Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ή ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ; (η σιωπή είναι το αντάλλαγμα της αγάπης ή το αντίθετο;)

Χορός χρωμάτων: τα παιχνίδια τους έχουν τη δική τους ιστορία… Στο ξύλινο τραπέζι κάνουν παρέλαση τα γράμματα. Σε ένα ροζ μαξιλάρι, δύο εν τη γενέσει τους νύχτες. Δεξιά και αριστερά, λέξεις που μυρίζουν καλοκαίρι. Ένα ραντεβού στο σκάσιμο του κύματος… Στο μέρος που έζησε μαζί του πριν πάει. Όλες τις υγρές νύχτες του καλοκαιριού. Είκοσι χρόνια πίσω. παλινδρομική κίνηση μιας ελπίδας που θέλει να ζει. Τώρα. Μετά. Εκεί. Ξανά μαζί. Με το ίδιο όνομα να ταξιδεύει στο διηνεκές. Μέσα του κυρίως!.. Βλέμματα καρφιά, χείλη με γεύση αλμύρας…  Όταν χαράξει, τα σημάδια του κύματος θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή. Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της! [Μαρία Χρονιάρη, από το βιβλίο της ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ, εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ – ART by Andy Hixon Wallpaper]


ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ: 

Βράδυ Δευτέρας. Ακροβατεί. Μια θάλασσα χωρισμένη στα τρία. Διαφορετική υφή. Χορός χρωμάτων. Ο πεζόδρομος, νοητή γραμμή μιας αλλόκοτης γεωγραφίας. Το παλιό τραίνο χορεύοντας της κλείνει το μάτι. Ένα καρουζέλ ασάλευτα στημένο απέναντί της με όλα τα καθαρόαιμα να χτυπούν τα πέταλά τους. Πλησιάζει. Το αγγίζει. Τα δάχτυλά της βουλιάζουν. Ακινησία. Της στιγμής. Γλείφει τα νύχια της. Σουφλέ σοκολάτας. Με παγωτό. Στη μέση. Ο στενός καναπές έχει πάρει το σχήμα του. Την φοράει. Δεύτερο ρούχο. Της αλητείας. Σκισμένο τζιν σε λευκή επιδερμίδα. Ένα ευμέγεθες κτίριο στα δεξιά της. Επιγραφή της Εθνικής. Παλιγγενεσίας; Του βγάζει τη γλώσσα και προσπερνά καρφώνοντας το πέτρινο οδόστρωμα.
Τα παιχνίδια έχουν τη δική τους ιστορία. Τα ταΐζουν στρογγυλά μέταλλα για να τα καλοπιάσουν. Απόψε κανείς δεν θα τα πάρει σπίτι του. Στο ξύλινο τραπέζι κάνουν παρέλαση τα γράμματα. Σε ένα ροζ μαξιλάρι, δύο εν τη γενέσει τους νύχτες. Δεξιά και αριστερά, λέξεις που μυρίζουν καλοκαίρι. Ένα ραντεβού στο σκάσιμο του κύματος.
Γράφει πάνω στα μάτια της. Στο λιμάνι περιμένει ένα άλογο. Μπαλαρίνα που αλλάζει παπούτσια στο ενδιάμεσο των χορών. Μέχρι την ώρα της λήξης. Θα το σκοτώσουν όταν γεράσει; Αυτός σιωπηλά παρακολουθεί την εξέλιξη. Μιας γυναίκας. Μοιάζει ευχαριστημένος. Συμφιλιώθηκε. Έκανε την ειρήνη βραχιόλι και την έδεσε στο χέρι του.
Ο κόσμος πηγαινοέρχεται. Έτσι όπως στοιχίζονται μοιάζουν με στρατιώτες την ώρα της πρωινής αναφοράς. Φόρα το μπουφάν σου. Δεν έχει φώτα και φοβάμαι. Το γκάζι ξεχάστηκε σήμερα και άναψε φωτιά. Δρόμοι αλυκές συνοδεύουν την πορεία. Το σκοτάδι μυρίζει ιώδιο. Ο αέρας τρυπάει τις βλεφαρίδες της. Στη στροφή των Αγίων ακούγεται μια ησυχία. Οι ρόδες συλλέγουν τα απολιθώματα.
Ένας σκορπιός σκαρφαλώνει στο αυτί της. Θα με τσιμπήσει; Δυο ινδιάνικες καρδιές, δόλωμα για το δηλητήριο του. Φυτρώνουν λουλούδια στις πέτρες; Οι ανθοί γεννήθηκαν για να τροφοδοτούν το κεντρί. Ένα σμήνος για κάθε βασίλισσα.
Στο νούμερο εννιά έχει ξαπλώσει ένα κρεβάτι. Η σιωπή είναι το αντάλλαγμα της αγάπης ή η αγάπη της σιωπής; Χέρια που έγιναν σιδερότυπα στιγμών. Στο μέρος που έζησε μαζί του πριν πάει. Όλες τις υγρές νύχτες ενός καλοκαιριού. Είκοσι χρόνια πίσω. Παλινδρομική κίνηση μιας ελπίδας που θέλει να ζει. Τώρα. Μετά. Εκεί.
Ξανά μαζί. Με το ίδιο όνομα να ταξιδεύει στο διηνεκές. Μέσα του. Κυρίως.
Βλέμματα καρφιά, χείλη με γεύση αλμύρα και δυο κορμιά. Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε. Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του. Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους. Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει. Η ηδονή.
Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.
[ΠΗΓΗ: Μαρία Χρονιάρη, από το βιβλίο «Επειδή μαζί», εκδόσεις Απόπειρα]


ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΙΝ ΕΑΥΤΟΥ:
Είμαι σχεδόν διάφανη. Οι άνθρωποι με αγγίζουν χωρίς να με ακουμπούν. Και τις φορές που μ’ ακουμπούν, δίχως να το γνωρίζουν, εισρέουν μέσα μου χιλιάδες «εγώ». Εκχύνουν ζωές που εν δυνάμει μου μοιάζουν. Γίνομαι αμέτρητοι άλλοι. Μετουσιώνω ευχές, μέρες και νύχτες. Υποδύομαι εκείνα που νομίζουν πως είναι. Παίζω τους ρόλους τους τόσο καλά, που στο τέλος θα θέλουν να μου μοιάσουν. Κανείς άνθρωπος δεν αποδέχεται πλήρως τον εαυτό του. Το απόλυτο της αδυναμίας του. Το μηδενικό της δύναμής του. Πάντα κάνει το λάθος να γνωρίζει λάθος πράγματα για τον εαυτό του. Να ενεργεί παράνομα. Κατά παράβασιν εαυτού. Κι όμως, αυτό είναι που τους βοηθά να συνεχίζουν να ζουν, ανενόχλητα άλλοι μες στη ζωή τους. Κι αν καμιά φορά το σκεφτούν, δεν αλλάζουν τροχιά. Αλλάζουν τη μάσκα. Για να μπορούν να υποφέρουν εκείνα που βλέπουν πως δεν είναι. Που κάποτε θέλησαν και τώρα πια δεν αντιστοιχούν. Όλοι έχουμε ένα ειδικό βάρος. Αυτό που μας κάνει ορατούς δια γυμνού οφθαλμού. Κι όμως, το αόρατο οφείλουμε να βλέπουμε. Εκείνο που περιβάλλει την ύπαρξη και την κάνει να είναι. Στιγμές – στιγμές, όταν ανοίγω τα παράθυρα ν’ ακουμπήσω το φως, είναι σαν κάποιος να τρυπάει το κορμί μου. Μυριάδες βελόνες φωτός που απειλούν την διαφάνειά μου. Αντανακλώ τον εαυτό μου χιλιάδες φορές. Γυρίζω γύρω από μένα, γιατί δεν έχω που να πάω. Δεν υπάρχει κανείς να μ’ απορροφήσει. Κι έτσι επιστρέφω σε μένα. Γιατί από μένα εκπορεύομαι. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος σε ένα βιβλίο του («Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν») έχει γράψει: «Είμαι τα γεγονότα μου».  Πόσο ακριβές και βαρύ και δίκαιο είναι αυτό. Μόνο που εγώ, γενόμενη διαρκώς άλλοι, είμαι και τα γεγονότα τους. Πως γίνεται να επωμίζεσαι τις ζωές των άλλων; Δεν ξέρω. Αλήθεια, δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως εκείνο που αντέχεται, είναι να προσπαθείς να βρεις το τέρμα που θα σε φέρει πιο κοντά σ’ ό, τι είσαι προορισμένος να γίνεις. Και να ψάχνεις βαθιά μέσα σου, να βρίσκεις διαρκώς τα κομμάτια που σε συνθέτουν… Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: το εντός του βάθος!.. Αλλά τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο ισχυρό, από τη στιγμή που θα αποφασίσεις να είσαι και να μπορείς τα γεγονότα σου!..  [Μαρια Χρονιάρη Κατά παράβασιν εαυτού]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …