Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΤΙΝΑΖΩ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟ ΙΔΡΩΜΕΝΟ ΣΕΝΤΟΝΙ:

Προσπάθησα, για πολλοστή φορά, να διαβάσω έστω και τρεις σελίδες από το τελευταίο βιβλίο που ξεκίνησα, χωρίς να έχω καν φτάσει στην δέκατη σελίδα από τα τέσσερα προηγούμενα που έπιασα στα χέρια μου και είχαν την ίδια κακή τύχη. Ματαιοπονώ και το ξέρω μα επιμένω γιατί υποψιάζομαι πως κάτι ανεπανόρθωτο μου συνέβη. Οι λέξεις εξαφανίζονται πριν καν μπουν στο κεφάλι μου, μάτια και εγκέφαλος τα ’χουν κάνει σκατά, μουτρώθηκαν χωρίς να ξέρουν το λόγο και καμιά προσπάθεια δεν κάνουν να τα ξαναβρούν. Δεν καταλαβαίνω τι διαβάζω, ξέχασα το νόημα κάθε λέξης, στη μέση κάθε παραγράφου χάνομαι και πρέπει να ξαναγυρίσω πίσω να βρω την άκρη από ένα νήμα που δεν υπάρχει. Χτες βράδυ τα μαύρα σημάδια (που υποδύονταν τόσο άγαρμπα τις τυπωμένες λέξεις) άρχισαν να γλιστράνε προς την κάτω πλευρά της σελίδας, προσπαθώντας να πιαστούν το ένα απ’ το άλλο, σχηματίζοντας μια αλυσίδα από τέρατα που φωνάζαν κάτι σαν «βοήθεια» ακατάληπτα, σχεδόν απόκοσμα κι αποκρουστικά. Στο τέλος γκρεμοτσακίστηκαν όλα μαζί -αφού δεν έκανα καμιά προσπάθεια να κλείσω το βιβλίο ώστε να μείνουν μέσα, έστω σαν μπουλούκι, σαν ρεμπέτ ασκέρι μα ασφαλή- και άφησαν τη σελίδα να χάσκει κενή [συνέχεια με τον ΤΡΟΜΟ που γεννάει μια άδεια σελίδα που δευτερόλεπτα πριν σου διηγούνταν μια ιστορία για την άλλη άκρη του νήματος που έπρεπε να φτάσουμε και για τις ανάσες που είχαμε ανάγκη – από το Ιστολόγιο a / man / called… και εικόνα άγνωστου καλλιτέχνη αλλά σχετική με το νόημα του κειμένου ]  



ΠΟΣΟ ΤΡΟΜΟ ΓΕΝΝΑΕΙ ΜΙΑ ΑΔΕΙΑ ΣΕΛΙΔΑ:
Την στιγμή που καταλαβαίνεις πόσο τρόμο γεννάει μια άδεια σελίδα που δευτερόλεπτα πριν σου διηγούνταν μια ιστορία, γίνεσαι άλλος άνθρωπος, τίποτε δεν ξαναείναι ποτέ ίδιο. Άφησα το βιβλίο στο πάτωμα, πάλεψα να κοιμηθώ, δεν κατάφερα πολλά. Ήταν και η ζέστη βάσανο. Ο ανεμιστήρας πάσχιζε αλλά τι να κάνουν έξη φτερωτές, ακόμη κι ένας έλικας πάνω απ’ το κεφάλι μου θα δυσκολευόταν να κόψει τον πηχτό αέρα για να ανοίξει μια δίοδο προς τα πνευμόνια, να στείλει μισή ανάσα τεχνητής -ας είναι- φρεσκαδούρας, να διώξει τη θολούρα και την υγρασία απ’ το μυαλό.
Εδώ και καιρό, κάθε πρωί ξυπνάω και τινάζω λέξεις απ’ το ιδρωμένο σεντόνι. Ο δρόμος από κάτω έχει γεμίσει σακατεμένα γράμματα, σημεία στίξης και ακρωτηριασμένες λέξεις. Ούτε πουλί, ούτε γάτα, ούτε ποντίκι (ο γείτονας μου είπε πως έχει δει πολλά τέτοια τις τελευταίες βδομάδες) καταδέχεται να ασχοληθεί μαζί τους. Οι ελάχιστες λέξεις που καταφέραν να φτάσουν στην άσφαλτο σε ένα κομμάτι, θα γίνουν λιώμα κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού, ενός δίτροχου, ακόμη κι ένα καροτσάκι που το σπρώχνει μια φρέσκια -ακόμη πληγωμένη απ’ τα παραπανίσια κιλά- μάνα είναι ικανό να τις διαμελίσει τόσο που κανένα λεξοτομείο δεν θα μπορέσει να τις συναρμολογήσει για την αναγνώριση.
Νομίζω, φοβάμαι, ότι το μέλλον επιφυλάσσει την ίδια μοίρα και για το φετινό καλοκαίρι, κάποιων, πολλών. Όσο και να το ράψουν, όσα κομμάτια του και να κολλήσουν, όσο και να μπογιατίσουν τις μελανιές, όσο λίγο και να τραβήξουν το σεντόνι που θα το σκεπάζει -τον Σεπτέμβριο, που θα μας φωνάξουν να μας ρωτήσουν σε ένα κρύο δωμάτιο με άσπρο παγωμένο φως αν είναι όντως αυτό, το δικό μας καλοκαίρι- δύσκολα θα καταφέρουμε να μη σπάσει η φωνή μας την ώρα που θα λέμε «ναι, αυτό ήταν». Αγνώριστο θα ’ναι. Ναι. Αλλά η κλωστή, η επαγγελματικά δεμένη στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του, θα είναι εκεί, να μας θυμίζει πού ήταν η άλλη άκρη του νήματος που έπρεπε να φτάσουμε για κείνες τις ανάσες που είχαμε ανάγκη και δεν καταφέραμε, μη με ρωτάς γιατί, να συναντήσουμε.
Αλλά όλα καλά. Όλα καλά. Σκέψου να ζητούσαν από εκείνο να αναγνωρίσει εμάς, κάτω από ιδρωμένα, τσαλακωμένα, παραιτημένα σεντόνια. Εκείνο το «όχι, δεν είναι αυτός» θα μας αποτέλειωνε για τα καλά.

[ΠΗΓΗ: από το Ιστολόγιο με το όνομα a / man / called… και υπογραφή με χάρη: I'm not bad, I'm just drawn that way]

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΥΧΤΑ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΧΑΙΡΕ

Πάντοτε νύχτα ταξιδεύουν τα μεγάλα χαίρε, τα έχε  γεια, καλότυχοι οι νεκροί που ξαγρυπνάνε, τις κορυφές, τ’ ακροκεραύνια περιπλέοντας, τις λόχμες μιας απύθμενης υπνολαλίας,  κι όπως λιοντάρι στα στενά δεν χόρτασε, το συννεφάκι αυτό τους σημαδεύει, την κόψη ανάβοντας,  το ανάστημα μελαχρινό το βλέμμα που ήταν –  Σαν να επιθύμησαν τη δροσερή φυγή, το αλγεινό των αρωμάτων σε κλεισμένους χώρους,  τον ταπεινό αιγιαλό,  τη φοβερή φωλιά του ύπνου φεύγοντας, το λίγο των ονείρων… Αλλά δεν θέλει να λησμονηθεί, γιατί κανείς, κανείς δεν θέλει να τον λησμονούνε, και να θυμίζει θέλει μια φορά, που τρυφερή κορόνα της την είχαν, κι α πότε, βγάνοντας την κεφαλή στις ερημιές, τα χέρια ξάφνου της λευκαίνονται, και πώς, τους χαραγμένους της καρπούς βυζαίνει, συσπώντας το γλυκό της στόμα βύζαινε, η λύσσα Λεγεών και Αγέλη, τη μάταιη αυτοχειρία επαναλαμβάνοντας, το θάνατο που δίχως λόγο ξεθυμαίνει, μες στη σιωπή που παραδέρνει ασάλευτη,  (αποσπάσματα από το βιβλίο της Τζένης Μαστοράκη Μ’ ΕΝΑ ΣΤΕΦΑΝΙ ΦΩΣ – ART by Andy Hixon Wallpaper]



Μ’ ΕΝΑ ΣΤΕΦΑΝΙ ΦΩΣ (κι άλλα αποσπάσματα):
-2-
Μικρό μου, μήτε απ’ τα πουλιά και μήτε-
ας πάψει πια εκείνο το τραγούδι, κι άλλο μην πεις, και μη ρωτάς που κλείδωσαν, απ’ τα ψηλά της παραθύρια γκρέμιζε τα λόγια αλλιώς,
μοίρα χρυσή και δίκαιη των αυτοκτόνων,
το αίμα, τα αίματα, που μια στιγμή, σαν μακρινό μετέωρο βουτώντας, το αίμα, μια στιγμή, αγνάντεψε τα χαμηλά της φώτα, την κάπνα πόλης που σωπαίνεται, σώμα βαρύ, κι άλλο μην πεις, μην τραγουδάς, τα λόγια αλλιώς,
απ’ τα πουλιά τους φόνους της πενθεί, απ’ τα πουλιά και μήτε, η πυρκαγιά, η πυρκαγιά ερημική,
μικρό μου-

-3-
Καλύτερα απ' τα λίγα κι από τα στενά, όπου συνδυό και δεν μιλούν, συντρείς ο φόβος  απ’ το σκοτάδι ο λύκος μαίνεται,
εκεί στο βάθος του αίματος, σαν τιμαλφή παλιώνουν τα εγκλήματα, εξευγενίζοντας τις όψεις των δραστών, το συσπασμένο πρόσωπο, την άγρια πείνα,
και νάνι, λιώνουν τα φριχτά μαλάματα, χρόνοι ευγνώμονες λειαίνουν, νάνι, ώσπου να ’ρθει, ρόγχος να πάρει, χορηγός,
ο ύπνος, σιγανό πανί,
ο ύπνος, καβαλάρης με δρεπάνι

-4-
Αλλά δεν θέλει να λησμονηθεί, γιατί κανείς, κανείς δεν θέλει να τον λησμονούνε, και να θυμίζει θέλει μια φορά, που τρυφερή κορόνα της την είχαν, κι α πότε, βγάνοντας την κεφαλή στις ερημιές, τα χέρια ξάφνου της λευκαίνονται, και πώς, τους χαραγμένους της καρπούς βυζαίνει, συσπώντας το γλυκό της στόμα βύζαινε, η λύσσα Λεγεών και Αγέλη, τη μάταιη αυτοχειρία επαναλαμβάνοντας, το θάνατο που δίχως λόγο ξεθυμαίνει, μες στη σιωπή που παραδέρνει ασάλευτη, σιωπή του νου, απέραντη σαν τρέλα, σαν αραιό αφιόνι μαύλιζε, και δεν τολμά, μόλις μαντεύοντας τα κυανά παθήματα των βυθοδρόμων , τη Θεία Νόσο που επιστρέφει ακάλεστη κι από μαράζι ξάσπριζε τα χείλη,  και α πότε βγάνει ο πόνος, πόνοι διάττοντες, βραχνάς ο αέρας σκίζοντας το στήθος, αέρας πόνος πλημμυρίζοντας σπλάχνα στεγνά, τα μάτια ξάφνου της λευκαίνονται, και πώς, η νεκροφάνεια σαν λαγνεία την καθήλωνε, σαν πυρετός σαν πρωτούπνι στο υγρό της μέτωπο, μ’ ένα στεφάνι φως που ζώνει τους ταξιδεμένους, όταν σηκώνονται αταξίδευτοι στα σκοτεινά, σε μέρη απόσκια και στ’ ανασκαμμένα, κι όταν ταράζοντας τη γη προβαίνουν άλιωτοι, μ’ ένα στεφάνι φως, και ξεματώνει, γλείφοντας τους χαρακωμένους της καρπούς, παραλογίζεται πως θα γινόταν άλλη, άνασσα στο βαθύ παλάτι των αγρών, αθλία φλώρα τ’ όνομά της, σαρακήνα, σαν βλασφημία, μενεξένη, άσβεστος, με το Κακό του Φεγγαριού αφρίζει, κι α πότε, γέρνει το κορμάκι της στις εξοχές, σαν ημισέληνος ωχρή ξεφέγγει, μικρή γυναίκα, γυναικίτσα, βάρβαρη, καλεί το θάνατο, καλεί, που-ήτααν καλός, από μακριά σου μήνυσα, του λέει, ακραία κόρη και βαλεριανή, από μακριά, κι ετοιμαζότουν να φωνάξει δυνατά, και δε φωνάζει, δε λαλεί, δεν κλαίει

(αποσπάσματα από το βιβλίο της Τζένης Μαστοράκη «Μ' ένα στεφάνι φως» )

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΙΚΗΤΗΣ:

Για τον συστηματικό αναγνώστη της ποίησης του Μ. Αναγνωστάκη η αγωνία του σχετικά με την εποχή και τον χρόνο και ο σχεδόν τελεολογικός αγώνας της ποιητικής διαδρομής είναι κάτι περισσότερο από προφανής. Και εάν απλώς ανατρέξουμε στην τιτλοφόρηση των έργων του μπορούμε να το διαπιστώσουμε. Ξεκινώντας με το περιοδικό ΞΕΚΙΝΗΜΑ, συνεχίζει με τις ποιητικές συλλογές ΕΠΟΧΕΣ  σε τρία μέρη, παρεμβάλλονται οι ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ  ενώ εν-τίθενται οι τρεις ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ στις οποίες επιτάσσεται ο ΣΤΟΧΟΣ. Δεν είναι τυχαίο ότι συμβάλλει συστηματικά στα περιοδικά ΕΠΟΧΕΣ και ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ενώ το περιοδικό με το οποίο κυρίως συνδέεται το όνομά του είναι η ΚΡΙΤΙΚΗ. Τα θεωρητικά και κριτικά του κείμενα τα εκδίδει με τους τίτλους: ΑΝΤΙΔΟΓΜΑΤΙΚΑ (ας μην ξεχνάμε πώς ένα από τα κύρια πεδία ιδεολογικής αντιπαράθεσης της εποχής είναι το αριστερό δόγμα, καθώς και η διάκριση συμφωνούντες - διαφωνούντες). Κάποιους σημαντικούς του «σχολιασμούς» θα τους εκδώσει με το χαρακτηριστικό τίτλο ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ‘68-’69. Και αφού παρεμβληθεί η παρέκβαση του Μανούσου Φάσση ο κύκλος θα κλείσει με το στερνό Υ.Γ. Και μετά, για 13 χρόνια περίπου η σιωπή∙ που θα σφραγίσει οριστικά η απουσία του το 2005. [Ανάμεσα στο χρόνο και την ποίηση και το χρόνο ποιος είναι ο νικητής; Η ηλικία πώς μετριέται στην ποίηση, ποιους νόμους ακολουθεί ή περιφρονεί κάθε νόμο; [Και η κριτική;] Θα αποδώσει τάχα δικαιοσύνη; Ή από τη στιγμή που ένα βιβλίο διαπερνά τον χρόνο η δικαιοσύνη έχει ήδη αποδοθεί; Ή μήπως εν τέλει είναι το σύνδρομο κι εδώ «του βιολιού του Ένγκρ»; Με τα ερωτήματα αυτά και άλλα συναφή ασχολείται η Άννα Αφεντουλίδου, φιλόλογος και ποιήτρια στο κείμενό της με τίτλο «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης και   το βιολί του Ενγκρ, Μικρό σχόλιο για τα ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ, τα κριτικά σημειώματα του Μανόλη Αναγνωστάκη – όλο το κείμενο παρακάτω όπως αναρτήθηκε στη διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS]



Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ:
Αλλά αυτά λίγο πολύ είναι γνωστά. Ας έρθω στα κριτικά του σημειώματα που συγκεντρώνει σε έναν τόμο το 1985 με τίτλο Τα Συμπληρωματικά, ο οποίος εκδοτικά είναι ο επίλογός του πριν από το Υστερόγραφο (Υ.Γ., 1992). Τα τρία τελευταία κείμενα εξ αυτών είναι τα μόνα σύγχρονα της έκδοσης του τόμου (1984, 1985, 1985). Το πιο κοντινό σ’ αυτά απέχει μια 9ετία (1973), το πιο μακρινό 4 δεκαετίες (1944). Ο ίδιος δίνει κάποιαν εξήγηση γι’ αυτό, στον Πρόλογο του βιβλίου. Ωστόσο υπάρχει κάτι αξιοπαρατήρητο στα τρία τελευταία. Εξηγούμαι. Τα κείμενα αυτά -όπως εξάλλου και τα προηγούμενα- είναι κατά κάποιον τρόπο αφορμώμενα από ένα γεγονός της επικαιρότητας. Το κείμενο για τον Γιάννη Σκαρίμπα είχε ως πρόσχημα τον θάνατό του το 1984. Το κείμενο για τον Άνθο Φιλητά την επανέκδοση της πρώτης και μοναδικής ποιητικής του συλλογής. Για το τελευταίο, δεν είμαστε βέβαιοι, ίσως την παρέλευση μιας πενταετίας από τον θάνατο του Στρατή Τσίρκα, ή ίσως και την έκδοση του χρονολογίου του Σ. Τσίρκα από την Χρύσα Προκοπάκη το 1985. Ως εδώ καλά. Όμως ένα υπόγειο νήμα τα συνδέει με έναν αντιφατικό όπως και περίεργο τρόπο, που καθώς προχωρούμε από τον Σκαρίμπα στον Φιλητά και στον Τσίρκα πλέκεται σε ένα πιο σφιχτό δίχτυ.

Γιάννης Σκαρίμπας - Στρατής Τσίρκας: ποίηση # πεζογραφία
Ο Μ.Α. αναφέρεται στην ποίηση του Σκαρίμπα χαρακτηρίζοντάς τον ως τον πιο αντιπροσωπευτικό φανταιζίστα έλληνα ποιητή, αναγνωρίζοντας ταυτοχρόνως την αξία και του πεζογραφικού του έργου – αρνούμενος ωστόσο την ιστοριογραφική του ικανότητα: Δεν είναι μια ποίηση μεγάλη. Αλλά είναι μια ποίηση αληθινή και στα όριά της αυστηρά προσωπική, γοητευτική .

Όσον αφορά στον Τσίρκα, όμως, εστιάζει στο πρώιμο ποιητικό του έργο, κι ενώ υπογραμμίζει την ελάσσονα σημασία του, τονίζει ως σημαντικούς δύο εξωποιητικούς της δείκτες: θεωρεί σημαίνοντος ερμηνευτικού βάρους τα νεανικά του ποιήματα για την αποκρυπτογράφηση των πυρήνων του πεζογραφικού του έργου, παρόλης της μικρής αισθητικής τους αξίας. Αναγάγει το αξιολογικό χάσμα ανάμεσα στο ποιητικό και πεζογραφικό του έργο στις ιδεολογικές δεσμεύσεις του Τσίρκα στα νεανικά του χρόνια, τονίζοντας ταυτοχρόνως πως η ιστορία της λογοτεχνίας -με ελάχιστες εξαιρέσεις- έχει αποδείξει πως δεν μπορεί κάποιος να είναι και σημαντικός ποιητής και πεζογράφος. Και εκείνο στο οποίο εμμένει είναι ότι το μεγάλο του έργο ο Τσίρκας το δίνει σε ώριμη πια ηλικία: Ωρίμασεν αργά… καθυστερημένη κυοφορία… Μια που το πεζογραφικό του έργο ήρθε αργά, ως προϊόν ωριμότητας και σε ηλικία πια προχωρημένη για τα δεδομένα της γενιάς του, η πλειοψηφία της οποίας πρωτοδημοσιεύει ή και εκδίδει βιβλία ήδη σε ηλικία 15-20 ετών. Εκτός του ότι εστιάζει στο γεγονός πως άργησε να στραφεί και να εμπιστευθεί την πεζογραφία, εμμένει στη σημασία της πρώιμης ποίησης ως αποκαλυπτικής των βαθύτερων βιωματικών πυρήνων ενός αφηγητή που την Ιστορία την χρησιμοποίησε, έστω και αργά, για να φτιάξει τον μύθο της εποχής και της γενιάς του∙ και το σημείο το οποίο φαίνεται ιδιαιτέρως να συγκινεί τον Μ.Α. είναι η φράση του Σ.Τ. εκείνη η πρώτη μου φωνή που γρήγορα χάθηκε, καθώς και η τρυφερότητα, που ο ίδιος διαπίστωσε ως αυτήκοος μάρτυς, να αισθάνεται, όταν αναφερόταν στα ποιήματά του ο πεζογράφος, παραλληλίζοντας την μάλιστα, αναρωτώμενος για τη στάση αυτή, με το σύνδρομο του βιολιού του Ένγκρ.

Άνθος Φιλητάς: θνησιγένεια ή νεκρανάσταση;
Αλλά το ενδιάμεσο, των τριών, κείμενο, ίσως, είναι και το πιο ενδιαφέρον∙ είναι αυτό που ως σανίδα γεφυρώνει την ιδιόμορφη αυτή συναισθηματική σκαλωσιά, ίσως και το ερμηνευτικό κλειδί της τριάδας. Τον Άνθο Φιλητά είναι γνωστό πως ο Μ.Α. τον θεώρησε ως τον ποιητή που τον επηρέασε –μαζί με τον Ρεμπώ– το περισσότερο. Αλλά με ποιον τρόπο;

Στο «κριτικό» του κείμενο αφηγείται το πώς έγινε, αυτή την φορά, ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας, σε ένα βιβλιοπωλείο, του τρόπου που ο νέος αυτός ποιητής αφιέρωσε το βιβλίο του, γράφοντας κάτι ιδιοχείρως σε μια κοπέλα, ταυτίζοντάς τον με τον «ιδεώδη ποιητή» στο φαντασιακό του: Έναν άντρα εντυπωσιακής εμφάνισης, με μακριά, ίσια, λουστραρισμένα μαλλιά (ό.π., σ.151). Έτσι πρέπει να είναι οι ποιητές! Η ακτινοβολούσα φιγούρα που ΄βλεπα μπροστά μου ανταποκρινόταν απόλυτα στον ιδεότυπο που είχα φορμάρει στο μυαλό μου για το ζηλευτό γένος των ποιητών.

Ο 15χρονος Μ.Α. εντυπωσιάζεται από την φιγούρα αυτή, ενός λίγο μεγαλύτερού του ποιητή και «ιδεώδους επαναστάτη», συγκρίνοντάς τον μάλιστα με τον ήρωα του Ουγκώ από την ιουλιανή εξέγερση του Παρισιού το 1832.

Όμως έχει ενδιαφέρον να δούμε τους στίχους που επιλέγει ο Μ.Α. να αναφέρει από τα ποιήματα του Α.Φ. με το σχόλιο: Ολόκληρο τον εαυτό μου έβρισκα στους στίχους: (…) «με φτάνει η εικόνα του εαυτού μου / στα απόκοσμα θολά νερά»  «Συμβιβάστηκε η εσπέρα / με το έπος της χαμένης ηλικίας» «Λουλούδια, κύματα, ερημιές / οι καρδιές μας των είκοσι χρόνων».
Και παραδόξως: «Δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν / τα άνθη που σπάρθηκαν την ώρα /του γόνιμου πάθους και της ηδονής»  «Μες στη σιωπή μας θάφτηκε / το παθητικό τραγούδι του συναπαντήματος»
Επομένως. Δεν πρόκειται μόνο για έναν νεανικό ενθουσιασμό. Σαράντα χρόνια μετά, ο Μ.Α. εξακολουθεί να χαρακτηρίζει ως μεγάλης αισθητικής αξίας [(…που δεν ξεθώριασε από τον χρόνο  και να αξιολογεί ως παραγνωρισμένα τα ποιήματα του Α.Φ., τα οποία παραμένουν ξεχασμένα με σκληρότητα ακόμη και από τον ίδιο, όπως λέει. Μια που η συλλογή Σύννεφα ήταν η πρώτη και τελευταία συλλογή του Άνθιμου Χατζηανθίμου, όπως ήταν το αληθινό όνομα του Φιλητά. Γι’ αυτό και επιχαίρει της επανέκδοσής του. Αλλά τι απέγινε ο Α.Φ.; Η προσωπική του ιστορία τον οδήγησε ακουσίως στην ποιητική σιωπή; Υπάρχει κάποια αναφορά ότι χειρόγραφά του χάθηκαν στην Κατοχή. Τι απέγινε ο ίδιος; Αντάρτικο, η περιπέτεια της υπερορίας και ο νόστος στην Ελλάδα ύστερα από 30 χρόνια. Και το σκληρότερο: η 40χρονη ποιητική σιωπή.
Και για να επιβεβαιώσει πως δεν πρόκειται για προσωπική νοσταλγία της χαμένης νεότητας, βιάζεται να τονίσει εμφατικά δύο φορές: Όμως δεν θέλω να μιλήσω εδώ για εκείνα τα χρόνια τότε αλλά είπαμε: δεν θα μιλήσουμε για όλα αυτά ύστερα από σαράντα χρόνια.
Για να καταλήξει στη διατύπωση του αιτήματός του με έντονο τρόπο: κάποτε πρέπει ο ίδιος ο Άνθιμος (…) να μας δώσει την κατάθεσή του (…) τις συγκλονιστικές του προσωπικές περιπέτειες, που όμως τελικά είναι οι περιπέτειες και τα πάθη μιας ολόκληρης γενιάς : αυτό το βιβλίο πρέπει να το γράψει ο Άνθιμος, μας το χρωστά και του το ζητάμε.

Και τι ζητά από τον άγνωστο εν έτει 1985 εκείνον ποιητή; Να σπάσει τη σιωπή του. Επειδή το χρωστά στην ποίηση, στην ιστορία, στη γενιά του. 

Ο Α.Φ. ήταν πολύ νέος όταν εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα, σαν τον Ρεμπώ. Με «πρωτοποριακό» εκφραστικό τρόπο σαν τον Ρεμπώ: Τον ψαύει με το δαιμονικό ένστικτο του ποιητή και ιδίως με τις κεραίες του νέου μιας καινούργιας εποχής. Μην το ξεχνάμε. Βρισκόμαστε στα 1937Μίλησε μια γλώσσα που δεν είχε ξανακούσει, όπως ο Ρεμπώ μίλησε για το «Μεθυσμένο Καράβι», χωρίς να έχει δει ποτέ του θάλασσα, σημειώνει ο Μ.Α. Και τι ζητά από τον άγνωστο εν έτει 1985 εκείνον ποιητή; Να σπάσει τη σιωπή του. Επειδή το χρωστά στην ποίηση, στην ιστορία, στη γενιά του. Στην αδυσώπητη πάλη της γραφής με τον χρόνο, την εποχή και την μνήμη. Ο Αναγνωστάκης είχε ήδη μιλήσει μέσα από τις τρεις Εποχές του, τις τρεις Συνέχειες, είχε θέσει τον Στόχο και είχε κλείσει τον κύκλο του. Το μόνο που του απέμενε τότε, το στερνό ΥΓ, που θα το δώσει λίγα χρόνια μετά. Και εφεξής και για εκείνον η σιωπή.

«Αυτό το βιβλίο πρέπει να το γράψει, μας το χρωστά και του το ζητάμε» 
Είναι η ίδια η αγωνία της σιωπής που βασάνισε πολλούς από τους ποιητές της γενιάς αυτής, οι οποίοι πιεσμένοι από τα γεγονότα, που τους άνδρωσαν, εκφράστηκε ποιητικά πολύ νωρίς. Και αισθάνθηκαν ίσως πως ό,τι είχαν να πουν, το είχαν ήδη πει. Άλλοι καιροί επέβαλλαν άλλους ρυθμούς και ήταν αυτός ένα τρόπος πρόληψης της επανάληψης. Έτσι όφειλαν να σωπάσουν. Όπως ο Μ.Α., όπως ο Θεοτόκης Ζερβός και άλλοι ομήλικοι, όσοι δεν έφυγαν νωρίς. Και ο Άρης Αλεξάνδρου εγκαταλείπει σχετικά νωρίς την ποίηση, για να σφραγίσει το έργο του με το εμβληματικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο, το 1975. Ας μην ξεχνάμε την αγωνία που εξέφρασε και ο Σινόπουλος στο Νυχτολόγιό του: Σπάσε λοιπόν τον φαύλο κύκλο. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς πάνω στη γλώσσα, να φτιάξεις κάτι «άλλο» με τη γλώσσα σου, και ξαφνικά πεθαίνεις.
Ενώ ο Μίλτος Σαχτούρης παλινδρομούσε με τον δικό του τρόπο: Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα […] κατάρα για τις εφτά σκιές / πάντα θα γράφω ποιήματα (Χρωμοτραύματα). Ενώ στην ίδια συλλογή υπογράμμιζε για τους ποιητές: όσο παν’ και λιγοστεύουν / λιγοστεύουν. Λιγοστεύοντας και ο ίδιος ολοένα τα ποιήματα που έγραφε μέχρι την τελική του αναχώρηση για εκεί όπου οι ποιητές δεν πεθαίνουν πια.
Αλλά δεν είναι κυρίως κριτικό σημείωμα, είναι μια αφήγηση∙ η αφήγηση μιας περιπέτειας. Της περιπέτειας της γραφής. Ενός προσώπου που είπε ό,τι είχε να πει, που χάθηκε στην φθοροποιό τριβή της ιστορίας. Και σώπασε. 

Το μακρύ ταξίδι ενός βιβλίου μέσα στον χρόνο είναι ο υπότιτλος του κειμένου του για τα Σύννεφα του ποιητή που τόσο, όπως ο ίδιος ομολογεί, τον επηρέασε. Και είναι το μόνο από τα κριτικά του των Συμπληρωματικών που χρησιμοποιεί μότο από το ίδιο το έργο: η θύμηση∙ η ουσία του χαίρε. Αλλά δεν είναι κυρίως κριτικό σημείωμα, είναι μια αφήγηση∙ η αφήγηση μιας περιπέτειας. Της περιπέτειας της γραφής. Ενός προσώπου που είπε ό,τι είχε να πει, που χάθηκε στην φθοροποιό τριβή της ιστορίας. Και σώπασε. Γιατί δεν είχε, ή δεν μπορούσε άλλο να μιλήσει. Αυτό το οποίο ζητά το 1985 ο Αναγνωστάκης από τον Χατζηανθίμου εναγωνίως είναι αυτό ακριβώς: να «μιλήσει». Ο Μ.Α. λοιπόν επιλέγει να γράψει στα τελευταία του κριτικά σημειώματα για το παραγνωρισμένο αλλά σημαντικό έργο ενός άγνωστου, ελάσσονος κατά αυτή την έννοια, ποιητή, και για το άγνωστο και ελάσσονος σημασίας έργο ενός μείζονος συγγραφέα, που η αξία του ωστόσο αφορά στο πεζογραφικό του έργο. Τα δύο τελευταία κριτικά σημειώματά του μιλούν για τη σιωπή και τη γραφή. Για την ενορατική διάσταση αλλά και τον «ιστορικό προορισμό» της ποίησης. Για την δικαιοσύνη του χρόνου. Για την αισιοδοξία της δικαίωσης. Για τον πόνο όσων χάνονται. Νεκρανάσταση ή θνησιγένεια; Ο ίδιος είναι ήδη -ή μόλις- 60 ετών.
Και αναρωτιέται: Τι θα προέκυπτε για τον σημερινό νέο (του 1985) από την τομή του με ποιήματα που όρισαν την εποχή τους, τι συνάψεις θα δημιουργηθούν στη νέα εποχή από αυτή την αντιμεταχώρηση; [Εμείς] Είμαστε μερικοί παλαιοί των ημερών [και] Προσπαθώ να φανταστώ το νέο παιδί του σήμερα να συνομιλεί μ’ αυτό το βιβλίο που έρχεται από το κάποτε. [και να λέει] Ετούτος ο πρωτοφανέρωτος ποιητής πρέπει να έχει μέλλον (!) .

Αλλά μήπως αυτός δεν είναι και ο γενικότερος προβληματισμός –για ορισμένους η βεβαιότητα– της πολύπαθης εκείνης γενιάς, ότι το προποιητικό υλικό μπορεί να συγκρατήσει την ιστορική εμπειρία και να αρμολογήσει τα προσωπικά σπαράγματα σε τοιχογραφία της εποχής; Επειδή η γλώσσα της ποίησης μπορεί και διατηρεί τις επαναστατικές της αλήθειες όσο και αν διαθλά στην επιφάνεια τα προφανή της ψέματα; Ακούγοντας τον σφυγμό της σιωπής ο Μ.Α. θέλει να τον υπερβεί, αντιφάσκοντας με τον ίδιο τον εαυτό του που παραδόξως την επιλέγει, για να υπάρξει η Συνέχεια της Εποχής και να δικαιωθεί πως η Στόχευσή της δεν έμεινε άστοχη. Θεωρώντας πως η μνήμη οφείλει να λειτουργεί όχι μόνο ως αναδρομή στο παρελθόν αλλά ως επιδρομή στο παρόν, ως προβολή στο μέλλον. Και η εφησυχαστική, η αποφευκτέα σιωπή ποτέ δεν πρέπει να δημιουργεί απόσταση ασφαλείας ανάμεσα στο ποιητικό αντικείμενο και στην ιστορική εμπειρία. Μια που η Ποίηση, όπως φαίνεται πως πιστεύει, οφείλει να αγρυπνά και να νικά τον χρόνο. Στο προσκεφάλι μιας εποχής που φόρτισε όσο καμιά άλλη τους ποιητές της με το υπόκωφο άγχος του χρέους και της δικαίωσης. Ας κλείσω το σύντομό σχόλιό μου, λοιπόν, επαναλαμβάνοντας τις αγωνιώδεις ερωτήσεις του ίδιου του ποιητή: Ανάμεσα στον χρόνο και στην ποίηση ποιος είναι ο νικητής; Η ηλικία πώς μετριέται στην ποίηση, ποιους νόμους ακολουθεί ή περιφρονεί κάθε νόμο; [Και η κριτική;] Θα αποδώσει τάχα δικαιοσύνη; Ή από τη στιγμή που ένα βιβλίο διαπερνά τον χρόνο η δικαιοσύνη έχει ήδη αποδοθεί; . Ή μήπως εν τέλει είναι το σύνδρομο κι εδώ «του βιολιού του Ένγκρ»;


[ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, Ο Μανόλης Αναγνωστάκης και το βιολί του Ενγκρ, Μικρό σχόλιο για τα ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ, τα κριτικά σημειώματα του Μανόλη Αναγνωστάκη όπως αναρτήθηκαν στη διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS]

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

ΜΙΑ ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΕΞΙΣΩΣΗ: ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΙΣΟΥΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΣ ΤΟΥ ΔΩΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΤΕΛΟΣ:

Ο τέλειος γλύπτης έβαλε την εμμονή του να του ορκιστεί πως μαζί θα εξιχνιάσουν όλα τα μυστικά του ανθρώπινου προσώπου. Την έβγαλε από το κλουβί την ακούμπησε απαλά στον ώμο του τη χάιδεψε στα φτερά και την πρόσταξε να του κελαηδάει τον ίδιο σκοπό κάθε πρωινό της εβδομάδας κάθε πρωινό του μήνα κάθε πρωινό του χρόνου. έπρεπε να ζωγραφίζει κάθε μέρα τον ίδιο σκοπό. Έπρεπε να σμιλεύει κάθε μέρα την ίδια μελωδία. Ο τέλειος γλύπτης έβγαλε μ’ ένα κουτάλι το μάτι του και το έβαλε να κατρακυλήσει πάνω στο χέρι του. Το παιχνίδι της ύλης άρχισε μ’ ένα σκονισμένο γυάλινο βόλο κι ένα μαργαριτάρι γεννήθηκε από ένα σκουπίδι. Το αόρατο αντικείμενο γέννησε πολλαπλές ψηλόλιγνες λωρίδες, σε πολλαπλούς λιγνούς πανύψηλους σωλήνες κι ο τέλειος γλύπτης έχυσε την κυνική του πραγματικότητα σε γύψινο καλούπι για να την παγώσει. Τώρα καταδύεται ανενόχλητος στον πυθμένα της έκφρασης. Ο τέλειος γλύπτης παρατηρεί τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων να ντύνει τον εξωτερικό τους κόσμο με ατσάλινο πλέγμα. κατόπιν φοδράρει προσεκτικά τα πλάσματά του με λίγο γύψο πραγματικότητας. Έτοιμα. Τα κοιτάζει ερευνητικά όμως δεν τ’ αναγνωρίζει. Θα τους δώσει μια ελαφριά σπρωξιά και θα τα διώξει από κοντά του. Οι τέλειοι ξένοι δεν του ανήκουν πια. Ένα κουβάρι μπερδεμένα γύψινα κορδόνια ξεχύνονται από τις γρίλιες. Ξεπλέκονται. Στέκονται για λίγο όρθια, ταλαντεύονται στο λιγνά πόδια τους και ευθύς αρχίζουν να πετούν με τις μαύρες γραβάτες του αφέντη τους ν’ ανεμίζουν σαν πειρατικές σημαίες δεμένες στον λαιμό τους. Τα αγαπημένα του παρισινά Café το Café της Rue dAlesia, το Café της  Rue Didot  όπως και ο ίδιος ο Giacometti δεν υπάρχουν πια. Όμως οι ψηλόλιγνοι άνθρωποί του, κάπου θα βρουν να καθίσουν για να απολαύσουν στη θέση του τον συνηθισμένο του πρωινό καφέ. [ΤΕΛΕΙΟΙ ΞΕΝΟΙ από τα ΑΓΓΕΛΟΠΤΕΡΑ της Έλσας Κορνέτη, εκδόσεις Μελάνι 2016 – Art by Giacometti]



HOMO LEGENS (ο αναγιγνώσκων άνθρωπος, όπως αναφέρεται με λατινική διατύπωση ως νεολογισμός στο βιβλίο Κόλαση του Carlo Frabetti)
Έτσι όπως η αράχνη το κατοικίδιο του πύργου υφαίνει στωικά στο κενό τον ιστό της πλέκεις κι εσύ λευκό δίχτυ με τα μαλλιά σου που ολοένα μακραίνουν Μια πομπή μεταξοσκώληκες ράβει με σάλιο κλωστή θήκες κουκούλια Κάθε μέρα βάζεις μέσα έναν φίλο Κάθε νύχτα βάζεις μέσα έναν χθρό Έπειτα κυλάς τις μπάλες των μαλλιών που περισσεύουν Για να στομώσεις την κουφάλα της ψυχής Για να αισθανθείς και πάλι
Ακολουθεί ένα σμήνος γυναίκες φανάρια Με κίτρινα μάτια γαλάζια φτερά και μεγάλους αιμάτινους μαστούς Μόλις διψάς θηλάζεις λαίμαργα το αίμα από τους ιπτάμενους κρουνούς Σας θέλει όλες Δώστε του να πιεί Κοίτα Ξημερώνει Για λίγες ώρες θα παριστάνεις τον άνθρωπο Είσαι καλός ηθοποιός Ο ρόλος σου ταιριάζει Με νέα βιβλία τροφή ο πύργος ψηλώνει Φιλοτεχνείς το κάδρο σου μεθοδικά Για να κορνιζωθείς Για να καρφώσεις το κεφάλι σου πάνω από το τζάκι Πολύτιμο τρόπαιο του εαυτού σου
Το λείψανό σου είναι ο καλύτερός σου φίλος Οι δυο σας κάνετε καλή παρέα Ξαπλώνετε Κοιμάστε αγκαλιά Διαβάζετε ένα βιβλίο Ονειρεύεστε Τον κήπο με τα γράμματα που μεγαλώνουν με τα φρούτα πάνω στα δένδρα Τα φωνήεντα θέλουν ήλιο Τα σύμφωνα νερό Οι δίφθογγοι είναι ευαίσθητοι στα παράσιτα Οι λατινικοί χαρακτήρες θέλουν λίπασμα πολύ Αλλιώς δεν ανθίζουν Τον κήπο σου τον αγαπάς τον φροντίζεις Ξυπνώντας όμως διαπιστώνεις ότι δεν σου ανήκει Τις λέξεις σου τις τρώνε μαύρα πουλιά που τη νύχτα με τα φτερά τους σε σκεπάζουν
Η ωραιότερη ώρα Η ώρα που ανοίγεις το φέρετρο σου κρατώντας στα χέρια δυο πελώρια κουβάρια Ένα λευκό με τα μαλλιά  Ένα κόκκινο με τον μανδύα Πλησιάζεις τη βιβλιοθήκη Ξεκαρφώνεις από τις ράχες των βιβλίων όλα τα μικροσκοπικά κολιμπρί υπηρέτες που τρυγούν το νέκταρ Συλλέγεις το ελιξίριο σε μεγάλη φιάλη Το πίνεις Μετά την ανάγνωση αρχίζει η συγγραφή Το παραδείσιο πουλί δεμένο με αλυσίδα στο γραφείο Η πένα φτερό γράφει Το ράμφος ξίφος τρυπά την Ντάμα Κούπα τραπουλόχαρτο Το αίμα στάζει απ’ την καρδιά της χύνεται πάνω σου Αφαιρείς την εικόνα ενώ αντιγράφεις την αφήγηση Η θεωρία της ανακύκλωσης είναι τόσο βολική
Τώρα θα συμβεί κάτι τρομακτικό Ο πύργος των θαυμάτων γίνεται ο πύργος των θυμάτων κι Εσύ είσαι ένας βρικόλακας που χώνει το σουβλερό του δόντι βαθιά στο κρέας των λέξεων για να πιει λίγη από την έμπνευση των άλλων Είσαι ένα βρικόλακας που λατρεύει το συναίσθημα όταν το κάνει ν’ αυτοκτονεί Όμως εμβολιάζω τις λέξεις Σημαίνει αδυνατίζω τις λέξεις Σημαίνει σκοτώνω τα αντισώματα της ποίησης Όσα γαλάζια γυναικεία χέρια κι αν σε τυλίξουν το δέρμα σου θα βάφεται στις αποχρώσεις του γκρι Το σώμα σου θ’ αποζητά πάντα λίγο από το πολύτιμο υγρό Λίγο από το αίμα των άλλων Μάταια τους παρακαλείς όσο αυτοί απομακρύνονται κι αβοήθητο σ’ εγκαταλείπουν:

Πιστοί μου υπήκοοι
Μη μ’ εγκαταλείπετε
Υπόσχομαι να σας πετάω
Όλα τ’ αποφάγια των βιβλίων μου

Το παραμύθι είναι παράλογο Η αλήθεια είναι παράλογη Μια σατανική εξίσωση Το παραμύθι ισούται με την αλήθεια

Ας του δώσουμε ένα καλό τέλος

Ψευδοπρίγκιπα των Συμφορών που δεν ανήκεις ούτε στο φως ούτε στο σκοτάδι Γύρνα και κοίτα Ο χρόνος α΄ρχνη σ’ ακολουθεί Ούτε την ένιωσε το νεκρωμένο σου κορμί Σε τύλιξε σφιχτά με το αραχνοΰφαντο σάβανό σου Μόλις πρόλαβες έντρομος να δεις το βυθό ενός στόματος με δυο πεταχτά δόντια να σου φωνάζει:

Καλέ μου
Κόμη Δράκουλα
Μη φοβάσαι
Δεν πρόκειται
Να λείψεις
Σε κανέναν

ΣΥΓΝΩΜΗ, ΤΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ; ΕΙΠΕ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΕΠΙΜΟΝΑ ΜΙΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΟΦΗ
(είναι η ώρα που οι άγγελοι κατεβαίνουν στη γη για να παρατηρήσουν τους ανθρώπους, γιατί οι άγγελοι είναι ποιητές που παρατηρούν τους ανθρώπους με την περιέργεια των ποιητών)
ΙΥΓΞ
Ρώτησα την Ίυγγα το αλλοπρόσαλλο πουλί με το σημάδι του κεραυνού στο κεφάλι πώς γίνεται το φως μέσα σε μια συλλαβή να χωράει και το άγριο πουλί  μου απάντησε: Σε κόσμο ορθογώνιο και πλωτό χωρίς αρχή και τέλος χωρίς κεφάλι και ουρά όταν σε άδειο καύκαλο χελώνας το φως διδάσκει στο σκοτάδι  πώς να συνυπάρχουν δαιμονικά οι βολβοί των ματιών κυλούν πάνω σε φύλλα δάφνης Τότε στάθηκα μπροστά σε μάγισσας τσουκάλι ψελλίζοντας το αρχαίο ξόρκι ανακατεύοντας λίγες σταγόνες κόκκινο κρασί με σκόνη χρυσαλλίδας και μια γλώσσα ερωτευμένης σαλαμάνδρας στρίβοντας με το ανθρώπινό μου χέρι  τον λαιμό ενός δρυοκολάπτη κλωτσώντας με το τραγίσιο μου ποδάρι το άσωτο αστέρι κι όταν ένα σκουλαρίκι κύλησε στην πράσινη κοιλιά του λαβύρινθου όπου ξαπλώνω ντύθηκα άνεμος Ασυγκράτητος όρμησα έξω να της φωνάξω:
Ιπτάμενη δραπέτισσα Ιώ
θρηνείς έναν έρωτα φωτιά
υφαίνοντας με τα καμένα σου φτερά
ήχους κλωστής στον αργαλειό του πόθου

Κρύφτηκες
σε παρδαλό δάσος κουφό
που όμως ακούει
των μεθυσμένων εραστών
τ’ ανεύρετα φιλιά
να κελαηδούν με τα πουλιά
πάω στα δένδρα

Έλα λοιπόν
κάνε τους να ζηλέψουν
Απόψε σε ποθώ
άσε το μαγικό φίλτρο
να σου καίει τα σωθικά
άσε το θεό Πάνα
κάτω απ’ το δέρμα σου
μέσα στο αίμα σου
παράφορα
να ρέει

ΑΓΓΕΛΟΠΤΕΡΟ
Πόσο να σκάψει ακόμα το βιολί
Στο ασημένιο φλιτζάνι του καφέ
Για να εξορύξει χώμα;
Οι άγγελοι Σαν αυγά Πρώτα μέσα στις φλόγες επωάζονται Κιτρινίζουν σαν ηλιοτρόπια Κι έπειτα Απ’ το ρουθούνι μιας καμινάδας Ξεχύνονται σε σμήνη Κολλούν δυο σύννεφα φτερούγες ο καθένας Ακολουθούν τα ίχνη της όξινης βροχής Τα δάκρυα μιας άρπας Κι εγώ που έχω μάθει από μικρή να ξεχωρίζω έναν ερωτευμένο άγγελο Τον βλέπω να παίζει βιολί Για μια παράξενη αγάπη Για τους μνηστήρες που μαρμάρωσαν στον χρόνο Κρεμιέται από τον πολυέλαιο Ενός καμένου  θόλου Με το δοξάρι του μονομαχεί Τρυπώντας άτακτες νότες Τόσο χαριτωμένα Τραμπαλίζεται Στα ξέφτια μιας γιρλάντας Στο παραμύθι που έγινε Σαπίλα Πολυτελείας
Έμεινα έκπληκτη να τον κοιτώ
Όταν υπέρλαμπρος πετούσε
Πριονίζοντας με το δοξάρι
Τον λαιμό του

Πιάσε, μου φώναξε
κι ευθύς μου πέταξε
σαν τόπι χρυσό
κομμένο το κεφάλι του
που φέγγοντας

ακόμα χαμογελούσε

ΑΓΓΕΛΟΠΤΕΡΑ ανοίγουν απότομα τα φτερά τους και μας μαθαίνουν τη παράξενη λέξη ΑΛΓΑΠΗ (το άλγος της αγάπης): 

Τα βιβλία όλα μαζί χοροπηδούν Οι σελίδες έγιναν φτερά Επιτέλους ελεύθερα πετούν απ’ τα παράθυρα του πύργου Ο κίτρινος άνεμος τα παρασύρει μακριά Φυτεύονται σε μια πεδιάδα εύφορου τσιμέντου Τώρα ο πύργος ολοένα μικραίνει Ολοένα χαμηλώνει Αγγίζει το χώμα Απομένει μια πέτρα λεία κι ολοστρόγγυλη
όμοια μ’ αυτό
της εκκίνησης
Το κέρμα
Ο