Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

ΣΑΝ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΑΓΡΙΜΙ Η ΜΝΗΜΗ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΤΑΙ ΘΑΜΠΩΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΤΖΑΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΧΝΩΤΟ ΤΗΣ:

Η ώρα που αισθάνομαι πιο μόνος, που περισσότερο λυπάμαι, που ντρέπομαι και φοβάμαι γι’ αυτόν τον κόσμο, είναι αργά μετά τα μεσάνυχτα. Όταν τα πάντα έχουν ησυχάσει στις παρυφές της πόλης και από μακριά ακούγεται ο διαπεραστικός κρότος από τις εξατμίσεις και τ’ αδέσποτα να γαυγίζουν αγριεμένα. Βγαίνω τότε και κάθομαι στο μπαλκόνι. Κάθομαι με τα πόδια απλωμένα στα κάγκελα, κοιτάζοντας απέναντι χωρίς να βλέπω. Έχω μαζί μου το βάρος της μέρας που πέρασε, την καύτρα απ’ το τσιγάρο μου και το σκοτάδι, μια-μια όλες τις απουσίες, όλα τα λάθη και τις απορίες μου, τις σκέψεις, τα μπερδεμένα συναισθήματά μου. Όλη τη μέρα με πυροβολούσαν αλύπητα από τις γυάλινες οθόνες, από το τυπωμένο χαρτί, από γωνιές και δρόμους και πλατείες. Όλη τη μέρα κι όλη τη ζωή μου, ναι. Έτσι, με τραύμα πάνω στο τραύμα, τραύμα παλιό και τραύμα καινούριο, έχω ζωτική ανάγκη να ξεφύγω, να δραπετεύσω και να ξεχάσω, να γλείψω τις πληγές μου, κάπως να παρηγορηθώ. Έστω για λίγο, έστω για μια βραδιά. [ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, το εισαγωγικό αφήγημα, που προλογίζει τα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ του Τόλη Νικηφόρου  που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Μανδραγόρας με τίτλο ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ. Ένα βιβλίο όπου ο συγγραφέας ανοίγοντας τους μυστικούς κρουνούς της μνήμης  ξετυλίγει μπροστά μας ιστορίες από το παρελθόν του απόλυτα αληθινές που μπορεί να μοιάζουν με  παραμύθια έτσι όπως ξεπηδούν από τη διψασμένη φαντασία του, μπορεί να εκτοπίζουν την πραγματικότητα του σήμερα δίνοντας φτερά στην προοπτική του ονείρου, διεκδικούν όμως και κυριεύουν ένα χώρο που φαίνεται να τους ανήκει και, παράλληλα, κατακυριεύουν κι εκείνον που φαίνεται ότι τους ανήκει!.. Γι’ αυτό, παρουσιάζοντας ο ίδιος αυτές τις ιστορίες αναρωτιέται «Υπήρξαν όλα αυτά ποτέ; Υπήρξαν τα παιδιά της γειτονιάς, τα χίλια δυο παιχνίδια στο δρόμο και την πλατεία; Υπήρξε Ευτυχία;»!.. Για να το διαπιστώσει ένας δρόμος υπάρχει: Να διηγηθεί τις ιστορίες του. Από το τέλος. Ή μάλλον χρόνια πολλά μετά το τέλος  τους.  Έτσι, όπως ο ίδιος ομολογεί, «αρχίζει μια επιστροφή, συχνά οδυνηρή αλλά και λυτρωτική, με μιαν αναδρομή, με μια βουτιά στο κάποτε άπαν και τώρα τίποτα. Που μπορεί να ενδιαφέρει κάποιους και άλλους να τους αφήνει αδιάφορους. Δεν έχει σημασία. Οι ιστορίες θα γραφτούν, έστω κι αν ο αφηγητής μονολογεί ή απευθύνεται στο κενό. Έτσι κι αλλιώς για το κενό και στο κενό μιλάμε όλοι μας, για το τίποτα της κοινής μας μοίρας». Ο Τόλης Νικηφόρου το ξέρει καλά ότι μόνο έτσι, με την αφήγηση αυτών των ιστοριών  θα είναι ελεύθερος και χωρίς κανέναν περιορισμό να φτάσει στην άκρη του κόσμου. Άκρη του κόσμου δεν είναι η παιδική μας ηλικία;]


Λένε πως η επιστροφή στα χρόνια της αθωότητας και της παιδικής μας ηλικίας, όταν αυτά ο συγγραφέας θέλει να τα αποδώσει λογοτεχνικά, κρύβουν αρκετούς σκοπέλους και παγίδες. Μία από αυτές είναι ο αφηγητής να εξοκείλει σε μια γλυκερή και ανούσια νοσταλγία. Μια άλλη παγίδα, πάλι, είναι οι μνήμες και οι αναμνήσεις να έχουν ξεθυμάνει και να έχουν χάσει την ένταση και το νεύρο τους, λόγω της χρονικής απόστασης του αφηγούμενου από τη στιγμή που συνέβησαν τα γεγονότα. Και μία τρίτη, είναι οι αναμνήσεις να είναι κοινότυπες και τετριμμένες και, αντί να συγκινούν, να αφήνουν αδιάφορο τον αναγνώστη. Ο Νικηφόρου, ισοδύναμα καλός ποιητής και πεζογράφος, ξεπέρασε με χαρακτηριστική άνεση όλες τις παραπάνω παγίδες. Βουτώντας στην οδύνη αλλά και στη μαγεία της παιδικής του ηλικίας, με αφηγηματική δεινότητα και ποιητικότητα, ενάργεια και ειλικρίνεια, έδωσε ένα σημαντικό πεζογραφικό βιβλίο μικρής φόρμας, που πείθει, συγκινεί και γοητεύει. Το ταξίδι αυτό για τον ίδιο (αλλά και για όσους έχουν τα κότσια να επιχειρήσουν κάτι παρόμοιο) είναι αλγεινό και βασανιστικό, αλλά οδηγεί, τελικώς, σε λιμάνια ακύμαντα. Βυθίζεσαι στο παρελθόν, θυμάσαι, πονάς, στοχάζεσαι, αναστοχάζεσαι και, εντέλει, βρίσκοντας ξανά το χαμένο νήμα της ζωής σου, συνειδητοποιείς, επαναπροσδιορίζεσαι και γαληνεύεις [απόσπασμα από την παρουσίαση του Παναγιώτη Γούτα]

ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑ;
Ανοίγουν τότε μυστικοί κρουνοί και εισρέουν στο μυαλό μου ιστορίες. Ιστορίες απόλυτα αληθινές ως και την τελευταία λεπτομέρεια που τώρα μου φαίνονται σαν παραμύθια, σαν να ξεπήδησαν από τη διψασμένη φαντασία μου. Ιστορίες για άγνωστους τόπους και μυστηριώδεις εποχές, για πλάσματα φανταστικά, μεθυστικά, πλάσματα ανθρώπινα. Ιστορίες που εκτοπίζουν την πραγματικότητα του σήμερα, αποδιώχνουν την προοπτική του ονείρου, διεκδικούν και κυριεύουν, σαν να ’ναι κάτι απλό και φυσικό, ένα χώρο που φαίνεται να τους ανήκει. Κατακυριεύουν εκείνον που φαίνεται ότι τους ανήκει.

\
ART by Helena Georgiou Surealism

Αγνώστου Στρατιώτου και Πλατεία Δικαστηρίων, Μητσαίων και Φιλίππου… Λουτρά Παράδεισος και Άγιος Νικόλαος, Παναγία Χαλκέων… Υπήρξαν όλα αυτά ποτέ;  Υπήρξε ο Νίκος, η Αριστούλα, ο Γιώργος; Ο μπαμπάς, η μαμά, ο μεγάλος μου αδελφός; Οι άγνωστοι στρατιώτες που έπεσαν στη μάχη της ζωής; Υπήρξαν τα παιδιά της γειτονιάς, τα χίλια δυο παιχνίδια στο δρόμο και την πλατεία; Υπήρξε η Ευτυχία;

Ευτυχία! Καταλαβαίνω τη στιγμιαία χαρά αλλά ποτέ μου δεν κατάλαβα τι ακριβώς σημαίνει αυτή η λέξη. Αν υπάρχει καν ευτυχία και για ποιους. Ακόμη και οι λίγοι τυχεροί σίγουρα δεν θα θεωρούσαν ευτυχισμένα τα δικά μου παιδικά χρόνια. Πώς θα μπορούσαν να είναι με τον Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή, με τον ξεσπιτωμό μας και τη ζωή στο ημιυπόγειο, με έναν εμφύλιο; Πώς θα μπορούσαν να είναι με διαλυμένη οικογένεια και χωρίς μητέρα; Κι ύστερα με την πτώχευση του πατέρα μου;
Φαίνεται όμως ότι ξαναγυρίζω εκεί γιατί τα χρόνια εκείνα υπήρξαν ένα καταφύγιο. Ένας χώρος δικός μου, προσωπικός και απρόσβλητος. Μια εποχή της πρώτης ανακάλυψης του κόσμου μέσα στην ομίχλη που παραμένει μέσα μου ανεκτίμητη. Μια εποχή αθωότητας και ελπίδας, μια εποχή που η κάθε μέρα ήταν μια ολόκληρη ζωή μια αιωνιότητα.

Έλα λοιπόν, μου ψιθυρίζει η παλιά μου γειτονιά, αρκετά κουράστηκες, δεν πρέπει άλλο να βασανίζεσαι σ’ αυτή την ξένη χώρα. Με αγγίζει κι εξαφανίζονται οι πόνοι και τα τραύματα, με παίρνει από το χέρι, σαν να μην είμαι ούτε πέντε χρονών και με ταξιδεύει. Με παίρνει και με οδηγεί στο κάπου και το κάποτε, σε μια πατρίδα που τώρα δεν υπάρχει. Χάθηκαν για πάντα τα παιδικά μου χρόνια κι έτσι μπορώ άνετα να ταυτιστώ μαζί τους, μπορεί άνετα να λάμψει η πατρίδα μου με όλες τις μυρωδιές  της κι όλα τα χρώματα.
Αναλογίζομαι ταυτόχρονα ότι αυτή η χαμένη γειτονιά είναι κι άλλων η πατρίδα. Εξόριστων στο θάνατο, εξόριστων και στη ζωή. Συγγενών και φίλων, ίσως ακόμη και αγνώστων. Κι όταν εμφανιστεί μπροστά τους, από κει που είναι βαθιά κρυμμένη, θα την αναγνωρίσουν αμέσως. Θα ’χω λοιπόν καλή παρέα στο ταξίδι. Θα πω τις ιστορίες μου όπως τις λέω στον εαυτό μου, ακόμη κι αν κανείς δεν με  πιστέψει. Ακόμη κι αν κανείς δεν μπορέσει να ξεχωρίσει το παραμύθι από την κάποτε πραγματικότητα. Θα είμαι ελεύθερος και χωρίς κανέναν περιορισμό να φτάσω στην άκρη του κόσμου. Άκρη του κόσμου δεν είναι η παιδική μας ηλικία;

Η μεγάλη πολιτεία των προσφύγων αναδύεται μέσα από τη θάλασσα. Όπως η ζωή, όπως ο καθένας μας κι όλοι μαζί. Αναδύεται από τη θάλασσα αμφιθεατρικά χτισμένη και ανηφορίζει προς τα κάστρα, ανηφορίζει προς τον ουρανό. Κάπου εκεί στο κέντρο της, στην πυρίκαυστη καρδιά της, υπάρχει με τεράστια γυμνή πλατεία, μια πλατεία γεμάτη παιδιά, που πετάνε χαρταετούς. Περιτριγυρισμένη από τριώροφες ως πενταώροφες οικοδομές. Στην κάτω αριστερά πλευρά της βρίσκεται πνιγμένη στα λουλούδια, η μισή μέσα στο χώμα, μια εκκλησούλα των χαλκωματάδων με τους απαλούς της τρούλους. Στη δεξιά γωνία, έξω από το πάρκο, δίπλα στα λουτρά και τα αρχαία ερείπια, βρίσκονται σειρά οι φωτογράφοι με τις μεγάλες  τετράγωνες μηχανές τους πάνω στους τρίποδες. Λίγο πιο κάτω μισοκρύβεται αθόρυβη η μικρούλα εκκλησιά του προστάτη των ναυτικών, στο σημείο που μόλις φτάνει η μπάλα των παιδιών, όπως ένα χειμωνιάτικο κύμα που έχασε τη δύναμή του και ξεθυμαίνει.

Αυτά κι άλλα πολλά έχω να πω και να περιγράψω. Γιατί κάπως έτσι αρχίζουν όλες οι ιστορίες. Από το τέλος. Ή μάλλον χρόνια πολλά μετά το τέλος τους. Χρόνια πολλά μετά χαρές και λύπες, πολέμους και καταστροφές, ζωή και θάνατο. Αρχίζουν με μια επιστροφή, συχνά οδυνηρή αλλά και λυτρωτική, με μιαν αναδρομή, με μια βουτιά στο κάποτε άπαν και τώρα τίποτα. Που μπορεί να ενδιαφέρει κάποιους και άλλους να τους αφήνει αδιάφορους.  Δεν έχει σημασία. Οι ιστορίες θα γραφτούν, τα παραμύθια πλάι στη σόμπα του χειμώνα, έστω κι αν ο αφηγητής μονολογεί ή απευθύνεται στο κενό. Έτσι κι αλλιώς για το κενό και στο κενό μιλάμε όλοι μας, για το τίποτα της κοινής μας μοίρας.

Το βιβλίο  του Τόλη Νικηφόρου ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, είναι μία συλλογή αυτοβιογραφικών κειμένων, κάποια εκ των οποίων είχαν δημοσιευτεί παλαιότερα σε διάφορα έντυπα. Ο τίτλος του βιβλίου έχει να κάνει με την Οδό Αγνώστου Στρατιώτου, που βρίσκεται στην Πλατεία Δικαστηρίων, όπως τη λένε οι παλαιότεροι, ή Αρχαία Αγορά, όπως την ξέρουν οι νεώτεροι. Ο κόσμος του συγγραφέα όταν ήταν παιδί (στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια) εκτείνονταν από την Παναγία Χαλκέων έως την Αγίου Δημητρίου και από την Καρμπολά έως την Αμύντα και τη Μητσαίων. Μία περιοχή, που πριν κάποια χρόνια ήταν γεμάτη με «μέγαρα», μερικά εκ των οποίων ήταν αρχιτεκτονικά στολίδια και λίγα απομένουν έως τις μέρες μας. Εκτός από την περιγραφή της γειτονιάς του, των φίλων του, των παιχνιδιών και των άλλων δραστηριοτήτων, ο Νικηφόρου στις αφηγήσεις του μιλάει πολύ για την οικογένειά του, ακόμη και για θέματα, που πολλοί ίσως δεν θα ήθελαν να μιλήσουν. Πρόκειται όμως για γεγονότα τα οποία σίγουρα τον έχουν στιγματίσει και φαντάζομαι θα έπαιξαν και ρόλο στη λογοτεχνική πορεία του συγγραφέα. Η Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα η γειτονιά του Νικηφόρου παρουσιάζεται με μια νοσταλγία, που όπως και σε άλλα παρόμοια κείμενα, αφορά όχι μόνο τον τόπο, αλλά κυρίως την παιδική ηλικία, με τις λιγότερες σκοτούρες και την αθωότητα μιας εποχής… [αποσπάσματα από την παρουσίαση στο ιστολόγιο τ του Γιώργου Μπασαγιάννη: Vivlioniki]


ΔΕΝΔΡΟ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ: Γενναίο δένδρο, συ που κηρύττεις στους ανθρώπους πράξεις υπεράνθρωπες

Δεν ήξερα πως δεν ξέρω τι είμαι, είπε το δένδρο. Να πάω πού; Εδώ τουλάχιστον, κάποιος μπορεί να θυμηθεί μιαν άκρη… Όμως το δένδρο που δεν ήταν δένδρο, το δένδρο που ’ψαχνε να γίνει άνθρωπος, είχε ακόμα το χυμό να ανεβοκατεβαίνει, είχε το μέσο και την εκλογή, είχε αυτόν τον πόθο, πάνω απ’ όλα, να δει πώς συναντιόνται τα μέσα και τα έξω, πού η εικόνα του είναι και δεν είναι αληθινή, πού ξεκινάει εκείνος ο παλμός, που σπρώχνει το σώμα του να τρέφει μάτια [Μπίλη Βέμη, Το Δένδρο που το φέραν στο Μουσείο, εκδόσεις Μπιλιέτο 2003 – ART by amirapsp Tree of life]

Το τελευταίο δένδρο, τοποθετημένο σαν έκθεμα στο Μουσείο, ξεσηκώνεται. Κουράστηκε να καθορίζεται ο ρόλος του από τη βούληση και τη ματιά των άλλων. Ανακαλύπτει όμως, πως το βλέμμα τους έχει ήδη αλλοιώσει ακόμη και την εξωτερική του εμφάνιση. Ποιος είναι ο εαυτός του; Στις διαδοχικές του αποκαλύψεις τον καθοδηγεί η πεισματάρα μνήμη ενός βαλσαμωμένου πουλιού (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου της Μπίλης Βέμη «ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΠΟΥ ΤΟ ΦΕΡΑΝ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ», Εκδόσεις Μπιλιέτο, 2003)

- Βαρέθηκα να είμαι σύμβολο, είπε το δένδρο,
μέσα στη Βίβλο και τα γραπτά σας…


Θέλω να βγω να περπατήσω
-      Πού πας, είπε το βαλσαμωμένο πουλί από την κόχη,
θα σε βαλσαμώσουν!

Το δένδρο κοιτάχθηκε δεξιά, αριστερά, κοίταξε τα μέλη του στον απέναντι καθρέφτη.

-      Δεν ξέρω πώς έγινε και μοιάζω έτσι με άνθρωπο, είπε.
Πώς έγινε τόσα χρόνια να καθρεπτίζομαι εγώ στα μάτια τους, αντί εκείνοι στα κλαδιά μου. Τι απλοϊκό να πιστεύω πως η εικόνα μου είναι αιώνια!

-      Ξέχασες την κίνηση, είπε το βαλσαμωμένο πουλί, που το μόνο που είχε, ήταν μια πεισματάρα μνήμη.
-      Την κίνηση προς τα πού, ρώτησε αφηρημένα το δένδρο, χωρίς καλά-καλά να ξέρει γιατί ρωτά.
-      Δεν έχει σημασία, είπε το πουλί πίσω απ’ τα γυάλινα μάτια του. Εξαρτάται προς τα πού κοιτάς. Η κίνηση είναι ίδια.
-      Θυμάμαι είπε το δένδρο, τους χυμούς ν’ ανεβοκατεβαίνουν. Θυμάμαι την κίνηση με τις εποχές. Μα δε θυμάμαι να κοίταξα πουθενά.
-      Ποια η ανάγκη έκανε το πουλί. Αφού τότε δεν έμοιαζες με άνθρωπο. Τότε ήσουνα. Ήταν αρκετό.
-      Καθρεπτιζόμουνα στα μάτια τους, είπε, ψηλαφίζοντας τις αναμνήσεις του, το δένδρο. Δεν κοίταζα ακριβώς, αλλά κάτι εκεί μες στον καθρέπτη, μ’ άρεσε.
-      Ξεχάστηκες μες στον καθρέφτη, είπε το πουλί, που αν και τυφλό, παρακολουθούσε τα πάντα, από τα μέσα. Ξεχάστηκες και πέρασες ολόκληρο από την άλλη μεριά. Είναι κι αυτή μια κίνηση.
-      Έπεσα μέσα στην τρύπα των ματιών τους, κατάλαβε το δένδρο. Και δε βγήκα πουθενά.
-      Πήρες την όψη τους από αδράνεια… κι ακόμα σε βόλευε που ήσασταν πολλοί μαζί και ίδιοι. Ήσουν το τελευταίο δένδρο κι η μοναξιά σε λύγιζε.
-      Δεν ξέρω τι είμαι μέσα τι είμαι έξω, είπε το δένδρο και άρχιζε να υποφέρει που ένιωθε πως είχε χάσει όλα τα παλιά του νήματα και δεν είχε καινούρια. Θέλω να θυμηθώ πώς ήμουνα τότε που ήμουνα.
-      Τι απλά που φαίνονται όλα στα λόγια, είπε το πουλί πού ’χε το χάρισμα να μένει ακίνητο κι όμως όλα να τα παρακολουθεί, από τα μέσα. Κάνεις σα να ζητάς μια συνταγή.
-      Θέλω να θυμηθώ τη μέρα που μ’ έφεραν στο μουσείο, έψαχνε το δένδρο. Να δω πώς μ’ έχασε το βλέμμα τους… να δω πού άρχιζα να αλλάζω.
-      Νόμιζα πως ήθελες να φύγεις, απάντησε αλλού, το πουλί.
-      Δεν ήξερα πώς δεν ξέρω τι είμαι, είπε το δένδρο. Να πάω πού; Εδώ, τουλάχιστον, κάποιος μπορεί να θυμηθεί μιαν άκρη.
-      Σωστά. Δεν είναι ο αέρας που λείπει εδώ, παρατήρησε το πουλί κι ένιωσε για πρώτη φορά, πως ο ρόλος του δεν ήταν και τόσο άχαρος. Δεν είναι ούτε ο αέρας, ούτε ο τόπος που λείπει. Είναι το ίδιο επικίνδυνα με έξω. Ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο.

Το δένδρο άκουγε το πουλί σαν παραμιλητό καθώς τώρα χανόταν στη δική του αναζήτηση. Καθώς κατέβαινε αργά και ψάχνοντας προς τις ρίζες του, όλοι οι ήχοι απομακρύνονταν και βάθαινε μονάχα η επιθυμία του, για κάτι άγνωστο ακόμα, που του φαινόταν όμως πως το ξέρει, πως κάποτε άλλοτε είχε από κει διαβεί, κάτι που η γεύση του θάτανε σίγουρα οικεία, μα βρισκόταν κρυμμένο κάτω από πενηνταεννέα στρώματα ύπνου, όπως το μπιζέλι του παραμυθιού. Οι ψίθυροι του πουλιού συνόδευαν ακόμη σαν ψιλή βροχή αυτήν την τρομερή του επιστροφή στον πιο εσωτερικό δαχτύλιο του κορμού του κι ως τις ρίζες. Καθόλου δεν είχε πια καιρό κι ούτε έπρεπε, να κοντοστέκεται για του πουλιού το λόγια, γιατί, μην το ξεχνάμε, το πουλί είχε ξεραθεί. Δεν του απόμενε τίποτα άλλο παρά μονάχα η πεισματάρα μνήμη. Όμως το δένδρο που δεν ήταν δένδρο, το δένδρο πούψαχνε να γίνει άνθρωπος, είχε ακόμα το χυμό να ανεβοκατεβαίνει, είχε το μέσο και την εκλογή, είχε αυτόν τον πόθο, πάνω απ’ όλα, να δει πώς συναντιόνται τα μέσα και τα έξω, πού η εικόνα του είναι και δεν είναι αληθινή, πού ξεκινάει εκείνος ο παλμός, που σπρώχνει το σώμα του να τρέφει μάτια.

Συνημμένα η σύνθεση του Στέφανου Κορκολή το τραγούδι του Δάσους «Ιερό Δέντρο» από την συναυλία «ΜΟΥΣΙΚΑ ΘΡΟΪΣΜΑΤΑ στο Μουσείο  Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας: