Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΜΑΚΡΙΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΤΑ ΑΣΤΡΑ:

Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τη ζώνη του Γαλαξία μας «η γέφυρα του χρόνου» και κατά κάποιον τρόπο δεν είχαν καθόλου άδικο. Επειδή απαιτείται η παρέλευση κάποιου χρόνου, για να φτάσει μέχρις εμάς το φως από τα απόμακρα άστρα και τους γαλαξίες, όταν κοιτάζουμε στο διάστημα, βλέπουμε τις εικόνες των διαφόρων ουράνιων αντικειμένων, όπως ήταν στο παρελθόν και όχι όπως είναι την στιγμή που τα κοιτάμε. Οι αστρονόμοι αποκαλούν το φαινόμενο αυτό «χρόνο παρέλευσης», που σημαίνει ότι όλα όσα βλέπουμε στον ουρανό ανήκουν στο παρελθόν. Το άστρο Αλντεμπαράν στον αστερισμό του Ταύρου, για παράδειγμα, απέχει 68 έτη φωτός από τη Γη μας. Έτσι, όταν φτάσετε στα 68 σας γενέθλια, θα μπορέσετε να δείτε τον Αλντεμπαράν όπως ήταν την ημέρα που γεννηθήκατε. Λίγο πιο δω από τον Αλντεμπαράν βρίσκεται το γιγάντιο άστρο Μπετελγκέζ στον αστερισμό του Ωρίωνα που βρίσκεται 500 έτη φωτός μακριά μας. Το φως που θα φτάσει απόψε στη Γη μας από τον Μπετελγκέζ άρχισε το ταξίδι του αυτό πριν από 500 χρόνια, όταν ο Κολόμβος έκανε το ταξίδι του στην Αμερική. Ο Ρίγκελ είναι 900 έτη φωτός μακριά μας, γι` αυτό απόψε τον βλέπουμε όπως ήταν τον 11ο αιώνα, την εποχή που ο Λιφ Έρικσον ανακάλυπτε την Αμερική… Τώρα σκεφτείτε το εξής: το ανθρώπινο σώμα (ενός ανθρώπου 70 κιλών για παράδειγμα) αποτελείται από 7.000 τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων άτομα. Ψηφιακά ο αριθμός αυτός είναι ίσος με το 7 ακολουθούμενο από 27 μηδενικά. Από τον τεράστιο αυτόν αριθμό ατόμων το 67% είναι υδρογόνο, ένα χημικό στοιχείο που γεννήθηκε (μαζί με το μεγαλύτερο ποσοστό ηλίου) τη στιγμή της γέννησης του Σύμπαντος πριν από 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια. Γεγονός που σημαίνει ότι τα δύο τρίτα των ατόμων που αποτελούν το σώμα καθενός από εμάς έχουν ηλικία 13,8 δισεκατομμυρίων ετών. Ένας μεγάλος αστρονόμος είχε πει κάποτε ότι «ο άνθρωπος είναι το μέσο για το Σύμπαν να γνωρίσει τον εαυτό του», και ίσως αυτό να αποτελεί και τον καλύτερο προσδιορισμό μας γιατί είμαστε πράγματι παιδιά του Σύμπαντος. Γιατί είμαστε όλοι μας αστρόσκονη, και κάποια μέρα θα ξαναγυρίσουμε στα άστρα [Διονύσης Σιμόπουλος - ART by Karin Rosental]

Πριν από μερικές ημέρες ένας φίλος μου έστειλε μια επεξεργασμένη φωτογραφία από το Διαστημικό Τηλεσκόπιο Χαμπλ που κατέγραφε την εικόνα ενός ασυνήθιστου είδους σουπερνόβα έκρηξης στον γαλαξία Μ81 προς την κατεύθυνση του αστερισμού της Μεγάλης Αρκτου και σε απόσταση 11 εκατ. ετών φωτός από τη Γη. Μία έκρηξη σουπερνόβα ανακοινώνει στο Σύμπαν τον θάνατο ενός άστρου που διαλύεται κυριολεκτικά στα «εξ ων συνετέθη», και παρ’ όλο που εκρήξεις σουπερνόβα συμβαίνουν κάπου στο Σύμπαν κάθε δευτερόλεπτο, εντούτοις η μελέτη τους είναι ιδιαίτερα σημαντική στην κατανόηση των διαδικασιών εκείνων που οδηγούν ένα γιγάντιο άστρο στον θάνατο. Η φωτογραφία αυτή αλλά και άλλες παρόμοιες που καταγράφουν τα λείψανα κατεστραμμένων άστρων με έβαλε σε σκέψεις.

Γιατί όσο κι αν σας φανεί παράξενο, είναι πλέον γεγονός ότι το όνειρο της ανθρωπότητας να φτάσει στα άστρα και να τα ψηλαφήσει με τα ίδια του τα χέρια, ή ακόμη και να επιστρέψουμε πίσω στις πρώτες στιγμές της γέννησης του Σύμπαντος, γίνεται καθημερινά πραγματικότητα εδώ πάνω στον δικό μας πλανήτη. Σκεφτείτε το εξής: το ανθρώπινο σώμα (ενός ανθρώπου 70 κιλών για παράδειγμα) αποτελείται από 7.000 τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων άτομα. Ψηφιακά ο αριθμός αυτός είναι ίσος με το 7 ακολουθούμενο από 27 μηδενικά. Από τον τεράστιο αυτόν αριθμό ατόμων το 67% είναι υδρογόνο, ένα χημικό στοιχείο που γεννήθηκε (μαζί με το μεγαλύτερο ποσοστό ηλίου) τη στιγμή της γέννησης του Σύμπαντος πριν από 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια. Γεγονός που σημαίνει ότι τα δύο τρίτα των ατόμων που αποτελούν το σώμα καθενός από εμάς έχουν ηλικία 13,8 δισεκατομμυρίων ετών.


Όλα τα υπόλοιπα 90 χημικά στοιχεία γεννήθηκαν στο εσωτερικό των άστρων, στις θερμοπυρηνικές τους αντιδράσεις και στις επιθανάτιες αστρικές τους εκρήξεις. Οπότε εάν κόψετε κάποιο λουλούδι, ή αν δοκιμάσετε ένα φρούτο, ή αν χαϊδέψετε το πρόσωπό σας, ακουμπάτε κάποιο άστρο. Γιατί όλα αυτά, κι οτιδήποτε άλλο υπάρχει γύρω μας, είναι κομμάτια κάποιου άστρου. Ο Ήλιος μας, η Γη μας και τα πάντα πάνω της δημιουργήθηκαν από αστροϋλικά που εκτοξεύθηκαν πριν από δισεκατομμύρια χρόνια από κάποια καταστρεφόμενη αστρική έκρηξη σουπερνόβα. Όλη η ύλη στα σώματά μας (εκτός φυσικά από το υδρογόνο) φτιάχτηκε στην «κόλαση» τέτοιων αστρικών θανάτων. Είμαστε δηλαδή αστράνθρωποι που δημιουργηθήκαμε από χημικά στοιχεία φτιαγμένα στις θανατηφόρες εκρήξεις υπεργιγάντιων άστρων. Χωρίς τις εκρήξεις των σουπερνόβα δεν θα υπήρχαν πλανήτες και δορυφόροι. Χωρίς τις σουπερνόβα δεν θα υπήρχε η Γη, δεν θα υπήρχαν βράχια και βότσαλα, δεν θα υπήρχαν φυτά και ζώα. Χωρίς τις εκρήξεις των σουπερνόβα, δεν θα υπήρχε ο άνθρωπος.

Αλλά κι εμείς ακόμη, όταν πεθάνουμε, τα χημικά στοιχεία από τα οποία αποτελούνται τα σώματά μας θα διασκορπιστούν παντού γύρω μας ενώ ορισμένα απ’ αυτά θα ενσωματωθούν σε άλλα είδη ζωής. Ήδη καθένας από εμάς αναπνέει καθημερινά αρκετές δεκάδες μόρια που είχαν εισπνεύσει πριν από εμάς ο Σωκράτης, ο Ιππαρχος, ο Νεύτων ή ο Κολοκοτρώνης.
Όπως μας λένε σήμερα οι σύγχρονοι βιολόγοι, το πρώτο ζωντανό κύτταρο στη Γη εμφανίστηκε πριν από περίπου 4 δισ. χρόνια και οι απευθείας απόγονοί του είναι διάσπαρτοι σε ολόκληρο το σώμα μας με τη μορφή των κυττάρων του αίματος που διατρέχουν τις φλέβες και τις αρτηρίες μας. Καθένας από εμάς περιλαμβάνει μέσα του 370 τρισ. κύτταρα εκ των οποίων το 90% ΔΕΝ είναι ανθρώπινα αλλά ξένοι μικροοργανισμοί και βακτήρια. Κι όμως, τα σώματά μας αποτελούν μιαν ολάκερη κοινωνία, και χωρίς όλους αυτούς τους άλλους μικροοργανισμούς δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε ούτε μία στιγμή, ούτε ένα δευτερόλεπτο.

Και κάτι ακόμη. Καθένα από τα ανθρώπινα κύτταρα διαθέτει 400 δισ. μόρια, τα οποία εκτελούν εκατομμύρια διαφορετικές δραστηριότητες ανάμεσα στα τρισεκατομμύρια των ατόμων από τα οποία αποτελούνται. Οι βιολόγοι υπολογίζουν ότι εκτελούνται ένα τρισεκατομμύριο τρισεκατομμυρίων δραστηριότητες κάθε στιγμή που περνάει. Αριθμητικά μιλάμε για έναν αριθμό ο οποίος αποτελείται από τη μονάδα ακολουθούμενη από 24 μηδενικά. Σκεφτείτε το για λίγο! Σ’ ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου το σώμα μας εκτελεί δέκα φορές περισσότερες δραστηριότητες απ’ όσα είναι τ’ άστρα που υπάρχουν στο Σύμπαν. Αισθάνεστε καθόλου το τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο εσωτερικό του σώματός σας; Αισθάνεστε καθόλου το ένα τρισεκατομμύριο, τρισεκατομμυρίων δράσεις που συμβαίνουν ταυτόχρονα κάθε στιγμή που περνάει; Κι όμως, το σώμα σας δραστηριοποιείται τόσο καλά ώστε καθένας από εσάς να μένει απερίσπαστος στην καθημερινότητά του!

Ένας μεγάλος αστρονόμος είχε πει κάποτε ότι «ο άνθρωπος είναι το μέσο για το Σύμπαν να γνωρίσει τον εαυτό του», και ίσως αυτό να αποτελεί και τον καλύτερο προσδιορισμό μας γιατί είμαστε πράγματι παιδιά του Σύμπαντος. Γιατί είμαστε όλοι μας αστρόσκονη, και κάποια μέρα θα ξαναγυρίσουμε στα άστρα.


