Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ:

Υπάρχουν τα καλά βιβλία και τα κακά βιβλία. Υπάρχουν όμως και τα «καλά κακά βιβλία». Ο όρος "good bad books" ανήκει στον Τζορτζ Όργουελ. Βέβαια ο συγγραφέας του «Μεγάλου Αδελφού» αναφερόταν σε βιβλία που δεν είχαν το ακαδημαϊκό ή πνευματικό βάρος μιας μεγάλης λογοτεχνίας, ωστόσο όμως ελάχιστοι αναγνώστες μπορούσαν να αντισταθούν στην γοητεία τους. Εκείνη την εποχή παραδείγματα «καλού κακού συγγραφέα» ήταν δημιουργοί όπως ο Κίπλινγκ και ο Κόναν Ντόιλ. Τα βιβλία τους ξεπέρασαν σε διάρκεια βιβλία που θεωρούνταν κλασικά και πολλές φορές μάλιστα απέκτησαν και τα ίδια ένα ανάλογο στάτους. Δανείζομαι τον όρο για να αναφερθώ σε ένα βιβλίο που θεωρώ «καλή κακή λογοτεχνία» υπό μια άλλη έννοια. Πρόκειται για ένα αδιαμφισβήτητα κλασικό αφήγημα, ένα βιβλίο που έχει γαλουχήσει τουλάχιστον μια γενιά αναγνωστών και έγινε συνώνυμο ενός θρυλικού λογοτεχνικού κινήματος. Ένα βιβλίο που όταν πρωτοδιάβαζα, στα δεκαεννέα, σε μια περίοδο όπου οι ήρωές μου ηταν ο Τζιμ Μόρισον και ο Αρθούρος Ρεμπό, είχα μείνει μαγεμένος. Ένα βιβλίο-βίβλος για μια ολόκληρη εποχή. Μιλάω για το περίφημο «On the road» του Τζακ Κέρουακ, ένα μυθιστόρημα στο όποιο πλέον με δυσκολία μπορώ να ξαναγυρίσω Διάλεξα το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί κάποτε ορκιζόμουν σ’ αυτό και στον υπέροχο τίτλο του. Γιατί με πονάει να νιώθω ένα κομμάτι της ζωής μου «παλιό». Και, εννοείται, εκείνα που μας πονάνε περισσότερο είναι όσα έχουμε αγαπήσει [Ο Αλέξης Σταμάτης γράφει και εξηγεί πώς το «On the road» του Τζακ Κέρουακ έχει «παλιώσει» μέσα του ]



Όχι δεν θα επαναλάβω την «κακία» του Τρούμαν Κάποτε, ο οποίος αναφερόμενος στο μυθιστόρημα σε μια συνέντευξη του στην τηλεόραση είχε πει το δηλητηριώδες: «That's not writing, it's typing» (Αυτό δεν είναι γράψιμο. Είναι δακτυλογράφηση). Δακτυλογράφηση φυσικά δεν είναι άλλα το βιβλίο δεν έχει εσωτερική ανάπτυξη, δεν υπάρχει «κάτω κείμενο», δεν υπάρχει ειρωνεία, εκφραστικότητα, οι χαρακτήρες περισσότερο εικονογραφούνται παρά δρουν. Πρόκειται ένα αφήγημα–ποταμό, έναν καταιγισμό λέξεων ο οποίος, όταν τελειώνει, δεν έχει αφήσει έστω και μια λιμνούλα πίσω του. Σαν αυτή η λεκτική καταιγίδα να απορροφήθηκε απ’ ευθείας από το χαρτί (το ρολο του τέλεξ) στο οποίο γράφτηκε.

Λένε πως έχει τη γοητεία της αυτόματης γραφής, ότι είναι ένα μεγαλοφυές παραλήρημα. Το σκέτο παραλήρημα όμως είναι απλά άσκηση ύφους, δεν είναι δραστικό. Μόνο ένα επιμελημένο, ζυγιασμένο παραλήρημα μπορεί να δημιουργήσει χάσματα και αιχμές, φυγές και ανοίγματα. Το «On the road» είναι ένα λογοτεχνικό παραξένισμα, μια καταρρακτώδης χειρονομία που συγκινεί μονό και μονό με την επιθυμία του συγγραφέα του να την ολοκληρώσει. Ένα αφηγηματικό τράβελινγκ που αντανακλά μεν επιτυχώς το ρυθμό της γενιάς του, άλλα πλέον μοιάζει με μια φωτογραφία που πάλιωσε, ένα ιλιγγιώδες fast forward που έσβησε σ’ ένα οριστικό fade out, έναν πανέμορφο νεαρό που δεν καλογέρασε.

Διάλεξα το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί κάποτε ορκιζόμουν σ’ αυτό και στον υπέροχο τίτλο του. Γιατί με πονάει να νιώθω ένα κομμάτι της ζωής μου «παλιό». Και, εννοείται, εκείνα που μας πονάνε περισσότερο είναι όσα έχουμε αγαπήσει.


[ΠΗΓΗ: Αλέξης Σταμάτης, Ο δρόμος έφτασε στο τέλος του – αναρτήθηκε στη διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …