Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ, ΚΑΠΟΤΕ ΠΑΛΙ ΔΥΟ ΤΡΕΙΣ ΣΤΙΧΟΙ. ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ:

Ω, ας είναι καλά ο άγγελος μου ο κατεβασμένος από κάποιο τέμπλο, θεός του ανέμου συνάμα κι Έρως και Γοργόνα, θα ’λεγες τον είχα κάνει πριν γεννηθώ ειδική παραγγελία. Με την ευλογία του παλαντζάρω καλύτερα τις φουρτούνες τις δικές μου και προχωρώ στις επικίνδυνες περιοχές, τα ύφαλα και τις κρυφονεριές, περασμένα μεσάνυχτα με αναμμένα τα δυο μου φωτάκια πρόσω ηρέμα… Είναι φορές που αισθάνομαι βάρκα σε κήπο! Αχνές γάζες γαλάζιες ή μωβ με καλύπτουν από το ένα μέρος ενώ το άλλο μου ακόμη αναδίνει άρμη αιώνων, θα ’λεγες από πλαγίαυλο ανεβαίνει σμύρνα υάκινθων κι υγρή γλύκα Κυμοθόης. Αυτή η βάρκα είμαι εγώ. Κι όταν λέω «εγώ» εννοώ τον ατέρμονα μετέπειτά μου. Δίχως τέλος… Εμπρός λοιπόν για μια στιγμή ας παίξουμε ό,τι μας κατέβει από το νου: ζάρια, κουδούνια, πλόες, αγάπες, όστρακα. Και τα λάθη μας να τα βάζουμε κι αυτά στο λογαριασμό: Φως από χαλαζία κυανόν της Παρθένου, Δυνάμεις πολλών ίππων σε κάτι σταλτό της ομορφιάς κιόλας φευγάτο, Δειλινό με σύννεφα όπως τα’ αποτυπώνει της ορτανσίας η ακοή, Τίμιο ξύλο από τη «Φτερωτη» στα μπλάβα, Διάφορα μυστικά στο πανέρι: αρρεβωνιάσματα, βότσαλα των Σπετσών, καραμέλες κανέλας με ξυλάκι, περιστερο-γουργουρίσματα, Ως τα πέρατα του μικρου- μικρού μου καημού που ’χει της γης το φάρδος, Όπως βυθίζεται το σεντόνι μες τα μεσάνυχτα κι απομένουν ψηλά οι οροσειρές κομμένες με ψαλίδι, Τα χίλια πρόσωπα του ανέμου και το ένα του ανθρώπου… ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ:  [στοχασμοί από τα ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ του Οδυσσέα Ελύτη για το ζωτικό χώρο της Ποίησης και τις κατακτήσεις στις οποίες μας οδηγεί , ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ, Ύψιλον/ βιβλία 1990 με ΚΛΙΚ στο κολάζ του ποιητή]


ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ…

Να γιατί γράφω: γιατί η Ποίηση αρχίζει  από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Η αίσθηση του γυρισμού «των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν  ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά, στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω,  λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο αλλ’ ορθός, καθώς το θέλησα.

Ένας αμετανόητα ερωτευμένος,  που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης,  με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω-κάτω και περιμένω…
Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήξει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα, φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε, είναι μια κοπέλα, κάποτε πάλι, δυο τρεις στίχοι, πολλές φορές απλά και μόνο το καλοκαίρι.
Τα πιο ανεπαίσθητα σημάδια,  τα πιο αόρατα,
ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί,
που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο,
που μπαίνει απ’ το ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου-

πού βρέθηκε; από πού να ’ρχεται; - παίρνουν ολάκαιρη τη σημασία τους  λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να πείσουν ότι,  όπου να ’ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.
Να γιατί γράφω.  Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται.
Η ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον που είναι ο Θεός.
Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δεν γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκαιρος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους  και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρένων του Δήμου».
Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο
το μέρος που του ανήκει.
Να γιατί γράφουμε.
Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο,
τέτοιον που τον βρήκαμε.
Τον κόσμο της φθοράς
που, έρχεται κάποια στιγμή να δούμε
ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά,
με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός
για την Ανάσταση.

Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα,  σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. Κάποτε, είναι αλήθεια, μ’ εξαναγκάσανε και σ’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ από πού κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας.
Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει –αλλά παρ’ όλα αυτά το ξέρει- πως υπάρχει και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει, μήτε να την υπερβεί.
Θέλουμε, δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε.

Να από πού ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης…

(Στοχασμοί από τα ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ του Οδυσσέα Ελύτη για το ζωτικό χώρο της ποίησης και για τις κατακτήσεις στις οποίες μας οδηγεί)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …