Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

ΕΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΣΤΙΣ 5 ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ, ΠΕΡΙΠΟΥ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΜΠΡΟΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:

… Φαντάζεσαι αντί για ουρανό να είχαμε ήχο και να λέγαμε κοίτα τι ωραία που σκίζουν τον ήχο αυτά τα πουλιά; Ναι. Και να λέγαμε κοίτα τι ωραία που πηδάνε μέσα έξω στον τοίχο τα δελφίνια. Σαν να ’ταν η θάλασσα μέσα στο σπίτι μας κάθετα, σαν ταπετσαρία πίσω από τους καναπέδες. Ναι. Επίσης θα μπορούσε να υπάρχουν δένδρα που αντί για φρούτα να βγάζουν μολύβια και τα μολύβια εποχής να έγραφαν τα πιο ωραία άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα και λοιπά. Ναι.  Μ’ αρέσει που λες σε όλα ναι. Αν θέλεις, μπορούμε να μιλάμε. Να με πάρεις στο 2103640817 και να με ζητήσεις όπως θες – ακούω σε όλα τα ονόματα, αρκεί ν’ αρχίζουν από ωραία γράμματα και όχι για παράδειγμα από χι ή πι, γιατί αυτά τα γράμματα μου θυμίζουν ότι πρέπει να κόψω τα μαλλιά μου και δεν θέλω με τίποτα να ξαναπάω στο  Μπωτέ Λέλα. Η κοπέλα που λούζει είναι από την Καβάλα. Ναι. Δεν υπάρχει καν Μπωτέ Λέλα. Το υποθέτεις αυτό ε; Έτσι το είπα, για να σε τσεκάρω. Ναι. Το ξέρεις ότι κάπου στον κόσμο κάποιοι άνθρωποι δεν ξέρουν καν πού είναι η Ελλάδα και δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομα Βενιζέλος στη ζωή τους; Ναι. Μ’ αρέσει που λες σε όλα ναι – θα μπορούσαμε να κάνουμε παρέα, ξέρεις! Ναι. Και να κατασκευάζαμε πράγματα μαζί. Ναι. Παράδειγμα, μια δική μας πραγματικότητα… μια δική μας χώρα όπου τον πρωθυπουργό θα τον λέγανε Δανάη Βανίλια και θα ήταν ένα λεμόνι!..Ναι. Ωραία. Λοιπόν…    [από το βιβλίο της Κατερίνας Έσσλιν  Γαμ.μυθιστορήματα του ενός λεπτού, εκδόσεις Απόπειρα 2012 – ART by HANS Bellmer και με ΚΛΙΚ η συνέχεια της τηλεφωνικής συνομιλίας στις 5 τα ξημερώματα που ξεκίνησε σαν φάρσα]


Εμένα τον πρωθυπουργό μου θα τον λέγανε Δανάη Βανίλια.
Εμένα ο πρωθυπουργός μου θα ήταν ένα λεμόνι. Αααα! Τι ωραία! Γίνεται να ήταν κι ο δικός μου λεμόνι; Ζήλεψα. Ναι, αμέ! Ωραία Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Γιατί μ’ αρέσει το πουλόβερ σου. Μα δεν ξέρεις καν τι φοράω. Θα φοράς πουλόβερ σε έναν δυο μήνες, κρυώνει ο καιρός. Ναι. Να σου πω και κάτι άλλο τώρα. Έχεις ροζ παπούτσια; Όχι. εγώ έχω; Δεν ξέρω. Δεν έχω. Είδες πόσα κοινά έχουμε; Ναι. Να γνωριστούμε. Σε πειράζει που σε πήρα στις 5 το πρωί και σε ξύπνησα; Όχι. Ήθελα να κάνω μια φάρσα βασικά, αλλά βγήκες εσύ και κατάλαβα ότι θα ήσουν ο άνδρας της ζωής μου και δεν ήθελα να σου κάνω φάρσα. Από πού το κατάλαβες; Ε, δεν έχεις ακούσει για έρωτα με την πρώτη ακοή; Όχι. Αφού μόλις σου είπα –έχεις ακούσει. Ναι. Τι άλλα; Τι φάρσα θα έκανες; Θα ’παιρνα και θα ’λεγα γεια σας αυτή τη στιγμή που σας μιλάω κάποιος γράφει με σπρέι στο καπό του αυτοκινήτου σας τη λέξη μαλάκας. Κι αν σου ’βγαινε γυναίκα; Ε, τότε θα ’λεγα γεια σας αυτή τη στιγμή που σας μιλάω κάποιος γράφει με σπρέι στο καπό του αυτοκινήτου σας τη λέξη παρθένα. Γιατί να μην έλεγες παρθένα στον άνδρα και μαλάκας στη γυναίκα; Θα μπορούσα. Δίκιο έχεις –αυτό θα έλεγα. Αλλά βγήκα εγώ. Ναι. Βγήκες εσύ. Ναι. Ναι. Λέμε και οι δυο ναι. Ναι, έτσι είναι στην αρχή των σχέσεων. Μετά θα λέμε μωρή, ηλίθια, μαλακία έκανες, άσε με, στο διάολο. Τέτοια. Πες μου γιατί με πήρες. Στην τύχη. Δηλαδή δεν κοίταξες στον τηλεφωνικό κατάλογο; Όχι. Γιατί ρωτάς; Γιατί με λένε όπως τον Πρωθυπουργό. Τι; Μητσοτάκη; Όχι, Λεμόνη. Χα, χα.  Αστείος είσαι. Λεμόνη με λένε - αλήθεια. Νίκο; Όχι. Πέτρο Α. Γιατί ακούγεσαι σαν Νίκος. Πότε θα γνωριστούμε; Γιατί να γνωριστούμε; Γιατί εμένα με λένε Άντα Πέτρου.  Αλήθεια; Αλήθεια. Είμαι ήδη δική σου δηλαδή, από πριν. Από τύχη. Ναι. Γιατί όσο από τύχη θα πετύχαινε να μας γνώριζαν κάποιοι φίλοι σ’ ένα μπαρ, τόσο από τύχη θα πετύχαινε και να μην μας γνώριζαν κάποιοι φίλοι σ’ ένα μπαρ. Έχεις φίλους; Όχι. Ωραία –θα πούμε ότι μας γνώρισαν οι φίλοι σου Λουκία και Χάρης, που τους ξέρεις από το φίλο σου Βασίλη. Ξέρεις κάτι; Όχι. Σε πεθύμησα. Σε πεθύμησα όσο δεν έχω πεθυμήσει άνθρωπο στη ζωή μου, όσο όλους τους ανθρώπους που έχω πεθυμήσει ποτέ στη ζωή μου, μαζί, σε άθροισμα, επί δέκα. Αλήθεια; Ναι. Αυτό ήθελες να μου πεις; Ναι. Πεθύμησα τα μάτια σου – τι χρώμα έχουν; Καστανά. Και τα δικά μου. Αν και παλιά ήταν γαλάζια. Τι εννοείς;  Εννοώ, δεν προσέχω ποτέ τα μάτια μου, μπορεί να είναι και πράσινα –έχει σημασία; Όχι. εσύ, αν έκανες φάρσα στο τηλέφωνο, τι θα έκανες; Θα ’στελνα πίτσες στον αδελφό μου. Και γιατί είναι αστείο; Γιατί ο αδελφός μου είναι δύο μηνών.  Χα, χα. Αστείο όντως. Και δεν του αρέσουν τα λουκάνικα ε; Χα, χα. Παραδέξου το: δεν έχεις αδελφό. Πράγματι. Είσαι πολύ αστείος. Μοιάζουμε σ’ αυτό. Ναι. Λες να ’μαστε συγγενείς; Όχι. Αν ουρανός ήταν ήχος, θα σε πείραζε; Όχι. Τι ήχος θα ήταν; Δεν ξέρω –θες να παντρευτούμε; Ναι. Αλλά όχι όπως όλοι. Θα πάμε μια μέρα ακάλεστοι σ’ ένα γάμο άγνωστων ανθρώπων, θα κάτσουμε κοντά στο ζευγάρι και θα υποκριθούμε ότι η λειτουργία του γάμου γίνεται για μας. Ναι, αλλά ο παπάς θα πει παντρεύεται η δούλη του Θεού Αναστασία τον δούλο του Θεού Ιωάννη –εμείς δεν λεγόμαστε έτσι. δεν έχει σημασία. Η αγάπη είναι μία. Ακόμη κι αν πει παντρεύεται ο δούλος του Θεού Αλέξιος, Γρηγόριος ή Αριστείδης ή Παύλος τη δούλη του Θεού Αλεξία, Θεοδώρα ή Αικατερίνη ή Ευρυδίκη, εμείς θα κάνουμε ότι εννοεί εμάς. Εντάξει. Πότε λες να είναι της αγίας Ευρυδίκης; Δεν ξέρω. Ίσως δεν υπάρχει καν αγία Ευρυδίκη. Ίσως καμία Ευρυδίκη να μην είναι αρκετά αγία: να είναι όλες άτακτες και να τους αρέσει να τρώνε το κοτόπουλο με τα χέρια. Σε πειράζει αυτό; Όχι. Ωραία, γιατί μπορεί να ήταν αιτία διαζυγίου αν ο παπάς έλεγε στο γάμο μας παντρεύεται ο  δούλος του θεού Αλέξιος τη δούλη του Θεού Ευρυδίκη. Μπα. Όχι. Εξάλλου, θα σε φωνάζω με το δικό σου όνομα. Ευχαριστώ. Ωραία. Ωραία. Θα βρέξει λέει αύριο είπε στην τηλεόραση. Α, ναι; Σε ποια περιοχή; Στο κέντρο; Στο Λονδίνο,  νομίζω. Ευτυχώς δεν ζούμε εκεί. Όχι. Ούτε στο Πεκίνο. Φαντάζεσαι να είχαμε γεννηθεί στο Πεκίνο; Δε νομίζω να μιλάνε ελληνικά εκεί, θα δυσκολευόμασταν να συνεννοηθούμε. Μα θα μιλούσαμε κινέζικα, αν είχαμε γεννηθεί εκεί. Γιατί το λες; Εμένα που ένας φίλος μου γεννήθηκε στη Μόσχα δε μιλάει λέξη ρώσικα. Πώς κι έτσι; Δεν ξέρω. Τυχαία γεννήθηκε εκεί, όταν έγινε ενός μηνός γύρισαν οι γονείς του στην Πάτρα. Έχει πάει ποτέ στην Πάτρα; Όχι. Στο Περού; Όχι. Στην Πράγα; Όχι. Στο Πόρτο Γερμενό; Ούτε. Δεν έχεις πάει σε πολλά  μέρη από πι. Σε μέρη από θήτα; Στο θέατρο, ας πούμε; Ναι, πολλές φορές. Κι εγώ. Εγώ θα ήθελα  να δουλεύω στο θέατρο, ξέρεις. Η δουλειά θα ήταν η εξής: στο διάλειμμα της παράστασης θα πήγαινε στους θεατές και θα τους έλεγα ψέματα για τη συνέχεια του έργου. Γιατί; Για να τους φανεί διπλή η ανατροπή στο τέλος. Πάντα έχει ανατροπή στο τέλος στο θέατρο. Ναι. Και είναι και μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας. Όχι, η τραγωδία είναι αυτό. Α, ναι; Δεν το θυμόμουν, αλλά για να το λες εσύ, σε πιστεύω. Αυτά.  Αυτά. Θες να σε ξαναπάρω τηλέφωνο κάποια στιγμή; Δεν ξέρω. Κι ο γάμος μας; Θα γίνει, αλλά στείλε μου καλύτερα μήνυμα, δεν ακούω πάντα το τηλέφωνο γιατί το έχω στη δόνηση και μπορεί να μου διαφύγει η κλήση και να μην το σηκώσω με την πρώτη και να τσακωθούμε όπως τσακώνονται συνήθως τα ζευγάρια για τέτοια σοβαρά  θέματα. Θα ’ναι κρίμα να χωρίσουμε τόσο γρήγορα. Θέλω ν’ ακούσω κι άλλες  ιδέες σου σαν κι αυτή που είπες για τον ουρανό που αντί για ουρανός θα ήταν ήχος και η θάλασσα αντί να ήταν στη θάλασσα θα ήταν κάθετη σαν ταπετσαρία στο σπίτι. Πώς θα κρεμούσαμε κάδρα πάνω της δεν μου είπες. Ούτε πόσο μόνη νιώθω σου είπα. Όχι, αυτό μου το είπες. Πότε; Τόση ώρα μου το λες.

Πάνω που είχα ανεβάσει τα μάλλινα δάκρυα στο πατάρι, άρχισε πάλι να ψιχαλίζει τ' όνομά σου. Το μισό αλφάβητο πλημμυρίσαμε. Έχει γεμίσει το υπόγειο με ωμέγα, θα πνιγούμε χωρίς άλφα. Με είδες κι εσύ στο όνειρό μου χτες; Βάλε επιτέλους ένα ζακετάκι στον έρωτα σου είπα. Κάνει ρεύμα -δεν ακούς που φταρνίζεται; Μετά άρχισα να τσακώνομαι με τη μοναξιά σου. Λουζόταν με μπετόν η χαζή. Δεν καταλαβαίνω, είπα. Θες να γιατρέψεις τα δάχτυλά σου πάνω στο δέρμα μου; Οι ανοργάνωτοι εμπρησμοί σου στο σώμα μου έχουν αρχίσει να λήγουν. (Την πυρκαγιά δηλαδή εσύ εκεί στο υπόγειο δεν την βλέπεις που καίει συνέχεια; Θα φτάσει στον πρώτο όροφο και θα τη δουν όλοι στο τέλος. Δυο χρόνια έχεις να φωνάξεις την πυροσβεστική) Μόνο να διχάζεις τις τελείες μου ξέρεις -και να μ αφήνεις να ξυπνάω αγκαλιά με το σπασμένο σου ποδηλατάκι (λες κι αν ενηλικιωθούμε θα πεθάνουμε)…. Όποιο σώμα κι αν δοκιμάσω εκτός από το δικό σου, μου πέφτει φαρδύ.
[Κατερίνας Έσσλιν, Ο Πεζός λόγος στην Ποίηση]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …