Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

ΜΙΑ ΑΠΟΡΙΑ ΜΟΝΟ ΕΧΩ Ο ΘΕΟΣ ΤΙ ΟΝΟΜΑ ΕΧΕΙ;

«Όταν φιλοσοφώ ή κοιτάζω τον Ουρανό, σκέφτομαι ήρεμη πως εγώ, και Παράδεισο θα πάω, και όλα τα έχω προβλέψει και εξασφαλίσει, και τη συνείδηση μου την έχω αποκατεστημένη, δεν έχω αμφιβολίες. Μια απορία μονάχα έχω: ο Θεός τι όνομα έχει; Πώς τόνε λένε; Εμένα με λένε Ραραού, τον άλλο Χαράλαμπο, ο Θεός πώς ονομάζεται; Αυτό το θέμα ήθελα να ξεδιαλύνω εκείνο το βράδυ που δεν επιθυμούσα να μπω σπίτι μου... Ο ουρανός είναι ζωντανός. Είναι θηρίο ζωντανό. Κι εμείς δεν το είχαμε καταλάβει, διότι είναι θηρίο γαλάζιο και μένει ακίνητο. Όλη την ημέρα. Ακίνητο να μας παραμονεύει. Και μόλις νυχτώσει και δεν μπορούμε να τον δούμε, το θηρίον ο Ουρανός αρχίζει να έρπει και να κατέρχεται προς εμένα. Κατέρχεται σαν κρίνος. Εμένα βέβαια τιμή μου, δεν λέω, πλην Κρίνος και Ευαγγελισμός σε μένα; Μεγάλη γυναίκα, τώρα, με δυο συντάξεις; Τώρα που αδυνατώ να συλλάβω;» μονόλογος παραλήρημα της ηρωίδας του Παύλου Μάτεσι από το μυθιστόρημα Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ, εκδόσεις Καστανιώτη 1990 - στη φωτογραφία λεπτομέρεια από την αφίσα της παράστασης όπου την ηρωίδα Ραραού ή Ρουμπίνη υποδύεται μοναδικά η Δήμητρα Χατούπη)

Ένα αριστοτεχνικό μυθιστόρημα, ένας θρίαμβος της τέχνης της αφήγησης αλλά και της πλοκής. Αφηγητής και ηρωίδα η Ρουμπίνη Μέσκαρη ή Ραραού, ένα πλάσμα από αυτά τα κακόμοιρα, που μας αφηγείται την ζωή της, από την παιδική της ηλικία στην Κατοχή (όπου η μάνα της αναγκάστηκε να κοιμάται με Ιταλούς για να τους θρέφει), μέχρι την εφηβεία της, τα νιάτα της και τα γεράματά της. Η Ραραού είναι ένα «αγαθό» αν και κουτοπόνηρο πλάσμα, δεν ξέρεις ποτέ αν σου λέει την αλήθεια ή παραλλάσσει την ιστορία κατά το συμφέρον της, πάλι δεν της το χεις ότι μπορεί να σου λέει και ψέματα. Διηγείται «τέρατα» με τον πιο καθημερινό τρόπο, κι όλα φιλτράρονται από την ανάγκη της να υπάρξει σε έναν κόσμο δύσκολο, που γίνεται ακόμα δυσκολότερος για ανθρώπους σαν κι αυτή.

Ευτυχώς είμαι ευτυχής [μικρά αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ, Εκδόσεις Καστανιώτη 1990]
Λέγε με Ραραού καλύτερα. Ρουμπίνη βέβαια είναι το βαφτιστικό μου, πλην ουσιαστικώς βαφτίστικα Ραραού όταν βγήκα στο Θέατρο και με αυτό το όνομα έφτασα όπου έφτασα και στο βιβλιάριο του ΙΚΑ έχω προσθέσει «Δεσποινίς Ραραού, Ηθοποιός». έτσι θα με γράψουν και στο επιτύμβιο μου. Τη Ρουμπίνη την έχω διαγράψει… και λέω, μετά από δύο, τρεις αιώνες όταν και η πουλακίδα μου κι εγώ θα έχουμε γίνει δύο σκόνες αμέριμνες, μπορεί (μια ελπίδα μου λέω), μπορεί να μας ανασηκώσει μια μέρα το ίδιο αεράκι, και να μας ενώσει για λίγο, στον αέρα. Δύο στιγμές παρέα.


Γεννήθηκα στις επάλξεις. Πρωτεύουσα κι αυτή, αλλά επαρχίας. Έφυγα ετών δεκαπέντε, με τη μάνα μου και τρεις φέτες ψωμί, κάτι μήνες μετά τη διαπόμπευσή της, όταν εορταζόταν ακόμα η λεγόμενη Απελευθέρωση. Και δεν θα επιστρέψω εκεί ποτέ. Ούτε η μάνα μου θα επιστρέψει εκεί ποτέ. Την έχω ενταφιάσει εδώ, στας Αθήνας, η μόνη πολυτέλεια που μου ζήτησε, αντί διαθήκης. «Παιδί μου, τώτα που θα πεθάνω, απαιτώ μια πολυτέλεια: να με θάψεις εδώ. Μην γυρίσω ποτέ εκεί κάτω. (Δεν ξαναείπε ποτέ τη λέξη «Επάλξεις», αν και γενέτειρά της). Κάμε νόμο τρόπο να μου αγοράσεις τάφο ισόβιο. Άλλο δεν σου απαίτησα ποτέ. Μην επιστραφούν εκεί κάτω ούτε τα κόκαλά μου»

Κι έτσι αγόρασα τον τάφο, όχι πολυτελείας βέβαια, και της πηγαίνω επίσκεψη μία τόσο. Της πάω δώρο κανένα άνθος, μία σοκολάτα, της ρίχνω και λίγη απ’ την κολόνιά μου –αυτό το κάνω επίτηδες διότι όσο ζούσε δεν με άφηνε, τις θεωρούσε πολυτέλειες αμαρτωλών, μόνο μία φορά έβαλα κολόνια, μου είχε πει, στο γάμο της. Τώρα τη ραίνω κι αν μπορεί σας φέρει αντίρρηση. Τη σοκολάτα της την πηγαίνω επειδή ήταν, μου έλεγε, το όνειρό της επί τέσσερα έτη της Κατοχής: να φάει μια σοκολάτα όλη δική της. Μετά την Κατοχή, πικράθηκε με υψηλή πίκρα και έκτοτε δεν επιθύμησε σοκολάτα ποτέ.

Έχω και το διαμερισματάκι μου, δυο δωμάτια και αντρέ, και τη σύνταξη, κόρη ήρωος θανόντος εν Αλβανία, περιμένω και τη σύνταξή μου ως ηθοποιός μόλις συμπληρώσω τα απαιτούμενα ένσημα, και γενικώς είμαι ευτυχής και τυχερή. Άνθρωπο δεν έχω να φροντίσω, ν’ αγαπήσω ή να πενθήσω, έχω και πικάπ, πλάκες, αριστερά τραγούδια κυρίως. Εγώ, βασιλόφρων είμαι, αλλά τα τραγούδια της Αριστεράς με σαγηνεύουν. Ευτυχώς είμαι ευτυχής.

Ο πατέρας μου ήταν αντεράς το επάγγελμα, αλλά δεν το μαρτυράγαμε. Πήγαινε στα σφαγεία, έπαιρνε τα άντερα και τα έπλενε, τα γύριζε ένα-ένα το μέσα έξω, για να κάνουν γαρδούμπες ή πλεξίδες στη θράκα. Τον θυμάμαι πολύ νέον, κάπου είκοσι τεσσάρων χρονών θα ’ταν. Δηλαδή από γαμήλια φωτογραφία του 1932, διότι προσωπικώς δεν τον θυμάμαι πολύ. Το 1940 που πήγε φαντάρος στην Αλβανία, είχαμε γεννηθεί εγώ και τα δυο αδέλφια μου, αγόρια αυτά, ο ένας μεγαλύτερός μου, κάπου θα ζει ακόμη, νομίζω.

Τον πατέρα μου τον θυμάμαι μόνο σαν έγινε η επιστράτευση και τον ξεπροβοδίσαμε, η μητέρα μου κι εγώ. Πηγαίναμε στον σταθμό, μπροστά εκείνος γιατί βιαζόταν μη χάσει το τρένο, πίσω η μητέρα μου έκλαιγε, πολύ νωρίς να ντρέπεται τον κόσμο, και με τραβολογούσε θυμάμαι. Θυμάμαι τον πατέρα μου μέσα στο βαγόνι, πήγαινε στον πόλεμο και είχαμε στο σπίτι μας όλο κι όλο ένα εικοσάφραγκο, κέρμα ήταν. Η μητέρα μου του το έδινε, αυτός πού να το πάρει. Μετά, στο τρένο, του το πέταξε απ’ το παράθυρο μέσα, εκείνος έκλαιγε κι άρχισε τις χριστοπαναγίες, της το πέταξε πάλι έξω, η μητέρα μου το σήκωσε απ’ το χώμα και το πέταξε με φόρα πολλή, οι άλλοι κληρωτοί να γελάνε, το κέρμα έπεσε μέσα, τότε με τράβηξε και φύγαμε τρεχάτες, μην προλάβει ο πατέρας μου και το ξαναρίξει έξω. Τώρα, το πήρε, του το ’φαγαν οι άλλοι, ούτε μάθαμε. Και αυτή ήταν η τελευταία φορά που θυμάμαι να είδα τον πατέρα μου, και στη φάτσα, διότι όλο σκυφτόν και πλάτη τον θυμάμαι, να πλένει άντερα. Κι έτσι, διατηρώ επαφή με τη φάτσα σου μόνο από τη γαμπριάτικη φωτογραφία. Τους νεκρούς και τους εξαφανισθέντες, αυτούς που εξέρχονται από τη ζωή μου, τους ξεχνάω, το σουλούπι τους δηλαδή. Ξέρω μονάχα ότι λείπουν. Ακόμη και τη μάνα μου. Πέθανε άνω των εβδομήντα πέντε, αλλά μάλλον δεν ευκαίρησα ποτέ να την παρατηρήσω, κι έτσι διατηρώ επαφή μαζί της μέσον της νυφικής φωτογραφίας, που ήταν είκοσι τριών χρονών κορίτσι, σαράντα χρόνια μικρότερή μου. Κι έτσι δεν την ντρέπομαι πια, αφού τώρα είναι σαν κόρη μου, στην ηλικία δηλαδή…………………………..

Τον έρωτα τον θεωρούσα λιγάκι σαν εγχείρηση στο κρεβάτι, κι ας πλαντάζει ο αρσενικός απάνω μου.
Η μητέρα μου δεν έλεγε να βγει από το σπίτι. Εκτός από κανένα βραδάκι, όταν τη φώναζε η κυρία Κανέλλω να κάνουν λίγη παρέα, είτε να τη βοηθήσει στην μπουγάδα, ξέβγαλμα. Στο μεταξύ είχανε χαλαρώσει τα αυστηρά μέτρα, ο κατακτητής είχε καταλάβει πως ήμαστε υπάκουοι κατεχόμενοι και η κυκλοφορία επιτρεπόταν μέχρι τα μεσάνυχτα. Ο κινηματόγραφος άρχισε πάλι, βέβαια όλο γερμανικές οπερέτες με τη Μαρίκα Ρεκ και ουγγαρέζικα κοινωνικά με τον Πωλ Γιαβόρ και την Καταλίνα Καράντυ βάζανε, και κάτι λίγα ιταλικά.

Στον κινηματόγραφο πήγαινα με τον Φάνη μας, μας έμπαζε τζάμπα ο κύριος Βιττόριο, της Καραμπινερίας και αυτός, αντικαταστάτης του κυρ Άλφιο, που είχε γυρίσει στην πατρίδα του τότε. Το εισιτήριο ήτανε φτηνό, γενική είσοδος πέντε εκατομμύρια, πολύ φτηνό αν σκεφτείς πως ένα κουτί σπίρτα είχε τρία εκατομμύρια, αλλά εμείς πού να τα βρούμε. Γέμιζα σταφίδα την τσέπη του Φάνη μας και πηγαίναμε πέντε μ’ εφτά. Προτού μπούμε ρωτούσαμε τον μπάρμπα-Γρηγόρη στην είσοδο, φαΐ έχει; Και μπαίναμε.

Διότι διαλέγαμε έργα όπου έδειχναν φαγητό. Στα κοινωνικά, δεν τρώγανε. Στις οπερέτες όμως είχε πάντα σκηνές με επίσημα δείπνα, τραπέζι φορτωμένο φαγιά, και οι πρωταγωνιστές όλο να μιλάνε και να μην τρώνε καθόλου. Αφού μια μέρα ένας θεατής φωνάζει του Βίλλυ Φριτς στην οθόνη, φάτε και τίποτα μωρέ! Ο κόσμος παρακολουθούσε και αναγλειφόταν με τα φαγιά, κι έβαλε τα γέλια μόλις τ’ άκουσε αυτό. Όμως ένας Γερμανός φαντάρος που έβλεπε το έργον νόμισε πως του βρίσανε την πατρίδα του και τον εξέρανε στις μπουνιές τον ανθρωπάκο που το φώναξε.

Μ’ αυτά τα έργα χορταίναμε, γιατί είχε και δεύτερη σκηνή φαγητού, όταν ο αστέρας πήγαινε την πρωταγωνίστρια σε εστιατόριο, ή σε σεπαρέ, για να την αποπλανήσει. Στην αρχή όλο έπιναν και το κοινό θύμωνε. Μετά όμως ερχόταν και το φαγητό. Πολύ άνοστα πράματα έμοιαζαν, όλο στρείδια, χαβιάρια, εγώ από τότε σιχαίνομαι τα θαλασσινά. Φασολάδα ή ψητό, είτε κεφαλάκι στον φούρνο, δεν τρώγανε ποτέ. Σ’ ένα έργο μόνο φάγανε κάτι αυγά. Πολλές φορές, όταν τέλειωναν οι σκηνές με τα φαγιά, με τραβολογούσε ο Φάνης να φύγουμε, γιατί μετά όλο ερωτικές σκηνές και σαλιαρίσματα είχε, από τότε φαίνεται καταδίκασα γενικώς τον έρωτα· γενικώς τον θεωρούσα λιγάκι σαν εγχείρηση στο κρεβάτι, κι ας πλαντάζει ο αρσενικός απάνω μου, ακόμα και σήμερα δηλαδή…………………….

Πατρίδα μου ήταν ένα κοριτσάκι ονόματι Ρουμπίνα, που είχε ένα περιβολάκι κάτω απ’ το κρεβάτι της και είχε πιστή φίλη της μια χρωματιστή κοτούλα
Ε, η πρόοδος βλέπεις. Οι κάτοικοι των επάλξεων μετακόμισαν οι πιο πολλοί στας Αθήνας.  Κι όλοι καλοπερνούν. Λαχειοπώλες, θυρωροί, η μάνα της Αφροδίτης με ιδιόκτητο πολυβολείο, μια κούκλα το ’χει φτιάξει τώρα. Κι όλο πλέκει. Κοντεύει τα ογδόντα, πλην όλο μαζεύει χρήμα, τι το θέλει στην ηλικία της, ήμαρτον!
Δεν λέω, κι εγώ παλιότερα είχα ξεκινήσει ενέργειες για ένα οικοπεδάκι, αλλά δεν τα κατάφερα. Έλεγα, τι το θες μωρέ Ραραού το οικόπεδο. Χώμα είναι. Αδύνατο να εννοήσω τι το ήθελα το οικόπεδο.

Και τότε που με συνόδεψε πάλι αστυφύλακας στο σπίτι μου, εγώ αρνήθηκα να του πω πού μένω. Αυτός μου άνοιξε την τσάντα να βρει ταυτότητα για να δει τη διεύθυνσή μου, ηλικία πάντως δεν πρόφτασε να δει ο αγενής. Κι όσο περίμενα στο Τμήμα να ευκαιρήσει ο αστυφύλαξ να με συνοδέψει σπίτι μου, αυτός της υπηρεσίας με ρωτούσε όνομα και ποια η καταγωγή μου και η πατρίδα μου. Και τα θυμήθηκα
-Πατρίδα μου, του είπα, ήταν ένα κοριτσάκι ονόματι Ρουμπίνα. Που είχε ένα περιβολάκι κάτω απ’ το κρεβάτι της και είχε πιστή φίλη της μια χρωματιστή κοτούλα.

Και τότε αμέσως κατάλαβα γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουμε σέβας και φιλία προς το χώμα και επιθυμία για γη: επειδή η γη είναι φτιαγμένη από τάφους. Και αυτό δεν είναι λυπητερό, γιατί να είναι λυπητερό; φυσικό πράμα είναι. Φυσικό είναι που η μητέρα μου απέβαλε την ομιλία. Κι ούτε με ταράζει πια που άρχισα να λησμονάω τη ματιά της μητέρας μου. Ξέχασα και ποιο χεράκι του Φάνη μας είναι το χαλασμένο. Ούτε και τι χρώμα μαλλιά είχε ο Φάνης μας θυμάμαι. Ξεχνάω και να λυπηθώ. Αυτό, λιγάκι με μελαγχολεί. Που ξεβάφουνε οι λύπες μου. Τι να κάνουμε…

Έχω όμως να θυμάμαι την πουλακίδα μου. Κι άμα με πιάσει κρίση σε ώρα κοινής ησυχίας, έχω μάθει το κόλπο πλέον: δαγκάνω ένα μαντήλι κι έτσι δεν με ακούνε οι συγκάτοικοι, κόλπο ξεσηκωμένο από το κινηματογράφο θα μου πεις, αλλά τέλος πάντων.
Μάλιστα, γιατρέ μου. Όμως, και η κρίση όλο και αραιότερα πλέον με επισκέπτεται.
Έχω την πουλακίδα μου να θυμάμαι, γιατρέ μου. Πολύχρωμη, και πέθανε από ασιτία στο πατρικό μου σπίτι. Και λέω, αυτή ήταν η μόνη συντροφιά που απόχτησα στο ζην μου. Γύρισε, και κοίταξε εμένα πριν γείρει και πεθάνει.
Εγώ; Ποιον θα κοιτάξω;
Δεν πειράζει.
Τώρα πλέον, το ζωντανούλι μου θα έχει γίνει χώμα.
Κι εγώ θα γίνω χώμα. Εν καιρώ.


Λέω, μετά από δύο, τρεις αιώνες, όταν και η πουλακίδα μου κι εγώ θα έχουμε γίνει δύο σκόνες αμέριμνες, μπορεί (μια ελπίδα μου λέω), μπορεί να μας ανασηκώσει μία μέρα το ίδιο αεράκι, και να μας ενώσει για λίγο, στον αέρα. Δύο στιγμές παρέα.


Μια γυναίκα τιμωρήθηκε. Το αποδέχεται. Και μετατρέπει μόνη της την τιμωρία σε ισόβια: την «ακινησία». Μια γυναίκα-«στάσις». Και γύρω της η βουή και τα πάθη, να τα ριπίζει η τρέλα μεταμφιεσμένη σε αμέριμνο πουλί. Η κόρη της, ως επανάσταση για την τιμωρία, μεταμφιέζει με ψευδώνυμο την πόλη που αδίκησε τη μητέρα της, επιθέτει ψευδώνυμο και στον εαυτό της, βαφτίζεται "Ραραού" και καταφεύγουν πρόσφυγες στην πρωτεύουσα. Θύμα, και όχι ηρωίδα του βιβλίου αυτού, η Ραραού εγκαθίσταται στο Μελόδραμα και στο Κωμικό. Την ανάγκασαν να πιστέψει ότι δεν της επιτρέπεται να είναι τραγική, τα πάθη της δεν ανέρχονται σε επίπεδο μεγαλοπρέπειας. Τελικά, όμως, η Τραγωδία, έστω και με σπασμένη κόθορνο, την επισκέπτεται και τη μυρώνει. Γύρω στις δύο γυναίκες, θολή στο βάθος μια χώρα αδέσποτη. Και πρόσωπα πολλά, που πιστεύουν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε ως πρόσχημα για να γίνουν βιβλία τα δικά τους πάθη. Κατά τη διαδρομή του βιβλίου, οι λοιποί κάτοικοί του βαθμιαία ευτυχούν και εγκαταλείπουν ησυχασμένοι και το βιβλίο και τη Ραραού. Η χώρα παραμένει θολή και ακίνητη στο περιθώριο του βιβλίου. Το οποίο βιβλίο δεν αντέχει να παρακολουθήσει τη Ραραού ως το τέλος της: λιποταχτεί, την εγκαταλείπει να συνεχίσει μόνη της. Τελικώς, λάθος μου που την αποκάλεσα θύμα. Αφού άλλωστε μόνη της δηλώνει ευτυχής και επιτυχημένη. Δεν γνωρίζω τι απέγινε η Ραραού

Παύλος Μάτεσις, Δραματουργός με ταλέντο θεατή που ήξερε να γελάει αλλά ήξερε και να μη χειροκροτεί

 «Όταν φύγω, θα προτιμούσα να έχουν καεί όλα τα βιβλία μου. Με ενδιαφέρουν τα έργα μου όσο ζω εδώ. Όταν δεν θα υπάρχω, θα προτιμούσα να μην υπάρχουν, να καούν»... Αυτή ήταν η -ευτυχώς, ανεκπλήρωτη- επιθυμία του Παύλου Μάτεσι, όπως την εξομολογούνταν στον Γιώργο Χρονά για τη «Βιβλιοθήκη» της «Ε» στις αρχές του 2010…
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ/ εργογραφία: Από τους σημαντικότερους δημιουργούς του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, πεζογράφος και διακεκριμένος μεταφραστής, ο Παύλος Μάτεσις γεννήθηκε στη Δίβρη της Ηλείας το 1933 (κατά άλλους το 1929) κι από μικρός στράφηκε προς την τέχνη και τα γράμματα. Με σπουδές στο βιολί και την υποκριτική και κάτοχος τριών ξένων γλωσσών, αποφάσισε στα 33 του ν' αφοσιωθεί αποκλειστικά στη λογοτεχνία. 
Το παρθενικό θεατρικό του έργο ήταν το μονόπρακτο «Ο σταθμός» και ακολούθησε «Η τελετή» που ανέβηκε στο Θέατρο Νέας Ιωνίας και στο Εθνικό, το 1967 και το 1969 αντίστοιχα. Αν και στα πρώτα του θεατρικά ο Μάτεσις απομυθοποίησε το νεοελληνικό μικροαστισμό σαρκάζοντάς τον αλύπητα, με το «Φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο» (1974) στράφηκε προς μια γραφή που παραπέμπει στο θέατρο του παραλόγου, με σαφείς αναφορές στον Μπέκετ…. Άλλα γνωστά έργα του, «Λύκε-λύκε», «Εξορία», «Περιποιητής φυτών», «Ενοικιάζεται φύλακας άγγελος». 
Στην πεζογραφία πρωτοεμφανίστηκε το '87 με το σύντομο μυθιστόρημα «Αφροδίτη», όπου μια μεσόκοπη καταπιεσμένη λαϊκή γυναίκα οδηγείται στην ψύχωση και την παιδοκτονία. Ψυχωσική ήταν και η δημοφιλέστερη μυθιστορηματική ηρωίδα του Μάτεσι, η περίφημη Ραραού με το τραυματικό κατοχικό παρελθόν, η πρωταγωνίστρια της πολυμεταφρασμένης «Μητέρας του σκύλου» (Καστανιώτης, 1990), που θέλησε να μεταφέρει στο σινεμά, χωρίς αποτέλεσμα ώς τώρα, ο Εμίρ Κουστουρίτσα. Ενα μυθιστόρημα έντονα επηρεασμένο από το «Τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή, με εξαιρετικό ιδεολογικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τον κριτικό Δημοσθένη Κούρτοβικ, στο μέτρο που ο Μάτεσις αντιπαραβάλλει με απόλυτο τρόπο «τον αυθόρμητο μεσογειακό ανθρωπισμό με το στυγνό ορθολογισμό και την αναλγησία του πραγματικού βιαστή της ελληνικής συνείδησης: του δυτικού πολιτισμού». 
Στα πεζογραφικά του έργα συγκαταλέγονται ακόμη «Ο Παλαιός των Ημερών», το «Πάντα καλά», η συλλογή διηγημάτων «Υλη δάσους», καθώς και το «Graffito», που έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του: μια πολιτικο-κοινωνική παρωδία με κέντρο αναφοράς ένα θανατηφόρο ιό, ο οποίος πλήττει όλους τους κρατικούς και εθνικούς θεσμούς που μας έφεραν στο σημερινό αδιέξοδο

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

ΑΥΤΗ, ΣΤ’ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ, ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ:

Έκανε ζέστη κι όπως με ξέντυνε, δροσίστηκα. Ώσπου άναψα πάλι, καθώς ένιωθε με την ανοιχτή παλάμη του μια μια τις καμπύλες μου, περίμενα να χαθώ στους μόνους τόπους που επιτρέπουν στη σκέψη να ξαποσταίνει, αλλά μου μίλησε –βραχνή, λαχανιασμένη η φωνή του- ρωτούσε για το δέρμα μου, γιατί τόσο απαλό, εγώ απλώς ανάσαινα βαριά –η μόνη δυνατή απόκριση. Επέμενε, μάλιστα άναψε το μικρό λαμπατέρ, μήπως το φως δώσει τη λύση στην τυχαία απορία του. Ζαλισμένη εγώ συνέχισα να σιωπώ, μα, αυτουνού τα μάτια γυάλιζαν ολοένα σα να έβλεπε οράματα πρωτόφαντα, ενώ η παλάμη του εξερευνούσε κάθε λακκούβα, χαράδρα, βουνοκορφή επάνω μου, ώσπου η φωνή του μαλάκωσε και θλίφτηκε κι άρχισε να ρωτάει για την αρχή του κόσμου (μου) για τότε που το δέρμα είχε παντού χρώμα ομοιόμορφο, τότε που οι δυνάμεις της φύσης δεν είχαν προλάβει να το γευτούν (ήλιος, βοριάς, αλατισμένο κύμα) με μάλαζε και αναστέναζε και ζήλευε ό,τι με άγγιξε πριν απ’αυτόν  χρειάστηκε να του πω σιγανά στ’αυτί χίλιες και μία ξεχασμένες ιστορίες για να τον ησυχάσω. Εκείνη με το κλεμμένο κλαδί ανθισμένης μυγδαλιάς που κάθισε στον αριστερό μου μηρό, τότε που σκόνταψα στον κατήφορο και το πετραδάκι επέμεινε να αφήσει αποτύπωμα στον αγκώνα μου, μέχρι και για την καυτή εξάτμιση που σημάδεψε τη μέσα μεριά του δεξιού μου αστραγάλου. Κατάλαβε άραγε πως το δέρμα μου δεν είναι εγώ; Πως τα τυχαία συμβάντα ξεχνιούνται μόλις έρθει η επόμενη άνοιξη; Ή τάχα αρκεί που κατάλαβα εγώ την επιφάνεια των αισθημάτων του; Σκεπάστηκα με το σεντόνι και κοιμήθηκα βαθειά, τόσο βαθειά που δεν τον άκουσα (να φεύγει) [ΓΥΑΛΟΧΑΡΤΟ της Ζηνοβίας Αντιδώρου και άλλες παρόμοιες ιστορίες με ΚΛΙΚ στην Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη – ART by   Kerstin Stephan]


Να αισθανθώ τον άνεμο να με μπατσίζει με μια ανεπαίσθητη ειρωνική απόχρωση στα χάδια
 Ανεβαίνω στο ποδήλατο με έναν ενδόμυχο φόβο αντίθετο στον παράτολμο χαρακτήρα μου. Ή ίσως εξαιτίας του –θα αναπτύξω ταχύτητα, να αισθανθώ τον άνεμο να με μπατσίζει, μήπως έχω επιλογή στα χάδια; Ό,τι κινείται δεξιά κι αριστερά, πίσω μου και μπρος θα εξαφανίζεται φουριόζο, με τη σιγουριά της σωφερίστικης μαεστρίας του οδηγού του. Σταματάνε αυτόματα πια τα οχήματα, ας όψονται τα νέα συστήματα ανίχνευσης εμποδίων. Φοβάμαι λίγο την αυτοματοποίηση· λες να με καταπιεί η ασυνείδητη ορμή της;
Πελώριος ο φόβος χωράει στο αριστερό μου ρουθούνι, μαζί και στο δεξί, εμποδίζει την αναπνοή σα στριμμένο ματωμένο μπαμπάκι. Ο γιατρός το είπε, το διάφραγμα έχει σιγμοειδές σχήμα, στραβό εκατέρωθεν. Όχι μόνο δυσχεραίνει τη σωστή οξυγόνωση, αλλά επιπλέον αυξάνει τις πιθανότητες πρόκλησης φλεγμονής των ιγμορείων άντρων· επιβαρυμένο ποινικό μητρώο παιδιόθεν
Χαλασμένα φρένα, κορόϊδευαν άκαρδα τ’ αλητάκια στον περίβολο της εκκλησίας. Τότε η ανέκφραστη όψη γινόταν ασπίδα προστασίας κι άλλοτε μαγικός χιτώνας που με έκανε αόρατη. Τώρα όμως; Οι καλύτεροί μου φίλοι λένε με παρρησία πως αυτοί εκεί έξω θα με φάνε λάχανο κι εγώ μπερδεύομαι, θέλω χείρα βοηθείας ή μήπως απαγχονισμό; Ακύρωση του είμαι, του επιλέγω να είμαι, του θέλω να μην παίζω τους ρόλους που πλασάρονται τυλιγμένοι σε χρυσόχαρτο που κοσμεί η μούρη μιας μικροσκοπικής, τσαλακωμένης Τζοκόντα – μειδιώντας γριφωδώς συναινεί ασταμάτητα με τον προλαλήσαντα, ε, όχι, αυτό σας το δώρο από καρδιάς δε θα το δεχτώ, ευχαριστώ, ναι, ξέρω, η ευχαρίστησις όλη δική σας.
Άλλοι μιλούν για τον εξόφθαλμα δημόσιο κίνδυνο της περιφέρειας Αττικής, ένα λεπτοκαμωμένο μαυροτσούκαλο που περνάει σα σίφουνας· τα φρένα του ποδηλάτου δεν πιάνουν. Τα χτυπημένα γόνατα δίνουν αέρα μαχητικό στα πιτσιρίκια κι όλοι εσείς απολαμβάνετε άρτον και θεάματα.
Ήταν μια ευγενική προσφορά της σκλήρυνσης κατά πλάκας
Η συνταγή ήταν δυσεύρετη, όπως τόσα άλλα. Σαν την αγάπη, ας πούμε, ή σαν το πηχτό κακάο στο σπίτι της Rue Henri VII. Κόσμος και κοσμάκης μιλούσε  γι’ αυτή -όχι θετικά, ούτε αρνητικά, μόνο με έναν τόνο διστακτικό. Άλλοτε με μια ανεπαίσθητη ειρωνική απόχρωση.
Περπατούσαν νύχτα, φορούσαν μαϊμούδες για ζεστασιά και αλεξίσφαιρα γιλέκα. Μια φορά, που σκοτείνιασε γρήγορα, πάτησαν πάνω σε κάτι κολλώδες και γλιστερό. «Να, ‘ναι κι αυτό μέρος των πειραμάτων;», αναρωτήθηκε. Είχε ακούσει για τη συνταγή που φιλοδοξούσε να αναμίξει πρώτη ύλη με φύρα και να την μετατρέψει σε ήλιον, να γεμίζουν τα μπαλόνια στα πανηγύρια και να κάνουν τις φωνές τους να μοιάζουν με του Μίκυ Μάους
Ό,τι έφερνε τεχνητούς καταρράχτες ή καλοραμμένα ταγέρ την έκανε να ξεχνιέται, όπως ακριβώς το ήλιον τους υπόλοιπους. Αχρείαστη η αλήθεια. Η συνταγή για το χάσιμο είχε εφευρεθεί κάθε μικρή, απειροελάχιστη στιγμή αστάθειας των παιδικών της χρόνων. Κάθε φορά που της έλεγαν “εσύ δεν είσαι κόρη του Ωνάση”, για να δικαιολογηθούν για τσιγκουνιά ή αδικαιολόγητη σκληρότητα, το μυαλό της σταματούσε να βράζει. Σταθεροποιούταν. Λύση πρώτων βοηθειών ήταν πάντα η υγρή βενζίνη, αυτή που καθάριζε τα ρούχα από τις λαδιές. Πόσο ωραία εξατμιζόταν. Στο ντους. Οι υδρατμοί πάχαιναν και έκρυβαν την ασκήμια του τώρα -ακόμη καλύτερα με κλειστά μάτια.
Μ’ αρέσουν τα πυροτεχνήματα. Άκρως εξεζητημένη συνταγή, δουλεύει όμως. Απαστράπτουσες τεχνητές πυγολαμπίδες, καλά εκπαιδευμένες να εκτοξεύονται φορώντας κοστούμια μιούζικαλ. Παύει για λίγo η σκέψη. Η σήψη ξαποσταίνει. 
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ
Στο Παρίσι δεν προσευχήθηκα ποτέ, γιατί δε τις σήκωνε τις προσευχές μου. Ήταν αγέρωχο και μύριζε μπαρούτι. Από την εποχή της γκιλοτίνας και του Ροβεσπιέρου. Απ’ όταν η αδερφή μου έχασε το αεροπλάνο του γυρισμού στο Σαρλ ντε Γκωλ. Έκλαψα μέχρι που πλάνταξα στο γκισέ και ο κόπος μου ανταμείφθηκε. Μου έταξαν να με βάλουν δωρεάν στην επόμενη πτήση. «Εχμ, όχι εμένα», είπα, «την αδερφή μου». Γούρλωσαν τα μάτια σα να μην καταλάβαιναν. «Τι σημασία έχει, τα δάκρυα χύθηκαν, ασχέτως από ποιανού αδένες», απάντησα βουβά.
Έτρωγα κρουασάν κάνοντας βόλτες στο Σηκουάνα. Τσούγκριζα πλαστικά ποτήρια σαμπάνιας στα Ηλύσια Πεδία. Σκαρφάλωνα στον Πύργο του Άιφελ και βροντοφώναζα «Κοπέλες του Άουσβιτς, του Νταχάου κοπέλες», γιατί ήταν το αγαπημένο μου τραγούδι. Πώς αλλιώς, αφού το Παρίσι μύριζε μπαρούτι. Μια Πρωτοχρονιά μάλωσα με την Αναστασία, γιατί πήρε το μέρος ενός αστυνομικού που τηρούσε την τάξη στη πλημμυρισμένη Μητροπολιτική Γραμμή του κέντρου. Είχα σπρώξει τον αστυνομικό, γιατί δε μας άφησε να μπούμε στο τελευταίο μετρό. Η Αναστασία με είπε τρελή, όπερ σήμαινε εσχάτη προδοσία. Εγώ έβγαλα τη νύχτα στην κεντρική πλατεία του Κλισύ και η Αναστασία που τότε την έλεγαν Νατάσα χαμένη σε μια άλλη πολύβουη μεριά. Κάναμε μήνες να μιλήσουμε. Το κεντρικό συμβάν επαναλήφθηκε στο Βερολίνο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
«Τι ωραίος προορισμός για ερωτευμένα ζευγάρια που είναι το Παρίσι!» Παρότι μυρίζει έντονα μπαρούτι. Κάτι τέτοιο θα σκέφτηκε ο Ζυλ όταν έκλεινε εισιτήρια. Μόνο που λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο: εβδομάδες πάσχιζα να τον πείσω ότι δεν ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Με ακατάσχετο πόνο από το δεξί φρονιμίτη που μου είχε ξεριζώσει κακήν-κακώς οδοντίατρος λάτρης της ιππασίας πριν με χώσει να κλάψω με την ησυχία μου σε ένα σκοτεινό δωμάτιο μακριά από την αίθουσα αναμονής για να μην κατατρομάξω τους εύπορους πελάτες του, προσπάθησα να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις του ρόλου. Έβαλα τακούνια, χαριεντίστηκα, έκανα ακροβατικά. «Το ξέρεις ότι όταν θα φτάσουμε πίσω δε θα είμαστε πια ζευγάρι;» Του ανακοίνωσα στο τραίνο του γυρισμού. Ανοιγόκλεισε το στόμα αρκετές φορές, σαν ψάρι, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι κάθε ήχος θα ήταν ανώφελος και λούφαξε.
«Ξυπνάτε χωριανοί, το Παρίσι καίγεται», είπε ο ψεύτης βοσκός και δεν κουνήθηκε κανείς. Ήρθε ο καιρός να το πιστέψετε: το Παρίσι πάντα μύριζε μπαρούτι. Ο κόσμος όλος μύριζε μπαρούτι, μονάχα που εκεί το αντιλαμβάνονται περισσότεροι, λόγω όξυνσης των αισθήσεων.
Όλοι εσείς, θυμηθείτε τις ευχές σας όταν ανάβατε κερί στην Παναγία των Παρισίων; Ευχηθήκατε «ειρήνη υμίν» ή «ειρήνη ημίν»; Γιατί, έχει διαφορά, αμαρτωλοί. Σταματήστε πια να κλαίγεστε για το Παρίσι. Λυπηθείτε καλύτερα για ετούτο τον κόσμο που πηγαίνει κατά διαόλου. Κι αν δε σας κάνει κόπο, βάλτε ένα χεράκι να σώσουμε ό,τι προλαβαίνουμε.

ΟΔΙΚΗ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ
Η χώρα μου είναι μπλε και μυρίζει τυρόπιτα. Η χώρα μου είναι πολυλογού και κουτσομπόλα –όλα, θέλει να τα ξέρει όλα. Η χώρα μου εστιάζει κυρίως στην παθητική φωνή παρά στην ενεργητική. Ποιός να ενεργήσει και προς ποιά κατεύθυνση, άγνωστο.
«Πηγαίνετε προς τα πίσω, άδειο είναι», λέει η χώρα μου με στόμφο, αλλά κανείς δεν κουνιέται, γιατί θέλουν όλοι την άνεσή τους. «Εγώ πάντως ψήφισα Χρυσή Αυγή», λέει η χώρα μου με τη μορφή χοντρού κυρίου με κόκκινο σβέρκο που κρατάει μπλε πλαστική σακκούλα. «Έχουμε γεμίσει Αλβανούς, Γεωργιανούς και Νιγηριανούς. Χρυσή Αυγή για να σωθούμε». Η κυρία που μοιάζει να έχει έρθει από το Κονγκό σιωπά, το ίδιο και ο κύριος από τις φτωχές αραβικές χώρες, η κυρία από τις Φιλιππίνες ομοίως. «Εσείς να προσέχετε να μην πάθετε κανένα έμφραγμα», ανταπαντάει η χώρα μου με τη μορφή μεσόκοπης κυρίας με ημίμακρη κουπ και ξανθές μες. «Από κάτι τέτοιους πλαισιώνεται η χώρα, γι’ αυτό είμαστε εκεί που είμαστε, λέει εμφατικά έτερος χοντρός κύριος με καρώ πουκάμισο και πράσινο βαμβακερό παντελόνι με σηκωμένα μπατζάκια. «Ξέρετε εσείς από ποιούς πλαισιώνεται η χώρα;», τον κόβει φουρκισμένη η κυρία με τις ξανθές μες. «Εμένα το αίμα μου είναι κόκκινο», αντιδρά αναμαλλιασμένος ασπρομάλλης με πάθηση στα μάτια –είναι τόσο υγρά, έτοιμα να κλάψουν.
«Απαγορεύονται τέτοιες συζητήσεις ημέρα εκλογών! Θα καλέσω εισαγγελέα», βάζει το λιθαράκι της υπέρ της ελευθερίας του λόγου η γνωστή κυρία με τις μες. «Χρυσή Αυγή για να σωθούμε», έχει κολλήσει η βελόνα του εξίσου γνωστού χοντρού κυρίου. «Εσύ ή στον εισαγγελέα θα πας ή στο ψυχιατρείο», τον αποπαίρνει η ενεργή πολίτης με τις μες, εν μέσω χαχανητών της ομήγυρης. «Δε με νοιάζει», λέει αυτός, «Χρυσή Αυγή για να σωθούμε. Ά, ρε Παπαδόπουλε!».
«Δε μιλώ για μια νύχτα εγώ, για όλη τη ζωή μας εγώ μιλώ», τραγουδάει η αοιδός και η κουρτίνα ξεσκαλώνει και ρολάρει προς τα πάνω και το λεωφορείο λούζεται στο φως. Η χώρα μου κάνει πολιτικό διάλογο εκτός καφενέ και πάνελ.
Σταθερά, αδυνατεί να βγάλει το παραμικρό συμπέρασμα. «Όλοι θα φύγουνε», ακούγεται, «όλοι όσοι έχουνε τη δυνατότητα θα φύγουνε, να γλιτώσουνε τα παιδιά τους», και η φωνή συνεχίζει, για να μας διηγηθεί αντιστικτικά την ελπιδοφόρα ιστορία ενός νευροχειρούργου παίδων που ενώ του προσφέρουν τετραπλάσιο μισθό στην Αμερική, επιμένει ελληνικά, γιατί θα πεθάνουν δεκάδες παιδιά, λέει, αν φύγει και δε θέλει να έχει το κρίμα στο λαιμό του.
Μια νόστιμη παχουλή είναι απορροφημένη στην εξιστόριση της γνωριμίας της με έναν «ωραίο, δε μπορώ να πω» στο κινητό, ενώ κάτι τουρίστες στη στάση ρωτάνε τον οδηγό αν πηγαίνει Σούνιο.
Η χώρα μου αναπνέει ακόμα. Η χώρα μου ερωτεύεται. Η όψη και η κόψη της χώρας μου είναι ξακουστή στα πέρατα της οικουμένης –περιπατητές καταφτάνουν να την καμαρώσουν και αμέσως ξαναφεύγουν. Όρια Δήμου Κρωπίας γράφει η ταμπέλα, ενώ η χώρα μου τρέχει ανέμελη στην παραλιακή κάτω από τα στιβαρά χέρια οδηγού που φοράει κομποσκοίνι και είναι ωραίος σαν Έλληνας. Κανείς δεν ξέρει πού θα φτάσει, αλλά μοιάζει αποφασισμένη να φτάσει κάπου, κι αυτή η επισφαλής αποφασιστικότητα ευχόμαστε όλοι να είναι, για την ώρα, αρκετά

ΙΣΤΟΡΙΕΣ της Ζηνοβίας Αντιδώρου, που, σύμφωνα με το βιογραφικό της, σπούδασε θέατρο, κινηματογράφο και διαχείριση του πολιτισμού, αντικείμενα ολίγον ελιτίστικα. Εσχάτως άρχισε να ντρέπεται γι ’αυτό. Για να εξιλεωθεί, ζει απομονωμένη σε μοναστηριακό δώμα στο Όρος Άθως μεταμφιεσμένη σε άντρα. Μετράει τουλάχιστον οχτώ θλιμμένους κόμπους την ημέρα. Τρέφεται με λουκούμια, τάρτες κυδώνι και μαρμελάδα μύρτιλλο. Δημοσιεύει ιστορίες, όπως οι παραπάνω, στην ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ ΨΗΦΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ή ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ; (η σιωπή είναι το αντάλλαγμα της αγάπης ή το αντίθετο;)

Χορός χρωμάτων: τα παιχνίδια τους έχουν τη δική τους ιστορία… Στο ξύλινο τραπέζι κάνουν παρέλαση τα γράμματα. Σε ένα ροζ μαξιλάρι, δύο εν τη γενέσει τους νύχτες. Δεξιά και αριστερά, λέξεις που μυρίζουν καλοκαίρι. Ένα ραντεβού στο σκάσιμο του κύματος… Στο μέρος που έζησε μαζί του πριν πάει. Όλες τις υγρές νύχτες του καλοκαιριού. Είκοσι χρόνια πίσω. παλινδρομική κίνηση μιας ελπίδας που θέλει να ζει. Τώρα. Μετά. Εκεί. Ξανά μαζί. Με το ίδιο όνομα να ταξιδεύει στο διηνεκές. Μέσα του κυρίως!.. Βλέμματα καρφιά, χείλη με γεύση αλμύρας…  Όταν χαράξει, τα σημάδια του κύματος θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της! [Μαρία Χρονιάρη, από το βιβλίο της ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ, εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ – ART by Andy Hixon Wallpaper]


ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ: 

Βράδυ Δευτέρας. Ακροβατεί. Μια θάλασσα χωρισμένη στα τρία. Διαφορετική υφή. Χορός χρωμάτων. Ο πεζόδρομος, νοητή γραμμή μιας αλλόκοτης γεωγραφίας. Το παλιό τραίνο χορεύοντας της κλείνει το μάτι. Ένα καρουζέλ ασάλευτα στημένο απέναντί της με όλα τα καθαρόαιμα να χτυπούν τα πέταλά τους. Πλησιάζει. Το αγγίζει. Τα δάχτυλά της βουλιάζουν. Ακινησία. Της στιγμής. Γλείφει τα νύχια της. Σουφλέ σοκολάτας. Με παγωτό. Στη μέση. Ο στενός καναπές έχει πάρει το σχήμα του. Την φοράει. Δεύτερο ρούχο. Της αλητείας. Σκισμένο τζιν σε λευκή επιδερμίδα. Ένα ευμέγεθες κτίριο στα δεξιά της. Επιγραφή της Εθνικής. Παλιγγενεσίας; Του βγάζει τη γλώσσα και προσπερνά καρφώνοντας το πέτρινο οδόστρωμα.
Τα παιχνίδια έχουν τη δική τους ιστορία. Τα ταΐζουν στρογγυλά μέταλλα για να τα καλοπιάσουν. Απόψε κανείς δεν θα τα πάρει σπίτι του. Στο ξύλινο τραπέζι κάνουν παρέλαση τα γράμματα. Σε ένα ροζ μαξιλάρι, δύο εν τη γενέσει τους νύχτες. Δεξιά και αριστερά, λέξεις που μυρίζουν καλοκαίρι. Ένα ραντεβού στο σκάσιμο του κύματος.
Γράφει πάνω στα μάτια της. Στο λιμάνι περιμένει ένα άλογο. Μπαλαρίνα που αλλάζει παπούτσια στο ενδιάμεσο των χορών. Μέχρι την ώρα της λήξης. Θα το σκοτώσουν όταν γεράσει; Αυτός σιωπηλά παρακολουθεί την εξέλιξη. Μιας γυναίκας. Μοιάζει ευχαριστημένος. Συμφιλιώθηκε. Έκανε την ειρήνη βραχιόλι και την έδεσε στο χέρι του.
Ο κόσμος πηγαινοέρχεται. Έτσι όπως στοιχίζονται μοιάζουν με στρατιώτες την ώρα της πρωινής αναφοράς. Φόρα το μπουφάν σου. Δεν έχει φώτα και φοβάμαι. Το γκάζι ξεχάστηκε σήμερα και άναψε φωτιά. Δρόμοι αλυκές συνοδεύουν την πορεία. Το σκοτάδι μυρίζει ιώδιο. Ο αέρας τρυπάει τις βλεφαρίδες της. Στη στροφή των Αγίων ακούγεται μια ησυχία. Οι ρόδες συλλέγουν τα απολιθώματα.
Ένας σκορπιός σκαρφαλώνει στο αυτί της. Θα με τσιμπήσει; Δυο ινδιάνικες καρδιές, δόλωμα για το δηλητήριο του. Φυτρώνουν λουλούδια στις πέτρες; Οι ανθοί γεννήθηκαν για να τροφοδοτούν το κεντρί. Ένα σμήνος για κάθε βασίλισσα.
Στο νούμερο εννιά έχει ξαπλώσει ένα κρεβάτι. Η σιωπή είναι το αντάλλαγμα της αγάπης ή η αγάπη της σιωπής; Χέρια που έγιναν σιδερότυπα στιγμών. Στο μέρος που έζησε μαζί του πριν πάει. Όλες τις υγρές νύχτες ενός καλοκαιριού. Είκοσι χρόνια πίσω. Παλινδρομική κίνηση μιας ελπίδας που θέλει να ζει. Τώρα. Μετά. Εκεί.
Ξανά μαζί. Με το ίδιο όνομα να ταξιδεύει στο διηνεκές. Μέσα του. Κυρίως.
Βλέμματα καρφιά, χείλη με γεύση αλμύρα και δυο κορμιά. Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή.
Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.
[ΠΗΓΗ: Μαρία Χρονιάρη, από το βιβλίο «Επειδή μαζί», εκδόσεις Απόπειρα]


ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΙΝ ΕΑΥΤΟΥ:
Είμαι σχεδόν διάφανη. Οι άνθρωποι με αγγίζουν χωρίς να με ακουμπούν. Και τις φορές που μ’ ακουμπούν, δίχως να το γνωρίζουν, εισρέουν μέσα μου χιλιάδες «εγώ». Εκχύνουν ζωές που εν δυνάμει μου μοιάζουν. Γίνομαι αμέτρητοι άλλοι. Μετουσιώνω ευχές, μέρες και νύχτες. Υποδύομαι εκείνα που νομίζουν πως είναι. Παίζω τους ρόλους τους τόσο καλά, που στο τέλος θα θέλουν να μου μοιάσουν. Κανείς άνθρωπος δεν αποδέχεται πλήρως τον εαυτό του. Το απόλυτο της αδυναμίας του. Το μηδενικό της δύναμής του. Πάντα κάνει το λάθος να γνωρίζει λάθος πράγματα για τον εαυτό του. Να ενεργεί παράνομα. Κατά παράβασιν εαυτού. Κι όμως, αυτό είναι που τους βοηθά να συνεχίζουν να ζουν, ανενόχλητα άλλοι μες στη ζωή τους. Κι αν καμιά φορά το σκεφτούν, δεν αλλάζουν τροχιά. Αλλάζουν τη μάσκα. Για να μπορούν να υποφέρουν εκείνα που βλέπουν πως δεν είναι. Που κάποτε θέλησαν και τώρα πια δεν αντιστοιχούν. Όλοι έχουμε ένα ειδικό βάρος. Αυτό που μας κάνει ορατούς δια γυμνού οφθαλμού. Κι όμως, το αόρατο οφείλουμε να βλέπουμε. Εκείνο που περιβάλλει την ύπαρξη και την κάνει να είναι. Στιγμές – στιγμές, όταν ανοίγω τα παράθυρα ν’ ακουμπήσω το φως, είναι σαν κάποιος να τρυπάει το κορμί μου. Μυριάδες βελόνες φωτός που απειλούν την διαφάνειά μου. Αντανακλώ τον εαυτό μου χιλιάδες φορές. Γυρίζω γύρω από μένα, γιατί δεν έχω που να πάω. Δεν υπάρχει κανείς να μ’ απορροφήσει. Κι έτσι επιστρέφω σε μένα. Γιατί από μένα εκπορεύομαι. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος σε ένα βιβλίο του («Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν») έχει γράψει: «Είμαι τα γεγονότα μου».  Πόσο ακριβές και βαρύ και δίκαιο είναι αυτό. Μόνο που εγώ, γενόμενη διαρκώς άλλοι, είμαι και τα γεγονότα τους. Πως γίνεται να επωμίζεσαι τις ζωές των άλλων; Δεν ξέρω. Αλήθεια, δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως εκείνο που αντέχεται, είναι να προσπαθείς να βρεις το τέρμα που θα σε φέρει πιο κοντά σ’ ό, τι είσαι προορισμένος να γίνεις. Και να ψάχνεις βαθιά μέσα σου, να βρίσκεις διαρκώς τα κομμάτια που σε συνθέτουν… Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: το εντός του βάθος!.. Αλλά τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο ισχυρό, από τη στιγμή που θα αποφασίσεις να είσαι και να μπορείς τα γεγονότα σου!..  [Μαρια Χρονιάρη Κατά παράβασιν εαυτού]

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΗΜΕΝΗ ΩΡΑ (πέφτοντας από τα σύννεφα):

Αν ήξερε τι θα συνέβαινε μετά, θα είχε πάει κομμωτήριο και θα είχε αγοράσει ένα τολμηρό φόρεμα για να το βάλει για πρώτη φορά χθες, πριν πέσει στο κενό από τον εκατοστό τρίτο όροφο του τεράστιου ουρανοξύστη, καθώς προσπαθούσε να πιάσει ένα χαρτί που ο αέρας σήκωσε από το γραφείο της και το έσπρωξε προς τα έξω. Όταν βρέθηκε στο κενό, όλα προμήνυαν ένα αδιαμφισβήτητο στραπάτσο αλλά, 


στο ύψος του τεσσαρακοστού δεύτερου ορόφου, το σώμα της έπεσε στην αγκαλιά ενός θεόσταλτου νέου, εμφανίσιμου  και γεροδεμένου  που φορούσε εφαρμοστή στολή από μπλε και κόκκινη λύκρα και μια μπέρτα ασορτί, πολύ κομψή, που ανέμιζε όπως και το όμορφο μαύρο τσουλούφι του. Από εκεί και ύστερα, η κάθοδος ήταν μια απολαυστική βόλτα μέχρι που έφτασαν στο δρόμο, όπου εκείνος ο γόης την αποχαιρέτησε ευγενικά και πέταξε στα ύψη, αφού προηγουμένως της είπε πως σήμερα θα μπορούσαν να ξαναβρεθούν στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Και σήμερα εκείνη φοράει καινούριο φόρεμα, σκόπιμα επιλεγμένο, και φτιάχνεται επιμελώς για να πάει στο ραντεβού με το μυστηριώδη σωτήρα της. Και τη συμφωνημένη ώρα ρίχνεται άφοβα από το παράθυρο του γραφείου της και αξιοποιεί την πτώση παράλληλα με την πρόσοψη του κτιρίου, για να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο μακιγιάζ της. Αλλά αυτή τη φορά κανείς δεν την περιμένει μπροστά από τον τεσσαρακοστό δεύτερο όροφο. Και μόλις φτάνει στον δέκατο τέταρτο, πεπεισμένη ότι την έστησαν, αναγκάζεται να παραδεχθεί πως, αν είναι σκληρό και μόνο να πέσεις από ένα σύννεφο και να ακουμπήσεις με τα  πόδια στο έδαφος, πιο σκληρό θα είναι να πρέπει να το κάνεις με το κεφάλι!..    
  

 [ΠΗΓΗ: Πέδρο Ερέρο Αμορός, ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ, μικροδιηγήματά του έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες - Πρώτη δημοσίευση ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ, η αισθητική του μικρού, ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ – ART by ANGELBEARZS come with me]

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Ο ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΩΝ ΩΡΙΜΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ:

 «Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ό,τι έχω ζήσει έως τώρα… Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που του έδωσαν ένα γεμάτο μπολ με κεράσια: τα πρώτα τα καταβρόχθισε με λαιμαργία, αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμειναν λίγα, άρχισε να τα γεύεται με βαθιά απόλαυση… Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά… Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους. Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα. Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα… [απόσπασμα από  κείμενο που εκ παραδρομής αποδίδεται στο βραζιλιάνο ποιητή  στην πραγματικότητα όμως ανήκει Mário Coelho Pinto de Andrade (1928 - 1990) Όποιος κι αν είναι όμως ο πατέρας αυτών των στοχασμών ανταπορκίνονται πλήρως στον τίτλο και με αυτή την έννοια είναι ιδανικοί   για όσους από μια ηλικία και μετά συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος τους είναι πολύτιμος και δεν θέλουν να τον σπαταλούν σε ανοησίες αλλά να ζήσουν όλες τις στιγμές της ζωής τους με ένταση και προπαντός με ανθρώπινη υπόσταση]



Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση:
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους. Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια. Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή. Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων… Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή. Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει. Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν… Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες έχω ήδη φάει. Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου. Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…»

(ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σχεδόν το σύνολο των ελληνικών, αλλά και πολλών ξένων sites δημοσιεύουν το κείμενο αναπαράγοντας δύο ουσιώδη λάθη: Πρώτον ότι το κείμενο ανήκει στο Βραζιλιάνο Mário Raul de Morais Andrade (9.10.1893 – 25.02.1945), ο οποίος υπήρξε ποιητής, μυθιστοριογράφος, μουσικολόγος, ιστορικός και κριτικός τέχνης καθώς και φωτογράφος, αντί του αληθινού συγγραφέα Mário Coelho Pinto de Andrade (1928 - 1990), από την Αγκόλα και δεύτερον ότι το κείμενο έχει κάποια αναφορά σε καραμέλες, ενώ ο δημιουργός του αναφέρει σαφώς ότι νιώθει σαν παιδί που του χάρισαν ένα μπολ με κεράσια).