Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΑΝΑ ΜΟΥ, ΣΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΛΑΜΠΡΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΑ ΚΑΣΤΡΑ, ΠΟΡΦΥΡΗ ΔΥΣΗ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ, ΑΓΟΡΕΣ και ΠΑΖΑΡΙΑ ΟΠΟΥ ΝΑ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΣΟΥ ΟΙ ΓΛΩΣΣΕΣ:

Σε είπανε Θεσσαλονίκη, Σαλονίκη, Σαλονίκ, Σελιανίκ, Σαλονίκο, Σαλόνικα και Σόλουν. Μικρή Κωνσταντινούπολη και Νέα Ιερουσαλήμ. Υπήρξες η αγαπημένη των Ησυχαστών, η εκλεκτή των Καισάρων, η οιονεί προσφυγομάνα, και τον καιρό της Κατοχής, στον οργασμό του ρεμπέτικου, η πρώτη –λέει ο βαμβακάρης- φτωχομάνα. Μητέρα Θεσσαλονίκη σε ονόμασε ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης. Κι έτσι σε νιώθουμε… [ακολουθεί κείμενο του Θωμά Κοροβίνη  που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Biennale 3, 2011 –οι  Τέμπερες με μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι του Ντίνου Παπασπύρου]


Κάθε πρωί σε περπατώ στην παλιά παραλία σου, αγαπημένη, εκεί που στέκονταν τα τείχη σου μέχρι το 1875, εκεί όπου ο ευφυής Εμπάρ είχε σχεδιάσει μια προκυμαία είκοσι πέντε μέτρα πιο μπροστά από τη σημερινή, έτσι που ο περίπατος θα γινόταν σχεδόν πάνω στα νερά του Θερμαϊκού σου. Περπατώ κι αναπολώ τους ποιητές σου που σε δοξάζουν, περπατώ και ψιθυρίζω στίχους και μνημονεύω ονόματα, Αναγνωστάκη, Ασλάνογλου, Θέμελη, Κύρου, Θασίτη, Αγαθοπούλου, Αλέξη Τραϊνό και Δημήτρη Δημητριάδη, ποιητικά αποφθέγματα του Χριστιανόπουλου μουσκεμένα απ’ την αγάπη του για σένα, ενώ η βαριά υγρασία σου χρόνια τώρα με σιγοτρώει σαν σαράκι…

Κόβω ματσάκι λεβάντα απ’ τα παρτέρια της Τσιρογιάννη και τ’ αποθέτω στην προτομή του αθάνατου Τάκη Κανελλόπουλου. Άραγε θα αξιωθείς μια λεωφόρο ονείρων στο όνομα ενός γιου σου όντως πρωτοπόρου, σαν του πρώτου ευρωπαίου σοσιαλιστή Αβραάμ Μπεναρόγια; Ή σαν του Παύλου Ζάννα, που εμπνεύστηκε το φεστιβάλ κι άνοιξε δρόμους κινηματογραφικούς στην επικράτεια; Οι οδοί κι οι πλατείες σου στη θέση ανθυπομοίραρχων θα σου ΄πρεπε να βαφτιστούν στο όνομα ενός Ρέγκου, ενός τζίζεκ, ενός Μοσκώφ. Τα πιο πολλά αγάλματά σου θα σου ’πρεπε να γκρεμιστούν γιατί είναι καρποί ακαλαισθησίας που τους γέννησαν οι γάμοι ενός συμπλεγματικού τοπικισμού και μιας συφοριασμένης παπαδοκρατίας. Υπό την σκέπην ενός παραφουσκωμένου εθνοκεντρισμού που –δυστυχώς- εύρισκε πάντοτε στα μέρη σου παθιασμένους οπαδούς.

Στέκομαι μπρος στον Πύργο σου το Λευκό, το πολυτραγουδισμένο ιστορικό σου σύμβολο, τυραννικό κάποτε οχυρό, «Κανλί κουλέ», «Πύργος του αίματος», τόσες ψυχές παραδόθηκαν εδώ στο παρελθόν απ’ τα οικτρά τους βασανιστήρια, γενίτσαροι και Βούλγαροι, Ντονμέδες και Ρωμιοί, ακόμη και Μακεδόνες επαναστάτες του 21.

Προχωρώ προς τα σπαράγματα των ανακτόρων του Γαλέριου με τα μισοσκεπασμένα ψηφιδωτά, έπειτα προς τον Θρίαμβο της Καμάρας, κατόπι προς την μεγαλόπρεπη Ροτόντα σου, που υπήρξε ναός των Εθνικών, έπειτα ορθόδοξος Αη Γώργης, ύστερα τέμενος ισλαμικό και τελευταία ερίζουν όλοι για το κουμάντο της, καημένη πολιτεία δεν θα ησυχάσεις ποτέ

Σε είπανε Θεσσαλονίκη, Σαλονίκη, Σαλονίκ, Σελιανίκ, Σαλονίκο, Σαλόνικα και Σόλουν. Μικρή Κωνσταντινούπολη και Νέα Ιερουσαλήμ. Υπήρξες η αγαπημένη των Ησυχαστών, η εκλεκτή των Καισάρων, η οιονεί προσφυγομάνα, και τον καιρό της Κατοχής, στον οργασμό του ρεμπέτικου, η πρώτη –λέει ο βαμβακάρης- φτωχομάνα. Μητέρα Θεσσαλονίκη σε ονόμασε ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης. Κι έτσι σε νιώθουμε.

Οι έρωτές σου ήταν κάποτε πρόσφοροι, ιδίως οι δημόσιοι, όμως ανθούσαν αγκομαχώντας σε καλντερίμια κακοπαθημένα κι αγκαθωμένες εξοχές. Στις κεντρικές γειτονιές σου, η ερωτική ηδονή ίσως να φτάσει στο απόλυτο φέρτε της στα οπίσθια ενός βυζαντινού ιερού ή μέσα σε μια μισκοσκεπασμένη ρωμαϊκή «Σαρκοφάγο», σαν εκείνες του Γιώργου Ιωάννου, ενός απ’ τα πιο άξια τέκνα σου που σε λάτρεψαν.

Δεν βρέθηκε ακόμη διαβρωτικό για να σβήσει τα ίχνη του αίματος που έλουσε την ιστορία σου, πολυαγαπημένη και πολύπαθη πολιτεία. Το αίμα των επί Γαλέριου Μαξιμιλιανού χριστιανών μαρτύρων σε διώκει. Προεξαρχόντων του Πολιούχου Δημητρίου και του Νέστορος. Το αίμα των σφαγιασθέντων επτά χιλιάδων Θεσσαλονικέων στον Ιππόδρομο από τον αιμοσταγή αυτοκράτορα Θεοδόσιο ζητά το δίκιο του. Τα φαντάσματα των Βυζαντινών πριγκίπων, που εσένα την συμβασιλεύουσα, επέλεξε ως τόπο εξορίας τους επί Εικονομαχίας η Βασιλεύουσα σε στοιχειώνουν. Οι βεβηλωμένοι από το κούρσος του Σουλτάνου Μουράτ που σε κατέκτησε, οι κατακρεουργημένοι απ’ το φανατισμένο από τους δερβισάδες τουρκολόι πρόξενοι Άμποτ και Μουλέν, οι πυρπολημένοι της φωτιάς του ’17, οι αποδεκατισμένοι πρόσφυγες της καραντίνας στην Καλαμαριά του ’23, οι φονεμένοι καπνεργάτες του ’36, οι εξορισμένοι και δολοφονημένοι από τους Γκεσταπίτες Εβραίοι σου από το ’41 μέχρι το ’45, ζητούν εκδίκηση. Ο Πολκ, ο Λαμπράκης, ο Τσαρουχάς ζητούν δικαιοσύνη. Ο «Δράκος του Σέιχ Σου», την αλήθεια. Πώς εσύ, μια πόλη που διάλεξε ο Απόστολος των Εθνών για πρώτο σκαλοπάτι της διδασκαλίας του στην Ευρώπη και προς τους κατοίκους σου απηύθυνε τις πιο εμπνευσμένες επιστολές του, πώς ανέχθηκες τόσο άδικο αίμα;

Τις Καρυάτιδές σου, τις «Μαγεμένες» σου, οχτώ ανάγλυφες μυθικές μορφές του αρχαίου κόσμου, σου τις άπραξαν απ’ τη «Στοά των ειδώλων», πίσω απ’ τα «Λουτρά του Μπέη», και τώρα πια κρατούν συντροφιά στο Λούβρο τις άλλες δυο κλεμμένες Ελληνίδες θεές, τη Νίκη και την Αφροδίτη.

Στην αναφορά και τη θύμησή σου ανακαλείται στην αίσθηση των παλιότερων Τούρκων η «μακρινή μητέρα τους, είναι για κείνους η μάνα του Ατατούρκ και η πατρίδα του Ναζίμ Χικμέτ, είναι ό,τι είναι για μας η Σμύρνη. Που της μοιάζεις και σου μοιάζει τόσο, όσο άλλη καμιά.

Σου υποκλίθηκαν και θεράπευσαν το πνεύμα σου πολλοί, όπως ο Ευστάθιος και ο Εβλιγιά Τσελεμπί, ο Μπουασονά και ο Νικόλαος Πολίτης, ο Δελμούζος και ο Τριανταφυλλίδης, ο Καββαδίας και ο Τσιτσάνης, ο Καραντινός και η κυρία Κυβέλη, ο Ανδρόνικος και η Άλκη Κυριακίδου, ο Ζογγονόπουλος και ο Μαζάουερ.

Ήσουν η τελευταία ερωμένη του αδελφού μας Μανώλη Ρασούλη, η παντοτινή μάνα –αν και τον είχες κι αυτόν κακοκαρδίσει- του καρντάση μας Νίκου Παπάζογλου.
Πότε θα γιάνουν πια οι κακοφορμισμένες πληγές σου που κουβαλάς απ’ τον περασμένο αιώνα;

Ν’ ακούσουμε μήπως τη φωνή της περίσκεπτης αρχόντισσας Ζωής Καράλλη;
Ως πότε θα μας σκέπει
των προγόνων αγίων ο βίος;

Δεν πληρώνεται με δικό μας καημό
το χάσμα που η καταστροφή έχει ανοίξει.

Επαναπαύεται συχνά η αμηχανία σου σε βολικά για σένα άλλοθι ρίχνοντας την ευθύνη της κακοδαιμονίας σου στους άλλους, όπως για παράδειγμα, στον αυτάρεσκο αθηνοκεντρισμό. Δεν σ’ ωφελεί. ίσως να ’χεις αδικηθεί στο παρελθόν απ’ τη μοίρα σου, μα έχεις πιο πολύ αδικησεί μαζί με πολλούς απ’ τους πολίτες σου και τους τυχάρπαστους άρχοντές σου τον εαυτό σου.

Ήσουν για αιώνες ένα κράμα λαών και  θρησκευμάτων, μια πρώιμη Νέα Υόρκη της νοτιοανατολικής Βαλκανικής Ευρώπης με μπόλικο ανατολίτικο χρώμα και μιαν ιδιότυπη αστική πινελιά. Ακόμη κρατάς πεισματάρικα κάτι απ’ τη γοητεία εκείνου του παρδαλού χαρμανιού κι έτσι θα πρέπει να ξαναγίνεις. Βαλκανικές μουσικές να ανακατεύονται με ουρανομήκεις ψαλμωδίες, παλιές βρισιές των λιμενεργατών με σεφραδίτικα της Μοδιάνο, ποντιακά γινάτια με τούρκικα πειράγματα στο Καπάνι.

Σου πρέπει λαμπρή Ανατολή στα Κάστρα, πορφυρή Δύση στο λιμάνι, αγορές και παζάρια, όπου να κουβεντιάζονται των λαών σου οι γλώσσες όπως παλιά. Είσαι κουρασμένη, όμως η ρώμη της ιστορίας σου και η άσκησή σου στον πόνο θα σε κρατήσουν, Θεσσαλονίκη μάνα μου. Και εμείς, οι επίγονοι των ξεριζωμένων εκείνων που σε κατοίκησαν και σ’ αγάπησαν όσο κανείς –γιατί η ατμόσφαιρά σου ταιριάζει με κείνη των παλιών πατρίδων μας- θα σε κρατήσουμε. Πάντοτε η γη σου θα γεννάει ομορφιές και διάνοιες, τίμιους λαϊκούς ανθρώπους μα και πνευματικούς δημιουργούς, καλλιτέχνες και επιστήμονες πιστούς, πολλούς πιστούς ορκισμένους στ’ όνομά σου, που θα σε βοηθήσουν να αναγεννηθείς.

[κείμενο του Θωμά Κοροβίνη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Biennale 3, 2011 – Τέμπερες με μνημεία της Θεσσαλονίκης του Ντίνου Παπασπύρου]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …