Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

ΑΚΟΠΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΑΛΙΩΝΟΥΝ ΣΤΑ ΜΑΥΡΙΣΜΕΝΑ ΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ και ΠΑΘΗΤΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΑΦΩΝΟΙ κι ΑΜΝΗΜΟΝΕΣ ΒΡΟΜΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ:

Κάθε δουλειά αρχίζει και παίρνει πάνω της, δηλαδή να γίνεται καλύτερη, από τη στιγμή που θα αισθανθεί την ανάγκη να τα βάλει με τον εαυτό της. Δεν μπορεί κανείς να ξεκινάει κάτι από νέος και έκτοτε, ως τα γεράματα, να ακολουθεί την ίδια γραμμή. Αν δεν επέλθει ρήξη και κρίση μεσοδρομίς, αν το σχοινί δεν σπάσει και δε δεθεί κόμπο μία, δύο και τρεις φορές, ο εργάτης δεν είναι άξιος. Αντίθετα ο εργάτης ξέρει (να μαθαίνει) τη δουλειά του, αν σε κάθε κύκλο της ζωής του γίνεται καψοκαλύβας, αν του συμβαίνει κάποτε να ντρέπεται να κοιταχθεί στον καθρέφτη και στα μάτια των άλλων!.. Η λέσχη των προικισμένων απαρτίζεται από μέλη που δεν γράφουν επί χρόνια τα άγραφα… Ωρίμανση σημαίνει να περνάς από του λιναριού τα πάθη, Αλήθεια που ισχύει απολύτως για το πνεύμα και τον πνευματικό θηλασμό που δεν είναι άλλος από το διάβασμα, τη γνωστή μας ανάγνωση. Όπως την ξέρουμε και την ακολουθούμε κουτσά στραβά εμείς σήμερα, η ανάγνωση, ή αλλιώς η ξαμολημένη περιέργεια που παίρνει σβάρνα το τυπωμένο χαρτί και στα σταματημό δεν έχει, είναι μια διαστροφή σχετικά όψιμη. Μερικών αιώνων. Ποτέ πριν οι άνθρωποι δεν διάβαζαν τόσο πολύ και τόσο άσχημα. Και το σημαντικό δεν είναι αν διάβαζαν πολύ ή λίγο –συνήθως διάβαζαν λίγο- αλλά ότι δε διάβαζαν όπως σήμερα. Δεν ήξεραν την ευτέλεια της παμφάγου τυπογραφίας (τι να πούμε τώρα και για του διαδικτύου την «υπερπροσφορά»;) την καταναγκαστική εκμάθηση πραγμάτων δεύτερης και τρίτης κλάσεως, την κίβδηλη βιβλιομανία.  [ΑΦΩΝΟΙ ΚΑΙ ΑΜΝΗΜΟΝΕΣ από το βιβλίο  Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΛΕΠΟΥ, εκδόσεις Καστανιώτη 1992 όπου ο στοχαστής/ φιλόσοφος Κωστής Παπαγιώργης παρουσιάζει με το γλαφυρό του τρόπο τη βαρύτατη βλάβη που συντελείται στον ψυχισμό του πολιτισμένου ανθρώπου από τον καταιγισμό γραπτού (και ηλεκτρονικού σήμερα) λόγου. Ποια σωτηρία μπορεί να υπάρχει για το σημερινό αναγνώστη που είναι εκτεθειμένος σε παραστάσεις έτοιμων πληροφοριών από την ηλεκτρονική τράπεζα του πνεύματος και ποιες θετικές δυνάμεις αντίστασης θα μπορεί ν’ αναπτύξει μέσα σ’ αυτή τη χαώδη ψευδομοψυχία του πολιστισμού; Άμποτε να μη βγει αληθινή η προφητεία του Νίτσε για το πνεύμα που (θα) πνέει τα λοίσθια «αν ακόμα μια εποχή παθητικοί αναγνώστες θα το βρομίζουν…» – ART by daniel horowitz]



ΑΦΩΝΟΙ ΚΑΙ ΑΜΝΗΜΟΝΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ:
Το γράμμα είχε την τιμή του ακόμα και την εποχή του Χέγκελ, ο οποίος δε δίστασε να γράψει ότι η ανάγνωση της εφημερίδας μπορούσε πλέον να υποκαταστήσει την πρωινή προσευχή του πολίτη. Άλλαξαν και χάλασαν πολύ από τότε τα πράγματα. Γιατί η θυελλώδης υποβάθμιση της αναγνωστικής εντιμότητας δεν έχει να κάνει πάντα με τον ευτελισμό του τυπωμένου χάρτου που, ως βιομηχανία πλέον, καταπίνει τα δάση για να τα παραδώσει βορά στις αδηφάγες ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας. Αποπαίδι της Βαβέλ ο σημερινός αναγνώστης διαβάζει άσχημα ό,τι κι αν διαβάσει. Η πληροφορία ως ασθένεια που κάνει μετάσταση σ’ όλα τα κέντρα του ψυχισμού του, καθιστά τα πάντα αφορμή και ερέθισμα. Πίνει κανείς ένα κονιάκ για να ξελαμπικάρει και να σταθεί στα πόδια του, αν όμως ξεγελαστεί και κάνει το ένα δέκα, αντί να στεριωθεί αρχίζει να τρεκλίζει. Τι να πει ο σημερινός αναγνώστης που δεν ξέρει τι γυρεύει, αλλά περιφέρει τη νοημοσύνη του εική και ως έτυχε μέχρι να καταντήσει ασύνειδα καρικατούρα του εαυτού του;

Από το Λουκιανό κιόλας ακούμε να μιλάνε για τον «πολλά βιβλία ωνούμενον». Αλά η εποχή του είναι της παρακμής, εποχή που έχει προλάβει να αποκτήσει τα δικά της πολλά βιβλία και τους δικούς της κακούς αναγνώστες. Πολλά βέβαια όχι σε σύγκριση με τα σημερινά ανήκουστα δεδομένα, αλλά σε σχέση με άλλους αιώνες και κυρίως με τη θρυλική αθηναϊκή εποχή. Ο Σωκράτης, για παράδειγμα, δεν ήταν άμοιρος αναγνώσεων. Είχε διαβάσει ο δαιμόνιος, το βιβλίο του Αναξαγόρα καθώς και του Ηράκλειτου, για το οποίο μάλιστα αποφάνθη με ειρωνεία (και ποιος ξέρει τι άλλο;) ότι χρειάζεται ένας Δήλειος κολυμβητής για να μπει στα βαθιά νοήματά του που ο ίδιος δεν κατάφερε να φτάσει. Ενώ όμως προέτρεπε στ δέον, ποτέ δε το συνέδεσε –ούτε κατά διάνοια- με την κατοχή και την ανάγνωση των βιβλίων.

Για έναν μέσο πολίτη εκείνης της εποχής, που κι αν δεν ήταν άβιβλος, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν πολύβιβλος, είναι πολύ δύσκολο να εκτιμήσουμε τι μπορεί να σήμαινε η ιδιωτική βιβλιοθήκη. Πιθανότατα τίποτα. Το βιβλίο κόστιζε πολύ κι ένας τόμος θα πρέπει να ήταν ύψιστης σημασίας για να θεωρηθεί είδος πρώτης ανάγκης.  Αλλά αφού όλα τα ύψιστης σημασίας – όπως ο Όμηρος, όπως οι τραγωδίες, πολλές από τις οποίες είχε τη δυνατότητα κανείς να παρακολουθήσει στα μεγάλα Διονύσια- κυκλοφορούσαν στα ήθη, τι νόημα είχε να τα φυλακίσει στη βιβλιοθήκη; Το ιδιωτικό αντίγραφο θα πρέπει ν’ απασχολούσα μάλλον τους φιλοσόφους και τους σοφιστές παρά τον πεπαιδευμένο πολίτη. Γνωρίζουμε πάντως ότι στις πρώτες σειρές του θεάτρου πωλούνταν κάποια χειρόγραφα, όπως άλλωστε και στην αγορά, αλλά η οιανδήποτε αφοσίωση στα λιγοστά βιβλία δεν μπορούσε να θεωρηθεί φρόνιμη.
Μέσα σε μια δημοκρατία άμεση και της ζώσας φωνής, όπου όλα βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής, η γραφή έμοιαζε αναπηρία και το γραφτό δεν είχε άλλο δρόμο: μεταμορφωνόταν γοργά σε λόγο από στήθους. Όλη η παιδεία αποστηθιζόταν. Και η απομνημόνευση δεν διέπλαθε ανθρώπους-βιβλία, αλλά μεταμόρφωνε τα βιβλία σε ζωντανό λόγο. Γι’ αυτό, το Σωκράτη, που μόνο μιλούσε, δεν είναι δυνατό να τον φανταστούμε να απαθανατίζει τις σκέψεις του γράφοντας. Η γραφή στον Όμηρο –όπως εξάλλου και τα νομίσματα- σπανίζει. Όσο για τον Ιησού, παρ’ ότι τον είδαν, καθώς διαβάζουμε, να σκύβει κάποτε για να χαράξει κάτι καταγής, η γραφή και πιθανότατα η ανάγνωση του ήταν «ξένα» πράγματα…

Αφ’ ης στιγμής επινοήθηκε και εφαρμόστηκε ευρέως στην εκπαίδευση η σιωπηλή ανάγνωση, η άφωνη μελέτη, συντελέστηκε μια βαρύτατη βλάβη στον ψυχισμό του πολιτισμένου ανθρώπου.

Ο πιστός διάβαζε για να δέσουν τα κόκαλά του, ο ερευνητής διαβάζει για να μάθει και με τη σειρά του να ικανοποιήσει τη μεγάλη του φιλοδοξία: να γίνει πατέρας της γραφής. Θεωρείται εξάλλου νόμιμο, σχεδόν επιβεβλημένο, ο σημερινός αναγνώστης να διαβάζει καθημερινά ό,τι του πέσει στο χέρι. Φιλαναγνώστης, φιλοπερίεργος, ερευνητής, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Το βέβαιο είναι ότι περνούν καθημερινά από τα μάτια του και από τα αυτιά του σεβαστοί όγκοι γραπτού και μιλητού λόγου. Το βιβλίο και ό,τι του μοιάζει καταντάει φυσικά τρέχουσα σερνάμενη υπόθεση, αλλά το χειρότερο είναι ότι κάθε προσλαμβάνουσα παράσταση αποβαίνει πληροφορία και εν τέλει όλες οι πληροφορίες πλάθουν ένα αμάλγαμα από αλήθειες του ίδιου κύρους και αναστήματος. Εφόσον μαθαίνω πάει να πει ανάγω το άγνωστο στο γνωστό, το καθετί ανάγεται στο κεκτημένο με την πανουργία της ταχυχειρίας.

Έτσι συντελέστηκε σταδιακά και η υποβάθμιση του «διαβασμένου». Ενώ κατά παράδοση του αναγνωριζόταν τουλάχιστον το κύρος του γνώστη, της αυθεντίας, του βιδάτου ειδήμονα, σήμερα θεωρείται διαλυμένο μυαλό. Ένα κοινωνιά απροσάρμοστος με γαλόνια. Όσο για τον κοινό αναγνώστη που απαιτεί και επαιτεί ψιχία από τη μεγάλη τράπεζα του πνεύματος, αυτόν που οι πολιτισμικοί φορείς τον στρώνουν στο κυνήγι για να τον επιμορφώσουν, σωτηρία δεν υπάρχει. Όσο προσμένει τη βοήθεια από τα ξένα χέρια και δεν αυτενεργεί ριζικά, η τύχη του θα βρίσκεται –πού αλλού;- «στα ξένα χέρια». Όταν ο Νίτσε, πρόσκοπος του αιώνα του, εξέφραζε την πεποίθησή του ότι μια εποχή ακόμα παθητικοί αναγνώστες θα αρκέσει για να βρομίσει το πνεύμα, η κρίση του δεν ξεγελιόταν. Σήμερα το πνεύμα μπορεί να συνομιλεί με τη σήψη του. Μέσα στις ζάπλουτες βιβλιοθήκες του, μέσα στη χαώδη πολιτισμική ψευδομοψυχία του πολιτισμού να καλλιεργήσει τις θετικές δυνάμεις του, το πνεύμα πνέει τα λοίσθια. Μέσα στο καθεστώς της κοινωνικής πρόνοιας που, όπως θα έλεγε ο δημιουργός της Μαντάμ Μποβαρί, επιμένει να κάνει σπίτια για όλους, δρόμους και πλατείες για όλους  –με τα μέσα όλων- η καταστροφή αποβαίνει πολιτισμικός στόχος.

Η στροφή από το πηγαίο και το δαιμονικό στην κοινοκτημοσύνη και την ατέλεια συντελείται με ρυθμούς κοινωνικής επανάστασης. Να μη μείνει ούτε ένας γνήσιος άνθρωπος πάνω στη γη –ακόμη και οι τρελοί να λογικευθούν- για να σωθεί ο πολιτισμός. Έτσι ο εκδημοκρατισμός στην αποτίμηση των δημιουργικών ικανοτήτων εδραιώνει εκπάγλως την πιο απεχθή ισότητα και αδελφότητα.

Το πηγαίο διασύρεται εν ονόματι  των άσπονδων αντιπάλων του: των τυπικών σπουδών, του φιλισταίου που παραφέρεται, της λογοτεχνίας που σπουδάζει στο «δημοκρατικό» φροντιστήριο των κοινών απαιτήσεων και του κοινού νου. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που ο άνθρωπος του πηγαίου αντί για άγγελος καταντάει φίδι: φυλάει το κεφάλι του και χρησιμοποιεί το ιαματικό δηλητήριο της κρίσης του. Αν η πνευματική ζωή διαδραματίζεται ως ασκόπως ανατοκιζόμενη παρωδία, η αηδία, η χολή, η λοιδορία αποβαίνουν θετικές αρετές.

Ο άνθρωπος που –ποιος ξέρει γιατί- διατηρεί κάποια προνομιακή σχέση με το πηγαίο, ανέκαθεν –αλλά ειδικά σήμερα και πιο ειδικά στην Ελλάδα- μόνο σαν το λεπρό μπορεί να ζει. Και η θέση του αξίζει ιδιαίτερου σχολιασμού, γιατί δεν παρουσιάζει τίποτα το συμπαγές και μονοσήμαντο. Η συμπεριφορά του καλλιεργεί τα συμπτώματα του οξύμωρου. Καταντάει μισάνθρωπος επειδή αγάπησε μερικούς ανθρώπους, περιφρονητής των συγγραφέων από αγάπη για τη γραφή, προπηλακιστής των «γραμμάτων» από θερμά αισθήματα για τα γράμματα. Ένας τέτοιος άνθρωπος (όπως συμβαίνει πάντα με τους άξιους να συνιστούν στο πρυτανείο) από δημόσια ευεργεσία, σατανικώ τω τρόπω, μεταμορφώνεται –συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί – σε ακούσιο δημόσιο κίνδυνο.

 [Ο λάθος δρόμος είναι ο σωστός, αφού για να γράψεις σωστά πρέπει να έχεις ζήσει λάθος. Ο Παπαγιώργης πήρε τη ζωή του λάθος και το ομολογεί με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη: «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται». Υπεράριθμος, παιδί του Καιάδα, σύμφωνα με τη δική του ομολογία, τον καιρό που βούιζε ο Μάης του ’68 γύρω του, αυτός κλείστηκε σε μια σοφίτα και διάβασε μανιωδώς φιλοσοφικά συγγράμματα, που «απαλλοτρίωνε» από τα βιβλιοπωλεία. Κάπως έτσι, ο λάθος δρόμος, βύζαξε το σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα ελληνικά γράμματα τα τελευταία πενήντα χρόνια]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …