Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΑ ΙΔΙΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (κι άλλες ιστορίες από τη Μέση και Κάτω, γιατί καμιά φορά η τρέλα μπαίνει στα δωμάτια ξαφνικά):

Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα;


Ερωτηματικά εισπνέοντας, θαυμαστικά εκπνέοντας, ψάχνω τη στιγμή. Διάβαζα χθες την ιστορία του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ, του φτωχότερου ανάμεσα στους φτωχούς, που όλο του το βιος ήταν ένα κομμάτι μολύβι. Ο γείτονάς του ο ψαράς το χρειαζότανε για βαρίδι στα δίχτυα του, κι όταν του το έδωσε πρόθυμα, εκείνος του υποσχέθηκε την πρώτη ψαριά από το μεγάλο ποτάμι. Μα όταν έριξε τα δίχτυα, έβγαλε ένα μοναδικό ψάρι, ως έναν πήχη μακρύ και μία πιθαμή χοντρό. Τι κι αν τα έριξε πάλι και πάλι και γέμιζαν μέχρι να σπάσουν, στον Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ αναλογούσε εκείνο το πρώτο ψάρι. Το πήρε ευλογώντας τον Θεό και το έδωσε στη γυναίκα του, που κι αυτή απόρησε βλέποντας μόνον ένα και τέτοιο ψάρι. Καθώς το έξυνε όμως στην κουζίνα, βγήκε μέσα από την κοιλιά του ένα πετράδι τόσο μεγάλο και λαμπερό που εκείνη τη νύχτα φώτισε ολόκληρη την κάμαρα. Σε ποια νερά μαύρα και κρύα κολυμπάει το ψάρι μου; Η μήπως είναι πράσινα και διάφανα και στον πάτο μού κρύβεται κάποιας λίμνης; Τρέχει και κρύβεται ανάμεσα σε κοφτερά βράχια, τρέχει και τρέμει γιατί είμαι η μοίρα του. Γι' αυτό όλοι του οι δρόμοι οδηγούν σε μένα. Ακόμα και μέσα σε μια λακούβα με νερό της βροχής έχω διακρίνει την ουρά του. Δεν έχω ούτε αγκίστρι ούτε μαχαίρι, αλλά κι αν μπορούσα να το αρπάξω με γυμνά χέρια, μόλις το ένιωθα να σπαρταράει, θα το πετούσα πίσω στο νερό. Ούτε πάνω σε πέτρες μπορώ να το χτυπήσω, είναι μυστήριο που δεν μπορώ να το λιώσω με τα χέρια μου και να κάνω την αγωνία του διαμάντι, και να κάνω την ασφυξία του αεράκι που να φυσάει μέσα από τις αράδες, φέρνοντας τις λέξεις πίσω μπρος για να διηγηθούν, έτσι μόνες τους, την ιστορία μου. Την ιστορία κάποιου που δε θέλει, που δεν μπορεί να σκοτώσει με τα χέρια του κι όμως σκοτώνει συνεχώς με τη σκέψη του την ίδια πάντα γυναίκα. 
[Μαρία Μήτσορα, από τη συλλογή διηγημάτων ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΩ, εκδόσεις Πατάκη 2014]

Oι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια.
Βλέπει ένα όνειρο. Μια μαύρη μεταλλική γέφυρα ενώνει τις δύο όχθες ενός ποταμού, κάνοντας στον αέρα μία παράξενη στροφή. Εκεί ψηλά στέκεται μαζί με την αγαπημένη του, που τώρα είναι γοργόνα, κοιτάζουν κι απορούνε με τόσα χασάπικα παραταγμένα στην κοντινή τους όχθη. Οι μεγάλες επιγραφές τους διαλαλούν κάθε είδος κρέατος: τίγρης, ελαφιού, λιονταριού, φιδιού, αντιλόπης. Αυτοκίνητα σταματούν κι ανθρώπινες φιγούρες γεμίζουν βιαστικά τα πορτ μπαγκάζ, ενώ άλλα αυτοκίνητα πίσω τους κορνάρουν με ανυπομονησία. Κι όλα τα φώτα, μεγάλα και μικρά, είναι ένα πένθιμο μωβ. Εκείνος νιώθει βαθιά απελπισμένος, σκύβει από πάνω της κι η αφή του τρέχει πριν από τα χέρια του να την αγκαλιάσει, κι η όσφρηση πριν από τη μύτη του χώνεται μέσα στα μακριά της μαλλιά. Όμως τίποτα επάνω της δεν του είναι γνώριμο, ακόμα κι η γεύση του λαιμού της είναι σαν καρβουνιασμένη κι η όσφρηση τού μιλάει και τού λέει – ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει. Η αφή του τη μισεί, κάνει τα χέρια του να τη χτυπάνε αλύπητα. Τη βλέπει με το σαγόνι χαλαρό, με το λακκάκι που τον τρελαίνει, γεμάτο με μια βουλίτσα αίμα. Τη σηκώνει και δεν ξέρει πώς να την ξεφορτωθεί. Κάποιο από τα χασάπικα, σκέφτεται, θα την πάρει γι' ανθρώπινο κρέας από τη μέση κι επάνω. Κατεβαίνει τα σκαλιά της γέφυρας κουβαλώντας τη στα μπράτσα του, και σε κάθε σκαλί το βάρος της γίνεται και πιο ελαφρύ, κι ό,τι άδειο έχει μείνει πια από εκείνη γίνεται και πιο πολύτιμο.
Χτυπάνε όλα μαζί τα κουδούνια της κόλασης. Εγκαταλείποντας την άψυχη γοργόνα στα σκαλοπάτια του ύπνου, ξεσκεπάζει το κεφάλι του. Από το παράθυρο βλέπει ότι η νύχτα είναι ακόμα βαθιά. Συνεχίζει να χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας. Η Βίκυ στέκεται και τρεμοσβήνει στο χαμηλό φως του διαδρόμου... Αμήχανοι κι οι δύο, όρθιοι στην κουζίνα, εκείνος φτιάχνει καφέ. «Με χτύπησε» ψελλίζει η Βίκυ κι είναι σίγουρος ότι παράκουσε –τώρα θα του πει 'με χτύπησες αλλά δεν με σκότωσες, γι' αυτό ήρθα' –, όμως οι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια. Η Βίκυ, που στηρίζεται στο τραπέζι της κουζίνας, με τα μάτια καρφωμένα στο ράφι με τα μπαχαρικά, λέει τώρα πιο δυνατά και καθαρά «ψιθύριζα τ' όνομά σου στον ύπνο μου, του τα είπα όλα και με χτύπησε». Τώρα καταλαβαίνει. Ενάμιση χρόνο τη μισούσε επειδή δεν άφηνε τον άντρα της, κι ήρθε επιτέλους στο σπίτι του για να ζήσουν μαζί. Ακόμα ζαλισμένος, διπλοκλειδώνει το ημιτελές μυθιστόρημά του στο συρτάρι του γραφείου.
Τις επόμενες δέκα μέρες η Βίκυ φοράει τα ρούχα του, καθαρίζει και μαγειρεύει ψάρι. Μέσα από το σκοτεινό συρτάρι, το μυθιστόρημα κρυφά διαμαρτύρεται. Στην κρεβατοκάμαρα όμως, ελπίζει ακόμα να βρει βαθιά μέσα στην κοιλιά της το πετράδι του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ. Κι έπειτα, την ενδέκατη μέρα, γυρίζοντας αργά στο σπίτι από τη δουλειά, «Έκπληξη!» του λέει ανοίγοντας την πόρτα. Φοράει ένα μαύρο κολλητό φουστάνι και γύρω από τον λαιμό της έχει τυλίξει μια πορτοκαλιά εσάρπα. Στο καθιστικό, τα ρούχα, τα παπούτσια της είναι πεταμένα παντού. «Να βγούμε έξω να το γιορτάσουμε! Ήξερα ότι σήμερα αυτός θα έλειπε από την Αθήνα, μπήκα στο σπίτι και πήρα τα πράγματά μου». Η έκπληξη βρίσκεται αλλού – πλάι στο γραφείο του, έχει εγκαταστήσει ένα ενυδρείο φωτισμένο, στο διάφανο πράσινο νερό κολυμπάει ένα μεγάλο μαύρο ψάρι με πορτοκαλιά χαίτη. «Απορώ που το τάιζε, που το βρήκα ζωντανό» λέει η Βίκυ, «το προηγούμενο, σε μία έκρηξη ζήλιας, το είχε δολοφονήσει με βραστό νερό... μερικές φορές το μέλλον τρέχει καταπάνω μας, πριν να σε γνωρίσω το είχα ήδη βαφτίσει κρυφά με τ' όνομά σου». Υπνωτισμένος κοιτάζει το συνονόματο ψάρι να ξεπροβάλλει ανάμεσα από δύο κοφτερά βράχια. Ανοιγοκλείνοντας το στόμα, με ακατάληπτες φυσαλίδες, ποια τέλεια φράση του υπαγορεύει; Η φωνή της Βίκυς σηκώνει κύματα που θολώνουν το παρόν, ρωτάει, ξαναρωτάει ποια παπούτσια να φορέσει, βιάζεται να πάνε για χορό. Το ψάρι υποχωρεί στα φύκια για να κρυφτεί. Η τυφλή θεά τον κορόιδεψε, δεν θα τελειώσει το μυθιστόρημα ποτέ.

Καμιά φορά η τρέλα μπαίνει στα δωμάτια ξαφνικά

[Ιστορίες από τη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Μήτσορα, ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΩ, εκδόσεις Πατάκη 2014: 15 διηγήματα γυαλιστερά (ακόμα κι αν είναι σκοτεινή η λάμψη τους). Οι πρωταγωνίστριες κι οι πρωταγωνιστές πάντα στο σταυροδρόμι του Τυχαίου με το Προδιαγεγραμμένο, καμιά φορά τραβάνε την ουρά του Κέρβερου. Παίζουν με τη ζωή παίζοντας τη ζωή τους. Στο τέλος θα σπάσουν τα δεσμά των φράσεων και θα τρέξουν να κρυφτούν πάλι μέσα στους καθρέφτες]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …