Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΠΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ή ΕΣΤΩ ΣΕ ΚΑΝΑ ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ή ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ:

Το σώμα σου δεν φύεται παντού. Μόνον όταν ξαπλώνεις στο αφράτο χώμα του κρεβατιού –αφού βγάλεις τα κόκκινα γοβάκια-οι γοφοί σου βουλιάζουν στην αμνησία της καμπύλης (ακόμα ακούγονται τα βήματα στο χολ). Δέκα χρόνια πριν, δέκα χρόνια μετά, νιώθω αρχαιολόγος ανοίγοντας τα πόδια σου.  Σιγά-σιγά το χνούδι φουντώνει, γίνεται πυκνό δάσος. Οι κορμοί των δένδρων είναι διαφανείς –βλεπόμαστε. Όπως αλλάζεις στάση, η τάφρος του προηγούμενου σχήματος πετάει χλωρά κλαριά και πράσινα μάτια. Πιο μέσα λιγοστεύει το φως. Πηγαίνω στα τυφλά. Ακούω ήχους φύλλων, υγρασίας, και ρίζες να έρπουν στα μάτια μου. Το έδαφος λασπώδες. Σέρνομαι και γλιστράω σε ιαματικά λουτρά. Κρατάω την αναπνοή και πάω πιο βαθιά. Υπόγεια ρεύματα με τραβάνε στο χαμό. Εδώ η βλάστηση είναι μπλε. Έχω πάψει να πιστεύω ότι πάω σε κυνήγι. Παγίδες-λέξεις μου δαγκώνουν τα πόδια. Πιάνω ένα άσπρο μαλακό πανί (είναι η ψυχή, η ψίχα του φόβου). Θα καθίσω, θα καθίσω εκεί μηρυκάζοντας τα χρόνια και τα μαλλιά σου. Ακόμα ακούγονται τα βήματα στο χολ. Αναδύομαι απ’ τα σεντόνια. Γύρω ξερά κλαδιά (όχι κλαριά) και γραμμές στο στεγνό χώμα δείχνουν τις κινήσεις της μουσικής που απλώνεται και θα τα σκεπάσει όλα. (ΦΥΤΟΛΟΓΙΑ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ 1985 – ART by OHOOLA one-ninehundred]



ΓΥΝΑΙΚΑΜΕ ΦΑΚΙΔΕΣ, ΜΕ ΜΑΛΛΙΑ, ΜΕ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΧΤΕΝΑ
Αυτή μπροστά σε χαλασμένο αυτοκίνητο, προσπαθεί να ξεχάσει τα σήματα της Τροχαίας. Πάνω της πέφτει όλο το βράδυ ψιλή λήθη και τη φτάνει ως το κόκαλο. Κοιτάζει με το φακό τα σχισμένα λάστιχα. Σκέπτεται τα λερωμένα της σεντόνια, το βουλωμένο νεροχύτη, την καμένη λάμπα του χολ, τα σκουπίδια. Προσπαθεί να δει  παραπέρα την άλλη μέρα. Ύστερα, είναι και ηθοποιός και όλο ξεχνάει τους ρόλους της. Παιδεύει τα φορέματα, τις κρέμες. Γενικά, τις ξεφεύγουν οι ήρωες. Ανοίγει πόρτα, μετά  άλλη και άλλη, και πάντα βρίσκεται μπροστά σ’ ένα τοίχο. Κάτι άνθρωποι τις γνέφουν, με καπέλα, με ρολόγια, αλλά  αυτές οι πόρτες μια ανοίγουν μια κλείνουν και όλο σκοτεινιάζει. Γνωρίζει χιλιάδες φωνές, μόνο τη δικιά  της δεν άκουσε ποτέ. Μια φορά φώναξε δυνατά (ούρλιαξε), όταν εκείνος που την αγάπησε της έλεγε ότι: «αυτές οι φακίδες είναι πέπλο γύρω  στο σώμα σου». Και τραβούσε το δέρμα (το πέπλο) να το βγάλει και πονούσε πολύ. Τώρα χωμένη, πρέπει να βρει την άκρη της νύχτας και να μπει στον κόσμο ή έστω σε κάνα δυο ανθρώπους ή στον εαυτό της. Το χειρότερο από όλα είναι ότι την ξέχασαν τα προσωπικά της αντικείμενα. Η τσάντα, η καρέκλα, η ζακέτα. Εκείνο όμως που την τρομάζει, είναι η σιδερένια της χτένα. Κάνει να χτενιστεί και γίνεται μαχαίρι κοφτερό. Όλο κοιτάζει δίπλα, την άλλη σελίδα. Θέλει το σκύλο να πάρει αγκαλιά, να ζεσταθεί, να κοιμηθεί.

Η ΞΗΡΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ
Το μελαχρινό σου πρόσωπο ακουμπάει στο χώμα. Ο ουρανός πολλές φορές είναι μέσα στη γη, προσποιείται το σπόρο, τη ρίζα• από κει βγαίνουν παλιά τραγούδια και αγκαλιές —ας λένε ό,τι θέλουν οι μουσικολόγοι—. Άσπρο του δωματίου, άσπρο του ματιού. Σαν να μην είμαι εγώ, που τρίβω χρόνια την πλάτη μου στο φεγγάρι και ο καρυοθραύστης της νύχτας σου τσακίζει τις εικόνες και τα μάτια. Πόσο θα αντέξουν οι φλέβες τον πολιτισμό — τον τροχό; Φαντάσου να μην ήμουνα εντοιχισμένος, με το φαρμάκι στο στόμα, αλλά ελεύθερος όπως τα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού —ο ίδιος δεν το ήξερε και έλιωνε μες στα μαύρα ρούχα του— 
(Μετράω τα δάχτυλά μου και τα βρίσκω παρά πέντε - Από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ανωνύμου μοναχού, 1985)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ
Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω –τα άλλα είναι ψέματα-. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές  μηλιές και φράουλες που δεν δοκίμασα. Τώρα μόνοι κι αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου ν’ ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι. Αν ήτανε διαφορετικά τα  πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με πρησμένη κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη στιγμή έσπασε το τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα –σύρμα νίκελ του τρόμου-. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια μου, γαντζωμένα στο χώμα, αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια  και είδα. 

ΚΑΤΟΨΗ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ
Στα βάθη των θεμελίων λαλεί ακόμα ο σφαγμένος πετεινός. Ίχνη φωτιάς, όστρακα και άμορφα τεμάχια σιδήρου δείχνουν ότι έζησαν άνθρωποι εδώ. Κάθε μέρα βρίσκεις καινούργια ντουλάπια, κρύπτες και καταπακτές (με οστά, υπολείμματα τροφών, φορέματα ή ολόσωμες γυναίκες να χαμογελούν). Τα χαλιά καλύπτουν επιμελώς τα βράχια και τη λίμνη που κολυμπάς. Εκείνα που δεν κρύβονται με τίποτα είναι τα χόρτα. Μεγαλώνουν απότομα, κάνοντας ένα θόρυβο περίεργο (κάτι μεταξύ σφυρίγματος και κλάματος). Λόχμες σκοτεινές πετάγονται σε  κάθε βήμα μου. Τα χάλκινα και τα κρουστά της νύχτας φέρνουν βροχή και η βροχή κατολισθήσεις, και ερωτώ: Πού κατοικώ, σε βουνό ή σε σπίτι; Σε σπίτι σύγχρονο (απαντά ο αντίλαλος), με κουζίνα παραθαλάσσια. Η αύρα του ψυγείου από τη μια μεριά, από την άλλη στην ηλεκτρική φωτιά να βράζεις μαλλιά αγγέλου και στη μέση εμείς να φιλιόμαστε μέχρι εξαντλήσεως. Ένας τοίχος με χωρίζει από το λουτρό. Εκεί λούζεται με τις  ώρες, μέχρι που γίνεται διάφανο το κεφάλι σου και βλέπω καθαρά  τις σκέψεις σου. Τέλος, ο φωταγωγός. Ούτε φως – ούτε πουλιά. Μόνο οι από πάνω ρίχνουν άδεια μπουκάλια και αποτσίγαρα στο κενό.
(Υπάρχει και μια  ξύλινη σκάλα που πρέπει να οδηγεί στο υπνοδωμάτιο. Αυτή δεν την ανέβηκα ποτέ. Κάθομαι στο πρώτο σκαλί και ακούω τα άλλα να τρίζουν). 

ΤΟ ΑΝΑΧΩΜΑ
Σβέλτο κορμί ανεβαίνει –σχεδόν πετάει- με τα μαλλιά  της μαύρα νερά και στην κοιλιά χάδια χθεσινά. Το χώμα μόλις προλαβαίνει να πάρει το εκμαγείο του αστραγάλου –γιατί, όπως είπαμε, πετάει- η σκόνη γίνεται πάνω της θάλασσα. Κάνει κινήσεις πρώιμης κολυμβήτριας. Οι σχισμές της ανθίζουν από την προσπάθεια. Τα μάτια ίσια στην κορυφή. Ο ήλιος, κάθετος, έχει εξατμίσει όλες τις σκιές. Δυο τρεις απλωτές ακόμη και φτάνει. Ρίχνει τους γάντζους της φωνής και είναι πάνω στην επίπεδη επιφάνεια και χορεύει το χορό του χαλκού –λες και βγήκε το φεγγάρι- (Σε κρατάω σφιχτά στο χιόνι του ύπνου - από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ 1985]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …