Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

ΜΟΝΑΧΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΕ ΟΣΟ ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΣΤΕ ΟΤΙ Η ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΕΙΧΕ ΑΓΑΠΗΣΕΙ:

Σ’ αυτό το μέρος που το λένε Γολγοθά, πολλοί είναι αυτοί που είχαν την ίδια μοιραία κατάληξη και πολλοί άλλοι ακόμα θα τη συναντήσουν, αλλά αυτός ο άνθρωπος, γυμνός, καρφωμένος χειροπόδαρα σε ένα σταυρό, γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας, Ιησούς το όνομά του, είναι ο μόνος που το μέλλον του επιφυλάσσει την τιμή ενός κεφαλαίου αρχικού, οι περισσότεροι θα παραμείνουν ελάσσονες εσταυρωμένοι…  (αποσπάσματα από το κατά Ζοζέ Σαραμάγκου Ευαγγέλιον Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1997 – Η διαφορά από τα γνωστά Ευαγγέλια είναι ότι ο «ευαγγελιστής» Σαραμάγκου έχει τη δική του αιρετική άποψη για τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης. Το βιβλίο του δεν είναι μια θεολογική πρόταση. Είναι ένα συναρπαστικό αντιδογματικό μυθιστορημα, γεμάτο ευρήματα, ανατροπές και οικείους χαρακτήρες, που ο συγγραφέας παρακολουθεί άγρυπνα, αποκαλύπτοντάς μας τις πιο απίθανες λεπτομέρειες της ζωής τους ART by- 




Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ 
Ο Ήλιος παρουσιάζεται σε μια από τις πάνω γωνίες του ορθογωνίου, που βρίσκεται στα αριστερά όπως κοιτάζει κανείς, και παριστάνει, ο βασιλικός αστέρας, το κεφάλι ενός άνδρα απ’ όπου ξεχύνονται ακτίνες δυνατού φωτός και φιδωτές φλόγες, σαν μια ανεμοδούρα αναποφάσιστη για την κατεύθυνση των σημείων που θέλει να δείξει, και αυτό το κεφάλι έχει ένα πρόσωπο που κλαίει, συσπασμένο από έναν πόνο αμείωτο, βγάζοντας από το ανοιχτό στόμα μια κραυγή που δεν θα μπορέσουμε να ακούσουμε, αφού τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αληθινό, ό,τι έχουμε μπροστά μας είναι χαρτί και μελάνι και τίποτε άλλο.

Κάτω απ’ τον ήλιο βλέπουμε έναν άνδρα γυμνό, δεμένο στον κορμό ενός δένδρου, με τα λαγόνια σκεπασμένα από ένα πανί που καλύπτει τα μέρη που αποκαλούμε γενετήσια και απόκρυφα και τα πόδια του στερεωμένα σε ό,τι απόμεινε από έναν εγκάρσια κομμένο κορμό, πάντως για μεγαλύτερη σταθερότητα και για να μην γλιστρήσουν από αυτό το φυσικό υποστήριγμα, τα κρατούν δυο καρφιά βαθιά μπηγμένα. Από την έκφραση του προσώπου, εμπνευσμένο πάθος, και από την κατεύθυνση του βλέμματος, στραμμένο ψηλά, θα πρέπει να είναι ο Καλός Ληστής.  Τα μαλλιά όλο δαχτυλίδια, άλλη ένδειξη που δεν ξεγελά, αφού είναι γνωστό ότι άγγελοι κι αρχάγγελοι τέτοια μαλλιά έχουν, και ο μετανοημένος εγκληματίας, κατά τα φαινόμενα, ήδη βρίσκεται καθ’ οδόν για να ανέλθει στον κόσμο των ουρανίων πλασμάτων. Δεν θα μπορέσουμε να επαληθεύσουμε αν αυτός ο κορμός είναι ακόμα δένδρο, απλώς προσαρμοσμένο, με επιλεκτικό κουτσούρεμα σε όργανο μαρτυρίου, που όμως συνεχίζει να τρέφεται με τις ρίζες από τη γη, γιατί όλο το κάτω μέρος του καλύπτεται από έναν άνδρα με μακριά γενειάδα, ντυμένο πλούσια, ευρύχωρα και πληθωρικά, που ενώ έχει σηκωμένο το κεφάλι, δεν κοιτά ωστόσο τον ουρανό. 

Αυτή η επίσημη στάση, αυτή η θλιμμένη φυσιογνωμία δεν μπορεί παρά να είναι του Ιωσήφ της Αριμαθαίας ή του Σίμωνα του Κυρηναίου, αναμφίβολα άλλη μια δυνατή υπόθεση, μετά από τη δουλειά στην οποία τον εξανάγκασαν, να βοηθά δηλαδή τον μελλοθάνατο στη μεταφορά του σταυρού, σύμφωνα με το πρωτόκολλο τέτοιων εκτελέσεων, αλλά έξω από τις συνήθειες του, απασχολημένος μάλλον με τις συνέπειες της καθυστέρησης, μιας συμφωνημένης συναλλαγής παρά με την επιθανάτια θλίψη του δυστυχή που πήγαιναν για σταύρωση. Αυτός λοιπόν ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας είναι ο αγαθός εκείνος άνθρωπος που πρόσφερε ένα δικό του τάφο για να εναποτεθεί εκεί το κύριο λείψανο, η γενναιοδωρία του όμως δεν του χρησίμευσε πολύ την ώρα των αγιοποιήσεων, ούτε καν των οσιοποιήσεων, αφού δεν υπάρχει γύρω από το κεφάλι του άλλο από το τουρμπάνι που το έχει για να βγαίνει τις καθημερινέ, αντίθετα από τη γυναίκα που βλέπουμε στη διπλανή σκηνή, με τα μαλλιά ατίθασα πάνω στην κυρτή, διπλωμένη πλάτη, στεφανωμένη όμως με την απώτατη δόξα ενός φωτοστέφανου, στην περίπτωσή της δαντελωτού σαν σπιτικό εργόχειρο. 

Είναι σίγουρο ότι η γονατισμένη γυναίκα ονομάζεται Μαρία, αφού εκ προοιμίου γνωρίζουμε πως όλες όσες έρθουν να συγκεντρωθούν εδώ αυτό το όνομα έχουν, και μόνο μία τους, που είναι επιπλέον και Μαγδαληνή, διακρίνεται ονοματολογικά από τις άλλες, ε λοιπόν, οποιοσδήποτε παρατηρητής, επαρκής γνώστης των θεμελιωδών γεγονότων της ζωής, με την πρώτη ματιά θα ορκιστεί ότι εκείνη που αναφέραμε ως Μαγδαληνή είναι αυτή ακριβώς, αφού μόνο ένας άνθρωπος ενόχου παρελθόντος, σαν αυτή, θα τολμούσε να παρουσιαστεί αυτή την τραγική ώρα με ένα μπούστο τόσο ανοιχτό κι ένα στηθόπανο τόσο σφιχτό που σηκώνει και τονίζει τη στρογγυλάδα του στήθους, λόγος για τον οποίο έχει, αναπόφευκτα, προσελκύσει και αδράξει το λαίμαργο βλέμμα περαστικών ανδρών, προς σοβαρή ζημία ψυχών, παρασυρμένων στο χαμό από το άσεμνο σώμα. Έχει ωστόσο την έκφραση της μεταμελημένης θλίψης στο πρόσωπό της, και η εγκατάλειψη του σώματός της δεν εκφράζει παρά τον πόνο μιας ψυχής, κρυμμένης σε προκλητική σάρκα, είναι αλήθεια, που όμως είναι υποχρέωσή μας να λάβουμε υπόψη, την ψυχή εννοείται, προφανώς η γυναίκα αυτή θα μπορούσε να είναι από μέσα γυμνή, αν με τέτοια απεικόνιση είχαν επιλέξει να την παραστήσουν, κι εμείς παρ’ όλα αυτά θα έπρεπε να της αποδώσουμε σεβασμό και φόρο τιμής. 

Η Μαρία η Μαγδαληνή, αν είναι όντως αυτή, συγκρατεί και φαίνεται ότι πάει να φιλήσει, με μια χειρονομία συμπόνιας που οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν, το χέρι μιας άλλης γυναίκας, ετούτη μάλιστα είναι πεσμένη στη γη, αποστερημένη από δυνάμεις ή πληγωμένη θανάσιμα. Το όνομά της είναι επίσης Μαρία, δεύτερη στη σειρά παρουσίασης, αλλά χωρίς αμφιβολία, πρωταρχική σε σημασία, αν κάτι σημαίνει η κεντρική θέση που καταλαμβάνει στο κάτω μέρος της σύνθεσης. Αν εξαιρέσει κανείς το δακρυσμένο πρόσωπο και τα παρατημένα χέρια, δεν απομένει να δει τίποτα από το σώμα, καλυμμένο από τις πολλαπλές πτυχές του μανδύα και του χιτώνα, σφιγμένου στη μέση μ’ ένα κορδόνι που την ταχύτητά του μαντεύουμε. Είναι μεγαλύτερη απ’ την άλλη Μαρία, και αυτός είναι ένας καλός λόγος, πιθανόν, αλλά όχι ο μοναδικός, που το φωτοστέφανό της έχει πιο πολύπλοκο σχέδιο, έτσι τουλάχιστον θα έπαιρνε το ελεύθερο να σκεφτεί όποιος, μη διαθέτοντας ακριβείς πληροφορίες σχετικά με προτεραιότητες, προνόμια και ιεραρχίες που ισχύουν σ’ αυτό τον κόσμο, θα ήταν υποχρεωμένος να διατυπώσει άποψη. Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη μας το βαθμό διάδοσης αυτών των εικονογραφιών, που τους εξασφάλισαν μείζονες και ελάσσονες καλλιτεχνίες, μόνο ένας κάτοικος από άλλο πλανήτη, αν υποθέσουμε ότι και σ’ αυτόν θα είχε επαναληφθεί ή πρωτοπαιχτεί αυτό το δράμα, μόνο αυτό το αληθινά αδιανόητο ον θα αγνοούσε ότι η τυραννισμένη γυναίκα είναι η χήρα ενός ξυλουργού ονόματι Ιωσήφ και μητέρα πολυάριθμων γιων και θυγατέρων, παρόλο που ένας και μόνο από αυτούς, κατά προσταγή του πεπρωμένου ή όποιου το κυβερνά, ήρθε στη γη για να ευδοκιμήσει, μέτρια στη ζωή, αλλά μέγιστα μετά θάνατον. 

Γερμένη στ’ αριστερά, η Μαρία, μητέρα του Ιησού, αυτού ακριβώς που μόλις μνημονεύσαμε, στηρίζει τον πήχη στο μηρό μιας άλλης γυναίκας, που είναι επίσης γονατισμένη. Μαρία πάλι το όνομα και, εντέλει, παρόλο που δεν μπορούμε να δούμε, ούτε καν να φανταστούμε, το μπούστο, το μπούστο, πραγματική ίσως Μαγδαληνή. Ακριβώς όπως και η πρώτη αυτής της γυναικείας τριάδας, έχει μακριά ατίθασα μαλλιά, ριγμένα στην πλάτη, ετούτα όμως δίνουν την αίσθηση ότι είναι ξανθά, αν δεν είναι απλή σύμπτωση η διαφορά στο περίγραμμα, πιο ελαφρύ σ’ αυτή την περίπτωση και με αφημένα κενά στις τούφες πράγμα που, προφανώς, εξυπηρετεί το ζωγράφο στο να ανοίξει το γενικό τόνο της κώμης που αναπαριστά.

Με αυτούς τους ισχυρισμούς δεν έχουμε πρόθεση να δηλώσουμε  ότι η Μαρία η Μαγδαληνή υπήρξε, όντως, ξανθιά, απλώς συμμορφωνόμαστε στο ρεύμα της πλειοψηφούσας άποψης που επιμένει να βλέπει στις ξανθές, τόσο στις φυσικές όσο και στις βαμμένες, τα πιο αποτελεσματικά όργανα της αμαρτίας και πτώσης. Η Μαρία η Μαγδαληνή έχοντας υπάρξει, όπως είναι γενικά γνωστό, γυναίκα τόσο αμαρτωλή, χαμένη όσο λίγες, θα έπρεπε να είναι και ξανθιά, ώστε να μην διαψεύσει  τις πεποιθήσεις, καλώς ή κακώς διαμορφωμένες, του μισού ανθρώπινου είδους. Δεν είναι πάντως επειδή η Τρίτη αυτή Μαρία, συγκριτικά με την άλλη, φαίνεται πιο ανοιχτόχρωμη στην επιδερμίδα και την απόχρωση των μαλλιών, που υπαινισσόμαστε και προτείνουμε, ενάντια στις συντριπτικές ενδείξεις ενός βαθιού μπούστου και ενός επιδεικνυόμενου στήθους, ότι αυτή είναι η Μαγδαληνή. Άλλη απόδειξη, ισχυρότατη αυτή, που ενισχύει και επιβεβαιώνει την ταύτιση, είναι ότι η περί ης ο λόγος γυναίκα, συγκρατεί μεν ελαφρά, με χαλαρό το χέρι, την εξουθενωμένη μητέρα του Ιησού, σηκώνει δε το βλέμμα προς τα πάνω, και αυτό το βλέμμα αυθεντικού και εκστατικού έρωτα ανυψώνεται με τέτοια δύναμη που μοιάζει να παίρνει μαζί του το σώμα ολόκληρο, όλο το σάρκινο εγώ της, σαν ένα εκθαμβωτικό φωτοστέφανο ικανό να κάνει να ωχριά το στέμμα που ήδη περιβάλλει το κεφάλι της και απορροφά σκέψεις και συναισθήματα. 

Μονάχα μια γυναίκα που αγάπησε όσο φανταζόμαστε ότι η Μαρία η Μαγδαληνή είχε αγαπήσει θα μπορούσε α κοιτάξει με αυτόν τον τρόπο, έσχατη απόδειξη ότι είναι αυτή, μόνο αυτή και καμία άλλη, εξαιρουμένης ωστόσο εκείνης που βρίσκεται στο πλάι, τέταρτη Μαρία, όρθια με τα χέρια μισοσηκωμένα, σε εκδήλωση ευλάβειας, αλλά με βλέμμα κενό, συνοδεύοντας σ’ αυτή τη πλευρά της γκραβούρας ένα νέο άνδρα, λίγο μεγαλύτερο από έφηβο, που με εξεζητημένο τρόπο λυγίζει το αριστερό του πόδι, έτσι στο γόνατο, καθώς το δεξί του χέρι, ανοιχτό, δείχνει με μια στάση επιτηδευμένη και θεατρική, την ομάδα των γυναικών στην οποία έπεσε ο κλήρος να παραστήσει στο έδαφος τα δρώμενα.

Αυτό το πρόσωπο, τόσο νεαρούτσικο, με τα μαλλιά του μπούκλες και τα χείλη τρεμάμενα, είναι ο Ιωάννης. Όπως ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας, έτσι και τούτος κρύβει με το σώμα του τον κορμό του άλλου δένδρου που εκεί, ψηλά, στο ύψος της διχάλας, συγκρατεί στον αέρα ένα δεύτερο γυμνό άνδρα, δεμένα και καρφωμένο όπως ο πρώτος, μόνο που ετούτος έχει ίσια μαλλιά και αφήνει το κεφάλι του να γείρει και να κοιτάξει, αν ακόμα το μπορεί, το έδαφος και το πρόσωπό του, αδύνατο και σκυθρωπό, προκαλεί λύπη, αντίθετα από το ληστή της άλλης πλευράς, που, ακόμα κι αυτή την αποφράδα στιγμή αγωνίας και πάθους, καταφέρνει να μας δείχνει ένα πρόσωπο που εύκολα θα φανταζόμασταν ροδοκόκκινο, η ζωή του πήγαινε καλά όσο έκλεβε, αν κι εδώ μας γίνεται αισθητή η έλλειψη των χρωματων. Αδύνατος με ίσια μαλλιά, το κεφάλι πεσμένο στη γη, που θα πρέπει να τον καταπιεί, δυο φορές καταδικασμένος, σε θάνατο και σε κόλαση, αυτό το άθλιο θήραμα δεν μπορεί παρά να είναι ο Κακός Ληστής, άνθρωπος ακεραιότατος τελικά, στον οποίο υπερίσχυσε η συνείδηση, ώστε να μην  προσποιηθεί, με την κάλυψη θείων κι ανθρώπινων νόμων, ότι ένα λεπτό μεταμέλειας αρκεί για να εξαγοράσει μια ολόκληρη ζωή κακίας ή μια απλή ώρα αδυναμίας. Πάνω από αυτόν, επίσης κλαίγοντας και φωνάζοντας όπως ο ήλιος που βρίσκεται μπροστά, βλέπουμε τη σελήνη με τη μορφή γυναίκας, με ένα αταίριαστο στεφάνι να της σουλουπώνει το αυτί, άδεια που σε κανένα καλλιτέχνη ή ποιητή δεν έχει δοθεί πριν και είναι αμφίβολο αν θα δοθεί στο εξής, παρ’ όλο το προηγούμενο.

Αυτός ο ήλιος κι αυτή η σελήνη φωτίζουν εξίσου τη γη, αλλά το περιβάλλον φως είναι διάχυτο, χωρίς σκιές, γι’ αυτό και είναι καθαρά ορατό αυτό που βρίσκεται στο φόντο, πύργοι και τείχη, μια κινητή γέφυρα πάνω από μια τάφρο που το νερό της λάμπει, κάποια γοτθικά αετώματα, και εκεί από πίσω, στην κορυφή του τελευταίου λόφου, τα σταματημένα φτερά ενός μύλου. Εδώ, πιο κοντά, χάρη στη ψευδαίσθηση της προοπτικής, τέσσερις καβαλάρηδες με περικεφαλαία, λόγχη και αρματωσιά, κάνουν γύρους τα άλογα σε μια επίδειξη υψηλού επιπέδου, χαιρετώντας, τρόπος του λέγειν, ένα αθέατο κοινό. Την ίδια εντύπωση τέλους γιορτής δίνει κι εκείνος ο στρατιώτης του πεζικού που ήδη κάνει το πρώτο βήμα για να αποσυρθεί, ενώ από το δεξί του χέρι κρέμεται κάτι που, από τούτη την απόσταση, φαίνεται για μαντίλι, αλλά θα μπορούσε ακόμη να είναι χιτώνας ή μανδύας, ενόσω δύο άλλοι στρατιωτικοί δείχνουν σημεία εκνευρισμού και δυσαρέσκειας και, αν είναι δυνατόν από τόσο μακριά ν’ αποκωδικοποιήσουμε στα μικροσκοπικά πρόσωπα ένα συναίσθημα, μοιάζουν σαν να έπαιξαν κι έχασαν. Υπεράνω αυτών των κοινοτοπιών του στρατού και της τειχισμένης πόλης πλανώνται τέσσερις άγγελοι, οι δυο με ορατό ολόκληρο το σώμα, κλαίνε, οδύρονται και μεμψιμοιρούν, ένας από αυτούς  όχι τόσο, με τραχύ προφίλ, απορροφημένος στο έργο της συλλογής, μέσα σ’ ένα τάσι, μέχρι τελευταίας ρανίδας, του πίδακα αίματος που βγαίνει από τη δεξιά πλευρά του Εσταυρωμένου. 

Σ’ αυτό το μέρος που το λένε Γολγοθά, πολλοί είναι αυτοί που είχαν την ίδια μοιραία κατάληξη και πολλοί άλλοι ακόμα θα τη συναντήσουν, αλλά αυτός ο άνθρωπος, γυμνός, καρφωμένος χειροπόδαρα σε ένα σταυρό, γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας, Ιησούς το όνομά του, είναι ο μόνος που το μέλλον του επιφυλάσσει την τιμή ενός κεφαλαίου αρχικού, οι περισσότεροι θα παραμείνουν ελάσσονες εσταυρωμένοι. 

Προς αυτόν μόνον, τελικά, κοιτάζουν ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας και η Μαρία η Μαγδαληνή, αυτός κάνει και κλαίνε ο ήλιος και η σελήνη, αυτόν μόλις προ ολίγου δόξασε ο Καλός Ληστής και χλεύασε ο Κακός, μιας και δεν καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον ένα και τον άλλο, ή και αν υπάρχει διαφορά, δεν είναι αυτή, αφού ο Καλός και ο Κακός δεν υπάρχουν αφ’ εαυτού τους, καθένας τους είναι αποκλειστικά η απουσία του άλλου. Έχει πάνω απ’ το κεφάλι του, το απαστράπτον από χίλιες ακτίνες, περισσότερο από τον ήλιο και τη σελήνη μαζί, μια επιγραφή γραμμένη στα ρωμαϊκά που τον ανακηρύσσει βασιλέα των Ιουδαίων και, σφιγμένη στο κεφάλι, μια οδυνηρή ακάνθινη κορόνα, τέτοια που φέρουν, και δεν το ξέρουν, ακόμα κι όταν το σώμα τους δεν αιμορραγεί εξωτερικά, εκείνοι οι άνθρωποι που δεν τους επιτρέπεται να είναι βασιλιάδες του προσώπου τους. 

Ο Ιησούς δεν επωφελείται να ξεκουράσει τα πόδια, όπως κάνουν οι ληστές, κι όλο το βάρος του σώματός του θα κρεμόταν από τα καρφωμένα στον κορμό χέρια του, αν δεν του απέμενε ακόμα λίγη ζωή, ικανή να τον κρατά όρθιο πάνω στα τεντωμένα γόνατα, αλλά που σύντομα θα του τελειώσει, η ζωή με το αίμα να συνεχίζει να ξεπηδά απ’ την πληγή του στήθους, όπως ήδη αναφέρθηκε. Ανάμεσα στις δυο σφήνες που στερεώνουν το σταυρό, μπηγμένες όπως κι αυτός σε μια σκούρα ρωγμή στο έδαφος, πληγή της γης, αγιάτρευτη όσο κι ο τάφος ενός ανθρώπου, βρίσκεται ένα κρανίο, κι ακόμη μια κνήμη και μια ωμοπλάτη, αλλά το κρανίο είναι που μας ενδιαφέρει, γιατί αυτό σημαίνει Γολγοθάς, κρανίο, δεν μοιάζουν οι δυο λέξεις να σημαίνουν το ίδιο, τη διαφορά θα την καταλαβαίναμε αν, αντί να γράψουμε κρανίο και Γολγοθάς, γράφαμε γολγοθάς και Κρανίο. Κανείς δεν ξέρει ποιος έβαλε εκεί αυτά τα απομεινάρια και με ποιο σκοπό το έκανε, αν είναι απλά μια ειρωνική και μακάβρια προειδοποίηση στους δυστυχείς μελλοθάνατους για την κατοπινή τους κατάσταση, πριν γίνουν χώμα, σκόνη κι άλλο τίποτα.

Υπάρχει όμως και ο ισχυρισμός ότι αυτό είναι το ίδιο το κρανίο του Αδάμ, αναδυμένο από το βαθύ σκοτάδι των αρχαϊκών γεωλογικών στρωμάτων, και τώρα, που πια δεν μπορεί να γυρίσει σ’ αυτά, είναι καταδικασμένο αιώνια να έχει, μπροστά στα μάτια της γης, το μοναδικό δυνατό παράδεισό του παντοτινά χαμένο. Εκεί πίσω, στο πεδίο όπου οι καβαλάρηδες εκτελούν τον τελευταίο γύρο, ένας άνδρας απομακρύνεται, γυρνώντας το κεφάλι του προς αυτή την πλευρά. Κρατά στο αριστερό του χέρι ένα κανάτι και στο δεξί ένα καλάμι. Στην άκρη του καλαμιού πρέπει να υπάρχει ένα σφουγγάρι, είναι δύσκολο από δω να δει κανείς και το κανάτι, σχεδόν θα στοιχηματίζαμε, περιέχει νερό και ξίδι. Αυτός ο άνθρωπος μια μέρα, και εις το εξής για πάντα, θα πέσει θύμα μιας συκοφαντίας, ότι από μοχθηρία ή χλευασμό, έδωσε ξίδι στον Ιησού  όταν εκείνος ζήτησε νερό, ενώ το σίγουρο είναι ότι του έδωσε από το μίγμα ξίδι και νερό, που είναι από τα καλύτερα δροσιστικά για να σβήνει τη δίψα, όπως τότε ήταν γνωστό και συνηθίζονταν. Φεύγει, δεν μένει μέχρι τέλους, έκανε ότι μπορούσε για να ανακουφίσει την επιθανάτια στέγνα των τριών καταδικασμένων και δεν έκανε διάκριση ανάμεσα στον Ιησού και τους Ληστές, για τον απλό λόγο ότι αυτά είναι πράγματα της γης, και στη γη θα μείνουν, κι από αυτά φτιάχνεται η μοναδική δυνατή ιστορία. 

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο για να δουλέψει. Ουσιαστικά είναι αυτοδίδακτος. Η πρώτη του νουβέλα με τίτλο ΓΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ εκδόθηκε το 1947, μεσολάβησαν όμως τριάντα περίπου χρόνια μέχρι την έκδοση του σημαντικότερου μέρους του έργου του, για το οποίο βραβεύτηκε το 1998 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο για να δουλέψει. Ουσιαστικά είναι αυτοδίδακτος. Η πρώτη του νουβέλα με τίτλο ΓΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ εκδόθηκε το 1947, μεσολάβησαν όμως τριάντα περίπου χρόνια μέχρι την έκδοση του σημαντικότερου μέρους του έργου του, για το οποίο βραβεύτηκε το 1998 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο Σαραμάγκου αγαπάει τις ανατρεπτικές ιστορίες. Του αρέσει να βάζει ένα «δεν» μπροστά από κάθε πρόταση και να εξετάζει την εντελώς αντίθετη εκδοχή από αυτήν που όλοι γνωρίζουν. Αν, λόγου χάρη, έγραφε την ιστορία της ανακάλυψης της Αμερικής, ο Σαραμάγκου θα άρχιζε την εξιστόρηση με το ότι ο Χριστόφορος Κολόμβος «δεν» ανακάλυψε την Αμερική. Κάτι παρόμοιο έκανε και με το προηγούμενο μυθιστόρημά του, την «Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας», όπου παρουσιάζει την ιστορική εκδοχή ελαφρώς ανάποδα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και τώρα, με το «Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο». Βρίσκουμε όλα τα γνωστά από τα Ευαγγέλια επεισόδια, αλλά ιδωμένα από μια άλλη οπτική γωνία. Ο Ιησούς συναντά τον Θεό, αλλά συναντά και τον Διάβολο. Ο Ιησούς ξεφεύγει από τον Διάβολο, αλλά προσπαθεί να ξεφύγει και από το πεπρωμένο που του επιφυλάσσει ο Θεός, για να αντιληφθεί τελικά, πάνω στον Σταυρό, ότι εξαπατήθηκε. Στο τέλος, αντί να πει το γνωστό «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», κραυγάζει προς τον ανοιχτό ουρανό, όπου ο Θεός χαμογελά: «Άνθρωποι, συγχωρήστε τον, γιατί δεν ξέρει τι κάνει». Συγχρόνως, όμως, ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά ακριβής όσον αφορά τον ιστορικό περίγυρο, τις εξαντλητικές περιγραφές και τη μεθοδική αποτύπωση των πιο απροσδόκητων λεπτομερειών.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …