Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑΣ: Η ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΑ, Η ΣΗΜΑΣΙΑ, Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ, Η ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ, Ο ΟΡΙΣΜΟΣ

Κάθε χρόνο έρχονται και καθαρίζουν τα πέντε ανοιχτά παράθυρα πέντε γυναίκες ωραίες καθαρίστριες, γυμνές και μοιραίες που φοράνε μια μάσκα μεταξωτή ίσαμε τα βυζιά τους για να μη φαίνονται τα πρόσωπά τους από τον καθένα. Τ’ άλλα κλειστά παράθυρα μένουν ακάθαρτα και τα σκονίζει ο κονιορτός, τα τρώει τ’ αγιάζι, τα βρέχει ο ουρανός και τα φυσάει ο άνεμος μεσ’ τους αιώνες και σκτεινιάζουν όσο πάνε πιο πολύ..… Κι ο άνεμος φυσάει στα κλειστά παράθυρα και μες στις άδειες κάμαρες μένουν πάντα ακατανόμαστες οι χίλιες και μια ονομασίες της απέραντης μεγαλοφυΐας του Είναι. Είπαμε Το πρώτο παράθυρο είναι η στεναχώρια. Το δεύτερο παράθυρο η σημασία. Το τρίτο παράθυρο ο στοχασμός. Το τέταρτο παράθυρο η αχαριστία. Το πέμπτο παράθυρο ο ορισμός. Τα άλλα χίλια παράθυρα της μεγαλοφυΐας είναι κλειστά και δεν ανοίγουν παρά μονάχα άμα τα ονομάσεις και τα ονόματά τους είναι άγνωστα και μυστικά, είτε χαμένα και αδύνατο να βρεθούν, είτε είναι μισοσβησμένα κι αδύνατο να διαβαστούν [ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑΣ, μια ιστορία από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδόσεις Αιγόκερως 1986 – με ΚΛΙΚ στην εικόνα όλη η ιστορία των… πέντε παραθύρων στο κτίριο που κάποιοι αναμορφωτές το ονομάσανε… ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟ και μέσα εκεί ζούνε οι ακατάστατοι άνθρωποι, να τους προσέχουν οι ταχτικοί και νοικοκυρεμένοι – ART by Amartinsdebarros les miroirs du temp]


Τα παράθυρα της μεγαλοφυΐας
Κάθε χρόνο έρχονται και καθαρίζουν τα πέντε ανοιχτά παράθυρα πέντε γυναίκες ωραίες καθαρίστριες, γυμνές και μοιραίες που φοράνε μια μάσκα μεταξωτή ίσαμε τα βυζιά τους για να μη φαίνονται τα πρόσωπά τους από τον καθένα. Τ’ άλλα κλειστά παράθυρα μένουν ακάθαρτα, και τα σκονίζει ο κονιορτός, τα τρώει τ’ αγιάζι, τα βρέχει ο ουρανός και τα φυσάει ο άνεμος μεσ’ τους αιώνες και σκοτεινιάζουν όσο ποτέ πιο πολύ, ώστε μερικοί να λένε πως δεν είναι καν παράθυρα, και το λίγο φως που τους απόμεινε σβήνει κι αυτό και μένει το τεράστιο κτίριο της μεγαλοφυΐας εγκαταλειμμένο, άδειο κι ερημικό. Τότες ήρθανε οι αναμορφωτές και δοκιμάσανε να τ’ ονομάσουνε το χτίριο αυτό και να το συνερίσουνε και να το παραδώσουν στο κοινό. Και είπαν να λέγεται ΤΡΟΛΟΚΟΜΕΙΟ. Και μέσα εκεί να ζουν οι ακατάστατοι άνθρωποι, να τους προσέχουν οι ταχτικοί, οι νοικοκυρεμένοι. Κι έγινε αγνώριστο το ανώνυμο παλάτι το μέγα ανάκτορο της μεγαλοφυΐας κι ήρθαν οι κατεργάρηδες και το γέμισαν με άναρθρες φωνές και με σκουξιές, με παραμιλητά, με παραισθήσεις, μ’ έμμονες ιδέες και με πολλά άλλα συμπτώματα που τα λένε κλινικά. Και το νέο αυτό ίδρυμα λειτουργεί κανονικά – μόνο που στάθηκε αδύνατο ν’ ανοίξουν τα χίλια κλειστά παράθυρα της μεγαλοφυΐας κι έτσι ν’ αεριστούν οι κάμαρες αυτές για το σκοπό που έθεσαν οι αναμορφωτές της κοινωνίας δάσκαλοι, δικηγόροι, γιατροί και δικαστές. Κι ο άνεμος φυσάει στα κλειστά παράθυρα και μες στις άδειες κάμαρες μένουν πάντα ακατανόμαστες οι χίλιες και μια ονομασίες της απέραντης μεγαλοφυΐας του Είναι    


 [ΠΗΓΗ: Νανός Βαλαωρίτης, ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΑΣ από το βιβλίο Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδόσεις Αιγόκερως 1986]

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΑΝΑ ΜΟΥ, ΣΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΛΑΜΠΡΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΑ ΚΑΣΤΡΑ, ΠΟΡΦΥΡΗ ΔΥΣΗ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ, ΑΓΟΡΕΣ και ΠΑΖΑΡΙΑ ΟΠΟΥ ΝΑ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΣΟΥ ΟΙ ΓΛΩΣΣΕΣ:

Σε είπανε Θεσσαλονίκη, Σαλονίκη, Σαλονίκ, Σελιανίκ, Σαλονίκο, Σαλόνικα και Σόλουν. Μικρή Κωνσταντινούπολη και Νέα Ιερουσαλήμ. Υπήρξες η αγαπημένη των Ησυχαστών, η εκλεκτή των Καισάρων, η οιονεί προσφυγομάνα, και τον καιρό της Κατοχής, στον οργασμό του ρεμπέτικου, η πρώτη –λέει ο βαμβακάρης- φτωχομάνα. Μητέρα Θεσσαλονίκη σε ονόμασε ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης. Κι έτσι σε νιώθουμε… [ακολουθεί κείμενο του Θωμά Κοροβίνη  που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Biennale 3, 2011 –οι  Τέμπερες με μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι του Ντίνου Παπασπύρου]


Κάθε πρωί σε περπατώ στην παλιά παραλία σου, αγαπημένη, εκεί που στέκονταν τα τείχη σου μέχρι το 1875, εκεί όπου ο ευφυής Εμπάρ είχε σχεδιάσει μια προκυμαία είκοσι πέντε μέτρα πιο μπροστά από τη σημερινή, έτσι που ο περίπατος θα γινόταν σχεδόν πάνω στα νερά του Θερμαϊκού σου. Περπατώ κι αναπολώ τους ποιητές σου που σε δοξάζουν, περπατώ και ψιθυρίζω στίχους και μνημονεύω ονόματα, Αναγνωστάκη, Ασλάνογλου, Θέμελη, Κύρου, Θασίτη, Αγαθοπούλου, Αλέξη Τραϊνό και Δημήτρη Δημητριάδη, ποιητικά αποφθέγματα του Χριστιανόπουλου μουσκεμένα απ’ την αγάπη του για σένα, ενώ η βαριά υγρασία σου χρόνια τώρα με σιγοτρώει σαν σαράκι…

Κόβω ματσάκι λεβάντα απ’ τα παρτέρια της Τσιρογιάννη και τ’ αποθέτω στην προτομή του αθάνατου Τάκη Κανελλόπουλου. Άραγε θα αξιωθείς μια λεωφόρο ονείρων στο όνομα ενός γιου σου όντως πρωτοπόρου, σαν του πρώτου ευρωπαίου σοσιαλιστή Αβραάμ Μπεναρόγια; Ή σαν του Παύλου Ζάννα, που εμπνεύστηκε το φεστιβάλ κι άνοιξε δρόμους κινηματογραφικούς στην επικράτεια; Οι οδοί κι οι πλατείες σου στη θέση ανθυπομοίραρχων θα σου ΄πρεπε να βαφτιστούν στο όνομα ενός Ρέγκου, ενός τζίζεκ, ενός Μοσκώφ. Τα πιο πολλά αγάλματά σου θα σου ’πρεπε να γκρεμιστούν γιατί είναι καρποί ακαλαισθησίας που τους γέννησαν οι γάμοι ενός συμπλεγματικού τοπικισμού και μιας συφοριασμένης παπαδοκρατίας. Υπό την σκέπην ενός παραφουσκωμένου εθνοκεντρισμού που –δυστυχώς- εύρισκε πάντοτε στα μέρη σου παθιασμένους οπαδούς.

Στέκομαι μπρος στον Πύργο σου το Λευκό, το πολυτραγουδισμένο ιστορικό σου σύμβολο, τυραννικό κάποτε οχυρό, «Κανλί κουλέ», «Πύργος του αίματος», τόσες ψυχές παραδόθηκαν εδώ στο παρελθόν απ’ τα οικτρά τους βασανιστήρια, γενίτσαροι και Βούλγαροι, Ντονμέδες και Ρωμιοί, ακόμη και Μακεδόνες επαναστάτες του 21.

Προχωρώ προς τα σπαράγματα των ανακτόρων του Γαλέριου με τα μισοσκεπασμένα ψηφιδωτά, έπειτα προς τον Θρίαμβο της Καμάρας, κατόπι προς την μεγαλόπρεπη Ροτόντα σου, που υπήρξε ναός των Εθνικών, έπειτα ορθόδοξος Αη Γώργης, ύστερα τέμενος ισλαμικό και τελευταία ερίζουν όλοι για το κουμάντο της, καημένη πολιτεία δεν θα ησυχάσεις ποτέ

Σε είπανε Θεσσαλονίκη, Σαλονίκη, Σαλονίκ, Σελιανίκ, Σαλονίκο, Σαλόνικα και Σόλουν. Μικρή Κωνσταντινούπολη και Νέα Ιερουσαλήμ. Υπήρξες η αγαπημένη των Ησυχαστών, η εκλεκτή των Καισάρων, η οιονεί προσφυγομάνα, και τον καιρό της Κατοχής, στον οργασμό του ρεμπέτικου, η πρώτη –λέει ο βαμβακάρης- φτωχομάνα. Μητέρα Θεσσαλονίκη σε ονόμασε ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης. Κι έτσι σε νιώθουμε.

Οι έρωτές σου ήταν κάποτε πρόσφοροι, ιδίως οι δημόσιοι, όμως ανθούσαν αγκομαχώντας σε καλντερίμια κακοπαθημένα κι αγκαθωμένες εξοχές. Στις κεντρικές γειτονιές σου, η ερωτική ηδονή ίσως να φτάσει στο απόλυτο φέρτε της στα οπίσθια ενός βυζαντινού ιερού ή μέσα σε μια μισκοσκεπασμένη ρωμαϊκή «Σαρκοφάγο», σαν εκείνες του Γιώργου Ιωάννου, ενός απ’ τα πιο άξια τέκνα σου που σε λάτρεψαν.

Δεν βρέθηκε ακόμη διαβρωτικό για να σβήσει τα ίχνη του αίματος που έλουσε την ιστορία σου, πολυαγαπημένη και πολύπαθη πολιτεία. Το αίμα των επί Γαλέριου Μαξιμιλιανού χριστιανών μαρτύρων σε διώκει. Προεξαρχόντων του Πολιούχου Δημητρίου και του Νέστορος. Το αίμα των σφαγιασθέντων επτά χιλιάδων Θεσσαλονικέων στον Ιππόδρομο από τον αιμοσταγή αυτοκράτορα Θεοδόσιο ζητά το δίκιο του. Τα φαντάσματα των Βυζαντινών πριγκίπων, που εσένα την συμβασιλεύουσα, επέλεξε ως τόπο εξορίας τους επί Εικονομαχίας η Βασιλεύουσα σε στοιχειώνουν. Οι βεβηλωμένοι από το κούρσος του Σουλτάνου Μουράτ που σε κατέκτησε, οι κατακρεουργημένοι απ’ το φανατισμένο από τους δερβισάδες τουρκολόι πρόξενοι Άμποτ και Μουλέν, οι πυρπολημένοι της φωτιάς του ’17, οι αποδεκατισμένοι πρόσφυγες της καραντίνας στην Καλαμαριά του ’23, οι φονεμένοι καπνεργάτες του ’36, οι εξορισμένοι και δολοφονημένοι από τους Γκεσταπίτες Εβραίοι σου από το ’41 μέχρι το ’45, ζητούν εκδίκηση. Ο Πολκ, ο Λαμπράκης, ο Τσαρουχάς ζητούν δικαιοσύνη. Ο «Δράκος του Σέιχ Σου», την αλήθεια. Πώς εσύ, μια πόλη που διάλεξε ο Απόστολος των Εθνών για πρώτο σκαλοπάτι της διδασκαλίας του στην Ευρώπη και προς τους κατοίκους σου απηύθυνε τις πιο εμπνευσμένες επιστολές του, πώς ανέχθηκες τόσο άδικο αίμα;

Τις Καρυάτιδές σου, τις «Μαγεμένες» σου, οχτώ ανάγλυφες μυθικές μορφές του αρχαίου κόσμου, σου τις άπραξαν απ’ τη «Στοά των ειδώλων», πίσω απ’ τα «Λουτρά του Μπέη», και τώρα πια κρατούν συντροφιά στο Λούβρο τις άλλες δυο κλεμμένες Ελληνίδες θεές, τη Νίκη και την Αφροδίτη.

Στην αναφορά και τη θύμησή σου ανακαλείται στην αίσθηση των παλιότερων Τούρκων η «μακρινή μητέρα τους, είναι για κείνους η μάνα του Ατατούρκ και η πατρίδα του Ναζίμ Χικμέτ, είναι ό,τι είναι για μας η Σμύρνη. Που της μοιάζεις και σου μοιάζει τόσο, όσο άλλη καμιά.

Σου υποκλίθηκαν και θεράπευσαν το πνεύμα σου πολλοί, όπως ο Ευστάθιος και ο Εβλιγιά Τσελεμπί, ο Μπουασονά και ο Νικόλαος Πολίτης, ο Δελμούζος και ο Τριανταφυλλίδης, ο Καββαδίας και ο Τσιτσάνης, ο Καραντινός και η κυρία Κυβέλη, ο Ανδρόνικος και η Άλκη Κυριακίδου, ο Ζογγονόπουλος και ο Μαζάουερ.

Ήσουν η τελευταία ερωμένη του αδελφού μας Μανώλη Ρασούλη, η παντοτινή μάνα –αν και τον είχες κι αυτόν κακοκαρδίσει- του καρντάση μας Νίκου Παπάζογλου.
Πότε θα γιάνουν πια οι κακοφορμισμένες πληγές σου που κουβαλάς απ’ τον περασμένο αιώνα;

Ν’ ακούσουμε μήπως τη φωνή της περίσκεπτης αρχόντισσας Ζωής Καράλλη;
Ως πότε θα μας σκέπει
των προγόνων αγίων ο βίος;

Δεν πληρώνεται με δικό μας καημό
το χάσμα που η καταστροφή έχει ανοίξει.

Επαναπαύεται συχνά η αμηχανία σου σε βολικά για σένα άλλοθι ρίχνοντας την ευθύνη της κακοδαιμονίας σου στους άλλους, όπως για παράδειγμα, στον αυτάρεσκο αθηνοκεντρισμό. Δεν σ’ ωφελεί. ίσως να ’χεις αδικηθεί στο παρελθόν απ’ τη μοίρα σου, μα έχεις πιο πολύ αδικησεί μαζί με πολλούς απ’ τους πολίτες σου και τους τυχάρπαστους άρχοντές σου τον εαυτό σου.

Ήσουν για αιώνες ένα κράμα λαών και  θρησκευμάτων, μια πρώιμη Νέα Υόρκη της νοτιοανατολικής Βαλκανικής Ευρώπης με μπόλικο ανατολίτικο χρώμα και μιαν ιδιότυπη αστική πινελιά. Ακόμη κρατάς πεισματάρικα κάτι απ’ τη γοητεία εκείνου του παρδαλού χαρμανιού κι έτσι θα πρέπει να ξαναγίνεις. Βαλκανικές μουσικές να ανακατεύονται με ουρανομήκεις ψαλμωδίες, παλιές βρισιές των λιμενεργατών με σεφραδίτικα της Μοδιάνο, ποντιακά γινάτια με τούρκικα πειράγματα στο Καπάνι.

Σου πρέπει λαμπρή Ανατολή στα Κάστρα, πορφυρή Δύση στο λιμάνι, αγορές και παζάρια, όπου να κουβεντιάζονται των λαών σου οι γλώσσες όπως παλιά. Είσαι κουρασμένη, όμως η ρώμη της ιστορίας σου και η άσκησή σου στον πόνο θα σε κρατήσουν, Θεσσαλονίκη μάνα μου. Και εμείς, οι επίγονοι των ξεριζωμένων εκείνων που σε κατοίκησαν και σ’ αγάπησαν όσο κανείς –γιατί η ατμόσφαιρά σου ταιριάζει με κείνη των παλιών πατρίδων μας- θα σε κρατήσουμε. Πάντοτε η γη σου θα γεννάει ομορφιές και διάνοιες, τίμιους λαϊκούς ανθρώπους μα και πνευματικούς δημιουργούς, καλλιτέχνες και επιστήμονες πιστούς, πολλούς πιστούς ορκισμένους στ’ όνομά σου, που θα σε βοηθήσουν να αναγεννηθείς.

[κείμενο του Θωμά Κοροβίνη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Biennale 3, 2011 – Τέμπερες με μνημεία της Θεσσαλονίκης του Ντίνου Παπασπύρου]

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

«ΘΗΛΥΚΕΣ» ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ (με άξονα περιστροφής τη γυναίκα και τις ατέρμονες αμφιταλαντεύσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό)

Στην κινηματογραφική παραγωγή του 2015 και 2016 υπάρχει μια ομάδα ταινιών με πρωταγωνίστριες γυναίκες. Προέρχονται από ποικίλες κινηματογραφικές «σχολές» και με αφηγηματικούς τρόπους που παρουσιάζουν αρκετές αποκλίσεις. Κοινό χαρακτηριστικό όμως αυτών των ταινιών φαίνεται να είναι η εστίαση στην άνιση πάλη των  ηρωίδων με υπέρμετρους εξωγενείς παράγοντες ή η αμφιταλάντευσή τους ανάμεσα στο καλό και το κακό.. Ο αγώνας  αυτός, υπέρ της αλήθειας ή του ψεύδους, υπέρ της αθωότητας ή της ενοχής, είναι δίχως τελειωμό και η αναζήτηση νοήματος σ’ έναν κόσμο που δεν μπορεί να το προσφέρει, μένει εκκρεμής,   παρ’ όλες τις χαραμάδες φωτός για ευτυχισμένο τέλος:  
1η] ΒΙΚΤΟΡΙΑ: Η ηρωίδα μέσα από την ένταση αλλά και την ελαφρότητα του «εδώ και τώρα» αφήνεται στο τυχαίο αναζητώντας ένα έρεισμα ή μια αιτία να υπάρξει και να ανήκει.
2η] Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΓΗΣ: Ψυχογράφημα δυνατό, ερμηνείες σπάνιες. Η πορεία προς την ψυχική κατάρρευση αποδίδεται χωρίς μελοδραματισμό, αλλά με μιαν ένταση που προκύπτει από τις επάλληλες τομές του εσωτερικού κόσμου, οι οποίες κατορθώνουν να αποτυπώσουν την πυκνή ύλη της δυστυχίας σε μια γυναικεία φιλία που οι τριγμοί της τρομάζουν, σε μια σχέση που δεν ξέρεις ποιος έφταιξε και ποιος πληρώνει!..
3η] ΦΕΛΙΞ και ΜΕΪΡΑ: Μια αφήγηση αργών ρυθμών, η οποία υπογραμμίζει το απλό και το ασήμαντο, τη σιωπή και την αμηχανία ανθρώπων που δεν έχουν μάθει να επικοινωνούν. Η ταινία κεντράρει στη Μεϊρά που ζει υποταγμένη αλλά δεν παραιτείται, που αντιστέκεται και πεισμώνει χωρίς να επαναστατεί…
4η] Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Τρεις διαδοχικές οπτικές γωνίες στην αφήγηση, αλλάζουν την τροπή της ιστορίας δίνοντας την απαραίτητη αποστασιοποίηση, ώστε ο θεατής να αγνοεί τα κίνητρα και τις βαθύτερες σκέψεις των πρωταγωνιστών και να ερμηνεύει εκ των υστέρων με διαφορετικό τρόπο τα αρχικά σήματα της πλοκής. Σε έναν αγώνα ταχύτητας και ίντριγκας, η «θηλυκή» πλευρά του έρωτα και της τρυφερότητας είναι ο τελικός κυρίαρχος του παιχνιδιού με την ομορφιά να αποθεώνεται στη λεπτή λευκότητα των κορμιών των δύο πρωταγωνιστριών που θα διδάξουν η μία στην άλλη την αληθινή ηδονή και την αγάπη. Ωστόσο…(η συνέχεια επί της οθόνης)
5η] ΕΚΕΙΝΗ: Ο σκοτεινός βυθός που ταραγμένα μάς βασανίζει κάτω από μιαν ακύμαντη επιφάνεια, μέσω της οποίας προφασιζόμαστε ότι διατηρούμε την ψευδαίσθηση της ισορροπίας και τον έλεγχο της επιτυχίας. Το παθολογικό παρελθόν επισκιάζει το επιτυχημένο προφίλ της κεντρικής ηρωίδας, το πατρογονικό σφάλμα βαραίνει πάνω της πολλαπλά. Κι ενώ γυρεύει τον ένοχο σε μια παρτίδα εκδίκησης, βουλιάζει η ίδια μέσα στην ηδονή της βίας που προσπαθεί να ξορκίσει, αλλά την πολιορκεί συνεχώς…      [λεπτομέρειες για αυτές τις Πέντε «θηλυκές» ταινίες στο κείμενο που ακολουθεί. Το υπογράφει η  Άννα Αφεντουλίδου και πρωτο- δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρεαρ – ART by MAUVE]



1.    Βικτόρια (Victoria, Σεμπάστιαν Σίμπερ, Γερμανία, 2015):
Ένα μονοπλάνο 140 λεπτών παρακολουθεί μια νύχτα της Βικτόριας, μιας νεαρής Ισπανίδας πιανίστριας που απογοητευμένη από μια κοπιαστική ζωή χωρίς πολλές προοπτικές επιτυχίας, εγκαταλείπει σπουδές και καριέρα και μεταναστεύει στο Βερολίνο δουλεύοντας σε ένα καφέ. Γνωρίζεται σε ένα μπαρ με την παρέα τεσσάρων νεαρών Γερμανών, τους ακολουθεί και στην διάρκεια της νύχτας βρίσκεται μπλεγμένη σε μια αλυσίδα παραβατικών πράξεων που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή και την ελευθερία της. Χωρίς λόγο, χωρίς ιδιαίτερη επιθυμία, θα αφεθεί σε μια ανέμελη πορεία αμφίβολης διασκέδασης, η οποία θα εξελιχθεί σε επικίνδυνη περιπέτεια. Ρεαλιστικοί χαρακτήρες, με μιαν ανεπιτήδευτη και εκφραστική, σχεδόν «αθώα» ερμηνεία από την πρωταγωνίστρια, εντατική ροή παρόλη την ανυπαρξία «συγκλονιστικών» γεγονότων. Η αδιάκοπη κίνηση της κάμερας που ακολουθεί τους ήρωες συνηγορεί στην αίσθηση του βεβιασμένου αλλά και του ανικανοποίητου που χαρακτηρίζει τους τρόπους της νέας γενιάς. Αυτή η καταδικασμένη στο περιθώριο αλλά και διψασμένη για συγκινήσεις γενιά, είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής, την οποία ο σκηνοθέτης συν-αισθάνεται και στην οποία συμ-παρ-ίσταται με επιείκεια, κατανόηση αλλά και θλίψη. Η ηρωίδα ως γνήσια εκπρόσωπός της μέσα από την ένταση αλλά και την ελαφρότητα του «εδώ και τώρα» αφήνεται στο τυχαίο αναζητώντας ένα έρεισμα ή μια αιτία να υπάρξει και να ανήκει. Ή αναζητώντας απλά ένα νόημα σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να το προσφέρει, όσο κι αν τον εκβιάσεις. Δίκαιο και άδικο, νόημα και α-νοησία ζυγίζονται αμφίρροπα μέχρι το τέλος.

2.    Η Βασίλισσα της Γης (Queen of Earth, Άλεξ Ρος Πέρι, ΗΠΑ, 2015).
Η Ελίζαμπεθ Μος, ερμηνεύει βαθιά, χωρίς ακρότητες –γι’ αυτό και αλησμόνητα– όλες τις διακυμάνσεις του εσωτερικού σπαραγμού της νεαρής Κάθριν, η οποία περνά μια πολύ δύσκολη περίοδο μετά τον θάνατο του πατέρα της-ενός διάσημου καλλιτέχνη, για τον οποίο και εργαζόταν ως γραμματέας- απώλεια που προβάλλει εντονότερη μετά από την εγκατάλειψή της και από τον ερωτικό της σύντροφο. Αναζητώντας συναισθηματική υποστήριξη πηγαίνει στο εξοχικό σπίτι της καλύτερής της φίλης, η οποία δείχνει να την δέχεται με συνεχείς χειρονομίες αγάπης και φροντίδας. Κι ενώ φαίνεται σαν να επιζητούν μια βαθύτερη φιλική επαφή, η ολιγοήμερη συμβίωση των δύο γυναικών θα φέρει στο φως πληγές και πάθη που κρύβονται καλά κάτω από την επίπλαστη επιφάνεια της μακρόχρονης φιλίας. Ψυχογράφημα δυνατό, ερμηνείες σπάνιες. Η πορεία προς την ψυχική κατάρρευση αποδίδεται χωρίς μελοδραματισμό, αλλά με μιαν ένταση που προκύπτει από τις επάλληλες τομές του εσωτερικού κόσμου, οι οποίες κατορθώνουν να αποτυπώσουν την πυκνή ύλη της δυστυχίας σε μια γυναικεία φιλία που οι τριγμοί της τρομάζουν, σε μια σχέση που δεν ξέρεις ποιος έφταιξε και ποιος πληρώνει. Αθωότητα ή ενοχή, αγάπη ή σκληρότητα σε μία διάζευξη που δεν κατακυρώνεται.

3.    Φελίξ και Μεϊρά (Felix & Meira, Μαξίμ Ζιρού, Καναδάς, 2015).
Η Μεϊρά είναι μία νεαρή παντρεμένη Εβραία της αυστηρής χασιδικής κοινότητας και μητέρα ενός μικρού κοριτσιού, βρέφους ακόμα. Γνωρίζεται τυχαία με τον Φελίξ, έναν άντρα γύρω στα 40, που ζει μοναχικά, χωρίς απασχόληση, ξοδεύοντας την πατρική του κληρονομιά, της οποίας η σκιά βαραίνει παράξενα το παρόν του. Και οι δύο, παρόλες τις διαφορές τους, αισθάνονται μόνοι, βουλιάζοντας σε μία πνιγηρή καθημερινότητα, σε έναν συναισθηματικό λήθαργο, αταίριαστοι και αποξενωμένοι από τους υπόλοιπους του κόσμου τους. Αυτό είναι που θα τους ενώσει σε μια σχέση χωρίς πάθος ή συγκλονισμό, αλλά ήπια και συγκρατημένη. Ο έρωτας που υποδηλώνεται χωρίς να εκφράζεται, δεν είναι παράφορος ή συναρπαστικός, απλώς δίνει την αφορμή, για να αισθανθούν ζωντανοί και ικανοί να αναλάβουν πρωτοβουλίες για τη ζωή τους. Μια αφήγηση αργών ρυθμών, η οποία υπογραμμίζει το απλό και το ασήμαντο, τη σιωπή και την αμηχανία ανθρώπων που δεν έχουν μάθει να επικοινωνούν. Ακόμη και τα χρώματα της ταινίας είναι ήπια και άτονα, οι χώροι προβάλλονται σχεδόν «κενοί», οριοθετώντας ένα αφιλόξενο, απογυμνωμένο αστικό τοπίο. Οι ήρωες συνομιλούν στην αγγλική, τη γαλλική και τη γερμανοεβραϊκή (γίντις) σε μια πολυγλωσσική επικοινωνία, η οποία υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο τη δυσκολία της βαθύτερης επαφής. Η ταινία κεντράρει στη Μεϊρά που ζει υποταγμένη αλλά δεν παραιτείται, που αντιστέκεται και πεισμώνει χωρίς να επαναστατεί. Που είναι περισσότερο δυνατή από ό, τι φαίνεται, που ασφυκτιά εκεί που ο σύζυγός της αισθάνεται πλήρης και ασφαλής. Το τέλος θα μπορούσε να σημάνει μιαν αισιόδοξη ανατροπή, αν και αυτό που ουσιαστικά μάς δίνει είναι μόνο μιαν ανάσα ανακούφισης. Τους ήρωες τους συμπαθούμε, χωρίς να συμπάσχουμε μαζί τους, σε μια ιστορία που κρατά ίσες αποστάσεις χωρίς να ενοχοποιεί κανέναν. Ελευθερία και δέσμευση, δύναμη και αδυναμία, αντίσταση και υποταγή, ζεύγματα χωρίς συγκρούσεις σε μια ταινία που αποπνέει τρυφερότητα για την ανθρώπινη αδυναμία αλλά και την δύναμη, που όσο βαθιά και να κρύβεται μέσα μας, κάποτε αχνοφέγγει.

4.    Η Υπηρέτρια (The Handmaiden, Παρκ Τσαν-Γουκ, Νότια Κορέα, 2016)
Στην Κορέα του 1930, που βρίσκεται υπό ιαπωνική κατοχή, σε μια απομονωμένη έπαυλη φθάνει μια νεαρή υπηρέτρια, για να δουλέψει ως καμαριέρα της νεαρής πλούσιας κληρονόμου, η οποία ζει μοναχικά μαζί με τον ιδιόρρυθμο αυταρχικό θείο της, που σχεδιάζει να την παντρευτεί, για να της υφαρπάξει την περιουσία. Ο σχεδιασμός της αρχικής σαγήνευσης της Κυρίας υπο-δεικνύεται ως διπλή μηχανή, για να από-δειχθεί τριπλή, σε ένα διαδραστικό παιχνίδι, όπου θύματα και θύτες αλληλοεξαπατώνται. Τρεις διαδοχικές οπτικές γωνίες στην αφήγηση, αλλάζουν την τροπή της ιστορίας δίνοντας την απαραίτητη αποστασιοποίηση, ώστε ο θεατής να αγνοεί τα κίνητρα και τις βαθύτερες σκέψεις των πρωταγωνιστών και να ερμηνεύει εκ των υστέρων με διαφορετικόν τρόπο τα αρχικά σήματα της πλοκής. Στιλιζαρισμένοι χαρακτήρες, «ατμοσφαιρική» σκηνογραφία, καδραρισμένη φωτογραφία και διαυγή χρώματα δημιουργούν ένα «κλίμα» που παγιδεύει τον θεατή και συνεχώς τον παραπλανά. Η βία αποκαλύπτεται ολοένα πιο έντονη καθώς η διήγηση ξετυλίγεται, σκοτεινά σεξουαλικά ένστικτα, εκδίκηση, αντισυμβατικοί έρωτες συμφύρονται με το απρόοπτο, το μυστήριο, το σασπένς αλλά και την ειρωνεία και την αυτοϋπονόμευση- που σε κάποιες στιγμές οδηγούν στα όρια του κωμικού την αφήγηση. Σε έναν αγώνα ταχύτητας και ίντριγκας, η «θηλυκή» πλευρά του έρωτα και της τρυφερότητας είναι ο τελικός κυρίαρχος του παιχνιδιού με την ομορφιά να αποθεώνεται στη λεπτή λευκότητα των κορμιών των δύο πρωταγωνιστριών που θα διδάξουν η μία στην άλλη την αληθινή ηδονή και την αγάπη. Ωστόσο. Το happy end δηλητηριάζεται από τις σκηνές βίας που κρατά για το κλείσιμο- σχεδόν με σαδιστική ευχαρίστηση- ο σκηνοθέτης. Αλήθεια και ψέμα, έρωτας και δόλος ακροβατούν στα όρια μιας αυτάρεσκης υπερβολής.
5.    Εκείνη (Elle, Πολ Βερχόφεν, Γαλλία-Γερμανία, 2016).
Η Ιζαμπέλ Ιπέρ κατορθώνει να αποδώσει με αξιοθαύμαστο τρόπο την βαθύτερη πολυτροπία της συγκαλυπτικής ψυχρότητας της Μισέλ, μιας Διευθύντριας εταιρίας ηλεκτρονικών παιχνιδιών, αυστηρής και αδίστακτης τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική της ζωή. Ένας μασκοφόρος άντρας τής επιτίθεται μέσα στο σπίτι της και τη βιάζει. Ξεκινά η ίδια, μυστικά, την αναζήτηση του δράστη ερευνώντας το επαγγελματικό και γειτονικό της περιβάλλον. Αναζήτηση που θα την οδηγήσει σε μια αναδιαπραγμάτευση των προσωπικών και οικογενειακών της σχέσεων, αλλά και στην ανα-κάλυψη των μυχών του δικού της ψυχισμού. Ο σκοτεινός βυθός που ταραγμένα μάς βασανίζει κάτω από μιαν ακύμαντη επιφάνεια, μέσω της οποίας προφασιζόμαστε ότι διατηρούμε την ψευδαίσθηση της ισορροπίας και τον έλεγχο της επιτυχίας. Το παθολογικό παρελθόν επισκιάζει το επιτυχημένο προφίλ της κεντρικής ηρωίδας, το πατρογονικό σφάλμα βαραίνει πάνω της πολλαπλά. Κι ενώ γυρεύει τον ένοχο σε μια παρτίδα εκδίκησης, βουλιάζει η ίδια μέσα στην ηδονή της βίας που προσπαθεί να ξορκίσει, αλλά την πολιορκεί συνεχώς: στην εργασία, στη σχέση με τον πατέρα, τον σύζυγο, τον γιο. Καλό και κακό, θύμα και θύτης, συζυγίες που μέχρι το τέλος μάς εμπαίζουν, κάποιες στιγμές με παιδική αθωότητα και κάποιες άλλες με σαρδόνιο σαρκασμό.


 [ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

ΓΙΑΤΙ, ΛΕΝΕ, Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΡΕΧΕΙ ΙΛΙΓΓΙΩΔΩΣ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΗ (για να την ξανασκέφτεσαι αντί να την ζεις κάθε στιγμή)

Ξαναμπήκα, λοιπόν, στο τρένο για το ταξίδι του παιδεμού! Ξαναμπαίνουν στο τρένο από το οποίο πρόλαβαν και κατέβηαν πριν ξεκινήσει, λογαριάζοντας την τελευταία στιγμή πως θα ήταν χαμένος χρόνος να καβαλήσουν ένα όχημα που, αντί να σε ταξιδεύει, σε καθηλώνει. Όλοι αυτοί, στην αρχή ήταν βέβαιοι πως είναι ένα ταχύτατο τραίνο TGV που έτρεχε με τριακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Ακόμη κι αν δεν έτρεχε με 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, νόμιζαν ότι, καθισμένοι σε κάποιο απ’ τα βαγόνια του, θα μπορούσαν να οργώσουν μεθοδικά το χώρο, προλαβαίνοντας να παρατηρήσουν το κάθε τετραγωνικό μέτρο που θα προσπερνούσε. Έτσι νόμιζαν… Και μόνο την τελευταία στιγμή μπορούσες να καταλάβεις ότι το τραίνο αυτό δεν προσπερνούσε ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό από αυτά που είχες διανύσει και ότι σε ξαναγύριζε πίσω για να ξαναδείς, γραμμή προς γραμμή, την επιφάνεια της πεπατημένης που είχες καλύψει στο παρελθόν… Τον κατανοείς!.. Δεν είναι άνθρωπος του Ναι. Κάτι τέτοιοι, όπου και να τους βάλεις χωράνε, διότι δεν ξέρουν από εσωτερικούς κόσμους και δεν βασανίζονται. Όμως, οι άνθρωποι του Όχι πουθενά δεν χωράνε, δεν έχουν πού να σταθούν. Αν είναι τυχεροί να έχουν γεννηθεί ποιητές τότε φτιάχνουν ένα δικό τους κόσμο για να υπάρξουν, αλλιώς είναι πλάνητες και περιπλανώνται δίχως σκοπό... Κακά τα ψέματα, η αλήθεια μέσα μας και η έξω πραγματικότητα, όσο και να προσπαθήσουμε, δεν συμφιλιώνονται. Οι αισιόδοξοι εθελοτυφλούν. Ο ασήμαντος εξωτερικός κόσμος, σπασμένος σε χίλια κομμάτια, δεν συμβιβάζεται με το ύψος του εσωτερικού μας κόσμου. Αυτός μόνον, με τη συνοχή και την απεραντοσύνη του, αγκαλιάζει την οικουμένη, της δίνει ενότητα και αθανασία  [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, μικρά αποσπάσματα από τα Μυθιστορήματα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ή ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ και ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ – ART by Igor-Morski]




ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΝΑ ΚΑΒΑΛΗΣΕΙΣ ΕΝΑ ΟΧΗΜΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙ ΝΑ ΣΕ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΣΕ ΚΑΘΗΛΩΝΕΙ:
Ξαναμπήκα, λοιπόν, στο τραίνο για το ταξίδι του παιδεμού. Αυτό κάνουν όσοι δεν έχουν άλλη επιλογή. Ξαναμπαίνουν στο τραίνο από το οποίο πρόλαβαν και κατέβηκαν πριν ξεκινήσει, λογαριάζοντας την τελευταία στιγμή πως θα ήταν χαμένος χρόνος να καβαλήσουν ένα όχημα που, αντί να σε ταξιδεύει, σε καθηλώνει. Όλοι αυτοί, στην αρχή,  ήταν βέβαιοι πως είναι ένα ταχύτατο TGV τρένο που έτρεχε με τριακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Ακόμη κι αν δεν έτρεχε με 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, νόμιζαν ότι, καθισμένοι σε κάποιο από τα βαγόνια του, θα μπορούσαν να οργώσουν μεθοδικά το χώρο, προλαβαίνοντας να παρατηρήσουν το κάθε τετραγωνικό μέτρο που θα προσπερνούσε. Έτσι νόμιζαν, όταν πηδούσαν μες στα βαγόνια του. Μόνο την τελευταία στιγμή μπορούσες να καταλάβεις ότι το τρένο αυτό δεν προσπερνούσε ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό από αυτά που είχες διανύσει. Κι ότι σε ξαναγύριζε πίσω για να ξαναδείς, γραμμή προς γραμμή, πόντο με πόντο, την επιφάνεια της πεπατημένης που είχες καλύψει στο παρελθόν. Και δεν αρκούσε να καταλάβεις. Έπρεπε και να προλάβεις μ’ ένα σάλτο να ξαναβρεθείς στην αποβάθρα, αναστενάζοντας με ανακούφιση που γλίτωσες μια βασανιστική και άσκοπη διαδρομή. Γιατί, λένε, ο χρόνος τρέχει ιλιγγιωδώς και η ζωή είναι πολύ σύντομη για να την ξανασκέφτονται αντί να την ζουν. Θα πρέπει να είσαι απελπισμένος, να μην περιμένεις πια τίποτα να προλάβεις, να κάνεις ένα δεύτερο σάλτο και να ξανανέβεις πριν ξεκινήσει ξανά. Όπως ήμουν κι όπως έκανα εγώ. Δεν περίμενα τίποτα. Αν δεν είχα προλάβει, όμως, να κατέβω, την πρώτη φορά, δεν θα το καταλάβαινα.

Τέλος πάντων, από αυτά τα αργά ταξίδια κατά μήκος της πεπατημένης περιμένουν όσοι δεν πήραν το τρένο, γιατί πρόλαβαν και κατέβηκαν, να δουν τι σκεφτήκαμε και τι είδαμε εμείς που προλάβαμε να ξανανεβούμε. Περιμένουν τις αποκαλύψεις μας, αφού εικάζουν ότι θα τις καταθέσουμε σε έγκριτα περιοδικά που θα τους δείξουν όσα αδυνατούν να δουν. Χαμπάρι δεν παίρνουν πως είναι θύματα της αδράνειας που μας καταλαμβάνει, όταν ατυχήσουμε ή όταν αποτύχουμε πάνω από δέκα φορές…»
 [ΠΗΓΗ: Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, απόσπασμα από το μυθιστόρημά της ΓΥΝΑΙΚΕΣ ή ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ]

ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΜΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΗ ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
«… Ή μήπως μπορούσε; Ίσως αυτό να πίστευε ο Σκληρός και γι’ αυτό πάλευε. Ο Καβάφης, όμως, δεν είχε καμιά αμφιβολία για την αξεπέραστη τραγικότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων. Όπως βαθύτατα πίστευε, το αρχαίο δράμα είχε έρθει η στιγμή να δώσει τη θέση του στην τραγική ποίηση. Η τραγική ποίηση, ήταν φυσικό ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια, να χρησιμοποιεί, αντί για το μύθο, την Ιστορία. Πάνω της έπλεκε τις παραστάσεις της για να δείξει στους αναγνώστες της που θα μάθαιναν και θα απάγγελναν τα τραγικά ποιήματα, με ποιον τρόπο η μοίρα που την ορίζουν τα πάθη όχι των θεών, αλλά των ανθρώπων, είναι λειψή χωρίς τη συνεργασία της αβυσσαλέα ψυχής. Αφού χωρίς την ελευθερία να παραβιάζουμε τη μοίρα μας, τι θα ’ταν η μοίρα;

Αναρωτιόταν αν ο Σκληρός είχε σκεφτεί αυτό το μέγα ζήτημα της τραγικότητας. Σίγουρα, αλλά ασφαλώς, την απέφευγε. Γι’ αυτόν, δεν φαινόταν να υπάρχει πουθενά κάθαρση, που θα τον πήγαινε πάνω από την ενοχή. Και επομένως, το μόνο που έμενε και μετρούσε γι’ αυτόν ήταν μια ατελείωτη αυτοεξέταση και μια αέναη μεταμόρφωση του υπάρχοντος κόσμου. Επιζητούσε τη μεταμόρφωση του υπάρχοντος κόσμου γιατί δεν μπορούσε να φτιάξει ένα δικό του κόσμο. Δεν είχε το απαιτούμενο χάρισμα ούτε την όρεξη ή την κλίση γι’ αυτό. Ή μήπως είχε δίκιο και προείχε να αλλάξει ο υπάρχων και δεδομένος κόσμος; Ίσως. Αλλά πάλι, χωρίς τα τραγικά ποιήματα αυτό ήταν απολύτως αδύνατο.

Ξαφνικά, ένιωσε να συμπαθεί τον Σκληρό. Εκτός του ότι δεν είναι όμορφος, παραείναι ευαίσθητος. Επιμένει να θέλει να συμφιλιώσει πράγματα ασυμφιλίωτα, όπως είναι η αλήθεια του μέσα με την πραγματικότητα του έξω. Από παιδικό πείσμα κι από φόβο, ίσως επιμένει να αντιπροτείνει στην τραγωδία την συμφιλίωση. Τον κατανοεί. Δεν είναι άνθρωπος του ναι. Κάτι τέτοιοι, όπου και να τους βάλεις χωράνε, διότι δεν ξέρουν από εσωτερικούς κόσμους και δεν βασανίζονται. Όμως, οι άνθρωποι του όχι πουθενά δεν χωράνε, δεν έχουν πού να σταθούν. Αν είναι τυχεροί να έχουν γεννηθεί ποιητές, τότε φτιάχνουν ένα δικό τους κόσμο για να υπάρξουν. Αλλιώς είναι πλάνητες. Περιπλανώνται όπως ετούτος εδώ.

Στο τέλος της ομιλίας του, ο Καβάφης σφίγγει λίγο παραπάνω το χέρι του Σκληρού. Κακά τα ψέματα, η αλήθεια μέσα μας και η έξω πραγματικότητα, όσο και να προσπαθήσουμε, δεν συμφιλιώνονται. Οι αισιόδοξοι εθελοτυφλούν. Ο ασήμαντος εξωτερικός κόσμος, σπασμένος σε χίλια κομμάτια, δεν συμβιβάζεται με το ύψος του εσωτερικού μας κόσμου. Αυτός μόνον, με τη συνοχή και την απεραντοσύνη του, αγκαλιάζει την οικουμένη, της δίνει ενότητα και αθανασία…»


 [ΠΗΓΗ: Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, απόσπασμα από το μυθιστόρημά της ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ]

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Ο,ΤΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΥΛΙΚΑ (με λέξεις) ΚΛΕΙΔΩΝΕΙ ΚΑΙ ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΕΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΛΕΙΔΙ ΑΫΛΟ:

Η Μαρία Μήτσορα στο βιβλίο της ΜΕ ΛΕΝΕ ΛΕΞΗ φιλοσοφεί μετ’ ευτελείας για τους πραγματικούς ή φανταστικούς έρωτες... Υπάρχουν άραγε έρωτες πραγματικοί τη στιγμή που είναι βέβαιο ότι ερωτευόμαστε πλάσματα της φαντασίας μας; Στην ιστορία, για παράδειγμα, ΕΡΩΤΑΣ, ΕΛΛΕΙΨΗ και ΓΛΩΣΣΑ (αμέσως παρακάτω) η ηρωίδα ερωτεύεται έναν τοίχο και ψηλαφώντας τον θα κάνει το γύρο του κόσμου στις τρεις σελίδες αυτής της ιστορίας... Τα πιο αποκαλυπτικά ταξίδια είναι μέσα σ’ ανθρώπους. Μπορεί να έχεις ταξιδέψει από τον Πολικό Κύκλο έως την Αϊτή γράφοντας όμως με λέξεις μικρές ή μεγάλες ιστορίες, σε παίρνουν οι άνεμοι ενός άγνωστου ωκεανού.. Έτσι και η ίδια η συγγραφέας που η ζωή και η γραφή της είναι ένα, κάνει  με τις λέξεις κόλπα ταχυδακτυλουργικά και έχει το βλέμμα στραμμένο εκεί όπου το δικό μας… Ενδεχομένως να μη φτάσει ποτέ σε κάποιον τελικό προορισμό. Έρχεται όμως μια στιγμή που ανοίγει και πάλι ο καιρός και μαζί του οι δρόμοι και οι φράσεις, και (εφ)ευρίσκεται η λέξη-κλειδί,  που προστάζει, που αποσαφηνίζει… Δεν θα πεθάνουμε ούτε από κρύο ούτε από μοναξιά… Οι ήρωες της Μαρίας Μήτσορα συνήθως λογοδοτούν στη γεωμετρία του Τυχαίου, στη μεταφυσική του Τίποτα, στην ποίηση του Λαχταρώ. Και στο ΑΝΝΑ ΝΑ ΕΝΑ ΑΛΛΟ και στο ΜΕ ΛΕΝΕ ΛΕΞΗ η συγγραφέας περιφέρεται, εντός και εκτός σελίδων, μ’ ένα ανικανοποίητο αίσθημα αποχαιρετισμού ερώτων (διάβαζε: εξημερωμένων θανάτων), ταξιδιών (λαβύρινθων αυτοπαρατήρησης), ιστοριών (μασκαρεμένων σιωπών). Η γραφή της Μήτσορα βυθίζει τον αναγνώστη, μ’ ανελέητο (μαύρο κέφι), στο παραδεισένιο μηδέν του ξανακερδισμένου εαυτού. Ιδού άλλο ένα παράδειγμα στην ιστορία που ακολουθεί (με ΚΛΙΚ στην εικόνα AMIT BAR]


ΕΡΩΤΑΣ, ΕΛΛΕΙΨΗ και ΓΛΩΣΣΑ (από το βιβλίο της Μαρίας Μήτσορα ΜΕ ΛΕΝΕ ΛΕΞΗ, Εκδόσεις Πατάκη 2006)
Δεν θα μιλήσω σ’ αυτό το βιβλίο για τους έρωτές μου τους πραγματικούς. Φτάνει να πω ότι έχω ερωτευτεί ακόμα κι έναν τοίχο. Υπάρχουν άραγε έρωτες πραγματικοί; Αφού ερωτευόμαστε πλάσματα της φαντασίας μας. Μοιάζει με σοφιστεία. Θα μιλήσω για ό,τι καθόρισε τον τρόπο να ερωτεύομαι το φανταστικό. Μόλις τώρα μίλησα για τον Τέο. Στην Περίληψη του Κόσμου ένας τυφλός λέει στη Σοφία: «Οι τοίχοι μου δείχνουν το δρόμο», κι εκείνη, που επίσης ερωτεύτηκε έναν τοίχο, θα κάνει ψηλαφώντας τον, μέσα σ’ ένα καλοκαίρι, το γύρο του κόσμου της.

Ίσως εξαιτίας του Τέο (και εξαιτίας του αδελφού μου) να ερωτεύτηκα στα είκοσι τρία τον Θάνο. Κι επειδή η γνώση που διέθετα όταν ήμουν παιδί είχε πια από καιρό χαθεί, μόνο εγώ δεν ήξερα ότι αυτή η ιστορία θα τέλειωνε άσχημα. Μόνο εγώ δεν ήξερα ότι ήταν πραγματικά τρελός. Νόμιζα ότι ήταν κάποιο ξωτικό, κάποιος παραπλανημένος άγιος… Μέχρι να δω στην κοιλιά μου το μαχαίρι που κρατούσε, με παραμορφωμένο πρόσωπο (λίγο αίμα, γιατί η ζώνη μου ήταν από χοντρό δέρμα), μέχρι να πετάξει από τον τρίτο όροφο και να μου αλλάξει τη ζωή. Όταν πηγαίνω καμιά φορά στο Πρώτο Νεκροταφείο, στέκομαι πάνω από τον τάφο του και του ψιθυρίζω «Εσύ, που έμεινες για μένα είκοσι έξι χρονών, θα με περιμένεις, το ξέρω, στο Σκοτεινό Πέρασμα»

Στον έρωτα δίνουμε και παίρνουμε αυτό που δεν έχουμε. «Le don de ce quon na pas» μου έγραφε, μία δεκαετία αργότερα, τη φράση του Lacan ο Χρήστος. Έτσι είναι, στον έρωτα χαρίζουμε αυτό που μας λείπει, ελπίζοντας πως το ίδιο θα κάνει κι ο άλλος. Πως θα μας χαρίσει αυτό που η έλλειψή του είναι τόσο βασανιστική. Κι αν δεν το κάνει, υποθέτουμε ότι δεν μας ερωτεύτηκε αρκετά. Ένα πλεόνασμα έλλειψης μαγικά κλειδώνει, σε κάτι σαν – δύο ελλείψεις κλειδώνουν σε μία κατάφαση, σε μία κατάσταση, όπου, της φαντασίας υπερέχουσας, πλανάται η μοναδική ευκαιρία για πληρότητα. Στον έρωτα, όταν δεν είναι άγιος, τίποτα δεν μας ενώνει, αντίθετα, μας χωρίζει, αλλά και μας κρατά καθηλωμένους, το μέγεθος της έλξης. Επειδή τα αντίθετα έλκονται, κάθε μεγάλη έλξη μας διαφοροποιεί.
Σκέφτομαι ότι χάρις στην έλλειψη γράφω. Θυμάμαι φράσεις από βιβλία γλωσσολογίας: «η γλώσσα γεννιέται από μια κρίσιμη παραίτηση, από την ταύτιση με τη μητέρα» (Α.Φ. Χριστίδης), «Το ασυνείδητο είναι η κατεξοχήν πατρίδα της μεταφοράς». Πάλι θα πω για το μαργαριτάρι που είναι μια αρρώστια, ένα βάσανο για το στρείδι, ενώ για τους ανθρώπους πολύτιμο. Και πάλι θα πω ότι υπάρχουν ελλείψεις που δεν σου επιτρέπουν να περπατάς, αλλά σου μαθαίνουν να πετάς.

«Ίπταμαι, υπερίπταμαι, καθίπταμαι» έγραψα μία και μοναδική φορά αυτό που αισθανόμουν, στη μητέρα μου, από τη Γαλλία (έχοντας πάρει, είναι η αλήθεια, μερικές αμφεταμίνες), αντί για να γνωστά «Γλυκιά μου μαμά». Όταν γύρισα, μου είχε κλείσει ραντεβού με έναν ψυχίατρο στο σπίτι κι εκείνος επέμενε, μετά από μία σύντομη συζήτηση, ότι είμαι σχιζοφρενής. Όσο περισσότερο επέμεναν και οι δύο να καθίσω ένα διάστημα σε κάποια κλινική (η μητέρα μου στο τέλος λέγοντας «Κάν’ το για χάρη μου»), τόσο περισσότερο γελούσα, κι εκείνος της έλεγε «Το βλέπετε αυτό το αναίτιο γέλιο». Τελικά εγώ δεν πείστηκα, και τότε η μητέρα μου, από το άγχος της ότι δεν είμαι καλά, μπήκε η ίδια στη Γαλήνη. Έτσι συνέχισα να ίπταμαι και να υπερίπταμαι της κλινικής. Τρεις φορές την εβδομάδα να καθίπταμαι, για να την επισκεφτώ. Οι μοιραίες στρατηγικές που περιγράφει ο Baudrillard. Μόνο που εκείνος ήταν ένας τόσο γοητευτικός φιλόσοφος, ώστε όταν πέθανε να γράψουν «Πέθανε το ομοίωμα του φιλοσόφου»! Ενώ εγώ ίσως να μην σας γοητεύσω αρκετά, πριν από την ιστορία με τα Πουλιά Μαθηματικούς, να αφεθώ για λίγο ακόμα σ’ αυτήν τη φιλοσοφική διάθεση.

Η Μαρία Μήτσορα γενήθηκε στην Αθήνα το Νεόμβριο του 1946. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Παρίσι (Σορβόννη και Vincennes), όπου κατέθεσε μια εργασία πάνω στη δυναμική των μικρών ομάδων. Έχει γράψει, τη συλλογή διηγημάτων «Άννα, να ένα άλλο» (Εκδ. «Άκμων») και τα μυθιστορήματα «Σκόρπια Δύναμη» (Εκδ.»Οδυσσέας»), «Περίληψη του κόσμου» (Εκδ. «Κέδρος»), «Ο Ήλιος δύω» (Εκδ. «Οδυσσέας), «Καλός Καιρός/ Μετακίνηση» (Εκδ. «Πατάκη»). Διηγήματά της και ταξιδιωτικά κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες.


Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

ΟΙ 45 (εορτάζοντες) ΓΙΑΝΝΗΔΕΣ και ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΦΟΝΙΑΣ των (Γκάτσου – Χατζιδάκι – Μητσιά)

Ο Γιάννης ο φονιάς παιδί μιας πατρινιάς κι ενός μεσσολογγίτη προχτές την Κυριακή μετά τη φυλακή επέρασ' απ' το σπίτι. Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα
Μονάχα το Φροσί με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα του φίλησε βουβά τα χέρια τ' ακριβά και βγήκε από τη σάλα.Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο της ν' αντέξει κι ούτε ένας συγγενής να πει δε βρήκε λέξη.Κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς με του καημού τ' αγκάθι θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ' όνειρο που εχάθη.... [με ΚΛΙΚ στην εικόνα η ιστορία του τραγουδιού και αυθεντική πρώτη εκτέλεσή του από το Μανόλη Μητσιά]




Ο ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ και ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΦΟΝΙΑΣ
Τι είναι ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΦΟΝΙΑΣ;  Ένα Ποίημα; Πραγματική Ιστορία; Μελοποιημένη Ποίηση; Το αντάμωμα 2 Ογκόλιθων; Όταν ένας Χατζιδάκις αντάμωσε έναν Γκάτσο; Είναι μια ολόκληρη ιστορία αυτοί οι στίχοι, που κάποιοι είπαν πως πρόκειται για μια αληθινή ιστορία κι ύστερα προστέθηκαν κι άλλοι, που ήξεραν λέει το Γιάννη το φονιά, αλλά κανείς τους δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει ποτέ τίποτα στον απόλυτο βαθμό. Ο Μητσιάς είχε πει πως όταν του είπε ο Μάνος Χατζιδάκις να ερμηνεύσει αυτό το τραγούδι, ο Μητσιάς χάρηκε που θα έλεγε ένα βαρύ χασάπικο κι είπε ο Χατζιδάκις: «Δεν κατάλαβες! Συνωμοτικά θα το πεις!», δίνοντας με αυτό τον τρόπο την πραγματική διάσταση στην ιστορία που αφηγούνταν ο Νίκος Γκάτσος μέσα από τους 21 στίχους του…

Ο δίσκος ΑΘΑΝΑΣΙΑ (στον οποίο περιέχεται ο Γιάννης ο Φονιάς) βγήκε στα δισκοπωλεία τον Δεκέμβριο του 1976 και περιείχε συνολικά 11 κομμάτια… Τα 10 με τη φωνή του Μανώλη Μητσιά, όλα σε στίχους- ποίημα του Νίκου Γκάτσου… Εκείνο που ξεχώρισε από την αρχή ήταν «Ο Γιάννης ο φονιάς» που έκτοτε άρχισε να τον περιβάλλει η αχλή του αστικού μύθου.

Ο Γκάτσος δεν μίλησε ποτέ δημόσια για το ποιος ήταν ο ήρωας του τραγουδιού αυτού. Δύο όμως είναι οι πιο πιθανές εκδοχές. Με την πρώτη να υποστηρίζει ότι σε ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας το 1950 και λίγο μετά από έναν φρικτό εμφύλιο που κατάπιε την Ελλάδα και ένα μεγάλο μέρος της ευαισθησίας και της τρυφερότητάς της, ο Γιάννης, ένα παιδί 15 χρονών, σκότωσε τη μάνα του και τον εραστή της.

Η δεύτερη εκδοχή, ίσως και η πιο πιθανή, την οποία διηγείται ο συγχωρεμένος ο Γιουργομέγγουλης, επιστήθιος φίλος του Λοΐζου, επικαλείται ότι του είπε ο Γκάτσος ότι ο Γιάννης ο φονιάς δεν σκότωσε ποτέ κανέναν. Ο αδελφός του Γιάννη, πατέρας τεσσάρων παιδιών, σκότωσε για λόγους τιμής έναν συγχωριανό του και ο Γιάννης, που ήταν αρραβωνιασμένος με το Φροσί, πήρε το φονικό απάνω του για να μην ορφανέψει η φαμίλια του αδερφού του και να έχουν καλύτερη φροντίδα οι γονείς του.

Οπωσδήποτε, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι δεν ισχύει τίποτα από τα παραπάνω και απλώς είναι μία μυθοπλασία του Γκάτσου.
Στο βιβλίο «Είναι αρρώστια τα τραγούδια» (Εκδόσεις Καστανιώτη 2002) ο Μάνος Ελευθερίου δίνει μια άλλη συναρπαστική εκδοχή:
Ο Γιάννης (ο φονιάς) της ζωής μας, του Νίκου Γκάτσου

[…] Όλα λέγονται τηλεγραφικώς αλλά με σπάνια κρυστάλλινη διαύγεια […] Η αρχή της ιστορίας είναι λαχανιαστική. Όλα πρέπει να ειπωθούν γρήγορα για να φτάσουμε στο σημείο της συνάντησης των ηρώων, δηλαδή στην κλασσική σκηνή που παραπέμπει στις περιλάλητες συναντήσεις και «αναγνωρίσεις» των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας. Με μα διαφορά: εδώ δεν θα δοθεί η λυτρωτική λύση. Η τραγωδία έχει ήδη συντελεστεί για όλα τα πρόσωπα.
Εκείνοι που θα σηκώσουν στο εξής το βάρος των αναμνήσεων είναι ο φονιάς και το Φροσί, η γυναίκα-φάντασμα. Σ’ αυτό το κρίσιμο όμως σημείο της συνάντησης φονιά και συγγενών (του;) δε θα δοθεί καμία εξήγηση. […] ούτε ευθύνες θα ζητηθούν από κανέναν ούτε θα του δοθούν παράσημα. Το πιο σημαντικό: όλα θα γίνουν μέσα στην απόλυτη ΣΙΩΠΗ. […] Ήδη από την πρώτη κιόλας λέξη υπάρχει 
μετέωρο με την παρουσία του αλλά άφαντο το θύμα του φόνου. […] 

Πουθενά στο τραγούδι δεν γίνεται έστω και νύξη για το πώς βγήκε από τη φυλακή, αν πήρε χάρη, για παράδειγμα, ή εξέτισε ολόκληρη (πόση άραγε;) την ποινή του…

[…] Για να κάνει όμως αυτή την εσπευσμένη επίσκεψη στο μοιραίο σπίτι, σημαίνει ότι ο κύριος λόγος της πράξης του μόνο αυτό τούτο το σπίτι αφορούσε, πως για χάρη κάποιου και για την τιμή και την υπόληψη κάποιου απ’ αυτό το σπίτι έγινε το φονικό και πως ο φονιάς δεν είχε καμία αναστολή και καμία τύψη. Άραγε πόσο «συγγενής» ήταν με το Φροσί για να «θυμάται ξανά/φεγγάρια μακρινά» και μέχρι ποιο σημείο είχαν προχωρήσει οι σχέσεις τους, είτε συγγενικές είτε όχι. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

[…] Ο φόνος έγινε (με μαχαίρι άραγε ή με περίστροφο;) πιθανότατα για να ξεπλύνει μια βαριά προσβολή. Ίσως να σκότωσε κάποιον αντίπαλο-εκβιαστή ή μόνο εκβιαστή ή μόνο περαστικό εραστή που λάκισε ύπουλα και άνανδρα και δεν κράτησε το λόγο του – αυτά είναι λίγο παρατραβηγμένα, αλλά δεν έχω λόγους να τ’ αποκλείσω, όπως δεν αποκλείω, με κάθε επιφύλαξη, και το φόνο για πολιτικούς λόγους ή το φόνο με ταπεινά ελατήρια – δεν πήγαινε στην ψυχολογία του Γκάτσου κάτι τέτοιο, όπως δεν θ’ άντεχε τη «βεντέτα» ως δίκαιη παράδοση… […] Το Φροσί, έχει όλη τη συμπάθεια εκείνου που μας ιστορεί τα καθέκαστα και ο φονιάς όλο τον συγκρατημένο ανείπωτο θαυμασμό του.

[…] Η μόνη «πράξη» που συντελείται μετά τα κεράσματα του γλυκού και της μέντας είναι να σκύψει (δεν λέγεται, αλλά εννοείται) και να φιλήσει δημοσίως και αμίλητη τα χέρια του «τ’ ακριβά», που ωστόσο έπραξαν ένα φόνο…

[…] Στο σκηνικό του σπιτιού υπάρχει μόνο μία σάλα υποδοχής και είναι το κεντρικό μέρος όπου θα δοθεί η τελική λύση χωρίς να ειπωθεί κουβέντα στο μαρτύριο του σιωπηλού φονιά, μπροστά στους σιωπηλούς συγγενείς και στο «βουβό» Φροσί. Νομίζω ότι τέτοια κορυφαία δραματουργική σκηνή μόνο ο Γκάτσος κατόρθωσε στα χρόνια μας, αρματωμένος καθώς ήταν με τόση θεατρική φόρτιση και παιδεία. Δεν γίνονται και δεν γράφονται εύκολα τέτοια πράγματα και νομίζω ότι τέτοιο τραγούδι δεν θα ξαναγραφτεί τουλάχιστον για τα χρόνια που μας απομένουν…

[…] Το τέλος του μονόπρακτου – γιατί για θεατρικό μονόπρακτο πρόκειται, που ξεπερνά την «αφασία» των δαιμονικών μονόπρακτων του Σάμιουελ Μπέκετ – είναι σύντομο κι αυτό, καμωμένο από τους ίδιους λιγοσύλλαβους, λαχανιαστικούς στίχους.

Ο Γιάννης, από την «άκρη της γωνιάς» του όπου κάθισε μαζεμένος (άλλη μια σκηνική υπόδειξη του Γκάτσου), ανακαλεί σιωπηλός ακόμη μια φορά, αλλά μπροστά σε μάρτυρες, στη μνήμη του το χαμένο όνειρο της αγάπης, χωρίς παράπονο και χωρίς πια να διεκδικεί τίποτα. Εκείνο το σπαρακτικό «θυμήθηκε ξανά / φεγγάρια μακρινά / και τ’ όνειρο που εχάθη» σημαίνει απλούστατα ότι «αυτό» ήταν που τον κατέτρωγε όλα τα βασανισμένα χρόνια μέσα στη φυλακή, ότι «αυτή» η ανάμνηση της οριστικά χαμένης ευτυχίας του θα τον κατατρώγει στο εξής και «αυτό» θα ανακαλεί διαρκώς…

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΦΟΝΙΑ:
Κατευθείαν ποιητικός «πρόγονος» του «Γιάννη του φονιά» είναι «Το μεσολογγίτικο» (1914), ένα από τα πιο ευτυχισμένα ποιήματα του Μιλτιάδη Μαλακάση και της ελληνικής ποίησης.

ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΚΟ
Η κόρη ενός θαλασσινού κ’ ενός λιμνιώτη η αδερφή
κ η μοσκοθυγατέρα
τραγουδισμένης με καημούς μάνας που στάθηκε κορφή
στη νύχτα και στη μέρα,
τι με τ’ άστρι παράβγαινε και θάμπωνε τον ήλιο –
της Κυρ’ Αννιώς η Μπίλιω
πρώτη μου αγάπη, αυγερινός, μου μήνυσ’ ως ξανάρθα εδώ,
πρι’ φύγω πάλε πίσω
για την ερμιά, την ξενιτιά, να πάω μια μέρα να τη δω,
να δη α θα τη γνωρίσω!…
Χηράμενη της ερωτιάς, κι απ’ την παλιά καταλαλιά,
στο πατρικό ρημάδι,
στα μαύρα και στα σκοτεινά, σαν την κεραυνωμένην ελιά,
την ηύρα το άλλο βράδυ,
που και στ’ αχνό της πρόσωπο μαντεύονταν μονάχα,
θαμπά και νυχτομάχα,
σημάδια του καλού καιρού, τα μυγδαλάτα της τα δυό –
που να μπορούσα να ‘σκυβα, δροσιά την πίκρα τους να πιω! –
στα δάκρυα βουτηγμένα,
για κείνη και για μένα!…

Από τον τίτλο κιόλας του ποιήματος του Μαλακάση, «Το μεσολογγίτικο», έρχεται και η πρώτη νύξη, καθώς παραπέμπει κατευθείαν στον γενέθλιο τόπο των γονιών του Γιάννη του Γκάτσου, αφού είναι «παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη».
[…] Δε μου φεύγει από το μυαλό ότι ο Γκάτσος πρέπει να κονταροχτυπήθηκε μ’ αυτό το ποίημα του Μαλακάση, ότι επεζήτησε να το ξεπεράσει κι ακόμη ότι ο ίδιος συνειδητά έφερε τα βήματά του απέναντι σ’ έναν γερά αρματωμένο αντίπαλο ομότεχνό του και χωρίς αφορμή (και δεν είναι νόμιμη αφορμή, άραγε, η ποιητική δημιουργία; δεν είναι θεμιτή η ανταγωνιστικότητα;) εξώθησε τα πράγματα σε μια μονομαχία, στήνοντας απέναντι από τους πύργους του Μαλακάση τους δικούς του πύργους με τις πολεμίστρες. Το ίδιο άλλωστε έκανε και ο Διονύσιος Σολωμός (για να σταθώ μόνο σε μερικές κορυφές) με τον Φάουστ του Γκαίτε, το ίδιο ο Καβάφης με τον Πλούταρχο και την Ιστορία, το ίδιο ο Σαίξπηρ, παίρνοντας αυτούσιους τους μύθους από τον Πλούταρχο, το ίδιο οι αρχαίοι τραγικοί από τον Όμηρο…
[ΠΗΓΗ: Το Καρφί  09/05/2016]

Γκάτσος - Χατζιδάκις – Μητσιάς

https://youtu.be/3AxA1FLv7FY

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ:

Υπάρχουν τα καλά βιβλία και τα κακά βιβλία. Υπάρχουν όμως και τα «καλά κακά βιβλία». Ο όρος "good bad books" ανήκει στον Τζορτζ Όργουελ. Βέβαια ο συγγραφέας του «Μεγάλου Αδελφού» αναφερόταν σε βιβλία που δεν είχαν το ακαδημαϊκό ή πνευματικό βάρος μιας μεγάλης λογοτεχνίας, ωστόσο όμως ελάχιστοι αναγνώστες μπορούσαν να αντισταθούν στην γοητεία τους. Εκείνη την εποχή παραδείγματα «καλού κακού συγγραφέα» ήταν δημιουργοί όπως ο Κίπλινγκ και ο Κόναν Ντόιλ. Τα βιβλία τους ξεπέρασαν σε διάρκεια βιβλία που θεωρούνταν κλασικά και πολλές φορές μάλιστα απέκτησαν και τα ίδια ένα ανάλογο στάτους. Δανείζομαι τον όρο για να αναφερθώ σε ένα βιβλίο που θεωρώ «καλή κακή λογοτεχνία» υπό μια άλλη έννοια. Πρόκειται για ένα αδιαμφισβήτητα κλασικό αφήγημα, ένα βιβλίο που έχει γαλουχήσει τουλάχιστον μια γενιά αναγνωστών και έγινε συνώνυμο ενός θρυλικού λογοτεχνικού κινήματος. Ένα βιβλίο που όταν πρωτοδιάβαζα, στα δεκαεννέα, σε μια περίοδο όπου οι ήρωές μου ηταν ο Τζιμ Μόρισον και ο Αρθούρος Ρεμπό, είχα μείνει μαγεμένος. Ένα βιβλίο-βίβλος για μια ολόκληρη εποχή. Μιλάω για το περίφημο «On the road» του Τζακ Κέρουακ, ένα μυθιστόρημα στο όποιο πλέον με δυσκολία μπορώ να ξαναγυρίσω Διάλεξα το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί κάποτε ορκιζόμουν σ’ αυτό και στον υπέροχο τίτλο του. Γιατί με πονάει να νιώθω ένα κομμάτι της ζωής μου «παλιό». Και, εννοείται, εκείνα που μας πονάνε περισσότερο είναι όσα έχουμε αγαπήσει [Ο Αλέξης Σταμάτης γράφει και εξηγεί πώς το «On the road» του Τζακ Κέρουακ έχει «παλιώσει» μέσα του ]



Όχι δεν θα επαναλάβω την «κακία» του Τρούμαν Κάποτε, ο οποίος αναφερόμενος στο μυθιστόρημα σε μια συνέντευξη του στην τηλεόραση είχε πει το δηλητηριώδες: «That's not writing, it's typing» (Αυτό δεν είναι γράψιμο. Είναι δακτυλογράφηση). Δακτυλογράφηση φυσικά δεν είναι άλλα το βιβλίο δεν έχει εσωτερική ανάπτυξη, δεν υπάρχει «κάτω κείμενο», δεν υπάρχει ειρωνεία, εκφραστικότητα, οι χαρακτήρες περισσότερο εικονογραφούνται παρά δρουν. Πρόκειται ένα αφήγημα–ποταμό, έναν καταιγισμό λέξεων ο οποίος, όταν τελειώνει, δεν έχει αφήσει έστω και μια λιμνούλα πίσω του. Σαν αυτή η λεκτική καταιγίδα να απορροφήθηκε απ’ ευθείας από το χαρτί (το ρολο του τέλεξ) στο οποίο γράφτηκε.

Λένε πως έχει τη γοητεία της αυτόματης γραφής, ότι είναι ένα μεγαλοφυές παραλήρημα. Το σκέτο παραλήρημα όμως είναι απλά άσκηση ύφους, δεν είναι δραστικό. Μόνο ένα επιμελημένο, ζυγιασμένο παραλήρημα μπορεί να δημιουργήσει χάσματα και αιχμές, φυγές και ανοίγματα. Το «On the road» είναι ένα λογοτεχνικό παραξένισμα, μια καταρρακτώδης χειρονομία που συγκινεί μονό και μονό με την επιθυμία του συγγραφέα του να την ολοκληρώσει. Ένα αφηγηματικό τράβελινγκ που αντανακλά μεν επιτυχώς το ρυθμό της γενιάς του, άλλα πλέον μοιάζει με μια φωτογραφία που πάλιωσε, ένα ιλιγγιώδες fast forward που έσβησε σ’ ένα οριστικό fade out, έναν πανέμορφο νεαρό που δεν καλογέρασε.

Διάλεξα το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί κάποτε ορκιζόμουν σ’ αυτό και στον υπέροχο τίτλο του. Γιατί με πονάει να νιώθω ένα κομμάτι της ζωής μου «παλιό». Και, εννοείται, εκείνα που μας πονάνε περισσότερο είναι όσα έχουμε αγαπήσει.


[ΠΗΓΗ: Αλέξης Σταμάτης, Ο δρόμος έφτασε στο τέλος του – αναρτήθηκε στη διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS ]