Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΙΝΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ και ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΜΑΖΙ ΤΗΣ;

Ποια είναι, λοιπόν, η Σκοτεινή Κυρία, που έβαλε στον τίτλο ενός ποιήματός του ο Αργύρης Χιόνης; Είναι η έμπνευση τάχα ή το αποτέλεσμα; Είναι η Μούσα της ποίησης ή η ίδια η Ποίηση, που τιμά με την αυτοπρόσωπη παρουσία της τον ποιητή; Υπάρχει μια χαριτωμένη ρήση που ταιριάζει στην περίπτωση: «δεν περιμένω την έμπνευση για να γράψω. Πηγαίνω ο ίδιος να τη συναντήσω, καλύπτοντας περισσότερο από το μισό της διαδρομής». Ο τίτλος του ποιήματος του Χιόνη δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στην ίδια την Ποίηση. Αυτή είναι η Σκοτεινή Κυρία, που επισκέπτεται τον ποιητή, και την ονομάζει «Σκοτεινή» όχι για τα ρούχα που φορεί αλλά  «γιατί είναι σκοτεινές και δόλιες οι προθέσεις της»  καθότι  «είναι ντυμένη φόνο και ηδονή  και κάτω απ’ τη νεκρή βιζόν  φορεί τα ασπαίροντα βυζιά της»… Για χάρη τίνος λοιπόν υπάρχει η ποίηση; Για χάρη του «ανάμεσα» ή για χάρη των «μερών»; Και, τελικά, ποια είναι η σχέση του ποιητή με την ποίηση; Είναι έρμαιό της ή είναι ο ίδιος που κατευθύνει τη «σκοτεινή» δύναμή της; Ή είναι το έρμαιο μιας σκοτεινής δύναμης που κατευθύνει ο ίδιος; Μήπως η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μορφή που δίνει ο ποιητής στον εαυτό του; Ή ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει; [ερωτήματα – ερεθίσματα για πολλές και διαφορετικές προεκτάσεις μ’ αφορμή τη Σκοτεινή Κυρία του Αργύρη Χιόνη και τα αμφιλεγόμενα συναισθήματά του γι’ αυτήν τη μυστηριώδη κυρία: «όταν με επισκέπτεται η Σκοτεινή Κυρία, νιώθω ότι μπορώ να στήσω σκάλα και να φτάσω άστρα και ουρανό, όταν μ’ εγκαταλείπει η Σκοτεινή Κυρία κάτω απ’ τη σκάλα κουλουριάζομαι, σκυλί δαρμένο κι ορφανό» - ART by  brooke shaden]



Η ΤΕΧΝΗ ΥΠΑΡΧΕΙ  ΓΙΑ ΝΑ ΚΡΑΤΑ ΖΩΝΤΑΝΗ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΡΩΝΕΙ:
«Όταν με επισκέπτεται η Σκοτεινή Κυρία»: αυτή είναι η εναρκτήρια φράση του ποιήματος, φράση που εισάγει άλλες τέσσερες στροφές και μέσα από αυτή την επαναλαμβανόμενη επίσκεψη διαμορφώνεται μια παράδοξη, μια «αποτρόπαια ωραία» σχέση επιθυμίας και αποστροφής, «κραυγών χαράς» και «γόων τάφου», όπου ο ποιητής παραδίνεται αμαχητί στην επικίνδυνη έλξη της και στις σαρκοβόρες, βίαιες της διαθέσεις, εισπράττοντας ως αντάλλαγμα, και εν είδει δικής του ηδονής «ένα δύο στίχους αμφίβολης ποιότητας» κι αυτούς…
Το ποίημα στριφογυρνά επίμονα γύρω από τον εαυτό του και ο ορίζοντας του περιβάλλοντός του, καθώς και ο χρονικός του ορίζοντας, εκτείνονται ανάμεσα στις επισκέψεις της Σκοτεινής Κυρίας και στην εναγώνια προσμονή τους. Όμως, για χάρη ποιας από τις δύο υπάρχει η ποίηση;

Αν η παρουσία νοείται ως η ποιητική εκπλήρωση, η προσμονή είναι αυτή που διατηρεί ζωντανή και διαρκώς παρούσα την επιθυμία της. «Η τέχνη υπάρχει για να κρατά ζωντανή την επιθυμία και όχι για να την εκπληρώνει», υποστηρίζει ο Κάρλος Φουέντες. Και μένει να αποδειχθεί, αν πράγματι ό,τι είναι να συμβεί συμβαίνει ανάμεσα στην αποχώρηση της Σκοτεινής Κυρίας και στην επόμενη εμφάνισή της.

Κατά τον Χιόνη, αυτό ακριβώς το «ανάμεσα» πλέκει και συνδέει τις ψυχικές διακυμάνσεις του ποιητή, τις όποιες αντιφάσεις και αυτό-αναιρέσεις των αισθημάτων του. Ό,τι πικρό ό,τι απειλητικό και δόλιο ό,τι οδυνηρό και σκοτεινό, αλλά και ότι ηδονικό εκτυλίσσεται σε κάθε συνάντηση, είναι αυτό που στο «ανάμεσα» επιζητεί ο ποιητής, αυτό που αμφίθυμος περιμένει και ελπίζει να συμβεί. Είναι αυτό που, εν τέλει, υπάρχει ως ύπαρξή του:

Προσμένοντας τη Σκοτεινή Κυρία, χτενίζω με τα μάτια τον ορίζοντα…
Προσμένοντας τη Σκοτεινή Κυρία, φορώ μαύρο επίσημο κοστούμι…
Προσμένοντας τη Σκοτεινή Κυρία διώχνω τα σύννεφα απ’ τον ουρανό…
Όταν με επισκέπτεται η Σκοτεινή Κυρία, ξαναφτιάχνει πράγματι τον κόσμο απ’ την αρχή, αλλά τι κόσμο, Θεέ μου! Έναν κόσμο όπου στη θέση των αμπελώνων απλώνονται νεκροταφεία, στη θέση των κυπαρισσιών υψώνονται λόγχες που απειλούν τον ουρανό, έναν κόσμο γεμάτο δράκους και λίμνες αίματος, εκεί όπου πριν υπήρχαν παπαρούνες. Αυτό τον άγριο κόσμο μου προσφέρει, λέγοντας μου ειρωνικά: αν είσαι ποιητής αληθινός, θα τον εξημερώσεις…»

Για χάρη τίνος λοιπόν υπάρχει η ποίηση; Για χάρη του «ανάμεσα» ή για χάρη των «μερών»; Και, τελικά, ποια είναι η σχέση του ποιητή με την ποίηση;
Είναι έρμαιό της ή είναι ο ίδιος που κατευθύνει τη «σκοτεινή» δύναμή της; Ή είναι το έρμαιο μιας σκοτεινής δύναμης που κατευθύνει ο ίδιος; Μήπως η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μορφή που δίνει ο ποιητής στον εαυτό του; Ή ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει;
Όταν αργεί να με επισκεφτεί και ανυπομονώ, προσφεύγω στον καθρέφτη και συνομιλώ με τη μορφή που βλέπω μέσα στο γυαλί, που είμαι εγώ και είναι αυτή…
Όταν με επισκέπτεται η Σκοτεινή Κυρία, νιώθω ότι μπορώ να στήσω σκάλα και να φτάσω άστρα και ουρανό
Όταν με εγκαταλείπει η Σκοτεινή Κυρία κάτω απ’ τη σκάλα κουλουριάζομαι, σκυλί δαρμένο κι ορφανό


[ΠΗΓΗ: Σταύρος Ζαφειρίου, Η σκοτεινή Κυρία του Αργύρη Χιόνη: επανωτά ερωτήματα για την ποίηση – αποσπάσματα από κείμενο που δημοσιεύτηκε στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ τεύχος 97]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …