Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ (σχέδιο ενός προφητικού μυθιστορήματος)

Όσοι άκουσαν τον προεδρικό λόγο (γιατί δεν ήταν λίγοι εκείνοι που γύρισαν το κουμπί), ξεστόμισαν τις χειρότερες βρισιές και για τον πρόεδρο και για το λόγο του και για τη χώρα, παρακινώντας ακόμα και τα μικρά παιδιά να επαναλαμβάνουν ρυθμικά τα βρισίδια χτυπώντας όλοι μαζί παλαμάκια. Γριές που είχαν δει αμέτρητες φορές παρόμοια γεγονότα, που είχαν ζήσει σφαγές αλώσεις, προσφυγές, επιδρομές κάθε λογής βαρβάρων ή πολιτισμένων, διωγμούς και εξανδραποδισμούς, πόλεις ακμαίες και φουντωμένα δάση και κάμπους μεστωμένους να καίγονται σαν τα δαδιά και να μη μένει τίποτα όρθιο από τους μόχθους γενεών και γενεών, να στήνονται πενήντα πενήντα μπροστά σε εκτελεστικά αποσπάσματα μόνο και μόνο για να αφανιστεί ο σπόρος της ζωής μέσα τους, και τα νερά να γίνονται κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο απ’ το αίμα, κι ανθρώπους να τρελαίνονται απ’ τις αβάσταχτες συμφορές και να τρέχουν κατάμαυροι απ’ τα δάκρυα από δω κι από κει ουρλιάζοντας σαν τα τσακάλια και σχίζοντας τα μάγουλά τους μέσα στον αδυσώπητο ίλιγγο της αποκάλυψης του πύρινου κενού της ζωής και στον εφιάλτη της υπέρβασης εκείνου του ορίου που την κάνει τόσο ανυπόφορη όσο και μια χούφτα αναμμένα κάρβουνα χωμένα μες στο στόμα, γριές που ούτε κι αυτές οι ίδιες δεν ήξεραν να πουν την ηλικία τους και μεταφέρονταν σαν ιερά λείψανα προαιώνιων κι ανώνυμων αγίων πάνω στ’ αυτοκίνητα, αντί να σηκώνουν το χέρι τους και να σταυροκοπηθούν ακούγοντας τις αγωνιώδεις εκκλήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, έφτυσαν στην παλάμη τους κι έκαναν όλες μαζί, κουνώντας με νόημα το κεφάλι, την κίνηση που κάνουν οι άνδρες, μικροί και μεγάλοι, με το δεξί τους χέρι (απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Δημητριάδη ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ –εκδόσεις ΑΓΡΑ 1978 -, για το οποίο, προλογίζοντας το ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, έγραψε: «Αυτός ο άνθρωπος, ο Δημήτρης Δημητριάδης, έκλεισε συμβόλαιο με την Αριάδνη: μπαίνει βγαίνει στο Λαβύρινθο, δίχως να χάνεται. Δρόμοι, σταθμοί, στενά, πτυχές της γης, η Γη κουνιέται και στις ρωγμές της φυτρώνουν αποσιωπητικά. Έτσι, άναψε ένα βράδυ όλα τα φώτα του μυαλού του και έφτιαξε μιαν έκρηξη, που θα μπορούσε να είναι και δική μας, αν είχαμε περισσότερη τόλμη –δίχως εντόσθια στο κεφάλι και εγκεφαλικά κύτταρα στην κοιλιά – ART by  GORDIN MISHA be simple]




Οι λέξεις απόκτησαν μια πρωτοφανή ένταση κι έτσι όλοι σκέφτονταν πολύ ποιες θα χρησιμοποιήσουν, γιατί ορισμένες μπορούσαν τώρα να κάψουν ανεπανόρθωτα τη γλώσσα

α] ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ: πυρπολισμοί δημοσίων κτιρίων, καταστροφές μνημείων και εθνικών συμβόλων, δολοφονικές επιθέσεις εναντίον προσώπων που τα θεωρούσαν υπεύθυνα για το κακό που τους είχε βρει…

 (…) Τη χρονιά εκείνη, καμιά γυναίκα δεν έπιασε παιδί. Αυτό συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, μέχρι που συμπληρώθηκε γενιά χωρίς καμιά γενιά καινούργια γενιά να ’ρθει στον κόσμο (…) Εκτός από ολιγάριθμες εξαιρέσεις βίαιων αντιδράσεων σ’ αυτή τη ξεθεμελιωτική συμφορά που πολύ αργότερα ονομάστηκε Μεσαίωνας της Μήτρας…

το σώμα δεν άντεχε πια να σηκώνει το βάρος εκείνου του άλλου σώματος, του πολυκέφαλου και αξεδίψαστου, του αΐδιου και άναρχου και ενικού, που χτυπιέται μέσα σε κάθε σώμα με εξωφρενικές και άσπλαχνες διαθέσεις (…) Γιατί ο πόλεμος που, με σύντομα διαλείμματα παραπλανητικής εκεχειρίας, κρατούσε πάνω από χίλια χρόνια, είχε πάρει τους τελευταίους μήνες μια τελεσίδικη τροπή
Κι όταν ένα πρωί μαθεύτηκε η αυτοκτονία δύο στρατηγών συγχρόνως, του ενός μάλιστα μπροστά στους στρατιώτες του την ώρα της πρωινής επιθεώρησης, δεν αμφέβαλλε κανείς πια ότι ο εχθρικός στρατός θα περνούσε απ’ ώρα σε ώρα τα σύνορα και θα ’κλεινε με αυτόν τον τρόπο μιαν υπόθεση που κρατούσε σε εκκρεμότητα έναν ολόκληρο λαό εξουθενωμένο απ’ την πλέξη της ίδια του της ιστορίας κι ανίκανο πια ν’ αντισταθεί στα πιεστικά κελεύσματα μιας ενστικτώδους εγωπάθειας και μιας ανεξέλεγκτης αλλά συνειδητής περιφρόνησης προς καθετί που συνεργούσε στην επιβίωση του έθνους…

Θα νόμιζε κανείς ότι από τη μια στιγμή στην άλλη (είχε κρατήσει όμως αιώνες αυτή η διαδικασία) κάποια ριζική και αμετάκλητη αλλαγή είχε συντελεστεί στον φυλετικό πυρήνα όλου αυτού του κόσμου μετά την αναγγελία πως κατέρρευσε το νότιο μέτωπο, επιβεβαίωση που επισφραγίστηκε με το λόγο του Προέδρου της Δημοκρατίας – σε τόνο αυστηρό και δήθεν μεγαλοπρεπή (: ένας πρώην αυτοκράτωρ που δείχνει με ψωραλέα έπαρση τη ρημαγμένη του παράγκα αποκαλώντας την Ιμπέριουμ ενώ χιλιάδες κοπρόσκυλα κάθε λογής τραβάνε με τα δόντια τους τη σκατωμένη του πορφύρα γρυλίζοντας εν χορώ τον τέως εθνικό ύμνο της Βασιλίδος που τώρα ξετσίπωτα –μια σκάρτη Ανδρομάχη- περνάει από κρεβάτι σε κρεβάτι νιώθοντας αχόρταγα μέσα στο γανωμένο κόλπο της τη σιδερένια βάλανο των νέων κυρίαρχων της Γης), υπενθύμισε για μια ακόμα φορά την υποχρέωση του καθενός να παραμείνει πιστός στην παρακαταθήκη του παρελθόντος, και την εθνική ανάγκη να περισωθεί τουλάχιστον η αξιοπρέπεια της χώρας.

β] Εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχαν παρά μόνο κοινά αισθήματα
(…) Εντωμεταξύ, τίποτε πια δεν μπορούσε να μείνει κρυφό, και μολονότι τα νέα που έφταναν ήταν αντιφατικά και συγκεχυμένα προκαλώντας αλληλοαναιρούμενες εξάρσεις στα πλήθη ποτέ δεν έφερναν έναν αέρα αισιοδοξίας το αντίθετο, οι ελπίδες όλο λιγόστευαν, (τις στιγμές εκείνες, τίποτε δεν υπήρχε πιο αόριστο από τη λέξη ελπίδα και τίποτε πιο σκοτεινό απ’ το νόημά της), ώσπου μαθεύτηκε πως είχε καταρρεύσει και το ανατολικό μέτωπο, κι αυτό έκανε τον κόσμο να επιταχύνει την κίνησή του προς τα βόρεια. Μέσα στο γενικό χάος, η κίνηση αυτή είχε τη θέση της γιατί ήταν μια κίνηση καθαρής απελπισίας με τάσης συγχρόνως αυτοκαταστροφής κι αυτοσυντήρησης αφού η χώρα ήταν κυκλωμένη απ’ όλες βέβαια τις μεριές μα είχε και τις βουνοκορφές της στα βόρεια που πρόσφεραν για λίγο την αυτοανακουφιστική ψευδαίσθηση του απόρθητου καταφύγιου, όμως, καθώς δεν είχε καμιά διέξοδο προς τη θάλασσα, το αίσθημα της ασφυξίας ξαφνικά και του αδιέξοδου, της παγίδευσης, της περίσφιγξης, του κλοιού, του πνιγμού, έκανε τα πλήθη, κι εκείνα που είχαν παραμείνει στις πόλεις κι εκείνα που είχαν κατακλύσει όλα τα περάσματα προς τα βουνά, να στριφογυρίζουν αφανώς γύρω από τον εαυτό τους μέχρι που κάποια στιγμή όλοι ανεξαιρέτως σταμάτησαν και περίμεναν, σαν ένας άνθρωπος που δεν τον παίρνει ο ύπνος κι οργώνει προς όλες τις κατευθύνσεις το κρεβάτι του προσπαθώντας ν’ αποφύγει το αίτιο της αϋπνίας, αλλά συνεχώς ανακαλώντας το με τους ανεπαρκέστατους, τους τραγικά ατελέσφορους εξορκισμούς του, ώσπου ξεθεωμένος, λαχανιασμένος, στέκεται δέσμιος του μπερδεμένου νήματος της ανημπόριας του, σαν να τον έδεσε αυτή η ίδια
και τότε έρχεται σαν ευαγγελισμός εκείνο που θα ’ρχόταν πιο νωρίς, στην ώρα του, αν δεν είχε καταβληθεί τόση ξέφρενη προσπάθεια να γλυτώσει η ψυχή το μεσονύκτιο μαρτύριό της προτού δοκιμαστεί μέχρις εσχάτων απ’ αυτό (…)

Εκείνες τις στιγμές, δεν υπήρχαν παρά μόνο κοινά αισθήματα. Όλοι μαζί, σα μια ψυχή, ένιωθαν την ανάγκη ν’ αφεθούν σε κάτι που θα χιμούσε απάνω τους και θα τους χάραζε με ανεξίτηλα σημάδια, ένιωθαν την ανάγκη ν’ αλλαξοπιστήσουν, να περάσουν σε μιαν άλλη διάσταση, να υποστούν μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση, ν’ απαρνηθούν τη γλώσσα τους, να κυλιστούν στην ντροπή και στον εξευτελισμό, να ξεγυμνωθούν μπροστά σε όλους και ν’ αρχίσουν νε λένε και να κάνουν αυτά που πριν θα τα αποκαλούσαν φοβερά,
……………………………………………………………………….
Και όπως μαραζώνει, φτύνοντας αίμα, μια ψυχή και εκλιπαρεί στις ώρες της διαύγειας της, να την ποτίσουν με κάτι πολύ δυνατό για να ξεχάσει το μαρτύριο της να μην το νιώθει, ή να τη βοηθήσουν να ξοφλήσει μια ώρα αρχύτερα για να πάρουν τέλος τα σεκλέτια της γιατί δεν είναι αυτό ζωή, έτσι ακριβώς και η χώρα ολόκληρη ένιωθε να εισβάλει μέσα της, με τη διεισδυτική ικανότητα πολιορκητικού πέους, ο ξένος στρατός σα μια δύναμη ικανή να τη γλιτώσει από τον βραχνά που ήταν για την ίδια ο εαυτός της, σα μια βίαιη κι ακαριαία επέμβαση γιατρών πάνω στο σώμα που χτυπιέται από τους πόνους…
όταν επέρχεται ο στιγμιαίος κορεσμός με τη χαλάρωση της ζώνης του απόλυτου και τυφλού πόθου αλλά προσμένει δίπλα τους ο άνδρας ή ο Θεός έτοιμος, έπειτα από τη συγκλονιστική κρίση, για την επόμενη προσφορά της αβυσσαλέας δύναμής του που μόνο με μια εξοντωτική απουσία συγκρίνεται.

Όποιος δεν έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας, όπως δεν μπορεί να καταλάβει κι εκείνος που δεν έχει νιώσει το ίδιο το κορμί του ανύπαρκτο ανενεργό, ανυπόληπτο, ανεπιθύμητο, ανυπόστατο κι ανύπανδρο, με την περιβόητη κινητήρια δύναμή του κομμένη σύρριζα και ξεκομμένη απ’ το εσώτατο πυρ της συγκίνησης. Μα και το ν’ αντικρίζεις έναν τόσο πλατύ θάνατο σαν αυτό το σύσσωμο του έθνους, ισοδυναμεί με το να εξαντλείς ολόκληρη τη ζωή, τη ζωή της μέρας όμως, γιατί η άλλη ζωή, εκείνη που ξεκινάει ασύλληπτα, ανεννόητα απ’ την ασύλητη μήτρα της νύχτας, είναι το ανεξάντλητο, ο βαθύς θάνατος, αυτό που μπορεί να παρομοιαστεί με την υπερθετική στίλβη της ομορφιάς ενός ώριμου εφήβου σε διαρκή σύγκορμη, μέσα κι έξω, στύση που δεν αφήνει σε ησυχία καμιά ανθρώπινη καρδιά, οδηγεί σε απονενοημένες πράξεις, σε εθνικά μποτιλιαρίσματα, διασαλεύσεις των εθνικών πλαισίων και σε κραυγές του είδους:
…………………………………………………………….
γ] Η αθανασία είναι οι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα
(…) Ήταν τόσες πολλές οι λιποταξίες απ’ τα δύο μέτωπα που είχαν καταρρεύσει, τόσες πολλές οι περιπτώσεις ριψάσπιδων ή απλώς «δειλών» αλλ’ αποφασισμένων να μη θυσιάσουν ούτε μια σταγόνα απ’ το αίμα τους, ούτε ένα δευτερόλεπτο απ’ τη ζωή τους για την πατρίδα: - ώστε έπειτα απ’ την πρώτη απορία, διαμαρτυρία κι αγανάκτηση του άμαχου πληθυσμού που κατά βάθος ένιωθε μιαν ανείπωτη αγαλλίαση μπροστά σ’ αυτή την ηθική ανατροπή, το ρίξανε όλοι στο καλαμπούρι κι άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορα βλάστημα ανέκδοτα που περνούσαν όλη την Ιστορία και τους δαφνοστεφείς πρωταγωνιστές της γενεές δεκατέσσερις και προκαλούσαν με τις εύστοχες και ωμές περιγραφές τους ακατάσχετα γέλια.

Εκείνες τις ώρες πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά η μετάβαση απ’ τον έναν κύκλο στον άλλο, αμετάκλητα. Με το γέλιο. Έτσι, κανέναν απολύτως δε βρήκε απροετοίμαστο η είδηση πως όπου να ’ναι θα υποχωρούσαν και τ’ άλλα δύο μέτωπα, έφταναν μάλιστα από παντού λιποτάχτες, βρώμικοι, κουρελιασμένοι, με γένια πολλών εβδομάδων, θεονήστικοι κι αγριεμένοι, ξεζουμισμένοι απ’ τη βδέλλα της εμπόλεμης ζωής, πατικωμένοι απ’ το πέλμα του πολέμου, που, χωρίς να κρύβουν την πράξη τους, ίσα ίσα διαλαλώντας την χωρίς μισόλογα, εξιστορούσαν διάφορα περιστατικά, με ύφος ήρωα, για την, «εκατό τοις εκατό δικαιολογημένη», όπως έλεγαν, χεζούρα και αηδία των στρατιωτών ……………

κυρίως όμως είχαν να λένε για τη ψυχική διάλυση που επικρατούσε σε όλες τις γραμμές, για τους φόνους που γίνονταν μέρα μεσημέρι για ένα πιάτο παλιοφαϊ ή για τις τσούπρες των διπλανών χωριών που, λες και ήταν βαλτές οι κουφάλες, έσπερναν τη διχόνοια ανάμεσα στους στρατιώτες και την αντιζηλία πηγαίνοντας, οι λιμασμένες, πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο
……………………………………………………………………..
(Γιατί ο κόσμος των πεθαμένων είναι το υπέρλαμπρο και ζοφερό ναυάγιο που, πολλές χιλιάδες οργιές κάτω απ’ την ασημένια λουρίδα του νερού, μας κρατάει κλειδωμένους στην κοιλιά του και μας παρέχει, σε ώρες δυσβάσταχτης κι αδιέξοδης οδύνης, τη δυνατότητα να σκαρώνουμε παρομοιώσεις που με τον ακραιφνώς εικονικό τους χαρακτήρα ανακουφίζουν το αίμα από το μανιασμένο παφλασμό του πάνω στα έρημα γυμνά τους κόκαλα…
Τι άλλο είναι ο παράδεισος, τουλάχιστον για εκείνους που υφίστανται την απάτη και τον μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά τον πολυπόθητο και σπανιότατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο κι αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή; Η αθανασία είναι οι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα) (…)

Θα χρειαζόταν πολλοί τόμοι για να χωρέσουν τα όνειρα και οι παραισθήσεις όλων εκείνων των στρατιωτών, που μόλις έβγαιναν από τον παροξυσμό των κρίσεων τους, κάθονταν και λέγανε ο ένας στον άλλο τι τράβηξαν, με τη λαχτάρα του ανθρώπου που θέλει να μεταγγίσει στου άλλου την ψυχή εκείνο που βαραίνει τη δική του.
Απ’ τις πιο συχνές (γιατί υπήρχε μια κοινότητα ονείρων και παραισθήσεων) ήταν η περίπτωση που ο φαντάρος ένιωθε το ζωστήρα του ν’ αρχίζει ξαφνικά ν’ ανεβαίνει απ’ τη μέση στο λαιμό του και να τον σφίγγει τόσο δυνατά που ορισμένοι κόντευαν στ’ αλήθεια να σκάσουν κι έβγαζαν ξύπνιοι απάνθρωπα ουρλιαχτά σφαδάζοντας καταγής, «ώσπου να φύγει, όπως έλεγαν, η μαύρη γάτα από άνω τους» Άλλοι πάλι, εκεί που κάπνιζαν, έβλεπαν το ίδιο τους το χέρι να υψώνεται με μια ακαταμάχητη κίνηση σα να το κινούσε μια χθόνια δύναμη, να πλησιάζει με τη σιγουριά μοιραίου κακού στο πρόσωπό τους και να σβήνει το τσιγάρο μες στο μάτι τους.
……………………………………………………………………….
Δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που περίμεναν με φρίκη τη νύχτα γιατί κάποια στιγμή, γύρω στα βαθιά μεσάνυχτα, φούντωνε πίσω απ’ τα κόκαλα του κρανίου τους ένα βουβό κύμα κι ένιωθαν τον ουρανό να συσπειρώνεται ολόκληρος μέσα τους κάνοντας το κεφάλι τους να σφύζει από γαλαξίες κι αχανείς εκτάσεις που η διαπεραστική τους σιωπή τους πίεζε να βγάζουν άναρθρες κραυγές και να χτυπιούνται στα κρεβάτια τους σε σεληνιασμένοι. (…)

Γενιές ολόκληρες φαντάρων αποδεκατίστηκαν από τα ίδια όλοι όνειρα που έρχονταν και ξαναέρχονταν με το πείσμα της απελπισμένης προσπάθειας που καταβάλλει μια ερωτευμένη καρδιά για να σταλάξει σε μια άλλη ακατάδεκτη καρδιά τον έρωτά της, κι έβλεπες αμούστακα φανταράκια ν’ αφηγούνται τα ίδια όνειρα που είχαν δει πριν από πολλά χρόνια, και τα ’βλεπαν ακόμα, γέροι φαντάροι, αιωνόβιοι, που είχε λιώσει το χακί επάνω τους κι αυτοί είχαν λιώσει μέσα στο χακί: έβλεπαν πως τους κυνηγούσε ολόκληρο το χωριό τους κι αυτοί έτρεχαν να κρυφτούν κι έτρεχαν και το χωριό έτρεχε από πίσω τους κι όλο τους έφτανε κι όλο του ξέφευγαν κι ήταν σα να έτρεχαν χωρίς να τρέχουν, με μια υπέρτατη αγωνία μες στο στήθος, και κάποια στιγμή, μ’ ένα ξαφνικό πέρασμα που μόνον η φρίκη το πετυχαίνει, έπεφταν όλοι οι συγχωριανοί τους πάνω τους και τους ξεσκίζανε κι έπαιρναν ο καθένας από ένα κομμάτι και πετούσαν τα κόκαλα στα σκυλιά κι έβλεπαν πια μόνο τα κόκαλα μέσα στο στόμα τω σκυλιών κι αυτά τα στόματα γεμάτα με τα ίδια τους τα κόκαλα τους έκανε να τινάζονται αλαφιασμένοι μες στον ύπνο τους με δύσπνοια και με την αίσθηση του ροκανίσματος του σκελετού τους μες στο ίδιο τους το στόμα.

Ή εκείνο το άλλο πως ήταν καθισμένοι μες στην τάξη του σχολείου κι ο δάσκαλος τους έκανε μάθημα ιστορίας κρατώντας ένα τεράστιο μαχαίρι ανάμεσα στα πόδια του, και το παράθυρο το σκέπαζε το ταλαντευόμενο σώμα ενός απαγχονισμένου μαθητή που η ρεύση του έτρεχε ακόμα απ’ την άκρη του λασπωμένου παπουτσιού του και ξαφνικά άνοιγε η πόρτα κι έμπαινε μια πανύψηλη γυναίκα που τα βυζιά της κρέμονταν ως κάτω στα σάπια σανίδια και πλησίαζε έναν έναν τους μαθητές και τους φιλούσε παράφορα στο στόμα κόβοντας με τα πριονωτά της δόντια ένα μεγάλο κομμάτι από τη γλώσσα τους που μετά το έφτυνε σκουπίζοντας τα αίματα με μια σημαία που είχε δεμένη στη μέση της κι όταν τελείωνε τα φιλιά, γύριζε στο δάσκαλο, το πρόσωπό της τότε γινόταν σαν από θειάφι, το σώμα της έκαιγε σαν το πυρωμένο σίδερο μα και βρωμούσε σαν ψοφίμι, έπαιρνε το μαχαίρι που κρατούσε ανάμεσα στα πόδια του, τον έβαζε να γονατίσει του ’κοβε το κεφάλι και, πιάνοντάς το απ’ τα μαλλιά, το σήκωνε τόσο ψηλά που γκρεμιζόταν το ταβάνι και τα μάτια του αποκεφαλισμένου σπίθιζαν τόσο διαπεραστικά που σου άναβαν τα μάτια, κι ύστερα εκείνη έχωνε το κεφάλι μες στο στόμα της κι άρχιζε να το μασάει και να το μασάει, μ’ έναν αβάσταχτα γλοιώδη τρόπο… (…)

Πολλοί τρελάθηκαν. Πολλοί έπεσαν σε ανίατο μαρασμό που τους έκανε να σέρνονται σαν ξεβιδωμένες ψυχές ανάμεσα στα σκουριασμένα τανκς και στις τέντες με τα ανύπαρκτα πυρομαχικά. Οι απόπειρες αυτοκτονίας δεν είχαν πια σταματημό, κανείς δεν ήταν πια σε θέση να υπολογίσει τον αριθμό τους. Δίπλα σε κάθε στρατόπεδο, μικρό ή μεγάλο, είχε με τον καιρό σχηματιστεί κι από ένα νεκροταφείο που δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα βαθύ σκάμμα όπου πετούσαν κάθε τόσο τα καινούργια πτώματα σκεπάζοντάς τα με μερικές φτυαριές χώμα, μόνο και μόνο για το φόβο των ορνέων ……………………………..

Οι λέξεις είχαν ξεφύγει οριστικά απ’ τη δικαιοδοσία των πολιτικών και των στρατιωτικών που δεν ήξεραν πια με τι να καμουφλάρουν μια πραγματικότητα που πρώτα αυτούς τους ίδιους άρχισε να τρομάζει σπέρνοντας σ’ αυτές τις αδυσώπητες, αδίσταχτες, αδιάντροπες, αδάκρυτες καρδιές τον υπονομευτικό φόβο του απείρου, της μοναξιάς και του θανάτου, κι έκαναν την εμφάνισή τους κρούσματα

πρωθυπουργών και υπουργών που δεν έπεφταν για ύπνο αν δεν ήταν βέβαιοι πως όλη τη νύχτα θα τους κρατούσε το χέρι ο καμαριέρης τους και λέρωναν το βρακί τους την ώρα των συνεδριάσεων του υπουργικού συμβουλίου επειδή έβλεπαν μπροστά τους ξαπλωμένο πάνω στο μακρύ γυαλιστερό τραπέζι το ίδιο τους το πτώμα σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης, ντυμένο με την απροκάλυπτη γύμνια της απόλυτης εκμηδένισης, ή κρούσματα αξιωματικών, κυρίως ανωτέρων, που δεν μπορούσαν πια να μένουν μόνοι τους σ’ ένα άδειο δωμάτιο, έτρεμαν το σκοτάδι κι άνοιγαν συνεχώς συζητήσεις πάνω στο θέμα της διαλυόμενης, όπως έλεγαν, σκόνης στην οποία θα καταλήγαμε «μέσα σε μια αιωνιότητα αμείωτου κενού». (…)

δ] Μεταφυσικές του Δόγματος σε μια αιωνιότητα αμείωτου κενού της Συνειδητής πολυσχιδούς Σχιζοφρένειας
(…) Και τη χρονιά εκείνη που καμιά γυναίκα δεν έπιασε παιδί κι οι άνδρες στέκονταν δυο δυο στους δρόμους και τα καφενεία κι έφτυναν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου σα να ’φτυναν όμως ο καθένας το δικό του πρόσωπο κι έπειτα φεύγανε αγκαλιασμένοι και ζευγάρωναν μεταξύ τους σε σκοτεινά υπόγεια ή χλιαρά πλυσταριά όπου δεν μπορούσαν να τους ανακαλύψουν οι ξέφρενες γυναίκες με την επιδημία της ακαρπίας σφηνωμένη στα σπλάχνα τους – τους έψαχναν στα μπορντέλα και τα μπαρ, κι αυτό το ψάξιμο το μάταιο τις έκανε ακόμα πιο όμορφες, πιο λιμπιστερές, πιο μαγνητικές, πιο γυναίκες, πιο ικανές να προκαλέσουν ξέφρενους έρωτες, πιο απαλές, τύλιγε τις ανιχνευτικές κινήσεις τους με μια μαρμαρυγή απελπισίας που χαραζόταν στο μυαλό του θεατή και δεν έφευγε ποτέ, γιατί με αυτό το ψάξιμο οι γυναίκες κατάλαβαν πως υπάρχουν πολλών ειδών απελπισίες και πως ένα είδος τους ανήκει αποκλειστικά και στους αιώνες –
τη χρονιά εκείνη έγιναν οι περισσότερες συνωμοσίες στα ανώτατα κρατικά κλιμάκια, κοπάδια βουλευτών εξαγοράζονταν και προχωρούσαν κορδωμένοι στην ακριβώς αντίθετη παράταξη μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν προσωπικές ή οικογενειακές φιλοδοξίες (ένας, λένε, δέχθηκε να γίνει υπουργός για να δώσει μια τελευταία χαρά στην ετοιμοθάνατη γριά μητέρα του γιατί την είχε φάει το μαράζι που ο γιος της είχε γεράσει βουλευτής), οι φανατικοί πατριώτες κι εθνικόφρονες φυγάδευσαν περιουσίες ολόκληρες στο εξωτερικό με τη βοήθεια των αλληλοκαθρεφτιζόμενων καθεστώτων που ορισμένοι από αυτούς τα κρατούσαν με τα λεφτά τους και τις διασυνδέσεις τους στην εξουσία, (…)

οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη μ’ ένα πυρετώδη ρυθμό αλληλουχίας αποτυχιών, εγκλημάτων κι αναρίθμητων μορφών ανικανότητας που έφτανε στα όρια της πνευματικής παραλυσίας, φρενιασμένοι οπαδοί πεθαμένων πολιτικών αρχηγών τους έβγαλαν από τους τάφους τους και κρατώντας τους ψηλά στα λασπωμένα φέρετρά τους, τους περιέφεραν στους δρόμους ζητώντας με εξτρεμιστικά συνθήματα την επαναφορά τους στην ενεργό πολιτική γιατί υποστήριζαν πως μόνο αυτοί θα γλίτωναν τη χώρα απ’ την ολοκληρωτική της εξαφάνιση, (…)
φανατισμένοι λόγιοι έβγαιναν στα μπαλκόνια τους και παρακινούσαν τα σαστισμένα πλήθη ν’ απαρνηθούν τη ζωή, να τρέφονται μόνο με ρίζες και ν’ αναπαράγονται πλαγιάζοντας με ακρωτηριασμένα αγάλματα, μέσα σε μια συναισθηματική κι ιδεολογική παράκρουση όμοια μ’ εκείνων που προσπαθούσαν να επέμβουν στην καυτή πραγματικότητα για να την αλλάξουν ριζικά εφαρμόζοντας πολιτικά προγράμματα που ήταν επινοήσεις άλλων εποχών…
Επικράτησε το δίκαιο των μελαγχολικών. Άρχισαν να νομοθετούν οι σιωπηλοί και οι μοναχικοί. Όλοι άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια τη γνώμη εκείνων που πριν τους είχαν κατατάξει στην κατηγορία των ανωμάλως διακειμένων. (…) Δημιουργήθηκαν νέες παρανομίες των ενστίκτων, ενώ οι προαιώνιες έπαψαν πια ν’ αποτελούν αιτίες χλεύης κι αναγορεύτηκαν σε στυλοβάτες της κρατικής πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής. (…) Νομιμοποιήθηκε πια το έγκλημα αποτελώντας πια τον άξονα κάθε δημόσιας και πάνδημης εκδήλωσης. (…) Πολλαπλασιάστηκαν τα κρούσματα των παράφορων ερώτων και των απροκάλυπτων ιλιγγιωδών ερωτικών εξομολογήσεων και προσφορών. (…) Όλοι ανακηρύχθηκαν άγιοι κι άρχισαν ν’ αλληλολατρεύονται.

Οι λέξεις απόκτησαν μια πρωτοφανή ένταση κι έτσι όλοι σκέφτονταν πολύ ποιες θα χρησιμοποιήσουν, γιατί ορισμένες μπορούσαν τώρα να κάψουν ανεπανόρθωτα τη γλώσσα

Μια προσευχή: «Ω ανθρώπινο σπέρμα, εσύ που είσαι η πηγή όλων των ζωτικών εκλύσεων και βεβηλώσεων, ω σάλιο που μοσχομυρίζεις σάρκες ριγηλές με τις αιχμές της ανατρεπτικής ομορφιάς και της ερωτικής μανίας, ω σώμα που ένα σώμα σφύζον σαν εσένα θα ’θελα να ’ναι το τελικό μου φέρετρο για να ανασαίνει γύρω μου το αίμα σου και η λαχτάρα της κατάκτησής σου να γίνει το απόγειο κι η στέψη του θανάτου μου, κι ω λαβύρινθε  της αχανούς πολύκλαδης ψυχής μου που με παιδεύει με τ’ αδηφάγα πλήθη της, ως πότε, ζώο ριζοφάγο, γεωχαρές, βορβορόφιλο, θα κλείνεσαι μες τη σαπίλα και στη δίνη των ρηχών ανταποδόσεων, ως πότε θα με εμποδίζεις εκουσιακούσια να πατήσω σ’ εκείνο το σημείο απ’ όπου θα ’χω πια την αντοχή να δίνω σ’ όλα τα πρόσωπα φωνή, πρόσωπο σ’ όλες τις φωνές; Ω σιωπή μεγάλη σαν το βαθύ λαμπύρισμα των άστρων, σώσον με…»

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠ’ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΗΤΤΑΣ: Το όνομα της χώρας άλλαξε. Το νέο δε θύμιζε σε τίποτε το παλιό
Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ’χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ’τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ’χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει και τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει, κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων…

Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άνανδρων γαμιάδων και ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη ψειριάρα, φαρμακοδόντρα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν την μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη γκαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακοχρόνο να ’χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, τη μισώ
αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σαν σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια…

Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άνδρας… Μας τα πήρε όλα αυτή… Τι θα μείνει όμως από αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είναι αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτα από μας;… Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα. (…) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …