Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΗΜΕΝΗ ΩΡΑ (πέφτοντας από τα σύννεφα):

Αν ήξερε τι θα συνέβαινε μετά, θα είχε πάει κομμωτήριο και θα είχε αγοράσει ένα τολμηρό φόρεμα για να το βάλει για πρώτη φορά χθες, πριν πέσει στο κενό από τον εκατοστό τρίτο όροφο του τεράστιου ουρανοξύστη, καθώς προσπαθούσε να πιάσει ένα χαρτί που ο αέρας σήκωσε από το γραφείο της και το έσπρωξε προς τα έξω. Όταν βρέθηκε στο κενό, όλα προμήνυαν ένα αδιαμφισβήτητο στραπάτσο αλλά, 


στο ύψος του τεσσαρακοστού δεύτερου ορόφου, το σώμα της έπεσε στην αγκαλιά ενός θεόσταλτου νέου, εμφανίσιμου  και γεροδεμένου  που φορούσε εφαρμοστή στολή από μπλε και κόκκινη λύκρα και μια μπέρτα ασορτί, πολύ κομψή, που ανέμιζε όπως και το όμορφο μαύρο τσουλούφι του. Από εκεί και ύστερα, η κάθοδος ήταν μια απολαυστική βόλτα μέχρι που έφτασαν στο δρόμο, όπου εκείνος ο γόης την αποχαιρέτησε ευγενικά και πέταξε στα ύψη, αφού προηγουμένως της είπε πως σήμερα θα μπορούσαν να ξαναβρεθούν στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Και σήμερα εκείνη φοράει καινούριο φόρεμα, σκόπιμα επιλεγμένο, και φτιάχνεται επιμελώς για να πάει στο ραντεβού με το μυστηριώδη σωτήρα της. Και τη συμφωνημένη ώρα ρίχνεται άφοβα από το παράθυρο του γραφείου της και αξιοποιεί την πτώση παράλληλα με την πρόσοψη του κτιρίου, για να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο μακιγιάζ της. Αλλά αυτή τη φορά κανείς δεν την περιμένει μπροστά από τον τεσσαρακοστό δεύτερο όροφο. Και μόλις φτάνει στον δέκατο τέταρτο, πεπεισμένη ότι την έστησαν, αναγκάζεται να παραδεχθεί πως, αν είναι σκληρό και μόνο να πέσεις από ένα σύννεφο και να ακουμπήσεις με τα  πόδια στο έδαφος, πιο σκληρό θα είναι να πρέπει να το κάνεις με το κεφάλι!..    
  

 [ΠΗΓΗ: Πέδρο Ερέρο Αμορός, ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ, μικροδιηγήματά του έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες - Πρώτη δημοσίευση ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ, η αισθητική του μικρού, ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ – ART by ANGELBEARZS come with me]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …