Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΚΑΠΟΤΕ ΠΑΛΙ ΔΥΟ ΤΡΕΙΣ ΣΤΙΧΟΙ. ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ:

Ω, ας είναι καλά ο άγγελος μου ο κατεβασμένος από κάποιο τέμπλο, θεός του ανέμου συνάμα κι Έρως και Γοργόνα, θα ’λεγες τον είχα κάνει πριν γεννηθώ ειδική παραγγελία. Με την ευλογία του παλαντζάρω καλύτερα τις φουρτούνες τις δικές μου και προχωρώ στις επικίνδυνες περιοχές, τα ύφαλα και τις κρυφονεριές, περασμένα μεσάνυχτα με αναμμένα τα δυο μου φωτάκια πρόσω ηρέμα… Είναι φορές που αισθάνομαι βάρκα σε κήπο! Αχνές γάζες γαλάζιες ή μωβ με καλύπτουν από το ένα μέρος ενώ το άλλο μου ακόμη αναδίνει άρμη αιώνων, θα ’λεγες από πλαγίαυλο ανεβαίνει σμύρνα υάκινθων κι υγρή γλύκα Κυμοθόης. Αυτή η βάρκα είμαι εγώ. Κι όταν λέω «εγώ» εννοώ τον ατέρμονα μετέπειτά μου. Δίχως τέλος… Εμπρός λοιπόν για μια στιγμή ας παίξουμε ό,τι μας κατέβει από το νου: ζάρια, κουδούνια, πλόες, αγάπες, όστρακα. Και τα λάθη μας να τα βάζουμε κι αυτά στο λογαριασμό: Φως από χαλαζία κυανόν της Παρθένου, Δυνάμεις πολλών ίππων σε κάτι σταλτό της ομορφιάς κιόλας φευγάτο, Δειλινό με σύννεφα όπως τα’ αποτυπώνει της ορτανσίας η ακοή, Τίμιο ξύλο από τη «Φτερωτη» στα μπλάβα, Διάφορα μυστικά στο πανέρι: αρρεβωνιάσματα, βότσαλα των Σπετσών, καραμέλες κανέλας με ξυλάκι, περιστερο-γουργουρίσματα, Ως τα πέρατα του μικρου- μικρού μου καημού που ’χει της γης το φάρδος, Όπως βυθίζεται το σεντόνι μες τα μεσάνυχτα κι απομένουν ψηλά οι οροσειρές κομμένες με ψαλίδι, Τα χίλια πρόσωπα του ανέμου και το ένα του ανθρώπου… ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ:  [στοχασμοί από τα ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ του Οδυσσέα Ελύτη για το ζωτικό χώρο της Ποίησης και τις κατακτήσεις στις οποίες μας οδηγεί , ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ, Ύψιλον/ βιβλία 1990 με ΚΛΙΚ στο κολάζ του ποιητή]


ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ…

Να γιατί γράφω: γιατί η Ποίηση αρχίζει  από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Η αίσθηση του γυρισμού «των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν  ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά, στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω,  λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο αλλ’ ορθός, καθώς το θέλησα.

Ένας αμετανόητα ερωτευμένος,  που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης,  με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω-κάτω και περιμένω…
Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήξει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα, φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε, είναι μια κοπέλα, κάποτε πάλι, δυο τρεις στίχοι, πολλές φορές απλά και μόνο το καλοκαίρι.
Τα πιο ανεπαίσθητα σημάδια,  τα πιο αόρατα,
ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί,
που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο,
που μπαίνει απ’ το ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου-

πού βρέθηκε; από πού να ’ρχεται; - παίρνουν ολάκαιρη τη σημασία τους  λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να πείσουν ότι,  όπου να ’ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.
Να γιατί γράφω.  Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται.
Η ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον που είναι ο Θεός.
Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δεν γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκαιρος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους  και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρένων του Δήμου».
Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο
το μέρος που του ανήκει.
Να γιατί γράφουμε.
Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο,
τέτοιον που τον βρήκαμε.
Τον κόσμο της φθοράς
που, έρχεται κάποια στιγμή να δούμε
ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά,
με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός
για την Ανάσταση.

Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα,  σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. Κάποτε, είναι αλήθεια, μ’ εξαναγκάσανε και σ’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ από πού κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας.
Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει –αλλά παρ’ όλα αυτά το ξέρει- πως υπάρχει και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει, μήτε να την υπερβεί.
Θέλουμε, δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε.

Να από πού ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης…

(Στοχασμοί από τα ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ του Οδυσσέα Ελύτη για το ζωτικό χώρο της ποίησης και για τις κατακτήσεις στις οποίες μας οδηγεί)

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΧΡΟΝΙΑ και ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΠΟΘΟ

Πήρα διαταγή. Σήμερα που έχεις καιρό, μου ’παν, πάρε τη σκάλα κι ανέβα να ξεκρεμάσεις αυτόν τον πόθο από τους τοίχους, πνίγηκε η είσοδος με δαύτον, τόσα χρόνια θέριεψε, παράγινε πια, μαζεύει και τόση σκόνη.

Κάπως έτσι δόθηκε η διαταγή, κι όσο μίλησε το φυτό άλλο τόσο μίλησα κι εγώ. Είπα μόνο τη λέξη «κρίμα», που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μακρινή, πολύ μακρινή, λυπητερή καμπάνα, την ακούς, λες κάτι πέθανε.

Ανεβαίνω τη σκάλα. Πολύ βαριά η καρδιά μου. Ανησυχώ, ρωτάω, βαστάει η σκάλα; Βαστάει, απαντάνε. Δεν κατάλαβαν.


Αρχίζω την αποκαθήλωση. Το ’φερε η μάνα μου, τόσο δα πριν από αρκετά χρόνια μέσα σ’ ένα μικρό ευτελές γλαστράκι, με δύο όλα-όλα φυτά αναποφάσιστα. Κλειστά. Το λένε «πόθο». Θεώρησαν ως την πιο ακατάλληλη θέση την είσοδο του σπιτιού, κι εκεί το ’βαλαν. Σκοτεινά, πληκτικά, ανέβα κατέβα τα ίδια πρόσωπα, πάνω κάτω οι δυσκολίες, πάνω κάτω τα κακονυχτισμένα όνειρα. Και όμως φαίνεται ότι όλα αυτά γίνονται λίπασμα άριστο στο φυτό. Κι αντί να μαραθεί πεισμώνει. Πετάει ανόητα φύλλα, καινούργια. Κάθε μέρα και μια αντίσταση, κι ένα τρελό αισιόδοξο φύλλο. Κάθε χαμένη μέρα κι ένα ονειροπαρμένο φυλλαράκι.

Εγώ ανέβα κατέβα. Το βλέπω. Στην αρχή του μιλάω ψυχρά, τυπικά. Του λέω, μπράβο, μπράβο, καλημέρα. Αργότερα ξανοίγομαι περισσότερο. Βάστα, του ψιθυρίζω. Περνάνε τα χρόνια. Άδικα επιμένεις, του λέω, μόλις βλέπω ένα καινούργιο φύλλο.
Είχαμε δω στο κάτω πάτωμα, κάποτε ένα νοικάρη. Αγάπαγε πολύ τα λουλούδια, κι είχε πάρει υπό την προστασία του το μέλλον αυτού του φυτού. Κι είχε αναλάβει να δίνει μια διακοσμητική κατεύθυνση στο κάθε καινούργιο κλωνάρι, βλαστάρι, ξέσπασμα, ούτε ξέρω πώς να το πω. Αυτός ήταν που το στήριζε με καρφάκια στους τοίχους, πολύ μερακλίδικες γιρλάντες, το τύλιξε γύρω από τα φώτα, στεφάνωσε την πόρτα, κάδρωσε μέσα σ’ αυτό την κακόκεφη όψη της εισόδου.

Όσες φορές τον έβλεπα ανεβασμένο στη σκάλα να εξαπατά αυτό το πράσινο, να το βάζει σε καινούργιο δήθεν δρόμο, δεν ξέρω γιατί, τον ρωτούσα κάθε φορά την ίδια βλακεία, τι λες κύριε Άγγελε, θα πραγματοποιηθεί; Αυτός πάλι, θες γιατί καταλάβαινε την ερώτησή μου, θες γιατί δεν την καταλάβαινε, απαντούσε κάθε φορά την ίδια ποθητή βλακεία, βεβαιότατα, βεβαιότατα.

Αυτά τα καρφάκια βγάζω τώρα εγώ, αυτό το πολύφυλλο «βεβαιότατα» ξεριζώνω. Κρίμα. Οι τοίχοι σιγά-σιγά ξεφορτώνονται αυτό το πράσινο προσωπείο τους. Καιρός ήταν. Γιατί εδώ που τα λέμε τώρα, το να ’χει κανείς τόσα χρόνια τον ίδιο πόθο, και σκόνη πιάνει και αράχνες τον καταπατούν, αφήνω που θεωρείται και μπανάλ.

[ΦΥΤΟΛΟΓΙΑ από τα ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ κείμενα της Κικής Δημουλα, εκδόσεις Ίκαρος 2004 – ART by HARTIG]

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΟΔΗΓΗΘΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ:

«ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ», η ατμόσφαιρα αυτού του βιβλίου είναι χιλιάδες βιβλία μαζί. Ο συγγραφέας του, ο Ίταλο Καλβίνο, στήνει ένα καθρέφτη απέναντι στη φύση κι ύστερα μας γράφει για τον καθρέφτη. Ως συγγραφείς αλλά και ως αναγνώστες, είμαστε τα βιβλία που αγαπάμε και το έργο μας είναι, σχεδόν πάντα, παλίμψηστο των κειμένων που θα θέλαμε να είχαμε γράψει. Στην περίπτωση του ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ έχουμε ένα παράξενο φαινόμενο:  αντί για τα δόλια τεχνάσματα που μετέρχονται συνήθως οι συγγραφείς για να μας κάνουν να ξεχάσουμε, όσο διαβάζουμε, ότι διαβάζουμε, βλέπουμε την απόφαση του συγγραφέα να γράψει ένα βιβλίο κάνοντας μυθοπλασία την ίδια την ηδονή της ανάγνωσης ενός βιβλίου. «Μην εκπλήσεστε αν βλέπετε τα μάτια μου να ταξιδεύουν. Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να διαβάζω και μονάχα έτσι η ανάγνωσή μου αποβαίνει καρποφόρα. Αν ένα βιβλίο μ’ ενδιαφέρει πραγματικά, δεν καταφέρνω να το παρακολουθήσω παρά για λίγες μόνο γραμμές: το μυαλό μου αρπάζει μια σκέψη ή ένα συναίσθημα ή ένα ερωτηματικό ή μια εικόνα που το ίδιο το κείμενο προτείνει, και ξεχνιέται στα ύψη πηδώντας από σκέψη σε σκέψη, από εικόνα σε εικόνα, σε μια διαδρομή γεμάτη συλλογισμούς και φαντασίες, μια διαδρομή που νιώθω την ανάγκη να διανύσω μέχρι το τέλος αφήνοντας παράμερα το βιβλίο μέχρι να το χάσω από τα μάτια μου. Το κέντρισμα της ανάγνωσης –και μάλιστα μιας ουσιαστικής ανάγνωσης – μου είναι απαραίτητο, αν και από κάθε βιβλίο δεν καταφέρνω να διαβάσω παρά μερικές μονάχα σελίδες. Μα κι αυτές οι λίγες σελίδες κλείνουν για μένα μέσα τους ολόκληρους κόσμους, κόσμους που επίσης δεν τους μαθαίνω ως το βάθος. Μύθοι και μυστήρια αποκτούν έτσι τη μορφή μικρών μη-ψηλαφητών κόκκων, σαν της γύρης που μένει στα πόδια μιας πεταλούδας. Μονάχα όποιος έχει καταλάβει αυτό το πράγμα, μπορεί να περιμένει αποκαλύψεις και φωτισμένες αλήθειες. Γι’ αυτό η ανάγνωση ενός βιβλίου δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ: διαβάζω και ξαναδιαβάζω ψάχνοντας να βρω την επιβεβαίωση μιας νέας ανακάλυψης ανάμεσα στις πτυχές των διάφορων φράσεων….  ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, εκδόσεις ΑΣΤΑΡΤΗ 1982  - ακολουθούν επιλεγμένα αποσπάσματα από το βιβλίο)


κεφάλαιο πρώτο (αποσπάσματα)
Είσαι έτοιμος ν’ αρχίσεις να διαβάζεις το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο, ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ. Χαλάρωσε. Συγκεντρώσου. Διώξε από πάνω σου κάθε άλλη σκέψη. Άσε τον κόσμο που σε περιβάλλει να διαλυθεί στην ασάφεια. Την πόρτα είναι καλύτερα να την κλείσεις. Από την άλλη μεριά, είναι πάντα αναμμένη η τηλεόραση. Πες το αμέσως στους άλλους: «Όχι, δεν θέλω να δω τηλεόραση»! Ύψωσε τη φωνή σου, ειδάλλως δεν θα σ’ ακούσουν: «Διαβάζω! Δε θέλω να μ’ ενοχλήσει κανείς»! ίσως δε σε άκουσαν, με όλη αυτή τη φασαρία. Πες το πιο δυνατά, φώναξε: «Αρχίζω να διαβάζω το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο»! Ή αν πάλι δε θες, μην το φωνάξεις. Ας ελπίσουμε πως θα σε αφήσουν στην ησυχία σου.
Πάρε την πιο αναπαυτική στάση: καθισμένος, πλαγιασμένος, κουλουριασμένος, ξαπλωμένος. Ξαπλωμένος ανάσκελα, στο ένα πλευρό, μπρούμυτα. Σε πολυθρόνα, σε ντιβάνι, σε κουνιστή καρέκλα, σε σαιζ-λονγκ, σε πουφ. Σε μια αιώρα, αν έχεις βέβαια μια αιώρα. Πάνω στο κρεβάτι ή και κάτω από τα σεντόνια. Μπορείς, ακόμα, να βολευτείς με το κεφάλι κάτω, σε θέση γιόγκα. Με το βιβλίο αντεστραμμένο, εννοείται.
Βέβαια, κανένας ακόμα δεν μπόρεσε να βρει ποια είναι η ιδανικότερη στάση για διάβασμα. Κάποτε ο κόσμος διάβαζε όρθιος, μπροστά σε ένα αναλόγιο. Είχε συνηθίσει να μένει όρθιος, όρθιος και ακίνητος. Όταν κουράζονταν να πηγαίνουν με το άλογο, οι άνθρωποι ξεκουράζονταν έτσι. Κανένας ποτέ δεν σκέφτηκε να διαβάσει πάνω σε ένα άλογο. Κι όμως, σήμερα, η ιδέα να διαβάζεις καθισμένος στη σέλα, με το βιβλίο ακουμπισμένο στη χαίτη του αλόγου, ίσως στηριγμένο με μια ειδική ιπποσκευή στ’ αυτιά του αλόγου, σου φαίνεται ελκυστική. Με τα πόδια στους αναβατήρες θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά αναπαυτικά για διάβασμα. Άλλωστε ο πρώτος όρος για να απολαύσει κανείς το διάβασμα είναι να σηκώσει τα πόδια του πάνω από το έδαφος.
Ωραία! Τι περιμένεις, λοιπόν: άπλωσε τα πόδια σου, ακούμπησέ τα, αν θέλεις, πάνω σ’ ένα μαξιλάρι, σε δυο μαξιλάρια, στα μπρατσόλια του ντιβανιού, στη ράχη της πολυθρόνας, στο τραπεζάκι που πίνεις τσάι, στο γραφείο σου, στο πιάνο, στην υδρόγειο σφαίρα. Βγάλε, όμως, πρώτα τα παπούτσια, αν θέλεις α ακουμπήσεις κάπου τα πόδια σου. Ειδάλλως ξαναφόρεσέ τα. Τώρα μη στέκεσαι εκεί, μα τα παπούτσια στο ένα χέρι και το βιβλίο στο άλλο…..
Όχι πως περιμένεις τίποτα το ιδιαίτερο από αυτό ειδικά το βιβλίο. Είσαι ένας που, από λόγους αρχής, δε περιμένει πια τίποτα από το τίποτα. Υπάρχουν τόσο, πιο νέοι από σένα ή λιγότερο νέοι, που περνούν τις μέρες τους περιμένοντας να ζήσουν εκπληκτικές εμπειρίες από τα βιβλία, από τους ανθρώπους, από τα ταξίδια, από τα γεγονότα, απ’ ό,τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Εσύ όχι. Εσύ ξέρεις ότι το καλύτερο που μπορεί να περιμένει κανείς, είναι να αποφύγει το  χειρότερο. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο έχεις καταλήξει, στην προσωπική σου ζωή όπως και στα γενικότερα προβλήματα, ακόμα και σ’ αυτά που συγκεντρώνουν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Και με τα βιβλία; Ακριβώς επειδή την έχεις αποκλείσει σε όλα τα άλλα επίπεδα, σου φαίνεται σωστό να επιτρέπεις στον εαυτό σου εκείνη τη νεανική ευχαρίστηση της αναμονής σε ένα χώρο καλά περιχαρακωμένο, όπως είναι ο κόσμος του βιβλίου, όπου μπορεί να σου πάει καλά ή άσχημα, αλλά ο κίνδυνος της απογοήτευσης, τουλάχιστο, δεν είναι πολύ σοβαρός.

Είδες, λοιπόν, σε μια εφημερίδα ότι κυκλοφόρησε το ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ, το νέο βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο που δεν δημοσίευσε τίποτα εδώ και μερικά χρόνια. Πέρασες από το βιβλιοπωλείο και αγόρασες αυτό το βιβλίο. Έκανες πολύ καλά.

Ήδη στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου εντόπισες το εξώφυλλο με τον τίτλο που ζητούσες. Ακολουθώντας αυτό το οπτικό χνάρι, προχώρησες στο μαγαζί μέσα από το πυκνό δίχτυ των Βιβλίων Που Δεν έχεις Διαβάσει και που σε κοιτάζουν συνοφρυωμένα από τους πάγκους και τα ράφια, προσπαθώντας να σε φοβίσουν. Εσύ, όμως, ξέρεις πως δεν πρέπει να εντυπωσιαστείς, πως ανάμεσά τους είναι παραταγμένα στη σειρά τα Βιβλία Που Δεν Είναι Ανάγκη Να Διαβάσεις, τα Βιβλία Που Φτιάχτηκαν Για Άλλες Χρήσεις Και Όχι Για Να Διαβαστούν, τα Βιβλία Που Ήδη Διάβασες Χωρίς Να Κάνεις Τον Κόπο Να Τα Ανοίξεις Γιατί Ανήκουν Στην Κατηγορία Των Ήδη Διαβασμένων Πριν Ακόμα Γραφούν. Κι έτσι ξεπερνάς τον πρώτο τείχος των επάλξεων. Τώρα σου επιτίθεται η στρατιά των Βιβλίων Που Αν Μπορούσες Να Ζήσεις Περισσότερες Ζωές Θα Διάβαζες Ευχαρίστως Αλλά Δυστυχώς Οι Μέρες Που Σου Απομένουν Να Ζήσεις Είναι Αυτές Που Είναι. Με μια γρήγορη κίνηση τα προσπερνάς και φτάνεις στις φάλαγγες των Βιβλίων Που Έχεις Πρόθεση Να Διαβάσεις Αλλά Πρώτα Έχουν Σειρά Κάποια Άλλα, των Βιβλίων Που Είναι Πολύ Ακριβά Και Που Μπορείς Να Περιμένεις Να Αγοράσεις Μισοτιμής, των Βιβλίων Που Επίσης Περιμένεις Να Αγοράσεις Όταν Θα Επανεκδοθούν Στις Οικονομικές Σειρές, των Βιβλίων Που μπορείς Να Ζητήσεις Από Κάποιον Να Σου Δανείσει, των Βιβλίων Που Όλοι Πια Έχουν Διαβάσει Και Άρα είναι Σαν Να Τα Έχεις Διαβάσει Κι Εσύ. Αποκρούοντας όλες αυτές τις εφόδους, φτάνεις κάτω από τους πύργους του οχυρού όπου αντιστέκονται
τα Βιβλία Που Εδώ Και Πολύ Καιρό Έχεις Στο Πρόγραμμα Να Διαβάσεις,
τα Βιβλία Που Ψάχνεις Χρόνια Και Δεν Βρίσκεις,
τα Βιβλία Που Αφορούν Κάτι Με Το Οποίο Ασχολείσαι Αυτή Την Περίοδο,
τα Βιβλία Που Θέλεις Να Αγοράσεις Για Να Τα Έχεις Στη Διάθεσή Σου Για Κάθε Περίσταση,
τα Βιβλία που Θα Μπορούσες Να Βάλεις Κατά Μέρος Για Να Τα Διαβάσεις Ίσως Το Καλοκαίρι,
τα Βιβλία Που Σου Λείπουν Για Να Τα Βάλεις Δίπλα Σε Άλλα Στη Βιβλιοθήκη Σου,
τα Βιβλία Που Σου Εμπνέουν Μια Ξαφνική Φρενιασμένη Και Όχι Εύκολα Δικαιολογημένη Περιέργεια.
Ορίστε, λοιπόν, που μπόρεσες να μειώσεις τον απεριόριστο αριθμό των εχθρικών δυνάμεων σε ένα σύνολο, αρκετά, βέβαια, μεγάλο, αλλά που μπορεί, τουλάχιστο, να υπολογιστεί με ένα συγκεκριμένο αριθμό, αν και αυτή η σχετική σου ανακούφιση δεν σε γλιτώνει από τις παγίδες των Βιβλίων Που Διάβασες πριν Από Πολλά Χρόνια Και Ήρθε Πια Ο Καιρός Να Ξαναδιαβάσεις, και των Βιβλίων Που Πάντα Έλεγες Ότι Έχεις Διαβάσει Και Ήρθε Πια Ο Καιρός Να Διαβάσεις Αληθινά.
Απελευθερώνεσαι με γρήγορα ζιγκ ζαγκ, και με ένα πηδηματάκι μπαίνεις στην ακρόπολη των Καινούργιων Βιβλίων Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Σε Ελκύουν. Αλλά και στο εσωτερικό αυτού του οχυρού μπορείς να προκαλέσεις ρήγματα ανάμεσα στα στίφη των υπερασπιστών του, χωρίζοντας αυτούς τους τελευταίους σε Καινούργια Βιβλία Των οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Δεν Είναι Νέα (για σένα, βέβαια, ισχύει μονάχα το διαζευκτικό ή) και σε Καινούργια Βιβλία Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Είναι Εντελώς Άγνωστα (τουλάχιστο σε σένα), και να προσδιορίσεις ακριβώς την έλξη που αυτά εξασκούν πάνω σου, στη βάση των επιθυμιών σου και των αναγκών σου για το καινούριο και για το όχι καινούριο (για το καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο όχι καινούριο και για το όχι καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο καινούριο).
Όλα αυτά για να πούμε ότι, αφού έριξες μια γρήγορη ματιά στους τίτλους των τόμων που βρίσκονται παρατεταγμένοι στο βιβλιοπωλείο, οδήγησες τα βήματά σου προς το μέρος όπου βρίσκεται ο φρεσκοτυπωμένος σωρός του ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ. Πήρες στα χέρια σου ένα αντίτυπο και το πήγες στο ταμείο για να επισημοποιήσεις το δικαίωμα ιδιοκτησίας σου πάνω σ’ αυτό…
…………………………………………………………………………
Είναι ιδιαίτερη η ευχαρίστηση που σου προσφέρει ένα βιβλίο που μόλις εκδόθηκε. Φεύγοντας, δεν παίρνεις μαζί σου μονάχα ένα βιβλίο αλλά και την καινοτομία του, που μπορεί να είναι απλά και μόνο η καινοτομία ενός αντικειμένου που μόλις πριν από λίγο βγήκε από το εργοστάσιο, η ομορφιά του καινούριου που διαρκεί ως τη στιγμή που το εξώφυλλο αρχίσει να κιτρινίζει… Όχι, εσύ ελπίζεις πάντα να πέσεις πάνω σε κάτι πραγματικά καινούριο, σε κάτι που θα παραμείνει για πάντα καινούριο. Διαβάζοντας ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε, κάνεις δικό σου αυτό τον αέρα του καινούριου από την πρώτη κιόλας στιγμή, χωρίς να χρειαστεί να τον ακολουθήσεις αργότερα από πίσω, να τον κυνηγήσεις. Θα είναι, άραγε, τούτη, η καλή φορά; Κανένας δεν ξέρει ποτέ τι γίνεται. Ας δούμε πώς αρχίζει.

κεφάλαιο δεύτερο: Σκύβοντας στην άκρη της απόκρημνης πλαγιάς ένιωσα την τέλεια αρμονία του σύμπαντος. Έτσι, πείθομαι όλο και περισσότερα ότι ο κόσμος θέλει να μου στείλει μηνύματα (αποσπάσματα)

Δεν μπορεί να υπάρξει κανένα λεξιλόγιο ικανό να μεταφράσει σε λέξεις το βάρος των σκοτεινών υπαινιγμών που σφραγίζει τα πράγματα.
ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΡΑΔΥ. Κάθε βράδυ περνώ τις πρώτες ώρες της νύχτας γράφοντας αυτές τις σελίδες που δεν ξέρω αν θα διαβάσει ποτέ κανένας. Ο γυάλινος γλόμπος του δωματίου μου στο Πανδοχείο φωτίζει τη ροή της γραφής μου που είναι ίσως υπερβολικά νευρική για να μπορέσει ποτέ να τη διαβάσει ένας μελλοντικός αναγνώστης. Ίσως αυτό το ημερολόγιο να ξαναβγεί στο φως πολλά και πολλά χρόνια μετά το θάνατό μου, όταν η γλώσσα μας θα έχει υποστεί ποιος ξέρει πόσες αλλαγές, και κάποιες λέξεις και εκφράσεις που εγώ χρησιμοποιώ σωστά, θα ακούγονται περίεργα και δεν θα τις χρησιμοποιεί κανείς. Όποιος, πάντως, βρει το ημερολόγιο μου θα έχει μια σίγουρη υπεροχή σε σχέση μ’ εμένα: από μια ήδη γραμμένη γλώσσα μπορεί πάντοτε, ο οποιοσδήποτε να εκμαιεύσει ένα λεξιλόγιο και μια γραμματική, ν’ απομονώσει φράσεις, να τις μεταγράψει ή να τις παραφράσει σε μια άλλη γλώσσα, ενώ εγώ προσπαθώ να διαβάσω, στην ακολουθία των πραγμάτων που καθημερινά παρουσιάζονται μπροστά μου, τις προθέσεις του κόσμου για τον εαυτό μου, και προχωρώ ψηλαφητά ξέροντας πως δεν μπορεί να υπάρξει κανένα λεξιλόγιο ικανό να μεταφράσει σε λέξεις το βάρος των σκοτεινών υπαινιγμών που σφραγίζει τα πράγματα. Θα ήθελα αυτό το φτερούγισμα των προαισθήσεων και των αμφιβολιών να φτάσει σε όποιον θα με διαβάσει όχι σαν ένα τυχαίο εμπόδιο στην κατανόηση όσων γράφω αλλά σαν η ίδια η ουσία. Κι αν η πορεία των σκέψεών μου φανεί φευγαλέα σε όποιον προσπαθήσει να την ακολουθήσει ξεκινώντας από ριζικά διαφορετικές διανοητικές συνήθειες, το σημαντικό είναι να του γίνει κατανοητή η προσπάθεια που κάνω για να διαβάσω πίσω από τις γραμμές των πραγμάτων τη σημασία των μελλούμενων, μια σημασία που ακόμα μου διαφεύγει.
ΚΥΡΙΑΚΗ. Νωρίς το πρωί πήγα στο μετεωρολογικό παρατηρητήριο, ανέβηκα στο ξύλινο βάθρο και έμεινα εκεί όρθιος, ν’ ακούω το τικ τακ των διάφορων οργάνων σαν να ήταν μια ουράνια μουσική. Ο άνεμος διαπερνούσε τον πρωινό ουρανό παίρνοντας μαζί του ελαφρά συννεφάκια. Τα συννεφάκια έπαιρναν τη μορφή θυσάνων, ύστερα σωρειτών. Γύρω στις εννιάμισι ξέσπασε μια βροχή και το βροχόμετρο σημείωσε κάποια εκατοστόλιτρα. Ακολούθησε ένα σύντομο, μικρό ουράνιο τόξο, μετά ο ουρανός σκοτείνιασε ακόμα μια φορά, ο δείχτης του βαρόμετρου άρχισε να κατεβαίνει και να σχεδιάζει στο χαρτί μια σχεδόν κάθετη γραμμή. Ύστερα βούιξε μια βροντή και άρχισε να πέφτει χαλάζι. Εγώ, εκεί πάνω στην κορυφή, ένιωθα σαν να κρατούσα στο χέρι μου τα ξαστερώματα και τις καταιγίδες, τους κεραυνούς και τις αντάρες: όχι σαν ένας θεός, μη με νομίζετε τρελό, δεν ένιωθα σαν το νεφεληγερέτη Δία, αλλά κάτι σαν διευθυντής ορχήστρας που έχει μπροστά του μια ήδη γραμμένη παρτιτούρα, και ξέρει ότι οι ήχοι που βγαίνουν από τα διάφορα όργανα συμφωνούν μ’ ένα σχέδιο του οποίου αυτός είναι ο μόνος προστάτης και θεματοφύλακας. Η λαμαρίνα της στέγης αντηχούσε όπως αντηχεί ένα ταμπούρλο κάτω από  καταιγισμό χτυπημάτων. Το ανεμόμετρο στροβιλιζόταν… τούτο το σύμπαν, το γεμάτο ξεσπάσματα κι εκρήξεις μπορούσε να μεταφραστεί σε αριθμούς που καταχωρούσα στα κατάστιχα. Μια υπέρτατη γαλήνη κυριαρχούσε στο γενικό κατακλυσμό.
Σ’ εκείνη τη στιγμή της ολοκλήρωσης και της αρμονίας ένα τρίξιμο μ’ έκανε να χαμηλώσω το βλέμμα μου. Κουλουριασμένος ανάμεσα στα σκαλιά του βάθρου και τις κολόνες του υπόστεγου, ήταν ένας αξύριστος άνδρας, ντυμένος με μια χοντροκομμένη ριγέ στολή μουσκεμένη απ’ τη βροχή. Με κοίταξε μ’ ένα καθαρό, σταθερό βλέμμα.
-Δραπέτευσα, είπε. Μη με καρφώνετε. Θα πρέπει να πάτε να ειδοποιήσετε ένα άτομο. Θέλετε; Βρίσκεται στο ξενοδοχείο τοθ Θαλάσσιου Κρίνου.
Αμέσως ένιωσα ότι σ’ εκείνη την τέλεια αρμονία του σύμπαντος είχε ανοίξει ένα ρήγμα, ένα αγεφύρωτο χάσμα.

Κεφάλαιο τέταρτο: Ο αδιόρατος κόσμος της φαντασίας (αποσπάσματα)
Το διάβασμα είναι πάντα η ίδια υπόθεση: υπάρχει κάτι που είναι εκεί, ένα πράγμα φτιαγμένο από γραφή… και μέσα από αυτό το πράγμα έρχεσαι ν’ αναμετρηθείς με κάτι άλλο
Το διάβασμα, λέει ο καθηγητής, είναι πάντα η ίδια υπόθεση: υπάρχει κάτι που είναι εκεί, ένα πράγμα φτιαγμένο από γραφή, ένα στερεό, υλικό αντικείμενο που κανείς δεν μπορεί ν’ αλλάξει, και μέσα από αυτό το πράγμα έρχεσαι ν’ αναμετρηθείς με κάτι άλλο που δεν είναι μπροστά σου, κάτι διαφορετικό που ανήκει στο μη υλικό, στον αδιόρατο κόσμο, έναν κόσμο που υπάρχει μονάχα στο μυαλό μας, στη φαντασία μας ή έναν κόσμο που ίσως κάποτε να υπήρξε και τώρα πια δεν υπάρχει γιατί χάθηκε, γιατί είναι απλησίαστος, εκεί στη χώρα των νεκρών…
Ίσως όμως να μην βρίσκεται μπροστά μας γιατί ακόμα δεν υπάρχει, γιατί είναι κάτι το επιθυμητό, κάτι που φοβόμαστε, κάτι το πιθανό ή το απίθανο – λέει η Λουντιμίλα – γιατί το διάβασμα είναι η συνάντηση με κάτι που πρόκειται να υπάρξει, αλλά ακόμα κανείς δεν ξέρει αν τελικά θα υπάρξει… (Να, τώρα βλέπεις την Αναγνώστρια απασχολημένη ν’ αγναντεύει, πέρα από τα περιθώρια της τυπωμένης σελίδας, τα πλοία των σωτήρων ή των κατακτητών να ξεπροβάλουν στον ορίζοντα, στις τρικυμίες…). Το βιβλίο που τώρα θα ήθελα να διαβάσω είναι ένα μυθιστόρημα όπου κανείς θα νιώθει την ιστορία που έρχεται σαν ένα θολό μπουμπουνητό, σαν την ιστορία του ανθρώπινου πεπρωμένου, ένα μυθιστόρημα που θα σου δίνει την αίσθηση ότι ζεις μια ταραχή που ακόμα δεν έχει όνομα, δεν πήρε σχήμα…

Κεφάλαιο πέμπτο: Σε ποιο παρελθόν μου ανήκει ο άνθρωπος που έρχεται μέχρι εδώ να με βρει; (αποσπάσματα)
Χωρίς το φόβο του ανέμου και του ιλίγγου ξεθάβω διάφορες ιστορίες που ίσως θέλω να διηγηθώ και που, ίσως, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο χρόνος της ζωής μου
Κάθε τόσο ξεθάβω διάφορες ιστορίες γιατί θέλω από αυτή τη διήγηση μου να γίνει φανερό ότι έχω πολλές ιστορίες που θα μπορούσα να διηγηθώ και που ίσως θα διηγηθώ και που ποιος ξέρει αν δεν έχω ήδη διηγηθεί σε άλλες περιπτώσεις, ένα διάστημα γεμάτο ιστορίες που ίσως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο χρόνος της ζωής μου, στον οποίο μπορώ να κινηθώ προς όλες τις κατευθύνσεις όπως στο διάστημα, και να βρίσκω πάντα ιστορίες που για να τις διηγηθώ πρέπει πρώτα να διηγηθώ κάποιες άλλες, γιατί ξεκινώντας από μια οποιαδήποτε στιγμή ή μέρος, συναντώ πάντα την ίδια πυκνότητα του αφηγηματικού υλικού που μπορώ να διηγηθώ. Μάλιστα, αν κοιτάξω σε προοπτική όλα όσα παραλείπω από τον κύριο κορμό της διήγησης μου, βλέπω κάτι σαν δάσος που επεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις και που είναι τόσο πυκνό ώστε δεν αφήνει να περάσει το φως, με λίγα λόγια ένα υλικό πολύ πιο πλούσιο από κείνο που διάλεξα αυτή τη φορά να φέρω σε πρώτο πλάνο, γι’ αυτό και δεν αποκλείεται όση παρακολουθούν τη διήγησή μου να αισθάνονται ότι τους κοροϊδεύω, έτσι που το ρεύμα μοιράζεται σε πολλά μικρά ρυάκια, να αισθάνονται ότι, απ’ όλα τα πιο σημαντικά γεγονότα, σ’ αυτούς φτάνουν μονάχα οι τελευταίοι απόηχοι, οι τελευταίες λάμψεις, αλλά ίσως αυτό να είναι ακριβώς το αποτέλεσμα στο οποίο ήθελα να φτάσω όταν καθόμουν να διηγηθώ ή ας πούμε, ένα τέχνασμα της αφηγηματικής τέχνης που εγώ προσπαθώ να υιοθετήσω, ένας κανόνας που με βοηθάει να διηγούμαι τελικά λιγότερα πράγματα απ’ όσα θα μπορούσα να διηγηθώ.
Κι αυτό, αν το καλοεξετάσει κανείς, είναι η απόδειξη του πόσο πραγματικά πλούσια είναι όσα έχω να πω, αφού αν αποφάσιζα να διηγηθώ απλά και μόνο μια ιστορία, θα ριχνόμουν με τα μούτρα σ’ αυτήν με αποτέλεσμα να την κάψω από τη μανία μου να την τοποθετήσω στα σωστά της πλαίσια ενώ έτσι, κρατώντας για τον εαυτό μου ένα σχεδόν απεριόριστο απόθεμα ιστοριών, είμαι σε θέση να τη χειρίζομαι από κάποια απόσταση και χωρίς να βιάζομαι, αφήνοντας να διαφανεί ακόμα και κάποια ενόχληση και επιτρέποντας στον εαυτό μου την πολυτέλεια να παρασύρομαι σε δευτερεύοντα επεισόδια και σε ασήμαντες λεπτομέρειες.
Κάθε φορά που τρίζει το κιγκλίδωμα –εγώ είμαι στο πλυσταριό στο βάθος του κήπου – αναρωτιέμαι σε ποιο παρελθόν μου ανήκει ο άνθρωπος που έρχεται μέχρι εδώ για να με βρει: ίσως ν’ ανήκει μονάχα στο χθεσινό μου παρελθόν, σε τούτο δω το προάστιο, ίσως να είναι ο κοντός Άραβας σκουπιδιάρης που κάθε Οκτώβρη αρχίζει  να γυρίζει από σπίτι σε σπίτι μοιράζοντας μια μικρή κάρτα με τις ευχές για το καινούργιο χρόνο και μαζεύοντας χρήματα γιατί –λέει- οι συνάδελφοί το κρατάνε για τον εαυτό τους όλο το φιλοδώρημα του Δεκέμβρη και σ’ αυτόν δεν δίνουν ούτε μια δεκάρα, μπορεί όμως ν’ ανήκει και σε κάποιο πιο μακρινό παρελθόν που κατατρέχει το γερο-Ρουέντι και βρίσκει το κιγκλίδωμα στο αδιέξοδο δρομάκι του σπιτιού του: λαθρέμποροι από το Βαλαί, μισθοφόροι από την Κατάγκα, κρουπιέρηδες από το Καζίνο του Βαραντέρο της εποχής του Φουλγκένθιο Μπατίστα…

Κεφάλαιο ενδέκατο: Σου απομένει μια ακόμα ελπίδα να βρεις το μοναδικό βιβλίο που ψάχνεις… (αποσπάσματα) 
Αναγνώστη, είναι πια καιρός, τούτη η εξαντλητική περιπλάνησή σου να βρει ένα λιμάνι, στο πολυσχιδές και πολύχρωμο υλικό μιας ανάγνωσης…
Τούτα τα δέκα μυθιστορήματα που πέταξαν μέσα απ’ τα χέρια σου μόλις είχες αρχίσει να τα διαβάζεις, βρίσκονται σ’ αυτή τη βιβλιοθήκη. Επιτέλους, έχεις μπροστά σου μια ελεύθερη και ήσυχη μέρα. Πηγαίνεις στη βιβλιοθήκη, συμβουλεύεσαι τον κατάλογο. Με το ζόρι κρατιέσαι για να μην  βγάλεις μια κραυγή ή μάλλον δέκα κραυγές, αγαλλίασης: όλοι οι συγγραφείς και οι τίτλοι που ψάχνεις υπάρχουν, επιμελώς καταχωρημένοι, στον κατάλογο….
Το βλέμμα του αναγνώστη απέναντί σου, αντί να είναι ακουμπισμένο στο βιβλίο που έχει ανοιχτό στα χέρια του, περιπλανιέται στον αέρα. Κι όμως, τα δικά του, δεν είναι μάτια αφηρημένα: μια έντονη προσήλωση συνοδεύει τις κινήσεις των γαλάζιων ιρίδων. Κάθε τόσο, τα βλέμματά σας διασταυρώνονται. Κάποια στιγμή σου απευθύνει το λόγο, ή μάλλον, μιλάει στο κενό, παρότι, σίγουρα, απευθύνεται σε σένα…
Η ανάγνωση είναι ένα ασυνεχές και αποσπασματικό εγχείρημα. Ή μάλλον το αντικείμενο της ανάγνωσης είναι ένα πολυσχιδές και πολύχρωμο υλικό. Στο ευρύ πεδίο της γραφής, η προσοχή του αναγνώστη ξεχωρίζει μερικά μόνο κομμάτια, κάποια παιχνιδίσματα των λέξεων, κάποιες παρομοιώσεις, συντακτικές ιδιομορφίες, που δείχνουν μια εξαιρετικά συγκεντρωμένη πυκνότητα νοημάτων. Είναι όπως τα πρωτογενή μόρια που συνθέτουν τον πυρήνα ενός έργου, γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλα τα άλλα. Ή όπως το κενό στο βάθος ενός στροβίλου που απορροφά και καταπίνει τα ρεύματα. Μέσα λοιπόν από αυτά τα φωτεινά ανοίγματα –με μικρές λάμψεις που μόλις και μετά βίας γίνονται αντιληπτές- εκφράζεται η αλήθεια, η ουσία που το βιβλίο μπορεί να μεταφέρει.
Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι η ανάγνωση αποτελεί ένα εγχείρημα χωρίς αντικείμενο ή ότι το πραγματικό της αντικείμενο είναι αυτή η ίδια. Το βιβλίο είναι μονάχα ένα συμπληρωματικό έρεισμα ή και απλά μια αφορμή… Το κάθε νέο βιβλίο που διαβάζεις παίρνει κι αυτό τη θέση του σ’ εκείνο το ενιαίο και συνολικό βιβλίο που αποτελεί το άθροισμα των διαβασμάτων… Η στιγμή που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι εκείνη που προηγείται της ανάγνωσης. Μερικές φορές είναι ο τίτλος που αρκεί να προκαλέσει την επιθυμία. Άλλες φορές είναι η αρχή του βιβλίου, οι πρώτες φράσεις, κάτι το ελάχιστο για να μπει σε κίνηση η φαντασία. Μονάχα η υπόσχεση της ίδιας της ανάγνωσης.

ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ:  Χίλιες και μια νύχτες ρωτάει, περιμένοντας γεμάτος αγωνία ν’ ακούσει το μύθο
Οι ιστορίες που μοιάζουν είναι πολλές και με πολλές παραλλαγές, αλλά καμιά δεν είναι εκείνη; Λέτε να ονειρεύτηκα; Κι όμως δε θα ησυχάσω ποτέ, αν δεν μάθω πώς τελειώνει αυτή η ιστορία
Υποφέροντας από αϋπνία, μεταμφιέζεται σε έμπορο και βγαίνει στους δρόμους της Βαγδάτης. Μια βάρκα τον μεταφέρει, ακολουθώντας τα ρεύματα του Τίγρη, στην καγκελωτή πόρτα ενός κήπου. Στην άκρη μιας κρήνης, μια γυναίκα ωραία σαν τη σελήνη, τραγουδά συνοδεύοντας το τραγούδι της με ένα λαούτο. Μια σκλάβα οδηγεί τον Χαρούν στο παλάτι και του φορά ένα μανδύα στο χρώμα της ώχρας. Η γυναίκα που τραγουδούσε στον κήπο, τώρα είναι καθισμένη σε μια ασημένια πολυθρόνα. Γύρω της, πάνω σε μαξιλάρια, κάθονται εφτά άνδρες, όλοι τυλιγμένοι με μανδύες στο χρώμα της ώχρας.
«Έλειπες μονάχα εσύ – λέει η γυναίκα – άργησες», και τον καλεί να καθίσει σ’ ένα μαξιλάρι δίπλα της.  «Ευγενικοί κύριοι, έχετε ορκιστεί να με υπακούετε τυφλά, και τώρα ήρθε η στιγμή να σας δοκιμάσω», και η γυναίκα βγάζει από το λαιμό της ένα περιδέραιο από μαργαριτάρια.
«Αυτό το περιδέραιο έχει εφτά άσπρα μαργαριτάρια κι ένα μαύρο. Τώρα θα σπάσω την κλωστή και θ’ αφήσω τα μαργαριτάρια να πέσουν σε μια κούπα από όνυχα. Όποιος τραβήξει στην τύχη το μαύρο μαργαριτάρι, θα πρέπει να σκοτώσει το Χαλίφη Χαρούν Αρ-Ρασίντ και να μου φέρει το κεφάλι του. Για ανταμοιβή θα του προσφέρω τον εαυτό μου. Αν αρνηθεί, όμως, να σκοτώσει το Χαλίφη, θα τον σκοτώσουν οι άλλοι εφτά, οι οποίοι και θα επαναλάβουν την κλήρωση του μαύρου μαργαριταριού».
Μ’ ένα ρίγος να του διαπερνά το κορμί, ο Χαρούν Αρ-Ρασίντ ανοίγει την παλάμη του, βλέπει το μαύρο μαργαριτάρι και απευθύνεται στη γυναίκα: «Θα υπακούσω στις διαταγές της μοίρας και τις δικές σου, με τον όρο ότι θα μου διηγηθείς ποια προσβολή του Χαλίφη σου έχει αφήσει ένα τόσο αχαλίνωτο μίσος εναντίον του», ρωτάει, περιμένοντας γεμάτος αγωνία ν’ ακούσει το μύθο.
Σίγουρα, τούτο το απομεινάρι μιας παιδικής ανάγνωσης θα πρέπει να πάρει τη θέση που του αρμόζει στον κατάλογο των ημιτελών βιβλίων. Ποιος, όμως είναι ο τίτλος;
Οι λέξεις με τις οποίες διακόπηκε η αφήγηση, σου φαίνεται πως εκφράζουν καλά το πνεύμα του ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ. Γράφεις, λοιπόν, ΡΩΤΑΕΙ, ΠΕΡΜΕΝΟΝΤΑΣ ΓΕΜΑΤΟΣ ΑΓΩΝΙΑ Ν’ ΑΚΟΥΣΕΙ ΤΟ ΜΥΘΟ στον κατάλογο των τίτλων που μάταια ζήτησες στη βιβλιοθήκη.

[Απελευθερώνεσαι με γρήγορα ζιγκ ζαγκ, και με ένα πηδηματάκι μπαίνεις στην ακρόπολη των Καινούργιων Βιβλίων Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Σε Ελκύουν. Αλλά και στο εσωτερικό αυτού του οχυρού μπορείς να προκαλέσεις ρήγματα ανάμεσα στα στίφη των υπερασπιστών του, χωρίζοντας αυτούς τους τελευταίους σε Καινούργια Βιβλία Των οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Δεν Είναι Νέα (για σένα, βέβαια, ισχύει μονάχα το διαζευκτικό ή) και σε Καινούργια Βιβλία Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Είναι Εντελώς Άγνωστα (τουλάχιστο σε σένα), και να προσδιορίσεις ακριβώς την έλξη που αυτά εξασκούν πάνω σου, στη βάση των επιθυμιών σου και των αναγκών σου για το καινούριο και για το όχι καινούριο (για το καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο όχι καινούριο και για το όχι καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο καινούριο).]


Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΙΝΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ και ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΜΑΖΙ ΤΗΣ;

Ποια είναι, λοιπόν, η Σκοτεινή Κυρία, που έβαλε στον τίτλο ενός ποιήματός του ο Αργύρης Χιόνης; Είναι η έμπνευση τάχα ή το αποτέλεσμα; Είναι η Μούσα της ποίησης ή η ίδια η Ποίηση, που τιμά με την αυτοπρόσωπη παρουσία της τον ποιητή; Υπάρχει μια χαριτωμένη ρήση που ταιριάζει στην περίπτωση: «δεν περιμένω την έμπνευση για να γράψω. Πηγαίνω ο ίδιος να τη συναντήσω, καλύπτοντας περισσότερο από το μισό της διαδρομής». Ο τίτλος του ποιήματος του Χιόνη δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στην ίδια την Ποίηση. Αυτή είναι η Σκοτεινή Κυρία, που επισκέπτεται τον ποιητή, και την ονομάζει «Σκοτεινή» όχι για τα ρούχα που φορεί αλλά  «γιατί είναι σκοτεινές και δόλιες οι προθέσεις της»  καθότι  «είναι ντυμένη φόνο και ηδονή  και κάτω απ’ τη νεκρή βιζόν  φορεί τα ασπαίροντα βυζιά της»… Για χάρη τίνος λοιπόν υπάρχει η ποίηση; Για χάρη του «ανάμεσα» ή για χάρη των «μερών»; Και, τελικά, ποια είναι η σχέση του ποιητή με την ποίηση; Είναι έρμαιό της ή είναι ο ίδιος που κατευθύνει τη «σκοτεινή» δύναμή της; Ή είναι το έρμαιο μιας σκοτεινής δύναμης που κατευθύνει ο ίδιος; Μήπως η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μορφή που δίνει ο ποιητής στον εαυτό του; Ή ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει; [ερωτήματα – ερεθίσματα για πολλές και διαφορετικές προεκτάσεις μ’ αφορμή τη Σκοτεινή Κυρία του Αργύρη Χιόνη και τα αμφιλεγόμενα συναισθήματά του γι’ αυτήν τη μυστηριώδη κυρία: «όταν με επισκέπτεται η Σκοτεινή Κυρία, νιώθω ότι μπορώ να στήσω σκάλα και να φτάσω άστρα και ουρανό, όταν μ’ εγκαταλείπει η Σκοτεινή Κυρία κάτω απ’ τη σκάλα κουλουριάζομαι, σκυλί δαρμένο κι ορφανό» - ART by  brooke shaden]



Η ΤΕΧΝΗ ΥΠΑΡΧΕΙ  ΓΙΑ ΝΑ ΚΡΑΤΑ ΖΩΝΤΑΝΗ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΡΩΝΕΙ:
«Όταν με επισκέπτεται η Σκοτεινή Κυρία»: αυτή είναι η εναρκτήρια φράση του ποιήματος, φράση που εισάγει άλλες τέσσερες στροφές και μέσα από αυτή την επαναλαμβανόμενη επίσκεψη διαμορφώνεται μια παράδοξη, μια «αποτρόπαια ωραία» σχέση επιθυμίας και αποστροφής, «κραυγών χαράς» και «γόων τάφου», όπου ο ποιητής παραδίνεται αμαχητί στην επικίνδυνη έλξη της και στις σαρκοβόρες, βίαιες της διαθέσεις, εισπράττοντας ως αντάλλαγμα, και εν είδει δικής του ηδονής «ένα δύο στίχους αμφίβολης ποιότητας» κι αυτούς…
Το ποίημα στριφογυρνά επίμονα γύρω από τον εαυτό του και ο ορίζοντας του περιβάλλοντός του, καθώς και ο χρονικός του ορίζοντας, εκτείνονται ανάμεσα στις επισκέψεις της Σκοτεινής Κυρίας και στην εναγώνια προσμονή τους. Όμως, για χάρη ποιας από τις δύο υπάρχει η ποίηση;

Αν η παρουσία νοείται ως η ποιητική εκπλήρωση, η προσμονή είναι αυτή που διατηρεί ζωντανή και διαρκώς παρούσα την επιθυμία της. «Η τέχνη υπάρχει για να κρατά ζωντανή την επιθυμία και όχι για να την εκπληρώνει», υποστηρίζει ο Κάρλος Φουέντες. Και μένει να αποδειχθεί, αν πράγματι ό,τι είναι να συμβεί συμβαίνει ανάμεσα στην αποχώρηση της Σκοτεινής Κυρίας και στην επόμενη εμφάνισή της.

Κατά τον Χιόνη, αυτό ακριβώς το «ανάμεσα» πλέκει και συνδέει τις ψυχικές διακυμάνσεις του ποιητή, τις όποιες αντιφάσεις και αυτό-αναιρέσεις των αισθημάτων του. Ό,τι πικρό ό,τι απειλητικό και δόλιο ό,τι οδυνηρό και σκοτεινό, αλλά και ότι ηδονικό εκτυλίσσεται σε κάθε συνάντηση, είναι αυτό που στο «ανάμεσα» επιζητεί ο ποιητής, αυτό που αμφίθυμος περιμένει και ελπίζει να συμβεί. Είναι αυτό που, εν τέλει, υπάρχει ως ύπαρξή του:

Προσμένοντας τη Σκοτεινή Κυρία, χτενίζω με τα μάτια τον ορίζοντα…
Προσμένοντας τη Σκοτεινή Κυρία, φορώ μαύρο επίσημο κοστούμι…
Προσμένοντας τη Σκοτεινή Κυρία διώχνω τα σύννεφα απ’ τον ουρανό…
Όταν με επισκέπτεται η Σκοτεινή Κυρία, ξαναφτιάχνει πράγματι τον κόσμο απ’ την αρχή, αλλά τι κόσμο, Θεέ μου! Έναν κόσμο όπου στη θέση των αμπελώνων απλώνονται νεκροταφεία, στη θέση των κυπαρισσιών υψώνονται λόγχες που απειλούν τον ουρανό, έναν κόσμο γεμάτο δράκους και λίμνες αίματος, εκεί όπου πριν υπήρχαν παπαρούνες. Αυτό τον άγριο κόσμο μου προσφέρει, λέγοντας μου ειρωνικά: αν είσαι ποιητής αληθινός, θα τον εξημερώσεις…»

Για χάρη τίνος λοιπόν υπάρχει η ποίηση; Για χάρη του «ανάμεσα» ή για χάρη των «μερών»; Και, τελικά, ποια είναι η σχέση του ποιητή με την ποίηση;
Είναι έρμαιό της ή είναι ο ίδιος που κατευθύνει τη «σκοτεινή» δύναμή της; Ή είναι το έρμαιο μιας σκοτεινής δύναμης που κατευθύνει ο ίδιος; Μήπως η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μορφή που δίνει ο ποιητής στον εαυτό του; Ή ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει;
Όταν αργεί να με επισκεφτεί και ανυπομονώ, προσφεύγω στον καθρέφτη και συνομιλώ με τη μορφή που βλέπω μέσα στο γυαλί, που είμαι εγώ και είναι αυτή…
Όταν με επισκέπτεται η Σκοτεινή Κυρία, νιώθω ότι μπορώ να στήσω σκάλα και να φτάσω άστρα και ουρανό
Όταν με εγκαταλείπει η Σκοτεινή Κυρία κάτω απ’ τη σκάλα κουλουριάζομαι, σκυλί δαρμένο κι ορφανό


[ΠΗΓΗ: Σταύρος Ζαφειρίου, Η σκοτεινή Κυρία του Αργύρη Χιόνη: επανωτά ερωτήματα για την ποίηση – αποσπάσματα από κείμενο που δημοσιεύτηκε στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ τεύχος 97]

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Το Κομμάτι που Λείπει συναντά το Μεγάλο Ο (γιατί με τις ιστορίες κοιμούνται οι μικροί και ξυπνούν οι μεγάλοι)

Η ιστορία μιλά για τη μοναξιά και την ανάγκη να ανήκεις. Την ανάγκη να βρεις αυτό που σε συμπληρώνει, ώστε να «κυλήσεις» στη ζωή μαζί του. Μιλά για την εναγώνια αναζήτηση αυτού του άλλου, που θα έρθει ως «από μηχανής θεός», να κλείσει το μέσα μας κενό, να δώσει νόημα στη ζωή μας. Αυτό το άλλο, που πιστεύουμε, ότι θα μας αναγνωρίσει και θα το αναγνωρίσουμε «μαγικά». Στη διάρκεια αυτής της αναζήτησης θα κάνουμε πολλά: θα μασκαρευτούμε, θα τρομάξουμε, θα μπερδευτούμε, θα γελοιοποιηθούμε, θα ελπίσουμε... Και τελικά, κάποτε, θα βρούμε το ιδανικό μας άλλο, αυτό που μας χωρά και το χωράμε. Και ευτυχώς θα αρχίσουμε επιτέλους να «κυλάμε»...να ζούμε...Τι κρίμα μόνο, που κανείς δεν μας είπε και εμείς ποτέ δεν σκεφτήκαμε, ότι κυλώντας...αλλάζεις! Και έτσι αυτό που ξεκίνησε σαν απόλυτο ταίριασμα, στην πορεία αρχίζει να μας στενεύει και να το στενεύουμε... Και μετά τι.... Μετά πάλι από την αρχή: προσμονή και μοναξιά... Μέχρι τη στιγμή που θα εμφανιστεί κάτι, κάποιος, που τίποτα δεν ζητά και τίποτα δεν του λείπει, (ένα Μεγάλο, ολοστρόγγυλο, πλήρες Ο), για να μας κάνει την απλή ερώτηση: «Γιατί δεν κυλάς μόνο σου;» -«Μόνο μου; ένα Κομμάτι-που-λείπει (τριγωνικής μορφής) δεν μπορεί να κυλήσει μόνο του» [ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ και ΕΥΤΥΧΙΑ, όμως, είναι πρωτίστως μια προσωπική υπόθεση – Πώς και γιατί; Απολαύστε το βίντεο με τα σχόλια που το συνοδεύουν με ΚΛΙΚ στην εικόνα - ART by ARTSAMI how do i live without you]



Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ:  

«Γιατί δεν κυλάς μόνο σου;» «Μόνο μου; ένα Κομμάτι-που-λείπει (τριγωνικής μορφής) δεν μπορεί να κυλήσει μόνο του»
«Αλήθεια, προσπάθησες ποτέ;» ρώτησε το Μεγάλο Ο.
«Οι γωνίες μου είναι πολύ μυτερές» είπε το Κομμάτι-που-Λείπει. «Δεν είμαι φτιαγμένο για να κυλάω μόνο μου!»
«Οι γωνίες και τα σχήματα αλλάζουν» είπε το Μεγάλο Ο...
«Αλλάζουν»;

Σιωπή...
Περισυλλογή...
Απόπειρα....
Προσπάθεια....
Κίνηση....
Και επιτέλους αρχίζει το ταξίδι... η μεταμόρφωση...η ζωή...

«Το Κομμάτι που Λείπει συναντά το Mεγάλο Ο», μιλά απλά και αληθινά για αυτό που όλοι ξέρουμε, αλλά ελάχιστοι κατανοούμε και ακόμα ελαχιστότεροι κάνουμε πράξη στη ζωή μας: η ολοκλήρωση και ευτυχία μας, είναι πρωτίστως μια προσωπική υπόθεση. Κανείς δεν μπορεί να μας την επιβάλει ή ακόμα και να μας τη χαρίσει «έξωθεν». Και ίσως δεν γίνεται αλλιώς: για να συν-υπάρξουμε κάποτε με κάποιον ή κάτι, πρέπει πρώτα να υπάρξουμε σαν αυτοκαθοριζόμενες οντότητες. Η συν-ύπαρξη χρειάζεται δυο... όχι δυο μισά, αλλά δυο ολόκληρα. Δυο Μεγάλα ολοστρόγγυλα Ο, που τίποτα δεν χρειάζονται και τίποτα δεν τους λείπει... Δύο ολόκληρα που συμπορεύονται από καθαρή αγάπη. Όχι από ανάγκη ούτε από συμφέρον. Δυο ολόκληρα που τα ενώνει η επιλογή. Όχι η ελπίδα, ούτε ο φόβος.... Αν έτσι αντικρίσουμε τη ζωή μας, ίσως πάψουμε να μεμψιμοιρούμε, να τα βάζουμε με τους άλλους, να είμαστε απαθής ή μοιρολάτρες. Αν δεν περιμένουμε την ευτυχία να μας χτυπήσει την πόρτα, αλλά τραβήξουμε εμείς κατά κει, αν μη τι άλλο, σίγουρα στο τέλος, όποιο κι αν είναι, θα έχουμε κάνει ένα πολύ ενδιαφέρον ταξίδι!
(λοιπόν;)
Η ολοκλήρωση και ευτυχία μας, είναι πρωτίστως μια προσωπική υπόθεση (απόλαυσε το βίντεο…)

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ και (αντιστικτικά) ο ΞΕΝΙΣΤΗΣ της Άννας Αφεντουλίδου (αφιερωμένος σ’ αυτόν):

Στο «Απομεσήμερο ενός Φαύνου», μια από τις… τρελές ιστορίες (όπως χαρακτηρίζονται στον υπότιτλο του βιβλίου του Αργύρη Χιόνη ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ) ο αφηγητής, με παιγνιώδη και ενίοτε παρωδιακή διάθεση, θέλοντας να σατιρίσει το παράλογο της ύπαρξης και την ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής, αναφέρεται στο φόβο του επερχόμενου γήρατος και στην οδυνηρή παραδοχή της απώλειας της λίμπιντο εκ μέρους του αφηγητή τη στιγμή που επιτείνεται από τη σύγκριση «του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος» της νεαρής ερωμένης του. Πίσω από τον απλό μύθο προβάλλει ένα πυκνά υφασμένο δίχτυ αναφορών, οι οποίες αναδεικνύουν την αρχετυπικότητα του θέματος. Εκτός από τις ρητές αναφορές στον Μαλλαρμέ, τον Ντεμπυσσύ και το μεσαιωνικό, θαυμάσια «μετατονισμένο», ποίημα «Συζυγική ζωή», υπάρχουν και κάποιες λιγότερο εμφανείς. Για παράδειγμα, η στάση του αφηγητή που «ξύπνιος και γερμένος στο πλάι» περιεργάζεται το κορμί της νεαρής κοπέλας ανακαλεί τον εικονογραφικό τύπο του Σατύρου, που, γερμένος στο πλάι, κοιτάζει με λαγνεία την κοιμωμένη Αφροδίτη ή νύμφη. Παρόμοια στάση παίρνει και ο γέρος σύζυγος στο ιδιαιτέρως ποιητικό απόσπασμα από τη «Συζυγική ζωή»… Η παρουσία, στο τέλος του αφηγήματος της γνωστής επωδού «Ποτέ –ποτέ πια» από Το Κοράκι του Ε.Α. Πόε λειτουργεί αντιστικτικά προς το θέμα της γεροντικής λαγνείας… Το ίδιο θέμα αλλά ιδωμένο από την πλευρά της νεαρής κοπέλας διαπραγματεύεται με το δικό της ξεχωριστό τρόπο στην ιστορία της με τίτλο ΞΕΝΙΣΤΗΣ (αφιερωμένο Στο απομεσήμερο ενός Φαύνου του Αργύρη Χιόνη – Όσοι πιστοί στη διακειμενικότητα ακονίστε τα μαχαίρια σας)  

πρώτη ιστορία: ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΣΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ του Αργύρη Χιόνη: 
Αυτή μόλις είχε κλείσει τα είκοσι τρία, αυτός πλησίαζε τα εξήντα. Αυτή είχε μόλις εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της, αλλά ανυπομονούσε ήδη για αναγνώριση, για καταξίωση. Αυτός, αφού είχε φτύσει αίμα και περάσει δια πυρός και σιδήρου, εθεωρείτο πλέον καταξιωμένος ποιητής και κριτικός.

Ήταν ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουλίου και ήσαν ξαπλωμένοι, ολόγυμνοι, επάνω στο κρεβάτι του. Πριν από λίγο, είχανε κάνει έρωτα, αυτή με βαθιούς στεναγμούς και πνιχτές καρυαγές «ηδονής», αυτός με ιδρώτα και άγχος για τη λειψή στύση του.
Αυτή είχε αποκοιμηθεί, αυτός, ξύπνιος και γερμένος στο πλάι, ρπος το μέρος της, άκουγε την ήσυχη, αμέριμνη ανάσα και περιεργαζόταν το κορμί της. Ο ύπνος την είχε κερδίσει σε ύπτια στάση, αλλά τα στήθη της δεν κρέμονταν δεξιά και αριστερά. Σφιχτά σαν λεμόνια, σημάδευαν με ρώγες όρθιες το ταβάνι. Τα μπράτσα ήσαν αλαβάστρινα, στομάχι και κοιλιά καμπύλωναν προς τα μέσα, χωρίς ωστόσο να εκθέτουν τα παϊδια του υπερκείμενου θώρακα. Το τρίχωμα του εφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελούδο, οι μηροί, κρουστοί, δεν ξεχέιλωναν πάνω στο στρώμα, το ίδιο και οι γάμπες. Τα γόνατα διακριτά και τέλεια σμιλευμένα. Όσο για τα πόδια –αχ, τα πόδια!- δυο κομψοτεχνήματα, με λεπτουργημένους αστραγάλους, τέλεια του πέλματος καμπύλη και ακροδάχτυλα σαν ρόδινες, στριφτές καραμελίτσες που σου ’ρχονταν να τις γλείφεις μέχρι να λίωσουν μες στο στόμα σου.

Απ’ τα δροσάτα πόδια της, στα μαραμένα τα δικά του πέρασε το βλέμμα του και, από κει, στις αχαμνές του γάμπες ανηφόρισε, στ’ αρθριτικά του γόνατα και στους σακουλιασμένους του μηρούς. Στο σμίξιμό τους, αντίκρισε, με δέος, τα τζούφια αρχίδια του, σταφανωμένα από γκρίζες γουρονότριχες, και λίγο πιο ψηλά, τη χαλαρή κοιλιά που, όπως ήτανε γερτός στο πλάι, πάνω στο στρώμα είχε κυλήσει. Μίσος και αηδία τον κατέλαβε για το παρηκμασμένο του κορμί. Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε και, αφού ο ύπνος δεν έστεργε, ως παρατηρητήε, τα μάτια να του κλείσει, το χέρι άπλωσε κι απ’ τη βιβλιοθήκη πλάι στο κρεβάτι, ένα βιβλίο ανέσυρε, στην τύχη και στην τύχη (τι φρικτή, Θεέ μου τύχη!) στην εβδομηκοστή ένατη σελίδα το άνοιξε σελίδα κι άρχισε να διαβάζει:

«Πάει κιόλας χρόνος από τότε που ο Φαρίντ πήρα τη Νάαμα γυναίκα, και κάθε πρωινό το αντρόγυνο κάτω απ’ τις αλέες τριγυρνά, που οι φυλλωσιές τους το ξανάνιωμα του έρωτα θροϊζουν.
Όμως εκείνοι προχωρούν, ο ένας πλάι στον άλλο, αργά-αργά, λες και ξεπροβοδίζουνε νεκρό στο μνήμα, λες και τη μουσική δεν αγρικούν των δένδρων, δίχως να λεν μια λέξη, δίχως ούτ’ ένα βλέμμα ν’ ανταλλάζουν.
Μέρα τη μέρα, της Νάαμας τα μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τα μάγουλά της.
Κι εγώ φαντάζομαι με πόση ηδονή θα αφουγκράζεται, μες τη σιωπή της νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στον Φαρίντ, ολόγυμνη, το αργό, μα σταθερό έργο του θανάτου στου γέροντα το σώμα, το τρίξιμο το σιγανό που κάνουν οι κλειδώσεις του, καθώς μία προς μία, τις θρυμματίζει ο χρόνος, το αδιάκοπο της ύπαρξής του ξεχαρβάλωμα.
Όμως, το γλυκοχάραμα, όταν την παίρνει ο ύπνος, εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει…»

Του ήρθε σκοτοδίνη, του ήρθε να σκοτώσει άνθρωπο. Σκότωσε μόνο ένα κουνούπι που’χε την ατυχία πάνω στην επίμαχη σελίδα να προσγειωθεί, την ίδια ακριβώς στιγμή που έκλεινε με πάταγο και καταγής πετούσε το βιβλίο.

Το λαχταριστό στο πλάι του κορμί λαχτάρισε, σήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι και τρομαγμενο, ρώτησε: «Τι έγινε, αγάπη μου, τι έπαθες;» Τότε, αυτός την άρπαξε από τα μαλλιά, τα υπέροχα μεταξωτά μαλλιά της, και δυο απανωτά της έριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας: «Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!». Ύστερα, πριν προλάβει ν’ αρθρώσει λέξη, φόρεσε ένα πανταλόνι, ένα πουκάμισο κι ένα ζευγάρι εσπαντρίλιες και πήρε τους δρόμους, να την αφήσει μόνη, να μην τη δει να φεύγει, να τον αφήσει, επιτέλους, μόνο.

Επέστρεψε μετά από μια ώρα. Το σπίτι ήταν άδειο. Ο Παίκτης Δίσκων Συμπαγών έπαιζε ακόμη το ψ. Πάντα στην επανάληψη το έβαζε εκείνο το κομμάτι, κάθε φορά που έκανε έρωτα. Ενίσχυε την ελλειπή του στύση, την έκανε πιο συμπαγή. Έτσι νόμιζε. Τώρα, ωστόσο, πλησίασε τη συσκευή και, μουρμουρίζοντας με κάποια θλίψη, είναι αλήθεια, αλλά με πιο πολλή ανακούφιση, «Ποτέ –ποτέ πια», την έκλεισε.



δεύτερη ιστορία: ΞΕΝΙΣΤΗΣ της Άννας Αφεντουλίδου (στον Αργύρη Χιόνη για το Απομεσήμερο ενός Φαύνου)
  
.
Ήταν η ενσάρκωση του αναγεννησιακού ιδανικού του Καθολικού Ανθρώπου. Τόσες γνώσεις, σε τόσα θέματα! Και τι ρητορική ικανότητα! με εκείνη την αξιοζήλευτη άρθρωση που λιαίνει τα σύμφωνα και στρογγυλεύει τα φωνήεντα! Αλλά και Δάσκαλος, πάντα πρόθυμος να μεταλαμπαδεύσει στους νέους ανθρώπους τις γνώσεις του. Και όχι μόνον αυτό! Ήταν επιπλέον η ενσάρκωση και του αρχαίου πνεύματος της φιλοξενίας. Συνεχώς φιλοξενούσε στο αρχοντικό του κάποιαν νέα από την επαρχία που δεν είχε πού να μείνει, για να μπορέσει να επωφεληθεί τόσο από τις πολύτιμες διαλέξεις, που συχνά πυκνά έδινε σε κάποιο Πανεπιστημιακό Ίδρυμα, όσο και από τις ανιδιοτελείς υψηλές γνωριμίες του. 

Είχε λοιπόν προσκαλέσει με μεγαθυμία και εμαυτήν, αμέσως μόλις του έστειλα το Βιογραφικό μου και μιαν ολόσωμη φωτογραφία, όπου ανέπτυσσα όλα τα πνευματικά μου ενδιαφέροντα… Σίγουρα ένας προστατευόμενος των Μουσών και του Ξενίου Διός! Ίσως γι’ αυτό του πήγαιναν όλα δεξιά και όχι γιατί ανένηψε της αριστεράς ιδεολογίας, όπως υπαινίσσονταν κάποιοι άσπονδοι φίλοι.

- Ζήλια! Καθαρή ζήλια, φιλτάτη μου κορασίς! έλεγε κι εγώ παρακολουθούσα καθηλωμένη τα δαχτυλίδια του καπνού, που συντρόφευαν τις λέξεις του, να πλαισιώνουν τα λευκά του μαλλιά… ενώ εκείνος με μεγαλοψυχία χάιδευε πατρικά τους στρογγυλούς μου ώμους, την απαλή σάρκα του λεπτού μου λαιμού…

Διήγον την τρίτην ημέραν φιλοξενούμενη στο αρχοντικό του. Με είχε περιηγήσει σε όλες τις αναρίθμητες κάμαρες, όπου φυλάσσονταν πολυάριθμοι πίνακες και γλυπτά, επεξηγώντας επί ώρες τα πώς και τα γιατί της αμύθητης καλλιτεχνικής τους αξίας και αφήνοντάς με άφωνη με την ευρυμάθεια και την εμβρίθειά του. Μου είχε δείξει με άπειρη προσοχή κι ευλάβεια όλα τα οικογενειακά κειμήλια, τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου του, μεταδίδοντάς μου την συγκίνησή του καθώς διέκρινα δάκρυα να λαμπυρίζουν στις ρυτιδιασμένες άκρες των κάπως θολών του ματιών. Κατόπιν μου επέτρεψε με γενναιοδωρία να αγγίξω σαγηνευμένη το χέρι του, ενόσω με έσφιγγε με οδύνη πάνω του, ώσπου να ασφυκτιά το πλούσιο στήθος μου με πόνο…

Εκείνο το βράδυ, μετά το ασκητικό μας δείπνο, χαρακτηριστικό των ανθρώπων με αριστοκρατικές καταβολές, λόγω της Παιδείας τους βεβαίως και ουχί των προγόνων, με οδήγησε στο μόνο δωμάτιο, όπου δεν μου είχε επιτρέψει έως τότε να μπω, στο Άδυτο των Αδύτων, στο Γραφείο του. Βαρύτιμοι δερματόδετοι τόμοι γεμάτοι με τη σοφία αιώνων ανθρώπινου πολιτισμού κάλυπταν τους πανύψηλους τοίχους απ’ άκρη σ’ άκρη. Είχα μείνει εκστατική. Με άφησε να ξεφυλλίσω με τρεμάμενα από το δέος χέρια κάποιους τόμους της αρεσκείας μου, ωσότου εκείνος έψαχνε στη μεγάλη σύγχρονη βιβλιοθήκη του Διαδικτύου∙ με την άκρη του ματιού μου διέκρινα τη σκυμμένη του φιγούρα μπροστά στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, το μοναδικό δείγμα του τεχνολογικού πολιτισμού του τελευταίου αιώνα, ο οποίος δέσποζε πάνω στο δρύινο έπιπλο στο κέντρο του δωματίου. Διάβαζα και κρατούσα σημειώσεις χαϊδεύοντας αφηρημένη την δεξιά μου γάμπα με το αριστερό μου χέρι… ανεβάζοντάς το ανεπαισθήτως εκεί ψηλά στην κρυφή κόχη των ιδρωμένων μου μηρών…
-Για την προσφιλήν μου απασχόλησιν, όπως διευκρίνισε ο ίδιος δείχνοντάς μου, μισολαχανιασμένος, την φωτισμένη οθόνη… στο λιγοστό χρόνο των διαλειμμάτων από την επίπονη μελέτη, στη μόνη ξεκούραση που επεφύλασσε εις εαυτόν.

Έπειτα από αρκετή ώρα με κάλεσε κοντά του.
-Πώς σας φαίνεται αυτό, αγαπητή μου; Με ρώτησε βαριανασαίνοντας, καθώς μού έδειχνε συμπλέγματα αντρών και γυναικών σε ανόσιες στάσεις.
Έχω δει και καλύτερα, σκέφτηκα αλλά έδιωξα μετά βδελυγμίας την ασεβή σκέψη και προσπάθησα να εντρυφήσω στις εικόνες που εναλλάσσονταν με ταχύτητα μπροστά στα μάτια μου, επιδιώκοντας το βαθύτερο φιλοσοφικό υπόστρωμα αυτών των αναζητήσεων, ούσα βεβαία πως επρόκειτο για κάτι ασύλληπτο για την ανολοκλήρωτόν μου παιδείαν, εξ ου και η φριχτή βαριεστιμάρα μου την ιερή εκείνη ώρα.

Μόλις ένιωσα το χέρι του που χάιδευε στοργικά τα μακριά μου μαλλιά να σπρώχνει το κεφάλι μου στο σκοτεινό άνοιγμα του παντελονιού του κατελήφθην από την ιδέα πως ο σοφός μου γέρος δεν ήταν παρά ένας φτωχός άντρας, τον οποίο η ταπεινή γυναικεία μου φύσις ποτέ δεν θα μπορούσε να καταλάβει ή να αποδεχθεί.

Γιατί, ακόμη και μετά από την πολυήμερη κοπιαστική μου μύηση στα Άδυτα της ανθρώπινης γνώσης, εγώ εξακολουθούσα να προτιμώ τη μικρή Νεράιδα… με την μορφή της νεαράς οικιακής βοηθού, με την οποία στριμωχνόμασταν στο μικρό κουζινάκι, για να εφαρμόσουμε εμπράκτως την επισωρευομένη μόρφωσιν του Διαδικτύου, τα μεσημέρια της παραμονής μου στο επιβλητικό εκείνο αρχοντικό… σιχτιρίζοντας ομού κι αυτόν και την αλαζονική σοφία του και το ανόητο σινάφι του.