Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Ο ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΩΣΤΟΣ (αφού για να γράψεις σωστά πρέπει να έχεις ζήσει λάθος):

«Αυτό είναι το σκάνδαλο για το οποίο ο πολιτισμός δεν μπορεί να κάνει καμιά σωτήρια σκέψη. Το μόνο που γνωρίζει είναι να μη δείχνει το δρόμο, αλλά την απατηλή παράκαμψη, να μην προσφέρει τον ύπνο αλλά το κρεβάτι, να δίνει βιβλία αλλά όχι την αλήθεια. Ολόκληρος συγκροτεί ένα ζωτικό και μείζον ψεύδος. Και ο ανά τους αιώνας ταξιδιώτης δεν βρίσκει πού να ξεκουράσει τον ίσκιο του» (από το οπισθόφυλλου του βιβλίου ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ του  Κωστής Παπαγιώργη). Ο Κωστής Παπαγιώργης είχε πάρει τη ζωή του λάθος και το ομολογούσε με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη: «Αν δεν πάθεις, δεν μαθαίνεις! Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται»… Κάπως έτσι, ο λάθος δρόμος, βύζαξε το σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα ελληνικά γράμματα τα τελευταία πενήντα χρόνια. «Πάθος σημαίνει έξοδος από κάθε ορθόδοξη συμπεριφορά και υγεία», έγραφε στο βιβλίο του Ίμερος και Κλινοπάλη. «Κι  όπως όλες οι βαριές ασθένειες,  έχει και το πάθος ανάγκη την κλίνη. Ο Έρωτας είναι κλινική κατάσταση και η κλινοπάλη, που έρχεται σαν ραγδαίο επακόλουθου, είναι η πιο πειστική ένδειξη για την ανάγκη της θεραπείας». Αξιοσημείωτο και το κείμενο για τον άνθρωπο που μας συστήνει τα Σιαμαία και Ετεροθαλή: «Πάρε μια ολόσωμη φωτογραφία ενός ανθρώπου και με τον αντίχειρα –αν έχεις- άρχιζε να καλύπτεις κάποια τμήματα του κορμιού. Τα πόδια; Ο άνθρωπος εξακολουθεί να σου μιλάει. Τα χέρια; Τίποτα δεν αλλάζει. Την κοιλιά, το στέρνο, όλο το κορμί κάτω από το πηγούνι; Ό,τι κρύβεις, μολονότι συμπληρώνει αυτό που απομένει, δεν έχει καμιά ισοδυναμία μαζί του. Μόνο αν με μια κίνηση ανεξήγητης βίας καλύψεις το πρόσωπο, ο άνθρωπος αφανίζεται».  Οι στοχασμοί του Παπαγιώργη έχουν λιγότερη σημασία από τη γενεαλογία των ερωτήσεων τις οποίες αναγκάστηκε να θέσει στον εαυτό του. Και κανένας Έλληνας στοχαστής δεν μίλησε ως τώρα με τόση παρρησία, τόση διεισδυτικότητα και τόση μαεστρία για τόσο πολύπλοκα και τόσο ερεβώδη θέματα  (ακολουθεί κείμενο του Δημοσθένη Κούρτοβικ για τον Κωστή Παπαγιώργη – ART by Francis Bacon)



ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΣΩΣΤΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΖΗΣΕΙ ΛΑΘΟΣ: Ένα κείμενο του Δημοσθένη Κούρτοβικ για το Κωστή Παπαγιώργη

Έχω μια προκατάληψη που, όπως υποψιάζομαι, μοιράζομαι με τον Κωστή Παπαγιώργη: πιστεύω πως για να γράψεις σωστά, πρέπει να έχεις ζήσει λάθος. Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα λογικό επιχείρημα υπέρ μιας τόσο απόλυτης θέσης. Είπαμε, για προκατάληψη πρόκειται. Ωστόσο, ακόμη περιμένω από την παρατήρηση να άρει τη δυσπιστία μου όχι μόνο για τις εκφραστικές ικανότητες, αλλά και για το ψυχικό βάθος ανθρώπων που τους ήρθαν όλα δεξιά στη ζωή τους, που έκαναν πάντα τις σωστές επιλογές, που είχαν πάντα δίκιο, που διαπλάστηκαν μόνο με εκλεκτές εμπειρίες. Ως τότε, θα προσυπογράφω την άποψη του Παπαγιώργη ότι «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται».

Ο Παπαγιώργης πήρε τη ζωή του λάθος και το ομολογεί με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη, σχεδόν μοναδική για Έλληνα διανοούμενο, αν και δεν θα κινδύνευε να κατηγορηθεί για αυτοεπιείκεια αν πρόσθετε ότι πολύ συχνά οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι εξαρχής για τέτοια λάθη. Εν πάση περιπτώσει, η καλή μέρα δεν φαίνεται από το πρωί, αλλά ήδη από τα χαράματα, όταν ακόμη αντικρίζουμε τον κόσμο αγουροξυπνημένοι: «φιλάσθενο, μίζερο, προβληματικό παιδί», όπως λέει ο ίδιος, με το αίσθημα (που το απολάμβανε κιόλας) ότι είναι «υπεράριθμος, παιδί του Καιάδα», φοβερά ανορθόγραφος (μολονότι γιος αυστηρού δάσκαλου), αριστερόχειρας, που πλήρωσε την καταναγκαστική στροφή στη δεξιοχειρία με βραδυγλωσσία. Φοιτητής στο Παρίσι, αργότερα, ενώ γύρω του βουίζει ο Μάης του '68, κλείνεται σε μια σοφίτα και διαβάζει μανιωδώς φιλοσοφικά συγγράμματα, που «απαλλοτριώνει» από τα βιβλιοπωλεία. «Τόσο πιεστικά και τόσο άγονα δεν ξαναδιάβασα ποτέ στη ζωή μου», λέει σήμερα. Καρπός αυτής της φάσης θα είναι δυο μελέτες, για τον Πλάτωνα και τον Χάιντεγκερ, τις οποίες έχει εδώ και καιρό αποκηρύξει, γιατί, όπως είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Διαβάζω, «όταν διάβασα το βιβλίο [για τον Χάιντεγκερ] και κατάλαβα ότι εγώ απουσίαζα, πήρα όρκο ότι θα μετανοήσω».

H μετάνοιά του, αλλά περισσότερο ίσως το αίσθημα ότι «απουσίαζε» γενικά, διαλύεται στο αλκοόλ, που τον απαλλάσσει και από το πρόβλημα της βραδυγλωσσίας, τον φέρνει όμως, κοντά στα σαράντα του, ένα βήμα από τον τάφο. Και τότε όλα αλλάζουν. Ο Παπαγιώργης κέρδισε τελικά τη μάχη για τη ζωή (μα, τον ακούω να λέει, ποιος κέρδισε ποτέ τελικά αυτή τη μάχη;) και τα ελληνικά γράμματα κέρδισαν τον σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα τελευταία πενήντα χρόνια. Τρόπος του λέγειν «έβγαλαν», γιατί τον συγγραφέα Παπαγιώργη δεν τον βύζαξαν τα ελληνικά γράμματα, αλλά τα παθήματά του, ο λάθος δρόμος που λέγαμε.
Ο σωστός δρόμος που βρήκε ο Παπαγιώργης για να εκφραστεί είναι η μακριά σειρά των ανθρωπολογικών δοκιμίων του, που αρχίζει, χαρακτηριστικά, με το Περί μέθης (1987), ίσως το γνωστότερο βιβλίο του, αν και πολλοί θεωρούν ότι το καλύτερο είναι, εξίσου χαρακτηριστικά, η μελέτη του για τον Ντοστογέφσκι. Όλα αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα με συναρπαστικό τρόπο, γιατί ο συγγραφέας τους ακολουθεί μια αρχή την οποία διατυπώνει τέλεια στη συνέντευξή του στο Διαβάζω: «Δεν υπάρχει κάποιο πνευματικό ζήτημα που να μην μπορεί να εκτεθεί δραματικά - ακόμα και ένα πρόβλημα γεωμετρίας». Δραματικό δεν είναι μόνο το σχέδιο ανάπτυξης, αλλά και το ύφος: ο Παπαγιώργης αποφεύγει σχολαστικά την ξεθυμασμένη φρασεολογία του κοινόχρηστου λόγου, άλλο τόσο σχολαστικά όμως αποφεύγει την αφηρημένη, πομπώδη αλλά άσαρκη ακαδημαϊκή ορολογία, και η γλώσσα του έχει πολύ συχνά μια διαβρωτική λαϊκή εκφραστικότητα. Με τέτοια εκθαμβωτικά συγγραφικά προσόντα, βέβαια, ήταν μάλλον επόμενο να προσεχτεί λιγότερο ο «σκληρός πυρήνας» της σκέψης του Παπαγιώργη.

H οποία σκέψη επικεντρώνεται στις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στην «ανάποδη των ανθρώπων». Οι ίδιοι οι τίτλοι ή υπότιτλοι των πρώτων «γνήσιων» έργων του είναι ενδεικτικοί: Περί μέθης, Το πάθος της ζηλοτυπίας, Οι ξυλοδαρμοί ή Μισανθρωπίας προλεγόμενα. Ουσιαστικά ο Παπαγιώργης βυθοσκοπεί το Κακό, και καλά κάνει. Όπως λέει ο ίδιος, «η ευτυχία δεν έχει βαθύτητα», γι\' αυτό η σημαντική λογοτεχνία δεν ασχολείται μαζί της (κάτι για το οποίο παραπονιόταν, άδικα όμως, προς το τέλος της ζωής του ο αγαπημένος φίλος του Παπαγιώργη Χρήστος Βακαλόπουλος). Οι ανομολόγητες, οι αθέμιτες παρορμήσεις της ανθρώπινης ψυχής κρύβουν βασικότερες, συμπαγέστερες και σταθερότερες αλήθειες για τη φύση της, όσο δυσάρεστο και αν είναι αυτό. Ο λάθος δρόμος στη ζωή είναι ευεργετικός για τη δουλειά του συγγραφέα επειδή περνάει ακριβώς μέσα από τέτοιες αλήθειες, τις οποίες η ρηχή συνείδηση αγνοεί και η αχρεία συνείδηση δεν μπορεί να δει, γιατί τις ενσαρκώνει.

