Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΟΔΗΓΗΘΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ:

«ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ», η ατμόσφαιρα αυτού του βιβλίου είναι χιλιάδες βιβλία μαζί. Ο συγγραφέας του, ο Ίταλο Καλβίνο, στήνει ένα καθρέφτη απέναντι στη φύση κι ύστερα μας γράφει για τον καθρέφτη. Ως συγγραφείς αλλά και ως αναγνώστες, είμαστε τα βιβλία που αγαπάμε και το έργο μας είναι, σχεδόν πάντα, παλίμψηστο των κειμένων που θα θέλαμε να είχαμε γράψει. Στην περίπτωση του ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ έχουμε ένα παράξενο φαινόμενο:  αντί για τα δόλια τεχνάσματα που μετέρχονται συνήθως οι συγγραφείς για να μας κάνουν να ξεχάσουμε, όσο διαβάζουμε, ότι διαβάζουμε, βλέπουμε την απόφαση του συγγραφέα να γράψει ένα βιβλίο κάνοντας μυθοπλασία την ίδια την ηδονή της ανάγνωσης ενός βιβλίου. «Μην εκπλήσεστε αν βλέπετε τα μάτια μου να ταξιδεύουν. Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να διαβάζω και μονάχα έτσι η ανάγνωσή μου αποβαίνει καρποφόρα. Αν ένα βιβλίο μ’ ενδιαφέρει πραγματικά, δεν καταφέρνω να το παρακολουθήσω παρά για λίγες μόνο γραμμές: το μυαλό μου αρπάζει μια σκέψη ή ένα συναίσθημα ή ένα ερωτηματικό ή μια εικόνα που το ίδιο το κείμενο προτείνει, και ξεχνιέται στα ύψη πηδώντας από σκέψη σε σκέψη, από εικόνα σε εικόνα, σε μια διαδρομή γεμάτη συλλογισμούς και φαντασίες, μια διαδρομή που νιώθω την ανάγκη να διανύσω μέχρι το τέλος αφήνοντας παράμερα το βιβλίο μέχρι να το χάσω από τα μάτια μου. Το κέντρισμα της ανάγνωσης –και μάλιστα μιας ουσιαστικής ανάγνωσης – μου είναι απαραίτητο, αν και από κάθε βιβλίο δεν καταφέρνω να διαβάσω παρά μερικές μονάχα σελίδες. Μα κι αυτές οι λίγες σελίδες κλείνουν για μένα μέσα τους ολόκληρους κόσμους, κόσμους που επίσης δεν τους μαθαίνω ως το βάθος. Μύθοι και μυστήρια αποκτούν έτσι τη μορφή μικρών μη-ψηλαφητών κόκκων, σαν της γύρης που μένει στα πόδια μιας πεταλούδας. Μονάχα όποιος έχει καταλάβει αυτό το πράγμα, μπορεί να περιμένει αποκαλύψεις και φωτισμένες αλήθειες. Γι’ αυτό η ανάγνωση ενός βιβλίου δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ: διαβάζω και ξαναδιαβάζω ψάχνοντας να βρω την επιβεβαίωση μιας νέας ανακάλυψης ανάμεσα στις πτυχές των διάφορων φράσεων….  ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, εκδόσεις ΑΣΤΑΡΤΗ 1982  - ακολουθούν επιλεγμένα αποσπάσματα από το βιβλίο)


κεφάλαιο πρώτο (αποσπάσματα)
Είσαι έτοιμος ν’ αρχίσεις να διαβάζεις το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο, ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ. Χαλάρωσε. Συγκεντρώσου. Διώξε από πάνω σου κάθε άλλη σκέψη. Άσε τον κόσμο που σε περιβάλλει να διαλυθεί στην ασάφεια. Την πόρτα είναι καλύτερα να την κλείσεις. Από την άλλη μεριά, είναι πάντα αναμμένη η τηλεόραση. Πες το αμέσως στους άλλους: «Όχι, δεν θέλω να δω τηλεόραση»! Ύψωσε τη φωνή σου, ειδάλλως δεν θα σ’ ακούσουν: «Διαβάζω! Δε θέλω να μ’ ενοχλήσει κανείς»! ίσως δε σε άκουσαν, με όλη αυτή τη φασαρία. Πες το πιο δυνατά, φώναξε: «Αρχίζω να διαβάζω το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο»! Ή αν πάλι δε θες, μην το φωνάξεις. Ας ελπίσουμε πως θα σε αφήσουν στην ησυχία σου.
Πάρε την πιο αναπαυτική στάση: καθισμένος, πλαγιασμένος, κουλουριασμένος, ξαπλωμένος. Ξαπλωμένος ανάσκελα, στο ένα πλευρό, μπρούμυτα. Σε πολυθρόνα, σε ντιβάνι, σε κουνιστή καρέκλα, σε σαιζ-λονγκ, σε πουφ. Σε μια αιώρα, αν έχεις βέβαια μια αιώρα. Πάνω στο κρεβάτι ή και κάτω από τα σεντόνια. Μπορείς, ακόμα, να βολευτείς με το κεφάλι κάτω, σε θέση γιόγκα. Με το βιβλίο αντεστραμμένο, εννοείται.
Βέβαια, κανένας ακόμα δεν μπόρεσε να βρει ποια είναι η ιδανικότερη στάση για διάβασμα. Κάποτε ο κόσμος διάβαζε όρθιος, μπροστά σε ένα αναλόγιο. Είχε συνηθίσει να μένει όρθιος, όρθιος και ακίνητος. Όταν κουράζονταν να πηγαίνουν με το άλογο, οι άνθρωποι ξεκουράζονταν έτσι. Κανένας ποτέ δεν σκέφτηκε να διαβάσει πάνω σε ένα άλογο. Κι όμως, σήμερα, η ιδέα να διαβάζεις καθισμένος στη σέλα, με το βιβλίο ακουμπισμένο στη χαίτη του αλόγου, ίσως στηριγμένο με μια ειδική ιπποσκευή στ’ αυτιά του αλόγου, σου φαίνεται ελκυστική. Με τα πόδια στους αναβατήρες θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά αναπαυτικά για διάβασμα. Άλλωστε ο πρώτος όρος για να απολαύσει κανείς το διάβασμα είναι να σηκώσει τα πόδια του πάνω από το έδαφος.
Ωραία! Τι περιμένεις, λοιπόν: άπλωσε τα πόδια σου, ακούμπησέ τα, αν θέλεις, πάνω σ’ ένα μαξιλάρι, σε δυο μαξιλάρια, στα μπρατσόλια του ντιβανιού, στη ράχη της πολυθρόνας, στο τραπεζάκι που πίνεις τσάι, στο γραφείο σου, στο πιάνο, στην υδρόγειο σφαίρα. Βγάλε, όμως, πρώτα τα παπούτσια, αν θέλεις α ακουμπήσεις κάπου τα πόδια σου. Ειδάλλως ξαναφόρεσέ τα. Τώρα μη στέκεσαι εκεί, μα τα παπούτσια στο ένα χέρι και το βιβλίο στο άλλο…..
Όχι πως περιμένεις τίποτα το ιδιαίτερο από αυτό ειδικά το βιβλίο. Είσαι ένας που, από λόγους αρχής, δε περιμένει πια τίποτα από το τίποτα. Υπάρχουν τόσο, πιο νέοι από σένα ή λιγότερο νέοι, που περνούν τις μέρες τους περιμένοντας να ζήσουν εκπληκτικές εμπειρίες από τα βιβλία, από τους ανθρώπους, από τα ταξίδια, από τα γεγονότα, απ’ ό,τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Εσύ όχι. Εσύ ξέρεις ότι το καλύτερο που μπορεί να περιμένει κανείς, είναι να αποφύγει το  χειρότερο. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο έχεις καταλήξει, στην προσωπική σου ζωή όπως και στα γενικότερα προβλήματα, ακόμα και σ’ αυτά που συγκεντρώνουν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Και με τα βιβλία; Ακριβώς επειδή την έχεις αποκλείσει σε όλα τα άλλα επίπεδα, σου φαίνεται σωστό να επιτρέπεις στον εαυτό σου εκείνη τη νεανική ευχαρίστηση της αναμονής σε ένα χώρο καλά περιχαρακωμένο, όπως είναι ο κόσμος του βιβλίου, όπου μπορεί να σου πάει καλά ή άσχημα, αλλά ο κίνδυνος της απογοήτευσης, τουλάχιστο, δεν είναι πολύ σοβαρός.

Είδες, λοιπόν, σε μια εφημερίδα ότι κυκλοφόρησε το ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ, το νέο βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο που δεν δημοσίευσε τίποτα εδώ και μερικά χρόνια. Πέρασες από το βιβλιοπωλείο και αγόρασες αυτό το βιβλίο. Έκανες πολύ καλά.

Ήδη στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου εντόπισες το εξώφυλλο με τον τίτλο που ζητούσες. Ακολουθώντας αυτό το οπτικό χνάρι, προχώρησες στο μαγαζί μέσα από το πυκνό δίχτυ των Βιβλίων Που Δεν έχεις Διαβάσει και που σε κοιτάζουν συνοφρυωμένα από τους πάγκους και τα ράφια, προσπαθώντας να σε φοβίσουν. Εσύ, όμως, ξέρεις πως δεν πρέπει να εντυπωσιαστείς, πως ανάμεσά τους είναι παραταγμένα στη σειρά τα Βιβλία Που Δεν Είναι Ανάγκη Να Διαβάσεις, τα Βιβλία Που Φτιάχτηκαν Για Άλλες Χρήσεις Και Όχι Για Να Διαβαστούν, τα Βιβλία Που Ήδη Διάβασες Χωρίς Να Κάνεις Τον Κόπο Να Τα Ανοίξεις Γιατί Ανήκουν Στην Κατηγορία Των Ήδη Διαβασμένων Πριν Ακόμα Γραφούν. Κι έτσι ξεπερνάς τον πρώτο τείχος των επάλξεων. Τώρα σου επιτίθεται η στρατιά των Βιβλίων Που Αν Μπορούσες Να Ζήσεις Περισσότερες Ζωές Θα Διάβαζες Ευχαρίστως Αλλά Δυστυχώς Οι Μέρες Που Σου Απομένουν Να Ζήσεις Είναι Αυτές Που Είναι. Με μια γρήγορη κίνηση τα προσπερνάς και φτάνεις στις φάλαγγες των Βιβλίων Που Έχεις Πρόθεση Να Διαβάσεις Αλλά Πρώτα Έχουν Σειρά Κάποια Άλλα, των Βιβλίων Που Είναι Πολύ Ακριβά Και Που Μπορείς Να Περιμένεις Να Αγοράσεις Μισοτιμής, των Βιβλίων Που Επίσης Περιμένεις Να Αγοράσεις Όταν Θα Επανεκδοθούν Στις Οικονομικές Σειρές, των Βιβλίων Που μπορείς Να Ζητήσεις Από Κάποιον Να Σου Δανείσει, των Βιβλίων Που Όλοι Πια Έχουν Διαβάσει Και Άρα είναι Σαν Να Τα Έχεις Διαβάσει Κι Εσύ. Αποκρούοντας όλες αυτές τις εφόδους, φτάνεις κάτω από τους πύργους του οχυρού όπου αντιστέκονται
τα Βιβλία Που Εδώ Και Πολύ Καιρό Έχεις Στο Πρόγραμμα Να Διαβάσεις,
τα Βιβλία Που Ψάχνεις Χρόνια Και Δεν Βρίσκεις,
τα Βιβλία Που Αφορούν Κάτι Με Το Οποίο Ασχολείσαι Αυτή Την Περίοδο,
τα Βιβλία Που Θέλεις Να Αγοράσεις Για Να Τα Έχεις Στη Διάθεσή Σου Για Κάθε Περίσταση,
τα Βιβλία που Θα Μπορούσες Να Βάλεις Κατά Μέρος Για Να Τα Διαβάσεις Ίσως Το Καλοκαίρι,
τα Βιβλία Που Σου Λείπουν Για Να Τα Βάλεις Δίπλα Σε Άλλα Στη Βιβλιοθήκη Σου,
τα Βιβλία Που Σου Εμπνέουν Μια Ξαφνική Φρενιασμένη Και Όχι Εύκολα Δικαιολογημένη Περιέργεια.
Ορίστε, λοιπόν, που μπόρεσες να μειώσεις τον απεριόριστο αριθμό των εχθρικών δυνάμεων σε ένα σύνολο, αρκετά, βέβαια, μεγάλο, αλλά που μπορεί, τουλάχιστο, να υπολογιστεί με ένα συγκεκριμένο αριθμό, αν και αυτή η σχετική σου ανακούφιση δεν σε γλιτώνει από τις παγίδες των Βιβλίων Που Διάβασες πριν Από Πολλά Χρόνια Και Ήρθε Πια Ο Καιρός Να Ξαναδιαβάσεις, και των Βιβλίων Που Πάντα Έλεγες Ότι Έχεις Διαβάσει Και Ήρθε Πια Ο Καιρός Να Διαβάσεις Αληθινά.
Απελευθερώνεσαι με γρήγορα ζιγκ ζαγκ, και με ένα πηδηματάκι μπαίνεις στην ακρόπολη των Καινούργιων Βιβλίων Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Σε Ελκύουν. Αλλά και στο εσωτερικό αυτού του οχυρού μπορείς να προκαλέσεις ρήγματα ανάμεσα στα στίφη των υπερασπιστών του, χωρίζοντας αυτούς τους τελευταίους σε Καινούργια Βιβλία Των οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Δεν Είναι Νέα (για σένα, βέβαια, ισχύει μονάχα το διαζευκτικό ή) και σε Καινούργια Βιβλία Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Είναι Εντελώς Άγνωστα (τουλάχιστο σε σένα), και να προσδιορίσεις ακριβώς την έλξη που αυτά εξασκούν πάνω σου, στη βάση των επιθυμιών σου και των αναγκών σου για το καινούριο και για το όχι καινούριο (για το καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο όχι καινούριο και για το όχι καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο καινούριο).
Όλα αυτά για να πούμε ότι, αφού έριξες μια γρήγορη ματιά στους τίτλους των τόμων που βρίσκονται παρατεταγμένοι στο βιβλιοπωλείο, οδήγησες τα βήματά σου προς το μέρος όπου βρίσκεται ο φρεσκοτυπωμένος σωρός του ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ. Πήρες στα χέρια σου ένα αντίτυπο και το πήγες στο ταμείο για να επισημοποιήσεις το δικαίωμα ιδιοκτησίας σου πάνω σ’ αυτό…
…………………………………………………………………………
Είναι ιδιαίτερη η ευχαρίστηση που σου προσφέρει ένα βιβλίο που μόλις εκδόθηκε. Φεύγοντας, δεν παίρνεις μαζί σου μονάχα ένα βιβλίο αλλά και την καινοτομία του, που μπορεί να είναι απλά και μόνο η καινοτομία ενός αντικειμένου που μόλις πριν από λίγο βγήκε από το εργοστάσιο, η ομορφιά του καινούριου που διαρκεί ως τη στιγμή που το εξώφυλλο αρχίσει να κιτρινίζει… Όχι, εσύ ελπίζεις πάντα να πέσεις πάνω σε κάτι πραγματικά καινούριο, σε κάτι που θα παραμείνει για πάντα καινούριο. Διαβάζοντας ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε, κάνεις δικό σου αυτό τον αέρα του καινούριου από την πρώτη κιόλας στιγμή, χωρίς να χρειαστεί να τον ακολουθήσεις αργότερα από πίσω, να τον κυνηγήσεις. Θα είναι, άραγε, τούτη, η καλή φορά; Κανένας δεν ξέρει ποτέ τι γίνεται. Ας δούμε πώς αρχίζει.

κεφάλαιο δεύτερο: Σκύβοντας στην άκρη της απόκρημνης πλαγιάς ένιωσα την τέλεια αρμονία του σύμπαντος. Έτσι, πείθομαι όλο και περισσότερα ότι ο κόσμος θέλει να μου στείλει μηνύματα (αποσπάσματα)

Δεν μπορεί να υπάρξει κανένα λεξιλόγιο ικανό να μεταφράσει σε λέξεις το βάρος των σκοτεινών υπαινιγμών που σφραγίζει τα πράγματα.
ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΡΑΔΥ. Κάθε βράδυ περνώ τις πρώτες ώρες της νύχτας γράφοντας αυτές τις σελίδες που δεν ξέρω αν θα διαβάσει ποτέ κανένας. Ο γυάλινος γλόμπος του δωματίου μου στο Πανδοχείο φωτίζει τη ροή της γραφής μου που είναι ίσως υπερβολικά νευρική για να μπορέσει ποτέ να τη διαβάσει ένας μελλοντικός αναγνώστης. Ίσως αυτό το ημερολόγιο να ξαναβγεί στο φως πολλά και πολλά χρόνια μετά το θάνατό μου, όταν η γλώσσα μας θα έχει υποστεί ποιος ξέρει πόσες αλλαγές, και κάποιες λέξεις και εκφράσεις που εγώ χρησιμοποιώ σωστά, θα ακούγονται περίεργα και δεν θα τις χρησιμοποιεί κανείς. Όποιος, πάντως, βρει το ημερολόγιο μου θα έχει μια σίγουρη υπεροχή σε σχέση μ’ εμένα: από μια ήδη γραμμένη γλώσσα μπορεί πάντοτε, ο οποιοσδήποτε να εκμαιεύσει ένα λεξιλόγιο και μια γραμματική, ν’ απομονώσει φράσεις, να τις μεταγράψει ή να τις παραφράσει σε μια άλλη γλώσσα, ενώ εγώ προσπαθώ να διαβάσω, στην ακολουθία των πραγμάτων που καθημερινά παρουσιάζονται μπροστά μου, τις προθέσεις του κόσμου για τον εαυτό μου, και προχωρώ ψηλαφητά ξέροντας πως δεν μπορεί να υπάρξει κανένα λεξιλόγιο ικανό να μεταφράσει σε λέξεις το βάρος των σκοτεινών υπαινιγμών που σφραγίζει τα πράγματα. Θα ήθελα αυτό το φτερούγισμα των προαισθήσεων και των αμφιβολιών να φτάσει σε όποιον θα με διαβάσει όχι σαν ένα τυχαίο εμπόδιο στην κατανόηση όσων γράφω αλλά σαν η ίδια η ουσία. Κι αν η πορεία των σκέψεών μου φανεί φευγαλέα σε όποιον προσπαθήσει να την ακολουθήσει ξεκινώντας από ριζικά διαφορετικές διανοητικές συνήθειες, το σημαντικό είναι να του γίνει κατανοητή η προσπάθεια που κάνω για να διαβάσω πίσω από τις γραμμές των πραγμάτων τη σημασία των μελλούμενων, μια σημασία που ακόμα μου διαφεύγει.
ΚΥΡΙΑΚΗ. Νωρίς το πρωί πήγα στο μετεωρολογικό παρατηρητήριο, ανέβηκα στο ξύλινο βάθρο και έμεινα εκεί όρθιος, ν’ ακούω το τικ τακ των διάφορων οργάνων σαν να ήταν μια ουράνια μουσική. Ο άνεμος διαπερνούσε τον πρωινό ουρανό παίρνοντας μαζί του ελαφρά συννεφάκια. Τα συννεφάκια έπαιρναν τη μορφή θυσάνων, ύστερα σωρειτών. Γύρω στις εννιάμισι ξέσπασε μια βροχή και το βροχόμετρο σημείωσε κάποια εκατοστόλιτρα. Ακολούθησε ένα σύντομο, μικρό ουράνιο τόξο, μετά ο ουρανός σκοτείνιασε ακόμα μια φορά, ο δείχτης του βαρόμετρου άρχισε να κατεβαίνει και να σχεδιάζει στο χαρτί μια σχεδόν κάθετη γραμμή. Ύστερα βούιξε μια βροντή και άρχισε να πέφτει χαλάζι. Εγώ, εκεί πάνω στην κορυφή, ένιωθα σαν να κρατούσα στο χέρι μου τα ξαστερώματα και τις καταιγίδες, τους κεραυνούς και τις αντάρες: όχι σαν ένας θεός, μη με νομίζετε τρελό, δεν ένιωθα σαν το νεφεληγερέτη Δία, αλλά κάτι σαν διευθυντής ορχήστρας που έχει μπροστά του μια ήδη γραμμένη παρτιτούρα, και ξέρει ότι οι ήχοι που βγαίνουν από τα διάφορα όργανα συμφωνούν μ’ ένα σχέδιο του οποίου αυτός είναι ο μόνος προστάτης και θεματοφύλακας. Η λαμαρίνα της στέγης αντηχούσε όπως αντηχεί ένα ταμπούρλο κάτω από  καταιγισμό χτυπημάτων. Το ανεμόμετρο στροβιλιζόταν… τούτο το σύμπαν, το γεμάτο ξεσπάσματα κι εκρήξεις μπορούσε να μεταφραστεί σε αριθμούς που καταχωρούσα στα κατάστιχα. Μια υπέρτατη γαλήνη κυριαρχούσε στο γενικό κατακλυσμό.
Σ’ εκείνη τη στιγμή της ολοκλήρωσης και της αρμονίας ένα τρίξιμο μ’ έκανε να χαμηλώσω το βλέμμα μου. Κουλουριασμένος ανάμεσα στα σκαλιά του βάθρου και τις κολόνες του υπόστεγου, ήταν ένας αξύριστος άνδρας, ντυμένος με μια χοντροκομμένη ριγέ στολή μουσκεμένη απ’ τη βροχή. Με κοίταξε μ’ ένα καθαρό, σταθερό βλέμμα.
-Δραπέτευσα, είπε. Μη με καρφώνετε. Θα πρέπει να πάτε να ειδοποιήσετε ένα άτομο. Θέλετε; Βρίσκεται στο ξενοδοχείο τοθ Θαλάσσιου Κρίνου.
Αμέσως ένιωσα ότι σ’ εκείνη την τέλεια αρμονία του σύμπαντος είχε ανοίξει ένα ρήγμα, ένα αγεφύρωτο χάσμα.

Κεφάλαιο τέταρτο: Ο αδιόρατος κόσμος της φαντασίας (αποσπάσματα)
Το διάβασμα είναι πάντα η ίδια υπόθεση: υπάρχει κάτι που είναι εκεί, ένα πράγμα φτιαγμένο από γραφή… και μέσα από αυτό το πράγμα έρχεσαι ν’ αναμετρηθείς με κάτι άλλο
Το διάβασμα, λέει ο καθηγητής, είναι πάντα η ίδια υπόθεση: υπάρχει κάτι που είναι εκεί, ένα πράγμα φτιαγμένο από γραφή, ένα στερεό, υλικό αντικείμενο που κανείς δεν μπορεί ν’ αλλάξει, και μέσα από αυτό το πράγμα έρχεσαι ν’ αναμετρηθείς με κάτι άλλο που δεν είναι μπροστά σου, κάτι διαφορετικό που ανήκει στο μη υλικό, στον αδιόρατο κόσμο, έναν κόσμο που υπάρχει μονάχα στο μυαλό μας, στη φαντασία μας ή έναν κόσμο που ίσως κάποτε να υπήρξε και τώρα πια δεν υπάρχει γιατί χάθηκε, γιατί είναι απλησίαστος, εκεί στη χώρα των νεκρών…
Ίσως όμως να μην βρίσκεται μπροστά μας γιατί ακόμα δεν υπάρχει, γιατί είναι κάτι το επιθυμητό, κάτι που φοβόμαστε, κάτι το πιθανό ή το απίθανο – λέει η Λουντιμίλα – γιατί το διάβασμα είναι η συνάντηση με κάτι που πρόκειται να υπάρξει, αλλά ακόμα κανείς δεν ξέρει αν τελικά θα υπάρξει… (Να, τώρα βλέπεις την Αναγνώστρια απασχολημένη ν’ αγναντεύει, πέρα από τα περιθώρια της τυπωμένης σελίδας, τα πλοία των σωτήρων ή των κατακτητών να ξεπροβάλουν στον ορίζοντα, στις τρικυμίες…). Το βιβλίο που τώρα θα ήθελα να διαβάσω είναι ένα μυθιστόρημα όπου κανείς θα νιώθει την ιστορία που έρχεται σαν ένα θολό μπουμπουνητό, σαν την ιστορία του ανθρώπινου πεπρωμένου, ένα μυθιστόρημα που θα σου δίνει την αίσθηση ότι ζεις μια ταραχή που ακόμα δεν έχει όνομα, δεν πήρε σχήμα…

Κεφάλαιο πέμπτο: Σε ποιο παρελθόν μου ανήκει ο άνθρωπος που έρχεται μέχρι εδώ να με βρει; (αποσπάσματα)
Χωρίς το φόβο του ανέμου και του ιλίγγου ξεθάβω διάφορες ιστορίες που ίσως θέλω να διηγηθώ και που, ίσως, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο χρόνος της ζωής μου
Κάθε τόσο ξεθάβω διάφορες ιστορίες γιατί θέλω από αυτή τη διήγηση μου να γίνει φανερό ότι έχω πολλές ιστορίες που θα μπορούσα να διηγηθώ και που ίσως θα διηγηθώ και που ποιος ξέρει αν δεν έχω ήδη διηγηθεί σε άλλες περιπτώσεις, ένα διάστημα γεμάτο ιστορίες που ίσως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο χρόνος της ζωής μου, στον οποίο μπορώ να κινηθώ προς όλες τις κατευθύνσεις όπως στο διάστημα, και να βρίσκω πάντα ιστορίες που για να τις διηγηθώ πρέπει πρώτα να διηγηθώ κάποιες άλλες, γιατί ξεκινώντας από μια οποιαδήποτε στιγμή ή μέρος, συναντώ πάντα την ίδια πυκνότητα του αφηγηματικού υλικού που μπορώ να διηγηθώ. Μάλιστα, αν κοιτάξω σε προοπτική όλα όσα παραλείπω από τον κύριο κορμό της διήγησης μου, βλέπω κάτι σαν δάσος που επεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις και που είναι τόσο πυκνό ώστε δεν αφήνει να περάσει το φως, με λίγα λόγια ένα υλικό πολύ πιο πλούσιο από κείνο που διάλεξα αυτή τη φορά να φέρω σε πρώτο πλάνο, γι’ αυτό και δεν αποκλείεται όση παρακολουθούν τη διήγησή μου να αισθάνονται ότι τους κοροϊδεύω, έτσι που το ρεύμα μοιράζεται σε πολλά μικρά ρυάκια, να αισθάνονται ότι, απ’ όλα τα πιο σημαντικά γεγονότα, σ’ αυτούς φτάνουν μονάχα οι τελευταίοι απόηχοι, οι τελευταίες λάμψεις, αλλά ίσως αυτό να είναι ακριβώς το αποτέλεσμα στο οποίο ήθελα να φτάσω όταν καθόμουν να διηγηθώ ή ας πούμε, ένα τέχνασμα της αφηγηματικής τέχνης που εγώ προσπαθώ να υιοθετήσω, ένας κανόνας που με βοηθάει να διηγούμαι τελικά λιγότερα πράγματα απ’ όσα θα μπορούσα να διηγηθώ.
Κι αυτό, αν το καλοεξετάσει κανείς, είναι η απόδειξη του πόσο πραγματικά πλούσια είναι όσα έχω να πω, αφού αν αποφάσιζα να διηγηθώ απλά και μόνο μια ιστορία, θα ριχνόμουν με τα μούτρα σ’ αυτήν με αποτέλεσμα να την κάψω από τη μανία μου να την τοποθετήσω στα σωστά της πλαίσια ενώ έτσι, κρατώντας για τον εαυτό μου ένα σχεδόν απεριόριστο απόθεμα ιστοριών, είμαι σε θέση να τη χειρίζομαι από κάποια απόσταση και χωρίς να βιάζομαι, αφήνοντας να διαφανεί ακόμα και κάποια ενόχληση και επιτρέποντας στον εαυτό μου την πολυτέλεια να παρασύρομαι σε δευτερεύοντα επεισόδια και σε ασήμαντες λεπτομέρειες.
Κάθε φορά που τρίζει το κιγκλίδωμα –εγώ είμαι στο πλυσταριό στο βάθος του κήπου – αναρωτιέμαι σε ποιο παρελθόν μου ανήκει ο άνθρωπος που έρχεται μέχρι εδώ για να με βρει: ίσως ν’ ανήκει μονάχα στο χθεσινό μου παρελθόν, σε τούτο δω το προάστιο, ίσως να είναι ο κοντός Άραβας σκουπιδιάρης που κάθε Οκτώβρη αρχίζει  να γυρίζει από σπίτι σε σπίτι μοιράζοντας μια μικρή κάρτα με τις ευχές για το καινούργιο χρόνο και μαζεύοντας χρήματα γιατί –λέει- οι συνάδελφοί το κρατάνε για τον εαυτό τους όλο το φιλοδώρημα του Δεκέμβρη και σ’ αυτόν δεν δίνουν ούτε μια δεκάρα, μπορεί όμως ν’ ανήκει και σε κάποιο πιο μακρινό παρελθόν που κατατρέχει το γερο-Ρουέντι και βρίσκει το κιγκλίδωμα στο αδιέξοδο δρομάκι του σπιτιού του: λαθρέμποροι από το Βαλαί, μισθοφόροι από την Κατάγκα, κρουπιέρηδες από το Καζίνο του Βαραντέρο της εποχής του Φουλγκένθιο Μπατίστα…

Κεφάλαιο ενδέκατο: Σου απομένει μια ακόμα ελπίδα να βρεις το μοναδικό βιβλίο που ψάχνεις… (αποσπάσματα) 
Αναγνώστη, είναι πια καιρός, τούτη η εξαντλητική περιπλάνησή σου να βρει ένα λιμάνι, στο πολυσχιδές και πολύχρωμο υλικό μιας ανάγνωσης…
Τούτα τα δέκα μυθιστορήματα που πέταξαν μέσα απ’ τα χέρια σου μόλις είχες αρχίσει να τα διαβάζεις, βρίσκονται σ’ αυτή τη βιβλιοθήκη. Επιτέλους, έχεις μπροστά σου μια ελεύθερη και ήσυχη μέρα. Πηγαίνεις στη βιβλιοθήκη, συμβουλεύεσαι τον κατάλογο. Με το ζόρι κρατιέσαι για να μην  βγάλεις μια κραυγή ή μάλλον δέκα κραυγές, αγαλλίασης: όλοι οι συγγραφείς και οι τίτλοι που ψάχνεις υπάρχουν, επιμελώς καταχωρημένοι, στον κατάλογο….
Το βλέμμα του αναγνώστη απέναντί σου, αντί να είναι ακουμπισμένο στο βιβλίο που έχει ανοιχτό στα χέρια του, περιπλανιέται στον αέρα. Κι όμως, τα δικά του, δεν είναι μάτια αφηρημένα: μια έντονη προσήλωση συνοδεύει τις κινήσεις των γαλάζιων ιρίδων. Κάθε τόσο, τα βλέμματά σας διασταυρώνονται. Κάποια στιγμή σου απευθύνει το λόγο, ή μάλλον, μιλάει στο κενό, παρότι, σίγουρα, απευθύνεται σε σένα…
Η ανάγνωση είναι ένα ασυνεχές και αποσπασματικό εγχείρημα. Ή μάλλον το αντικείμενο της ανάγνωσης είναι ένα πολυσχιδές και πολύχρωμο υλικό. Στο ευρύ πεδίο της γραφής, η προσοχή του αναγνώστη ξεχωρίζει μερικά μόνο κομμάτια, κάποια παιχνιδίσματα των λέξεων, κάποιες παρομοιώσεις, συντακτικές ιδιομορφίες, που δείχνουν μια εξαιρετικά συγκεντρωμένη πυκνότητα νοημάτων. Είναι όπως τα πρωτογενή μόρια που συνθέτουν τον πυρήνα ενός έργου, γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλα τα άλλα. Ή όπως το κενό στο βάθος ενός στροβίλου που απορροφά και καταπίνει τα ρεύματα. Μέσα λοιπόν από αυτά τα φωτεινά ανοίγματα –με μικρές λάμψεις που μόλις και μετά βίας γίνονται αντιληπτές- εκφράζεται η αλήθεια, η ουσία που το βιβλίο μπορεί να μεταφέρει.
Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι η ανάγνωση αποτελεί ένα εγχείρημα χωρίς αντικείμενο ή ότι το πραγματικό της αντικείμενο είναι αυτή η ίδια. Το βιβλίο είναι μονάχα ένα συμπληρωματικό έρεισμα ή και απλά μια αφορμή… Το κάθε νέο βιβλίο που διαβάζεις παίρνει κι αυτό τη θέση του σ’ εκείνο το ενιαίο και συνολικό βιβλίο που αποτελεί το άθροισμα των διαβασμάτων… Η στιγμή που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι εκείνη που προηγείται της ανάγνωσης. Μερικές φορές είναι ο τίτλος που αρκεί να προκαλέσει την επιθυμία. Άλλες φορές είναι η αρχή του βιβλίου, οι πρώτες φράσεις, κάτι το ελάχιστο για να μπει σε κίνηση η φαντασία. Μονάχα η υπόσχεση της ίδιας της ανάγνωσης.

ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ:  Χίλιες και μια νύχτες ρωτάει, περιμένοντας γεμάτος αγωνία ν’ ακούσει το μύθο
Οι ιστορίες που μοιάζουν είναι πολλές και με πολλές παραλλαγές, αλλά καμιά δεν είναι εκείνη; Λέτε να ονειρεύτηκα; Κι όμως δε θα ησυχάσω ποτέ, αν δεν μάθω πώς τελειώνει αυτή η ιστορία
Υποφέροντας από αϋπνία, μεταμφιέζεται σε έμπορο και βγαίνει στους δρόμους της Βαγδάτης. Μια βάρκα τον μεταφέρει, ακολουθώντας τα ρεύματα του Τίγρη, στην καγκελωτή πόρτα ενός κήπου. Στην άκρη μιας κρήνης, μια γυναίκα ωραία σαν τη σελήνη, τραγουδά συνοδεύοντας το τραγούδι της με ένα λαούτο. Μια σκλάβα οδηγεί τον Χαρούν στο παλάτι και του φορά ένα μανδύα στο χρώμα της ώχρας. Η γυναίκα που τραγουδούσε στον κήπο, τώρα είναι καθισμένη σε μια ασημένια πολυθρόνα. Γύρω της, πάνω σε μαξιλάρια, κάθονται εφτά άνδρες, όλοι τυλιγμένοι με μανδύες στο χρώμα της ώχρας.
«Έλειπες μονάχα εσύ – λέει η γυναίκα – άργησες», και τον καλεί να καθίσει σ’ ένα μαξιλάρι δίπλα της.  «Ευγενικοί κύριοι, έχετε ορκιστεί να με υπακούετε τυφλά, και τώρα ήρθε η στιγμή να σας δοκιμάσω», και η γυναίκα βγάζει από το λαιμό της ένα περιδέραιο από μαργαριτάρια.
«Αυτό το περιδέραιο έχει εφτά άσπρα μαργαριτάρια κι ένα μαύρο. Τώρα θα σπάσω την κλωστή και θ’ αφήσω τα μαργαριτάρια να πέσουν σε μια κούπα από όνυχα. Όποιος τραβήξει στην τύχη το μαύρο μαργαριτάρι, θα πρέπει να σκοτώσει το Χαλίφη Χαρούν Αρ-Ρασίντ και να μου φέρει το κεφάλι του. Για ανταμοιβή θα του προσφέρω τον εαυτό μου. Αν αρνηθεί, όμως, να σκοτώσει το Χαλίφη, θα τον σκοτώσουν οι άλλοι εφτά, οι οποίοι και θα επαναλάβουν την κλήρωση του μαύρου μαργαριταριού».
Μ’ ένα ρίγος να του διαπερνά το κορμί, ο Χαρούν Αρ-Ρασίντ ανοίγει την παλάμη του, βλέπει το μαύρο μαργαριτάρι και απευθύνεται στη γυναίκα: «Θα υπακούσω στις διαταγές της μοίρας και τις δικές σου, με τον όρο ότι θα μου διηγηθείς ποια προσβολή του Χαλίφη σου έχει αφήσει ένα τόσο αχαλίνωτο μίσος εναντίον του», ρωτάει, περιμένοντας γεμάτος αγωνία ν’ ακούσει το μύθο.
Σίγουρα, τούτο το απομεινάρι μιας παιδικής ανάγνωσης θα πρέπει να πάρει τη θέση που του αρμόζει στον κατάλογο των ημιτελών βιβλίων. Ποιος, όμως είναι ο τίτλος;
Οι λέξεις με τις οποίες διακόπηκε η αφήγηση, σου φαίνεται πως εκφράζουν καλά το πνεύμα του ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ. Γράφεις, λοιπόν, ΡΩΤΑΕΙ, ΠΕΡΜΕΝΟΝΤΑΣ ΓΕΜΑΤΟΣ ΑΓΩΝΙΑ Ν’ ΑΚΟΥΣΕΙ ΤΟ ΜΥΘΟ στον κατάλογο των τίτλων που μάταια ζήτησες στη βιβλιοθήκη.

[Απελευθερώνεσαι με γρήγορα ζιγκ ζαγκ, και με ένα πηδηματάκι μπαίνεις στην ακρόπολη των Καινούργιων Βιβλίων Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Σε Ελκύουν. Αλλά και στο εσωτερικό αυτού του οχυρού μπορείς να προκαλέσεις ρήγματα ανάμεσα στα στίφη των υπερασπιστών του, χωρίζοντας αυτούς τους τελευταίους σε Καινούργια Βιβλία Των οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Δεν Είναι Νέα (για σένα, βέβαια, ισχύει μονάχα το διαζευκτικό ή) και σε Καινούργια Βιβλία Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Είναι Εντελώς Άγνωστα (τουλάχιστο σε σένα), και να προσδιορίσεις ακριβώς την έλξη που αυτά εξασκούν πάνω σου, στη βάση των επιθυμιών σου και των αναγκών σου για το καινούριο και για το όχι καινούριο (για το καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο όχι καινούριο και για το όχι καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο καινούριο).]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …