Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

ΓΙΑΤΙ, ΛΕΝΕ, Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΡΕΧΕΙ ΙΛΙΓΓΙΩΔΩΣ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΗ (για να την ξανασκέφτεσαι αντί να την ζεις κάθε στιγμή)

Ξαναμπήκα, λοιπόν, στο τρένο για το ταξίδι του παιδεμού! Ξαναμπαίνουν στο τρένο από το οποίο πρόλαβαν και κατέβηαν πριν ξεκινήσει, λογαριάζοντας την τελευταία στιγμή πως θα ήταν χαμένος χρόνος να καβαλήσουν ένα όχημα που, αντί να σε ταξιδεύει, σε καθηλώνει. Όλοι αυτοί, στην αρχή ήταν βέβαιοι πως είναι ένα ταχύτατο τραίνο TGV που έτρεχε με τριακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Ακόμη κι αν δεν έτρεχε με 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, νόμιζαν ότι, καθισμένοι σε κάποιο απ’ τα βαγόνια του, θα μπορούσαν να οργώσουν μεθοδικά το χώρο, προλαβαίνοντας να παρατηρήσουν το κάθε τετραγωνικό μέτρο που θα προσπερνούσε. Έτσι νόμιζαν… Και μόνο την τελευταία στιγμή μπορούσες να καταλάβεις ότι το τραίνο αυτό δεν προσπερνούσε ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό από αυτά που είχες διανύσει και ότι σε ξαναγύριζε πίσω για να ξαναδείς, γραμμή προς γραμμή, την επιφάνεια της πεπατημένης που είχες καλύψει στο παρελθόν… Τον κατανοείς!.. Δεν είναι άνθρωπος του Ναι. Κάτι τέτοιοι, όπου και να τους βάλεις χωράνε, διότι δεν ξέρουν από εσωτερικούς κόσμους και δεν βασανίζονται. Όμως, οι άνθρωποι του Όχι πουθενά δεν χωράνε, δεν έχουν πού να σταθούν. Αν είναι τυχεροί να έχουν γεννηθεί ποιητές τότε φτιάχνουν ένα δικό τους κόσμο για να υπάρξουν, αλλιώς είναι πλάνητες και περιπλανώνται δίχως σκοπό... Κακά τα ψέματα, η αλήθεια μέσα μας και η έξω πραγματικότητα, όσο και να προσπαθήσουμε, δεν συμφιλιώνονται. Οι αισιόδοξοι εθελοτυφλούν. Ο ασήμαντος εξωτερικός κόσμος, σπασμένος σε χίλια κομμάτια, δεν συμβιβάζεται με το ύψος του εσωτερικού μας κόσμου. Αυτός μόνον, με τη συνοχή και την απεραντοσύνη του, αγκαλιάζει την οικουμένη, της δίνει ενότητα και αθανασία  [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, μικρά αποσπάσματα από τα Μυθιστορήματα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ή ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ και ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ – ART by Igor-Morski]




ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΝΑ ΚΑΒΑΛΗΣΕΙΣ ΕΝΑ ΟΧΗΜΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙ ΝΑ ΣΕ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΣΕ ΚΑΘΗΛΩΝΕΙ:
Ξαναμπήκα, λοιπόν, στο τραίνο για το ταξίδι του παιδεμού. Αυτό κάνουν όσοι δεν έχουν άλλη επιλογή. Ξαναμπαίνουν στο τραίνο από το οποίο πρόλαβαν και κατέβηκαν πριν ξεκινήσει, λογαριάζοντας την τελευταία στιγμή πως θα ήταν χαμένος χρόνος να καβαλήσουν ένα όχημα που, αντί να σε ταξιδεύει, σε καθηλώνει. Όλοι αυτοί, στην αρχή,  ήταν βέβαιοι πως είναι ένα ταχύτατο TGV τρένο που έτρεχε με τριακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Ακόμη κι αν δεν έτρεχε με 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, νόμιζαν ότι, καθισμένοι σε κάποιο από τα βαγόνια του, θα μπορούσαν να οργώσουν μεθοδικά το χώρο, προλαβαίνοντας να παρατηρήσουν το κάθε τετραγωνικό μέτρο που θα προσπερνούσε. Έτσι νόμιζαν, όταν πηδούσαν μες στα βαγόνια του. Μόνο την τελευταία στιγμή μπορούσες να καταλάβεις ότι το τρένο αυτό δεν προσπερνούσε ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό από αυτά που είχες διανύσει. Κι ότι σε ξαναγύριζε πίσω για να ξαναδείς, γραμμή προς γραμμή, πόντο με πόντο, την επιφάνεια της πεπατημένης που είχες καλύψει στο παρελθόν. Και δεν αρκούσε να καταλάβεις. Έπρεπε και να προλάβεις μ’ ένα σάλτο να ξαναβρεθείς στην αποβάθρα, αναστενάζοντας με ανακούφιση που γλίτωσες μια βασανιστική και άσκοπη διαδρομή. Γιατί, λένε, ο χρόνος τρέχει ιλιγγιωδώς και η ζωή είναι πολύ σύντομη για να την ξανασκέφτονται αντί να την ζουν. Θα πρέπει να είσαι απελπισμένος, να μην περιμένεις πια τίποτα να προλάβεις, να κάνεις ένα δεύτερο σάλτο και να ξανανέβεις πριν ξεκινήσει ξανά. Όπως ήμουν κι όπως έκανα εγώ. Δεν περίμενα τίποτα. Αν δεν είχα προλάβει, όμως, να κατέβω, την πρώτη φορά, δεν θα το καταλάβαινα.

Τέλος πάντων, από αυτά τα αργά ταξίδια κατά μήκος της πεπατημένης περιμένουν όσοι δεν πήραν το τρένο, γιατί πρόλαβαν και κατέβηκαν, να δουν τι σκεφτήκαμε και τι είδαμε εμείς που προλάβαμε να ξανανεβούμε. Περιμένουν τις αποκαλύψεις μας, αφού εικάζουν ότι θα τις καταθέσουμε σε έγκριτα περιοδικά που θα τους δείξουν όσα αδυνατούν να δουν. Χαμπάρι δεν παίρνουν πως είναι θύματα της αδράνειας που μας καταλαμβάνει, όταν ατυχήσουμε ή όταν αποτύχουμε πάνω από δέκα φορές…»
 [ΠΗΓΗ: Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, απόσπασμα από το μυθιστόρημά της ΓΥΝΑΙΚΕΣ ή ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ]

ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΜΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΗ ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
«… Ή μήπως μπορούσε; Ίσως αυτό να πίστευε ο Σκληρός και γι’ αυτό πάλευε. Ο Καβάφης, όμως, δεν είχε καμιά αμφιβολία για την αξεπέραστη τραγικότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων. Όπως βαθύτατα πίστευε, το αρχαίο δράμα είχε έρθει η στιγμή να δώσει τη θέση του στην τραγική ποίηση. Η τραγική ποίηση, ήταν φυσικό ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια, να χρησιμοποιεί, αντί για το μύθο, την Ιστορία. Πάνω της έπλεκε τις παραστάσεις της για να δείξει στους αναγνώστες της που θα μάθαιναν και θα απάγγελναν τα τραγικά ποιήματα, με ποιον τρόπο η μοίρα που την ορίζουν τα πάθη όχι των θεών, αλλά των ανθρώπων, είναι λειψή χωρίς τη συνεργασία της αβυσσαλέα ψυχής. Αφού χωρίς την ελευθερία να παραβιάζουμε τη μοίρα μας, τι θα ’ταν η μοίρα;

Αναρωτιόταν αν ο Σκληρός είχε σκεφτεί αυτό το μέγα ζήτημα της τραγικότητας. Σίγουρα, αλλά ασφαλώς, την απέφευγε. Γι’ αυτόν, δεν φαινόταν να υπάρχει πουθενά κάθαρση, που θα τον πήγαινε πάνω από την ενοχή. Και επομένως, το μόνο που έμενε και μετρούσε γι’ αυτόν ήταν μια ατελείωτη αυτοεξέταση και μια αέναη μεταμόρφωση του υπάρχοντος κόσμου. Επιζητούσε τη μεταμόρφωση του υπάρχοντος κόσμου γιατί δεν μπορούσε να φτιάξει ένα δικό του κόσμο. Δεν είχε το απαιτούμενο χάρισμα ούτε την όρεξη ή την κλίση γι’ αυτό. Ή μήπως είχε δίκιο και προείχε να αλλάξει ο υπάρχων και δεδομένος κόσμος; Ίσως. Αλλά πάλι, χωρίς τα τραγικά ποιήματα αυτό ήταν απολύτως αδύνατο.

Ξαφνικά, ένιωσε να συμπαθεί τον Σκληρό. Εκτός του ότι δεν είναι όμορφος, παραείναι ευαίσθητος. Επιμένει να θέλει να συμφιλιώσει πράγματα ασυμφιλίωτα, όπως είναι η αλήθεια του μέσα με την πραγματικότητα του έξω. Από παιδικό πείσμα κι από φόβο, ίσως επιμένει να αντιπροτείνει στην τραγωδία την συμφιλίωση. Τον κατανοεί. Δεν είναι άνθρωπος του ναι. Κάτι τέτοιοι, όπου και να τους βάλεις χωράνε, διότι δεν ξέρουν από εσωτερικούς κόσμους και δεν βασανίζονται. Όμως, οι άνθρωποι του όχι πουθενά δεν χωράνε, δεν έχουν πού να σταθούν. Αν είναι τυχεροί να έχουν γεννηθεί ποιητές, τότε φτιάχνουν ένα δικό τους κόσμο για να υπάρξουν. Αλλιώς είναι πλάνητες. Περιπλανώνται όπως ετούτος εδώ.

Στο τέλος της ομιλίας του, ο Καβάφης σφίγγει λίγο παραπάνω το χέρι του Σκληρού. Κακά τα ψέματα, η αλήθεια μέσα μας και η έξω πραγματικότητα, όσο και να προσπαθήσουμε, δεν συμφιλιώνονται. Οι αισιόδοξοι εθελοτυφλούν. Ο ασήμαντος εξωτερικός κόσμος, σπασμένος σε χίλια κομμάτια, δεν συμβιβάζεται με το ύψος του εσωτερικού μας κόσμου. Αυτός μόνον, με τη συνοχή και την απεραντοσύνη του, αγκαλιάζει την οικουμένη, της δίνει ενότητα και αθανασία…»


 [ΠΗΓΗ: Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, απόσπασμα από το μυθιστόρημά της ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …