Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΜΥΘΟΣ ή Ο ΑΚΕΦΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (αυτά τα πράγματα συμβαίνουν παρά τη θέλησή μας)

Ένα πρωί, ο κύριος Ταλμούδης - Δαβίδ Ιωακείμογλου Ταλμούδης – ξύπνησε χωρίς κεφάλι. Έσπασε το κεφάλι του να θυμηθεί που είχε αφήσει το κεφάλι του. Στάθηκε αδύνατον. «Θα με αποκεφαλίσανε ενόσω κοιμόμουνα» είπε μέσα του – και σηκώθηκε να πλύνει τα μούτρα του και τα δόντια του. Είχε ξεχάσει πως δεν είχε, ούτε δόντια ούτε πρόσωπο. «Να πάρει η οργή, σκέφτηκε, άτιμο πράμα η συνήθεια». Στη σκάλα επάνω συνάντησε την καμαριέρα, που μόλις τον είδε λιποθύμησε πριν βγάλει άχνα. «Αυτό παραπάει» σκέφτηκε ο Ταλμούδης, «πρέπει κάτι να κάνω» Μα δεν ήξερα τι να κάνει. Στο τέλος σκέφτηκε πως το καλύτερο θάτανε να πάει στο γιατρό, να ζητήσει τη συμβουλή του. Βγήκε, λοιπόν, να πάρει το λεωφορείο να πάει στο γιατρό. Στο λεωφορείο κανένας δεν τόλμησε να πει τίποτα, γιατί όλα νομίσανε ότι είχαν τρελαθεί. Άμα ζήτησε εισιτήριο από τον εισπράκτορα, εκείνος του το έδωσε χωρίς να πάρει λεφτά – από την πολλή ταραχή… Μια γυναίκα που πήγαινε ν’ ανέβει στο λεωφορείο μόλις τον είδε να κατεβαίνει πάτησε μια στριγκλιά κι έπεσε ανάσκελα. Ήταν μια γεροντοκόρη, που όλη της ζωή όνειρό της ήταν ν’ αποκεφαλίσει έναν άνδρα. Η συγκίνησή της ήταν τόσο μεγάλη που αναγκάστηκαν να της κάνουν αέρα για μιαν ολόκληρη ώρα, ώσπου να συνέλθει…[ΕΡΓΑ και ΗΜΕΡΑΙ, το πρώτο κεφάλαιο από την ιστορία για τον ΑΚΕΦΑΛΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Στο δεύτερο κεφάλαιο μια νόστιμη νοσοκόμα τον προτρέπει να πάει στο γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων, αφού, φως φανάρι κάποια γυναικοδουλειά ήταν στη μέση που τον έκανε να χάσει το κεφάλι του!.. Και πριν προλάβει ν’ ανοίξει το στόμα του, άλλωστε δεν είχε πια στόμα, του το ’κλεισε μ’ ένα φιλί, στο τρίτο κεφάλαιο, όπου μαθαίνουμε ότι ο κ. Ταλμούδης σιχαινόταν τα υπονοούμενα. Του άρεσε το ένα κι ένα κάνουν δύο, γι’ αυτό πριν χάσει το κεφάλι του δεν έκανε παρέα με ύποπτα αντικείμενα. Δραματικό απρόοπτο στο τέταρτο κεφάλαιο: η κυρία Μαργαρίτα Ιωακείμογλου-Ταλμούδη γυρίζοντας στο σπίτι της από μια επίσκεψη και διαπιστώνοντας την απουσία του άνδρα της λέει από μέσα της «κάτι κακό θα συμβαίνει, γιατί δεν βγαίνει ποτέ το πρωί. Ασφαλώς θα ’χει χάσει πάλι το κεφάλι του!.. Φυσικά ψάχνοντας λιγάκι βρίσκει το κεφάλι του κάτω απ’ το κρεβάτι, το χώνει σ’ ένα ψυγείο για να μην χαλάσει έως ότου γυρίσει ο άνδρας της!.. Όλως παραδόξως όλες οι εφημερίδες δεν έλεγαν απολύτως τίποτε. Και μόνο το «Τζάκι», η σκανδαλοθηρική εφημερίδα της πόλης έγραφε: «Φαίνεται ότι κυκλοφορεί πάλι η φήμη ότι ο Ακέφαλος άνθρωπος εμφανίστηκε για δεύτερη φορά εφέτος στην πόλη μας. Αυτοί που διαδίδουν αυτές τις ανοησίες θα ’χουν ασφαλώς χάσει οι ίδιοι τα κεφάλια τους και δεν το είχαν αντιληφθεί. Η κουταμάρα κόβει καθημερινά περισσότερα κεφάλια και η ευπιστία θερίζει τον όχλο με το δρεπάνι του θεριστή. Το επαναλαμβάνουμε μια για πάντα. Ο ακέφαλος άνθρωπος δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε, ούτε θα υπάρξει…». Μεσολαβεί στο έκτο κεφάλαιο η εφήμερη περιπέτεια με τη νόστιμη νοσοκόμα, αλλά τι κάνανε στη γκαρσονιέρα του θα μείνει μυστήριο!.. Έξοδος κι αναγνώριση στο έβδομο κεφάλαιο της ιστορίας όπου ο κ. Ταλμούδης, σαν βρεμένο σκυλί, έβαλε το κεφάλι στη θέση του, ξέροντας ότι θα περιμένει πολύ καιρό ώσπου να το ξαναχάσει. Αφού ποτέ κανείς δεν έχασε θεληματικά το κεφάλι του!..  ΚΛΙΚ στην εικόνα για όλες τις γαργαλιστικές  λεπτομέρειες του Καθημερινού Μύθου του Ακέφαλου Ανθρώπου – ART by Tommy Inbreg and Kirkaratic]



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ:  Ασφαλώς κάποια γυναικοδουλειά ήταν στη μέση
Εν τω μεταξύ ο κύριος Ταλμούδης, έφτασε στο σπίτι του γιατρού. «Ο γιατρός δεν δέχεται σήμερα», του λέει η νοσοκόμα, και διόλου δεν σάστισε. Ήτανε, βλέπετε, συνηθισμένη από κάτι τέτοια. «Γαμώτο», είπε μέσα του ο κύριος Ταλμούδης, «και τώρα τι θα κάνω;». «Να πάτε μάλλον στο γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων, να δηλώσετε πως χάσατε το κεφάλι σας, αν ήρθατε γι’ αυτό ο γιατρός δεν μπορεί να σας κάνει τίποτα. Ασφαλώς κάποια γυναικοδουλειά είναι στη μέση», πρόσθεσε η νοσοκόμα «και σας έκανε να χάσετε το κεφάλι σας». Κατεβαίνοντας τη σκάλα, ο κύριος Ταλμούδης σκέφτηκε, πως η νοσοκόμα ήταν πολύ αυθάδης και αναιδής, ν’ ανακατεύεται στην προσωπική του ζωή, και ξανανέβηκε να της υπενθυμίσει να κοιτάζει άλλη φορά τη δουλειά της. Η νοσοκόμα όμως που ήταν νόστιμη και νέα, πριν προλάβει ν’ ανοίξει το στόμα του, άλλωστε δεν είχε πια στόμα, του το ’κλεισε μ’ ένα φιλί και είπε πως θα τον βοηθούσε η ίδια «να ξαναβρεί το κεφάλι του» και του έδωσε ραντεβού για το ίδιο βράδυ στις οκτώ, να βγούνε μαζί να ψάξουνε, κι έτσι ο κύριος Ταλμούδης έφυγε ικανοποιημένος απ’ την επίσκεψή  του στο γιατρό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Ένα και ένα κάνουν δύο
Ο κύριος Ταλμούδης σιχαινόταν τα υπονοούμενα. Του άρεσε το ένα κι ένα κάνουν δύο. Γι’ αυτό πριν χάσει το κεφάλι του, δεν έκανε παρέα με ύποπτα υποκείμενα που περνάνε ολόκληρη τη μέρα τους στα καφενεία. Αγόρασε μάλιστα και μια εφημερίδα και προσπάθησε να διαβάσει. Αλλά όμως πώς να διαβάσει αφού δεν είχε πια μάτια. Του κάκου προσπαθούσε να στερεώσει τα γυαλιά του στην ανύπαρχτη μύτη του και πάνω στ’ αυτιά του. Αναγκάστηκε τέλος να τα βαστάει στο χέρι του, και γρήγορα άφησε την ανάγνωση για άλλο καιρό. Στο γκαρσόνι,  που νόμιζε ότι ονειρευότανε, κι έτριβε τα μάτια του, για να δει αν ήταν ξύπνιος ή κοιμισμένος, παράγγειλε ένα σάντουιτς με ζαμπόν. Όταν του το έφερε όμως, είδε πως δεν είχε και δόντια για να μασήσει κι αναγκάστηκε να το ρίξει μέσα στο λαιμό του όπως ήταν. Αυτό τον ενοχλούσε πολύ και για ώρα αισθανόταν το σάντουιτς στο στομάχι του. Ορκίστηκε να μην ξαναβάλει τίποτα στερεό στο στόμα του πριν βρει το κεφάλι του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: Φυσικά, ψάχνοντας λιγάκι, βρήκε το κεφάλι του άνδρα της κάτω απ’ το κρεβάτι
Όταν η κυρία Μαργαρίτα το γένος Καστάλη, Ιωακείμογλου Ταλμούδη, γύρισε στο σπίτι από μια επίσκεψη σε μια εξαδέλφη της στην εξοχή, και όταν δεν βρήκε εκεί τον άνδρα της, τον Δαβίδ Ιωακείμογλου-Ταλμούδη, ανησύχησε. «Περίεργο», είπε μέσα της, «κάτι θα συμβαίνει, γιατί δεν βγαίνει ποτέ το πρωί. Ασφαλώς θα ’χει χάσει πάλι το κεφάλι του».
Η πολύπειρη συζυγική ζωή, είχε κάνει τη Μαργαρίτα Ταλμούδη να μαντεύει κάθε κίνηση του άνδρα της, που ο ίδιος αυτός ακόμη δεν την υποπτευότανε. Φυσικά, ψάχνοντας λιγάκι, βρήκε το κεφάλι του κάτω απ’ το κρεβάτι. Το έχωσε σ’ ένα πανέρι και το ’βαλε στο ψυγείο για να μη χαλάσει και περίμενε να γυρίσει ο άνδρας της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έχανε ο κεφάλι του κι έτσι η κυρία Ταλμούδη άρχισε να πλέκει κάλτσες για το γιο της που βρισκότανε στο στρατό, κείνο τον καιρό, κι έκανε τη στρατιωτική του θητεία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: Ο Ακέφαλος Άνθρωπος δεν υπάρχει κι όσοι διαδίδουν αυτές τις ανοησίες θα ’χουν προ πολλού χάσει οι ίδιοι τα κεφάλια τους
Ο κύριος Ταλμούδης ήταν πεπεισμένος πως ήταν μεγαλοφυΐα, όπως άλλος είναι μεγαλοβιομήχανος, ή μεγαλοεφοπλιστής. Ήταν βέβαιος ότι οι εφημερίδες σ’ ολόκληρο τον κόσμο το γράφανε και το λέγανε, κι ας μην το πίστευε κανένας, και δημοσιεύανε τη φωτογραφία του. Τώρα μάλιστα που είχε διαβαστεί πως ήταν ο μόνος Ακέφαλος άνθρωπος σ’ ολόκληρη τη γη, τα πράγματα θα πηγαίνανε πολύ καλά. περίμενε με ανυπομονησία την απογευματινή έκδοση της εφημερίδας μη τυχόν και μιλούσαν γι’ αυτόν. «Ο Βραδυνός Αστήρ» δεν έλεγε τίποτα – ούτε «ο Απογευματινός Άνθρωπος», ούτε το «Εσπερινό Φως». Μια μόνο ελπίδα του ’μενε. Το «Τζάκι», που δεν άφηνε να του ξεφύγει ένα τέτοιο «κάζο». Την άνοιξε με τρεμάμενα χέρια και διάβασε: «Φαίνεται ότι κυκλοφορεί πάλι η φήμη ότι ο Ακέφαλος άνθρωπος εμφανίστηκε για δεύτερη φορά εφέτος στην πόλη μας. Αυτοί που διαδίδουν αυτές τις ανοησίες θα ’χουν ασφαλώς χάσει οι ίδιοι τα κεφάλια τους και δεν το είχαν αντιληφθεί. Η κουταμάρα κόβει καθημερινά περισσότερα κεφάλια και η ευπιστία θερίζει τον όχλο με το δρεπάνι του θεριστή. Το επαναλαμβάνουμε μια για πάντα. Ο ακέφαλος άνθρωπος δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε, ούτε θα υπάρξει ποτέ εκτός αν μερικοί εννοούν πίσω από αυτό το εύσχημο σχήμα φάντασμα τον Καζάν = (το) Τζάκι»
Υπάρχω! Ο Ακέφαλος Άνθρωπος
«Αν αμφιβάλλετε στείλτε αύριο έναν δημοσιογράφο σας, στο καφενείο το ΜΕΓΑΛΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ. Θα είμαι εκεί και θα του δώσω συνέντευξη. Να είναι κι ο φωτογράφος παρακαλώ μαζί

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ: μια περιπέτεια με τη νόστιμη νοσοκόμα
Κατά τις οκτώ πέρασε η νοσοκόμα.
-Δεν το βρήκατε ακόμα, του λέει.
-Όχι, της λέει, σας περίμενα.
-Πού να ψάξουμε;
-Δεν ξέρω!..
-Τότε γιατί θέλατε να με συναντήσετε;
-Για να πάμε μαζί στο θέατρο!..
-Τι παίζει;
-Μπορούμε να δούμε το νέο έργο που παίζει το ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ: «Πήγε η γάτα στο χορό και δεν χόρεψε καλά και της κόψαν την ουρά»…
-Πολύ καλή ιδέα! Να πάμε…
-Μήπως θέλετε να φάμε πρώτα;
-Ας τσιμπήσουμε πρώτα κάτι!..
Φάγανε το καταπέτασμα, τι κοτόπουλα, τι ψάρια, τι αστακούς, τι χαβιάρια. Ο κύριος Ταλμούδης είχα αποφασίσει να το ρίξει έξω. Ήτανε δα και νηστικός απ’ το πρωί. Το θέατρο άμα πήγαν ήταν κλειστό.
-Τρίτη σήμερα, είπε φιλοσοφικά ο κ. Ταλμούδης, το είχα ξεχάσει.
-Πού πάμε τώρα, ρώτησε η νοσοκόμα…
-Στην γκαρσονιέρα μου να πιούμε κάτι, είπε ο κ. Ταλμούδης
-Ποτέ των ποτών, απάντησε η νοσοκόμα, κάνοντας δήθεν τη φρόνιμη –ενώ ήξερε πολύ καλά ότι θα καταλήγανε εκεί, από την αρχή.
-Καλά, είπε ο κ. Ταλμουδης, αδιάφορος, άλλη φορά.
-Όχι άλλη φορά ή τώρα ή ποτέ.
-Πώς να σας πείσω;
-Να με πείσετε, να με πάρετε δια της βίας.
-Μα, αφού δεν θέλετε…
-Έτσι κάνω, βρε κουτέ, πως δε θέλω, στο βάθος ψοφάω, αλλά δεν μπορώ να το δείξω. Ντρέπομαι, τι θα πείτε κατόπιν για μένα στους φίλους σας;
-Δεν έχω φίλους, είπε ο κ. Ταλμούδης. Έχω μια γυναίκα, μια κόρη κι ένα γιο.
Πήγανε, αλλά τι κάνανε θα μείνει μυστήριο. Το ταξί ζήτησε διπλή ταρίφα, γιατί ο πελάτης δεν είχε κεφάλι.
-Το νου σου μη χάσεις καμιά φορά το κεφάλι σου για καμιά μικρούλα όπως έχασα σήμερα το δικό μου, του λέει ο Ταλμούδης
-Δεν βαριέσαι αδελφάκι, τι είναι ένα κεφάλι. Εγώ τα πουλάω και τ’ αγοράζω αυτά.
-Πόσο, του λέει ο Ταλμούδης
-Τι πόσο;
-Πόσο τ’ αγοράζετε. Γιατί αν τ’ αγοράζετε να μου πείτε πού τα πουλάνε αυτά για να πάω ν’ αγοράσω.
-Έτσι το ’λεγα, του λέει ο σοφέρ –με πίστεψες; Δεν μπορεί να κάνει κανείς κι ένα χωρατό τούτο τον καιρό –και σε παρεξηγούνε. Τι παλιόκαιρος, αναστέναξε κι έφυγε αφού τσέπωσε τα διπλά λεφτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ: ποτέ κανείς δεν έχασε θεληματικά το κεφάλι του
Το βράδυ άμα γύρισε ο Ταλμούδης στο σπίτι του, η γυναίκα του τον κοίταξε καλά-καλά.
-Είσαι λίγο χλωμός, του λέει!.. Τι έκανες πάλι; Αταξίες;
-Όοοοχι κόμπιασε ο Ταλμούδης… Τίπππποτα (με τη γυναίκα του πάντα ψεύδιζε λιγάκι. Η κυρία Ταλμούδη κούνησε το δάχτυλό της.
-Πού πήγες κι έχασες το κεφάλι σου πάλι;
-Δεν ξέρω ππππού, είπε σαν παραπονιάρικο παιδί ο κύριος Ταλμούδης.
-Αν δεν ήμουν εγώ να στο βρίσκω, τι θα ’κανες; Και του σερβίρει το κεφάλι του στο καλάθι…
-Βάλτο γρήγορα πριν σε δει κανείς, του λέει.
Σαν βρεμένο σκυλί ο Ταλμούδης έβαλε το κεφάλι του στο σώμα του, όπως άλλοι βάζουν το καπέλο τους. Θεέ μου, σκέφτηκε, αύριο το «Τζάκι» θα θριαμβεύσει πάλι εις βάρος μου…
Γιατί μιας και το βρήκε το κεφάλι του έπρεπε να περιμένει πολύ καιρό ώσπου να το ξεναχάσει. Αφού ποτέ κανείς δεν έχασε θεληματικά το κεφάλι του.

Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν πάντοτε «παρά τη θέλησή μας»!..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …