Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Φρίντα Κάλο: «ΖΩΓΡΑΦΙΖΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΜΟΝΗ και ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΩ ΚΑΛΥΤΕΡΑ»

Όταν ο Λόρκα βρέθηκε δολοφονημένος κάποιος ρώτησε τους φασίστες του Φράνκο γιατί είχαν σκοτώσει τον ποιητή, αφού εκείνος δεν πολεμούσε. Και ο στρατηγός είχε απαντήσει: «Αυτός με τα ποιήματα του μας έκανε μεγαλύτερη ζημιά απ’ ό,τι άλλοι με τα όπλα τους» Ο επαναστατημένος άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτός που βγαίνει στους δρόμους –ή στα βουνά- με ένα όπλο. Η επανάσταση είναι καταρχήν η αντίθεση στον κομφορμισμό. Είναι η άρνηση των κανόνων, του τρόπου ζωής που σου επιβάλλουν ή σε παροτρύνουν να ακολουθήσεις. Και μπορεί να γίνει ακόμα και με ένα πινέλο. Ας εμπνευστούμε, λοιπόν, από μια γυναίκα που δεν άφησε κανέναν κανόνα όρθιο,  τη Magdalena Carmen Frieda Kahlo Calderon: την πρώτη γυναίκα στην ιστορία της τέχνης που αντιμετώπισε με απόλυτη και ασυμβίβαστη εντιμότητα, ίσως και με εμπαθή σκληρότητα, όλα όσα αφορούν τη γυναίκα. Η Φρίντα έκανε κάτι που κανείς άλλος ζωγράφος, άντρας ή γυναίκα, δεν είχε κάνει ως τότε: Παρουσίασε το γυναικείο σώμα όχι χωρίς ρούχα, αλλά χωρίς δέρμα. Το γυναικείο σώμα όχι ως όχημα ηδονής για τους άντρες, αλλά ένα αυθύπαρκτο σώμα με φλέβες, αίμα και πόνο. Αποκαθήλωσε τη θηλυκότητα και παρουσίασε την σκληρή πραγματικότητα του θηλυκού γένους, του ανθρώπινου γένους  [μια σύντομη περιήγηση στη ζωή και το έργο της με ΚΛΙΚ στο αυτοπορτρέτο της  - το κείμενο αναρτήθηκε στο Ιστολόγιο Sanejoker και το υπογράφει ο Γελωτοποιός]


Η Magdalena Carmen Frieda Kahlo Calderon γεννήθηκε στις 6 Ιουλίου 1907, αλλά εκείνη πάντα έλεγε ότι γεννήθηκε το 1910. Δεν το έκανε επειδή ήθελε να κρύβει την ηλικία της. Το 1910 ξεκίνησε η Μεξικανική επανάσταση, με αρχηγό τον Εμιλιάνο Ζαπάτα, και η Φρίντα ταυτίστηκε με την εθνεγερσία του Μεξικάνικου λαού. Ήθελε να λέει ότι γεννήθηκε όταν «γεννήθηκε» και το Μεξικό.
Από μικρή ήταν αντικομφορμίστρια. Κυκλοφορούσε με αντρικά ρούχα στις κομμουνιστικές συγκεντρώσεις, σοκάροντας όχι μόνο τους γονείς της, αλλά και τους συναγωνιστές της. Το 1922 ήταν μία από τις πρώτες τριάντα πέντε γυναίκες (σε σύνολο 2000 μαθητών) που ξεκίνησαν την προετοιμασία στην Escuela Nacional Prepatoria για να κάνουν πανεπιστημιακές σπουδές. Μέχρι τότε οι γυναίκες δε γίνονταν δεκτές στα Μεξικάνικα πανεπιστήμια και η Φρίντα ήθελε να είναι μέρος αυτής της πρωτοπορίας. Σκόπευε να γίνει γιατρός, η πρώτη Μεξικάνα γιατρός. Ζωγράφιζε ήδη, αλλά δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό της να γίνει ζωγράφος.

Τρία χρόνια μετά όλα της τα σχέδια ανατράπηκαν. Γυρνώντας με το λεωφορείο από τη σχολή συνέβη ένα ατύχημα που λίγο έλειψε να της στερήσει τη ζωή –και ουσιαστικά της έδωσε τη ζωή που έζησε. Το λεωφορείο συγκρούστηκε με τραμ και υπήρξαν αρκετοί νεκροί. Οι γιατροί είχαν ξεγράψει και τη Φρίντα, αλλά εκείνη τους διέψευσε: Βγήκε ζωντανή, αλλά με σοβαρά τραύματα στη σπονδυλική στήλη και στο δεξί πόδι. Θα περνούσε όλη της τη ζωή με ισχυρούς πόνους και επαναλαμβανόμενα χειρουργεία.
Καθηλωμένη στο κρεβάτι για αρκετό καιρό ξεκίνησε να ζωγραφίζει με πάθος και απόγνωση. Στον «ουρανό» του κρεβατιού είχε προσαρμόσει έναν καθρέφτη για να έχει ένα ζωντανό μοντέλο –τον εαυτό της. Ίσως γι’ αυτό έκανε τόσες πολλές αυτοπροσωπογραφίες. Η ίδια έλεγε: «ζωγραφίζω τον εαυτό μου γιατί είμαι πολύ συχνά μόνη και γιατί είναι το θέμα που γνωρίζω καλύτερα.»

Η Φρίντα έκανε κάτι που κανείς άλλος ζωγράφος, άντρας ή γυναίκα, δεν είχε κάνει ως τότε: Παρουσίασε το γυναικείο σώμα όχι χωρίς ρούχα, αλλά χωρίς δέρμα. Το γυναικείο σώμα όχι ως όχημα ηδονής για τους άντρες, αλλά ένα αυθύπαρκτο σώμα με φλέβες, αίμα και πόνο. Αποκαθήλωσε τη θηλυκότητα και παρουσίασε την σκληρή πραγματικότητα του θηλυκού γένους, του ανθρώπινου γένους.
Όπως έγραψε και ο Ντιέγκο Ριβέρα, ο μεγαλύτερος ως τότε Μεξικάνος ζωγράφος και σύζυγος-δαίμονας της Φρίντα, «ήταν η πρώτη γυναίκα στην ιστορία της τέχνης που αντιμετώπισε με απόλυτη και ασυμβίβαστη εντιμότητα, ίσως και με εμπαθή σκληρότητα, όλα αυτά που αφορούν τη γυναίκα». (Δεν τόλμησε να παραδεχτεί ότι «όλα αυτά» αφορούσαν τον άνθρωπο).  Ο Ντιέγκο Ριβέρα ήταν παγκοσμίου φήμης ζωγράφος. Η σχέση του με τη Φρίντα θα είναι πιο επεισοδιακή και από ολόκληρο κύκλο αμερικάνικης σαπουνόπερας, καθότι ο Ντιέγκο (παρά την ασχήμια του) ήταν μεγάλος καρδιοκατακτητής.

Τότε η Φρίντα έκανε κάτι που ίσως να μην έχει τόσο μεγάλη σημασία όσο η ζωγραφική της, αλλά δείχνει πόσο μπροστά ήταν από την εποχή της: Ανακάλυψε το έθνικ ντύσιμο. Όταν όλες οι γυναίκες είχαν ενθουσιαστεί με τη λιτή φόρμα του μεσοπολέμου και τα ρούχα της Σανέλ, η Φρίντα φορούσε μεξικάνικες φορεσιές και κοσμήματα που έλκυαν την καταγωγή τους από τον προκολομβιανό πολιτισμό. Θα περνούσαν εβδομήντα χρόνια μέχρι να αρχίσουν οι μόδιστροι να προωθούν αυτή την έθνικ αντίληψη της ενδυμασίας. Ακόμα και τα φαρδιά φρύδια της (που πλέον είναι κάτι σαν σήμα κατατεθέν για τη Κάλο) ερχόντουσαν σε αντίθεση με το λεπτό ή τελείως βγαλμένο φρύδι της Μάρλεν Ντίτριχ και της εποχής της.  Ερχόντουσαν σε αντίθεση με την εικόνα της «πλαστικής» γυναίκας που τότε είχε αρχίσει να γίνεται μέρος του πολιτισμού μας.

Παντρεύτηκε το Ριβέρα και μαζί βρεθήκανε στη χώρα των γκρίνγκος, τις ΗΠΑ. Εκεί η Φρίντα εντυπωσιάστηκε από τα τεχνολογικά επιτεύγματα των Αμερικάνων, αλλά αντιπάθησε τον πολιτισμό τους. «Η υψηλή κοινωνία εδώ», γράφει, «με αηδιάζει και αισθάνομαι οργή με όλους αυτούς τους πλούσιους τύπους που κάνουν πάρτι μέρα και νύχτα, ενώ έξω χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα... Βρήκα μια Αμερική χωρίς καμιά ευαισθησία.»

Το 1934 η Φρίντα με το PCM πιέζουν τη Μεξικανική κυβέρνηση να χορηγήσουν άσυλο στο Λέων Τρότσκι, ο οποίος είχε εκδιωχτεί και από την Νορβηγία, μετά από πιέσεις των Σοβιετικών. Η Φρίντα θα φιλοξενήσει για δύο χρόνια τον Τσότσκι στο «Μπλε Σπίτι» της και μεταξύ τους θα δημιουργηθεί ένα ειδύλλιο.
Το 1937 γίνεται στην Αμερική η πρώτη ατομική έκθεση της Φρίντα. Όλοι οι πίνακες της πωλούνται το πρώτο βράδυ και ξαφνικά γίνεται διάσημη ζωγράφος. Οι κριτικοί αναγνωρίζουν το ταλέντο της και τη διαφοροποιούν αμήχανα από τους σουρεαλιστές, κατατάσσοντας ‘την στον “naive” σουρεαλισμό.

Εκείνη δίνει έναν πολύ "μαγικό" ορισμό του σουρεαλισμού: «Surrealism is the magical surprise of finding a lion in a wardrobe where you were sure of finding shirts».
Το 1939 η Φρίντα βρίσκεται στο Παρίσι. Εκεί συγχρωτίζεται με τους σουρεαλιστές και δη τον «πάπα» του σουρεαλισμού, τον Αντρέ Μπρετόν, και... τους απομυθοποιεί. «Είναι τόσο κουλτουριάρηδες και σάπιοι που δεν μπορώ να τους αντέξω», γράφει. «Τώρα καταλαβαίνω γιατί η Ευρώπη σαπίζει. Αυτοί οι άνθρωποι –που τίποτα καλό δεν μπορούν να κάνουν- είναι η αιτία για όλους τους Χίτλερ και τους Μουσολίνι της Γηραιάς Ηπείρου.»…

Η μέθοδος διδασκαλίας της ήταν τόσο ανορθόδοξη που ξάφνιασε πολλούς από τους φοιτητές. Δεν τους πατρονάριζε, αλλά προσπαθούσε να τους μεταδώσει το όραμα της: Αυτοανάπτυξη και αυτοκριτική. Ποτέ δεν προσπάθησε να τους υποδείξει πως θα ζωγραφίζουν ή οτιδήποτε που να έχει να κάνει με το στυλ ζωγραφικής. Τους έδινε τα ερεθίσματα, τους κέντριζε τη φαντασία και τους άφηνε ελεύθερους να δημιουργούν. «Αυτό που μας έμαθε», είπε ένας μαθητής της, «ήταν η αγάπη για τον άνθρωπο και μια γεύση από τη λαϊκή τέχνη.»
«Μουτσάτσος», τους έλεγε η δασκάλα, «κλεισμένοι εδώ μέσα δε θα κάνετε τίποτα. Βγείτε έξω και ζωγραφίστε τη ζωή στο δρόμο.»
Το 1951 η Φρίντα κάνει ένα ακόμα χειρουργείο. Οι γιατροί ακρωτηριάζουν το δεξί της πόδι από το γόνατο. Στην αρχή καθηλώνεται σε αναπηρικό καροτσάκι, ελπίζοντας στο θάνατο και μόνο. Σύντομα ξεπερνάει την κατάθλιψη και μαθαίνει να περπατάει με το προσθετικό της μέλος. Τότε γράφει στο art-journal τη φράση:

«Why do i need feet when i have wings to fly?»

Πριν πεθάνει έγραφε:
«Women are still undervalued. It is very hard to be a woman painter»
Και ακόμα είναι.

[αντιγραφή και επικόλληση από το ιστολόγιο του ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΥ] 

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΜΥΘΟΣ ή Ο ΑΚΕΦΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (αυτά τα πράγματα συμβαίνουν παρά τη θέλησή μας)

Ένα πρωί, ο κύριος Ταλμούδης - Δαβίδ Ιωακείμογλου Ταλμούδης – ξύπνησε χωρίς κεφάλι. Έσπασε το κεφάλι του να θυμηθεί που είχε αφήσει το κεφάλι του. Στάθηκε αδύνατον. «Θα με αποκεφαλίσανε ενόσω κοιμόμουνα» είπε μέσα του – και σηκώθηκε να πλύνει τα μούτρα του και τα δόντια του. Είχε ξεχάσει πως δεν είχε, ούτε δόντια ούτε πρόσωπο. «Να πάρει η οργή, σκέφτηκε, άτιμο πράμα η συνήθεια». Στη σκάλα επάνω συνάντησε την καμαριέρα, που μόλις τον είδε λιποθύμησε πριν βγάλει άχνα. «Αυτό παραπάει» σκέφτηκε ο Ταλμούδης, «πρέπει κάτι να κάνω» Μα δεν ήξερα τι να κάνει. Στο τέλος σκέφτηκε πως το καλύτερο θάτανε να πάει στο γιατρό, να ζητήσει τη συμβουλή του. Βγήκε, λοιπόν, να πάρει το λεωφορείο να πάει στο γιατρό. Στο λεωφορείο κανένας δεν τόλμησε να πει τίποτα, γιατί όλα νομίσανε ότι είχαν τρελαθεί. Άμα ζήτησε εισιτήριο από τον εισπράκτορα, εκείνος του το έδωσε χωρίς να πάρει λεφτά – από την πολλή ταραχή… Μια γυναίκα που πήγαινε ν’ ανέβει στο λεωφορείο μόλις τον είδε να κατεβαίνει πάτησε μια στριγκλιά κι έπεσε ανάσκελα. Ήταν μια γεροντοκόρη, που όλη της ζωή όνειρό της ήταν ν’ αποκεφαλίσει έναν άνδρα. Η συγκίνησή της ήταν τόσο μεγάλη που αναγκάστηκαν να της κάνουν αέρα για μιαν ολόκληρη ώρα, ώσπου να συνέλθει…[ΕΡΓΑ και ΗΜΕΡΑΙ, το πρώτο κεφάλαιο από την ιστορία για τον ΑΚΕΦΑΛΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Στο δεύτερο κεφάλαιο μια νόστιμη νοσοκόμα τον προτρέπει να πάει στο γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων, αφού, φως φανάρι κάποια γυναικοδουλειά ήταν στη μέση που τον έκανε να χάσει το κεφάλι του!.. Και πριν προλάβει ν’ ανοίξει το στόμα του, άλλωστε δεν είχε πια στόμα, του το ’κλεισε μ’ ένα φιλί, στο τρίτο κεφάλαιο, όπου μαθαίνουμε ότι ο κ. Ταλμούδης σιχαινόταν τα υπονοούμενα. Του άρεσε το ένα κι ένα κάνουν δύο, γι’ αυτό πριν χάσει το κεφάλι του δεν έκανε παρέα με ύποπτα αντικείμενα. Δραματικό απρόοπτο στο τέταρτο κεφάλαιο: η κυρία Μαργαρίτα Ιωακείμογλου-Ταλμούδη γυρίζοντας στο σπίτι της από μια επίσκεψη και διαπιστώνοντας την απουσία του άνδρα της λέει από μέσα της «κάτι κακό θα συμβαίνει, γιατί δεν βγαίνει ποτέ το πρωί. Ασφαλώς θα ’χει χάσει πάλι το κεφάλι του!.. Φυσικά ψάχνοντας λιγάκι βρίσκει το κεφάλι του κάτω απ’ το κρεβάτι, το χώνει σ’ ένα ψυγείο για να μην χαλάσει έως ότου γυρίσει ο άνδρας της!.. Όλως παραδόξως όλες οι εφημερίδες δεν έλεγαν απολύτως τίποτε. Και μόνο το «Τζάκι», η σκανδαλοθηρική εφημερίδα της πόλης έγραφε: «Φαίνεται ότι κυκλοφορεί πάλι η φήμη ότι ο Ακέφαλος άνθρωπος εμφανίστηκε για δεύτερη φορά εφέτος στην πόλη μας. Αυτοί που διαδίδουν αυτές τις ανοησίες θα ’χουν ασφαλώς χάσει οι ίδιοι τα κεφάλια τους και δεν το είχαν αντιληφθεί. Η κουταμάρα κόβει καθημερινά περισσότερα κεφάλια και η ευπιστία θερίζει τον όχλο με το δρεπάνι του θεριστή. Το επαναλαμβάνουμε μια για πάντα. Ο ακέφαλος άνθρωπος δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε, ούτε θα υπάρξει…». Μεσολαβεί στο έκτο κεφάλαιο η εφήμερη περιπέτεια με τη νόστιμη νοσοκόμα, αλλά τι κάνανε στη γκαρσονιέρα του θα μείνει μυστήριο!.. Έξοδος κι αναγνώριση στο έβδομο κεφάλαιο της ιστορίας όπου ο κ. Ταλμούδης, σαν βρεμένο σκυλί, έβαλε το κεφάλι στη θέση του, ξέροντας ότι θα περιμένει πολύ καιρό ώσπου να το ξαναχάσει. Αφού ποτέ κανείς δεν έχασε θεληματικά το κεφάλι του!..  ΚΛΙΚ στην εικόνα για όλες τις γαργαλιστικές  λεπτομέρειες του Καθημερινού Μύθου του Ακέφαλου Ανθρώπου – ART by Tommy Inbreg and Kirkaratic]



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ:  Ασφαλώς κάποια γυναικοδουλειά ήταν στη μέση
Εν τω μεταξύ ο κύριος Ταλμούδης, έφτασε στο σπίτι του γιατρού. «Ο γιατρός δεν δέχεται σήμερα», του λέει η νοσοκόμα, και διόλου δεν σάστισε. Ήτανε, βλέπετε, συνηθισμένη από κάτι τέτοια. «Γαμώτο», είπε μέσα του ο κύριος Ταλμούδης, «και τώρα τι θα κάνω;». «Να πάτε μάλλον στο γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων, να δηλώσετε πως χάσατε το κεφάλι σας, αν ήρθατε γι’ αυτό ο γιατρός δεν μπορεί να σας κάνει τίποτα. Ασφαλώς κάποια γυναικοδουλειά είναι στη μέση», πρόσθεσε η νοσοκόμα «και σας έκανε να χάσετε το κεφάλι σας». Κατεβαίνοντας τη σκάλα, ο κύριος Ταλμούδης σκέφτηκε, πως η νοσοκόμα ήταν πολύ αυθάδης και αναιδής, ν’ ανακατεύεται στην προσωπική του ζωή, και ξανανέβηκε να της υπενθυμίσει να κοιτάζει άλλη φορά τη δουλειά της. Η νοσοκόμα όμως που ήταν νόστιμη και νέα, πριν προλάβει ν’ ανοίξει το στόμα του, άλλωστε δεν είχε πια στόμα, του το ’κλεισε μ’ ένα φιλί και είπε πως θα τον βοηθούσε η ίδια «να ξαναβρεί το κεφάλι του» και του έδωσε ραντεβού για το ίδιο βράδυ στις οκτώ, να βγούνε μαζί να ψάξουνε, κι έτσι ο κύριος Ταλμούδης έφυγε ικανοποιημένος απ’ την επίσκεψή  του στο γιατρό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Ένα και ένα κάνουν δύο
Ο κύριος Ταλμούδης σιχαινόταν τα υπονοούμενα. Του άρεσε το ένα κι ένα κάνουν δύο. Γι’ αυτό πριν χάσει το κεφάλι του, δεν έκανε παρέα με ύποπτα υποκείμενα που περνάνε ολόκληρη τη μέρα τους στα καφενεία. Αγόρασε μάλιστα και μια εφημερίδα και προσπάθησε να διαβάσει. Αλλά όμως πώς να διαβάσει αφού δεν είχε πια μάτια. Του κάκου προσπαθούσε να στερεώσει τα γυαλιά του στην ανύπαρχτη μύτη του και πάνω στ’ αυτιά του. Αναγκάστηκε τέλος να τα βαστάει στο χέρι του, και γρήγορα άφησε την ανάγνωση για άλλο καιρό. Στο γκαρσόνι,  που νόμιζε ότι ονειρευότανε, κι έτριβε τα μάτια του, για να δει αν ήταν ξύπνιος ή κοιμισμένος, παράγγειλε ένα σάντουιτς με ζαμπόν. Όταν του το έφερε όμως, είδε πως δεν είχε και δόντια για να μασήσει κι αναγκάστηκε να το ρίξει μέσα στο λαιμό του όπως ήταν. Αυτό τον ενοχλούσε πολύ και για ώρα αισθανόταν το σάντουιτς στο στομάχι του. Ορκίστηκε να μην ξαναβάλει τίποτα στερεό στο στόμα του πριν βρει το κεφάλι του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: Φυσικά, ψάχνοντας λιγάκι, βρήκε το κεφάλι του άνδρα της κάτω απ’ το κρεβάτι
Όταν η κυρία Μαργαρίτα το γένος Καστάλη, Ιωακείμογλου Ταλμούδη, γύρισε στο σπίτι από μια επίσκεψη σε μια εξαδέλφη της στην εξοχή, και όταν δεν βρήκε εκεί τον άνδρα της, τον Δαβίδ Ιωακείμογλου-Ταλμούδη, ανησύχησε. «Περίεργο», είπε μέσα της, «κάτι θα συμβαίνει, γιατί δεν βγαίνει ποτέ το πρωί. Ασφαλώς θα ’χει χάσει πάλι το κεφάλι του».
Η πολύπειρη συζυγική ζωή, είχε κάνει τη Μαργαρίτα Ταλμούδη να μαντεύει κάθε κίνηση του άνδρα της, που ο ίδιος αυτός ακόμη δεν την υποπτευότανε. Φυσικά, ψάχνοντας λιγάκι, βρήκε το κεφάλι του κάτω απ’ το κρεβάτι. Το έχωσε σ’ ένα πανέρι και το ’βαλε στο ψυγείο για να μη χαλάσει και περίμενε να γυρίσει ο άνδρας της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έχανε ο κεφάλι του κι έτσι η κυρία Ταλμούδη άρχισε να πλέκει κάλτσες για το γιο της που βρισκότανε στο στρατό, κείνο τον καιρό, κι έκανε τη στρατιωτική του θητεία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: Ο Ακέφαλος Άνθρωπος δεν υπάρχει κι όσοι διαδίδουν αυτές τις ανοησίες θα ’χουν προ πολλού χάσει οι ίδιοι τα κεφάλια τους
Ο κύριος Ταλμούδης ήταν πεπεισμένος πως ήταν μεγαλοφυΐα, όπως άλλος είναι μεγαλοβιομήχανος, ή μεγαλοεφοπλιστής. Ήταν βέβαιος ότι οι εφημερίδες σ’ ολόκληρο τον κόσμο το γράφανε και το λέγανε, κι ας μην το πίστευε κανένας, και δημοσιεύανε τη φωτογραφία του. Τώρα μάλιστα που είχε διαβαστεί πως ήταν ο μόνος Ακέφαλος άνθρωπος σ’ ολόκληρη τη γη, τα πράγματα θα πηγαίνανε πολύ καλά. περίμενε με ανυπομονησία την απογευματινή έκδοση της εφημερίδας μη τυχόν και μιλούσαν γι’ αυτόν. «Ο Βραδυνός Αστήρ» δεν έλεγε τίποτα – ούτε «ο Απογευματινός Άνθρωπος», ούτε το «Εσπερινό Φως». Μια μόνο ελπίδα του ’μενε. Το «Τζάκι», που δεν άφηνε να του ξεφύγει ένα τέτοιο «κάζο». Την άνοιξε με τρεμάμενα χέρια και διάβασε: «Φαίνεται ότι κυκλοφορεί πάλι η φήμη ότι ο Ακέφαλος άνθρωπος εμφανίστηκε για δεύτερη φορά εφέτος στην πόλη μας. Αυτοί που διαδίδουν αυτές τις ανοησίες θα ’χουν ασφαλώς χάσει οι ίδιοι τα κεφάλια τους και δεν το είχαν αντιληφθεί. Η κουταμάρα κόβει καθημερινά περισσότερα κεφάλια και η ευπιστία θερίζει τον όχλο με το δρεπάνι του θεριστή. Το επαναλαμβάνουμε μια για πάντα. Ο ακέφαλος άνθρωπος δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε, ούτε θα υπάρξει ποτέ εκτός αν μερικοί εννοούν πίσω από αυτό το εύσχημο σχήμα φάντασμα τον Καζάν = (το) Τζάκι»
Υπάρχω! Ο Ακέφαλος Άνθρωπος
«Αν αμφιβάλλετε στείλτε αύριο έναν δημοσιογράφο σας, στο καφενείο το ΜΕΓΑΛΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ. Θα είμαι εκεί και θα του δώσω συνέντευξη. Να είναι κι ο φωτογράφος παρακαλώ μαζί

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ: μια περιπέτεια με τη νόστιμη νοσοκόμα
Κατά τις οκτώ πέρασε η νοσοκόμα.
-Δεν το βρήκατε ακόμα, του λέει.
-Όχι, της λέει, σας περίμενα.
-Πού να ψάξουμε;
-Δεν ξέρω!..
-Τότε γιατί θέλατε να με συναντήσετε;
-Για να πάμε μαζί στο θέατρο!..
-Τι παίζει;
-Μπορούμε να δούμε το νέο έργο που παίζει το ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ: «Πήγε η γάτα στο χορό και δεν χόρεψε καλά και της κόψαν την ουρά»…
-Πολύ καλή ιδέα! Να πάμε…
-Μήπως θέλετε να φάμε πρώτα;
-Ας τσιμπήσουμε πρώτα κάτι!..
Φάγανε το καταπέτασμα, τι κοτόπουλα, τι ψάρια, τι αστακούς, τι χαβιάρια. Ο κύριος Ταλμούδης είχα αποφασίσει να το ρίξει έξω. Ήτανε δα και νηστικός απ’ το πρωί. Το θέατρο άμα πήγαν ήταν κλειστό.
-Τρίτη σήμερα, είπε φιλοσοφικά ο κ. Ταλμούδης, το είχα ξεχάσει.
-Πού πάμε τώρα, ρώτησε η νοσοκόμα…
-Στην γκαρσονιέρα μου να πιούμε κάτι, είπε ο κ. Ταλμούδης
-Ποτέ των ποτών, απάντησε η νοσοκόμα, κάνοντας δήθεν τη φρόνιμη –ενώ ήξερε πολύ καλά ότι θα καταλήγανε εκεί, από την αρχή.
-Καλά, είπε ο κ. Ταλμουδης, αδιάφορος, άλλη φορά.
-Όχι άλλη φορά ή τώρα ή ποτέ.
-Πώς να σας πείσω;
-Να με πείσετε, να με πάρετε δια της βίας.
-Μα, αφού δεν θέλετε…
-Έτσι κάνω, βρε κουτέ, πως δε θέλω, στο βάθος ψοφάω, αλλά δεν μπορώ να το δείξω. Ντρέπομαι, τι θα πείτε κατόπιν για μένα στους φίλους σας;
-Δεν έχω φίλους, είπε ο κ. Ταλμούδης. Έχω μια γυναίκα, μια κόρη κι ένα γιο.
Πήγανε, αλλά τι κάνανε θα μείνει μυστήριο. Το ταξί ζήτησε διπλή ταρίφα, γιατί ο πελάτης δεν είχε κεφάλι.
-Το νου σου μη χάσεις καμιά φορά το κεφάλι σου για καμιά μικρούλα όπως έχασα σήμερα το δικό μου, του λέει ο Ταλμούδης
-Δεν βαριέσαι αδελφάκι, τι είναι ένα κεφάλι. Εγώ τα πουλάω και τ’ αγοράζω αυτά.
-Πόσο, του λέει ο Ταλμούδης
-Τι πόσο;
-Πόσο τ’ αγοράζετε. Γιατί αν τ’ αγοράζετε να μου πείτε πού τα πουλάνε αυτά για να πάω ν’ αγοράσω.
-Έτσι το ’λεγα, του λέει ο σοφέρ –με πίστεψες; Δεν μπορεί να κάνει κανείς κι ένα χωρατό τούτο τον καιρό –και σε παρεξηγούνε. Τι παλιόκαιρος, αναστέναξε κι έφυγε αφού τσέπωσε τα διπλά λεφτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ: ποτέ κανείς δεν έχασε θεληματικά το κεφάλι του
Το βράδυ άμα γύρισε ο Ταλμούδης στο σπίτι του, η γυναίκα του τον κοίταξε καλά-καλά.
-Είσαι λίγο χλωμός, του λέει!.. Τι έκανες πάλι; Αταξίες;
-Όοοοχι κόμπιασε ο Ταλμούδης… Τίπππποτα (με τη γυναίκα του πάντα ψεύδιζε λιγάκι. Η κυρία Ταλμούδη κούνησε το δάχτυλό της.
-Πού πήγες κι έχασες το κεφάλι σου πάλι;
-Δεν ξέρω ππππού, είπε σαν παραπονιάρικο παιδί ο κύριος Ταλμούδης.
-Αν δεν ήμουν εγώ να στο βρίσκω, τι θα ’κανες; Και του σερβίρει το κεφάλι του στο καλάθι…
-Βάλτο γρήγορα πριν σε δει κανείς, του λέει.
Σαν βρεμένο σκυλί ο Ταλμούδης έβαλε το κεφάλι του στο σώμα του, όπως άλλοι βάζουν το καπέλο τους. Θεέ μου, σκέφτηκε, αύριο το «Τζάκι» θα θριαμβεύσει πάλι εις βάρος μου…
Γιατί μιας και το βρήκε το κεφάλι του έπρεπε να περιμένει πολύ καιρό ώσπου να το ξεναχάσει. Αφού ποτέ κανείς δεν έχασε θεληματικά το κεφάλι του.

Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν πάντοτε «παρά τη θέλησή μας»!..

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

ΔΩΡΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ και η ΠΟΛΥΤΡΟΠΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΜΙΑΣ ΕΙΔΗΣΗΣ (με προφανείς επικοινωνιακούς στόχους):

Η επανάσταση που έφερε ο Χέμινγουεϊ στη γραφή ήταν ότι απάλλαξε το πεζό λόγο από τα επίθετα και κάθε είδους καλλωπιστικό στοιχείο. Σε αντίθεση με τους βαβυλωνιακούς ναούς που έστηνε ο Τζόις, κάθε φράση του Έρνεστ ήταν δωρική. Αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό –ιδίως αν δεν έχεις τη μεγαλοφυΐα του Χέμινγουεϊ- ούτε αρέσει σε όλους. Για παράδειγμα: δεν προσπαθούσε να παρασύρει συναισθηματικά τους αναγνώστες του γράφοντας για την «αποπνικτική θλίψη που ένιωσα όταν είδα την Ντόρις, όμορφη όσο ποτέ, αν και τόσο κοντά στο θάνατο, να φεύγει, και μια μαύρη τούφα που δραπέτευε από το μαντήλι της μου θύμισε όλα αυτά που δεν προλάβαμε να ζήσουμε και όλα εκείνα που είχαμε ζήσει». Ο Χέμινγουεϊ έγραφε: «Η Ντόρις έφυγε. Λίγες μέρες μετά σκοτώθηκε». Έτσι άφηνε τον αναγνώστη να νιώσει όπως εκείνος ήθελε. Αν ο Χέμινγουεϊ ζούσε σήμερα και ερχόταν στην Ελλάδα ως πολεμικός ανταποκριτής –π.χ. ανήμερα της επετείου για το Πολυτεχνείο - θα έγραφε για την πραγματικότητα που θα συναντούσε:  «Η βία γεννάει τη βία» Έτσι απλά, απέριττα και δωρικά… Η βία γεννάει τη βία -χωρίς επίθετα και προσδιορισμούς, χωρίς συναισθηματικές παραχωρήσεις, ρομποτικά. Για να καταλάβετε όμως πόσο σημαντική είναι η έλλειψη επιθέτων θα κάνουμε το ακόλουθο λογοτεχνικό- ψυχολογικό πείραμα για τις χιλιάδες αποχρώσεις με τις οποίες μπορεί να μεταδοθεί μια είδηση της οποίας ο τίτλος θα μπορούσε να είναι Η ΒΙΑ ΓΕΝΝΑΕΙ ΤΗ ΒΙΑ (και οι στόχοι των παραλλαγών προφανείς – ART by OLBINSKI Rafal)



Λογοτεχνικό-ψυχολογικό πείραμα για την ποικιλομορφία μετάδοσης των ειδήσεων (και τους προφανείς επικοινωνιακούς στόχους):
Στη φράση:
«Η ..................(1) βία γεννάει τη ..................(2) βία»
μπορείτε να προσθέσετε κατά το δοκούν επίθετα από την ακόλουθη λίστα:
(ωμή, κρατική, παρακρατική, διακρατική, οικονομική, κοινωνικοοικονομική, πολιτικοοικονομική, ένοπλη, έννομη, έκνομη, ένδικη, άδικη, τρομοκρατική, αντιτρομοκρατική, αστυνομική, ρατσιστική, επαναστατική, αντεπαναστατική, αναμενόμενη, τυφλή, κανονική, αντικανονική, αντικοινωνική, συνταγματική, αντισυνταγματική, ταξική, αταξική, οικοκυρική, παθητική, δημοκοπική, δολοφονική, ξαφνική, στρατιωτική, ιμπεριαλιστική, απελευθερωτική, σεξιστική, φαλλοκρατική, ψυχολογική, τηλεοπτική, υιική, γονική, παιδική, εφηβική, σχολική, επαγωγική, παραγωγική, ατομική, ομαδική, μπολσεβικική, μενσεβικική, σταλινική, μαοϊκή, ναζιστική, μακιαβελική, γκεμπελική, μεταβατική, τελική, ολική, βολική, ποδοσφαιρική, τραμπουκική, διπολική, πολεμική, βρόμικη, παλινδρομική, πριτοναφική, θεσμική, πολιτισμική, ηθική, εθνική, μασονική, νατοϊκή, γκανγκστερική, εωσφορική, ληστρική, πραγματική, πειραματική, παραδειγματική, υποδειγματική, δογματική, πραξικοπηματική, κομματική, διακομματική, μικροκομματική, εξωκομματική, πολιτική, απολιτική, παραπολιτική, γεωπολιτική, αποτελεσματική, αναποτελεσματική, οχλοκρατική, πλουτοκρατική, φυλετική, κυβερνητική, βαρυποινίτικη, εκατοχρονίτικη, λογοκριτική, εκλεκτική, διαλεκτική, αποτρεπτική κλπ κλπ)

Ανάλογα με τις πεποιθήσεις σας μπορείτε να διαλέξετε το «επίθετο που σας ταιριάζει» και η φράση αλλάζει ολοσχερώς νόημα.
Μπορεί να την ακούσετε από το στόμα τηλεδημοσιογράφου, να τη διαβάσετε στην προκήρυξη οργάνωσης (επαναστατικής ή τρομοκρατικής, τo επίθετo πάλι κατά το δοκούν), να την πει ο πρωθυπουργός στη δημόσια ομιλία του, να την ξεφωνίσει ο αναρχικός.
Εξαρτάται πάντα από το επίθετο που θα τοποθετήσουμε μπροστά από τη βία (1 ή 2).
Αν όμως ακολουθήσουμε τη μέθοδο του Χέμινγουεϊ, και αφαιρέσουμε τα επίθετα, τότε η φράση σκάει στα μούτρα όλων, δικαίων και αδίκων, δυνατών και αδύναμων, με τη δυναμική μιας σφαίρας που δεν ρωτάει: «Εσύ είσαι με τους καλούς ή με τους κακούς;»

Η ίδια φράση, «η βία γεννάει τη βία», αλλάζει νόημα αν χρησιμοποιήσουμε την –ας την πούμε- «μέθοδο Στανισλάβσκι».
Αυτό θα το καταλαβαίνατε καλύτερα αν το βλέπατε επί σκηνής, ειδικά από μια ομάδα σωματικού θεάτρου όπως η “fractals”, αλλά θα κάνω μια απόπειρα να το αποδώσω γραπτά.
Ο ηθοποιός μπορεί να πει με χίλιους-δύο τρόπους την ίδια φράση, χωρίς καν τη χρήση επιθέτων -και αυτό είναι το προτέρημα του θεάτρου σε σχέση με τη γραφή.
Μπορεί να χρησιμοποιήσει την παύση:
«Η βία... γεννάει τη βία» Ή «Η βία γεννάει... τη βία»
Μπορεί να χρησιμοποιήσει την ένταση της φωνής.

Αν πει, ψιθυριστά (πείτε το, ψιθυριστά): «Η βία γεννάει τη βία», τότε θα σας μεταδώσει το συναίσθημα του φόβου.
Αν πει, με στεντόρεια φωνή και τις κατάλληλες χειρονομίες (κάντε το): «Η βία γεννάει τη βία», τότε θα νομίσετε ότι ακούτε κάποιον πολιτικό.

Αν ουρλιάξει (κάντε το, εκτός κι αν κοιμάται το μωρό στο διπλανό δωμάτιο): «Η βία γεννάει τη βία», τότε θα ανατριχιάσετε γιατί θα νιώσετε σαν να ακούτε το επαναστατικό είδωλο της εφηβείας σας (Καραϊσκάκη, Γκεβάρα, Χίτλερ, Μπακούνιν, Λεωνίδα, Γκόλντμαν, Πάμπλο, Στάλιν, Μόρισον, Μητσοτάκης, Τσίπρας -εδώ διαλέγετε ΠΡΟΣΩΠΑ κατά το δοκούν).
Ο ηθοποιός μπορεί να μεταδώσει διαφορετικό νόημα τονίζοντας μία λέξη:
«Η βία γεννάει τη ΒΙΑ.» ή «Η βία ΓΕΝΝΑΕΙ τη βία.» ή «Η ΒΙΑ γεννάει τη βία.»

Ο ηθοποιός μπορεί να δώσει διαφορετικό νόημα στη φράση χρησιμοποιώντας το δικό του συναίσθημα:
Κλαίγοντας: «Η βία γεννάει τη βία».
Γελώντας: «Η βία γεννάει τη βία»
Με θυμό: «Η βία γεννάει τη βία»
Με φόβο (όπως και ψιθυρίζοντας): «Η βία γεννάει τη βία»
Με απάθεια: «Η βία γεννάει τη βία»
Με έκπληξη (αυτό που οι δημοσιογράφοι αποκαλούν «σοκ και δέος»): «Η βία γεννάει τη βία».

Η φράση αποκτάει διαφορετικό νόημα ακόμα και από ένα εύρημα του σκηνοθέτη ή του ηθοποιού.
Αν ο ηθοποιός έχει ένα τικ όσο λέει: «Η βία γεννάει τη βία.»
Αν ο ηθοποιός ξύνει τα γεννητικά του όργανα όταν λέει: «Η βία γεννάει τη βία.»
Αν ο ηθοποιός κοιτάει το κοινό στα μάτια, κοιτάει αλλού ή έχει τα μάτια κλειστά (αυτό ειδικά, το να έχει τα μάτια κλειστά, λέει περισσότερα από την ίδια τη φράση) όταν λέει: «Η βία γεννάει τη βία.»

Ο σκηνοθέτης μπορεί να διαφοροποιήσει εντελώς το σημαίνον από το σημαινόμενο, κατά το δοκούν.
Ο ηθοποιός να είναι στραμμένος προς το κοινό όταν λέει: «Η βία γεννάει τη βία».
Ο ηθοποιός να έχει γυρισμένη την πλάτη στο κοινό ή να είναι κουλουριασμένος στην εμβρυακή στάση όταν λέει: «Η βία γεννάει τη βία».
Ο ηθοποιός να είναι αλυσοδεμένος όταν λέει: «Η βία γεννάει τη βία»
Ο ηθοποιός να κάθεται στο βασιλικό του θρόνο όταν λέει: «Η βία γεννάει τη βία»
Ο ηθοποιός να κάθεται στην τουαλέτα, με κατεβασμένα τα παντελόνια, όταν λέει: «Η βία γεννάει τη βία». (Γεια σου, δάσκαλε Μπέκετ, μέντορα όλων των γελωτοποιών…)

Και, φυσικά, ο φωτισμός, η μουσική, οι υπόλοιποι υποκριτές, τα σκηνικά, το κινητό του μπροστινού που χτυπάει όταν ακούγεται η φράση: «Η βία γεννάει τη βία»
Αλλά, πάνω από όλα, αν δεν το έχετε καταλάβει ακόμα, είναι πως θέλει το κοινό να ερμηνεύσει τη φράση που ακούει: «Η βία γεννάει τη βία.»
Λάθος! Όχι «το κοινό», αλλά ο καθένας, ο κάθε ένας, που ακούει, διαβάζει, βλέπει αυτή τη φράση –με και χωρίς επίθετα: «Η βία γεννάει τη βία»
Και δε θυμάμαι αν σας το είπα ήδη, γι’ αυτό θα σας το πω, χωρίς επίθετα και προσδιορισμούς, χωρίς σκηνικά και ευρήματα, και σας αφήνω να το ερμηνεύσετε κατά το δοκούν:
«Η ΒΙΑ ΓΕΝΝΑΕΙ ΤΗ ΒΙΑ»

[ΠΗΓΗ: ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ, παλιότερο  άρθρο που μικρές αλλαγές προσαρμόστηκε στην τρέχουσα επικαιρότητα – η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο υπογράφεται από OLBINSKI Rafal]

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Μια ΙΣΤΟΡΙΑ για έναν συγγραφέα που κρατείται από τρεις άνδρες που του ζητούν να τους διηγηθεί μια ΙΣΤΟΡΙΑ

Ένας συγγραφέας κρατείται όμηρος από τρεις άνδρες. Δεν θέλουν να τον ληστέψουν, αλλά ούτε και να τον σκοτώσουν. Αυτό που απαιτούν είναι να τους διηγηθεί μια ιστορία. Κι αυτός θα αποπειραθεί να ικανοποιήσει την παράδοξη απαίτησή τους λέγοντάς τους μια ιστορία για έναν συγγραφέα ο οποίος κρατείται από τρεις άνδρες που του ζητούν να τους διηγηθεί μια ιστορία. «Αυτή δεν είναι μια ιστορία. Αυτή είναι μια μαρτυρία. Είναι ακριβώς ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Ακριβώς αυτό που προσπαθούμε να αποφύγουμε.. Χρησιμοποίησε τη φαντασία σου, φίλε, δημιούργησε, επινόησε, φτάσε μέχρι το τέρμα», θα του πει ένας από αυτούς και ο συγγραφέας - φανταστικός και πραγματικός - θα τον ακούσει… Η παραπάνω ιστορία θα μπορούσε να αποτελεί ένα άτυπο μανιφέστο των συγγραφικών προθέσεων του Έτγκαρ Κέρετ, ισραηλινού συγγραφέα, λάτρη της μικρής φόρμας και θιασώτη του αλλόκοτου. Στα διηγήματά του ο Κέρετ επιλέγει να μας μιλήσει όχι για αυτό που εκλαμβάνεται ως πραγματικό, αλλά για το φανταστικό, για το απίθανο, για αυτό που ξεφεύγει από το ασφυκτικό πλαίσιο της όποιας αντικειμενικότητας. Αυτό που πρέπει να κάνω, λέει,  είναι να πατήσω το γκάζι και να αφήσω το τιμόνι από τα χέρια μου. Αν τρακάρω, ίσως να καταλήξω κάπου που θα υπάρχει ενδιαφέρον, αλλά αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω εξαρχής. Έτσι, ο Κέρετ καταφέρνει να θίξει με τρόπο έμμεσο και καυστικό θέματα όπως ο έρωτας, οι ανθρώπινες σχέσεις, η φιλία, οι οικογενειακοί δεσμοί, η θρησκεία, η τρομοκρατία, η παιδικότητα, το (καίριο για τους Ισραηλινούς) ζήτημα της ταυτότητας. ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΨΥΓΕΙΟ, εκδόσεις Καστανιώτη 2012  είναι μια επιλογή από τα καλύτερα διηγήματά του. Σ’ αυτό, μεταξύ άλλων παρακολουθούμε  την κάθοδο των ολύμπιων θεών στη γη με σκοπό να εργαστούν, έναν άνδρα ο οποίος έχει την ικανότητα να ακινητοποιεί τους ανθρώπους γύρω του απλώς φωνάζοντας «Ακίνητοι», μια γυναίκα η οποία μαθαίνοντας ότι κάποιος ανακάλυψε ένα φάρμακο κατά της μοναξιάς αποφασίζει να παρατήσει τον σύντροφό της προτού αυτός την απατήσει, έναν άνθρωπο ο οποίος σπρώχνει από μια ταράτσα στο κενό τον φύλακα-άγγελό του, για να μείνει έκπληκτος στη συνέχεια βλέποντάς τον να συνθλίβεται στο έδαφος αντί να πετά… [με ΚΛΙΚ στην εικόνα τρεις από τις Ιστορίες του Βιβλίου «ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΨΥΓΕΙΟ»:  Τίποτα (για εκείνη που αγαπούσε έναν άνδρα φτιαγμένο από τίποτα), Χαρούμενα Χρώματα (για τον Νταν που πάντα μα πάντα ζωγράφιζε τους κρυμμένους και τους χαμένους με χαρούμενα χρώματα) και Θρεπτική Αξία του Ονείρου (για κάποιον που ξυπνάει τρομαγμένος μέσα στη νύχτα και βρίσκει το φίλο του να τρώει το όνειρο στο οποίο είχε ονειρευτεί την αγαπημένη του!..- ART by Helena Georgiou




ΤΙΠΟΤΑ (αγαπούσε ένα άνδρα φτιαγμένο από τίποτα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο άνδρα, φτιαγμένο από ύλη)
Κι εκείνη αγαπούσε έναν άνδρα φτιαγμένο από τίποτα. Μερικές ώρες χωρίς αυτόν και ήδη της έλειπε, καθόταν στο γραφείο περικυκλωμένη από πολυαιθυλένιο και μπετόν και τον σκεφτόταν. Κάθε φορά που έβραζε νερό για να φτιάξει καφέ στο γραφείο της στο ισόγειο, άφηνε τους ατμούς να ξεπλύνουν το πρόσωπό της, ενώ φανταζόταν πως είναι εκείνος που χαϊδεύει τα μάγουλά της, έκλεινε τα μάτια, περίμενε να περάσει ημέρα, για να μπορέσει ξανά ν’ ανέβει τα σκαλιά του σπιτιού της, να γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά της πόρτας, να τον βρει να την περιμένει ήσυχος και γυμνός μέσα στα σεντόνια του άδειου κρεβατιού της.
Δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο που μπορούσε να την κάνει πιο ευτυχισμένη από το να κάνει έρωτα μαζί του όλη τη νύχτα, να γεύεται ξανά τα ανύπαρχτα χείλη του, να αισθάνεται το ανεξέλεγκτο τρέμουλο που τον διαπερνούσε, το κενό που απλωνόταν στο κορμί της. Δεν ήταν ο πρώτος της άνδρας, υπήρξαν πολλοί πριν απ’ αυτόν, που ίδρωσαν και βόγκηξαν στο κρεβάτι της, να την πονάνε με τα αγκαλιάσματά τους, με τη σαρκώδη τους γλώσσα στο στόμα της στο λαιμό της, σχεδόν να την πνίγουν. Διάφοροι άνδρες, από διάφορα υλικά: από σάρκα και αίμα, από φοβίες, από τις πιστωτικές κάρτες του μπαμπά, από απιστία, από πόθο για κάποια άλλη… Αυτά όμως ήταν τότε, τώρα έχει αυτόν. Μερικές φορές, αφού έκαναν έρωτα, έβγαιναν να περπατήσουν στους υγρούς νυχτερινούς δρόμους. Αγκαλιασμένοι, ένα πανωφόρι και για τους δυο τους, αδιάφοροι για τους ανέμους και τη βροχή, λες και το άγγιγμά τους τους δυνάμωνε. Εκείνος αγνοούσε τα σχόλια τριγύρω τους κι εκείνη έκανε πως δεν ακούει. Κι όλα τα κουτσουμπουλιά και οι κακίες δεν άγγιζαν το δικό τους κόσμο, όπως αυτές οι σταγόνες υγρασίας.
Εκείνη ήξερε πως οι γονείς της δεν ήταν ευχαριστημένοι με τον αγαπημένο της, παρόλο που το έκρυβαν. Κάποτε μάλιστα άκουσε τον πατέρα της να παρηγορεί κρυφά τη μητέρα της: «Καλύτερα απ’ το να έβγαινε με κανέναν Άραβα ή ναρκομανή». Θα ήταν σίγουρα χαρούμενοι αν, αντί γι’ αυτόν, έβγαινε με έναν ικανό γιατρό ή μ’ έναν νεαρό δικηγόρο. Οι γονείς θέλουν να νιώθουν υπερήφανοι για την κόρη τους και κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να συμβεί μ’ ένα άνδρα φτιαγμένο από τίποτα. Ακόμα κι αν αυτός ο άνδρας έχει κάνει την κόρη τους ευτυχισμένη, έχει δώσει νόημα στη ζωή της περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε οποιοσδήποτε άνδρας φτιαγμένος από ύλη.
Μπορούσαν να περάσουν μαζί ώρες, αγκαλιασμένοι, χωρίς να λένε λέξη, να είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι γυμνοί, χωρίς να ερωτοτροπούν ή ν’ αλλάζουν θέση. Κι όταν το ρολόι την πίεζε να σηκωθεί, ήταν διατεθειμένη να παραιτηθεί από τον πρωινό καφέ, από το πλύσιμο του προσώπου, για να κερδίσει μερικές στιγμές ακόμα μαζί του. Κι όσο ώρα κατέβαινε τη σκάλα, περίμενε το λεωφορείο, ήταν στο χώρο εργασίας της, περίμενε τη στιγμή που θα ξαναγύριζε κοντά του, θα γυρνούσε το κλειδί στην πόρτα κι εκείνος θα ήταν εκεί. Καμία αμφιβολία ή υποψία δεν φώλιαζε μέσα της. Ήταν σίγουρη για την αγάπη τους. Αυτή, που είχε πονέσει ήδη από πολλές απογοητεύσεις, ήξερε πως αυτή η αγάπη δεν θα την προδώσει ποτέ. Τι θα μπορούσε άλλωστε να την απογοητεύσει ξεκλειδώνοντας την πόρτα; Το άδειο διαμέρισμα; Η στείρα βουβαμάρα; Το τίποτα μέσα στα σεντόνια του ανάκατου κρεβατιού;

ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΧΡΩΜΑΤΑ
Ο Ντάνι ήταν έξι χρονών όταν ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την Παιδική Ζωγραφιά της Εβδομάδας. Τα παιδιά καλούνταν να βοηθήσουν το θείο Ιτσχάκ να βρει την πίπα του που είχε χάσει και να τη βάψουν με χαρούμενα χρώματα. Βρήκε την πίπα, τη χρωμάτισε με χαρούμενα χρώματα και μάλιστα κέρδισε το βραβείο που κληρώθηκε ανάμεσα σε όσους είχαν βρει τη σωστή λύση: την Εγκυκλοπαίδεια Τοπία της Πατρίδας μας. Αυτή ήταν μόνο η αρχή. Ο Ντάνι βοήθησε τον Γιοάβ να βρει το σκύλο του, τον Ήρωα, τη Γιαέλ και την Μπιλά να βρουν τη μικρή τους αδελφή, τον Αβνέρ τον αστυνομικό να βρει το περίστροφό του που είχε εξαφανιστεί, τον Αμίρ και τον Άμι, που έκαναν την ετήσια εκπαίδευση στο στρατό, να βρουν το τζιπ περιπολίας, και πάντοτε φρόντιζε να ζωγραφίζει με χαρούμενα χρώματα.
Βοήθησε τον Γιαϊρ τον κυνηγό να βρει την αλεπού που κρυβόταν, τους Ρωμαίους στρατιώτες να βρουν τον Ιησού, τον Τσαρλς Μάνσον να βρει τη Σάρον Τέιτ, που είχε κρυφτεί στην κρεβατοκάμαρα, τον Σούκι και τον Ζιβ από τις Ειδικές Δυνάμεις της Αστυνομίας να ξετρυπώσουν τον Χέρτσελ Αβιτάν, κι όλα αυτά χωρίς να ξεχάσει να χρωματίσει τον καθένα απ’ αυτούς με χαρούμενα χρώματα.
Ήξερε πως πίσω από την πλάτη του τον έλεγαν «χαφιέ», αλλά δεν τον ένοιαζε. Συνέχισε να βοηθάει. Βοήθησε τον Τζορτζ να βρει τον κρυμμένο Νοριέγκα, τους ναζί στρατιώτες ν’ ανακαλύψουν την Άννα Φρανκ, τον ρουμάνικο λαό να ξετρυπώσει τον φυγάδα Τσαουσέσκου, και πάντα μα πάντα ζωγράφιζε τους κρυμμένους με χαρούμενα χρώματα.
Οι τρομοκράτες και οι μαχητές της ελευθερίας ανά τον κόσμο άρχισαν να σκέφτονται πως δεν υπήρχε λόγος να κρύβονται. Μερικοί από αυτούς, από τη μεγάλη τους απελπισία βάφτηκαν από μόνοι τους με χαρούμενα χρώματα. Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι άνθρωποι έπαψαν να πιστεύουν πως μπορούσαν να παλέψουν ενάντια στην καθορισμένη μοίρα τους και η Γη μετατράπηκε σ’ έναν τόπο καταθλιπτικό. Ακόμα και ο ίδιος ο Ντάνι δεν ήταν και τόσο ευτυχής. Η διαδικασία της έρευνας και του βαψίματος δεν τον ενδιέφερε πλέον, συνέχιζε μόνο χάρη στη δύναμη της συνήθειας. Εκτός από αυτά, δεν είχε μέρος ν’ αποθηκεύσει τα επτακόσια είκοσι οχτώ αντίτυπα της εγκυκλοπαίδειας Τοπία της Πατρίδας μας. Μονάχα τα χρώματα παρέμειναν χαρούμενα.

Η ΘΡΕΠΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ:
Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και βρήκα τρομαγμένος τον Έγκστερναχ να τρώει το όνειρο στο οποίο σε είχα ονειρευτεί. Πήδηξα απ’ το κρεβάτι μου οργισμένος και του έκοψα τη μύτη μ’ όλη μου τη δύναμη. Ο Έγκστερναχ παράτησε τα υπολείμματα του ονείρου, εγώ όμως δεν υποχώρησα και συνέχισα να τον βαράω. Ακόμα κι όταν σύρθηκε κάτω από το κρεβάτι και έχασε την αισθητή μορφή του, δεν σταμάτησα να χτυπώ τη ρευστή πλέον σιλουέτα. Στο τέλος σταμάτησα. Εξαντλημένος και ιδρωμένος μάζεψα τα υπολείμματα του ονείρου. Δεν είχε αφήσει και πολλά, μόνο το μαύρο αθλητικό παντελόνι που φορούσες, το άτολμο χαμόγελό σου και μια κάποια επαφή μεταξύ μας, δεν ξέρω ποια – ίσως μια αγκαλιά.  Ο Έγκστερναχ είχε φάει τα πάντα γύρω-γύρω και είχε αφήσει μονάχα αυτή, απογυμνωμένη. Απέμεινα ξαπλωμένος στο πάτωμα φορώντας μόνο το εσώρουχό μου, κάθιδρος, απελπισμένος και σιωπηλός. Ώρες υπομονετικού ύπνου, περιμένοντας να έρθει το όνειρο. Και τώρα –τίποτα, χειρότερα κι από τίποτα, μία και μόνο υποψία γεύσης, που πέφτει στο στόμα μου από μία ανύπαρκτη γρανίτα. Κάτω απ’ το κρεβάτι ακούγεται ένα τρομερό κλάμα. Ήταν ο Εγκεστερναχ. Αρχικά νόμισα ότι ήταν κλάμα πόνου –είχα άλλωστε καταφέρει φοβερά χτυπήματα στη σιλουέτα, δεν υπήρχε όμως ούτε ίχνος πόνου στο δυνατό λυγμό. Δοκίμασα τα δάκρυα του Έγκστερναχ που κυλούσαν στο πάτωμα του δωματίου και η γεύση τους μου φάνηκε γλυκιά – ο Έγκστερναχ έκλαιγε από ευτυχία και τα δάκρυά του μου περιέγραφαν την υπέροχη γεύση του ονείρου, που είχε επιφέρει ρίγη σε κάθε κομμάτι του ανύπαρκτου κορμιού του. Ο λυγμός του μου αποκάλυψε όλες εκείνες τις μακριές νύχτες που περίμενε κάτω απ’ το κρεβάτι μου, τρεφόμενος απ’ τα κομμάτια των ονείρων μου. Όνειρα πληκτικά και απαθή, που προκαλούσαν αηδία, τα οποία μασούσε αργά, δίχως δυνατότητα επιλογής, όνειρα πόνου, εγκατάλειψης και φόβου, τα οποία προσπαθούσε να αφανίσει εντελώς για να ελευθερώσει τον ύπνο μου, και τα οποία τόσο συχνά παρέμεναν σφηνωμένα στο λαιμό του κάνοντάς τον να υποφέρει. Κάθε νύχτα ο Έγκστερναχ κατάπινε επί ώρες απάθεια και πόνο, αφήνοντας τον ύπνο μου ήρεμο και σκοτεινό, κι απόψε επιτέλους ανταμείφθηκε, χόρτασε την άγρια πείνα του και για λίγο ήρθε σ’ επαφή με μια εναλλαγή στο κενό. Το σώμα του γνώρισε κάτι πέρα απ’ το τίποτα. Η ανατολή είχε σχεδόν φτάσει και η σκιώδης παλάμη του συντρόφου μου γλίστρησε έξω απ’ το κρεβάτι, δείχνοντας το κέντρο του δωματίου, τα κομμάτια του ονείρου που μου είχαν απομείνει: τη φόρμα, το χαμόγελο, τη μεθυστική επαφή που δεν γνώριζα τη φύση της, τα χλομά δάχτυλά της που έμοιαζαν να λένε: «Να, φίλε μου, άφησα κάτι καλό και για σένα» [από το βιβλίο με μικρά διηγήματα του Έτγκαρ Κέρετ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΨΥΓΕΙΟ, εκδόσεις Καστανιώτη 2012]

Μπορούσαν να περάσουν μαζί ώρες, αγκαλιασμένοι, χωρίς να λένε λέξη, να είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι γυμνοί, χωρίς να ερωτοτροπούν ή ν’ αλλάζουν θέση. Κι όταν το ρολόι την πίεζε να σηκωθεί, ήταν διατεθειμένη να παραιτηθεί από τον πρωινό καφέ, από το πλύσιμο του προσώπου, για να κερδίσει μερικές στιγμές ακόμα μαζί του. Κι όσο ώρα κατέβαινε τη σκάλα, περίμενε το λεωφορείο, ήταν στο χώρο εργασίας της, περίμενε τη στιγμή που θα ξαναγύριζε κοντά του, θα γυρνούσε το κλειδί στην πόρτα κι εκείνος θα ήταν εκεί. Καμία αμφιβολία ή υποψία δεν φώλιαζε μέσα της. Ήταν σίγουρη για την αγάπη τους. Αυτή, που είχε πονέσει ήδη από πολλές απογοητεύσεις, ήξερε πως αυτή η αγάπη δεν θα την προδώσει ποτέ. Τι θα μπορούσε άλλωστε να την απογοητεύσει ξεκλειδώνοντας την πόρτα; Το άδειο διαμέρισμα; Η στείρα βουβαμάρα; Το τίποτα μέσα στα σεντόνια του ανάκατου κρεβατιού; - από το ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ του βιβλίου


Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: «Εδώ μέσα είναι η Ποίηση που επιθυμείς, αλλά μη στεναχωρηθείς, αν δεν βρεις το ευεργέτημα που περιμένεις!..

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati), ένας σπουδαίος συγγραφέας του φανταστικού. Οι ήρωες του πάσχουν από υπαρξιακή αγωνία… ή αυτό το κάτι που είναι απαραίτητο για να είναι ευτυχισμένοι..  Για παράδειγμα ο Καμ, ο ήρωας του πρώτου αφηγήματος, ένας πετυχημένος επιχειρηματίας που έχει αποκτήσει στη ζωή του τα πάντα, αισθάνεται δυστυχισμένος που δεν έχει την ικανότητα να γράφει ποιήματα, όπως ένας νεαρός ποιητής που ακούει να μιλούν συνέχεια γι’ αυτόν!..  Αλλά, ο κόσμος μας, ως γνωστόν, είναι παράλογος γι’ αυτό και οι ήρωες πεθαίνουν εντελώς μόνοι, χωρίς να περιμένουν βοήθεια, αγάπη ή κατανόηση, εξαπατημένοι από τους άλλους, αλλά κυρίως από τον ίδιο τους τον εαυτό. Έτσι, κι ο Καμ, από αμέλεια δική του δεν είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί το Δώρο της Ποίησης που του χαρίζεται απλόχερα!.. Αλληγορία;    Στο δεύτερο αφήγημα πάντως η Σοφία, μια πολλή όμορφη μαθήτρια, έχει τα φόντα να διαπρέπει σ’ όλα τα μαθήματα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, αλλά στα μαθηματικά κάτι της λείπει!..  Κατακλείδα… Οι Χαμένες Μέρες που έρχονται και φεύγουν χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Κοίταξέ τες είναι ανέπαφες, ακόμα ζωηρές!.. Και τώρα;    (αντιγραφή κι επικόλληση από το ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ – Ιστορίες Μπονζάι).



ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ ΤΩΝ ΑΧΡΗΣΤΩΝ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ του Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)
Στο κατάστρωμα της θαλαμηγού του, ο Τζόρτζιο Καμ, ιδιοκτήτης μεταλλείων, είχε την ευκαιρία να σώσει έναν νεαρό που πάλευε με τα κύματα. Ήταν ένας νεαρούλης εξαιρετικής ομορφιάς, που προέκυψε ότι ήταν παιδί του Θεού. Αυτός, επειδή του ήταν υποχρεωμένος, έστειλε να τον φωνάξουν και τον ρώτησε τι ανταμοιβή ήθελε.

«Αισθάνομαι ευγνώμων», απάντησε ο ιδιοκτήτης μεταλλείων, «αλλά, γιατί μου κάνεις αυτή την προσφορά με τόσο επιτιμητικό τρόπο;»
«Στη θέα πλουσίων του είδους σου χαλιέμαι λίγο, αλλά μη δίνεις σημασία!.. Όλοι έχουμε τις ιδιοτροπίες μας. Πες μου καλύτερα μια επιθυμία σου. Όσο δύσκολος κι αν είμαι, θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ»
Ο Καμ, που περνιόταν για διανοούμενος και προσκαλούσε συχνά στις δεξιώσεις του φιλοσόφους, συγγραφείς, ζωγράφους, μουσικούς, θέλησε να κάνει καλή εντύπωση:
-Θα ήθελα να μου κάνεις δώρο την Ποίηση!..
-Τι είδους ποίηση;
-Την ποίηση του Γουόλτερ Τριμπολάντι. Τον τελευταίο καιρό είχε ακούσει να μιλούν πολύ γι’ αυτόν το νεαρό ποιητή, κι ο ίδιος τον είχε διαβάσει, αλλά χωρίς ωστόσο να καταλάβει τίποτα.
-Αυτό δεν είναι τίποτα, είπε ο Θεός. Τα ποιήματα του Τριμπολάντι πουλιούνται σε όλα τα βιβλιοπωλεία, αν θυμάμαι καλά, για χίλιες πεντακόσιες λίρες το ένα.
-Δεν εννοούσα αυτό. Θα επιθυμούσα να μου χαρίσεις την απόλαυση που ορισμένοι φίλοι μου ορκίζονται ότι αντλούν απ’ αυτούς τους στίχους, και που εγώ προσπάθησα μάταια ν’ αποκτήσω.
Ο Θεός κούνησε το κεφάλι του:
-Δεν είναι πράγματα αυτά για σένα, πίστεψέ με. Άλλο δώρο θα σου ταίριαζε.
-Τι άλλο να ζητήσω; απάντησε ο μεγιστάνας. Όλα τα άλλα τα έχω ήδη. Μόνο η ποίηση μου λείπει!..
-Αφού επιμένεις, είπε ο παντοδύναμος, θα σε ικανοποιήσω με αυτήν. Κι έβγαλε απ’ το μανδύα του ένα μικρό πακέτο τυλιγμένο με γαλανό χαρτί και δεμένο με μια χρυσαφιά κορδέλα.
-Εδώ μέσα είναι η ποίηση που επιθυμείς. Αλλά μη στενοχωρηθείς, αν δεν μπορέσεις να βρεις το ευεργέτημα που περιμένεις.
Ο Καμ, αφού έκανε πρώτα μια υπόκλιση, έφυγε με το πακέτο του που ήταν τόσο ελαφρύ σαν να ήταν άδειο. Ανέβηκε στο αυτοκίνητο και πήρε το συνηθισμένο του δρόμο. Λόγω της θεϊκής πρόσκλησης είχε αναβάλλει πολλές επείγουσες υποθέσεις.

Πράγματι, μόλις μπήκε στο γραφείο του, από μια πόρτα ήρθε βιαστικά ο γραμματέας κρατώντας μια στοίβα από έγγραφα και την ίδια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και τον πληροφόρησαν για μια κατολίσθηση στο φρεάτιο νούμερο 27 –όπου θα ήταν καλύτερα να σπεύσει αμέσως για να ρίξει μια ματιά. Από κει στην αίθουσα αναμονής 1, εδώ και μια ώρα, περίμενε ο Θάντεους Φαντούσκα που είχε έρθει από την Πράγα για να του υποβάλλει ένα σχέδιο για συγχώνευση επιχειρήσεων. Στην αίθουσα αναμονής 2 έτρεμε από ανυπομονησία άλλος ένας αναστατωμένος άνθρωπος: Ο Μομπίλιο Σατούρπ –πληρεξούσιος των συνδικαλιστικών οργάνων- και στον δερμάτινο χαρτοφύλακα του υπήρχαν όλα όσα είχαν να κάνουν με το ξέσπασμα μιας ανελέητης, πενταετούς απεργίας.
Έτσι ο Καμ, αφού πρώτα έχωσε το πακέτο με την ποίηση σ’ ένα συρτάρι του γραφείου του, αφέθηκε να παρασυρθεί από την τρομερή καταιγίδα που ο ίδιος είχε προκαλέσει την ημέρα που, όντας φτωχός μεταλλωρύχος, είχε εξορύξει από τη βαθιά γη ένα τεράστιο διαμάντι. 

Οι υποχρεώσεις οι συζητήσεις τα τηλεφωνήματα οι συναντήσεις οι διαπραγματεύσεις οι συνομιλίες τα αεροπλάνα από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο οι δεξιώσεις τα συμβόλαια τα ραντεβού τα τηλεφωνήματα οι συναντήσεις τα τηλεφωνήματα ολοένα αυξάνονται και μπανγκ! ηαφνικά τον ξαναβρίσκουμε στο προεδρικό του γραφείο: ασπρομάλλης και κουρασμένος κοιτάει γύρω του σαστισμένος. Γιατί σήμερα αυτός είναι ο πιο ισχυρός επιχειρηματίας του πλανητικού συστήματος. Ωστόσο αναστενάζει βαθιά σαν να ήταν (συγχωρέστε με!) δυστυχισμένος. Από την υπόθεση της ποίησης, ύστερα από τόσα σημαντικά πράγματα που έχουν απασχολήσει το μυαλό του, δεν έχει μείνει ούτε η πιο αμυδρή ανάμνηση…
Τότε, ψάχνοντας ένα ενεργειακό αμερικάνικο χάπι που χρησιμοποιεί εδώ και κάμποσο καιρό, ανοίγει το δεύτερο συρτάρι δεξιά. Το χέρι του συναντά κάτι: ένα πακέτο!.. Είναι αρκετά σκονισμένο, τυλιγμένο με γαλάζιο χαρτί. Το ζυγιάζει στο δεξί του χέρι –δισταχτικός- και δε βρίσκει στα εγκεφαλικά του αγγεία την παραμικρή αναφορά γι’ αυτό. Καταλήγει: «ποιος ξέρει ποιος έχωσε αυτό το σκουπίδι εδώ μέσα»; Και το εκσφενδονίζει στο καλάθι των αχρήστων!..


Η ΠΟΛΛΗ ΟΜΟΡΦΗ ΜΑΘΗΤΡΙΑ και οι ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ του Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)
Ο γιατρός Τούλιο Ραμπέσκι, καθώς έβγαινε από το αυτοκίνητο μπροστά στο σπίτι ενός ασθενούς του, κοντοστάθηκε για να παρατηρήσει μια έξοχη νεαρή κοπέλα που πλησίαζε. Είχε μήνες να δει τέτοιο λουλούδι! Εκείνο το πρόσωπο που διατηρούσε ακόμα τα αγνά χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας αλλά ήδη ακτινοβολούσε μυστηριώδεις προσδοκίες, του έφερνε στο νου κάτι αόριστο. «Κι όμως δεν την έχω ξαναδεί» αναλογίστηκε. Εκείνη τη στιγμή το κορίτσι πέρασε από μπροστά του και τον  χαιρέτησε φιλικά. «Σοφία», αποκρίθηκε αυτός, αναγνωρίζοντας επιτέλους την κόρη του παλιού του φίλου Στάτσι, η οποία μέχρι χθες του φαινόταν κοριτσάκι. Και κοκκίνισε εξαιτίας κάποιας ακαθόριστης ταραχής.

Η νεαρή, ποιος ξέρει γιατί, κοκκίνισε κι αυτή. «Το ξέρεις» είπε αυτός «πως δεν σε ανεγνώρισα; Έγινες κιόλας ολόκληρη δεσποινίδα. Και το σχολείο; Τι τάξη πας φέτος;» «Δευτέρα Λυκείου». «Διάολε!.. Και πώς τα πας;», ρώτησε ο Ραμπέσκι, ενθυμούμενος τα παράπονα του φίλου του για την αργόστροφη και τεμπέλα κόρη του φίλου του, που δεν έλεγε με τίποτα να διαβάσει.  «Ναι, βέβαια» απάντησε αυτή με έξαψη «φέτος τα πάω πολύ καλύτερα» «Άρχισε επιτέλους να διαβάζεις ε;» (Στο μεταξύ σχηματιζόταν μέσα του ένα παράξενο κουβάρι από σκέψεις: τι εντυπωσιακή μεταμόρφωση, έχανες το μυαλό σου μ’ αυτό το πλάσμα, ε και να ήμουνα είκοσι πέντε χρόνια νεότερος, έχανες το μυαλό σου μ’ αυτό το πλάσμα, ε και να ήμουνα είκοσι πέντε χρόνια νεότερος, βέβαια μικρό κοριτσάκι ακόμα, αλλά μ’ εκείνη τη λεπτή και ταυτόχρονα προκλητική πτυχή στα χείλη, εκείνο το λείο και σφριγηλό λαιμό… Και τα υπόλοιπα; Όλα εκείνα που μπορούσε κανείς να φανταστεί κάτω απ’ το ανάλαφρο φόρεμα, και που σχεδόν του έκοβαν την ανάσα;  «Όχι», είπε η Σοφία. «όχι ακριβώς. Δε διαβάζω, και μάλιστα φέτος λιγότερο απ’ ό,τι συνήθως. Κι όμως…» «Θα έχεις πιο επιεικείς καθηγητές». «Όχι βέβαια, οι καθηγητές είναι πάντα οι ίδιοι». «Και τότε πώς το εξηγείς;». «Δεν ξέρω. Είναι βέβαιο πως φέτος έχω μια τύχη…». «Σε όλα τα μαθήματα;» «Εκτός από τα μαθηματικά»!.. «Στοιχηματίζω», είπε ο Ραμπέσκι μ’ ένα μελαγχολικό χαμόγελο, «Στοιχηματίζω πως στα μαθηματικά έχεις καθηγήτρια». «Ναι, καθηγήτρια» και γέλασε. «Μα εσείς πώς το μαντέψατε;»    

ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΣΟΥ ΜΕΡΕΣ ΗΡΘΑΝ!.. ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΠΑΦΕΣ, ΑΚΟΜΑ ΖΩΗΡΕΣ!.. ΚΑΙ ΤΩΡΑ;
Ο Ερνέστο Καζίρα, μερικές ημέρες μετά την εγκατάστασή του στην πολυτελή βίλα, επιστρέφοντας, διέκρινε από μακριά έναν άνδρα μ’ ένα κιβώτιο στις πλάτες… Έβγαινε από μια πλαϊνή πορτούλα του μαντρότοιχου και το φόρτωσε σ’ ένα φορτηγό. Δεν τον προλάβαινε πριν φύγει. Τον ακολούθησε, λοιπόν, με το αυτοκίνητο. Το φορτηγό έκανε πολύ δρόμο μέχρι τις απόμακρες παρυφές της πόλης και σταμάτησε στο χείλος μιας χαράδρας.
Ο Καζίρα κατέβηκε από το αμάξι και πήγε να δει. Ο άγνωστος ξεφόρτωσε το κιβώτιο από το φορτηγό και, αφού έκανε μερικά βήματα,, το πέταξε στην τάφρο που ήταν ξέχειλη από χιλιάδες άλλα παρόμοια κιβώτια.
Πλησίασε τον άνθρωπο και τον ρώτησε: «Σε είδα να βγάζεις εκείνο το κιβώτιο από τον κήπο σου. Τι είχε μέσα; Και τι είναι όλα αυτά τα κιβώτια;»
Εκείνος τον κοίταξε και χαμογέλασε: «Έχω κι άλλα στο φορτηγό για πέταμα. Δεν το ξέρεις; Είναι οι Μέρες»!..
-Ποιες μέρες;
-Οι μέρες σου!.. Οι χαμένες σου μέρες. Οι μέρες που έχασες. Δεν τις περίμενες ε; Ήρθαν. Τι έκανες γι’ αυτές; Κοίταξέ τες, είναι ανέπαφες, ακόμα ζωηρές. Και τώρα;
Ο Καζίρα κοίταξε. Τα κιβώτια σχημάτιζαν ένα πελώριο σωρό. Κατέβηκε την πλαγιά κι άνοιξε ένα. Μέσα ήταν ένας φθινοπωρινός δρόμος και στο βάθος η Γρατσιέλλα, η αρραβωνιαστικιά του, που έφευγε οριστικά. Κι αυτός ούτε καν την καλούσε. Άνοιξε ένα δεύτερο. Ήταν ένα δωμάτιο νοσοκομείου και στο κρεβάτι ο αδελφός του, ο Τζόσουα, που ήταν άρρωστος και τον περίμενε… Αυτός όμως έτρεχε για τις δουλειές του!.. Άνοιξε ένα τρίτο. Στο κάγκελο του παλιού φτωχικού σπιτιού στέκονταν ο Ντιούκ, ο πιστός μολοσσός, που τον περίμενε εδώ και χρόνια, παρατημένος, πετσί και κόκκαλο. Μα εκείνος δεν σκεφτόταν να γυρίσει.
Αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ο εκφορτωτής στεκόταν στητός στο χείλος της χαράδρας, ψυχρός σαν εκτελεστής.
-Κύριε, φώναξε ο Καζίρα!.. Ακούστε με. Αφήστε με να πάρω μόνο αυτά τα τρία κιβώτια. Σας ικετεύω. Μόνο αυτά τα τρία. Είμαι πλούσιος. Θα σας δώσσω ό,τι θέλετε…

Ο εκφορτωτής έκανε μια κίνηση με το δεξί χέρι σαν να έδειχνε ένα απρόσιτο μέρος, σαν να έλεγε ότι ήταν πολύ αργά, ότι καμιά βελτίωση δεν ήταν πιθανή. Μετά εξαφανίστηκε ως δια μαγείας και μονομιάς εξαφανίστηκε κι ο γιγαντιαίος σωρός των μυστηριωδών κιβωτίων. Και η σκιά της νύχτας έπεφτε.

Πηγή: από τη συλλογή διηγημάτων του Ντίνο Μπουτζάτι ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ σε μετάφραση του Πέτρου Φούρναρη όπως αναρτήθηκαν στις Ιστορίες Μπονζάι, Η Αισθητική του Μικρού, ένα Ιστολόγιο για το μικρό διήγημα του λογοτεχνικού περιοδικού ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