[ΠΗΓΗ: Διονύσης Σιμόπουλος, επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 11-01-2015 -ART by Karin Rosental]

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΛΕΞΕΩΝ και ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ (συν)ΓΡΑΦΗΣ:

Κάνω πράξεις αριθμητικές μόνο και μόνο να γεννιούνται πάνω στο χαρτί ψηφία κι αναπάντεχοι αριθμοί που το νόημά τους μου διαφεύγει – και μετά κάθομαι κι ονειρεύομαι… Ένα ωραίο πρωί μου ’ρθε η έμπνευση πως, αν ήξερα να γράφω, θα μπορούσα να πω άλλα πράγματα από κείνα που σκεφτόμουνα, κι αμέσως άρχισα την προσπάθεια μ’ ό,τι μου είχε μείνει αποτυπωμένο στη μνήμη, γράμματα, συλλαβές, λέξεις. Μέσα σε πολύ μικρό διάστημα έκανα τεράστιες προόδους, γιατί δεν μου κρατούσανε πια το χέρι αλλά χρησιμοποιούσα το μολύβι για ό,τι μου κατέβαινε, χώνοντας ανθρωπάκια ή ψάρια ανάμεσα στα γράμματα, δένοντας χαρταετούς στην άκρη των λέξεων μ’ ένα μεγάλο σπάγκο όλο ζιγκ-ζαγκ. Περιττόν ειπείν ότι, αν κάποιος τρίτος – και κυρίως οι θειάδες μου – έβλεπε αυτά που έφτιαχνα, θα σήκωνε τους ώμους του, δε θα ’ξερε να με διαβάσει. Η σκέψη αυτή δε μου προκαλούσε αγανάχτηση, αλλά περηφάνια. Σιγά-σιγά άρχισα να πείθομαι ότι ο σκοπός της γραφής δεν ήτανε καθόλου αυτός που πίστευαν οι μεγάλοι (και τον οποίο η ομιλία θα τον κάλυπτε μια χαρά), αλλά το να καταγράφεις ιδέες που προορίζονται για τον εαυτό σου. Να σημειώνεις μυστικά. Τη μέρα που το σκέφτηκα αυτό ταράχτηκα τόσο πολύ, που άρχισα να γράφω κρυφά πάνω σ’ οτιδήποτε, πάνω στο χαρτί, πάνω στους τοίχους, με άγριο πάθος. Μου τραβήξανε τ’ αυτιά, μου ρίξανε χαστούκια, τίποτα εγώ. Κι όταν με ρωτήσανε: «τι είναι τούτες οι φρικτές μουντζούρες που κάνεις παντού και λερώνεις τα τραπεζομάντιλα, τις τουαλέτες, τα ντουλάπια μας;», εγώ συνέχισα τη δουλειά μου με περισσότερο ζήλο. Έπαιζα με τα μυστικά, αυτό κανένας δεν μπορούσε να το καταλάβει. Ήταν ένα παιχνίδι που με ξετρέλαινε – πρώτα-πρώτα γιατί μ’ ανάγκαζε να έχω μυστικά. Ύστερα να τους δίνω μορφή, σα να είχα σύντροφο, ένα φίλο, που μόνο εκείνος θα ήταν σε θέση ν’ αποκρυπτογραφήσει τα γερογλυφικά μου… [Αντέγραψα το κείμενο ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΜΑΘΑ ΝΑ ΓΡΑΦΩ του πολυγραφότατου, πολυτάλαντου και πολύτροπου υπερρεαλιστή Louis Aragon από το περιοδικό Η ΛΕΞΗ. Τη μετάφραση του κειμένου είχε κάνει ο Αντώνης Φωστιέρης, ο οποίος στο εισαγωγικό του σημείωμα υπογράμμιζε: «ο Louis Aragon προσπάθησε να συνδυάσει την παράδοση με το μοντερνισμό, το λυρισμό με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, το παράλογο με την κριτική στάση. Με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Anakin η συνέχεια της γλαφυρής αφήγησης ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΓΡΑΦΩ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤA):





ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΓΡΑΦΩ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ (από το περιοδικό Η ΛΕΞΗ τεύχος 9)
Το ξεκίνημα το δικό μου… Πολύ γρήγορα έμαθα να διαβάζω – σύμφωνα με το απλοϊκό περιεχόμενο που δίνουμε σ’ αυτό το ρήμα. Δηλαδή ν’ αναγνωρίζω τα γράμματα, να τα συνδυάζω, να ξεχωρίζω τις λέξεις, να βγάζω κάποιο νόημα, να καταλαβαίνω τι λέει το γραφτό και να το ανακοινώνω στους άλλους, πράγμα που προκαλούσε έκπληξη και σε μένα τον ίδιο. Όταν όμως μου βάλανε ένα μολύβι στο χέρι και προσπαθήσανε να μου δείξουνε πώς να το κρατάω, πώς να τραβάω γραμμές, κι όλα τα σχετικά, τότε επαναστάτησα.

     Αρνιόμουν να δεχτώ τη σκοπιμότητα αυτών των ασκήσεων, μου ήταν αδύνατο να συμβιβαστώ με την ιδέα πως, επειδή διάβαζα - με δυσκολία ακόμα, είν’ αλήθεια – ό,τι έγραφε κάποιος άλλος κι ένοιωθα περήφανος που μπορούσα να διακρίνω ένα λιοντάρι να βγαίνει από 8 γράμματα, κάτι τέτοιο σήμαινε αυτόματα πως έπρεπε ν’ απαντήσω οπωσδήποτε στο γραφτό με γραφτό, πως έπρεπε να γράψω κι εγώ. Βάλανε τα δυνατά τους να μου εξηγήσουν το γιατί, αλλά εμένα μου φαινότανε παράλογο, τη στιγμή μάλιστα που μπορούσα να μιλήσω, να πω τη λέξη ΛΙΟΝΤΑΡΙ, ακόμα και να μιμηθώ τις κινήσεις, τη βιαιότητα και το μούγκρισμα του λιονταριού, όπως το ’χα δει μια φορά στο ζωολογικό κήπο. Ποιος ο λόγος να το γράψω, αφού το ήξερα ήδη;

     Αυτό ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που βρίσκανε μπροστά τους όσοι θέλανε να με διδάξουνε γραφή. Εμπόδιο σχεδόν αξεπέραστο- τόση ήταν η επιμονή μου. Όλους εκείνους που κάνανε το κουφό σε ό,τι τους έλεγα (πράγματα αυτονόητα για μένα), τους θεωρούσα ηλίθιους. Έκρυβα τα μολύβια μου ή τα πετούσα απ’ το παράθυρο. Στο τέλος παραιτηθήκανε απ’ την προσπάθεια και η μητέρα μου έλεγε πως η κατάσταση είναι τρομερή: ήμουν ένα παιδί που δε θα μάθαινε ποτέ να γράφει! Εγώ δεν έδινα σημασία. Καθόμουν και υπαγόρευα στις δυο θειάδες μου ό,τι μου πέρναγε απ’ το μυαλό, κι έβλεπα πως τα ορνιθοσκαλίσματά τους μπορούσανε να δώσουνε μετά σ’ έναν τρίτο με μεγάλη ακρίβεια όσα είχα πει. Έτσι, η προφορική κουβέντα μου φαινότανε πως αρκούσε.

     Όταν σταματήσανε να με πιέζουν για το γράψιμο, άρχισα να περνάω ατέλειωτες ώρες μοναχός μου, νιώθοντας να με βαραίνει η απόρριψη και η θλίψη των άλλων. Βρήκα την ευκαιρία να σκέφτομαι και να λέω μεγαλόφωνα τις σκέψεις μου, όταν δεν βρισκόταν κανένας γύρω να με ακούσει. Θυμάμαι πόσο θαυμάσια μου φαινότανε η ταύτιση αυτών που ήθελα να πω μ’ εκείνα που έλεγα, πράγμα που μεγάλωνε την περιφρόνησή μου για το γράψιμο. Μιλώντας με τον εαυτό μου συνήθισα να του κάνω ερωτήσεις και να μου δίνει απαντήσεις. Πολλές φορές οι ερωταποκρίσεις μου ήταν παράξενες, κι αυτό μου άρεσε. Γιατί – σας ρωτάω -, ποιος ο λόγος να λέμε αυτά που ξέραμε και πριν να τα πούμε; Έτσι μου ήρθε η ιδέα να εφευρίσκω τις απαντήσεις. Θα ’μουν τότε 6 χρονώ.

     Κατά τον ίδιο τρόπο μου γεννήθηκε ένα είδος περιφρόνησης για τις θειάδες μου, που καταγράφανε με απόλυτη πιστότητα όσα τους έλεγα, αντί να γράφουν άλλα πράγματα – όπως θα ’κανα εγώ στη θέση τους, αν ήξερα δηλαδή να γράφω. Λόγου χάρη, αν τους έλεγα ότι χάθηκε το μικρό άσπρο σάλι της γιαγιάς, αυτές οι ανόητες δε θα περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό τους να γράψουνε το μικρό κόκκινο σάλι ή το μεγάλο πράσινο σάλι. Όχι, αυτές δεν βλέπανε πιο πέρα απ’ την άκρη της γλώσσας μου. Ένα ωραίο πρωί μου ’ρθε η έμπνευση πως, αν ήξερα να γράφω, θα μπορούσα να πω άλλα πράγματα από κείνα που σκεφτόμουνα, κι αμέσως άρχισα την προσπάθεια μ’ ό,τι μου είχε μείνει αποτυπωμένο στη μνήμη, γράμματα, συλλαβές, λέξεις. Μέσα σε πολύ μικρό διάστημα έκανα τεράστιες προόδους, γιατί δεν μου κρατούσανε πια το χέρι αλλά χρησιμοποιούσα το μολύβι για ό,τι μου κατέβαινε, χώνοντας ανθρωπάκια ή ψάρια ανάμεσα στα γράμματα, δένοντας χαρταετούς στην άκρη των λέξεων μ’ ένα μεγάλο σπάγκο όλο ζιγκ-ζαγκ. Περιττόν ειπείν ότι, αν κάποιος τρίτος – και κυρίως οι θειάδες μου – έβλεπε αυτά που έφτιαχνα, θα σήκωνε τους ώμους του, δε θα ’ξερε να με διαβάσει. Η σκέψη αυτή δε μου προκαλούσε αγανάχτηση, αλλά περηφάνια. Σιγά-σιγά άρχισα να πείθομαι ότι ο σκοπός της γραφής δεν ήτανε καθόλου αυτός που πίστευαν οι μεγάλοι (και τον οποίο η ομιλία θα τον κάλυπτε μια χαρά), αλλά το να καταγράφεις ιδέες που προορίζονται για τον εαυτό σου. Να σημειώνεις μυστικά. Τη μέρα που το σκέφτηκα αυτό ταράχτηκα τόσο πολύ, που άρχισα να γράφω κρυφά πάνω σ’ οτιδήποτε, πάνω στο χαρτί, πάνω στους τοίχους, με άγριο πάθος. Μου τραβήξανε τα’ αυτιά, μου ρίξανε χαστούκια, τίποτα εγώ. Κι όταν με ρωτήσανε: «τι είναι τούτες οι φρικτές μουντζούρες που κάνεις παντού και λερώνεις τα τραπεζομάντιλα, τις τουαλέτες, τα ντουλάπια μας;», εγώ συνέχισα τη δουλειά μου με περισσότερο ζήλο. Έπαιζα με τα μυστικά, αυτό κανένας δεν μπορούσε να το καταλάβει. Ήταν ένα παιχνίδι που με ξετρέλαινε – πρώτα-πρώτα γιατί μ’ ανάγκαζε να έχω μυστικά. Ύστερα να τους δίνω μορφή, σα να είχα σύντροφο, ένα φίλο, που μόνο εκείνος θα ήταν σε θέση ν’ αποκρυπτογραφήσει τα γερογλυφικά μου. (Το σωστό είναι, βέβαια, ιερογλυφικά. Αλλά η μητέρα μου έλεγε ιερογλυφικά κι εγώ άκουγα γερογλυφικά, όπως τη λέξη ξενοδοχείο μέχρι 12 χρονώ την έγραφα ξένο δοχείο. Παραγκωνισμένη ποίηση της γλώσσας. «Μονοπάτια» της δημιουργίας των λέξεων). Γι αυτό το φίλο λοιπόν που έγραφα τα μυστικά μου και που μόνο εκείνος θα μπορούσε να μου απαντήσει, έβαλα τα δυνατά μου να μάθω να φτιάχνω καλά σχέδια. Αυτά τα σχέδια τα ’δειχνα στους καθρέπτες, όπου ένας άλλος εαυτός μου έκανε πως τα διάβαζε. Μια μέρα ο θείος μου, που τον αντιπαθούσα για τα μουστάκια του, βούτηξε ένα χαρτί που το ’χα μουντζουρώσει και φώναξε: «Αυτό το παιδί γράφει! Πότε έμαθε;»

     Τώρα, το τι έγραφα, πώς το έγραφα και τι μπορούσε κανείς να καταλάβει απ’ ό,τι έγραφα, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση… Σήμερα όμως που το ξανασκέφτομαι, μου φαίνεται πως πράγματι είχα αρχίσει να γράφω, για να σημειώνω διάφορα «μυστικά» που φοβόμουν μη τα ξεχάσω. Ή μάλλον, όχι τόσο για να τα σημειώνω, όσο για να τα ξετρυπώνω, να προκαλώ μυστικά για γράψιμο. Βέβαια, τότε δε συνειδητοποιούσα τα πράγματα με τον τρόπο που τα λέω τώρα. Αυτό έγινε αργότερα, πολύ αργότερα μάλιστα, αν και νομίζω πως είναι κάτι που είχε αρχίσει να γίνεται μέσα μου από πολύ τρυφερή ηλικία και σήμερα είναι κάτι που το πιστεύω. Πιστεύω ακόμα πως η σκέψη ξεκινάει από κείνο που γράφουμε, όχι αντίστροφα. Αυτό ισχύει τουλάχιστον για τους ανθρώπους του δικού μου τύπου, έστω κι αν υπάρχουν κάποιοι άλλοι που κάνουνε προσθέσεις κι αφαιρέσεις για να δουν τι πρέπει να πληρώσουνε ή τι μπορούνε ν’ απαιτήσουν σαν αντάλλαγμα απ’ τη δουλειά τους. Εγώ, πάντως, κάνω πράξεις αριθμητικές μόνο και μόνο για να βλέπω να γεννιούνται πάνω στο χαρτί ψηφία κι αναπάντεχοι αριθμοί που το νόημά τους μου διαφεύγει – να κάθομαι μετά να ονειρεύομαι.
Μ’ αυτό τον τρόπο γράφω μυθιστορήματα

[LOUIS ARAGON Ποτέ δεν έμαθα να γράφω, περιοδικό Η ΛΕΞΗ τεύχος 8] 

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Μανούσος Φάσσης: Έλληνες πάρτε τ’ άρματα τσακίστε τα καθάρματα (άσχετο αλλά τόσο επίκαιρο πάντα)

Αν είναι να πεθάνουμε για την πατρίδα και να διώξουμε τη ξένη ακρίδα, εν οίδα ότι ουδέν οίδα, ω Άγγλε ευπατρίδα!!!  Κι όμως ο Μανούσος Φάσσης δεν ήταν διόλου τυχαία περίπτωση. Την εποχή που εμείς ασχολούμασταν με τις συλλογές αστέρων και ποδοσφαιριστών και αγοράζαμε μετά μανίας καραμέλες «Σαρλώ- Κατσούρα», την εποχή εκείνη, λοιπόν, ο Μανούσος διάβαζε Νέα Εστία και Μακεδονικές Ημέρες και είχε δει Τα Δημιουργηθέντα Συμφέροντα του Υάκινθου Μπεναβέντε στο Βασιλικό Θέατρο… Φυσικά σε μας δεν έλεγαν και σπουδαία πράγματα όλα αυτά… Πρέπει να ήταν εκεί γύρω στα 1938 που ανακάλυψε την καταπληκτική του ευχέρεια να σκαρώνει στίχους, να πλέκει ταιριαστές ομοιοκαταληξίες και να συναρμολογεί στο άψε-σβήσε ένα ποίημα για τη γραβάτα κάποιου καθηγητή μας, για τη γιορτή της αποταμιεύσεως ή για μια νίκη των τσικό του ΠΑΟΚ… Εκμεταλλευόμενος το τάλαντό του αυτό, έφτασε, ο διάβολος, στο μάθημα των νεοελληνικών να μη γράφει έκθεση αλλά να ξεπετά τρία-τέσσερα τετράστιχα και να τελειώνει σε δέκα λεπτά, εκεί που εμείς ιδροκοπούσαμε μια ώρα… Όλα όμως είχαν ξεκινήσει από μια 25η Μαρτίου, όπου έπρεπε μετά τον καθηγητή που θα μας ταλαιπωρούσε με τον καθιερωμένο δεκάρικο της ημέρας να εκφωνήσει κι ένας μαθητής ένα σύντομο λογύδριο, σύμφωνα με τις πρωτοποριακές αντιλήψεις του σχολείου μας, στο οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, είχε γυμνασιαρχεύσει ένας Αλέξανδρος Δελμούζος… Να πω εγώ ένα ποίημα, προσφέρθηκε ο Μανούσος όταν προέκυψε πρόβλημα επιλογής του ομιλητή… Φυσικά, δεν νομίζω ότι ο αναγνώστης θα έχει την αξίωση να θυμηθώ λέξη προς λέξη, το επίμαχο εκείνο, μακροσκελέστατο άλλωστε, στιχούργημα, αλλά κάποιοι στίχοι επιπολάζουν ακόμη στο τέλμα των χρόνων:
Και μπρος στα τείχη στέκεται
-ξενάκι είναι και βρέχεται –
ο ποιητής ο Βύρων
φλεγματικός και είρων.
-Έλληνες, πάρτε τ’ άρματα
τσακίστε τα καθάρματα.
Και ηγούμενος σαράντα ανδρών
ο ηγούμενος Παλιαών Πατρών
του λέει:
-Αν είναι να πεθάνουμε για την πατρίδα
και να διώξουμε την ξένη ακρίδα
εν οίδα ότι ουδέν οίδα
ω Άγγλε ευπατρίδα!
Και το αποκορύφωμα, που έκανε το Γυμνασιάρχη μας να σηκωθεί από τη θέση του πελιδνός και εκτός εαυτού να κραυγάζει: «Ε!, όχι πλέον και μέχρις εκεί»:
Κι αυτός φωνάζει: «Δέσποτα
παρ’ τα σκυλιά τ’ αδέσποτα»
Αλλά έχω έτοιμο κι άλλο αριστούργημα… Άκου μονάχα τους τελευταίους στίχους για να καταλάβεις:
Και οι κοπελιές οι άπονες
ερωτεύτηκαν τους Ιάπωνες
δεν μπόρεσε να τους δονήσει η
φωνή που βγάζαν οι Ινδονήσιοι!..

[εισαγωγική ενότητα από το δοκιμιακό σχεδίασμα του ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ «Ο Ποιητής Μανούσος Φάσσης, Η ζωή και το έργο του – μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης – εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ 1987 – με ΚΛΙΚ η συνέχεια του σχετικού πονήματος – ART by Sebastian Guerrini]



Ο Μανούσος δεν δίσταζε να λέει τη γνώμη του φανερά, να επαινεί ή να θάβει, αλλά συνηθέστατα απαντούσε με το γνωστό του εύσχημο τρόπο: αντί επιστολής ένα στιχούργημα. Ανθολογώ μόνον ένα δείγμα, σταλμένο στο νεαρό τότε και παραδειγματικά σεμνό ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου, σαν απάντηση στη συλλογή του ΑΙΧΜΕΣ:
Ω Ποιητή και ω Εραστη σε κράζω
ως κράζει η λέαινα τον άγριο σκύμνο.
Στο στίχο το γρανίτινο υψώνω ύμνο,
στην Παναγιά της Λούρδης κεριά τάζω

Λόχμες, αιχμές, αχμάκηδες, χαχόλοι,
σ’ αχαμνά χαχάμηδων χαμψίνια,
αχρείοι χάνοι και χολερικά χαμίνια.
Μες στο χαμάμ των χανούμ χάσκουν οι κώλοι.

Άσε τους κίναιδους και τον πολλά χεσμένο
λαό σου, βάρδε της δόλιας ρωμιοσύνης.
Τσάρε του στίχου, λιοντάρι της Ασίνης,
δωρικό μπουζούκι στο σπέρμα βαφτισμένο.

Όρθια ΑΙΧΜΗ στη μήτρα κάθε δούλου
περνά και βόγκει ο Μέγας Τηλεβόας:
Άρατε πύλας τσόγλανοι! Κράζει ο βόας,
ο κροταλίας, ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ.
Παραθέτω αποσπάσματα κι από το ποίημα ΧΑΙΡΕ Ω ΧΑΙΡΕ που ο Μανούσος έγραψε για τον ποιητή του ΦΡΕΑΤΟΣ με τις ΦΟΡΜΙΓΓΕΣ Δημήτρη Παπαδίτσα, αποδεικτικό της μεγάλης εκτίμησης και του θαυμασμού που έτρεφε ανέκαθεν γι’ αυτόν:
Γεια σου Δημήτρη,
Εσύ της πόρνης ποίησης στίψε το σάπιο χυμό
και σπάσε τα διάφανα κρούσταλα
με το γρανίτη της φωνής σου!
……………………………..
Ακόμη της ίδιας εποχής είναι κι ένα του ποίημα αφιερωμένο σε μένα, που γι’ αυτό βέβαια δεν το κρίνω ανθολογήσιμο, αλλά για ορισμένους λόγους δεν μπορώ να μην μεταφέρω εδώ μερικούς στίχους:
Μανόλαρε, Μανόλαρε
τ’ άγριο σου λάσο αμόλαρε
Αν είσαι εσύ Κρητίκαρος
κι εγώ μικρή πεταλουδίτσα,
αχ τόση δα, αχ τόση δα,
με μαδημένα τα φτερά
από τον Παπαδίτσα,
υπήρξα κάποτε κι εγώ του στίχου Ίκαρος.
Λίγα αποσπάσματα και από την ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΜΕΡΩΝ, που είναι μια ολόκληρη σειρά ελεγείων αφιερωμένων στον ποιητή του ΜΑΞ Τάκη Σινόπουλο και αναδύουν εκ περισσού μιαν αδιαφιλονίκητη εκτίμηση στο έργο και την πολιτεία του τόσο σημαντικού αυτού νεοέλληνα ποιητή:

Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΜΕΡΩΝ (Άσμα πρώτον)
Πώς θα περάσουν πάλι κι άλλα καλοκαίρια
στου Σβίγγου, στο Μαρούσι, στη Ναζλή.
Α, τέτοια ατέρμονη καμπύλη πλέον ας λει-
ψει, μες τη ρουφιανιά και τη μιζέρια.

Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
από τον άγνωστο Μεγάλο Αποστολέα
και τώρα που ’χεις παρακάμψει το Μαλέα
κείτεσαι μες τη λήθη – άχρηστο πράμα

(ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ – ΗΡΩΙΚΗ και ΗΜΙΠΕΝΘΙΜΗ)
Σκαρφάλωσα στο Μύτικα
κι είπα τραγούδια εαμίτικα
(άλλο να γράφεις Canto
κι άλλο να σου λένε: κάν’ το)

Δεν έχει για μας Ύδρα ή Μυκήνες,
δεν σχεδιάζεις πια κεφάτες κρουαζιέρες
(στου δωματίου σου τις κάτω εταζέρες
τα ριμιφόν με τις στρεπτομυκίνες)

Χιλιάδες όνειρα σαν κομφετί λιωμένα.
Ψάχνεις τη στάχτη: φίλε μου τι βρήκαμε;
Μια τακτοποίηση έντιμη στο ΙΚΑ με
χιλιάδες ένσημα στο βιβλιάριο κολλημένα.

(ΠΑΡΟΔΟΣ – ΕΙΣΟΔΟΣ ΨΥΧΑΜΟΙΒΩΝ)
Τουίνγκη – Τουίγκη
σε θέλω δίχως ξύγκι

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Και τώρα που η στερνή ώρα σιμώνει
(το φανάρι του Άλμπορ δεν εφάνη)
θα πεις: εντ γκουντ ολ γκουντ – ή βερυ φάνυ
μ’ αξιοπρέπεια πάντα κρατώντας το τιμόνι

Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΜΕΡΩΝ (Άσμα δεύτερον)
Πάλι στο στίχο και στη λύρα – αδέλφια δίδυμα-
θ’ αφήσω την καρδιά μου να ξεσπάσει:
για τον ποιητή του Πύργου που ’χει χάσει
δέκα κιλά στην κατοχή από πείνης οίδημα.

Αχ, πόσο νέοι, σχεδόν παιδιά, και χρόνια δύστυχα,
στων συνοικιών να σεργιανούμε τα σοκάκια,
να ερωτευόμαστε το Μαρικάκι και την Κάκια
να στέλνουμε στα επαρχιακά τα φύλλα δίστιχα.

Τι Πύργος τάχα και τι Περισσός; Και ποια είναι η Ιθάκη;
«Το ωραίο ταξίδι σ’ έδωσε…». Α, τι ειρωνεία!
Ξέφτια τα νιάτα σου στα βρωμερά τα καφενεία
παρέα με κάποιον Αργυρίου κι έναν Μουζάκη.

ΕΠΙΚΛΗΣΗ
Σινόπουλε, Σινόπουλε
πάμε στην Τρίπολη όπου λε-
λέκια τραγουδούνε στα άγια χώματα
με τον Σαββόπουλο και με την Χωματά

Να φύγω που; Να πάω που; -Γαμώτο!
Δε συνεχίζεται η ζωή με μισό αρχίδι.
Στερνή χαρά: να γίνω υποσημείωση, στου Σαββίδη
κάποια παράδοση, με κάποιο στίχο μου για μότο.

Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΜΕΡΩΝ (Χορικό)
Πόσα χρόνια πέρασα
κι άσπρισα και γέρασα
μέσα στο συνοικισμό
με των λογίων τον εσμό

Γνώρισα και γνώρισα
κι αγάπησα και χώρισα
και μηδενικά κι αξίες
-κίναιδους και αιδοιολειξίες.

Γλέντησα και γάμησα
-μα τώρα φτάνω στα μισά-
κι απ’ την πολλή κατάχρηση
έβγαλα και τη χρυσή.

Ποιητές δε ζήμιωσα.
Πόνεσα απ’ τους γυμνοσα-
λιάγκαρους τους κριτικούς
και του Αργυρίου τα κους-κους

Έπαψα πια να βαυκα-
λίζομαι με Πάουντ και Κάφκα.
Ήρθε ο καιρός του κορεσμού
γυρνάω κι εγώ στις ρίζες μου.

Το ’ριξα πια στον μπεζαχτά
πλακώνουν χρόνια δίσεχτα
ΙΚΑ, ΤΕΒΕ και ΟΓΑ
(κι έκοψα τα βρωμόλογα)

Γεια και χαρά σας φίλοι μου,
σ’ αυτά τα χρόνια του λιμού.
Πάλι από μια ζήση μέτρια
κάλλιο Βακαλό κι Ερέτρια

«Ο άνθρωπος φεύγει, το Έργο μένει». Η αδυσώπητη αυτή αλήθεια, που μέσα σε τέσσερις μόνο λέξεις σμίλεψε η μεγαλοφυΐα του Σαίξπηρ, μου έρχεται αναπόφευκτα στο νου, τώρα που ήρθε η ώρα  να μιλήσω και για το έργο του Μανούσου Φάσση… Μιλώντας γενικά, θα ’λεγα ότι το ποιητικό έργο του Φάσση είναι όχι μόνο έξω από το περιρρέον κλίμα της εποχής μας, αλλά θεληματικά, προκλητικά θα ’λεγα, το σνομπάρει όταν δεν το χλευάζει ή δεν το λοιδωρεί.

Για μένα η Ποίηση είναι η Κορυφαία Εκδήλωση της Ανθρώπινης Πραγματικότητας. Είναι το θείο δώρο, το προορισμένο από την ανθρώπινη φύση για εκλεκτούς και σπάνιους εκπροσώπους του είδους Άνθρωπος, που με τη σειρά τους προορίζονται να παρηγορήσουν την Ανθρωπότητα, να γίνουν οι ταγοί της, οι σεισμογράφοι των καιρών τους… Τι έχει άραγε υποπτευθεί απ’ όλα αυτά ο Μανούσος Φάσσης; Τι έχει διδαχθεί; Τι έχει αφομοιώσει; Θα ’λεγα, με το χέρι στην καρδιά: τίποτε απολύτως…

Σαν παράδειγμα προς αποφυγήν θα παραθέσω εδώ μια τριλογία με το γενικό τίτλο ΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ – ένα σουξέ της εποχής, που βόλεψε συναισθηματικά το μεγαλύτερο μέρος της τάξης μας και εμένα ειδικότερα με βοήθησε αποφασιστικά στην ερωτική μου πρόσβαση προς μια πανέμορφη εβραιοπούλα:

Το ρομαντικό τρίπτυχο –Ι-
Θα ’ρθει μια μέρα που θα κλαις δίχως να ξέρεις το γιατί
Δίχως να θες θα σε καλεί πίσω του χρόνου η τύψη
Κι ίσως μου γράφεις κάποτε για τη φιλία μας αυτή
Και για το πόσο την πικρή καρδιά μου είχεις θλίψει.

Θα μου θυμίσεις τις καλές μέρες που ζήσαμε μαζί
Τα λόγια που δεν είπαμε κι ας χτύπαγε η καρδιά μας
Και μες στην κρύα σου κάμαρα το είναι σου όλο θ’ αναζεί
Το σούρπο που χωρίσαμε και τη στερνή ματιά μας.

Κι εγώ, που τόσο απέραντα σ’ αγάπησα κι αθώα πολύ
Δίχως ποτέ, γυναίκα ωραία, τίποτα να ζητήσω
Θα προσπεράσω αθόρυβα κι ας η καρδιά μας αναπολεί
Όσα περάσαν κι έσβησαν στο θρο του χρόνου πίσω.
–ΙΙ-
Μια μέρα θα φύγω μακριά σου και τίποτε πια δεν θα μείνει
Μονάχα η βουβή νοσταλγία πως κάποτε σ’ είχα αγαπήσει.
Η μνήμη των χρόνων εκείνων που αστόχαστα τόσο πέρασαν
Όλα θα σβήσουνε μόνα τους σαν να μην τα είχαμε ζήσει.

Έτσι περνούνε κι οι μέρες, τα χρόνια περνούνε και φεύγουν
Θα ’ρθουνε κι άλλα φθινόπωρα κι άλλοι χειμώνες θα ’ρθουνε.
-Γιατί να πιστέψεις μια λέξη σε κάποιο μεθύσι μια νύχτα
Το ξέρεις τα λόγια τα μάταια πόσο φριχτά ξεγελούνε.

Όμως εγώ πια θα φύγω, ντυμένος μια θλίψη καινούργια
-Τα χείλη σου απόψε, τ’ αφίλητα, τα ’χω βαθιά μου ποθήσει….
–ΙΙΙ-
Έτσι μχωρίσαμεν απλά κι ανώδυνα ένα βράδυ
Δυο σιωπηλοί, ρεμβαστικοί κι αμέριμνοι εραστές.
Τα φύλλα πέφτανε χλωμά στου Νοέμβρη το σκοτάδι
Κι ήτανε ευγενική η στιγμή κι ήρεμη όσο ποτές

Της έπιασα τα χέρια αβρά, την κοίταα στα μάτια
Ένα παράπονο πικρό στα χείλη είχε ανεβεί.
Δυο λόγια ίσως να τραύλισα για ζήλιες για γινάτια
Μα είχε κι αυτή ως τα μέσα της πολύ συγκινηθεί.

Έριξε με μια κίνηση τα ωραία μαλλιά της πίσω
Κι εγώ τους ώμους σήκωσα μ’ αδιαφορία τρελή
Κι έναν σκοπό εσφύριξα δίχως πια να γυρίσω.
Ίσως κι αυτή δεν έστρεψε κι ας το ’θελε πολύ.

Ήταν καιρός, αληθινά, τα πάντα να τελειώναν
Κι ας ξέραμε πως τώρα πια μέναμε μοναχοί
Και μας προσμένει η σκοτεινιά, το ρίγος του χειμώνα
Κι ο δρόμος με τη σιγανή νοεμβριανή βροχή.
……………………………..
(Θε μου, τι φάρσα πάμφθηνη! Πόση φιλολογία!
Να, λίγοι στίχοι γύρναγαν στο νου μου περιττοί.
Ποιος ξέρει; Ίσως αρέσουνε σε καμιά αβρή κυρία
Μα, τούτο το τετράστιχο, βέβαια, ας μη διαβαστεί)
Κι ενώ όλοι σχεδόν οι ποιητές της εποχής του, αργά ή γρήγορα επιδόθηκαν στον ελεύθερο ή νεωτερικό στίχο, ο Μανούσος συνέχισε ως το τέλος της ζωής του να λιμνάζει στα τελματώδη νερά της ομοιοκαταληξίας και της έρρυθμης εκφορά του ποιητικού λόγου. Ιδού, εν κατακλείδι, ένα τελευταία δείγμα:

ΜΙΜΗΣΗ
Στο κάτω- κάτω της γραφής και μες τα δάκρυα να ταφείς
δε θα μπορείς τόσο βαθιά τη Μοίρα σου να θάψεις.
Κι ούτε και πρέπει ν’ απορείς –ξεκίνησες πολύ νωρίς-
κι όλα τώρα πιο δύσκολα, όσο πολύ κι αν κλαψεις.

Στο κάτω-κατω της γραφής, είναι κι αστείο να κλαίει κανείς
για ένα χαμένο του όνεειρο, για μιας ελπίδας ράκη
εκτός αν θες τόσο πολύ, ο πόνος σου ν’ αναπολεί
-με μια μικρή δόση χαράς- ίσως τον Καρυωτάκη


 [ΠΗΓΗ: από το δοκιμιακό σχεδίασμα του ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ «Ο Ποιητής Μανούσος Φάσσης, Η ζωή και το έργο του – μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης – εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ 1987]

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΑ ΙΔΙΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (κι άλλες ιστορίες από τη Μέση και Κάτω, γιατί καμιά φορά η τρέλα μπαίνει στα δωμάτια ξαφνικά):

Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα;


Ερωτηματικά εισπνέοντας, θαυμαστικά εκπνέοντας, ψάχνω τη στιγμή. Διάβαζα χθες την ιστορία του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ, του φτωχότερου ανάμεσα στους φτωχούς, που όλο του το βιος ήταν ένα κομμάτι μολύβι. Ο γείτονάς του ο ψαράς το χρειαζότανε για βαρίδι στα δίχτυα του, κι όταν του το έδωσε πρόθυμα, εκείνος του υποσχέθηκε την πρώτη ψαριά από το μεγάλο ποτάμι. Μα όταν έριξε τα δίχτυα, έβγαλε ένα μοναδικό ψάρι, ως έναν πήχη μακρύ και μία πιθαμή χοντρό. Τι κι αν τα έριξε πάλι και πάλι και γέμιζαν μέχρι να σπάσουν, στον Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ αναλογούσε εκείνο το πρώτο ψάρι. Το πήρε ευλογώντας τον Θεό και το έδωσε στη γυναίκα του, που κι αυτή απόρησε βλέποντας μόνον ένα και τέτοιο ψάρι. Καθώς το έξυνε όμως στην κουζίνα, βγήκε μέσα από την κοιλιά του ένα πετράδι τόσο μεγάλο και λαμπερό που εκείνη τη νύχτα φώτισε ολόκληρη την κάμαρα. Σε ποια νερά μαύρα και κρύα κολυμπάει το ψάρι μου; Η μήπως είναι πράσινα και διάφανα και στον πάτο μού κρύβεται κάποιας λίμνης; Τρέχει και κρύβεται ανάμεσα σε κοφτερά βράχια, τρέχει και τρέμει γιατί είμαι η μοίρα του. Γι' αυτό όλοι του οι δρόμοι οδηγούν σε μένα. Ακόμα και μέσα σε μια λακούβα με νερό της βροχής έχω διακρίνει την ουρά του. Δεν έχω ούτε αγκίστρι ούτε μαχαίρι, αλλά κι αν μπορούσα να το αρπάξω με γυμνά χέρια, μόλις το ένιωθα να σπαρταράει, θα το πετούσα πίσω στο νερό. Ούτε πάνω σε πέτρες μπορώ να το χτυπήσω, είναι μυστήριο που δεν μπορώ να το λιώσω με τα χέρια μου και να κάνω την αγωνία του διαμάντι, και να κάνω την ασφυξία του αεράκι που να φυσάει μέσα από τις αράδες, φέρνοντας τις λέξεις πίσω μπρος για να διηγηθούν, έτσι μόνες τους, την ιστορία μου. Την ιστορία κάποιου που δε θέλει, που δεν μπορεί να σκοτώσει με τα χέρια του κι όμως σκοτώνει συνεχώς με τη σκέψη του την ίδια πάντα γυναίκα. 
[Μαρία Μήτσορα, από τη συλλογή διηγημάτων ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΩ, εκδόσεις Πατάκη 2014]

Oι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια.
Βλέπει ένα όνειρο. Μια μαύρη μεταλλική γέφυρα ενώνει τις δύο όχθες ενός ποταμού, κάνοντας στον αέρα μία παράξενη στροφή. Εκεί ψηλά στέκεται μαζί με την αγαπημένη του, που τώρα είναι γοργόνα, κοιτάζουν κι απορούνε με τόσα χασάπικα παραταγμένα στην κοντινή τους όχθη. Οι μεγάλες επιγραφές τους διαλαλούν κάθε είδος κρέατος: τίγρης, ελαφιού, λιονταριού, φιδιού, αντιλόπης. Αυτοκίνητα σταματούν κι ανθρώπινες φιγούρες γεμίζουν βιαστικά τα πορτ μπαγκάζ, ενώ άλλα αυτοκίνητα πίσω τους κορνάρουν με ανυπομονησία. Κι όλα τα φώτα, μεγάλα και μικρά, είναι ένα πένθιμο μωβ. Εκείνος νιώθει βαθιά απελπισμένος, σκύβει από πάνω της κι η αφή του τρέχει πριν από τα χέρια του να την αγκαλιάσει, κι η όσφρηση πριν από τη μύτη του χώνεται μέσα στα μακριά της μαλλιά. Όμως τίποτα επάνω της δεν του είναι γνώριμο, ακόμα κι η γεύση του λαιμού της είναι σαν καρβουνιασμένη κι η όσφρηση τού μιλάει και τού λέει – ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει. Η αφή του τη μισεί, κάνει τα χέρια του να τη χτυπάνε αλύπητα. Τη βλέπει με το σαγόνι χαλαρό, με το λακκάκι που τον τρελαίνει, γεμάτο με μια βουλίτσα αίμα. Τη σηκώνει και δεν ξέρει πώς να την ξεφορτωθεί. Κάποιο από τα χασάπικα, σκέφτεται, θα την πάρει γι' ανθρώπινο κρέας από τη μέση κι επάνω. Κατεβαίνει τα σκαλιά της γέφυρας κουβαλώντας τη στα μπράτσα του, και σε κάθε σκαλί το βάρος της γίνεται και πιο ελαφρύ, κι ό,τι άδειο έχει μείνει πια από εκείνη γίνεται και πιο πολύτιμο.
Χτυπάνε όλα μαζί τα κουδούνια της κόλασης. Εγκαταλείποντας την άψυχη γοργόνα στα σκαλοπάτια του ύπνου, ξεσκεπάζει το κεφάλι του. Από το παράθυρο βλέπει ότι η νύχτα είναι ακόμα βαθιά. Συνεχίζει να χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας. Η Βίκυ στέκεται και τρεμοσβήνει στο χαμηλό φως του διαδρόμου... Αμήχανοι κι οι δύο, όρθιοι στην κουζίνα, εκείνος φτιάχνει καφέ. «Με χτύπησε» ψελλίζει η Βίκυ κι είναι σίγουρος ότι παράκουσε –τώρα θα του πει 'με χτύπησες αλλά δεν με σκότωσες, γι' αυτό ήρθα' –, όμως οι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια. Η Βίκυ, που στηρίζεται στο τραπέζι της κουζίνας, με τα μάτια καρφωμένα στο ράφι με τα μπαχαρικά, λέει τώρα πιο δυνατά και καθαρά «ψιθύριζα τ' όνομά σου στον ύπνο μου, του τα είπα όλα και με χτύπησε». Τώρα καταλαβαίνει. Ενάμιση χρόνο τη μισούσε επειδή δεν άφηνε τον άντρα της, κι ήρθε επιτέλους στο σπίτι του για να ζήσουν μαζί. Ακόμα ζαλισμένος, διπλοκλειδώνει το ημιτελές μυθιστόρημά του στο συρτάρι του γραφείου.
Τις επόμενες δέκα μέρες η Βίκυ φοράει τα ρούχα του, καθαρίζει και μαγειρεύει ψάρι. Μέσα από το σκοτεινό συρτάρι, το μυθιστόρημα κρυφά διαμαρτύρεται. Στην κρεβατοκάμαρα όμως, ελπίζει ακόμα να βρει βαθιά μέσα στην κοιλιά της το πετράδι του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ. Κι έπειτα, την ενδέκατη μέρα, γυρίζοντας αργά στο σπίτι από τη δουλειά, «Έκπληξη!» του λέει ανοίγοντας την πόρτα. Φοράει ένα μαύρο κολλητό φουστάνι και γύρω από τον λαιμό της έχει τυλίξει μια πορτοκαλιά εσάρπα. Στο καθιστικό, τα ρούχα, τα παπούτσια της είναι πεταμένα παντού. «Να βγούμε έξω να το γιορτάσουμε! Ήξερα ότι σήμερα αυτός θα έλειπε από την Αθήνα, μπήκα στο σπίτι και πήρα τα πράγματά μου». Η έκπληξη βρίσκεται αλλού – πλάι στο γραφείο του, έχει εγκαταστήσει ένα ενυδρείο φωτισμένο, στο διάφανο πράσινο νερό κολυμπάει ένα μεγάλο μαύρο ψάρι με πορτοκαλιά χαίτη. «Απορώ που το τάιζε, που το βρήκα ζωντανό» λέει η Βίκυ, «το προηγούμενο, σε μία έκρηξη ζήλιας, το είχε δολοφονήσει με βραστό νερό... μερικές φορές το μέλλον τρέχει καταπάνω μας, πριν να σε γνωρίσω το είχα ήδη βαφτίσει κρυφά με τ' όνομά σου». Υπνωτισμένος κοιτάζει το συνονόματο ψάρι να ξεπροβάλλει ανάμεσα από δύο κοφτερά βράχια. Ανοιγοκλείνοντας το στόμα, με ακατάληπτες φυσαλίδες, ποια τέλεια φράση του υπαγορεύει; Η φωνή της Βίκυς σηκώνει κύματα που θολώνουν το παρόν, ρωτάει, ξαναρωτάει ποια παπούτσια να φορέσει, βιάζεται να πάνε για χορό. Το ψάρι υποχωρεί στα φύκια για να κρυφτεί. Η τυφλή θεά τον κορόιδεψε, δεν θα τελειώσει το μυθιστόρημα ποτέ.

Καμιά φορά η τρέλα μπαίνει στα δωμάτια ξαφνικά

[Ιστορίες από τη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Μήτσορα, ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΩ, εκδόσεις Πατάκη 2014: 15 διηγήματα γυαλιστερά (ακόμα κι αν είναι σκοτεινή η λάμψη τους). Οι πρωταγωνίστριες κι οι πρωταγωνιστές πάντα στο σταυροδρόμι του Τυχαίου με το Προδιαγεγραμμένο, καμιά φορά τραβάνε την ουρά του Κέρβερου. Παίζουν με τη ζωή παίζοντας τη ζωή τους. Στο τέλος θα σπάσουν τα δεσμά των φράσεων και θα τρέξουν να κρυφτούν πάλι μέσα στους καθρέφτες]

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

ΓΙΝΗΚΕ ΚΑΨΑ ΓΙΝΗΚΕ ΔΙΨΑ ΚΑΙ ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑ ΚΑΙ ΠΕΘΥΜΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ (κι έτσι ξεκίνησαν όλα)

  ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Μη με πιστεύετε!..  Ήταν Ιούλιος που πήγα στα πράσινα νερά· ίσαμε τότε τα έβλεπα από μακριά κι όλο έλεγα, να πάω, να πάω στα πράσινα νερά – μα δεν πήγαινα. Ώσπου κάποτε ήρθε ένα χάραμα που ξεκίνησα. Μη με πιστεύετε… Μπήκα γυμνός στη θάλασσα κι άρχισα να πηγαίνω· και μέσα μου μια αγωνία με κεντούσε, πως τα πράσινα νερά θα βγούνε ένα ακόμη ψέμα, μια φενάκη κοντά στις άλλες. Και μαζί με τούτη την αγωνία με γέμιζε και μια βουβή λαχτάρα, ότι στο τέλος θα συναντιόμασταν. Μη με πιστεύετε… Κολύμπαγα για ώρες, πόσες δεν ξέρω. Κι όλο και περισσότερο κυριευόμουν από αυτό που ήθελα – κι όλο θάμπωνε ο γύρω μου κόσμος. Τα πράσινα νερά, τα πράσινα νερά – αυτό είχα στο νου μου μονάχα… Κάποτε γίναν ήσυχα τα νερά – σαν λάδι. Έβαλα τα μάτια μου πάνω στην ακμή τους – η μισή κόρη ήταν στο νερό κι η μισή έξω από αυτό. Κι έβλεπα αυτή την ανύπαρκτη γραμμή, τόσο που μπήκα μέσα της… Μη με πιστεύετε… Μπορεί να ήταν ύπνος, μπορεί θάνατος, μπορεί το τίποτε – δεν ξέρω. Μονάχα ένιωσα μια τρομερή επιθυμία – που θέριευε όλο και περισσότερο. Και προσπάθησα να φωνάξω, να βογκήξω, να σπαρταρίξω. Μα δεν μπορούσα… Μη με πιστεύετε. Μη με πιστεύετε. Μη με πιστεύετε… Κι έξαφνα κατάλαβα πως είχα τόσο πυρώσει, που θα έσβηνα. Κι είδα τον εαυτό μου να σβήνει, όπως σβήνουνε τα αστέρια μέσα στη νύχτα.  Κι άνοιξα τότε τα μάτια μου: ήμουνα στα πράσινα νερά. Κι ακόμη: δεν ήμουν μόνος…  Κολυμπούσε μπροστά μου – τα μαλλιά της άπλωναν μέσα στο νερό. Ήτανε πράσινα τα μάτια της – σαν το νερό. Κι άκουγα τα πάντα – ακόμη και το βλέμμα της πάνω μου. Υπήρχα, λοιπόν. Έκανα να πάω προς το μέρος της – κάποτε βγήκαμε σε μια ξέρα. Ήμασταν ο ένας απέναντι στον άλλον.  Έξαφνα κοίταξα γύρω μου τα νερά – είχαν γεμίσει σπασμένα ρόδια με μπλε σπόρια. Και στο κέντρο κάθε ροδιού χτυπούσε μια ανθρώπινη καρδιά. Ο κόσμος ήταν ανάποδος πια – το ίδιο και ο χρόνος. Γύρισα τότε προς την κοπέλα και της είπα: Εσύ είσαι το τέλος… (Έχει μικρό δέλτα και ξελέει την αλήθεια). Αχ, μαζί σου να ζήσω την παλιά ιστορία με τα μελένια λεμόνια. Γέλασε τότε η γυμνόστηθη κόρη – γύρω της ταράχτηκαν τα πράσινα νερά.  Κι έπιασε κατόπιν τα βυζιά της και μου είπε: άσε στην άκρη τα λόγια –τούτα εδώ είναι τα μελένια λεμόνια!.. Τούτα εδώ είναι τα μελένια λεμόνια…  Μη με πιστεύετε [αποσπάσματα από ΤΑ ΜΕΛΕΝΙΑ ΛΕΜΟΝΙΑ…    του Θανάση Τριαρίδη]




ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: Η ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΗ – ΜΙΑ ΑΝΑΓΚΗ 1. Η Αιματοβαμμένη 
         Γράφω για την Αιματοβαμμένη δίχως να ξέρω τι πράττω, κι αν υπηρετώ την αγάπη· νιώθω όμως πως έχουν περισσέψει τα ψέματα – το χειρότερο, έχουν περισσέψει οι φωτιές που ανάβουνε στο όνομα της αγάπης. Και καθώς έτυχε να φτάσει στα αφτιά μου μαρτυρία που κρατάει από εκείνους που περπάτησαν μαζί με τον Ραββουνί, την εξομολογούμαι προτού θαφτώ κι εγώ στη στάχτη των ψεμάτων. Γιατί γι' αυτήν την Αιματοβαμμένη γεννήθηκε ο Ιησούς και όχι για όσα είπανε. Και τέλειωσε μαζί της – μαζί με τη Γεθσημανή, η οποία δεν ήτανε κήπος μα ζωντανό πλάσμα που δώριζε τρόμο κι ελευθερία. Και το όνομά της, δεν σήμαινε, βέβαια, τον τόπο που βγάζουν το λάδι από τις ελιές, μα εκείνην που κάνει τις ελιές να ματώσουν
κι έπειτα πίνει το αίμα και τρέφεται από αυτό.
         Για τη Γεθσημανή έγραφαν από αιώνες τα μυστικά βιβλία των προφητών –αυτά που τώρα έχουν εξαφανιστεί. Είχε κεφάλι και στήθη γυναίκας, σώμα και πόδια λέαινας και κατακόκκινα φτερά αετού. Είχε γεννηθεί από το αίμα δύο δίδυμων αδελφιών, αγοριού και κοριτσιού, που είχαν ερωτευτεί αναμεταξύ τους. Όταν το κατάλαβε ο πατέρας τους, τους αποκεφάλισε την ώρα του ύπνου με τον πέλεκυ, για να αποτρέψει την αδελφομιξία. Όμως το αίμα του κοριτσιού έκανε ρυάκι ως το δωμάτιο του αγοριού και ενώθηκε με το δικό του.  Μια σταγόνα από αυτό το σμιγμένο αίμα την πήρε λευκός αετός με τη φτερούγα του και την έσταξε στη γαστέρα μιας λέαινας. Ήταν μια λέαινα που δεν τη ζευγάρωναν τα λιοντάρια καθώς ήταν τόσο άγρια που τους ξερίζωνε την καρδιά. Κι από την κοιλιά της λέαινας γεννήθηκε εκείνη η Γεθσημανή, που ήταν γυναίκα και τέρας και φάντασμα και απέθαντο στοιχειό του κόσμου.
         Η Γεθσημανή μεγάλωσε μαζί με τα λιοντάρια – γρήγορα όμως το ένιωσε πως ήταν πλάσμα διαφορετικό. Κάποτε αποφάσισε να φύγει με τον άνεμο για να βρει τη λαχτάρα της· άρχισε να πετά με τα κατακόκκινα φτερά της πάνω από τα βουνά, τα δάση και τους κάμπους. Σε μια χαράδρα άκουσε μια θεσπέσια μουσική– ήτανε ένας βοσκός που έπαιζε φλογέρα πλάι σε έναν ποταμό. Κατέβηκε ερεθισμένη και τον ζύγωσε· στη θωριά της η φλογέρα μουγγάθηκε – ο βοσκός μαγεύτηκε τόσο από την ομορφιά εκείνου του πλάσματος που δεν μπορούσε να φυσήξει τον αέρα από τα πνευμόνια του. Της μίλησε με μάτια θολά παλεύοντας να βρει τα λόγια του: «Κόρη, που υπάρχεις μονάχα στα όνειρα, αγκάλιασέ με». Τότε θέριεψε η λαχτάρα μέσα στη Γεθσημανή και όρμησε και τον αγκάλιασε. Με ένα φιλί στο στήθος του του κατασπάραξε την καρδιά. Και με το τρομερό αγκάλιασμά της τον έκανε χίλια κομμάτια. Γέμισε ο ποταμός με αίματα.
         Ήτανε η αρχή· από τότε η Γεθσημανή άρχισε να γυρίζει τον κόσμο και να σμίγει με τους ανθρώπους. Κι ήτανε τόσο έξαλλο το αγκάλιασμά της που έτρωγε την καρδιά τους και τους διαμέλιζε, σκορπώντας τα κομμάτια τους πέρα-δώθε. Κι ήτανε τόσο όμορφη και τόσο ποθητή, που όποιος την έβλεπε, μόλο που ήξερε τι τον περίμενε, ξεχνούσε τα πάντα και γύρευε να αγκαλιαστεί μαζί της. Κι αυτή πετούσε στους τόπους και στους αιώνες με τα τρομερά φτερά της – και την υπηρετούσαν τρεις τυφλοί, οι μόνοι που δεν μπορούσαν να δουν την ομορφιά της και να θελήσουν το χαμό τους.  Είχε γίνει ο τρόμος μα και η κρυφή ελπίδα των ανθρώπων: το αντάμωμα μαζί της ήτανε μαζί κατάρα και ευχή.  Άντρες και γυναίκες τρέμανε πως θα δούνε την Αιματοβαμμένη – όμως όταν τη βλέπανe ελευθερώνονταν από τον φόβο. Κι έτσι την ξέρανε στα πέρατα του κόσμου. Στην Ελλάδα την ονόμασαν Σφίγγα· μα και εκεί οι ποιητές έγραψαν τα πράγματα διαφορετικά από ό,τι γίνανε – για να κρατούνε σκλάβους τους ανθρώπους.
         Κάποτε ο Θεός έστειλε τον πρώτο του άγγελο, τον Εωσφόρο, να σκοτώσει την Γεθσημανή, που μάγευε τους ανθρώπους και τους έκανε να ξεχνούνε τον Κύριό τους – να της κόψει το κεφάλι με τη σπάθα του. Κι αυτός, αόρατος και ταχύτερος από τις ηλιαχτίδες, ξεκίνησε να εκτελέσει την εντολή του. Μα μόλις είδε την αιματοβαμμένη Γεθσημανή, έχασε τον νου του από την ομορφιά της. Αντί να της κόψει το κεφάλι, πέταξε τη σπάθα του στο κέντρο της θαλάσσης και όρμησε να αγκαλιαστεί μαζί της. Μα, άγγελος καθώς ήταν, δεν είχε καρδιά και σώμα να του σπαράξει το τέρας. Κι έτσι, μην έχοντας άλλη διέξοδο, ζήτησε από τον Θεό να του δώσει σάρκα, για να αγκαλιαστεί μαζί της – κι ας πέθαινε. Μα ο Θεός, έξαλλος από την ανυπακοή του, του το αρνήθηκε. Και τότε εκείνος, ο πρώτος άγγελος, κήρυξε ανυπακοή στον Κύριό του· γύρεψε το πιο βαθύ και πιο μαύρο πηγάδι του κόσμου και χώθηκε για πάντα εκεί, για να μείνει μονάχος με την ανεκπλήρωτη λαχτάρα του. Αυτή ήταν η αληθινή αιτία που έφυγε ο Εωσφόρος από τον Θεό κι όχι τα άλλα που λέγονται.
         Από τούτο το γεγονός φαίνεται πως γεννήθηκε και η παμπάλαια προφητεία: πως ο Θεός θα γίνει απόλυτος κυρίαρχος του σύμπαντος κόσμου, μονάχα όταν αφανιστεί η Γεθσημανή. Και πολλοί ανακήρυξαν τους εαυτούς τους στρατιώτες του Θεού και βάλθηκαν να σκοτώσουν τη Γεθσημανή. Και φορούσαν πανοπλίες και δέναν τα μάτια τους για να μη λωλαθούν από την ομορφιά της, και ξαμολιούνταν στις φοβερές νύχτες και τις ακατονόμαστες σκοτεινιές, για να τη βρουν απέναντί τους και να τη ρημάξουν με τα σιδερένια όπλα τους. Μα όταν την έβρισκαν και στέκονταν μπροστά της, οι άνεμοι σφύριζαν και τα σίδερα έλιωναν και τα τόξα τους έσπαζαν και λυνόταν το πανί από τα μάτια τους. Και οι άνθρωποι απομέναν γυμνοί και αγκαλιάζονταν με την Αιματοβαμμένη.
         Τότε φάνηκαν καινούργιες προφητείες: πως ήταν κοντά η βασιλεία του Θεού – άρα ήταν κοντά και ο αφανισμός του τέρατος. Και πως, για να πεθάνει το τέρας, έπρεπε να της αρνηθεί θνητός το σμίξιμο μαζί της. Τότε, έλεγε η προφητεία, μην έχοντας άλλον να κομματιάσει, θα κομμάτιαζε τον ίδιο της τον εαυτό. Κι έτσι θα τέλειωνε, θα αφανιζόταν από το πρόσωπο της γης. Αυτό έλεγαν οι παλιές προφητείες, άρα αυτό ήταν το σχέδιο του Θεού για εκείνον που θα χαλούσε την Αιματοβαμμένη.
         Για να τον γεννήσει διαλέχτηκε η γυναίκα ενός μαραγκού – μια ονειροπαρμένη παιδούλα· ένας άγγελος γεμάτος φοβερό φως τη διέταξε να μυρίσει τον λευκό κρίνο με το σπέρμα του Θεού. Κι έπειτα γεννήθηκε ο γιος του: εκείνος που ήταν και Θεός και άνθρωπος. Και που γινόταν να έχει σάρκα και να μην έχει. Αυτός, λοιπόν, θα γινόταν ο Ραββουνί και θα γιάτρευε τους τυφλούς και θα παρηγορούσε τους απελπισμένους. Και νομίζοντάς τον για δικό της, η Γεθσημανή θα ζητούσε να σμίξουνε. Μα την κρίσιμη ώρα, εκείνος θα γινόταν ασώματος, μια άδεια σκιά, και θα την άφηνε να κομματιαστεί. Κι έτσι θα την αφάνιζε. Αυτό ήτανε το θεϊκό σχέδιο – για αυτό γεννήθηκε ο γιος της Μαρίας.
         Ό,τι διαβάζετε, λοιπόν, για εκείνον τον Ραββουνί και για το τέλος του να ξέρετε πως γράφτηκε για να κουκουλώσει την αλήθεια. Με ψέματα ντύνουν την λεμονιά κυπαρίσσι και κόβουν τα μελένια λεμόνια και τα σφάζουνε και τα βάζουν στη φωτιά. Και λένε ότι εκείνος δίδασκε πως όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου, ενώ στην πραγματικότητα εκείνος γύρευε να σμίξει μαζί με αυτούς που δεν ήταν μαζί του. Κι αν κάποιος γράψει άλλα από αυτά που αποφάσισαν, τον σκοτώνουν και εξαφανίζουν το γραπτό του – κι αν δεν μπορούν να το εξαφανίσουν, κόβουν όσα δεν επιτρέπουν. Και χουγιάζουν τους ανθρώπους με τελικές κρίσεις και διαβόλους και πύρινες λίμνες, για να τους έχουν σκλάβους τους και να τους κάνουν μαστιγωτές. Και αποκαλούν τέρας ό,τι δεν υπακούει στις εντολές και τις οδηγίες τους. Και τρέμουν των ανθρώπων το παράφορο αίμα. Και τρέμουν άμα κάποιος αναρωτιέται για το τι συνέβη και πώς.
         Γιατί ο Ραββουνί συναντήθηκε με την Αιματοβαμμένη, και τα πράγματα δεν έγιναν όπως ήταν το σχέδιο του Θεού, μα αλλιώτικα…

ΒΙΒΛΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
         Ήταν ένα βράδυ που έσκασαν τα λευκά τριαντάφυλλα κι είδα στην καρδιά  τους το αίμα του Θεού. Το περίμενα να είναι θαμπό χρυσό, παχύρρευστο σαν τον υδράργυρο – όμως όχι. Ήτανε μοβ και κάπως διάφανο, μύριζε θεσπέσια –όπως στις παλιές ιστορίες. Κι άρχισα να τρέχω ανάμεσα στα σκασμένα ρόδα, θαρρώντας πως είχε έρθει η ώρα να ενωθώ με τον Θεό.
         Κι από τα σκασμένα τριαντάφυλλα άρχισε να αναβλύζει το μοβ αίμα – να γίνεται άγριος ασταμάτητος ποταμός. Και, δίχως να καταλάβω το πότε, γέμισε τον μισό κόσμο. Μια μοβ θάλασσα που ευωδίαζε – ίδια η αθανασία. Ναι, είχε έρθει η ώρα να πνιγώ.
         Τότε άκουσα έναν ήχο και γύρισα προς την άλλη πλευρά. Κι είδα μια θεσπέσια κόρη που έβηχε αίμα. Περπατούσε προς το μέρος μου. Στα πενήντα μέτρα σταμάτησε και μου φώναξε: «Δες τα, λοιπόν, δες τα όλα».
         Και είδα. Πρώτα ήρθαν η δελφίνα κι ο δέλφινας που είχαμε δει στ' ανοιχτά της Μακραφού. Τους είχανε κομματιασμένους στο βράχο με τα πέτρινα σπαθιά. Κι όλοι είπαν πως, για να αυτοκτονήσουν δυο π' αγαπιούνται, θα πρέπει να δαιμονίστηκαν. Κι όταν πήγαμε την άλλη μέρα το πρωί για να τους θάψουμε, δεν τους βρήκαμε πάνω στα βράχια. Να τους είχε πάρει πίσω η θάλασσα, δεν γινότανε. Άρα κάποιος τούς είχε κλέψει - ίσως κανένας σταλμένος με φτερά.
         Κι όμως, τόσα χρόνια μετά, ξαναφάνηκαν κι οι δυο τους· πετάχτηκαν από το πουθενά – ή μήπως μέσα απ' το στήθος μου.  Με ένα φοβερό άλμα έπεσαν στη γη. Είχανε να σπαρταρήσουν μιαν ακόμη φορά, πριν να πεθάνουν οριστικά. Και σε τούτο το στερνό σπαρτάρισμα βγήκε από το στόμα τους το μαύρο αίμα. Και το αίμα αυτό έγινε λίμνη. Και τότε ήρθαν άνθρωποι πολλοί, αναρίθμητοι, αγόρια και κορίτσια στεφανωμένα με φίδια. Ήσαν γυμνοί και στάθηκαν γύρω από τη λίμνη του μαύρου αίματος. Και μπρουμύτισαν κι ήπιαν από το αίμα αυτό.
         Κι έπειτα εκείνοι οι φιδοστεφανωμένοι άρχισαν να αγκαλιάζονται και να χαϊδεύονται και να σμίγουνε. Και να φωνάζουν ελελεύ και να βγάζουν κραυγές χαράς.        Και τότε φάνηκαν οι δολοφόνοι. Ήταν ατέλειωτη σειρά· έρχονταν μπροστά μου και μου γλείφαν τα χέρια. Κι έπειτα πετούσαν τα ρούχα τους και έμπαιναν μέσα στους φιδοστεφανωμένους. Κι εκείνοι τους υποδέχονταν με χλωρά διαμάντια, μαλακά σαν φύλλα μολόχας.
         Τότε η φυματική κόρη μού είπε τη στερνή της κουβέντα: «Από το βήχα των τεράτων ανασαίνουν οι άνθρωποι»… Τότε ήταν που ακούστηκε ο μεγάλος κρότος από ψηλά. Σαν να χαλούσε ο ουρανός. Κι ήρθαν άγγελοι με καλοακονισμένα σπαθιά στα χέρια – κι έλαμπαν τόσο πολύ, που το κατάλαβα πως ετοίμαζαν θανατικό. Και στάθηκαν σε παράταξη μάχης, απέναντι στους φιδοστεφανωμένους.
         Και περίμενα να ακουστεί σάλπιγγα και να αρχίσει επίθεση. Και φοβόμουνα. Μα αντί για σάλπιγγα άκουσα μια μυριόστομη φωνή από τους γυμνούς που είχαν τα φίδια στα μαλλιά: «Η αρχόντισσά μας, η Γοργώ, η ελευθερώτρια Μέδουσα. Ελελεύ!»  Και κάτι σαν στρόβιλος φάνηκε ανάμεσά τους. Αμέσως έκλεισα τα μάτια.
         Την ένιωσα να έρχεται προς το μέρος μου. Άπλωσα τα χέρια μου, άγγιξα τα δικά της. Και τότε κατάλαβα πως οι ψεύτες είπαν ότι πετρώνει τούτη η Μέδουσα – στην πραγματικότητα ελευθερώνει. Κι άνοιξα τα μάτια κι άνοιξα τα χείλη για να φιληθούμε. Είχαμε φτάσει τόσο κοντά.
         Τότε κατέβηκε από ψηλά ο ξανθός αρχάγγελος. Ήταν πανέμορφος κι είχε γαλάζια άδεια μάτια· και βαστούσε με τα δυο χέρια την ατσαλένια σπάθα – ήταν η σπάθη της δικαιοσύνης. Σήκωσε, λοιπόν, τούτη τη σπάθη και μεμιάς έκοψε το κεφάλι της Μέδουσας. Μισή ανάσα να αργούσε θα 'χαμε φιληθεί.
         Κι η Γοργώ έπεσε με τα φίδια της και τις μέσα της φλόγες στη μαύρη λίμνη. Έπειτα άρχισε το μακελειό. Οι άγγελοι με τις σπάθες –που καθεμιά τους ήταν η σπάθη της δικαιοσύνης– άρχισαν να σφάζουν τους γυμνούς φιδοστεφανωμένους. Κόβανε κεφάλια, λαιμούς, καρωτίδες, χέρια, πόδια και ορθωμένους φαλλούς, σχίζαν κοιλιές και πετούσαν εντόσθια στον αέρα. Και οι γυμνοί σμίγανε και χαϊδεύονταν και γαμιόντουσαν, και οι άγγελοι τους πετσόκοβαν. Μέχρι που τους έσφαξαν όλους. Κι όλο το αίμα των σφαγμένων πήγε στη μαύρη λίμνη. Και η λίμνη έγινε θάλασσα. Μια μαύρη θάλασσα πλάι στη μοβ.
         Και τότε ήρθε μπροστά μου ο ξανθός αρχάγγελος – ο αρχισφαγιαστής. Και κρατώντας τη ματωμένη σπάθη, άνοιξε τα χέρια και μου είπε: «Από εδώ είναι ο Παράδεισος, από εκεί η Κόλαση». Και για Παράδεισο μου έδειξε με τη ματωμένη σπάθα τη μοβ θάλασσα.
         Κοίταξα γύρω-γύρω. Στ' αλήθεια ο κόσμος είχε γίνει δυο θάλασσες. Μια που 'χε γεννηθεί από το αίμα του Θεού και μια που 'χε γεννηθεί από το αίμα των δελφινιών, της Γοργώς και των φιδοστεφανωμένων ανθρώπων.
         Κι ήμουν ολομόναχος – πατούσα πια σ' έναν ελάχιστο βράχο. Κι όλο το νερό ανέβαινε και ζύγωνε τις φτέρνες μου. Γύρισα στον ουρανό να δω τα πουλιά. Μα πάνωθέ μου δεν υπήρχε ουρανός. Ένα διάφανο κενό – τίποτε άλλο.
         Και τότε κατάλαβα πως ήμουν στο απόλυτο ενδιάμεσο. Από τη μια η διάφανη μοβ θάλασσα· από την άλλη η πηχτή και μαύρη. Ο βράχος μου βούλιαζε. Έπρεπε να διαλέξω: το μοβ αίμα ή το μαύρο αίμα – σαν το αρχαίο παραμύθι με τους δυο δρόμους.
         Σκέφτηκα πως έπρεπε να διαλέξω το αίμα του Θεού· οι μαστιγωτές λένε πως τούτο το αίμα είναι ο λόγος και ο σκοπός της ύπαρξής μας. Μέσα στο μοβ διάφανο θα έβλεπα πού πατάω, θα πρόσεχα τις κοφτερές πέτρες – κυρίως στο μοβ διάφανο δεν είχε αχινούς, σμέρνες και καρχαρίες. Ω ναι: πια δεν θα με λύσσαγαν όλες εκείνες οι φαρμακερές τις αμαρτίες που τρύπωναν την ψυχή μου. Κι η μυρωδιά ήταν υπέροχη· σαν να 'χε ανθίσει η θάλασσα. Θα έκανα μιαν απλωτή και θα ήμουν πια σίγουρος – κανένας πονηρός δεν θα με κέρδιζε. Δεν θα ξαναγινόμουν δολοφόνος.
         Κι έτσι αθάνατος θα έπλεα μέσα στην καλοσύνη. Η άλλη θάλασσα είχε την αποφορά του σφαγείου. Ήταν πηχτό κι απειλητικό σαν πίσσα – θα με ρουφούσε μέσα του. Τι κι αν εκεί χάθηκαν η δελφί να κι ο δέλφινας – τι κι αν βούλιαξε εκεί η φυματική κόρη; Πώς θα μπορούσα να μπω μέσα στο ατέλειωτο μαύρο αίμα των στεφανωμένων με φίδια ανθρώπων; Εκεί οι φαρμακεροί αχινοί, κι οι σμέρνες κι οι καρχαρίες κι ο διάβολος. Εκεί όλα.
         Ήμουν στη μέση του κόσμου και αποφάσιζα. Προσπάθησα να δω τον ορίζοντα της μοβ διάφανης θάλασσας. Εκεί στέκονταν οι ξανθοί άγγελοι· βαστούσαν άρπα στο ένα χέρι και στο άλλο τη ματωμένη σπάθη της δικαιοσύνης. Αυτοί θα επέβλεπαν την καλοσύνη. Έπειτα γύρισα να δω τον ορίζοντα της μαύρης θάλασσας. Μα δεν υπήρχε ορίζοντας. Μονάχα το σκοτάδι.
         Και τότε σκέφτηκα τον στερνό λόγο της κόρης. Από το βήχα των τεράτων ανασαίνουν οι άνθρωποι. Και μου  φάνηκε πως άκουσα ξανά εκείνον το βήχα. Κι άκουσα σφύριγμα φιδιών. Κι άκουσα ρόγχο μάταιης αγάπης. Και λαχανιάσματα.
         Κι ο νους μου πήγε στο λόφο με τις ελιές. Εκεί που όλο λένε λένε τα τυφλά ετοιμοθάνατα πουλιά. Πως κάποιος πήγε κόντρα στον Ουρανό: «Ανήκω μονάχα στων ανθρώπων το παράφορο αίμα». Έτσι λένε λένε.
         Κι έπειτα έβαλα τη γλώσσα στα χείλη μου. Μου 'λειπε το φίλημα της Γοργώς.
         Με μιαν απλωτή ανοίχτηκα κι έγινα ένα με τη θάλασσα που είχα διαλέξει.


ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ: Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΔΙΨΑ 
 Η νύχτα ήταν παγερή, σφύριζαν άγριοι αέρηδες, οι άντρες έφτασαν στο σπίτι του Ζαχαρία με χίλιες-δυo προφυλάξεις, οι υπηρέτες είχανε πάρει εντολή να φύγουν για μια μέρα, κάποτε μαζεύτηκαν όλοι κι άρχισαν. Με νευρικότητα μεγάλη έγινε τούτη τη φορά η προσευχή, κατόπιν μπήκαν απευθείας σε αυτό που τους έκαιγε, το πρόβλημά τους ήτανε –φυσικά– εκείνη η Γιουδήθ.
         Είχε δυο μήνες κιόλας στην πόλη, γυρνούσε κι έλεγε όσα έλεγε κι αντί οι χριστιανοί να την πάρουν με τις πέτρες την άθλια γραία, κάθονταν σαν ηλίθιοι και την άκουγαν. Και, το χειρότερο, μόλις τέλειωνε τα παραληρήματά της κάμποσοι πήγαιναν και της ζητούσαν την ευλογία της – ζητούσαν δηλαδή να μαγαρίσουν το σώμα τους και την ψυχή τους. Κι έτσι άπλωναν σαν τη γάγγραινα τα πρόστυχα τα παραμύθια της μες στο μαντρί τους, κάτω απ' την ίδια τους τη μύτη.
         Τι έλεγε ετούτη η Γιουδήθ: άρχιζε με αυτό που λένε όλοι οι ψεύτες πως πριν από πενήντα-εξήντα χρόνια είχε βρεθεί μαζί με τον Ιησού – ναι, μιλούσε για τον δικό τους τον Ιησού, τον Κύριό τους...  Κι έπειτα συνέχιζε με τα δικά της: ούρλιαζε πως ο Χριστός κυβερνιότανε από τη λαχτάρα της σαρκός, πως ήτανε άντρας και γυναίκα μαζί κι έσμιγε σε όργια με άντρες και γυναίκες, πως διόλου δεν λογάριαζε τον Πατέρα Θεό, πως μεταμορφωνόταν σε ό,τι τον πρόσταζε η γκάβλα του.
         Κι έλεγε ακόμη πως έσμιγε με αρρώστους και τους γιάτρευε, κι έσμιγε με πεθαμένους και τους ανάσταινε όσο για να χύσουν για μια στερνή φορά, κι όταν τον σταύρωσαν έσμιξε και με τους ίδιους τους σταυρωτές του. Κι έπειτα, έλεγε, πως πήραν το κορμί του οι γυναίκες  –ανάμεσά τους κι εκείνη η ίδια– κι άρχισαν να τρίβονται πάνω του και να γκαβλώνουν κι έτσι τον ανέστησαν για μια τελευταία χυσιά· γιατί αυτό είναι η ανάσταση των νεκρών,  μια στερνή χυσιά. Τέτοια διηγούνταν και ξεσήκωνε τα μυαλά του κόσμου.
         Φυσικά είχανε στείλει κι ανθρώπους τους να την ακούσουν κι οι περισσότεροι γυρνούσαν παραλογισμένοι από τα ψέματά της – αφήνανε οικογένεια και πίστη κι ανεβαίνανε νύχτα σε λόφους πορνικούς να βρούνε τους ομοίους τους. Στα σίγουρα η γριά ήταν καλά δασκαλεμένη από τον αφέντη της τον Σατανά: είχε στα λόγια της το φαρμάκι του που θάμπωνε τους ανθρώπους, μιλούσε για τη χυδαία σάρκα, με ύπουλες λέξεις που ερέθιζαν το νου,κι όταν έφτανε στις κορυφώσεις καμώνονταν πως τάχα ξαναζούσε τους σπασμούς της ηδονής, όπως και τότε...
         Ήταν, λοιπόν, τόσο σαθρή η πίστη τους; Ήταν, λοιπόν, τόσο σαθρά όσα φτιάχνανε για πενήντα χρόνια και μια υπηρέτρια του Διαβόλου θα τους τα σύντριβε; Τόσος αγώνας, τόση προσπάθεια,  τόση πίστη, τόσοι σφαγμένοι από τους Ρωμαίους θα πήγαιναν στο βρόντο;
         Αυτά είχαν να πουν οι χριστιανοί της Δαμασκού εκείνο το παγερό βράδυ που μαζεύτηκαν στο σπίτι του Ζαχαρία. Και, χωρίς πολλά-πολλά, όλοι το συμφώνησαν πως ο Διάβολος τους είχε στείλει έναν εχθρό του Χριστού τους, πως τους είχε στείλει ένα φαρμακερό φίδι – κι άμα φαρμακωθούν οι άνθρωποι με παραμύθια κι άμα αρχίσουν να  δ ι ψ ο ύ ν άντε μετά να τους μαζέψεις. Α, ήθελε σύντριμμα στο κεφάλι τούτο το φίδι, αλλιώς γρήγορα το δηλητήριο θα έφτανε στην καρδιά, αυτά είπαν.
         Τότε πετάχτηκε ένας νεαρός, τον έλεγαν Συμεών, ένα παλικαράκι ήταν, με μάτια που έλαμπαν και κόκκινα μάγουλα· πήρε το λόγο με το έτσι θέλω κι είπε όσα είπε, σχεδόν φώναζε:
         «Έχω κι εγώ παραφυλάξει τη γριά στην αγορά, την έχω δει να μιλάει και να πέφτει σε έκσταση, την έχω δει πώς λάμπουν τα μάτια της από τη δίψα – από τότε βασανίζομαι μέρες και νύχτες αν ο Ιησούς μας ήτανε αυτός που εκείνη λέει, αν έτσι ανάσταινε νεκρούς, με έξαλλα χαϊδέματα της σάρκας, αν πράγματι η ανάσταση των νεκρών είναι μια στερνή χυσιά, τότε εμείς ποιον πάμε να συντρίψουμε;»
         Αυτά είπε ο Συμεών και τα λόγια του γέννησαν σ' άλλους μεγάλη ταραχή και σε άλλους οργή.  Τα μάτια όλων γύρισαν στον γέροντα Θεόφιλο·  ήταν σχεδόν τυφλός, σχεδόν παράλυτος, μα τον λογαριάζαν για σοφότερο από όλους. Λέγανε πως κάποτε ήτανε μάγος με το όνομα Σολομών και πως είχε δει Εκείνον τη μέρα που έμπαινε στα Ιεροσόλυμα πάνω σε γαϊδουρι, πως είχε βαφτιστεί χριστιανός από τον ίδιο τον Πέτρο λίγο μετά τα γεγονότα. Κι ακόμη λέγανε πως είχε απομείνει στα χέρια του εκείνο το παλιό μαχαίρι του Κηφά – εκείνο που 'κοψε το αυτί του δούλου...
         Μιλούσε σπάνια εκείνος ο Θεόφιλος, μα όταν μιλούσε ήτανε πάντοτε ο τελευταίος. Συνήθιζε να είναι σιβυλλικός, να λέγει μια σκοτεινή κουβέντα, μια φράση το πολύ κι έπειτα να σωπαίνει απόμακρος· όμως ετούτη τη φορά άρχισε και δεν σταματούσε – κι έλεγε κι έτρεμε κι ολοένα κοκκίνιζε και ξεφυσούσε, κι όλη του η οργή ήταν για κείνη τη Γιουδήθ…  
         Και παρακάτω: ετούτη η Γιουδήθ πρέπει να πάψει – βρείτε ένα σούρουπο ή ένα χάραμα, ξεμοναχιάστε την και κόψτε της τη γλώσσα, σφάξτε την, πετάξτε την σε ένα πηγάδι… 
         Σταμάτησε ο γέρος ο Θεόφιλος, πήρε βαθιά ανάσα, κοίταξε γύρω του τα πρόσωπα των άλλων που έχασκαν με κάποια έκπληξη, με κάποια σαστιμάρα, κι έπειτα, αυτός ο τόσο λιγομίλητος, συνέχισε -  ήτανε, φαίνεται, να μην πάρει μπρος.

         «Αυτά σάς λέω για την Ανάσταση του Κυρίου ημών και βέβαια αδιάκοπος θα είναι ο αγώνας. Έχουμε να φτιάξουμε ακόμη πολλά για Εκείνον, τι είπε και τι έκανε και ποιους μισεί, ποιους βάζει στα δεξιά και ποιους στα αριστερά του ποιος είναι μαζί του, ποιος εναντίον του – φυσικά και μιαν Αποκάλυψη που θα σώζει με πολλές σάλπιγγες, να στήσουμε ζυγαριές σ' ένα τρανό Imperium της Αγάπης, να φτιάξουμε στρατό που να φορά τον Σταυρό Του, να σηκώσουμε φωτιές για όσους μιλούν ανάποδα.

         »Μα όλα ετούτα θα γίνουν εν καιρώ·

[δύο μικρά αποσπάσματα από ΤΑ ΜΕΛΕΝΙΑ ΛΕΜΟΝΙΑ, τη Διαθήκη των Γκαβλωμένων ανθρώπων,  του Θανάση Τριαρίδη. Και μια σημείωση του συγγραφέα για την ηλεκτρονική τους έκδοση: «Από το 1989 έγραφα ένα βιβλίο που ήθελα να ήταν μια διαθήκη – διαθήκη, δηλαδή συμφωνία, σε αντιστοιχία με αυτές που λογαριάζονται για «ιερές». Και ήθελα ετούτη, η δική μου διαθήκη, να μην είχε κεφαλαίο Δ, μήτε και να οριζόταν από κάποιον Θεό: θα ήθελα να ήταν μια διαθήκη (δηλαδή συμφωνία) των ανθρώπων αναμεταξύ τους. Για χρόνια (από το 1991) έκρυβα κομμάτια της διαθήκης αυτής μέσα στα βιβλία μου και στα κείμενα που δημοσίευα. Συγκεκριμένα γεγονότα της ζωής μου και συνεπακόλουθες αναζητήσεις στα χρόνια 2000-2004 με οδήγησαν στη μορφή που σήμερα παραδίδεται στους αναγνώστες. Και στην τελευταία ανάγνωση, μετά τις διορθώσεις, ένιωσα αυτό που γράφω στην προμετωπίδα: πως δεν υπάρχει καμιά διαθήκη. Τι υπάρχει, λοιπόν; Αυτό ας το αποφασίσει ή ας το νιώσει (αν το νιώσει) ο αναγνώστης