O Παπαγιώργης, όμως, μοιάζει να το πάει πιο μακριά. «Ποτέ δεν πίστεψα», λέει, «ότι ένας άνθρωπος εννοεί πράγματι αυτό που λέει, ή ότι αισθάνεται πράγματι αυτό που αισθάνεται. H συνείδηση δεν έχει ουδεμία σχέση με την ευθύτητα». Σ' αυτό αναγγέλλεται όχι απλώς μια δυσπιστία, αλλά μια σχεδόν ιδεοληπτική άρνηση της δυνατότητας για επικοινωνιακή ειλικρίνεια, η πεποίθηση ότι πίσω από κάθε τι που φαίνεται θετικό και ευγενές κρύβεται κάτι αρνητικό και ευτελές, ότι το Κακό είναι η μόνη αλήθεια στον κόσμο και όλα τα άλλα αποτελούν «παρελκυστικές κινήσεις, ψυχικά μασκαρέματα».

Από εδώ ως τον κυνισμό δεν μένει παρά ένα βήμα. Έγραψα παλιότερα ότι στον Παπαγιώργη διακρίνει κανείς έναν κάποιο κυνισμό και μια αφ' υψηλού αντιμετώπιση της ανθρώπινης αγωνίας. Κομμάτι σοφότερος στο μεταξύ κι εγώ, αποσύρω εκείνο το «αφ' υψηλού» κ.λπ., γιατί ένας πονεμένος άνθρωπος (ο Παπαγιώργης είναι πολύ πονεμένος) δεν βλέπει ποτέ αφ' υψηλού τους άλλους, κι επιμένω για τον κυνισμό, διευκρινίζοντας όμως ότι το βήμα του Παπαγιώργη προς αυτόν μένει μετέωρο. Ο κυνικός είναι ένας απελπισμένος που θέλει να εκδικηθεί την πραγματικότητα προσπαθώντας να φαίνεται χειρότερός της. Ο Παπαγιώργης, για την ώρα, κάνει απλώς πως δέχεται τους όρους της: συμπεριφέρεται συμβατικά.
Δεν θέλω, ούτε είμαι σε θέση, να κάνω το ψυχογράφημά του (άλλωστε, ελάχιστα τον γνωρίζω προσωπικά). Υποπτεύομαι, όμως, πως εδώ βρίσκεται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, η εξήγηση της παράδοξης, για έναν άνθρωπο με τέτοια φιλοσοφία, προσήλωσής του στις παρέες και στις εξωστρεφείς διασκεδάσεις. Έτσι τείνω να εξηγήσω επίσης την, όχι λιγότερο παράδοξη, στροφή του προς τον ελληνικό «αυτοχθονισμό», η οποία εγκαινιάζεται συγγραφικά το 1997, με τη μελέτη του για τον Παπαδιαμάντη, και συνεχίζεται με τα δύο πρόσφατα δοκίμιά του για την Ελληνική Επανάσταση.

Εκείνο που τράβηξε τον Παπαγιώργη στον Παπαδιαμάντη δεν είναι η ορθοδοξία, αλλά το πνεύμα της μικρής κοινότητας, όπως την περιγράφει ο Σκιαθίτης. Μιας κοινότητας όπου οι μικρές ανθρώπινες αδυναμίες αντιμετωπίζονται με επιείκεια και κατανόηση, ενώ οι μεγάλες αμαρτίες είναι αδιανόητες, γιατί είναι άγνωστη η ύβρις της εξατομικευμένης συνείδησης, της απομάκρυνσης από το κοινοτικό ήθος. Ο Παπαγιώργης πιστεύει, μαζί με τον Τέλλο Άγρα, ότι ο Παπαδιαμάντης ήθελε έναν «ελληνισμό χωρίς εθνισμό», δηλαδή μια ιθαγενή ταυτότητα χωρίς εθνική ιδεολογία. H Επανάσταση του 1821 υπήρξε μια καταστροφή (ιστορικά αναπόφευκτη), γιατί, με μοχλό το ιδεολόγημα της αποκατεστημένης επαφής με τον πολιτισμό των «αρχαίων ημών προγόνων», προώθησε στη θέση του υγιούς ιθαγενούς κοινοτισμού ένα κράτος κακέκτυπο των δυτικών εθνικών κρατών και στη θέση του αυθεντικού ντόπιου ανθρώπου έναν τύπο Έλληνα που ήταν και παραμένει καρικατούρα του Ευρωπαίου πολίτη.

Εδώ ο Παπαγιώργης μπερδεύεται κάπως, ακριβώς επειδή παραείναι έξυπνος και σκεπτικιστής για να μην υποψιάζεται πως και αυτή η θέση αποτελεί ιδεολόγημα. Αν ο ιθαγενής κοινοτισμός ήταν τόσο υγιής, γιατί ήταν ιστορικά αναπόφευκτο να σαρωθεί; Ο Παπαγιώργης οργίζεται μεν για την απαξιωτική στάση που διαμορφώθηκε απέναντι σε κάθε τι το ντόπιο, για την περιφρόνηση προς τον «ρωμιό» ως άνθρωπο πέμπτης κατηγορίας, ως τουρκομαθημένο υπάνθρωπο. Αλλά όταν ο Κωνσταντίνος Θέμελης τον ρωτάει μήπως αυτή είναι η αλήθεια για τον ρωμιό, απαντάει: «Πιθανότατα».

Προσθέτει, βέβαια, ότι «τότε με ευρωπαϊκά εμβόλια και καταβολάδες δεν φτιάχνεις κοινωνία». Τι γίνεται, όμως, αν πρέπει να τη φτιάξεις, γιατί δεν έχεις άλλη ιστορική επιλογή; Με τέτοιες καταβολάδες και με αντίστοιχα ιδεολογήματα φτιάχτηκαν αρκετά άλλα έθνη που προχώρησαν περισσότερο από εμάς, τόσο ώστε να μην έχουν πια ανάγκη τη διαρκή αναφορά στους ιδρυτικούς μύθους τους. Ο ίδιος ο Παπαγιώργης, μιλώντας στο Διαβάζω για τον προτεσταντισμό, λέει ότι ήταν μια επανάσταση ανυπολόγιστα μεγαλύτερη από τη γαλλική, διότι «στρέφει τον άνθρωπο προς την εργασία και του χαρίζει ένα αχανές αυτεξούσιο, [οπότε] αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε γιατί οι προτεστάντες πρόκοψαν τόσο πολύ, ενώ οι ορθόδοξοι της Ανατολής - στη Ρωσία για παράδειγμα - παγιδεύτηκαν». Όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και στην Ελλάδα του Παπαδιαμάντη.

Πρόκειται ακριβώς για το πρόβλημα που συνειδητοποίησε ο Στέλιος Ράμφος, και προσπαθεί από τότε να βρει στην ορθόδοξη παράδοση στοιχεία που θα μπορούσαν να ευνοήσουν έναν επαναστατικό πνευματικό αναπροσανατολισμό ανάλογο εκείνου που επέφερε ο προτεσταντισμός. Ο Παπαγιώργης αντιλαμβάνεται πολύ καλά το δίλημμα, όπως δείχνουν οι αντιφατικές δηλώσεις του που παρέθεσα. Αλλά ανάμεσα σε δύο ιδεολογήματα, ένα εκσυγχρονιστικό κι ένα παραδοσιοκρατικό, προτιμά εκείνο που δεν αφήνει περιθώρια για επικίνδυνες περιπλανήσεις μιας ξεμοναχιασμένης συνείδησης, από τις οποίες τόσα και τόσα τράβηξε ο ίδιος. Αυτό είναι το σημείο συμβολής της προσωπικής περιπέτειάς του με τις περιπέτειες των ιδεών στη σύγχρονη Ελλάδα.


Το είπα και πρόσφατα, με αφορμή αυτό το βιβλίο: σημασία δεν έχει τόσο τι λένε οι άνθρωποι όσο γιατί το λένε. Οι απαντήσεις που δίνει ο Παπαγιώργης έχουν λιγότερη σημασία από τη γενεαλογία των ερωτήσεων τις οποίες αναγκάστηκε να θέσει στον εαυτό του. Και κανένας Έλληνας στοχαστής δεν μίλησε ως τώρα με τόση παρρησία, τόση διεισδυτικότητα και τόση μαεστρία για ένα τόσο πολύπλοκο και τόσο ερεβώδες θέμα

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΜΗΝ ΤΑΛΑΙΠΩΡΕΙΣ ΤΑ ΓΡΑΦΤΑ αφού ΔΕΝ ΣΕ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:

Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Οχ, οχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεταιΚάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα. «Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα… [απόσπασμα από ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΝΕΦΡΟ από τη συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα Ο ΜΠΙΝΤΕΣ και άλλες ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 1970 – όλη η ιστορία με ΚΛΙΚ στην εικόνα ARTWORK by Ben Goossens]



Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.
Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.
Γι αυτό: σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι σου και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε, παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι, ξέρω, πέρασες κι ένα κοκίτη και τώρα έχεις στρυφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί κι ανησυχίες.

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ‘να πάνω στο άλλο. Με την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Τώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Τώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα, ούτε τίποτα, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Κοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Μόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Ρίλκε και Μπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας απ’ τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες τα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Χαίρομαι γιατί ο δρόμος πουτράβηξα, που μόνος μου διάλεξα αν θέλετε, που η ίδια η ζωή μου καθόρισε, δεν είναι άγονος, αφού κι άλλοι, και μάλιστα δάσκαλοι φτάσαν στο ίδιο επίτευγμα, κι είναι μια απόδειξη, όπως όταν μετά σκληρό διαγώνισμα βγαίνεις και τρέχεις στις λύσεις κι είναι όλα σωστά. Απ’ την άλλη μεριά σκυλιάζω γιατί πρόλαβαν αυτοί και κατέγραψαν τον ανθρώπινο πόνο κι εγώ τώρα πρέπει να πάω πιο πέρα δίνοντας ίσως και τ’ άλλο νεφρό.

Στέκομαι συλλογισμένος κι ανοίγω φανταστικό διάλογο με τον Ρίλκε, τον Μπέκετ, τον Μίλερ Χένρι και άλλους, πεισμωμένος και τους φωνάζω, ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση. Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό; Τότε, αυτήν την απέραντη απελπισία που φτάσαν οι δάσκαλοι, ίσως μπορούσα να την μετατρέψω σε κάποια ελπίδα και πίστη. Να πάρω πηλό και να πλάσω απ’ την αρχή έναν άνθρωπο, κι αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να μετατρέψω σε λούνα πάρκ. Να στήσω πυγολαμπίδες πάνω στην άσφαλτο. Να κάνω τους ανθρώπους να δουν τη μεταμεσονύκτια ομορφιά των ηλεκτρικών στύλων καθώς υποκλίνονται ευγενικά στις λεωφόρους. Ίσως μπορέσω να φτάσω ξανά στις πρώτες αφέλειες συγκροτώντας μια πίστη που θα διαλύεται μόλις χάνει κανείς το νεφρό του.

Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση, γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν οι άλλοι, την καταγράψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα.

Μ’ άλλα λόγια, είναι στην κυριολεξία πρόβλημα τρίτου νεφρού. Αν ήταν πρόβλημα χρόνου μονάχα, δεν είχα παρά να καταφύγω στο τεχνητό. Παίρνουν το αίμα από τη φλέβα και το διοχετεύουν στη μηχανή. Εκεί το χτυπάνε όπως το γάλα που του αφαιρούνε το βούτυρο, για να το ξαναφέρουνε καθαρότερο στην αρτηρία. Οχτώ ολόκληρες ώρες συνεχίζεται το ίδιο βιολί, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα. Ένα μηχάνημα μέλος του σώματος σου έξω από το σώμα σου επιμηκύνει το χρόνο σου, σου δίνει παράταση για τρία, ίσως και τέσσερα χρόνια, κερδίζεις μ’ αυτό κάτι, δε λέω, μα τι να ξοδέψεις, πλαστικά σωληνάκια και φίλτρα; Βίδες, παξιμάδια και ρεύμα;

Παίρνεις μια κάποια παράταση, ίσα-ίσα που προλαβαίνεις να πετάξεις ένα βιβλίο γεμάτο ούρα, ένα μπουκάλι με σκέψεις για το πώς έγινε το ναυάγιο, τον ύπουλο ύφαλο, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθείς σε μια σαθρή σχεδία δίχως σχέδια, για το μεγάλο σαρωτικό κύμα που έρχεται. Κάποτε πλησιάζει το τέλος, γιατί κάθε φορά και περισσότερα ούρα κυκλοφορούνε στο αίμα σου. Τόσο ήτανε, λες, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στα γραφτά σου και βάζεις τον τίτλο: Το τελευταίο μπουκάλι. Ιστορίες που μιλάνε για φλέβες και ούρα, ζαλάδες, πόνους, μιζέριες, μια επιχείρηση που κερδίζει όσο για να πληρώνει το λογιστή. Μόνο φύρα, κανένα περίσσευμα.
Αλλά εγώ που ήθελα να εκσφενδονίσω βεγγαλικά τις φράσεις, καταυγάζοντας έστω και για μια μόνη στιγμή αυτή την αιώνια νύχτα; Πώς να ηλεκτροφωτίσω το στερέωμα με μπλε, μοβ και κόκκινα αστέρια χωρίς να ξοδεύω ζωή; Μ’ αυτό το τραπέζι νεφρό;

Μιλάω για μια ποίηση από τη ζωή, όχι καλά και σώνει για τη ζωή, πολύ περισσότερο με κάποιο σκοπό. Έτσι βρίσκω την ποίηση για την ποίηση του Mallarmé, mal armé. Θα ‘θελα αυτούς που έχουν αυτό το μεράκι να ‘χουν αγγίξει έστω με το μικρό δακτυλάκι την καραβάνα της απελπισιάς, να ‘ναι, μ’ άλλα λόγια, bon armé και alarmé. Γι αυτό αναφέρθηκα στην αρχή σε κάτι φιόγκους (το αυγουλάκι τους και μάλιστα φρέσκο) που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δε δώσανε γι αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα. Δε γίνεται. Δε γίνεται.

[ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΝΕΦΡΟ από τη συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα Ο ΜΠΙΝΤΕΣ και άλλες ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 1970] 

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

ΕΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΣΤΙΣ 5 ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ, ΠΕΡΙΠΟΥ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΜΠΡΟΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:

… Φαντάζεσαι αντί για ουρανό να είχαμε ήχο και να λέγαμε κοίτα τι ωραία που σκίζουν τον ήχο αυτά τα πουλιά; Ναι. Και να λέγαμε κοίτα τι ωραία που πηδάνε μέσα έξω στον τοίχο τα δελφίνια. Σαν να ’ταν η θάλασσα μέσα στο σπίτι μας κάθετα, σαν ταπετσαρία πίσω από τους καναπέδες. Ναι. Επίσης θα μπορούσε να υπάρχουν δένδρα που αντί για φρούτα να βγάζουν μολύβια και τα μολύβια εποχής να έγραφαν τα πιο ωραία άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα και λοιπά. Ναι.  Μ’ αρέσει που λες σε όλα ναι. Αν θέλεις, μπορούμε να μιλάμε. Να με πάρεις στο 2103640817 και να με ζητήσεις όπως θες – ακούω σε όλα τα ονόματα, αρκεί ν’ αρχίζουν από ωραία γράμματα και όχι για παράδειγμα από χι ή πι, γιατί αυτά τα γράμματα μου θυμίζουν ότι πρέπει να κόψω τα μαλλιά μου και δεν θέλω με τίποτα να ξαναπάω στο  Μπωτέ Λέλα. Η κοπέλα που λούζει είναι από την Καβάλα. Ναι. Δεν υπάρχει καν Μπωτέ Λέλα. Το υποθέτεις αυτό ε; Έτσι το είπα, για να σε τσεκάρω. Ναι. Το ξέρεις ότι κάπου στον κόσμο κάποιοι άνθρωποι δεν ξέρουν καν πού είναι η Ελλάδα και δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομα Βενιζέλος στη ζωή τους; Ναι. Μ’ αρέσει που λες σε όλα ναι – θα μπορούσαμε να κάνουμε παρέα, ξέρεις! Ναι. Και να κατασκευάζαμε πράγματα μαζί. Ναι. Παράδειγμα, μια δική μας πραγματικότητα… μια δική μας χώρα όπου τον πρωθυπουργό θα τον λέγανε Δανάη Βανίλια και θα ήταν ένα λεμόνι!..Ναι. Ωραία. Λοιπόν…    [από το βιβλίο της Κατερίνας Έσσλιν  Γαμ.μυθιστορήματα του ενός λεπτού, εκδόσεις Απόπειρα 2012 – ART by HANS Bellmer και με ΚΛΙΚ η συνέχεια της τηλεφωνικής συνομιλίας στις 5 τα ξημερώματα που ξεκίνησε σαν φάρσα]


Εμένα τον πρωθυπουργό μου θα τον λέγανε Δανάη Βανίλια.
Εμένα ο πρωθυπουργός μου θα ήταν ένα λεμόνι. Αααα! Τι ωραία! Γίνεται να ήταν κι ο δικός μου λεμόνι; Ζήλεψα. Ναι, αμέ! Ωραία Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Γιατί μ’ αρέσει το πουλόβερ σου. Μα δεν ξέρεις καν τι φοράω. Θα φοράς πουλόβερ σε έναν δυο μήνες, κρυώνει ο καιρός. Ναι. Να σου πω και κάτι άλλο τώρα. Έχεις ροζ παπούτσια; Όχι. εγώ έχω; Δεν ξέρω. Δεν έχω. Είδες πόσα κοινά έχουμε; Ναι. Να γνωριστούμε. Σε πειράζει που σε πήρα στις 5 το πρωί και σε ξύπνησα; Όχι. Ήθελα να κάνω μια φάρσα βασικά, αλλά βγήκες εσύ και κατάλαβα ότι θα ήσουν ο άνδρας της ζωής μου και δεν ήθελα να σου κάνω φάρσα. Από πού το κατάλαβες; Ε, δεν έχεις ακούσει για έρωτα με την πρώτη ακοή; Όχι. Αφού μόλις σου είπα –έχεις ακούσει. Ναι. Τι άλλα; Τι φάρσα θα έκανες; Θα ’παιρνα και θα ’λεγα γεια σας αυτή τη στιγμή που σας μιλάω κάποιος γράφει με σπρέι στο καπό του αυτοκινήτου σας τη λέξη μαλάκας. Κι αν σου ’βγαινε γυναίκα; Ε, τότε θα ’λεγα γεια σας αυτή τη στιγμή που σας μιλάω κάποιος γράφει με σπρέι στο καπό του αυτοκινήτου σας τη λέξη παρθένα. Γιατί να μην έλεγες παρθένα στον άνδρα και μαλάκας στη γυναίκα; Θα μπορούσα. Δίκιο έχεις –αυτό θα έλεγα. Αλλά βγήκα εγώ. Ναι. Βγήκες εσύ. Ναι. Ναι. Λέμε και οι δυο ναι. Ναι, έτσι είναι στην αρχή των σχέσεων. Μετά θα λέμε μωρή, ηλίθια, μαλακία έκανες, άσε με, στο διάολο. Τέτοια. Πες μου γιατί με πήρες. Στην τύχη. Δηλαδή δεν κοίταξες στον τηλεφωνικό κατάλογο; Όχι. Γιατί ρωτάς; Γιατί με λένε όπως τον Πρωθυπουργό. Τι; Μητσοτάκη; Όχι, Λεμόνη. Χα, χα.  Αστείος είσαι. Λεμόνη με λένε - αλήθεια. Νίκο; Όχι. Πέτρο Α. Γιατί ακούγεσαι σαν Νίκος. Πότε θα γνωριστούμε; Γιατί να γνωριστούμε; Γιατί εμένα με λένε Άντα Πέτρου.  Αλήθεια; Αλήθεια. Είμαι ήδη δική σου δηλαδή, από πριν. Από τύχη. Ναι. Γιατί όσο από τύχη θα πετύχαινε να μας γνώριζαν κάποιοι φίλοι σ’ ένα μπαρ, τόσο από τύχη θα πετύχαινε και να μην μας γνώριζαν κάποιοι φίλοι σ’ ένα μπαρ. Έχεις φίλους; Όχι. Ωραία –θα πούμε ότι μας γνώρισαν οι φίλοι σου Λουκία και Χάρης, που τους ξέρεις από το φίλο σου Βασίλη. Ξέρεις κάτι; Όχι. Σε πεθύμησα. Σε πεθύμησα όσο δεν έχω πεθυμήσει άνθρωπο στη ζωή μου, όσο όλους τους ανθρώπους που έχω πεθυμήσει ποτέ στη ζωή μου, μαζί, σε άθροισμα, επί δέκα. Αλήθεια; Ναι. Αυτό ήθελες να μου πεις; Ναι. Πεθύμησα τα μάτια σου – τι χρώμα έχουν; Καστανά. Και τα δικά μου. Αν και παλιά ήταν γαλάζια. Τι εννοείς;  Εννοώ, δεν προσέχω ποτέ τα μάτια μου, μπορεί να είναι και πράσινα –έχει σημασία; Όχι. εσύ, αν έκανες φάρσα στο τηλέφωνο, τι θα έκανες; Θα ’στελνα πίτσες στον αδελφό μου. Και γιατί είναι αστείο; Γιατί ο αδελφός μου είναι δύο μηνών.  Χα, χα. Αστείο όντως. Και δεν του αρέσουν τα λουκάνικα ε; Χα, χα. Παραδέξου το: δεν έχεις αδελφό. Πράγματι. Είσαι πολύ αστείος. Μοιάζουμε σ’ αυτό. Ναι. Λες να ’μαστε συγγενείς; Όχι. Αν ουρανός ήταν ήχος, θα σε πείραζε; Όχι. Τι ήχος θα ήταν; Δεν ξέρω –θες να παντρευτούμε; Ναι. Αλλά όχι όπως όλοι. Θα πάμε μια μέρα ακάλεστοι σ’ ένα γάμο άγνωστων ανθρώπων, θα κάτσουμε κοντά στο ζευγάρι και θα υποκριθούμε ότι η λειτουργία του γάμου γίνεται για μας. Ναι, αλλά ο παπάς θα πει παντρεύεται η δούλη του Θεού Αναστασία τον δούλο του Θεού Ιωάννη –εμείς δεν λεγόμαστε έτσι. δεν έχει σημασία. Η αγάπη είναι μία. Ακόμη κι αν πει παντρεύεται ο δούλος του Θεού Αλέξιος, Γρηγόριος ή Αριστείδης ή Παύλος τη δούλη του Θεού Αλεξία, Θεοδώρα ή Αικατερίνη ή Ευρυδίκη, εμείς θα κάνουμε ότι εννοεί εμάς. Εντάξει. Πότε λες να είναι της αγίας Ευρυδίκης; Δεν ξέρω. Ίσως δεν υπάρχει καν αγία Ευρυδίκη. Ίσως καμία Ευρυδίκη να μην είναι αρκετά αγία: να είναι όλες άτακτες και να τους αρέσει να τρώνε το κοτόπουλο με τα χέρια. Σε πειράζει αυτό; Όχι. Ωραία, γιατί μπορεί να ήταν αιτία διαζυγίου αν ο παπάς έλεγε στο γάμο μας παντρεύεται ο  δούλος του θεού Αλέξιος τη δούλη του Θεού Ευρυδίκη. Μπα. Όχι. Εξάλλου, θα σε φωνάζω με το δικό σου όνομα. Ευχαριστώ. Ωραία. Ωραία. Θα βρέξει λέει αύριο είπε στην τηλεόραση. Α, ναι; Σε ποια περιοχή; Στο κέντρο; Στο Λονδίνο,  νομίζω. Ευτυχώς δεν ζούμε εκεί. Όχι. Ούτε στο Πεκίνο. Φαντάζεσαι να είχαμε γεννηθεί στο Πεκίνο; Δε νομίζω να μιλάνε ελληνικά εκεί, θα δυσκολευόμασταν να συνεννοηθούμε. Μα θα μιλούσαμε κινέζικα, αν είχαμε γεννηθεί εκεί. Γιατί το λες; Εμένα που ένας φίλος μου γεννήθηκε στη Μόσχα δε μιλάει λέξη ρώσικα. Πώς κι έτσι; Δεν ξέρω. Τυχαία γεννήθηκε εκεί, όταν έγινε ενός μηνός γύρισαν οι γονείς του στην Πάτρα. Έχει πάει ποτέ στην Πάτρα; Όχι. Στο Περού; Όχι. Στην Πράγα; Όχι. Στο Πόρτο Γερμενό; Ούτε. Δεν έχεις πάει σε πολλά  μέρη από πι. Σε μέρη από θήτα; Στο θέατρο, ας πούμε; Ναι, πολλές φορές. Κι εγώ. Εγώ θα ήθελα  να δουλεύω στο θέατρο, ξέρεις. Η δουλειά θα ήταν η εξής: στο διάλειμμα της παράστασης θα πήγαινε στους θεατές και θα τους έλεγα ψέματα για τη συνέχεια του έργου. Γιατί; Για να τους φανεί διπλή η ανατροπή στο τέλος. Πάντα έχει ανατροπή στο τέλος στο θέατρο. Ναι. Και είναι και μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας. Όχι, η τραγωδία είναι αυτό. Α, ναι; Δεν το θυμόμουν, αλλά για να το λες εσύ, σε πιστεύω. Αυτά.  Αυτά. Θες να σε ξαναπάρω τηλέφωνο κάποια στιγμή; Δεν ξέρω. Κι ο γάμος μας; Θα γίνει, αλλά στείλε μου καλύτερα μήνυμα, δεν ακούω πάντα το τηλέφωνο γιατί το έχω στη δόνηση και μπορεί να μου διαφύγει η κλήση και να μην το σηκώσω με την πρώτη και να τσακωθούμε όπως τσακώνονται συνήθως τα ζευγάρια για τέτοια σοβαρά  θέματα. Θα ’ναι κρίμα να χωρίσουμε τόσο γρήγορα. Θέλω ν’ ακούσω κι άλλες  ιδέες σου σαν κι αυτή που είπες για τον ουρανό που αντί για ουρανός θα ήταν ήχος και η θάλασσα αντί να ήταν στη θάλασσα θα ήταν κάθετη σαν ταπετσαρία στο σπίτι. Πώς θα κρεμούσαμε κάδρα πάνω της δεν μου είπες. Ούτε πόσο μόνη νιώθω σου είπα. Όχι, αυτό μου το είπες. Πότε; Τόση ώρα μου το λες.

Πάνω που είχα ανεβάσει τα μάλλινα δάκρυα στο πατάρι, άρχισε πάλι να ψιχαλίζει τ' όνομά σου. Το μισό αλφάβητο πλημμυρίσαμε. Έχει γεμίσει το υπόγειο με ωμέγα, θα πνιγούμε χωρίς άλφα. Με είδες κι εσύ στο όνειρό μου χτες; Βάλε επιτέλους ένα ζακετάκι στον έρωτα σου είπα. Κάνει ρεύμα -δεν ακούς που φταρνίζεται; Μετά άρχισα να τσακώνομαι με τη μοναξιά σου. Λουζόταν με μπετόν η χαζή. Δεν καταλαβαίνω, είπα. Θες να γιατρέψεις τα δάχτυλά σου πάνω στο δέρμα μου; Οι ανοργάνωτοι εμπρησμοί σου στο σώμα μου έχουν αρχίσει να λήγουν. (Την πυρκαγιά δηλαδή εσύ εκεί στο υπόγειο δεν την βλέπεις που καίει συνέχεια; Θα φτάσει στον πρώτο όροφο και θα τη δουν όλοι στο τέλος. Δυο χρόνια έχεις να φωνάξεις την πυροσβεστική) Μόνο να διχάζεις τις τελείες μου ξέρεις -και να μ αφήνεις να ξυπνάω αγκαλιά με το σπασμένο σου ποδηλατάκι (λες κι αν ενηλικιωθούμε θα πεθάνουμε)…. Όποιο σώμα κι αν δοκιμάσω εκτός από το δικό σου, μου πέφτει φαρδύ.
[Κατερίνας Έσσλιν, Ο Πεζός λόγος στην Ποίηση]