Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

ΜΙΑ ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΕΞΙΣΩΣΗ: ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΙΣΟΥΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΣ ΤΟΥ ΔΩΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΤΕΛΟΣ:

Ο τέλειος γλύπτης έβαλε την εμμονή του να του ορκιστεί πως μαζί θα εξιχνιάσουν όλα τα μυστικά του ανθρώπινου προσώπου. Την έβγαλε από το κλουβί την ακούμπησε απαλά στον ώμο του τη χάιδεψε στα φτερά και την πρόσταξε να του κελαηδάει τον ίδιο σκοπό κάθε πρωινό της εβδομάδας κάθε πρωινό του μήνα κάθε πρωινό του χρόνου. έπρεπε να ζωγραφίζει κάθε μέρα τον ίδιο σκοπό. Έπρεπε να σμιλεύει κάθε μέρα την ίδια μελωδία. Ο τέλειος γλύπτης έβγαλε μ’ ένα κουτάλι το μάτι του και το έβαλε να κατρακυλήσει πάνω στο χέρι του. Το παιχνίδι της ύλης άρχισε μ’ ένα σκονισμένο γυάλινο βόλο κι ένα μαργαριτάρι γεννήθηκε από ένα σκουπίδι. Το αόρατο αντικείμενο γέννησε πολλαπλές ψηλόλιγνες λωρίδες, σε πολλαπλούς λιγνούς πανύψηλους σωλήνες κι ο τέλειος γλύπτης έχυσε την κυνική του πραγματικότητα σε γύψινο καλούπι για να την παγώσει. Τώρα καταδύεται ανενόχλητος στον πυθμένα της έκφρασης. Ο τέλειος γλύπτης παρατηρεί τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων να ντύνει τον εξωτερικό τους κόσμο με ατσάλινο πλέγμα. κατόπιν φοδράρει προσεκτικά τα πλάσματά του με λίγο γύψο πραγματικότητας. Έτοιμα. Τα κοιτάζει ερευνητικά όμως δεν τ’ αναγνωρίζει. Θα τους δώσει μια ελαφριά σπρωξιά και θα τα διώξει από κοντά του. Οι τέλειοι ξένοι δεν του ανήκουν πια. Ένα κουβάρι μπερδεμένα γύψινα κορδόνια ξεχύνονται από τις γρίλιες. Ξεπλέκονται. Στέκονται για λίγο όρθια, ταλαντεύονται στο λιγνά πόδια τους και ευθύς αρχίζουν να πετούν με τις μαύρες γραβάτες του αφέντη τους ν’ ανεμίζουν σαν πειρατικές σημαίες δεμένες στον λαιμό τους. Τα αγαπημένα του παρισινά Café το Café της Rue dAlesia, το Café της  Rue Didot  όπως και ο ίδιος ο Giacometti δεν υπάρχουν πια. Όμως οι ψηλόλιγνοι άνθρωποί του, κάπου θα βρουν να καθίσουν για να απολαύσουν στη θέση του τον συνηθισμένο του πρωινό καφέ. [ΤΕΛΕΙΟΙ ΞΕΝΟΙ από τα ΑΓΓΕΛΟΠΤΕΡΑ της Έλσας Κορνέτη, εκδόσεις Μελάνι 2016 – Art by Giacometti]



HOMO LEGENS (ο αναγιγνώσκων άνθρωπος, όπως αναφέρεται με λατινική διατύπωση ως νεολογισμός στο βιβλίο Κόλαση του Carlo Frabetti)
Έτσι όπως η αράχνη το κατοικίδιο του πύργου υφαίνει στωικά στο κενό τον ιστό της πλέκεις κι εσύ λευκό δίχτυ με τα μαλλιά σου που ολοένα μακραίνουν Μια πομπή μεταξοσκώληκες ράβει με σάλιο κλωστή θήκες κουκούλια Κάθε μέρα βάζεις μέσα έναν φίλο Κάθε νύχτα βάζεις μέσα έναν χθρό Έπειτα κυλάς τις μπάλες των μαλλιών που περισσεύουν Για να στομώσεις την κουφάλα της ψυχής Για να αισθανθείς και πάλι
Ακολουθεί ένα σμήνος γυναίκες φανάρια Με κίτρινα μάτια γαλάζια φτερά και μεγάλους αιμάτινους μαστούς Μόλις διψάς θηλάζεις λαίμαργα το αίμα από τους ιπτάμενους κρουνούς Σας θέλει όλες Δώστε του να πιεί Κοίτα Ξημερώνει Για λίγες ώρες θα παριστάνεις τον άνθρωπο Είσαι καλός ηθοποιός Ο ρόλος σου ταιριάζει Με νέα βιβλία τροφή ο πύργος ψηλώνει Φιλοτεχνείς το κάδρο σου μεθοδικά Για να κορνιζωθείς Για να καρφώσεις το κεφάλι σου πάνω από το τζάκι Πολύτιμο τρόπαιο του εαυτού σου
Το λείψανό σου είναι ο καλύτερός σου φίλος Οι δυο σας κάνετε καλή παρέα Ξαπλώνετε Κοιμάστε αγκαλιά Διαβάζετε ένα βιβλίο Ονειρεύεστε Τον κήπο με τα γράμματα που μεγαλώνουν με τα φρούτα πάνω στα δένδρα Τα φωνήεντα θέλουν ήλιο Τα σύμφωνα νερό Οι δίφθογγοι είναι ευαίσθητοι στα παράσιτα Οι λατινικοί χαρακτήρες θέλουν λίπασμα πολύ Αλλιώς δεν ανθίζουν Τον κήπο σου τον αγαπάς τον φροντίζεις Ξυπνώντας όμως διαπιστώνεις ότι δεν σου ανήκει Τις λέξεις σου τις τρώνε μαύρα πουλιά που τη νύχτα με τα φτερά τους σε σκεπάζουν
Η ωραιότερη ώρα Η ώρα που ανοίγεις το φέρετρο σου κρατώντας στα χέρια δυο πελώρια κουβάρια Ένα λευκό με τα μαλλιά  Ένα κόκκινο με τον μανδύα Πλησιάζεις τη βιβλιοθήκη Ξεκαρφώνεις από τις ράχες των βιβλίων όλα τα μικροσκοπικά κολιμπρί υπηρέτες που τρυγούν το νέκταρ Συλλέγεις το ελιξίριο σε μεγάλη φιάλη Το πίνεις Μετά την ανάγνωση αρχίζει η συγγραφή Το παραδείσιο πουλί δεμένο με αλυσίδα στο γραφείο Η πένα φτερό γράφει Το ράμφος ξίφος τρυπά την Ντάμα Κούπα τραπουλόχαρτο Το αίμα στάζει απ’ την καρδιά της χύνεται πάνω σου Αφαιρείς την εικόνα ενώ αντιγράφεις την αφήγηση Η θεωρία της ανακύκλωσης είναι τόσο βολική
Τώρα θα συμβεί κάτι τρομακτικό Ο πύργος των θαυμάτων γίνεται ο πύργος των θυμάτων κι Εσύ είσαι ένας βρικόλακας που χώνει το σουβλερό του δόντι βαθιά στο κρέας των λέξεων για να πιει λίγη από την έμπνευση των άλλων Είσαι ένα βρικόλακας που λατρεύει το συναίσθημα όταν το κάνει ν’ αυτοκτονεί Όμως εμβολιάζω τις λέξεις Σημαίνει αδυνατίζω τις λέξεις Σημαίνει σκοτώνω τα αντισώματα της ποίησης Όσα γαλάζια γυναικεία χέρια κι αν σε τυλίξουν το δέρμα σου θα βάφεται στις αποχρώσεις του γκρι Το σώμα σου θ’ αποζητά πάντα λίγο από το πολύτιμο υγρό Λίγο από το αίμα των άλλων Μάταια τους παρακαλείς όσο αυτοί απομακρύνονται κι αβοήθητο σ’ εγκαταλείπουν:

Πιστοί μου υπήκοοι
Μη μ’ εγκαταλείπετε
Υπόσχομαι να σας πετάω
Όλα τ’ αποφάγια των βιβλίων μου

Το παραμύθι είναι παράλογο Η αλήθεια είναι παράλογη Μια σατανική εξίσωση Το παραμύθι ισούται με την αλήθεια

Ας του δώσουμε ένα καλό τέλος

Ψευδοπρίγκιπα των Συμφορών που δεν ανήκεις ούτε στο φως ούτε στο σκοτάδι Γύρνα και κοίτα Ο χρόνος α΄ρχνη σ’ ακολουθεί Ούτε την ένιωσε το νεκρωμένο σου κορμί Σε τύλιξε σφιχτά με το αραχνοΰφαντο σάβανό σου Μόλις πρόλαβες έντρομος να δεις το βυθό ενός στόματος με δυο πεταχτά δόντια να σου φωνάζει:

Καλέ μου
Κόμη Δράκουλα
Μη φοβάσαι
Δεν πρόκειται
Να λείψεις
Σε κανέναν

ΣΥΓΝΩΜΗ, ΤΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ; ΕΙΠΕ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΕΠΙΜΟΝΑ ΜΙΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΟΦΗ
(είναι η ώρα που οι άγγελοι κατεβαίνουν στη γη για να παρατηρήσουν τους ανθρώπους, γιατί οι άγγελοι είναι ποιητές που παρατηρούν τους ανθρώπους με την περιέργεια των ποιητών)
ΙΥΓΞ
Ρώτησα την Ίυγγα το αλλοπρόσαλλο πουλί με το σημάδι του κεραυνού στο κεφάλι πώς γίνεται το φως μέσα σε μια συλλαβή να χωράει και το άγριο πουλί  μου απάντησε: Σε κόσμο ορθογώνιο και πλωτό χωρίς αρχή και τέλος χωρίς κεφάλι και ουρά όταν σε άδειο καύκαλο χελώνας το φως διδάσκει στο σκοτάδι  πώς να συνυπάρχουν δαιμονικά οι βολβοί των ματιών κυλούν πάνω σε φύλλα δάφνης Τότε στάθηκα μπροστά σε μάγισσας τσουκάλι ψελλίζοντας το αρχαίο ξόρκι ανακατεύοντας λίγες σταγόνες κόκκινο κρασί με σκόνη χρυσαλλίδας και μια γλώσσα ερωτευμένης σαλαμάνδρας στρίβοντας με το ανθρώπινό μου χέρι  τον λαιμό ενός δρυοκολάπτη κλωτσώντας με το τραγίσιο μου ποδάρι το άσωτο αστέρι κι όταν ένα σκουλαρίκι κύλησε στην πράσινη κοιλιά του λαβύρινθου όπου ξαπλώνω ντύθηκα άνεμος Ασυγκράτητος όρμησα έξω να της φωνάξω:
Ιπτάμενη δραπέτισσα Ιώ
θρηνείς έναν έρωτα φωτιά
υφαίνοντας με τα καμένα σου φτερά
ήχους κλωστής στον αργαλειό του πόθου

Κρύφτηκες
σε παρδαλό δάσος κουφό
που όμως ακούει
των μεθυσμένων εραστών
τ’ ανεύρετα φιλιά
να κελαηδούν με τα πουλιά
πάω στα δένδρα

Έλα λοιπόν
κάνε τους να ζηλέψουν
Απόψε σε ποθώ
άσε το μαγικό φίλτρο
να σου καίει τα σωθικά
άσε το θεό Πάνα
κάτω απ’ το δέρμα σου
μέσα στο αίμα σου
παράφορα
να ρέει

ΑΓΓΕΛΟΠΤΕΡΟ
Πόσο να σκάψει ακόμα το βιολί
Στο ασημένιο φλιτζάνι του καφέ
Για να εξορύξει χώμα;
Οι άγγελοι Σαν αυγά Πρώτα μέσα στις φλόγες επωάζονται Κιτρινίζουν σαν ηλιοτρόπια Κι έπειτα Απ’ το ρουθούνι μιας καμινάδας Ξεχύνονται σε σμήνη Κολλούν δυο σύννεφα φτερούγες ο καθένας Ακολουθούν τα ίχνη της όξινης βροχής Τα δάκρυα μιας άρπας Κι εγώ που έχω μάθει από μικρή να ξεχωρίζω έναν ερωτευμένο άγγελο Τον βλέπω να παίζει βιολί Για μια παράξενη αγάπη Για τους μνηστήρες που μαρμάρωσαν στον χρόνο Κρεμιέται από τον πολυέλαιο Ενός καμένου  θόλου Με το δοξάρι του μονομαχεί Τρυπώντας άτακτες νότες Τόσο χαριτωμένα Τραμπαλίζεται Στα ξέφτια μιας γιρλάντας Στο παραμύθι που έγινε Σαπίλα Πολυτελείας
Έμεινα έκπληκτη να τον κοιτώ
Όταν υπέρλαμπρος πετούσε
Πριονίζοντας με το δοξάρι
Τον λαιμό του

Πιάσε, μου φώναξε
κι ευθύς μου πέταξε
σαν τόπι χρυσό
κομμένο το κεφάλι του
που φέγγοντας

ακόμα χαμογελούσε

ΑΓΓΕΛΟΠΤΕΡΑ ανοίγουν απότομα τα φτερά τους και μας μαθαίνουν τη παράξενη λέξη ΑΛΓΑΠΗ (το άλγος της αγάπης): 

Τα βιβλία όλα μαζί χοροπηδούν Οι σελίδες έγιναν φτερά Επιτέλους ελεύθερα πετούν απ’ τα παράθυρα του πύργου Ο κίτρινος άνεμος τα παρασύρει μακριά Φυτεύονται σε μια πεδιάδα εύφορου τσιμέντου Τώρα ο πύργος ολοένα μικραίνει Ολοένα χαμηλώνει Αγγίζει το χώμα Απομένει μια πέτρα λεία κι ολοστρόγγυλη
όμοια μ’ αυτό
της εκκίνησης
Το κέρμα
Ο


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …