κεφάλι, απ' τη μουρμούρα
Φαντασίωση
Γιατρός - Νοσοκόμα
Παρτούζα
Με την παρέα στο Φάληρο για ούζα
Ανάβει τσιγάρο
Μετά το σεξ
Κατά τη διάρκεια του σεξ
Μετά το σεξ του γείτονα
Κούνια
Για εναέρια ερωτικά «παιχνίδια»
Για τον ύπνο του μωρού
Που σε κούναγε
Προφυλακτικά
Με γεύσεις
Με ραβδώσεις
Ληγμένα
Εσώρουχα
Δαντελωτά
Μεταξωτά
Ξεχειλωμένα
Κάλτσες
Διχτυωτές
Σοσόνια
Τρύπιες
Προσποιείται
Ότι δεν έχει αναστολές
Ότι έχει οργασμό
Ότι έχει περίοδο
Καίγεται
Από πόθο
Απ' τον πυρετό
Η γούνα του
Τραβάει
Τα μαλλιά στο σεξ
Μαλακία
Μεγάλο ζόρι
 Χτυπάει
Τον κώλο στο σεξ
Το χέρι στο τραπέζι
Το κεφάλι στο τοίχο
(του) Δίνει
Και καταλαβαίνει
Λίγη σημασία
Τόπο στην οργή
Πίνει
Σφηνάκια τεκίλα
Σόδα για να χωνέψει
Για να ξεχάσει
Κοιτάει
Επίμονα
Πονηρά
Άλλους
Μυρίζει
Κολόνια
Μπαρούτι
Η αποχέτευση
Ανυπομονεί
Να ανταμώσουν
Να γυρίσει σπίτι
Να εξαφανιστεί για πάντα
Θα σε πάρει
Από παντού
Τηλέφωνο να ρωτήσει τι μαγείρεψες
Και θα σε σηκώσει
Δείπνο
Μύδια σαγανάκι
Γιαούρτι 0%
Αρχίδια καπαμά
Μετά το φαγητό
Μπαίνει κατευθείαν στο ψητό
Ανάβει τσιγάρο
Ρεύεται
Αποτρίχωση
Στο μπικίνι
Στη γάμπα
Στο μουστάκι
Στο δρόμο
Χεράκι χεράκι σαν ερωτευμένοι
Αγκαλιά σαν παλιόφιλοι
Αγκαζέ σαν συμπεθέρες
Στον ύπνο
Μουγκρίζει
Ροχαλίζει
Κλάνει
Τζάκι
Γυμνοί στη φλοκάτη
Παϊδάκια στη θράκα
Ενεργειακό που είναι οικονομικό
Γιορτάζουν
Τον Άγιο Βαλεντίνο
Την ονομαστική τους εορτή
Τις εθνικές επετείους
Βούλωσε
Η μπανιέρα
Η αρτηρία της καρδιάς
Το στόμα σου
Κλαίει
Από ευτυχία
Από τα κρεμμύδια
Από τα νεύρα
Κάνει
Τα πάντα
Ό,τι προλαβαίνει
Τα στραβά μάτια
Να θυμηθεί
Την επέτειo
Να πληρώσει τη ΔΕΗ
Το χάπι για την πίεση

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΕΝΑ ΨΕΥΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ;

 Αλλά εκείνη έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι». Και το φεγγάρι ερχότανε. Τότε της τάξανε – ο ίδιος ο βασιλιάς – να γίνει βασίλισσα της γης, αλλά ν’ αφήσει το φεγγάρι. Μα το κοριτσάκι αρνήθηκε κι έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι – δεν θέλω τίποτα άλλο». Κι έγινε απελπισία μεγάλη – και το ρολόι της σκέψης στο μυαλό ολονών σταμάτησε – αλλά κάποιος βρέθηκε – ένας γελωτοποιός – που είπε: «Και γιατί να μη φτιάξουμε ένα φεγγάρι ψεύτικο και να της το πάμε και να νομίζει πως ήρθε», και τρέξανε στα μαγαζιά και παραγγείλανε στους φαναρτζήδες ένα φεγγάρι ολομέταξο μ’ ένα φανάρι μέσα για να φέγγει και το πήρανε οι σαλτιμπάγκοι που ντύθηκαν άνθρωποι του φεγγαριού και το πήρανε στο σπίτι του κοριτσιού και το κοριτσάκι ευχαριστήθηκε πολύ – και γέλασε, και είπε: «Ευχαριστώ φεγγάρι που ήρθες – τώρα μπορείς να φύγεις». Κι άρχισε πάλι να φεύγει το φεγγάρι τ’ αληθινό κι όλα γινότανε πάλι όπως πριν, κι από τότες κάθε χρόνο περιδιαβάζουνε ένα φεγγάρι ψεύτικο τις απόκριες στους δρόμους για να γιορτάσουνε την απολύτρωσή τους από το φεγγάρι που ερχόταν, και ντύνονται για να γελάσουν οι άνθρωποι της γης – άνθρωποι του φεγγαριού». [ένα παραμύθι του Νάνου Βαλαωρίτη με καλό συμβολικό τέλος, από το βιβλίο του Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: «κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινίσει με ΚΛΙΚ εδώ –ART by PIXIE QUEEN spirit of the forest]

     Ένα κοριτσάκι γύρευε μια φορά από τη μάνα της το φεγγάρι. Αλλά η μάνα της που ήτανε πονηρή και δεν ήξερε τι να κάνει πήγε σ’ ένα μαγαζί και ρώτησε πόσο κάνει το φεγγάρι. Ο υπάλληλος του μαγαζιού την κοίταξε με ύφος παράξενο και της είπε: «Δεν πάτε αλλού να κοροϊδέψετε κυρία μου» - αλλά η κυρία επέμενε λέγοντας:
«Πήγαινέ με στο Διευθυντή αλλιώς το κοριτσάκι μου θα πεθάνει». Και την πήγανε τέλος πάντων στο Διευθυντή. «Κυρία μου εμείς δυστυχώς δεν πουλάμε το φεγγάρι. Γιατί δεν πηγαίνετε στο φαναρτζίδικο κι ίσως εκείνοι θα σας πούνε πού να πάτε».
Και πήγε η δυστυχισμένη στο φαναρτζίδικο και ζήτησε το φεγγάρι. Και της είπανε: «Τώρα ήρθες ευλογημένη – αν ερχόσουνα πέντε λεπτά πριν κάτι θα γινότανε – αλλά τώρα έφυγε ο πρώτος φαναρτζής που ανάβει κάθε νύχτα το φεγγάρι». Τότε πήγε γυρεύοντας τον φαναρτζή σπίτι του. Κι άνοιξε η γυναίκα του φαναρτζή – και της είπε γιατί ήταν ανάγκη – και τον ξύπνησαν- κι αγουροξυπνημένος καθώς ήτανε της λέει: «Τρελαθήκατε κυρία μου, το φεγγάρι έχει ώρες που έφυγε. Πώς θέλετε να το φέρουμε πίσω; Πηγαίνετε στο βασιλιά κι ίσως εκείνος να σας κάνει αυτή τη χάρη». Και έτρεξε στο βασιλιά και τον παρακάλεσε να ξαναφέρει το φεγγάρι, γιατί ήθελε να το ’χει η κόρη της να παίξει. Κι ο βασιλιάς κατσούφιασε και φώναξε τον αστρολόγο, κι ο αστρολόγος ξύνοντας το κεφάλι του είπε:
«Μεγαλειότατε ένας μόνο μπορεί να φέρει πίσω το φεγγάρι που έφυγε από τη γη. Ο μέγας μάγος».
«Και πού μένει αυτός», ρώτησε ο βασιλιάς.
«Μένει σε μια σπηλιά σ’ ένα βουνό»
«Φωνάξτε τον», είπε ο βασιλιάς και τον φέρανε. Κι ο Μέγας Μάγος ρώτησε αν το κοριτσάκι ήταν φρόνιμο, αν έτρωγε το φαγητό του και αν είχε καλούς τρόπους.
Και του είπανε πως ήταν φρόνιμο, πως έτρωγε το φαγητό του και πως είχε καλούς τρόπους.
Και τότες ο Μέγας Μάγος κουνώντας τα δάχτυλά του άρχισε να τραβάει το φεγγάρι πίσω στη γη. Και το φεγγάρι άρχισε νάρχεται και να πλησιάζει, κι όλοι τρομάξανε πολύ κι είπανε να σταματήσει. Αλλά ο Μέγας Μάγος είπε: «Τώρα πια είναι αργά. Μόνο αν θέλει το κοριτσάκι να σταματήσει, θα σταματήσει το φεγγάρι νάρχεται» Κι έγινε πανικός στον κόσμο: γιατί μεγάλωνε τόσο πολύ το φεγγάρι όσο πλησίαζε και σε λίγο θάτρωγε τη γη ολόκληρη. Τρέξανε λοιπόν να βρουν το κοριτσάκι – να την πείσουνε ν ’αφήσει το φεγγάρι να φύγει.
Αλλά εκείνη έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι». Και το φεγγάρι ερχότανε. Τότε της τάξανε – ο ίδιος ο βασιλιάς – να γίνει βασίλισσα της γης, αλλά ν’ αφήσει το φεγγάρι. Μα το κοριτσάκι αρνήθηκε κι έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι – δεν θέλω τίποτα άλλο». Κι έγινε απελπισία μεγάλη – και το ρολόι της σκέψης στο μυαλό ολονών σταμάτησε – αλλά κάποιος βρέθηκε – ένας γελωτοποιός – που είπε: «Και γιατί να μη φτιάξουμε ένα φεγγάρι ψεύτικο και να της το πάμε και να νομίζει πως ήρθε», και τρέξανε στα μαγαζιά και παραγγείλανε στους φαναρτζήδες ένα φεγγάρι ολομέταξο μ’ ένα φανάρι μέσα για να φέγγει και το πήρανε οι σαλτιμπάγκοι που ντύθηκαν άνθρωποι του φεγγαριού και το πήρανε στο σπίτι του κοριτσιού και το κοριτσάκι ευχαριστήθηκε πολύ – και γέλασε, και είπε:
«Ευχαριστώ φεγγάρι που ήρθες – τώρα μπορείς να φύγεις». Κι άρχισε πάλι να φεύγει το φεγγάρι τ’ αληθινό κι όλα γινότανε πάλι όπως πριν, κι από τότες κάθε χρόνο περιδιαβάζουνε ένα φεγγάρι ψεύτικο τις απόκριες στους δρόμους για να γιορτάσουνε την απολύτρωσή τους από το φεγγάρι που ερχόταν, και ντύνονται για να γελάσουν οι άνθρωποι της γης – άνθρωποι του φεγγαριού».


(ένα παραμύθι του Νάνου Βαλαωρίτη με καλό συμβολικό τέλος, από το βιβλίο του Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδόσεις Αιγόκερως 1986)

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΠΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ή ΕΣΤΩ ΣΕ ΚΑΝΑ ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ή ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ:

Το σώμα σου δεν φύεται παντού. Μόνον όταν ξαπλώνεις στο αφράτο χώμα του κρεβατιού –αφού βγάλεις τα κόκκινα γοβάκια-οι γοφοί σου βουλιάζουν στην αμνησία της καμπύλης (ακόμα ακούγονται τα βήματα στο χολ). Δέκα χρόνια πριν, δέκα χρόνια μετά, νιώθω αρχαιολόγος ανοίγοντας τα πόδια σου.  Σιγά-σιγά το χνούδι φουντώνει, γίνεται πυκνό δάσος. Οι κορμοί των δένδρων είναι διαφανείς –βλεπόμαστε. Όπως αλλάζεις στάση, η τάφρος του προηγούμενου σχήματος πετάει χλωρά κλαριά και πράσινα μάτια. Πιο μέσα λιγοστεύει το φως. Πηγαίνω στα τυφλά. Ακούω ήχους φύλλων, υγρασίας, και ρίζες να έρπουν στα μάτια μου. Το έδαφος λασπώδες. Σέρνομαι και γλιστράω σε ιαματικά λουτρά. Κρατάω την αναπνοή και πάω πιο βαθιά. Υπόγεια ρεύματα με τραβάνε στο χαμό. Εδώ η βλάστηση είναι μπλε. Έχω πάψει να πιστεύω ότι πάω σε κυνήγι. Παγίδες-λέξεις μου δαγκώνουν τα πόδια. Πιάνω ένα άσπρο μαλακό πανί (είναι η ψυχή, η ψίχα του φόβου). Θα καθίσω, θα καθίσω εκεί μηρυκάζοντας τα χρόνια και τα μαλλιά σου. Ακόμα ακούγονται τα βήματα στο χολ. Αναδύομαι απ’ τα σεντόνια. Γύρω ξερά κλαδιά (όχι κλαριά) και γραμμές στο στεγνό χώμα δείχνουν τις κινήσεις της μουσικής που απλώνεται και θα τα σκεπάσει όλα. (ΦΥΤΟΛΟΓΙΑ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ 1985 – ART by OHOOLA one-ninehundred]



ΓΥΝΑΙΚΑΜΕ ΦΑΚΙΔΕΣ, ΜΕ ΜΑΛΛΙΑ, ΜΕ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΧΤΕΝΑ
Αυτή μπροστά σε χαλασμένο αυτοκίνητο, προσπαθεί να ξεχάσει τα σήματα της Τροχαίας. Πάνω της πέφτει όλο το βράδυ ψιλή λήθη και τη φτάνει ως το κόκαλο. Κοιτάζει με το φακό τα σχισμένα λάστιχα. Σκέπτεται τα λερωμένα της σεντόνια, το βουλωμένο νεροχύτη, την καμένη λάμπα του χολ, τα σκουπίδια. Προσπαθεί να δει  παραπέρα την άλλη μέρα. Ύστερα, είναι και ηθοποιός και όλο ξεχνάει τους ρόλους της. Παιδεύει τα φορέματα, τις κρέμες. Γενικά, τις ξεφεύγουν οι ήρωες. Ανοίγει πόρτα, μετά  άλλη και άλλη, και πάντα βρίσκεται μπροστά σ’ ένα τοίχο. Κάτι άνθρωποι τις γνέφουν, με καπέλα, με ρολόγια, αλλά  αυτές οι πόρτες μια ανοίγουν μια κλείνουν και όλο σκοτεινιάζει. Γνωρίζει χιλιάδες φωνές, μόνο τη δικιά  της δεν άκουσε ποτέ. Μια φορά φώναξε δυνατά (ούρλιαξε), όταν εκείνος που την αγάπησε της έλεγε ότι: «αυτές οι φακίδες είναι πέπλο γύρω  στο σώμα σου». Και τραβούσε το δέρμα (το πέπλο) να το βγάλει και πονούσε πολύ. Τώρα χωμένη, πρέπει να βρει την άκρη της νύχτας και να μπει στον κόσμο ή έστω σε κάνα δυο ανθρώπους ή στον εαυτό της. Το χειρότερο από όλα είναι ότι την ξέχασαν τα προσωπικά της αντικείμενα. Η τσάντα, η καρέκλα, η ζακέτα. Εκείνο όμως που την τρομάζει, είναι η σιδερένια της χτένα. Κάνει να χτενιστεί και γίνεται μαχαίρι κοφτερό. Όλο κοιτάζει δίπλα, την άλλη σελίδα. Θέλει το σκύλο να πάρει αγκαλιά, να ζεσταθεί, να κοιμηθεί.

Η ΞΗΡΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ
Το μελαχρινό σου πρόσωπο ακουμπάει στο χώμα. Ο ουρανός πολλές φορές είναι μέσα στη γη, προσποιείται το σπόρο, τη ρίζα• από κει βγαίνουν παλιά τραγούδια και αγκαλιές —ας λένε ό,τι θέλουν οι μουσικολόγοι—. Άσπρο του δωματίου, άσπρο του ματιού. Σαν να μην είμαι εγώ, που τρίβω χρόνια την πλάτη μου στο φεγγάρι και ο καρυοθραύστης της νύχτας σου τσακίζει τις εικόνες και τα μάτια. Πόσο θα αντέξουν οι φλέβες τον πολιτισμό — τον τροχό; Φαντάσου να μην ήμουνα εντοιχισμένος, με το φαρμάκι στο στόμα, αλλά ελεύθερος όπως τα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού —ο ίδιος δεν το ήξερε και έλιωνε μες στα μαύρα ρούχα του— 
(Μετράω τα δάχτυλά μου και τα βρίσκω παρά πέντε - Από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ανωνύμου μοναχού, 1985)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ
Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω –τα άλλα είναι ψέματα-. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές  μηλιές και φράουλες που δεν δοκίμασα. Τώρα μόνοι κι αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου ν’ ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι. Αν ήτανε διαφορετικά τα  πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με πρησμένη κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη στιγμή έσπασε το τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα –σύρμα νίκελ του τρόμου-. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια μου, γαντζωμένα στο χώμα, αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια  και είδα. 

ΚΑΤΟΨΗ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ
Στα βάθη των θεμελίων λαλεί ακόμα ο σφαγμένος πετεινός. Ίχνη φωτιάς, όστρακα και άμορφα τεμάχια σιδήρου δείχνουν ότι έζησαν άνθρωποι εδώ. Κάθε μέρα βρίσκεις καινούργια ντουλάπια, κρύπτες και καταπακτές (με οστά, υπολείμματα τροφών, φορέματα ή ολόσωμες γυναίκες να χαμογελούν). Τα χαλιά καλύπτουν επιμελώς τα βράχια και τη λίμνη που κολυμπάς. Εκείνα που δεν κρύβονται με τίποτα είναι τα χόρτα. Μεγαλώνουν απότομα, κάνοντας ένα θόρυβο περίεργο (κάτι μεταξύ σφυρίγματος και κλάματος). Λόχμες σκοτεινές πετάγονται σε  κάθε βήμα μου. Τα χάλκινα και τα κρουστά της νύχτας φέρνουν βροχή και η βροχή κατολισθήσεις, και ερωτώ: Πού κατοικώ, σε βουνό ή σε σπίτι; Σε σπίτι σύγχρονο (απαντά ο αντίλαλος), με κουζίνα παραθαλάσσια. Η αύρα του ψυγείου από τη μια μεριά, από την άλλη στην ηλεκτρική φωτιά να βράζεις μαλλιά αγγέλου και στη μέση εμείς να φιλιόμαστε μέχρι εξαντλήσεως. Ένας τοίχος με χωρίζει από το λουτρό. Εκεί λούζεται με τις  ώρες, μέχρι που γίνεται διάφανο το κεφάλι σου και βλέπω καθαρά  τις σκέψεις σου. Τέλος, ο φωταγωγός. Ούτε φως – ούτε πουλιά. Μόνο οι από πάνω ρίχνουν άδεια μπουκάλια και αποτσίγαρα στο κενό.
(Υπάρχει και μια  ξύλινη σκάλα που πρέπει να οδηγεί στο υπνοδωμάτιο. Αυτή δεν την ανέβηκα ποτέ. Κάθομαι στο πρώτο σκαλί και ακούω τα άλλα να τρίζουν). 

ΤΟ ΑΝΑΧΩΜΑ
Σβέλτο κορμί ανεβαίνει –σχεδόν πετάει- με τα μαλλιά  της μαύρα νερά και στην κοιλιά χάδια χθεσινά. Το χώμα μόλις προλαβαίνει να πάρει το εκμαγείο του αστραγάλου –γιατί, όπως είπαμε, πετάει- η σκόνη γίνεται πάνω της θάλασσα. Κάνει κινήσεις πρώιμης κολυμβήτριας. Οι σχισμές της ανθίζουν από την προσπάθεια. Τα μάτια ίσια στην κορυφή. Ο ήλιος, κάθετος, έχει εξατμίσει όλες τις σκιές. Δυο τρεις απλωτές ακόμη και φτάνει. Ρίχνει τους γάντζους της φωνής και είναι πάνω στην επίπεδη επιφάνεια και χορεύει το χορό του χαλκού –λες και βγήκε το φεγγάρι- (Σε κρατάω σφιχτά στο χιόνι του ύπνου - από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ 1985]