Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: «Εδώ μέσα είναι η Ποίηση που επιθυμείς, αλλά μη στεναχωρηθείς, αν δεν βρεις το ευεργέτημα που περιμένεις!..

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati), ένας σπουδαίος συγγραφέας του φανταστικού. Οι ήρωες του πάσχουν από υπαρξιακή αγωνία… ή αυτό το κάτι που είναι απαραίτητο για να είναι ευτυχισμένοι..  Για παράδειγμα ο Καμ, ο ήρωας του πρώτου αφηγήματος, ένας πετυχημένος επιχειρηματίας που έχει αποκτήσει στη ζωή του τα πάντα, αισθάνεται δυστυχισμένος που δεν έχει την ικανότητα να γράφει ποιήματα, όπως ένας νεαρός ποιητής που ακούει να μιλούν συνέχεια γι’ αυτόν!..  Αλλά, ο κόσμος μας, ως γνωστόν, είναι παράλογος γι’ αυτό και οι ήρωες πεθαίνουν εντελώς μόνοι, χωρίς να περιμένουν βοήθεια, αγάπη ή κατανόηση, εξαπατημένοι από τους άλλους, αλλά κυρίως από τον ίδιο τους τον εαυτό. Έτσι, κι ο Καμ, από αμέλεια δική του δεν είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί το Δώρο της Ποίησης που του χαρίζεται απλόχερα!.. Αλληγορία;    Στο δεύτερο αφήγημα πάντως η Σοφία, μια πολλή όμορφη μαθήτρια, έχει τα φόντα να διαπρέπει σ’ όλα τα μαθήματα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, αλλά στα μαθηματικά κάτι της λείπει!..  Κατακλείδα… Οι Χαμένες Μέρες που έρχονται και φεύγουν χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Κοίταξέ τες είναι ανέπαφες, ακόμα ζωηρές!.. Και τώρα;    (αντιγραφή κι επικόλληση από το ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ – Ιστορίες Μπονζάι).



ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ ΤΩΝ ΑΧΡΗΣΤΩΝ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ του Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)
Στο κατάστρωμα της θαλαμηγού του, ο Τζόρτζιο Καμ, ιδιοκτήτης μεταλλείων, είχε την ευκαιρία να σώσει έναν νεαρό που πάλευε με τα κύματα. Ήταν ένας νεαρούλης εξαιρετικής ομορφιάς, που προέκυψε ότι ήταν παιδί του Θεού. Αυτός, επειδή του ήταν υποχρεωμένος, έστειλε να τον φωνάξουν και τον ρώτησε τι ανταμοιβή ήθελε.

«Αισθάνομαι ευγνώμων», απάντησε ο ιδιοκτήτης μεταλλείων, «αλλά, γιατί μου κάνεις αυτή την προσφορά με τόσο επιτιμητικό τρόπο;»
«Στη θέα πλουσίων του είδους σου χαλιέμαι λίγο, αλλά μη δίνεις σημασία!.. Όλοι έχουμε τις ιδιοτροπίες μας. Πες μου καλύτερα μια επιθυμία σου. Όσο δύσκολος κι αν είμαι, θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ»
Ο Καμ, που περνιόταν για διανοούμενος και προσκαλούσε συχνά στις δεξιώσεις του φιλοσόφους, συγγραφείς, ζωγράφους, μουσικούς, θέλησε να κάνει καλή εντύπωση:
-Θα ήθελα να μου κάνεις δώρο την Ποίηση!..
-Τι είδους ποίηση;
-Την ποίηση του Γουόλτερ Τριμπολάντι. Τον τελευταίο καιρό είχε ακούσει να μιλούν πολύ γι’ αυτόν το νεαρό ποιητή, κι ο ίδιος τον είχε διαβάσει, αλλά χωρίς ωστόσο να καταλάβει τίποτα.
-Αυτό δεν είναι τίποτα, είπε ο Θεός. Τα ποιήματα του Τριμπολάντι πουλιούνται σε όλα τα βιβλιοπωλεία, αν θυμάμαι καλά, για χίλιες πεντακόσιες λίρες το ένα.
-Δεν εννοούσα αυτό. Θα επιθυμούσα να μου χαρίσεις την απόλαυση που ορισμένοι φίλοι μου ορκίζονται ότι αντλούν απ’ αυτούς τους στίχους, και που εγώ προσπάθησα μάταια ν’ αποκτήσω.
Ο Θεός κούνησε το κεφάλι του:
-Δεν είναι πράγματα αυτά για σένα, πίστεψέ με. Άλλο δώρο θα σου ταίριαζε.
-Τι άλλο να ζητήσω; απάντησε ο μεγιστάνας. Όλα τα άλλα τα έχω ήδη. Μόνο η ποίηση μου λείπει!..
-Αφού επιμένεις, είπε ο παντοδύναμος, θα σε ικανοποιήσω με αυτήν. Κι έβγαλε απ’ το μανδύα του ένα μικρό πακέτο τυλιγμένο με γαλανό χαρτί και δεμένο με μια χρυσαφιά κορδέλα.
-Εδώ μέσα είναι η ποίηση που επιθυμείς. Αλλά μη στενοχωρηθείς, αν δεν μπορέσεις να βρεις το ευεργέτημα που περιμένεις.
Ο Καμ, αφού έκανε πρώτα μια υπόκλιση, έφυγε με το πακέτο του που ήταν τόσο ελαφρύ σαν να ήταν άδειο. Ανέβηκε στο αυτοκίνητο και πήρε το συνηθισμένο του δρόμο. Λόγω της θεϊκής πρόσκλησης είχε αναβάλλει πολλές επείγουσες υποθέσεις.

Πράγματι, μόλις μπήκε στο γραφείο του, από μια πόρτα ήρθε βιαστικά ο γραμματέας κρατώντας μια στοίβα από έγγραφα και την ίδια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και τον πληροφόρησαν για μια κατολίσθηση στο φρεάτιο νούμερο 27 –όπου θα ήταν καλύτερα να σπεύσει αμέσως για να ρίξει μια ματιά. Από κει στην αίθουσα αναμονής 1, εδώ και μια ώρα, περίμενε ο Θάντεους Φαντούσκα που είχε έρθει από την Πράγα για να του υποβάλλει ένα σχέδιο για συγχώνευση επιχειρήσεων. Στην αίθουσα αναμονής 2 έτρεμε από ανυπομονησία άλλος ένας αναστατωμένος άνθρωπος: Ο Μομπίλιο Σατούρπ –πληρεξούσιος των συνδικαλιστικών οργάνων- και στον δερμάτινο χαρτοφύλακα του υπήρχαν όλα όσα είχαν να κάνουν με το ξέσπασμα μιας ανελέητης, πενταετούς απεργίας.
Έτσι ο Καμ, αφού πρώτα έχωσε το πακέτο με την ποίηση σ’ ένα συρτάρι του γραφείου του, αφέθηκε να παρασυρθεί από την τρομερή καταιγίδα που ο ίδιος είχε προκαλέσει την ημέρα που, όντας φτωχός μεταλλωρύχος, είχε εξορύξει από τη βαθιά γη ένα τεράστιο διαμάντι. 

Οι υποχρεώσεις οι συζητήσεις τα τηλεφωνήματα οι συναντήσεις οι διαπραγματεύσεις οι συνομιλίες τα αεροπλάνα από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο οι δεξιώσεις τα συμβόλαια τα ραντεβού τα τηλεφωνήματα οι συναντήσεις τα τηλεφωνήματα ολοένα αυξάνονται και μπανγκ! ηαφνικά τον ξαναβρίσκουμε στο προεδρικό του γραφείο: ασπρομάλλης και κουρασμένος κοιτάει γύρω του σαστισμένος. Γιατί σήμερα αυτός είναι ο πιο ισχυρός επιχειρηματίας του πλανητικού συστήματος. Ωστόσο αναστενάζει βαθιά σαν να ήταν (συγχωρέστε με!) δυστυχισμένος. Από την υπόθεση της ποίησης, ύστερα από τόσα σημαντικά πράγματα που έχουν απασχολήσει το μυαλό του, δεν έχει μείνει ούτε η πιο αμυδρή ανάμνηση…
Τότε, ψάχνοντας ένα ενεργειακό αμερικάνικο χάπι που χρησιμοποιεί εδώ και κάμποσο καιρό, ανοίγει το δεύτερο συρτάρι δεξιά. Το χέρι του συναντά κάτι: ένα πακέτο!.. Είναι αρκετά σκονισμένο, τυλιγμένο με γαλάζιο χαρτί. Το ζυγιάζει στο δεξί του χέρι –δισταχτικός- και δε βρίσκει στα εγκεφαλικά του αγγεία την παραμικρή αναφορά γι’ αυτό. Καταλήγει: «ποιος ξέρει ποιος έχωσε αυτό το σκουπίδι εδώ μέσα»; Και το εκσφενδονίζει στο καλάθι των αχρήστων!..


Η ΠΟΛΛΗ ΟΜΟΡΦΗ ΜΑΘΗΤΡΙΑ και οι ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ του Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)
Ο γιατρός Τούλιο Ραμπέσκι, καθώς έβγαινε από το αυτοκίνητο μπροστά στο σπίτι ενός ασθενούς του, κοντοστάθηκε για να παρατηρήσει μια έξοχη νεαρή κοπέλα που πλησίαζε. Είχε μήνες να δει τέτοιο λουλούδι! Εκείνο το πρόσωπο που διατηρούσε ακόμα τα αγνά χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας αλλά ήδη ακτινοβολούσε μυστηριώδεις προσδοκίες, του έφερνε στο νου κάτι αόριστο. «Κι όμως δεν την έχω ξαναδεί» αναλογίστηκε. Εκείνη τη στιγμή το κορίτσι πέρασε από μπροστά του και τον  χαιρέτησε φιλικά. «Σοφία», αποκρίθηκε αυτός, αναγνωρίζοντας επιτέλους την κόρη του παλιού του φίλου Στάτσι, η οποία μέχρι χθες του φαινόταν κοριτσάκι. Και κοκκίνισε εξαιτίας κάποιας ακαθόριστης ταραχής.

Η νεαρή, ποιος ξέρει γιατί, κοκκίνισε κι αυτή. «Το ξέρεις» είπε αυτός «πως δεν σε ανεγνώρισα; Έγινες κιόλας ολόκληρη δεσποινίδα. Και το σχολείο; Τι τάξη πας φέτος;» «Δευτέρα Λυκείου». «Διάολε!.. Και πώς τα πας;», ρώτησε ο Ραμπέσκι, ενθυμούμενος τα παράπονα του φίλου του για την αργόστροφη και τεμπέλα κόρη του φίλου του, που δεν έλεγε με τίποτα να διαβάσει.  «Ναι, βέβαια» απάντησε αυτή με έξαψη «φέτος τα πάω πολύ καλύτερα» «Άρχισε επιτέλους να διαβάζεις ε;» (Στο μεταξύ σχηματιζόταν μέσα του ένα παράξενο κουβάρι από σκέψεις: τι εντυπωσιακή μεταμόρφωση, έχανες το μυαλό σου μ’ αυτό το πλάσμα, ε και να ήμουνα είκοσι πέντε χρόνια νεότερος, έχανες το μυαλό σου μ’ αυτό το πλάσμα, ε και να ήμουνα είκοσι πέντε χρόνια νεότερος, βέβαια μικρό κοριτσάκι ακόμα, αλλά μ’ εκείνη τη λεπτή και ταυτόχρονα προκλητική πτυχή στα χείλη, εκείνο το λείο και σφριγηλό λαιμό… Και τα υπόλοιπα; Όλα εκείνα που μπορούσε κανείς να φανταστεί κάτω απ’ το ανάλαφρο φόρεμα, και που σχεδόν του έκοβαν την ανάσα;  «Όχι», είπε η Σοφία. «όχι ακριβώς. Δε διαβάζω, και μάλιστα φέτος λιγότερο απ’ ό,τι συνήθως. Κι όμως…» «Θα έχεις πιο επιεικείς καθηγητές». «Όχι βέβαια, οι καθηγητές είναι πάντα οι ίδιοι». «Και τότε πώς το εξηγείς;». «Δεν ξέρω. Είναι βέβαιο πως φέτος έχω μια τύχη…». «Σε όλα τα μαθήματα;» «Εκτός από τα μαθηματικά»!.. «Στοιχηματίζω», είπε ο Ραμπέσκι μ’ ένα μελαγχολικό χαμόγελο, «Στοιχηματίζω πως στα μαθηματικά έχεις καθηγήτρια». «Ναι, καθηγήτρια» και γέλασε. «Μα εσείς πώς το μαντέψατε;»    

ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΣΟΥ ΜΕΡΕΣ ΗΡΘΑΝ!.. ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΠΑΦΕΣ, ΑΚΟΜΑ ΖΩΗΡΕΣ!.. ΚΑΙ ΤΩΡΑ;
Ο Ερνέστο Καζίρα, μερικές ημέρες μετά την εγκατάστασή του στην πολυτελή βίλα, επιστρέφοντας, διέκρινε από μακριά έναν άνδρα μ’ ένα κιβώτιο στις πλάτες… Έβγαινε από μια πλαϊνή πορτούλα του μαντρότοιχου και το φόρτωσε σ’ ένα φορτηγό. Δεν τον προλάβαινε πριν φύγει. Τον ακολούθησε, λοιπόν, με το αυτοκίνητο. Το φορτηγό έκανε πολύ δρόμο μέχρι τις απόμακρες παρυφές της πόλης και σταμάτησε στο χείλος μιας χαράδρας.
Ο Καζίρα κατέβηκε από το αμάξι και πήγε να δει. Ο άγνωστος ξεφόρτωσε το κιβώτιο από το φορτηγό και, αφού έκανε μερικά βήματα,, το πέταξε στην τάφρο που ήταν ξέχειλη από χιλιάδες άλλα παρόμοια κιβώτια.
Πλησίασε τον άνθρωπο και τον ρώτησε: «Σε είδα να βγάζεις εκείνο το κιβώτιο από τον κήπο σου. Τι είχε μέσα; Και τι είναι όλα αυτά τα κιβώτια;»
Εκείνος τον κοίταξε και χαμογέλασε: «Έχω κι άλλα στο φορτηγό για πέταμα. Δεν το ξέρεις; Είναι οι Μέρες»!..
-Ποιες μέρες;
-Οι μέρες σου!.. Οι χαμένες σου μέρες. Οι μέρες που έχασες. Δεν τις περίμενες ε; Ήρθαν. Τι έκανες γι’ αυτές; Κοίταξέ τες, είναι ανέπαφες, ακόμα ζωηρές. Και τώρα;
Ο Καζίρα κοίταξε. Τα κιβώτια σχημάτιζαν ένα πελώριο σωρό. Κατέβηκε την πλαγιά κι άνοιξε ένα. Μέσα ήταν ένας φθινοπωρινός δρόμος και στο βάθος η Γρατσιέλλα, η αρραβωνιαστικιά του, που έφευγε οριστικά. Κι αυτός ούτε καν την καλούσε. Άνοιξε ένα δεύτερο. Ήταν ένα δωμάτιο νοσοκομείου και στο κρεβάτι ο αδελφός του, ο Τζόσουα, που ήταν άρρωστος και τον περίμενε… Αυτός όμως έτρεχε για τις δουλειές του!.. Άνοιξε ένα τρίτο. Στο κάγκελο του παλιού φτωχικού σπιτιού στέκονταν ο Ντιούκ, ο πιστός μολοσσός, που τον περίμενε εδώ και χρόνια, παρατημένος, πετσί και κόκκαλο. Μα εκείνος δεν σκεφτόταν να γυρίσει.
Αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ο εκφορτωτής στεκόταν στητός στο χείλος της χαράδρας, ψυχρός σαν εκτελεστής.
-Κύριε, φώναξε ο Καζίρα!.. Ακούστε με. Αφήστε με να πάρω μόνο αυτά τα τρία κιβώτια. Σας ικετεύω. Μόνο αυτά τα τρία. Είμαι πλούσιος. Θα σας δώσσω ό,τι θέλετε…

Ο εκφορτωτής έκανε μια κίνηση με το δεξί χέρι σαν να έδειχνε ένα απρόσιτο μέρος, σαν να έλεγε ότι ήταν πολύ αργά, ότι καμιά βελτίωση δεν ήταν πιθανή. Μετά εξαφανίστηκε ως δια μαγείας και μονομιάς εξαφανίστηκε κι ο γιγαντιαίος σωρός των μυστηριωδών κιβωτίων. Και η σκιά της νύχτας έπεφτε.

Πηγή: από τη συλλογή διηγημάτων του Ντίνο Μπουτζάτι ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ σε μετάφραση του Πέτρου Φούρναρη όπως αναρτήθηκαν στις Ιστορίες Μπονζάι, Η Αισθητική του Μικρού, ένα Ιστολόγιο για το μικρό διήγημα του λογοτεχνικού περιοδικού ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …